Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σόνια Ιλίνσκαγια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σόνια Ιλίνσκαγια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 29 Απριλίου 2021

Κ.Π. Καβάφης και...Ρεμβασμοί στο σκοτάδι.

 

29 Απριλίου 1863 ήρθε στη ζωή ο Κ.Π. Καβάφης και  29 Απριλίου 1933 την εγκατέλειψε. 
Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος έγραψε  το διήγημα  " Ρεμβασμοί στο σκοτάδι" το 1965 , πολιτικός πρόσφυγας, στη Μόσχα. 
Η Σόνια Ιλίνσκαγια - Αλεξανδροπούλου  έκανε γνωστό τον Κ. Π.Καβάφη και το έργο του στο ρώσικο αναγνωστικό κοινό. Γράφει στο βιβλίο της " Ο Κ.Π. Καβάφης και η ρωσική ποίηση του "Αργυρού αιώνα" :
"...το 1965, η ¨Σατραπεία" του Καβάφη δημοσιεύτηκε στη Μόσχα μέσα σε ένα διήγημα του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου " Ρεμβασμοί στο σκοτάδι". Ήταν η πρώτη μεταφραστική επικοινωνία μου με τον Καβάφη και αποδείχτηκε ιδιαίτερα καθοριστική. Καθοριστικό υπήρξε το κύριο κλειδί πρόσβασης στον Καβάφη, όπως υποβάλλεται στο διήγημα. Η πεποίθησή μου, την οποία ανέπτυξα πολύ αργότερα, ότι στην πρώτη μεταπολεμική γενιά έπεσε ο κλήρος μιας πολύ προσωπικής, ανανεωμένης ανάγνωσης του Καβάφη, έχει τις ρίζες της σε κείνη την παλιά εμπειρία και πιστεύω πως αξίζει να την καταγράψω.
Μέσα στην παγερή νύχτα, στο σκληρό περιβάλλον ενός στρατώνα, στο βασίλειο της κυριολεκτικής  σατραπείας, ένας νεοσύλλεκτος φρουρός, διανοούμενος, βρίσκει ζεστασιά και ψυχικό στήριγμα απαγγέλλοντας, μέσα φωνή, της "Σατραπεία" του Καβάφη. Και το ποίημα αυτό, και το όνομά του Καβάφη θα λειτουργήσουν ως μυστικός κώδικας αναγνώρισης στην αναπάντεχη, όπως αυτή θα εξελιχθεί, συνάντηση και την κουβέντα με τον αξιωματικό Εφόδου. " Τον ύμνο όλων εμάς των ταλαιπωρημένων, τώρα καταλαβαίνω..., λέει ο αξιωματικός. Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι' άλλα κλαίει...". Σε λίγο ανάμεσά τους πάλι θα πέσει ο αδιαπέραστος " τοίχος του σκοταδιού και της παγωνιάς" δίπλα στη σκοπιά θα περάσει η περιπολία της Στρατιωτικής Αστυνομίας, αλλά εκείνη η ζεστή επικοινωνία των δύο εσωτερικά ανυπόταχτων πρόλαβε να συντελεστεί. Και σαν ένα όραμα μένει τελικά η ιδέα της όρθιας ανθρώπινης στάσης, έστω και διαποτισμένης με μεγάλη δόση στωικισμού.
Μ' αυτό το ουμανιστικό μήνυμα που η πρώτη μεταπολεμική γενιά διέκρινε στην ποίηση του Καβάφη σαν κάτι πολύ δικό της, βίωμα και δίδαγμα, συνδέθηκε σε ένα μεγάλο βαθμό και η δική μου πρώτη ανάγνωση του Καβάφη. Πιστεύω πως μια τέτοια γοητεία άσκησε και στους συμπατριώτες μου η δειγματοληπτική γνωριμία με τον Καβάφη το 1967 στις σελίδες του περιοδικού Ξένη Λογοτεχνία. Η εποχή, ως γνωστό, προσδιορίζει και την οπτική γωνία των διαβασμάτων..."

Ρεμβασμοί στο σκοτάδι
Ο παλιός σκοπός άναψε το τσιγάρο του, σφίχτηκε μες στη χλαίνη κι αποχαιρέτησε τον άλλο φαντάρο που ήρθε και τον άλλαξε:
- Μωρέ θα ξεπαγιάσεις, φιλόσοφε, του είπε. Θα κόψεις καρφιά με την ψυχή σου, αλλά τι να σου κάμω κι εγώ ο έρμος...Ένα σου λέω μόνο - προσαρμόσου! Γίνε κι εσύ άγριος, βλαστήμα, μούτζωνε και με τα πόδια, βρίζε τα πάντα - και θα ζεσταθείς λιγουλάκι...Λοιπόν, σε καληνύχτισα!
Κι αμολύθηκε κατά το θάλαμο σκυφτός και γρήγορος σα μίκυ - μάους.
Το κουβούκλιο της σκοπιάς είναι σανιδένιο, με τρύπια λαμαρίνα από πάνω. Ο αέρας το πιάνει από παντού. Το μέρος γουλί μπροστά, ούτε δέντρα ούτε σπίτια, ο αέρας άλλοτε φέρνει βροχή κι άλλοτε ψιλό χιόνι - και πάει όπου θέλει. Καβαλάει τις σκεπές των στρατώνων, βροντάει τα καζάνια στα μαγειρεία, τις λαμαρίνες, τα ξεκάρφωτα σανίδια στ' αποχωρητήρια. Αφήνει πίσω τις βρύσες να σφυράν κι έρχεται πετροβολώντας τη σκοπιά. Εκεί ακονίζει την κόψη του στις χαραματιές και πέφτει μέσα σαν τούρκος με γιαταγάνι από ψηλό τειχί. Οι φαντάροι τον αντιμετωπίζουν όρθιοι μες στην παλιοχλαίνη, αγουροξυπνημένοι, τρελοί για ζέστα και για ύπνο. Δίχως κι ένα τσιγάρο και δίχως και κουβέντα. Έτσι αμίλητοι κι ακούνητοι, παλικάρια είκοσι χρονών, όρθια κόκαλα μ' εφ' όπλου λόγχη.
Αυτός δε βλαστημούσε. Δεν είχε τίποτε με τους αγίους, κι αγνοούσε τους διαόλους και το ορδί τους. Κρύωνε, τον τάραζε το κρύο. Στις πατούσες έβγαλε χιονίστρες όπως κι άλλοι γιάννηδες, η επιδερμίδα του προσώπου και των χεριών ξερόσκαγε και με το κρύο έτσουζε. Κάτω από τα μαλλιαρά κοκαλιασμένα ρούχα, το σώμα ήταν μαλακό ακόμη, άψητο.
Αδιαφορούσε όμως και γι' αυτό. Του έφτανε ότι κάτω από το παγωμένο περίβλημα η ψυχή κρατιόταν ζεστή σα σπόρος στο χώμα. Ότι αυτός και μέσα σε τούτη δω την Αλάσκα διατηρούσε ήμερες και γελαστές σκέψεις. Τις άπλωνε κάθε νύχτα μεσ' από την κατεψυγμένη σκοπιά σα ν' άπλωνε γιοφύρια. Και περνούσε πέρα αλαφρύς σαν πουλί κι αθόρυβος σα ρεμβασμός.
Κανείς δεν είχε πάρει είδηση ότι έκανε τέτοια πράγματα.
Γύρω ήταν νέκρα, δε βλογούσε ψυχή, ούτε κανένα μάτι έβλεπε. Μόνο ο αέρας. Αλλά ο αέρας δεν είχε κίνδυνο. Επικίνδυνοι ήταν οι άντρες της Στρατιωτικής Αστυνομίας ή ο αξιωματικός της Εφόδου, αν θα πλάκωνε κι αυτός σε μια στιγμή αθόρυβος κι απαρατήρητος.
Το κρύο κι ο αέρας ας κάναν λοιπόν τη δουλειά τους, αυτόν δεν τον εμπόδιζαν.
...Ο παλιός σκοπός είχε χωθεί πια στο θάλαμο, ίσως και στο σκέπασμά του. Στο προαύλιο δεν ήταν κανείς, αριστερά κανείς, δεξιά επίσης. Ενώ μπροστά απλωνόταν αυτή η κρύα και σκοτεινή ερημιά, κι ο στρατιώτης δίνοντας μια με το μαγικό ραβδί τη μεταμόρφωσε αμέσως σε πλήθη ακροατές έτοιμους να τον ακούσουν.
Χτύπησε  κάτω μαλακά τον υποκόπανο και προειδοποίησε να γίνει ησυχία.
Αυτοί που ήταν εμπρός έπαψαν και του αφοσιώθηκαν. " Σςςς! Σιωπή!" είπαν και στους άλλους.
Βγήκε λιγάκι , έτσι συμβολικά, μια πιθαμή μόλις πιο εμπρός κι ανάγγειλε:
- Η Σατραπεία!
Περίμενε να καταλαγιάσουν οι φωνές και να υψωθεί το ενδιαφέρον. Και στάθμισε καλά τη φωνή του κι άρχισε:
Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα
ενθάρρυνσι κ’ επιτυχία να σε αρνείται·
να σ’ εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες,
και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.
Παύση - αναπνοή. Προσπάθησε και να βολιδοσκοπήσει την εντύπωση από την έκφραση των ακροατών.
Ε, διάφοροι άνθρωποι τον άκουαν!
Ήταν πολλοί που δεν είχαν αντιληφθεί την ουσία, τα παίρνουν όλα τοις μετρητοίς. Τον παρακολουθούσαν μ' ένα ύφος που έδειχνε ότι τον συμπαθούν, αφού έχει ατυχίες στη ζωή, αλλά μια φορά η υπόθεση αυτή τους ίδιους δεν τους αφορά. Άλλοι, αντίθετα, τον ατένιζαν μυημένα - τα βλέμματά τους δέθηκαν μάνι μάνι με το δικό του βλέμμα και συγκοινωνούσαν σα φλέβες όπου μέσα τους ρέει το ίδιο αίμα. Αυτά τα βλέμματα τον ηλέκτριζαν, του έδιναν έμπνευση. Και παρ' όλο που δεν είχε χαρακτήρα ηρωικό, ένιωσε ξαφνικά μια περηφάνεια κάνοντας τη σκέψη ότι αυτή τη στιγμή φτιάχνει κάτι για λογαριασμό άλλων .
Ανάσανε καλά κι είπε να συνεχίσει.
Τότε μες στο πλήθος πήρε είδηση και τους άλλους . Αυτοί τον κοιτούσαν αλλιώς - κάτι παράξενα βλέμματα, πολύ περίεργες φάτσες...
Ήταν οι άνθρωποι των στρατώνων! Έστεκαν σχετικά σιμά, λιγάκι στην άκρη. Μόλο που η απόσταση ήταν λιγοστή, δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα στα πρόσωπά τους . Καμία έκφραση, καμία απήχηση! Ακούνητοι όλοι σα μάσκες της μεταθανάτιας ζωής, σιωπηλοί, ψυχρότατοι. Μα βέβαια, τώρα έκανε την ανακάλυψη - αποκεί ερχόταν το κρύο! Από αυτά τα χιονισμένα μάτια, από αυτά τα επιτύμβια γλυπτά που παριστάνουν πρόσωπα...
Τα κεφάλια των στρατιωτικών ήταν σε τάξη πυραμίδας , με στρωμένη ιεραρχία όπως παντού στις σατραπείες. Απάνου ένα και μοναδικό ξέπεχε το κεφάλι του αρχισατράπη - κι αποκεί φυσούσε τον περίδρομο! Εκεί ήταν ο κρατήρας, αποκεί ροβολούσε κάτω όλη αυτή η λάβα του ψύχους και της σιωπής. Ε, αλίμονο, φίλοι - τι ωφελούν τα λόγια, τι να σου κάνουν τα ποιήματα!
Τον πήρε η απελπισία κι είπε να  κάνει κράτει στην ποίηση. Αλλά στράφηκε και είδε ότι οι άλλοι ακροατές , εκείνοι οι καημένοι οι ομόκαπνοι προπαντός , περίμεναν κι αδημονούσαν: " Μα τι κάνεις; έλεγαν με τα βλέμματά τους. Γιατί σώπασες;" - " Κοίταξε πόσοι είμαστε εδώ και σ' ακούμε, εμπρός!"
Ο στρατιώτης έγινε κομμάτι ζεστότερος. Κι αποφάσισε να υψώσει τόνο και να τα πει τολμηρότερα:

Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις,
(η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις),
και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πηαίνεις στον μονάρχην Aρταξέρξη
που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,
και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια.
Και συ τα δέχεσαι με απελπισία
αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.

Είδε με την άκρη του ματιού ότι ταράχτηκε η πυραμίδα κεφαλών! Το ένα κεφάλι γύρισε στ' άλλο, σάλεψαν νευρικά τα μουστάκια, κροτάλισαν ένα βουνό σαγόνια, ο κρατήρας έπαθε μικρό τικ. " Τι λέει, ρε, αυτός; Κάτι μουρμούρισε περί σατραπείας και τέτοια, σαν τ΄ήθελε δηλαδή να μας πει; " Τα όρθια αυτιά με το δασύ τρίχωμα εμπήκαν σε γοργή κίνηση, ίδρωναν να ταξινομούν τους ήχους κατά συλλαβές, τις συλλαβές κατά ήχους . Όλες οι παρακατιανές κεφαλές γύρισαν ψηλά στον κρατήρα.
 " Μωρέ, τι τα ψιλολογάμε. Ναν του κόψουμε τη λαλιά με το σπαθί μας, τι το' χουμε και κρέμεται; Μας προστάζεις ναν του πάρουμε το λειρί, ναν του αφαιρέσουμε αναίμακτα τη σκέψη; "
Ο στρατιώτης τους άφησε να λένε κι άλλα τέτοια. Τους προσπέρασε μ' ένα χαμόγελο. Δίχως κακία, με την ανωτερότητα που χαρίζει η πεποίθηση και το ηθικό ύψος.
Βάθυνε κι άλλο τη φωνή του κι είπε σα να' λεγε με δυο λόγια το παράπονο όλης της ζωής κι όλη τη μοίρα του:

Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει·
τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών,
τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε·
την Aγορά, το Θέατρο, και...

" ...τους Στεφάνους" δεν πρόλαβε να τους πει. Ένας ίσκιος έπεσε κολλητά πάνω του κι έφραξε το άνοιγμα της σκοπιάς. Πάνω στο χέρι του έπεσε το άλλο χέρι - και τ' όπλο του έκανε φτερά. Άφησε τους στεφάνους, τινάχτηκε.
-Κοιμάσαι, βρε, κοιμάσαι;
- Όχι, πήγε να πει...
- Ε , μήπως πάγωσες;
Τέντωσε κάτω τα χέρια, στάθηκε προσοχή.
- Όχι , κύριε υπολοχαγέ...
- Μα τότε πώς διάολο , μωρέ παιδί μου! Εγώ σου πήρα το όπλο, δε βλέπεις; Ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Δε με κατάλαβες λοιπόν διόλου που ερχόμουν; Τι έκανες ; Σκεφτόσουν;
- Μάλιστα...
Ο αξιωματικός Εφόδου στάθηκε λίγο αμίλητος κι αναποφάσιστος. Άφησε ύστερα το όπλο στα χέρια του στρατιώτη κι αναστέναξε:
- Διανοούμενος είσαι;
- Διανοούμενος...
- Διανοούμενος, αναστέναξε πάλι ο αξιωματικός.
Κατόπιν χτύπησε το στρατιώτη δυο τρεις μαλακά στον ώμο:
- Έλα, δώσ' μου το βιβλίο Εφόδου. Τυχερός είσαι, πολύ τυχερός μάλιστα που βρέθηκα εγώ, συνάδελφος σου εν όπλοις και εν πάθεσι κατά κάποιο τρόπο, γιατί αν ήταν κανένας άλλος...Από πού είσαι;
- Από τον Καρδαμά
- Τι εστί Καρδαμάς;
- Ένα χωριό κοντά στην Αμαλιάδα.
- Α, πάμε στην Αμαλιάδα- να φαμ' αλιάδα! Ο αξιωματικός γέλασε και καμπούριασε μες στη χλαίνη του χουχουλίζοντας τα χέρια. Α-μα-λιά- δα...Γεια σου - με τα ηλεκτρικά σου! ξανάπε και ξαναγέλασε...Ναι, ναι είχα ένα φίλο αποκεί, συμφοιτητή, καλό παιδί ήταν. Σπουδάζαμε μαζί στην Αθήνα φιλόλογοι, μαζί τρώγαμε στραγάλια στον κήπο...
Ο στρατιώτης ρώτησε χαρούμενα.
- Είστε φιλόλογος κι εσείς κύριε υπολοχαγέ;
Διάκρινε καλύτερα τώρα το πρόσωπο του αξιωματικού - είδε γκρίζους κροτάφους, πολλά αυλάκια στα μάγουλα, μια ειρηνική κι ευγενική μορφή που δεν μπορούσε να΄χει  στενή σχέση με το στρατώνα, μάλλον ηθοποιός ήταν και φόρεσε τη στολή να παίξει απόψε αυτό το ρόλο που δεν του πήγαινε.
- Ήμουν, μην τα ρωτάς. Μη μου θυμίζεις τους χρόνους εκείνους...- κοίταξε με προσοχή γύρω του κι έβγαλε το πακέτο του. Καπνίζεις, μωρέ;
- Όχι.
- Καλύτερα, γιατί δυο φορές απόψε θα παραβίαζα τον κανονισμό- Γύρισε μέτωπο στον αέρα και τράβηξε επιδέξια το σπίρτο. Η φλόγα έσβησε αμέσως, μα το τσιγάρο πήρε φωτιά- Για πες μου αλήθεια. Τι σκεφτόσουν τώρα εδώ στη σκοπιά, γιατί ήσουν τόσο απορροφημένος;
Ο στρατιώτης απάντησε με ειλικρίνεια.
- Δε σκεφτόμουν, απάγγελνα στίχους.
- Δικούς σου μωρέ παιδί;
- Του Καβάφη.
- Α... έκαμε γελαστά. Μα σ' έχει περιλάβει και σένα αυτός ο ψυχοφθορεύς; Τόσον νέον; Καλά τέλος πάντων εγώ που δεν μετριούνται πια τα σβησμένα μου κεριά, αλλά εσύ; Με τι σε μαύλισε εσένα; Μήπως η ανδρεία της ηδονής τίποτα, μωρέ παιδί μου;
Με τον πιο ρητό τρόπο ο στρατιώτης το απόκλεισε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
- Θυμήθηκα τη Σατραπεία του, είπε
Κίνηση της κεφαλής - θλιμμένο χαμόγελο:
- Μμμμ...Τον ύμνο όλων εμάς των ταλαιπωρημένων, τώρα καταλαβαίνω...Άλλα ζητά η ψυχή σου, γι' άλλα κλαίει...
Και συνέχισε και τελείωσε το ποίημα. Ειπωμένοι από αυτόν, κυλούσαν οι στίχοι πιο πιστευτοί. Ο αξιωματικός  ήταν ηλικιωμένος, με πολλές φαίνεται εμπειρίες και είχε μια πικρία η φωνή του γνήσια, επικυρωμένη από τη ζωή. Ο στρατιώτης τον άκουε και γρήγορα λησμόνησε κι αυτή την καταραμένη σκοπιά, και το κρύο, κι όλο το στρατώνα με την πυραμίδα της σατραπείας. Είχε πάλι εμπρός του το αφοσιωμένο ακροατήριο. Κι αποδείχτηκε ότι ο αξιωματικός ήταν άριστος γνώστης του Κωνσταντίνου Καβάφη και είπε κι άλλους πολλούς στίχους του: " Για τον Αμμόνη που πέθανε 29 ετών, στα 610",  " Λάνη τάφος", " Από υαλί χρωματιστό", " Μεγάλη συνοδεία εξ ιερέων και λαϊκών"...Τους έλεγε όλους με γνώση, καλαίσθητα και λεία, έχυνε αιγυπτιακό αίσθημα στη γλώσσα του και φαινόταν που γι' Αλεξανδρινό μιλούσε Αλεξανδρινός...Ζεστάθηκε η νύχτα για καλά, το σκοτάδι αραίωνε κι έπαιρνε ανοιχτό χρώμα, κι ο ουρανός πέταξε κόκκινα, πράσινα, γαλάζια αστέρια κι όλα τους τρεμούλιαζαν μ' ένα ιδιόρρυθμο ταμπεραμέντο, σύμφωνα και με την ψυχή των στίχων.
- Η σειρά σου, είπε γελαστά ο αξιωματικός, άντε να πάρω μια ανάσα - κι άναψε τσιγάρο.
Ο στρατιώτης σάλταρε στο προσκήνιο. Κι άρχισε αμέσως:

 Bαρυάν οδύνην έχει ο Zευς. Tον Σαρπηδόνα εσκότωσεν ο Πάτροκλος·

Άφησε ο αξιωματικός το τσιγάρο να καίγεται στα δάχτυλά του - και πήρε τη συνέχεια:

 και τώρα ορμούν
ο Mενοιτιάδης κ' οι Aχαιοί το σώμα
ν' αρπάξουνε και να το εξευτελίσουν.

