Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραδοσιακά Τραγούδια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραδοσιακά Τραγούδια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Μαρτίου 2017

Δόμνα Σαμίου, για τη δημοτική μουσική

Η μεγάλη και σπουδαία κυρία της παραδοσιακής μουσικής Δόμνα Σαμίου έφυγε από τη ζωή στις 10 Μαρτίου 2012. 
Στο κείμενο που ακολουθεί την "ακούμε" να αφηγείται μια στιγμή από τη ζωή της . Δανεισμένο από την ιστοσελίδα Δόμνα Σαμίου.


" Δεν είμαι τραγουδίστρια με την επαγγελματική σημασία της λέξης, δεν τραγουδάω σε δημοτικά κέντρα ή σε πανηγύρια για τη διασκέδαση μιας ορισμένης πελατείας. Τραγουδώ μόνο όπου πιστεύω πως εξυπηρετώ τη διατήρηση και τη διάδοση του δημοτικού τραγουδιού, έτσι ατόφιο όπως έφτασε σε μας από την παράδοση. Προσπαθώ να μιμηθώ τον τρόπο που τραγουδάει ένας Μακεδόνας, ένας Θρακιώτης, ένας Ηπειρώτης ή ένας Κρητικός.
Στην αρχή ξεκίνησα να κάνω αυτό που κάνω από αγάπη για το δημοτικό τραγούδι και μάλιστα σε εποχή που ο κόσμος το περιφρονούσε και δεν έδινε σημασία. Αργότερα, η κακοποίηση που γινόταν σε βάρος του δημοτικού τραγουδιού και μάλιστα από τους ίδιους τους λαϊκούς μουσικούς και μετά από τους συνθέτες και τους ελαφρούς τραγουδιστές, με σπρώξανε να ασχοληθώ περισσότερο και να προσπαθήσω με όλες μου τις δυνάμεις να δώσω την ευκαιρία στον κόσμο να γνωρίσει το γνήσιο δημοτικό τραγούδι.
Όπως έχω πει εγώ δεν είχα σκεφτεί να τραγουδήσω. Ξεκίνησα το ’71 από τον Διονύση Σαββόπουλο και ο μόνος μου στόχος και σκοπός ήτανε όσο μπορώ να διαδώσω, αν θέλεις, το δημοτικό τραγούδι, γιατί το δημοτικό τραγούδι είναι πολύ μεγάλη υπόθεση. Μέσα από αυτό μπορεί κανείς να δει την πορεία του ελληνικού λαού.
Έχουμε τραγούδια Ακριτικά που είναι τα πιο παλιά δημοτικά τραγούδια, δηλαδή τραγούδια του ακριτικού κύκλου, του 900, του 1000, του 1100 μ.Χ. και ακόμα τα τραγούδια αυτά υπάρχουν στο στόμα του ελληνικού λαού. Ας πούμε, υπάρχει ένα τραγούδι που το έχει και ο Νικόλαος Πολίτης στις συλλογές του, από την Κάρπαθο, που μου το τραγούδησε ο Μανώλης Φιλιππάκης, ένα νέο παιδί, φίλος μου, το Άρκοντες τρων και πίνουσι και μιλάει για τον στρατηγό τον Ανδρόνικο του Βυζαντίου. Έχουμε πάρα πολλά ποντιακά, οι Πόντιοι έχουν πολλά ακριτικά, έχουμε κυπριακά. Τα πιο παλιά λοιπόν είναι αυτά και προχωρούμε και έχουμε τις Παραλογές, Το γεφύρι της Αρτας, να πούμε ή Του νεκρού αδελφού, μετά έχουμε Ιστορικά τραγούδια, προχωρούμε έχουμε τα ηρωικά μας τραγούδια και βεβαίως έχουμε τα τραγούδια τα κοινωνικά, δηλαδή τραγούδια του Γάμου, της Ξενιτιάς, τα Κάλαντα, τραγούδια της Αγάπης, τραγούδια που μιλάνε για τον ήλιο, για τα άστρα, για τα λουλούδια, έχουμε τα Αποκριάτικα σκωπτικά τραγούδια, τα Μοιρολόγια, Νανουρίσματα, έχουμε μεγάλο πλούτο δημοτικών τραγουδιών. Και βέβαια η κάθε περιοχή έχει τα δικά της τραγούδια, τους δικούς της ρυθμούς και σκοπούς, τα δικά της μουσικά όργανα. Ας πούμε, όταν λέμε Κρήτη, εννοούμε λύρα κρητική, και όταν λέμε Μακεδονία εννοούμε ζουρνάδες.