Το τελείωσαν μοιράζοντάς το αλυσιδωτά, μια περίοδο ο ένας, άλλη ο άλλος. Και πήραν μετά άλλα:
 " Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον",  το πήραν και το κατέβασαν ως κάτω, με βαθιά αίσθηση και οι δυο τους του νοήματος και των ήχων, προσπαθώντας πώς να παραβγάλει ο ένας τον άλλον στην κατάνυξη και στη θεογνωσία, σα να' ψελνε σε εσπερινό το δίχορο κοντάκιο της Υπερμάχου.
- Έλα κι εν' από κείνα τα διαχυτικά τώρα, είπε με πονηριά ο αξιωματικός. Αφού του κάναμε το μνημόσυνο απόψε οφείλουμε να τονίσουμε και την πλευρά αυτή...Κι άρχισε ο ίδιος:

Ομνύει κάθε τόσο       ν’ αρχίσει πιο καλή ζωή.
Aλλ’ όταν έλθ’ η νύχτα            με τες δικές της συμβουλές,
... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...

Το σκοτάδι πήγαινε πια να εξανεμιστεί, ένα γλυκό χάραμα ανασήκωνε γύρω γύρω το βλέφαρό του, μεγαλουργούσε η ποίηση.
Εκεί απάνω, ενώ έκανε έτσι τη μεγαλουργία της η ποίηση, όλες οι χορδές ξαφνικά κόπηκαν - ο αξιωματικός τινάχτηκε.
Φύσηξε δυνατός αέρας.
Αντήχησαν βήματα: " Κραπ -Κραπ" ! Κρύα σίδερα βρόνταγαν πάνω σ' άλλα.
Με μια ασύλληπτη κίνηση ο αξιωματικός έπνιξε πρώτα το τσιγάρο του, το' πνιξε αστραπιαία, μαέστρος σ΄αυτά. Δε φάνηκε ούτε σπίθα. Ύστερα -
 τρία
                 βήματα
                                          όπισθεν
κι αποκεί πέρα η φωνή του έσκισε σπαθί το σκοτάδι:
- Σκοποοός! Κοιμάσαι, πούστη! Στρατοδικείο θα σε περάσω την Παναγία σου! Γρήγορα το βιβλίο Εφόδου!
Ο στρατιώτης τέντα το χέρι. Έδωσε και ξαναπήρε το βιβλίο και βρόντηξε στο σανίδι το άρβυλο του, και το σώμα του έμεινε ακούνητο κι ολόισιο- προς όλες τις κατευθύνσεις ορθές γωνίες.
Απότομη μεταβολή, σταθερός βηματισμός- ο αξιωματικός απομακρύνθηκε. Κι ο τοίχος του σκοταδιού και της παγωνιάς ανάμεσα σ' αυτόν και στο στρατιώτη υψώθηκε , χόντρυνε αδιαπέραστα.
Ο αέρας βάραγε τώρα απ' όλες τις πάντες. Βροντούσε τα καζάνια των μαγειρίων, τα ξεκάρφωτα σανίδια και τις λαμαρίνες, πλάκωνε  κύμα μεγάλο κατά τη σκοπιά. Από πίσω του ακουγόταν και το ομαδικό συντονισμένο βήμα της περιπολίας - ακαθόριστοι σαν το σκοτάδι κατέβαιναν οι άντρες της Στρατιωτικής Αστυνομίας.
Περνούσαν σε κοντινή απόσταση, διακρίνονταν οι σκιές τους που κινιόνταν αργά και βαριά σε τάξη πυραμίδας.

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος , Φύλλα - φτερά. Διηγήματα, Εκδόσεις Πολύτυπο, Αθήνα 1983
Σόνια Ιλίνσκαγια, Ο Κ.Π.Καβάφης και η ρωσική ποίηση του "Αργυρού αιώνα", β΄έκδοση συμπληρωμένη, Νάρκισσος, Αθήνα 2004

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2021

Πώς το «αθάνατο κρασί του '21» μέθυσε τους ρώσους ποιητές

 Η Σόνια Ιλίνσκαγια- Αλεξανδροπούλου περιγράφει πώς ο πόθος της ελευθερίας που ενσαρκώνεται στη θεματολογία της Ελληνικής Επανάστασης ενέπνευσε όχι μόνο τους «δεκεμβριστές», που συμμετείχαν ενεργά στο κίνημα, αλλά και έναν πλατύτερο κύκλο ρώσων ποιητών.

Οι ειδήσεις για την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης προκάλεσαν στη Ρωσία ενθουσιώδη ανταπόκριση. Συνηχούσαν με τις εγχώριες πολιτικές ζυμώσεις, καθώς η κυοφορία του φιλελεύθερου κινήματος των ρώσων ευγενών, που θα καταλήξει σε αποτυχημένη εξέγερση στις 14 Δεκεμβρίου 1825, ήταν τότε στην ακμαία φάση της και μεταμόρφωνε εντυπωσιακά την εικόνα της πνευματικής ζωής του τόπου. Η λογοτεχνία, που λειτουργούσε και ως μοναδικό στη Ρωσία βήμα προβολής φιλελεύθερων ιδεών, παραδειγματιζόμενη από την ποίηση της Γαλλικής Επανάστασης, είχε ήδη πλημμυρίσει από σύμβολα ελληνικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας, τα οποία προσλαμβάνονταν ως πρότυπα και μέτρα δημοκρατικής αγωγής. Ως στίγμα αυτής της νοοτροπίας μπορούμε να δούμε, λ.χ., την κρίση του Πούσκιν για τον στοχαστή λογοτέχνη Π. Τσααντάγεφ: «Στη Ρώμη θα ήταν ο Βρούτος. Στην Αθήνα ο Περικλής», καθώς και τον θαυμασμό του για το ηθικό σθένος του «δεκεμβριστή» ποιητή Φ. Γκλίνκα, τον οποίο αποκαλεί «Αριστείδη». Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα ήταν φυσικό η Ελληνική Επανάσταση να γίνεται δεκτή από τους φιλελεύθερους πνευματικούς κύκλους της Ρωσίας ως ενσάρκωση και του δικού τους οράματος.

«Χρέος» η βοήθεια της επανάστασης

Οι πρώτες ποιητικές αντιδράσεις συνδέονται με τις προσδοκίες (που δεν άργησαν να διαψευστούν) για την υποστήριξη των ελλήνων αγωνιστών από ρωσικά στρατεύματα. Κυκλοφορούσαν φήμες για την εκστρατεία με επικεφαλής τον στρατηγό Γερμόλοφ, και ο μελλοντικός αρχηγός των «δεκεμβριστών» ποιητής Κ. Ριλέγεφ τού απηύθυνε φλογερό μήνυμα προτροπής «να σπεύσει και να σώσει τα τέκνα της Ελλάδας», που ανασταίνεται από τις στάχτες: ήδη οι απόγονοι του Θεμιστοκλή σήκωσαν τις σημαίες της ελευθερίας και πότισαν με το ηρωικό αίμα τους το χώμα της πατρίδας τους (1821). Στην ποιητική επιστολή του «Προς τους φίλους στο Κισινιόφ» (1822) ο Β. Ραγέφσκι, κρατούμενος από τις τσαρικές αρχές για «ανατρεπτική δραστηριότητα στο στράτευμα», αναφέρει την «αυγή» της Ελληνικής Επανάστασης και το «χρέος» συμβολής στην «ιερή υπόθεση» ενός λαού και της ελευθερίας που «ξύπνησαν από τη νάρκη». Εγκαινιάζοντας το ελληνικό θέμα με το ποίημα «Πόλεμος» (1821), ο Πούσκιν εμφανίζεται συνεπαρμένος με την ιδέα άμεσης συμμετοχής στον αγώνα των Ελλήνων, πλάθει με τη φαντασία του εικόνες των μαχών και προαισθάνεται την εμπνευσμένη αντανάκλαση της μούσας του. Θα ακολουθήσει το μαχητικό «Στιλέτο» (1821), προειδοποίηση σε όλους τους τυράννους για την αναπόφευκτη τιμωρία που θα φέρει το στιλέτο, φτιαγμένο από τον «λήμνιο θεό» για τη Νέμεση, «ελευθερίας φύλακας κρυφός»:

Όπου να πάει θα τον βρει η θεία η Σπαθοφόρα,


στη θάλασσα και στη στεριά, μες στη σκηνή, μες στον ναό,


μέσα σε κάστρο μυστικό,


ή απάνω στο κλινάρι του, σε ύπνου γλυκού την ώρα!1

Από κοντά έρχονται και δύο ποιήματα με γυναικείες μορφές: «Πιστή Ελληνίδα, μην τον κλαις» (1821), φόρος τιμής σε έναν Φιλικό (παρομοιάζεται με τον Αριστογείτονα) που έπεσε στον Αγώνα, και «Σε μια Ελληνίδα» («Γεννήθηκες για να οιστρηλατείς τη φαντασία των ποιητών…», 1822), αφιερωμένο στην Καλυψώ Πολυχρονίδη, την ομορφιά της οποίας είχε θαυμάσει και ο Μπάιρον.


Η συμβολή του Πούσκιν στον αγώνα


Η ρωσική ανταπόκριση στην Ελληνική Επανάσταση συνήθως συνδέεται με το όνομα του Πούσκιν. Από τον περασμένο αιώνα, ειδικά και τεκμηριωμένα, για το θέμα αυτό είχε μιλήσει ένας έλληνας λόγιος από την Οδησσό, ο Κ. Α. Παλαιολόγος. Στο δοκίμιό του «Ο Ρώσος ποιητής Πούσκιν ως φιλέλλην εξεταζόμενος» (Παρνασσός, 1879) επισημαίνει κατ’ αρχήν το γεγονός ότι το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης βρήκε τον Πούσκιν εξόριστο πρώτα στο Κισινιόφ και έπειτα στην Οδησσό, που υπήρξαν «ο πυρήν και το κέντρον της ελληνικής εθνεγερσίας»:
«Απάντων των σπουδαιοτάτων τούτων γεγονότων ο Πούσκιν υπήρξεν αυτόπτης μάρτυς… Συνήψε σχέσεις μεθ’ απάντων σχεδόν των ομογενών ημών αποτελούντων τότε το άνθος της εν Κισνοβίω κοινωνίας… Πρώτος απάντων, τολμώ να είπω, των Ρώσων κατείδε και εξετίμησε την σπουδαιότητα του ελληνικού κινήματος ο Πούσκιν». Ως απόδειξη ο Παλαιολόγος παρουσιάζει απόσπασμα από τις «Σημειώσεις για την Ελληνική Επανάσταση» που κρατούσε ο Πούσκιν για ένα διάστημα στα γαλλικά: «Απαντες απηλπίζοντο περί της αισίας εκβάσεως των σχεδίων της Φιλικής Εταιρίας· εγώ όμως έχω ακράδαντον πεποίθησιν περί του θριάμβου της Ελλάδος και της υπό των Οθωμανών εγκαταλείψεως της ανθηράς χώρας της Ελλάδος τοις νομίμοις κληρονόμοις του Ομήρου και του Θεμιστοκλέους», καθώς και ποιητικά τεκμήρια, όπως το «Εγέρθητι, ω Ελλάς, εγέρθητι», που ο Παλαιολόγος παραθέτει σε δική του πεζή μετάφραση, ενώ εμείς θα προτιμήσουμε τώρα την ελεύθερη απόδοση του Βάρναλη:


Εμπρός, Ελλάδα


Εμπρός, στηλώσου, Ελλάδα επαναστάτισσα,


βάστα γερά στο χέρι τ’ άρματά σου!