Μερικοί με λένε λαογράφο. Εγώ δεν έχω καμία σχέση με τη λαογραφία, δηλαδή δεν έχω μελετήσει, εγώ απλώς ασχολούμαι με την συλλογή και με την ερμηνεία του δημοτικού τραγουδιού κι αυτό, όπως έχω πει, καθαρά από μεγάλη αγάπη. Βέβαια, θα μου πείτε και ποια είσαι ’σύ που τραγουδάς και ηπειρώτικα και μακεδονικά και θρακικά και κρητικά και πελοποννησιακά και νησιώτικα. Εγώ είμαι Μικρασιάτισσα βεβαίως αλλά από μεγάλο σεβασμό, μεγάλη αγάπη, από γνώση και πείρα προσπαθώ όσο μπορώ να αποδώσω πιστά τα τραγούδια αυτών των διαφόρων περιοχών, τα σέβομαι δηλαδή, ενώ υπάρχουν οι ίδιοι οι ντόπιοι τραγουδιστές αυτών των περιοχών που τα χαλάνε και τα παραποιούνε οι ίδιοι.
Δεν θέλω προς θεού να παρουσιάσω τον εαυτό μου σωτήρα του δημοτικού τραγουδιού. Υπάρχουνε συλλογές πολλές. Υπάρχει το Λαογραφικό Αρχείο της Ακαδημίας που έχει μια τεράστια συλλογή τραγουδιών, υπάρχει βεβαίως ο δάσκαλός μου ο Σίμων Καράς που κι αυτός έχει μια τεράστια συλλογή. Υπάρχει το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, που το έχει ιδρύσει αυτή η γυναίκα η σοβαρή και αξιόλογη, η Νανά η Παπαντωνίου. Υπάρχει το Μουσικό τμήμα του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών της Μέλπως Μερλιέ, που το διευθύνει ο φίλος μου ο μουσικολόγος ο Μάρκος Δραγούμης, κι αυτοί έχουν βεβαίως μια τεράστια συλλογή. Η διαφορά με μένα είναι ότι εγώ δεν έχω τόσο μεγάλη συλλογή όσο βέβαια όλοι αυτοί, αλλά ότι εγώ τραγουδώ παράλληλα κι έτσι έχω γίνει αν θέλεις περισσότερο γνωστή στο κοινό.
Τώρα εδώ συμβαίνουν διάφορα πράγματα. Παλιότερα η επαρχία τροφοδοτούσε την Αθήνα και τις μεγάλες πόλεις, τώρα έχουν αντιστραφεί οι όροι. Οι πόλεις οι μεγάλες και κυρίως η Αθήνα τροφοδοτούν την επαρχία, γι’ αυτό υπάρχει αυτό το φαινόμενο σήμερα, φεύγουμε εμείς από την Αθήνα και πάμε και δίνουμε συναυλίες στην επαρχία. Τρελά πράγματα! Παλιά οι άνθρωποι είχαν τα πανηγύρια τους, τους μουσικούς τους, κάνανε τους γάμους τους, τα γλέντια τους και περιμένανε όλο το χρόνο να ’ρθει η μέρα του πανηγυριού του χωριού για να βάλουνε τα καλά τους, για να χορέψουνε. Ε, τώρα αυτά τα πράγματα δεν υπάρχουνε. Τα πανηγύρια ίσως γίνονται ακόμα, αλλά ποιοι πάνε εκεί; Φεύγουν από δω πάλι οι μουσικοί, οι οποίοι ήρθαν από την επαρχία, εγκατασταθήκανε στην Αθήνα και φεύγουν τώρα από την Αθήνα και πάνε στην επαρχία να παίξουν και να παίξουν τι; Παίζουνε τα παλιά τα καλά τα τραγούδια παραποιημένα όμως ή παίζουν αυτά τα ψευτοδημοτικά, το Τιπι τιπι τάει και το Παντρεμένοι κι οι δυο και Το μωρό το μωρότο μωρό. Αυτό είναι ένα φαινόμενο σημερινό, δηλαδή αν δεν ήτανε αυτή η κατάσταση, ίσως δεν θα χρειαζότανε να είμαστε κι εμείς που κάνουμε συλλογή τραγουδιών ή που πηγαίνουμε και τραγουδάμε.
Δηλαδή εγώ αν ζούσα σε μια άλλη εποχή, παλιά, και ήμουνα στο χωριό της μάνας μου στη Μικρά Ασία, επειδή μου αρέσει το τραγούδι ίσως θα τραγουδούσα στο χωριό, αλλά έτσι όπως τραγουδάνε όλοι μαζί στους γάμους, ας πούμε. Δεν θα χρειαζότανε να πάω με το συγκρότημά μου να δώσω συναυλίες. Αυτοί οι οργανοπαίκτες οι λαϊκοί που έχουμε σήμερα, οι ίδιοι χαλάνε το δημοτικό τραγούδι και πάνε στην επαρχία κι έχουνε αντικαταστήσει το νταούλι, το τουμπελέκι και το ντέφι με συνθεσάιζερ και ντραμς γιατί είναι, λέει, καλύτερα, το «φτιάχνουν» το δημοτικό τραγούδι, ήτανε χαλασμένο πριν και τώρα αυτοί το φτιάχνουν, αυτοί λοιπόν εκτός ότι κάνουν κακό στα πανηγύρια κάνουν κακό και στα μαγαζιά που παίζουν στις μεγάλες πόλεις. Πάει κανείς εδώ στην Ομόνοια που υπάρχουν διάφορα μαγαζιά και τι να πάει ν’ ακούσει, τις ίδιες σαχλαμάρες που ακούει και στα πανηγύρια.