Μάταια δεν ξεσηκώθηκεν ο Ολυμπος,


η Πίνδο, οι Θερμοπύλες ­ δόξασμά σου.


Απ’ τα βαθιά τους σπλάχνα ξεπετάχτηκεν


η λεφτεριά σου ολόφωτη, γενναία


κι απ’ τον τάφο του Σοφοκλή, απ’ τα μάρμαρα


της Αθήνας, πάντα ιερή και νέα.


Θεών κ’ ηρώων πατρίδα, σπάζεις άξαφνα


το ζυγό σου και την ενάντια Μοίρα


με τον ηχό, που βγάνει του Τυρταίου σου,


του Μπάιρον και του Ρήγα η άξια λύρα.


Το ποίημα γράφηκε το 1829, όταν ο Πούσκιν πραγματοποίησε ένα ταξίδι στον Καύκασο που αναβίωσε στη μνήμη του την παλιά συγκίνηση για τους αγώνες της Ελλάδας και την αντίστοιχη δοξαστική ποιητική γλώσσα. Εν τω μεταξύ και η πορεία της Ελληνικής Επανάστασης, που την έζησε στα πρώτα χρόνια της από κοντά ως μια διδακτική ιστορική εμπειρία και οι ευρωπαϊκές εξελίξεις (με την ήττα των επαναστατικών κινημάτων στην Ισπανία και στην Ιταλία) προσδιόρισαν μια αισθητή μετατόπισή του από ρομαντική σε ρεαλιστικότερη θεώρηση2. Η κρίση του προσγειώνεται και από υμνητική γίνεται αναλυτική, ιδιαίτερα στα πεζά, που αποκτούν στο έργο του όλο και μεγαλύτερο βάρος. Στο δοκίμιό του ο Κ. Α. Παλαιολόγος παραθέτει χαρακτηριστικό απόσμασμα από το διήγημα «Ο Κιρτζαλής» (1834· εκεί ο Πούσκιν αξιοποίησε υλικό από το απραγματοποίητο σχέδιό του ­ μεγάλο ποίημα, αφιερωμένο στη Φιλική Εταιρία) που το μεταφέρουμε εδώ σε μεταγενέστερη μετάφραση3:
«Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ήταν προσωπικά γενναίος, δεν είχε όμως την ικανότητα που χρειαζόταν για τον ρόλο που τόσο βιαστικά κι απροετοίμαστα ανέλαβε. Δεν είχε τον τρόπο να συνεργαστεί με τους ανθρώπους που ώφειλε να διοικήσει, γι’ αυτό κι εκείνοι δεν τον σέβονταν και δεν του είχαν εμπιστοσύνη. Υστερα από την άτυχη εκείνη μάχη, όπου χάθηκε το άνθος της ελληνικής νεότητας, ο Γεωργάκης Ολύμπιος τον συμβούλεψε ν’ απομακρυνθεί κι ο ίδιος στάθηκε στο πόδι του. Ο Υψηλάντης τόσκασε για τα αυστριακά σύνορα κι αποκεί έστελνε τις κατάρες του στους ανθρώπους του και τους ονόμαζε εξωμότες, δειλούς κι ανάξιους. Αλλά αυτοί οι δειλοί κι ανάξιοι σκοτώθηκαν οι περισσότεροι μέσα στη Μονή του Σέκου ή στις όχθες του Προύθου, πολεμώντας με απίστευτη τόλμη έναν εχθρό δέκα φορές ισχυρότερον από κείνους»4.


Ο Β. Κιουχελμπέκερ και η Ελλάδα


Ο φιλελληνισμός του Πούσκιν και οι σχετικές εκτιμήσεις της ελληνικής κριτικής που βάδισε στα χνάρια του Παλαιολόγου είναι ένα μεγάλο θέμα που έχει την ιστορία του και γίνεται τώρα αντικείμενο μιας ειδικής μελέτης, ενώ εμείς οφείλουμε να στραφούμε εδώ και σε άλλα πολύ αξιόλογα ονόματα της ρωσικής ποίησης#5, που ήταν ­ σχεδόν όλοι τους ­ φίλοι του Πούσκιν.
Συμμαθητές στο Λύκειο του Τσάρσκογε Σελό και έπειτα, για λίγο διάστημα, συνάδελφοι υπάλληλοι στο υπουργείο Εξωτερικών, λάτρεις της ποίησης και της ελευθερίας, ο Πούσκιν και ο Β. Κιουχελμπέκερ ήταν πράγματι αδελφικοί φίλοι. Στη φιλολογική συντροφιά τους ο Κιουχελμπέκερ ξεχώριζε με την απαράμιλλη λογοτεχνική καλλιέργεια και τον ενθουσιώδη χαρακτήρα του ­ παρορμητικός, ονειροπόλος, έτοιμος για κάθε θυσία.
Όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση βρισκόταν στο Παρίσι και ο τσάρος Αλέξανδρος ήταν σίγουρος ότι θα κατέληγε στην Ελλάδα. Την επιθυμία του αυτή αποτυπώνουν δύο ποιήματα «Το ελληνικό τραγούδι» και «Προς τον Αχάτη» (1821) ­ χαιρετισμός στους λαούς που ξεσηκώνονται για την ελευθερία τους, και ειδικά στην Ελλάδα που «έχει σπάσει τα δεσμά της» και περιμένει υποστήριξη· έκκληση σε φίλους να ανταποκριθούν στο κάλεσμά της: «Πού ‘ναι τα φτερά μας να πετάξουμε; Αναμερίστε βουνά, ποτάμια, πολιτείες!». Ο ίδιος παρακαλεί τη Μοίρα να του χαρίσει «τη χαρά της πρώτης μάχης», είναι έτοιμος να σταθεί κάτω από ιερές σημαίες του Μαραθώνα ­ «κι αν πέσω, θα πέσω σαν ήρωας».
Οι διαλέξεις που έδωσε στο Παρίσι για τη ρωσική λογοτεχνία είχαν απροκάλυπτη πολιτική οξύτητα και η ρωσική πρεσβεία τού μεταβίβασε τη διαταγή των αρχών να γυρίσει αμέσως στην πατρίδα. Στο εξής θα βρίσκεται υπό δυσμένεια και αυστηρή επιτήρηση, αλλά δεν χαμηλώνει καθόλου τους μαχητικούς τόνους του. Στο ποίημα «Προφητεία» (1822) εμφανίζεται ως «προφήτης της ελευθερίας», στηρίζει το κήρυγμά του στο παράδειγμα της Ελλάδας, καταγράφει την παλλαϊκή επιστράτευσή της, παρακολουθεί τις νικηφόρες μάχες της, κατακρίνει τον «ύπουλο» ρόλο της Βρετανίας (υπάρχουν αρκετά σημεία που μπορούν να κριθούν ως κοινοί τόποι με τον «Υμνο» του Σολωμού, αλλά και με τις ωδές του Κάλβου), ορκίζεται να μη σιωπήσει «ούτε στην εξορία ούτε στα δεσμά». «Ελεύθερο και στα δεσμά ακόμα» βλέπει τον εαυτό του στο ποίημα «Στον Βιάζεμσκι» (1823) και εύχεται να βρει τη θέση του στον ναό της τέχνης «δίπλα στον Πούσκιν και στον Τυρταίο». Η Ελλάδα είναι παρούσα κι εδώ, ενθαρρύνει με τον αγώνα της τους σκλαβωμένους λαούς της Ευρώπης, προκαλεί τρόμο στα «πλήθη των άγριων Οθωμανών», καθώς και στους συμμάχους τους ­ τυράννους της Δύσης που καταπιέζουν τον κόσμο και δολοφονούν «τα παιδιά της ελευθερίας». Ο ποιητής αναπολεί την ώρα όταν στις όχθες του Σηκουάνα πρωτοάκουσε το ηρωικό κάλεσμα από την Ελλάδα και ονειρευόταν να βρεθεί εκεί με το σπαθί στο χέρι, λυπάται που η μοίρα τού αρνήθηκε αυτή τη χάρη και βλέπει ως χρέος του να υψώνει τη σημαία της ελευθερίας με τον στίχο του.


Ο προσανατολισμός των «δεκεμβριστών»

Το παράδειγμα του Κιουχελμπέκερ είναι από τα πλέον δηλωτικά της κυρίαρχης τότε στη Ρωσία ρομαντικής αντίληψης για τον προφητικό και οδηγητικό ρόλο της ποίησης. Οπως ήταν φυσικό, στους επαναστατικούς κύκλους των «δεκεμβριστών» η θέση αυτή αποκτούσε προγραμματικές διαστάσεις. Ο προσανατολισμός στη διάδοση των φιλελεύθερων ιδεών προσδιόριζε τις έντονα διαφωτιστικές, διδακτικές διαθέσεις και είχε άμεσο αντίκτυπο στις επιλογές των ειδών (προτίμηση στην ωδή και στην τραγωδία), στους επικαιρικούς χειρισμούς των ιστορικών θεμάτων (αλληγορική «φωτογράφηση» του παρόντος, καταγγελία της απολυταρχίας, εξύμνηση της αντίστασης στην τυραννία ­ μια τέτοια τραγωδία, τους «Αργείους», έγραψε ο Κιουχελμπέκερ τις παραμονές της εξέγερσης), στην εξιδανικευμένη προβολή των πρωταγωνιστών της ελευθερίας.
Με θρυλική αίγλη ενός ρομαντικού ήρωα περιβάλλεται η μορφή του Μπάιρον (όπως, λ.χ., στο ποίημα του Β. Τουμάνσκι «Προς τον πρίγκιπα Τσερτελέφ», 1823) και ο θάνατός του το 1824 στο ηρωικό Μεσολόγγι προσλαμβάνεται στη Ρωσία ως συγκλονιστικό γεγονός. «Αοιδό, αγαπημένο των Ρώσων», «βάρδο, ζωγράφο γενναίων ψυχών», «Τυρταίο, σύμμαχο και προστάτη συνταγμάτων της ελευθερίας» τον αποκαλεί ο Κιουχελμπέκερ στο ποίημά του «Ο θάνατος του Μπάιρον» (1824). Πληθωρικός, ρητορικός, υψηλόφωνος, ο ποιητικός λόγος του καταγράφει τη δημιουργική και την αγωνιστική προσφορά του μεγάλου άγγλου ποιητή, την παρουσία του στη μαχόμενη «αναγεννημένη» Ελλάδα και το βαθύ πένθος της. Με την αναφορά στο πένθος της «πατρίδας του Θεμιστοκλή», της «ιερής» Ελλάδας, ανοίγει το δικό του ποίημα «Στον θάνατο του Μπάιρον» (1824) ο Ριλέγεφ και το κλείνει πάλι με τους Ελληνες να απευθύνονται στους «φίλους της ελευθερίας και της Ελλάδας», εκφράζοντας την πεποίθηση πως με τον πρόωρο θάνατο του Μπάιρον «χαίρονται μόνο οι τύραννοι και οι σκλάβοι».
Πολύ θεαματική ­ ενταγμένη εδώ σε σχήμα αντιπαράθεσης ­ είναι η παρουσία της Ελλάδας στο ποίημα «Η μοίρα του Ναπολέοντα» (1821) του Φ. Γκλίνκα, ενός από τους σημαντικούς πνευματικούς ηγέτες και ποιητές των «δεκεμβριστών». Η μνήμη για τον αποθανόντα (στις 5 Μαΐου 1821) αυτοκράτορα, μπροστά στον οποίο πρόσφατα «έτρεμαν βασίλεια», παραμερίζεται από τη συναρπαστική εικόνα της επαναστατημένης Ελλάδας που «ανασταίνεται από τον τάφο», «σπάει με δύναμη δεσμά» και «μέσα στην καταιγίδα» πλάθει τον νέο κόσμο της, αναβιώνοντας τα σύμβολα των Θερμοπυλών και του Ολύμπου. Αργότερα, παρακολουθώντας την πορεία της Ελληνικής Επανάστασης και συμπάσχοντας με τους κυνηγημένους από το τουρκικό γιαταγάνι Ελληνες που αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν τα αγαπημένα παράλια της Ιωνίας και να αναζητήσουν καταφύγιο σε ξένους τόπους, ο Γκλίνκα θα κάνει έκκληση για βοήθεια στους ξεριζωμένους πατριώτες («Στους έλληνες ικέτες», 1826).


Ο πόθος της ελευθερίας και η ποίηση


Ως τον τραγικό Δεκέμβριο του 1825 οι αναφορές στην Ελλάδα λειτουργούν στη ρωσική ποίηση όπως και οι συνθηματικές λέξεις-σηματοδότες: τυραννία, δεσμά, ελευθερία, σπαθί. Ενδεικτικό της συμβολικής και κάποτε συμβατικής προσφυγής στην Ελλάδα είναι, λ.χ., το ποίημα του Β. Γκριγκόριεφ «Ελληνίδα» («Γιατί στο χέρι σου κρατάς σπαθί, κόρη της εμπνευσμένης Ανατολής…», 1824): αποτυπώνει ένα γενικό μοντέλο ηρωικής αγωνιστικής συμπεριφοράς, υπογραμμισμένο με την επιλογή της γυναικείας μορφής, χωρίς να επιστρατεύει τα εθνικά, ελληνικά, στοιχεία και χρώματα. Συμβολικά φορτισμένο είναι το τριμερές, συνήθως, δομικό σχήμα αυτών των αναφορών: το ένδοξο παρελθόν της Ελλάδας, αιώνες σκλαβιάς, η ανάσταση. Είναι βέβαια ένας κοινός τόπος και στην ελληνική και γενικότερα στην ευρωπαϊκή ποίηση της εποχής, αλλά στη Ρωσία κατά το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 1820 το σχήμα αυτό αποκτούσε διαστάσεις ενός απτού παραδείγματος προς μίμηση και εφαρμογή, συνθηματικής έκκλησης για αγωνιστικό ξεσήκωμα το οποίο ετοίμαζαν οι παράνομες οργανώσεις των «δεκεμβριστών».
Το πάθος της ελευθερίας, που ενσαρκώνεται και στη θεματολογία της Ελληνικής Επανάστασης, διαπνέει όχι μόνο τους «δεκεμβριστές» αλλά και έναν πλατύτερο κύκλο ρώσων ποιητών που δεν συμμετέχουν άμεσα στις επαναστατικές δραστηριότητες, ωστόσο διατηρούν πολύ στενές φιλικές σχέσεις με τους πρωτεργάτες του κινήματος. Το ποίημα «Η Ελλάδα» (1822) του Ο. Σόμοφ, ένα από τα καλύτερα δείγματα της φιλελληνικής ποίησης που γράφεται εκείνα τα χρόνια στη Ρωσία, ακολουθεί το δομικό σχήμα που αναφέραμε πιο πάνω. Ξεχειλίζει από αγάπη και θαυμασμό για την ανδρεία αρχαία Ελλάδα που ανύψωσε τον ναό «της ιεράς ελευθερίας» και υπήρξε «μητέρα των τεχνών», αλλά και από πικρία για τα σημερινά ερείπια του αρχαίου μεγαλείου, τη σκλαβιά που βιώνουν οι απόγονοι του Περικλή. Η συγκινημένη έκκληση του ποιητή στις «δοξασμένες σκιές» της αρχαιότητας, αλλά και στους καταπιεσμένους κληρονόμους αυτής της δόξας για ένα διάστημα δεν βρίσκει ανταπόκριση, αλλά τελικά η ικεσία του εισακούεται και το ποίημα κλείνει με χαιρετισμό θριάμβου στους μαχόμενους για την ελευθερία Ελληνες, τους οποίους θαυμάζουν «οι σκιές των προγόνων» τους.
Ως πολύ αξιόλογος ποιητής στον χώρο των «συμπαθούντων» ξεχωρίζει ο Β. Τουμάνσκι, στον οποίο ο Κιουχελμπέκερ είχε αφιερώσει το ποίημά του «Προς τον Αχάτη», γνωστός του Πούσκιν από την ταυτόχρονη παραμονή τους στην Οδησσό. Η «Ελληνική ωδή» του (1823), που συναγωνίζεται σε μαχητικό πάθος «Το ελληνικό τραγούδι» του Κιουχελμπέκερ, μεταφέρει τη φωνή ­ σε πρώτο πρόσωπο του πληθυντικού ­ των ελλήνων αγωνιστών, αποφασισμένων να εκδικηθούν τον εχθρό που έσπειρε στον τόπο τους τον θάνατο, τη φωτιά, τη βεβήλωση των ιερών, την ατίμωση. Δύο χρόνια αργότερα ο Τουμάνσκι επανέρχεται στο ελληνικό θέμα με δύο σονέτα που έχουν τον κοινό τίτλο «Ελλάδα» (1825) και στήνονται πάνω στη γνωστή αντιπαράθεση του χθες, που δεν ενέπνεε ελπίδες για ανάσταση από τη φρίκη της σκλαβιάς, και του σήμερα, όταν το εξεγερμένο «μέγα πνεύμα της ελευθερίας» απηύθυνε το κάλεσμά του σε «τυραννισμένους» λαούς και δέχθηκε τη θαρραλέα ακλόνητη απάντηση της Ελλάδας.


Πώς εσίγησαν οι ποιητές


Και πριν από την εξέγερση των «δεκεμβριστών» αρκετά από τα ποιήματα που αναφέραμε δεν ήταν δυνατόν να δουν επίσημα το φως της δημοσιότητας, κυκλοφορούσαν όμως σε χειρόγραφα και έφταναν στους αναγνώστες (το φαινόμενο του «σαμιζντάτ» δεν είναι αποκλειστικό «προϊόν» της σοβιετικής εποχής, είχε βαθιές ρίζες στην ιστορία της χώρας). Τον μακρύτερο πάντως δρόμο προς εκτύπωση έκαναν, όπως φαίνεται, δύο ποιητικές εκκλήσεις: «Στους ξεσηκωμένους Ελληνες» και «Εκκληση προς βοήθεια των Ελλήνων» που πρωτοδημοσιεύτηκαν στα μέσα του 20ού αιώνα. Ο συγγραφέας τους Β. Καπνίστ, από τη ζακυνθινή οικογένεια Καπνίση, εγκατεστημένη στην Ουκρανία από τις αρχές του 18ου αιώνα, ήταν μία από τις επιφανείς φυσιογνωμίες των ρωσικών γραμμάτων στα τέλη του 18ου-αρχές του 19ου αιώνα, ποιητής και δραματουργός με φιλοσοφική διάθεση, τολμηρό αντιτυραννικό πνεύμα («Ωδή της σκλαβιάς», που περίμενε δημοσίευση επί 23 χρόνια) και ισχυρή σατιρική φλέβα (κωμωδία «Στρεψοδικία»). Στα «ελληνικά» ποιήματά του τις εικόνες ολέθρου που έσπειρε στην Ελλάδα ο ξένος ζυγός διαδέχονται το κρίσιμο ερώτημα που θέτει η πατρίδα: «Ελευθερία ή θάνατος» και ο αγωνιστικός άθλος των σημερινών Ελλήνων που θυμίζει τις Θερμοπύλες, ενώ η έκκληση για βοήθεια στην επαναστατημένη Ελλάδα την οποία στέλνει ο ποιητής στους χριστιανικούς λαούς, και ιδιαίτερα στη Ρωσία, προβάλλεται ως θέμα πίστης και τιμής.
Μετά την καταστολή της εξέγερσης τον Δεκέμβριο του 1825, την εκτέλεση των πέντε αρχηγών (ανάμεσά τους ο Ριλέγεφ) και τις ομαδικές καταδίκες σε κάτεργα (Κιουχελμπέκερ), μαζί με τις φιλελεύθερες φωνές είχε σχεδόν σιγήσει και το ελληνικό θέμα. Πέντε χρόνια αργότερα ο Π. Κατένιν, σημαντικός λογοτέχνης και ένας από τους πρωτεργάτες του κινήματος των «δεκεμβριστών» που γλίτωσε από το τσαρικό μένος επειδή από το 1822 ήδη βρισκόταν στην εξορία, αναπολώντας τα χρόνια φιλελεύθερης έξαρσης θα αναφέρει, ως ένα από τα δηλωτικά στοιχεία της, τον θρύλο της αναστημένης Ελλάδας που είχε εμπνεύσει και ζωογονήσει την τέχνη («Η έμπνευση και ο ποιητής», 1830).

1. Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Πέντε ρώσοι κλασικοί, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1975, σελ. 64.
2. Στις μελέτες για τον Πούσκιν (στη συλλογή Πέντε ρώσοι κλασικοί, σελ. 35-99, και στον δεύτερο τόμο της τρίτομης ιστορίας της ρωσικής λογοτεχνίας, σελ. 46-62) ο Μ. Αλεξανδρόπουλος κάνει αναπτυγμένες ερμηνευτικές προτάσεις σχετικά με την ουσιώδη αυτή τομή στο έργο του ρώσου ποιητή, καθώς και με το πολύπτυχο ζήτημα του φιλελληνισμού του.
3. Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Πέντε ρώσοι κλασικοί, σελ. 66-67.
4. Με την ευκαιρία, να σημειώσουμε ότι στον Αλ. Υψηλάντη είχε αφιερώσει το ποίημά του «Δεσμώτης έλληνας» ο Ι. Κοζλόφ.
5. Βλ. επίσης: Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Η ρωσική λογοτεχνία. Ιστορία σε τρεις τόμους. Από τον 11ον αιώνα μέχρι την επανάσταση του 1917, τ. Β’, εκδ. Κέδρος, 1978, σελ. 24-31, 86-90.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 21Μαρτίου 1999


Το άρθρο αυτό, με πρωτοβουλία του Δημήτρη Κυπραίου , Πρέσβη της Ελλάδας στη Μόσχα, έγινε η αφορμή για την έκδοση του βιβλίου " Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ". Η Σόνια Ιλίνσκαγια έκανε την επιλογή των ποιημάτων , έγραψε την εισαγωγή και έκανε την επιμέλεια.  Μετέφρασε από τα ρώσικα η Ευγενία Κριτσέφσκαγια και την απόδοση στα ελληνικά έκαναν οι : Ρούλα Κακλαμανάκη, Χριστόφορος Λιοντάκης, Κώστας Παπαγεωργίου και Στρατής Πασχάλης. 
Το βιβλίο εκδόθηκε από το Βιβλιοπωλείο της " Εστίας" Ι.Δ.ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε. στα ρωσικά και στα ελληνικά το 2001.
" Δώδεκα ποιητές, τριάντα ποιήματα, που για πρώτη φορά σμίγουν σε ενιαίο κύκλο του ρωσικού φιλελληνισμού, προβάλλουν την εικόνα μιας αρχαίας χώρας, δοξασμένης όχι μόνο για την κληρονομιά του παρελθόντος, αλλά και για το ηρωικό της παρόν.
Τη συλλογή κοσμούν τα σκίτσα του Πούσκιν και οι εικόνες της Ελλάδας, όπως τις αποτύπωσαν ο περίφημος Ρώσος ζωγράφος Κ. Μπριουλόφ και άλλοι συνάδελφοί του της αποστολής στην Ελλάδα, που πραγματοποίησε το 1835 ο κόμης Β. Ορλόφ - Νταβίντοφ"

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2015

Ο Τάσος Λειβαδίτης και η Ποίηση του Στρατοπέδου


Επιμέλεια: ofisofi // atexnos


Ο Τάσος Λειβαδίτης ανήκει σε εκείνη την ποιητική γενιά που ξεπήδησε μέσα από τον πόλεμο του 1940 και την ενεργή συμμετοχή της στην αντίσταση. Φοιτητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1940. Τον πρόλαβε η Κατοχή και οι σπουδές διακόπηκαν. Οργανώθηκε στην ΕΠΟΝ.

Μετά τα Δεκεμβριανά συνελήφθη και φυλακίστηκε. Αφέθηκε ελεύθερος μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας το 1945, αλλά συνελήφθη ξανά τον Ιούνιο του 1948 και βρέθηκε εξόριστος στο Μούδρο. Από εκεί το 1949 μεταφέρθηκε στη Μακρόνησο και καθώς δεν υπέγραψε δήλωση μετανοίας τον έστειλαν στον Άη – Στράτη και στη συνέχεια στις φυλακές Χατζηκώστα στην Αθήνα. Το 1951 βγήκε από τη φυλακή.

Η Σόνια Ιλίνσκαγια στην εργασία της, Η μοίρα μιας γενιάς. Συμβολή στη μελέτη της μεταπολεμικής πολιτικής ποίησης στην Ελλάδα, παρουσιάζει  και τον Τάσο Λειβαδίτη. Στο δεύτερο κεφάλαιο της εργασίας της εξετάζει  τη συμβολή του στην Ποίηση του Στρατοπέδου. Μια ποίηση που εμπνεύστηκε κυρίως από τη Μακρόνησο. Η Μακρόνησος ήταν το στρατόπεδο που ξεπέρασε σε φρίκη όλους τους τόπους εξορίας. Έγινε τόπος σκοτεινός και εφιαλτικός για τους χιλιάδες αγωνιστές που πέρασαν από εκεί, ανάμεσά τους πολλοί σπουδαίοι, παλιοί και νέοι ποιητές.

Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το κεφάλαιο «Το Στρατόπεδο»
«Ασφαλώς  στον Λειβαδίτη οφείλεται ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά κεφάλαια της τραχιάς Ποίησης του Στρατοπέδου. Οι σκληρές προσωπικές εμπειρίες έχουν μετουσιωθεί σε συγκλονιστικές ποιητικές μαρτυρίες και είναι, οπωσδήποτε, αξιοσημείωτο ότι μέσα στη συναισθηματική τρικυμία που προξενεί τούτη η εφιαλτική πραγματικότητα, δε χάνεται η διαύγεια μιας φιλέρευνης σκέψης, η αρετή να βλέπει κανείς τα πράγματα σφαιρικά, σ’ όλες τις κρυφές και φανερές διαστάσεις τους. Για την καινούρια άρθρωση, όπου φέρνει κατανάγκη μια δραματικότητα ασυνήθιστα δυναμική, η εμμονή στη μουσική οργάνωση του στίχου δεν ήταν πια μέσα στις ποιητικές επιδιώξεις. Χρειάζονταν άλλοι ευλύγιστοι ρυθμοί, που νάδιναν απλά την πλημμύρα των εντυπώσεων, ο ποιητικός λόγος έπρεπε να προσεγγίσει όσο το δυνατόν τη χειραφετημένη από εξωτερικές δεσμεύσεις κίνηση μιας πεζής εκμυστήρευσης, καθημερινής κουβέντας. Έτσι, τα νέα ποιητικά δεδομένα που προέκυψαν από την καλλιέργεια του ελεύθερου στίχου, όπως και ορισμένα στοιχεία από την τεχνική του υπερρεαλισμού, τα εντοπίζουμε οργανικά ενσωματωμένα και στην ποίηση του Λειβαδίτη, απόλυτα δικαιωμένα από ανάγκες οργανικές στην ανάπτυξη του θέματος. Ο πυρετός, που συνέχει τη σκέψη, αφήνει τα σημάδια του στο κοφτό λαχάνιασμα των φράσεων, στο κυνηγητό μιας βιαστικής στιγμής, σε σκηνές που σκιτσάρονται από χέρι νευρικό κι απότομο και μπορούν να μας φανούν ασύνδετες, σταματημένες αθέλητα, ασυνειδητοποίητα` κι όμως αυτή η αλυσίδα από γυμνές, συγκεκριμένες, αποκαλυπτικά υλικές εντυπώσεις φιξάρουν με τρόπο απαράμιλλα φυσιολογικό όλο το εύρος των αισθημάτων και το πολύπτυχο των λεπτομερειών.

Τα περισσότερα ποιήματα του Λειβαδίτη αρθρώνονται στον τύπο του επεισοδίου. Στα πολύστιχα ποιήματά του το δομικό σχήμα είναι στηριγμένο στην πλοκή. Μια επιπλέον απόδειξη ότι κάθε άλλο παρά ανεξέλεγκτη, χαωτική είναι εδώ η «αυτόματη γραφή», που μεταδίνει όχι σφυγμικά σήματα του δημιουργικού υποσυνείδητου, όχι υπερρεαλιστικά « όνειρα σε εγρήγορση», αλλά την ίδια της « εγρήγορση» στην περίπλοκη δραματικότητά της. Στα πρώτα του κιόλας ποιήματα, πολύστιχα και μη, είναι φανερά τα δραματουργικά στοιχεία στη λύση του θέματος, τα κεφάλαια στα μεγάλα ποιήματά του περνάν από μπροστά μας σαν αλλεπάλληλες σκηνές ενός κινηματογραφικού έργου κι η φωνή του ποιητή παίρνει συχνά της θέση μιας σύντομης επεξήγησης.

«Θάθελα να μιλήσω απλά», – λέει ο Λειβαδίτης στο ποίημά του «Απλή κουβέντα», γραμμένο στη Μακρόνησο το 1950.

…με τ’ όνομα του νεκρού συντρόφου
σαν ένα πηρούνι καρφωμένο στη γλώσσα σου
πώς να τραγουδήσεις;

Μας φτάνει να μιλήσουμε
απλά
όπως πεινάει κανείς απλά
όπως αγαπάει
όπως πεθαίνουμε
απλά.

Και το επόμενο ποίημά του «Παραμονή Χριστουγέννων» γράφεται σα μια εκπλήρωση, θα έλεγε κανείς, της προγραμματικής τούτης εξαγγελίας. Το ποίημα ανοίγει με τη σκηνή του προσκλητηρίου των μελλοθανάτων. Ούτε μια λέξη για το θάνατο. Είναι μια σκηνή σύντομη, τόσο που ο δυνατός , φαρμακωμένος άνεμος δεν προλαβαίνει να ξεκολλήσει ένα χαρτάκι αγκιστρωμένο στο συρματόπλεγμα. Τους μελλοθάνατους τους έβγαλαν και τους πήραν, το χαρτάκι εξακολουθεί να δέρνεται και να παγώνει.

Παγωνιά
στον ουρανό ένα χρώμα βρώμικης φανέλλας
στεκόμαστε στη γραμμή
όρθιοι
κάποιος χνωτίζει τα νύχια του
ένα παιδί με σπυριά δίπλα σου
δε μιλάει
κρυώνει
ένα χαρτάκι κολλημένο στο συρματόπλεγμα
κ’ εκείνο κρυώνει
καθώς μας πλευρίζουν τα καμιόνια
μια μυρουδιά μπενζίνας
οι πόρτες που ξανακλείνουνε
ο λοχαγός έχει δυο μάτια από κατράμι
η φωνή του μες απ’ τις μύτες του σηκωμένου γιακά
ένας – ένας
ακούει τ’ όνομά του
και βγαίνει
αντίο, αντίο
το χώμα τρίζει κάτω απ’ τις αρβύλες
κάποιος σηκώνει το χέρι του
τίποτ’ άλλο
το παιδί με τα σπυριά προχωράει
στη θέση του μένουν δυο χνάρια από αρβύλες
που σε λίγο θα τα σβύσει η βροχή
ένα χέρι γλυστράει το ρολόι του στην παλάμη σου
δε θα μου χρειαστεί, λέει – αντίο
το χαρτάκι κολλημένο στο συρματόπλεγμα
κρυώνει ακόμα.
Ξεκινάνε τα φορτηγά.