Από πολλά χρόνια έχω πει ότι θα έπρεπε το κράτος να αναλάβει τη φροντίδα για τη διατήρηση του δημοτικού τραγουδιού και υπάρχουνε βέβαια πολλοί τρόποι. Ένας τρόπος είναι να μαθαίνουν τα παιδάκια από το νηπιαγωγείο δημοτικό τραγούδι, αφού δεν έχουν την ευκαιρία ν’ ακούσουν, πού να τ’ ακούσουν; Μέσα στην πολυκατοικία που μένουν; Δεν ζουν πια στο χωριό για ν’ ακούν απ’ τη γιαγιά, από τη θεία, από τον γείτονα, απ’ τον παππού. Οι εκπομπές που γίνονται στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση είναι πάρα πολύ λίγες. Ένας τρόπος λοιπόν ν’ ακούσει το παιδάκι, να μάθει δημοτικό τραγούδι, είναι το νηπιαγωγείο.
Άλλος τρόπος είναι βεβαίως να πυκνώσουν οι εκπομπές στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο, εκεί που ακούμε συνεχώς ξενόφερτη μουσική, αμερικάνικη, γαλλική, ιταλική, ας μπουν περισσότερες εκπομπές με ελληνικό τραγούδι. Και δεν είναι ανάγκη δημοτικό στο κάτω κάτω. Ας είναι άλλο είδος, αλλά ελληνικό τραγούδι. Έχει κανείς την αίσθηση όταν ανοίγει να ακούσει ραδιόφωνο ότι βρίσκεται σε ξένο μέρος, σαν να είμαστε αμερικάνικη παροικία. Άλλος τρόπος βέβαια είναι να ανοίξει ορισμένες σχολές για να μάθουνε οι νέοι μουσικά λαϊκά όργανα ή να βοηθήσει ιδιωτικές προσπάθειες. Ας πούμε, βλέπω ότι στην Κρήτη υπάρχει ο Μουντάκης που έχει ανοίξει κάποια ωδεία και μαθαίνει στα παιδάκια λύρα κρητική. Γιατί να μην γίνεται κι εδώ ή σε άλλα μέρη της Ελλάδας.
Μέχρι τώρα έχω δουλέψει πάρα πολύ πάνω στο δημοτικό τραγούδι, θα έλεγα ότι ίσως είναι έργο ζωής γιατί είμαι πια πενήντα εφτά χρονών. Παρόλα αυτά, όσο αντέχω και όσο μου επιτρέπουν οι δυνάμεις μου, θέλω ακόμα να δουλέψω πάνω στο δημοτικό τραγούδι, όταν έχω χρόνο να κάνω πάλι συλλογή, να πάω να μαζέψω υλικό και ο σκοπός μου είναι να βγάλω δίσκους γιατί οι δίσκοι μένουν. Μια μέρα θα φύγω εγώ, θα φύγουν οι συνεργάτες μου αλλά οι δίσκοι μένουν. Και αν μου δοθεί ευκαιρία να κάνω ακόμα μερικές εκπομπές στην τηλεόραση, που κι αυτές οι εκπομπές μένουν, και κάποια μέρα οι νέοι θα βλέπουν και θα ακούν και θα λένε, «να, έτσι ήταν κάποτε». Οι νέοι πρέπει να γνωρίσουνε, να αγαπήσουνε, να τραγουδήσουνε ακόμα το δημοτικό τραγούδι στη μορφή που έφτασε σε μας από την παράδοση και τότε νομίζω ότι θα μπορέσουνε να καταλάβουνε τον πολιτισμό, την πνευματική αξία και την ηθική υπόσταση των ανθρώπων που το δημιούργησαν. Εγώ νομίζω ότι το πιο σπουδαίο πράγμα στο δημοτικό τραγούδι είναι αυτό το μάθημα ήθους που μας δίνει. Δηλαδή το δημοτικό τραγούδι μας μαθαίνει ότι τα τραγούδια γράφονται για να εκφραζόμαστε κι όχι για να κάνουμε επιτυχία, όχι δηλαδή να κάνουμε σουξέ.
Εγώ ό,τι έκανα το έκανα για τα νέα παιδιά και για να μη χαθεί το τραγούδι μας. Προσπάθησα και με τις συναυλίες και με τις εκπομπές και με τους δίσκους να τους δείξω αυτό τον μεγάλο θησαυρό που λέγεται δημοτικό τραγούδι. Η καλύτερη μου στιγμή ήταν το καλοκαίρι στο Womad που είχα δέκα χιλιάδες νέα παιδιά να με ακούν. Αυτή είναι η καλύτερη ανταμοιβή μου. Δεν μπορώ να πω πως το τραγούδι ήταν το όνειρό μου. Τα πράγματα γίνανε μόνα τους. Ό,τι έκανα το έκανα από τρομερή αγάπη, έρωτα γι’ αυτή τη μουσική. Μπορώ να μπω στη θέση αυτών των άμοιρων παιδιών που μπαίνουν στα ναρκωτικά για να βρουν λίγη χαρά, λίγη ευτυχία. Όταν εγώ που δεν έχω πάρει ποτέ μου τέτοιες ουσίες τραγουδώ ή ακούω άλλους να τραγουδούν, λέω ότι κάπως έτσι πρέπει να αισθάνονται τα παιδιά που παίρνουν ναρκωτικά."