Όταν κι ο θάνατος έχει γίνει καθημερινότητα, οι ηχηρές λέξεις είναι φοβερή ανορθογραφία. Τα πολλά κλείνονται μέσα στα πιο λίγα, σε μια λέξη «αντίο» ή σε μια φράση, σαν εκείνη που λέει ο μελλοθάνατος δίνοντας το ρολόι του στο σύντροφό του: «Δε θα μου χρειαστεί». Ακριβώς αυτή η λακωνικότητα είναι ένας ανώτερος ανδρισμός κι ανώτερη αξιοπρέπεια, αυτό υπογραμμίζει κι ο χαμηλός πεζός τόνος στις επεμβάσεις  του ίδιου του ποιητή[…]

Όλη η σκηνή είναι γραμμένη στα περιθώρια μιας αναπνοής. Δεν υπάρχουν σημεία στίξης` οι λεπτομέρειες, που έχουν επισημανθεί με πολλή ακρίβεια, αλλά φαίνεται πάρθηκαν στην τύχη, διοχετεύονται σ’ έναν  εξαιρετικά πυκνό σύνολο που περιέχει το τοπίο, διάφορα πορτραίτα, δράση, διάλογο, επεξηγηματικές σημειώσεις…Το φινάλε μόνο, σαν ένα τελευταίο ακόρντο, ξεχωρίζει σ’ ένα στίχο με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα: «Ξεκινάνε τα φορτηγά». Ξεκινάνε παίρνοντας αυτούς που μόλις προ ολίγου ήταν εδώ στη γραμμή, ανθρώπους που διόλου δε μοιάζουν με ήρωες, ωστόσο το θάνατο τον δέχονται σαν ήρωες.

Δεν ήταν στο χέρι τους να υπερασπίσουν τη ζωή τους, μα μπορούσαν να υπερασπίσουν ό,τι κατά πρώτο λόγο ήθελαν να πλήξουν οι άλλοι – την ψυχική τους ανωτερότητα, την αίσθηση της κοινής τους μοίρας, την ελπίδα τους που θα προχωρήσει πέρα από τούτα τα σημερινά σκοτάδια, έστω κι αν αυτοί οι ίδιοι δε θάναι πια στη ζωή.

Τον πήραν νύχτα, ξαφνικά, και τον σκότωσαν στο προαύλιο
η πατατούκα του πεταμένη πάνω στο χώμα
μα δάγκωσε σφυχτά στα δόντια το χαμόγελο
μη του το πάρουν.

Νύχτα των Χριστουγέννων. Χιονίζει. Στο θάλαμο είκοσι ξεπαγιασμένα παλικάρια. Ο κουλοχέρης Θωμάς καθαρίζει μια πατάτα κρατώντας την μες στα γόνατά του. Τα λόγια του: «Καλή νύχτα. Καλά Χριστούγεννα» – είναι μια θερμή χειραψία, μια «τσέπη μάλλινη» όπου μπορεί κανείς να ζεστάνει τα παγωμένα του δάχτυλα.

Ένα «μικρό καρβουνάκι» είναι αναμμένο ακόμα και στα πιο συγκλονιστικά, τα πιο τραχιά από τα ποιήματα που γράφτηκαν στη Μακρόνησο. Και δε σβήνει. Υπάρχει πάντα εκεί κοντά ένας συνάνθρωπος που πάσχει και αγωνίζεται. Η φυλακή και η εξορία έκαμαν να πετρώσει το χαμόγελο στα πρόσωπά τους, κάτω όμως από την πέτρινη επιφάνεια έχει μείνει απείραχτη από τη φθορά η ανθρώπινη ζεστασιά, αυτή που στις κρίσιμες στιγμές βοηθά να ξεπεραστεί η πίκρα κι η απελπισία[…]

Πολλά ποιήματα γράφτηκαν στη Μακρόνησο κι από διάφορες πλευρές φωτίζουν το ανεξάντλητο θέμα του αγώνα με το θάνατο, με το κακό που κατισχύει και θριαμβεύει, με τον πειρασμό που αισθάνεται ο άνθρωπος να κάνει μια παραχώρηση και να γλυτώσει. Πρόκειται ασφαλώς για ένα μεγάλο σχολείο ζωής. Το πραγματικό βίωμα με την τρομερή του απόκλιση από κάθε έννοια ανθρώπινης νόρμας, με τον έκτακτο δυναμισμό του, είναι από μόνο του , θάλεγε κανείς, πράξη που συνταράζει συναίσθημα και σκέψη. Τα ποιητικά όρια της ατομικής πείρας ταυτίζονται με την πείρα όλων , κερδίζοντας έτσι απεριόριστα σε συναισθηματική δραστηριότητα. Αυτό είναι πάλι ένα από τα αδρότερα χαρακτηριστικά της ποίησης του Στρατοπέδου. Στο ποίημα του Λειβαδίτη «Μάχη στην άκρη της νύχτας» (1952) έχουμε μια πρώτη προσπάθεια για συνόψιση και απολογισμό, το έργο είναι γραμμένο στον τύπο μνημειακού συμπλέγματος, σαν εκείνα που έστησαν μετά τον πόλεμο στα χιτλερικά στρατόπεδα θανάτου.

Για να ζήσουμε
πρέπει ν’ αρνηθούμε
πως είναι νύχτα
ν’ αρνηθούμε
πως θα ξημερώσει.

Τα επεισόδια από τη ζωή στο Στρατόπεδο δίνονται σαν ατέλειωτη σειρά από προσπάθειες να καμφθεί το ηθικό φρόνημα κι ο κατάδικος ν’ αρνηθεί «πως θα ξημερώσει». Έτσι έχει οικοδομηθεί το έργο. Με κάθε κεφάλαιο επιχειρείται νέα έφοδος από τις δυνάμεις που αντιπροσωπεύουν το σκοτεινό χώρο και στο τέλος υποχρεώνονται σε υποχώρηση.

Γύρω πηχτό σκοτάδι. Τα βήματα βουλιάζουν στις λάσπες. Μοιάζει σαν όλος ο κόσμος να έχει πέσει στις λάσπες, δύσκολο να πιστέψουν πως

Κάποτε περπατούσαν
τα παπούτσια τους τρίζαν
πάνω στα φύλλα
συλλογιστείτε
πάνω στα φύλλα.

Τώρα πάνε ο καθένας βυθισμένος στις έγνοιες του. Με το φως ενός προβολέα ο ποιητής κάνει πρώτα να προβάλουν οι άντρες που βαδίζουν στην πρώτη σειρά:

ο ένας κρυώνει
ο άλλος κρατάει έναν μπόγο
ο ένας θυμάται τον ήλιο
ο άλλος μ’ ένα πόδι ξύλινο.

Ύστερα το φως περνάει στη δεύτερη σειρά, μετά στην τρίτη. Αυτός ο τρόπος να παρουσιάζονται τα πρόσωπα πλάι – πλάι στην ίδια σειρά με χαραχτηρισμούς ποιοτικά διάφορους είναι αρκετά πρόσφορος για να δοθεί μια πολυμορφία από χαρακτήρες και δρόμους ζωής που συνέχονται τώρα εδώ από την ίδια μοίρα κι εκβάλλουν στο ίδιο φινάλε.

«Δος μου το χέρι σου» – λέει ο ένας στον άλλον. Αυτή η φράση, πολυσήμαντη, εμφανίζεται κάμποσες φορές, είναι σαν ένα γύρισμα τραγουδιού σ’ αυτό το κεφάλαιο, όπου ακολουθούμε τους κατάδικους στον τόπο της εκτέλεσης. Η ίδια κλείνει όλο το κεφάλαιο. Απομονωμένη σ’ ένα στίχο ηχεί σα λύση: τους μελλοθάνατους τους έφεραν, τους έστησαν μπροστά στις κάννες των όπλων, είναι τα τελευταία τους λόγια.

Το επόμενο κεφάλαιο σα να ολοκληρώνει το προηγούμενο. Έξι φαντάροι με τα όπλα τους κι ένας άνθρωπος , ο μελλοθάνατος, που σκάβει τον τάφο του. Ούτε που ξέρει τι έφταιξε. Δεν το ξέρουν κι οι φαντάροι – « όμως πρέπει απόψε πριν πεθάνει να σκάψει ο ίδιος τον τάφο του». Ανεβοκατεβαίνει η αξίνα, κάθε χτύπημα είναι κι ένα βήμα, μια στιγμή που χάνεται. Θυμάται τι όμορφα είναι τα σαββατόβραδα, όταν οι δρόμοι πλημμυρίζουν παιδιά και φυσαρμόνικες, όταν όλος ο κόσμος γίνεται στρογγυλός «σαν ένα τσίγγινο πλυμένο τραπεζάκι» στην ταβέρνα. Μα τώρα τριγύρω του απλώνεται η νύχτα,

πικρή νύχτα
σαν την αδικία πικρή.

Λίγο πιο κάτω η φράση επαναλαμβάνεται με την προσθήκη – «σαν τη λησμονιά πικρή», σε συνέχεια – «σαν την ταπείνωση πικρή» και, τέλος, όταν το έγκλημα θα έχει διαπραχθεί – «σαν την υποταγή πικρή». Λόγια πια που αναφέρονται όχι στο μελλοθάνατο και στον εκτελεσμένο, που έπεσε χωρίς να υποταγεί, αλλά σε κείνους τους έξι που τον τουφέκισαν.[…]

Αναφορικά με το Λειβαδίτη δε φαίνεται να τρομάζει μπροστά στη νατουραλιστική ωμότητα κάποιων λεπτομερειών. Η τάση είναι να ειπωθούν όλα, ώστε να σχηματίσει ο αναγνώστης γιομάτες παραστάσεις, να δει με τα μάτια του τι γεύτηκαν οι άνθρωποι εκεί μέσα, από τι δοκιμασίες πέρασε και άντεξε η πίστη τους. Δε βλέπουμε διάθεση να ηρωποιηθούν τα πρόσωπα[…] μα η σκέψη είναι πως πρέπει κανείς να τους εκτιμήσει την ευψυχία που την κράτησαν , περνώντας την μέσα από τους αλλεπάλληλους κύκλους μιας αληθινής κόλασης:

Πέντε δίκωχα γύρω
ο λοχαγός δίχως όνομα
ένα παιδί γυμνό
κρεμασμένο απ’ τα χέρια
αυλακωμένο το σώμα του
κουρελιασμένο απ’ τις βουρδουλιές
μόλις πατάν τα νύχια του στο πάτωμα
όπως σηκώνεται κανείς να δει
ένα κορίτσι που γελάει πίσ’ απ’ το φράχτη.

Τις σύντομες νευρικές πινελιές, που αναπλάθουν τις ωμές λεπτομέρειες του μαρτυρίου, ακολουθούν φράσεις οριζοντιωμένες που έρχονται εδώ από έναν άλλον κόσμο, γαλήνιον, όπου δεν έχει πόνο, μήτε καμιά σπουδή, όπου αντηχούν γέλια κοριτσιών και το γέλιο τους κάνει τον κόσμο χαρούμενο. Έτσι που έρχονται κοντά η μια στην άλλη, οι δυο τούτες φωνές θέλουν ίσως να μας πουν, πόσο η μια εχθρεύεται την άλλη, πόσο η θηριωδία είναι ασυμβίβαστη με την ανθρωπιά, η πίκρα με την ευτυχία. Ας θυμηθούμε επίσης: λάσπες αντί για φύλλα κάτω από τα πόδια των κατάδικων, το σκοτάδι γύρω στο μελλοθάνατο που σκέφτεται τα χαρούμενα σαββατόβραδα της παλιάς ειρηνικής ζωής του!