Και ένα μουσικό οδοιπορικό στην Ήπειρο από την ομώνυμη εκπομπή της Δόμνας Σαμίου στην ΕΡΤ το 1977

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2015

Κλεονίκη Τζοανάκη, μια αυθεντική μικρασιάτικη φωνή


 Η Κλεονίκη Τζοανάκη, το γένος Κουρεπίνη, γεννήθηκε την Πρωτοχρονιά του 1915 στη Χίο, κατά τη διάρκεια του Πρώτου Διωγμού και το 1919 επέστρεψε στην πατρώα γη, στα Αλάτσατα.
Η αγροτική οικογένεια της Κλεονίκης ζούσε κατά διαστήματα και στον ελληνικό οικισμό Τσικούρια, ανατολικά των Αλατσάτων, όπου είχε χτήματα κι αμπέλια. Στις μέρες της Καταστροφής του ‘22, η οικογένεια γλίτωσε με την ψυχή στο στόμα στη Χίο, ενώ ο μικρότερος γιος, ο δεκαεξαετής Γιώργος Κουρεπίνης, συνελήφθη και χάθηκε στην Ανατολή αιχμάλωτος των Τούρκων. Μάταια τον αναζήτησε η Κλεονίκη, κάνοντας πολλά ταξίδια ως τα βάθη της Μικράς Ασίας, κυρίως μετά το 1972.
Η οικογένειά της εγκαταστάθηκε αρχικά στην Κηφισιά, μαζί με πολλούς άλλους Ερυθραιώτες πρόσφυγες και ζούσαν σε σχολεία, αποθήκες και παράγκες, νοσταλγώντας πάντα τη μικρασιατική πατρίδα. Το Κλεονικάκι τραγουδούσε συχνά τούτα τα στιχάκια για την προσφυγιά:

Από μικρή στην Κηφισιά, μέσα στα περιβόλια,
πολύ μακριά απ’ τ’ Αλάτσατα, μαύρα μου φαίνουντ’ όλα.

Τση τύχης μου ήτανε γραφτό κι αυτό να το περάσω,
στ’ Αλάτσατα να γεννηθώ, στα ξένα να γεράσω.


Το 1925 ιδρύθηκε ο προσφυγικός συνοικισμός της Νέας Ερυθραίας κι από τότε η Κλεονίκη εγκαταστάθηκε για πάντα εδώ. Παντρεύτηκε το 1936 τον Γιώργη Τζοανάκη από το Λυθρί (αρχαίες Ερυθρές) της Ερυθραίας κι απόκτησαν τέσσερις γιους, τον Αντρέα, το Δημήτρη, το Μανούκα και το Γιαννακό.

 Η Κλεονίκη, σαν άξιο γέννημα της ερυθραιώτικης Ρωμιοσύνης, δεν έβγαλε ούτε στιγμή από το νου της την Πατρίδα, όπως όλοι οι άνθρωποι της γενιάς της. Από μικρό κορίτσι έμαθε να τραγουδά, να χορεύει και να παίζει στο τουμπελέκι της τους σκοπούς της μικρασιατικής γης. Η μάνα της Λουλουδιά Κουρεπίνη κι η θειά της Χαρικλείτσα Κουνέλα, καθώς και πολλές άλλες συγγενείς, γειτόνισσες και φίλες, της μετέδωσαν όλο τον μουσικοχορευτικό πλούτο της Ερυθραίας.

 Η Κλεονίκη ήταν πάντα το κέντρο της παρέας στα γλέντια των Ερυθραιωτών. Με το τουμπελέκι και τα τραγούδια της φούντωνε τους καημούς και τα μεράκια των προσφύγων και συντηρούσε δραστικά τη μνήμη της Πατρίδας. Με τα παμπάλαια αλατσατιανά τραγούδια έζησε όλη του τη ζωή το Κλεονικό μας. Σαν αρπούσε το ντουμπελέκι της κι αρκίναε να τραγουδά, αντιλαλούσε η Ερυθραία από τους χαβάδες της Μικρασίας κι από τη μοναδική, την υπέροχη φωνή της, που μάγευε κόσμο και ντουνιά. Λες κι είναι τώρα δα, μες στα μάτια μας, που το Κλεονικάκι ηχόρευγε με τρόπο μοναδικό κι ανεπανάληπτο τη Γιωργίτσα, που ηπαίνευγε τα νιόνυφα με τα στιχάκια τσης, που ηκογιόναρε τραγουδώντας για τσι κουδουνάτοι, που ‘γκώμιαζε του Χριστού τα πάθη, που ητραγούδαε τσι χαρές, την αγάπη, τσι λαχτάρες και τα πάθια της Ερυθραίας, τσι καημοί και τα μεράκια της Μικρασίας.
 Ερευνώντας στις γειτονιές των προσφύγων, την ανακάλυψε η Δόμνα Σαμίου, γύρω στο 1976 κι από τότε η Κλεονίκη γνώρισε δόξα μεγάλη κ’ ηγένηκε φουμισμένη. Η Δόμνα έμαθε πολλά τραγούδια από την Κλεονίκη. Την παρουσίαζε συχνά στις μουσικές εκπομπές της στην Ελληνική Ραδιοφωνία και την ηχογράφησε στους δίσκους της Μικρασιάτικα Τραγούδια 1 και 2. Στο σπίτι της Κλεονίκης γυρίστηκε ένα τμήμα της αρχειακής πλέον τηλεοπτικής σειράς «Μουσικό Οδοιπορικό» με χορούς και τραγούδια της Ερυθραίας και κυρίως των Αλατσάτων, που επιμελήθηκε και πάλι η Δόμνα. Από τότε η Κλεονίκη συμμετείχε συχνά, άλλοτε με τη Δόμνα κι άλλοτε μόνη της, σε αμέτρητες συναυλίες και χορευτικές εκδηλώσεις μικρασιατικών συλλόγων (κυρίως του Συλλόγου Αλατσατιανών), δήμων κ.ά. φορέων στην Αττική κι αλλού, με αποκορύφωμα τις εμφανίσεις της στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, στην Πολιτιστική Εταιρία «Πανόραμα», στο κινηματοθέατρο Παλλάς (6 Μαρτίου 1992, Μέρες Μουσικής), στο Μουσείο Λαϊκών Οργάνων (1993-1994), στο Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα (Ναύπλιο 1995) και στο Ηρώδειο (Φεστιβάλ Αθηνών, Μουσικές στις άκρες του Ελληνισμού, 19-20 Σεπτ. 1995), πλάι στα «ιερά τέρατα» της δημοτικής μουσικής Δ. Σαμίου και Χρ. Αηδονίδη, όπου οι θεατές την αποθέωσαν μόλις τραγούδησε την Αλατσατιανή.

 Το 1977 οργανώθηκε στο Γυμνάσιο της Ν. Ερυθραίας μια αναπαράσταση ερυθραιώτικου γάμου, στον οποίο βέβαια η Κλεονίκη πρωτοστατούσε με τα τραγούδια, το χορό και το τουμπελέκι της. Αυτή η αναβίωση του γάμου ίσως είναι από τις πρώτες του είδους σε πανελλήνια κλίμακα, γιατί μέχρι τότε ήταν ελάχιστοι αυτοί που ασχολούνταν με το μικρασιάτικο δημοτικό τραγούδι, με μουσικοχορευτικές παραστάσεις κλπ. Περιττό να πούμε ότι η Κλεονίκη ήταν εξ αρχής η ψυχή της γιορτής «Αλλοτινές Πατρίδες» που οργανώνει από κάθε χρόνο από το 1978 ο Δήμος Ν. Ερυθραίας, καθώς και όλων των παρομοίων εκδηλώσεων στην περιοχή. Και ποιος Νεοερυθραιώτης δεν έχει συγκινηθεί, βλέποντάς την, ντυμένη με αλατσατιανά μισοφούστανα φερμένα απ’ την Πατρίδα, να τραγουδά, να παίζει και να χορεύει, πότε με τον άντρα της, το μπάρμπα-Γιώργη, και πότε με παλιούς και νεότερους Ερυθραιώτες, τον Άτταρη, το μπάλλο (σημ. Αλατσατιανός μπάλος), τη Γιωργίτσα και τον καρσιλαμά!

 Αυτοί οι δυο άνθρωποι στήριξαν και τον Χορευτικό Όμιλο του Πνευματικού Κέντρου Ν. Ερυθραίας από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής του, το 1980. Τραγούδησαν και χόρεψαν με τον Όμιλο για περισσότερα από 10 χρόνια κι έγιναν οι γνήσιοι δάσκαλοι των ερυθραιώτικων χορών και οι εμπνευστές των νέων χορευτών. Σ’ αυτούς – και ιδιαιτέρως στην Κλεονίκη – ο Χορευτικός Όμιλος οφείλει ίσως την ύπαρξή του, γιατί του μετέδωσαν όλη τη γνώση, το μεράκι, το κέφι, τη λατρεία και την αγάπη τους για την ερυθραιώτικη μουσικοχορευτική κι ενδυματολογική παράδοση. Χωρίς το ζεύγος Τζοανάκη κι ορισμένους άλλους ανθρώπους – το Σταύρο Σφαντό, τη Μαρία Τζοανάκη, τη Βάσω Γεώργαντζη, το Νικολή Μαπάκη, τη Στέλλα Φαρατζή, τη Στάσα τη Μούσαινα κ.ά. – δεν θα ξέραμε τους ερυθραιώτικους χορούς και σίγουρα θα ήμασταν πολιτισμικά φτωχότεροι στη Ν. Ερυθραία.

 Από το 1980 το σπίτι της Κλεονίκης έγινε στέκι περίφημων κι εκλεκτών Μικρασιατών μουσικών. Εκτός από τη Δόμνα, ο γλυκύτατος βιολιτζής Στέφανος Βαρτάνης, ο κορυφαίοςΝίκος Στεφανίδης με το κανονάκι του, ο σπουδαίος λαουτιέρης Μαθιός Βεντούρης, ο χρυσοδάχτυλος Μαθιός Μπαλαμπάνης με το τουμπελέκι, ο μερακλής Αντώνης Αναγνώστου με το ούτι και κοντά τους νεότεροι τραγουδιστές κι οργανοπαίκτες (όπως η Γιώτα Βέη, ο Αντρέας Παπάς κι άλλοι) έρχονταν στης Κλεονίκης να παίξουν, να τραγουδήσουν και να διασκεδάσουν, να χορέψουν, να κάνουν παρέα και να γλεντήσουν, συνοδεύοντας πάντα την Κλεονίκη με τη γλυκιά μελωδική φωνή και το αμίμητο χορευτικό ύφος.

Πόσοι και πόσοι δεν πέρασαν από κείνο το γλεντζέδικο και ξένοιαστο σπίτι! Μουσικοί, δημοσιογράφοι, φοιτητές, ιερωμένοι, ερευνητές, σκηνοθέτες, δάσκαλοι, όλοι λάτρεις της Μικρασίας που ήθελαν να τους τραγουδήσει και να μάθουν από το Κλεονικό όσα περισσότερα για τη μικρή Μεγάλη Πατρίδα της. Κι εκείνη τους δεχόταν πρόθυμα κι ακούραστα, χωρίς ποτέ να γίνει ντίβα και σταρ.

Το 1991, με έρευνα κι επιμέλεια του γράφοντος, το Λύκειο των Ελληνίδων Αθηνών κυκλοφόρησε το δίσκο Χοροί και τραγούδια από τα Αλάτσατα και την Ερυθραία της Μ. Ασίας, στον οποίο η Κλεονίκη τραγουδά 9 από τα 13 τραγούδια του. Την επόμενη  χρονιά κυκλοφορεί ο δίσκος Τραγούδια στις άκρες του Ελληνισμού, σε επιμέλεια του Λάμπρου Λιάβα, με 4 ηχογραφήσεις της Κλεονίκης από τη συναυλία στο Παλλάς. Το 1994 ακολούθησε νέος διπλός δίσκος του Λυκείου Ελληνίδων – συμπλήρωμα του πρώτου – με 30 χορούς και τραγούδια από τη Σμύρνη και την Ερυθραία, όπου και πάλι η Κλεονίκη τραγουδά 10 από τα πιο χαρακτηριστικά τραγούδια.

Οι δίσκοι αυτοί, μαζί με εκείνους της Δόμνας που κυκλοφόρησαν στη δεκαετία του 1980, αποτελούν σήμερα πολύτιμη αρχειακή πηγή για το μικρασιάτικο και μάλιστα το ερυθραιώτικο τραγούδι. Όλοι οι νεότεροι μουσικοί, τραγουδιστές και χορωδίες πολλών μικρασιατικών συλλόγων εκεί ανατρέχουν, για να αποδώσουν σε μεταγενέστερες εκτελέσεις τα τραγούδια της Ερυθραίας (π.χ. Γαϊτάνος, Θαλασσινός, Μαριώ, Γ. Τζώρτζης κ.ά.). Χάρη σ’ αυτούς τους δίσκους με τη μοναδική ερμηνεία της Κλεονίκης, αλλά και άλλων Ερυθραιωτών, έγιναν σχεδόν πανελλήνιες επιτυχίες τα τραγούδια Αλατσατιανή, Γιωργίτσα, Γιαλό γιαλό (σημ. γνωστό και ως Γιατζηλαριανή), Λαλεδάκια κ.ά., που τραγουδιούνται κατά κόρον από διάφορους σε συναυλίες δημοτικής μουσικής, ακόμη και σε ρεμπετάδικα. Τα τραγούδια με τη φωνή της Κλεονίκης χρησιμοποιήθηκαν επίσης και σε θεατρικές παραστάσεις με μικρασιάτικο θέμα, όπως ο Κοινός Λόγος της Έλλης Παπαδημητρίου και η περίφημη Αγγέλα Παπάζογλου, με επιμέλεια του Λάμπρου Λιάβα.
 Τα τραγούδια κι η φωνή της δεν λείπουν μέχρι σήμερα από καμιά εκπομπή δημοτικής μουσικής κρατικών, εκκλησιαστικών ή ιδιωτικών ραδιοφωνικών σταθμών σε όλη την Ελλάδα, την Κύπρο και το εξωτερικό και τα χρησιμοποιούν αμέτρητοι χορευτικοί όμιλοι σε πρόβες και παραστάσεις.
 
Μα έχει ο καιρός γυρίσματα. Φαίνεται πως την Κλεονίκη τήνε ζήλεψε ο Χάρος κι αποφάσισε να τη χτυπήσει αλύπητα. Το 1996 πεθαίνει ο μικρότερος γιος της Γιαννακός και μέσα στα επόμενα δυόμισι χρόνια τον ακολουθούν άλλοι δυο, ο Μανούκας κι ο καπετάν-Αντρέας. Τ’ αηδόνι τ’ Αλατσάτου ρημάχτηκε. Ζώντας μια ολόκληρη ζωή με το τραγούδι και γνωρίζοντας απ’ αυτό τέτοια φήμη, όση ίσως κανένας απλός άνθρωπος του καιρού μας, η κερά-Κλεονίκη πέρασε τα τελευταία 9 χρόνια της ζωής της μέσα σε ανείπωτο πόνο για το χαμό των γιων της. Επιπλέον η σταδιακή απώλεια της όρασης την καθήλωσε για πάντα στο κρεβάτι, προς επιβεβαίωση, γι’ άλλη μια φορά, του σολώνειου ρητού «Μηδένα προ του τέλους μακάριζε».

Η Νέα Ερυθραία κήδεψε τραγουδιστή τη διάσημη Ερυθραιώτισσα στις 16 Μαΐου 2005, έτσι όπως της έπρεπε. Πάνω από το λείψανο της Κλεονίκης η Δόμνα Σαμίου, οι γυναίκες του Χορευτικού Ομίλου κι όλοι οι Ερυθραιώτες, υπό τους ήχους του τουμπελεκιού που έπαιζε ο Παντελής Πολιτάκης, της τραγουδήσαμε για ύστατη φορά πολύ συγκινημένοι τηνΑλατσατιανή.

Τι να την κάνω τη ζωή, αν είναι κι άλλη τόση,
αφού υπάρχει θάνατος και το κορμί θα λιώσει.


Τώρα πια το Κλεονικάκι μας δε θα ξαναπιάσει το ντουμπελέκι και το τραγούδι ντου ούτε θε’ να μας νεστορήσει κείνα τα ξένοιαστα παιδικάτα στην Ανατολή, ανεκατωμένα με τα πικρά φαρμάκια τση προσφυγιάς. Η γλυκύτερη φωνή τ’ Αλατσάτου ησώπασε πια. Βουβαμός! Τ’ αηδονάκι μας ηπέταξε γι’ αλλού. Ήμπε στου Χάρου το καράβι κ’ ήφυε για κείνα τα νερά, για τον καλλιότερο τόπο: πάει στα δικά ντου Αλάτσατα, σε κείνα τση παράδεισος!
Όμως το Κλεονικό μας του την ήσκασε του Χάρου! Ήκλεισε τη φωνή της σε δίσκους και μας την άφηκε για πάντα εδώ, σαν αιώνιο δώρο και πολύτιμη κληρονομιά, για ν’ αποτελεί το σπουδαιότερο κεφάλαιο πολιτισμού στην πόλη μας, για να μας συντροφεύει στις χαρές και στα ντέρτια μας, για να μας οδηγεί στα μυστικά μονοπάτια που μας ενώνουν με τη μικρασιατική γη.

 Το άρθρο δημοσιεύτηκε αντί νεκρολογίας, από τον φιλόλογο – ερευνητή και προσωπικό φίλο της Κλεονίκης Τζοανάκη, Θοδωρή Κοντάρα στην εφημερίδα Η Νέα Ερυθραία, 21 Μαΐου 2005.
Το δανείστηκα από εδώ 

 
 
 









Τετάρτη 14 Μαρτίου 2012

Κοιμήσου αστρί, κοιμήσου αυγή, κοιμήσου νιο φεγγάρι, κοιμήσου, που να σε χαρεί ο νιος που θα σε πάρει..

Τα νανουρίσματα είναι από τα πιο τρυφερά τραγούδια. Συνδεμένα με τη βρεφική και νηπιακή ηλικία.  Η μάνα ταχταρίζοντας το μωρό της τραγουδά  ένα νανούρισμα  στην προσπάθειά της να το ηρεμήσει και να το κοιμήσει  οδηγώντας το σε τόπους γαλήνιους και ευτυχισμένους. Βαθιά μέσα μας υπάρχει η ανάμνηση  του τραγουδιού συνδεμένη με τη φωνή , τη μυρωδιά και  το αγκάλιασμα της μάνας μας.

           Να μου το πάρεις, ύπνε μου, τρεις βίγλες θα σου βάλω,
           τρεις βίγλες, τρεις βιγλάτορες κι οι τρεις αντρειωμένοι.
           Βάζω τον ήλιο στα βουνά και τον αϊτό στους κάμπους,
           τον κυρ Βοριά το δροσερόν ανάμεσα πελάγου.
           Ο ήλιος εβασίλεψε κι ο αϊτός αποκοιμήθη
           κι ο κυρ Βοριάς ο δροσερός στη μάνα του πηγαίνει:
             «Γιε μου, και πού ’σουν χτες προχτές, πού ’σουν την άλλη νύχτα;
           Μήνα με τ’ άστρα μάλωνες, μήνα με το φεγγάρι;
           Μήνα με τον αυγερινό, που ’μαστε αγαπημένοι;»
          «Μήτε με τ’ άστρα μάλωνα μήτε με το φεγγάρι
           μήτε με τον αυγερινό, οπού ’στε αγαπημένοι.
           Χρυσόν υγιόν εβίγλιζα στην αργυρή του κούνια».

Τραγούδια  πλούσια σε  υπερφυσικά στοιχεία , ονειρικές καταστάσεις, ονόματα παρμένα από τον ουρανό , τη θάλασσα, αναφορές σε χώρες μυθικές , παραμυθένιες, πλημμυρισμένα φανταστικές εικόνες , αρχοντόπουλα, ρήγες, βασιλόπουλα και βασιλοπούλες , διαμάντια, ασήμια , χρυσάφια και μαργαριτάρια

                Κοιμήσου αστρί, κοιμήσου αυγή, κοιμήσου νιο φεγγάρι,
                κοιμήσου, που να σε χαρεί ο νιος που θα σε πάρει.
                Κοιμήσου, που παράγγειλα στην Πόλη τα χρυσά σου,
                στη Βενετιά τα ρούχα σου και τα διαμαντικά σου.
                Κοιμήσου, που σου ράβουνε το πάπλωμα στην Πόλη
                και που σου το τελειώνουνε σαράντα δυο μαστόροι.
               Στη μέση βάνουν τον αϊτό, στην άκρη το παγόνι,
                νάνι του ρήγα το παιδί, του βασιλιά τ’ αγγόνι.
                 Κοιμήσου και παράγγειλα παπούτσια στον τσαγκάρη,
              να σου τα κάνει κόκκινα με το μαργαριτάρι.
           Κοιμήσου μες στην κούνια σου και στα παχιά πανιά σου,
                         κι η Παναγιά η Δέσποινα να είναι συντροφιά σου.




Τα νανουρίσματα δεν ανήκουν όλα στην κατηγορία των δημοτικών τραγουδιών. Σε μεταγενέστερες εποχές πολλοί δημιουργοί εμπνεύστηκαν από τη δημοτική παράδοση και  έφτιαξαν τα δικά τους . Τρυφερά, λυρικά, ευαίσθητα .

 Κοιμήσου αγγελούδι μου παιδί μου νάνι νάνι 
Να μεγαλώσεις γρήγορα σαν τ' αψηλό πλατάνι 
Να γίνεις άντρας στο κορμί και στο μυαλό
 Και να 'σαι πάντα μεσ' το δρόμο τον καλό
 Κοιμήσου αγγελούδι μου γλυκά με το τραγούδι μου
 Κοιμήσου περιστέρι μου να γίνεις σαν ατσάλι
 Να γίνει κι η καρδούλα σου σαν του Χριστού μεγάλη
 Για να μην πεις μεσ' τη ζωή σου δεν μπορώ 
κι αν πρέπει ακόμα να σηκώσεις και σταυρό
(Στίχοι: Κώστας Βίρβος)





Κοιμήσου φεγγαρένια μου, στης θάλασσας το κύμα
κι αν σ'αγαπώ, χωρίς σκοπό δε στο'πα, κι είναι κρίμα
Κοιμήσου φεγγαρένια μου, και μες στα όνειρά σου
να'χεις τον ήλιο οδηγό και τ'άστρα συντροφιά σου

-Διαμαντικά, χρυσαφικά στα πόδια σου κυρά μου
του κόσμου όλα τα καλά, τα ρίχνω μέσα στην ποδιά
Διαμαντικά, χρυσαφικά την Πούλια δαχτυλίδι
σου τάζω, για να μ'αγαπάς, να μ'έχεις για στολίδι...

Μωρό μου, σ'αποκοίμησα με χίλια καρδιοχτύπια
το ρόδο θρέφει η Ανοιξη, τον έρωτα η αγρύπνια
κι απά' στο μαξιλάρι σου έριξα την καρδιά μου
νανούρισμα οι ανάσες μου, δρόμος τα μυστικά μου..
( Στίχοι: Μαρία Στρίγγου
Μουσική: Μιχάλης Νικολούδης
Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Χαρούλης)

   Έλα ύπνε, πάρ'το
σε μετάξι επάνω βάλ'το
σιγά

Κι από μέλι γάλα
νά 'ν' του ονείρου του η σκάλα
πλατιά

Βλέφαρό μου σκαλιστό
αχ! τυχερό μου
μη χαράζεις άστρο της αυγής
μη μου τρομάζεις
( Νίκος Κυπουργός ~ Τα Μυστικά του Κήπου
Τραγούδι:Χρόνης Αηδονίδης
Στίχοι:Λίνα Νικολακοπούλου)



                  Ευχαριστώ τον Ανώνυμο/η κ.κ για το δώρο του