Υπάρχει και στο κεφάλαιο αυτό ένα ρεφραίν. Αρχίζει με τους στίχους:

Τώρα πρέπει να μιλήσει
για να σωθεί…

τελειώνει όμως με διαφορετικούς τρόπους υπογραμμίζοντας την αναπτυσσόμενη υπερένταση της σκηνής. Ο νέος για να σωθεί

– πρέπει να πάψει να θυμάται

– πρέπει να πάψει να ονειρεύεται

– πρέπει να πάψει ν’ αγαπάει.

Ποια όμως είναι η απόφαση που τελικά παίρνει; Στην πρώτη στροφή:

θέλει να ζήσει
όπως θέλετε κι εσείς

Στη δεύτερη:

Φοβάται μη γονατίσει
όπως φοβόσαστε κι εσείς.

Και, τέλος όταν κλείνει το επεισόδιο:

Ο λοχαγός λέει: μίλησε
ο βούρδουλας λέει: μίλησε
η νύχτα τού λέει: μίλησε
μα  η νύχτα είναι λίγη
οι σύντροφοι πολλοί
κι έκοψε με τα δόντια του τη γλώσσα
όπως θα κάνατε κι εσείς.

Ο τελευταίος στίχος κάνει να στραφούμε απότομα σ’ άλλη κατεύθυνση. Γίνεται απευθείας αναφορά στον αναγνώστη. Όχι τόσο για να διευκολυνθεί η κατανόηση των προηγουμένων, όσο για να εξασφαλιστεί η ουσιαστική σημασιοδότηση μέσα από μια αιφνίδια ταραχή, ένα συναισθηματικό τράνταγμα. Ακούγεται στη φράση αυτή βαθιά κι απαιτητική από μέρους του ποιητή βεβαιότητα στο φρόνημα των συντρόφων του, πρόσκληση που δεν προφέρεται, αλλά ηχεί καθαρά, να κρατηθούν ακλόνητοι` και μαζί μ’ αυτά αφανής κι όμως τόσο συντριπτική περιφρόνηση στη δειλία, στη λιποταξία, σ’ όσους προδώσουν. Σ’ όλο τούτο το κεφάλαιο, ο νέος που υποβάλλεται στη δοκιμασία είναι μάλλον ένας μάρτυρας, παρά ήρωας. Μόνο οι τελευταίες σειρές, εξαιρετικά λιτές, λόγια ειπωμένα βιαστικά, διόλου υψηλόφωνα, ρίχνουν ξαφνικά απάνω του ένα άλλο φως για να δούμε ότι έχει μέσα του μια σπάνια θέληση και ψυχικό σθένος.

Διαβλέπουμε στο ποίημα ένα πραγματικό υπόστρωμα από τη ζωή του Στρατοπέδου[…]

Δε μένει αμφιβολία ότι η ποιητική μαρτυρία είναι πιο κοντά στην αλήθεια, παρά η πολιτική, που βέβαια δε φροντίζει να καταγράφει αλήθειες. Η Ποίηση του Στρατοπέδου μάς έχει αφήσει ένα μνημείο συγκλονιστικό ακριβώς με την τρομερή της αλήθεια για το καλά μελετημένο σύστημα καταναγκασμού, που με πολλούς τρόπους – έως τους πλέον ωμούς κι απάνθρωπους – σκόπευε στην ψυχή των κρατουμένων, στην αναδιαπαιδαγώγησή τους για την επανένταξη ύστερα στο κατεστημένο. Έπρεπε να διαθέσει κανείς ασυνήθιστο σθένος για να μπορέσει ν’ ανταπεξέλθει. Από την πλευρά των θυμάτων ο αγώνας μπορούσε να είναι μόνον ηθικός, άλλα μέσα δεν υπήρχαν. Ό,τι διέθετε το ένα μέρος, οι άλλοι τα είχαν στερηθεί απόλυτα. Αυτή τη δύσκολη αναμέτρηση δίνει η Ποίηση του Στρατοπέδου σαν ένα χρονικό με τα συγκλονιστικά του περιστατικά που λαβαίνουν χώραν ανάμεσα στους δήμιους και στα θύματά τους. Τα πρόσωπα είναι φυσικό να προβάλουν κυρίως μ’ αυτές τις δύο ιδιότητες: θύτες και θύματα, νικητές και νικημένοι, κατηγορίες όμως που δεν συμπίπτουν πάντα, αλλά ουσιαστικά αντιστρέφονται. Τους πρώτους , για να συνεχίσουμε με το πολύστιχο ποίημα του Λειβαδίτη «Μάχη στην άκρη της νύχτας», τους βλέπουμε στην αρχή να περνάν γρήγορα, μέσα από σύντομες σκηνές, που σκιτσάρονται μόνο, χωρίς ιδιαίτερες υπογραμμίσεις, όμως από κεφάλαιο σε κεφάλαιο σημειώνεται σταθερή ανέλιξη και σ’ αυτό το θέμα, οι μορφές τους αποχτούν ολοένα περισσότερο βάρος, οντότητα, χρωματίζοντας με δικούς τους αντιτόνους τις μορφές των φυλακισμένων, και οξύνοντας τον χαρακτήρα της σύγκρουσης. Δεν είναι τίποτα τυποποιημένες μάσκες, δυνάμεις του κακού σε αφηρημένη γενίκευση. Είναι άνθρωποι κι αυτοί, ζωντανοί, εθελοντικά ή ανίδεα όργανα βίας. Το ξεδίπλωμα της ψυχολογίας τους μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ηθικά σ’ αυτήν τη μονομαχία των δημίων με τα ανυπεράσπιστα θύματά τους κερδισμένοι βγαίνουν οι τελευταίοι` ότι η βία κι ο σατραπισμός μεγάλα ιστορικά περιθώρια δεν διαθέτουν.

Σε μια σκηνή μαζικής εκτέλεσης σε πρώτο πλάνο είναι αραδιασμένα τα πολυβόλα:

Τότε ένα σφύριγμα
και ξαφνικά
ακούστηκαν τα πολυβόλα
τα – τα – τα
μια κραυγή
ένα ουρλιαχτό
τα πολυβόλα δεν ακούνε
τα- τα – τα
τα – τα

Η απουσία του τρίτου «τα» στην τελευταία σειρά αφήνει την εντύπωση πως η ριπή ξαφνικά κόπηκε. Ύστερα όμως μια μικρή παύση, που τη γιομίζουν κραυγές κι αναστεναγμοί, αντηχεί νέα ομοβροντία: τα πολυβόλα μένουν ασυγκίνητα στον πόνο και στους θρήνους, «τα πολυβόλα δεν ξέρουν πως έχουμε μητέρα», «οι σφαίρες δεν βλέπουν στο σκοτάδι».

Αλλά οι άνθρωποι πίσω από τα πολυβόλα; Δεν είναι τυχαίο που διόλου δεν τους βλέπουμε σε τούτη τη σκηνή. Δε θα βλέπαμε άλλωστε τίποτα περισσότερο από μια προέκταση, άψυχη κι αδίσταχτη, των όπλων.

Τα πρόσωπα θα μας δοθούν στο επόμενο κεφάλαιο:

Πρόσωπα με κράνη
πρόσωπα από στάχτη
πρόσωπα δίχως ουρανό
πρόσωπα δίχως πρόσωπο
χτυπάνε τις αρβύλες τους
να μην ακούνε την καρδιά τους
σφίγγονται στη ζωστήρα τους
για να μη σωριαστούν
τους λένε για πατρίδα
μα δε φτάνει να ζεσταθούνε
τους δώσαν έν ΄αυτόματο
για να φοβούνται να πεθάνουν.

Οι πρώτοι τέσσερεις στίχοι πέφτουν ο ένας στον άλλον σα γοργές ζωηρές πινελιές που διαγράφουν τα όρια της μάζας – τούτων των ανθρώπων που έχασαν από μέσα νου και καρδιά κι έγιναν πράγματα για βασανιστήρια και θανάτους. Ο ξηρός κρότος αυτών των γραμμών («πρόσωπα με κράνη – πρόσωπα δίχως πρόσωπα») κάνει ν’ ανακαλέσουμε στο νου μας στυγνές σκηνές που έχουμε δει ή ακούσει, όπως τη σκηνή ενός μαστιγώματος από χέρι ασκημένο να τεμαχίζει με ψυχρή ακρίβεια το χρόνο ή το μακάβριο βηματισμό ενός εκτελεστικού αποσπάσματος πάνω στο πλακόστρωτο ενός στρατώνα. Μα να μέσα στο σκοτεινό προπλασμό κάποια ανοίγματα κάνουν να προβάλει το κρυφό λαχάνιασμα, ο φόβος, ίσως και κάποιες θολές ακόμα τύψεις. Τρυπώνει και μέσα εκεί το κρύο, ο τρόμος, ίσαμε το διοικητή τους

(«τρομάζει το σκοτάδι, δε βγαίνει ποτέ τη νύχτα απ’ το δωμάτιο») ή τον αξιωματικό της υπηρεσίας που

έκανε να θυμηθεί τη μάνα του
μα δε μπορούσε
το πρόσωπο της μάνας του
κρυμμένο
πίσω από μια κηλίδα μαύρη
μια κηλίδα αίμα
άνοιξε την πόρτα
η αποθήκη σκοτεινή
ένοιωθε να κρυώνει
και κρεμάστηκε
μήπως ζεσταθεί.

Σ’ όλους που «μπορούν ακόμα να κοιτάνε τον ουρανό» («εσείς που τρέμετε όταν πυροβολείτε»), ο ποιητής, εν ονόματι του δικού του κόσμου, δίνει το χέρι του. Δεν είναι μια μεγαλόψυχη χειρονομία αυτή, άφεση αμαρτιών, παρά σωστή συναίσθηση σε τι τερατώδεις συγκρούσεις φέρνει τους ανθρώπους ένας εμφύλιος πόλεμος που μεταμορφώνει σε εχθρούς τους χτεσινούς γείτονες, φίλους κι αδελφούς.[…]

Σ’ ένα από τα μικρότερα ποιήματα του Λειβαδίτη γραμμένο στη Μακρόνησο, «Μη σημαδέψεις την καρδιά μου», ο κατάδικος βρίσκει την ψυχική δύναμη να πει αδελφό του το φαντάρο σκοπό, έναν από κείνους που αύριο μπορεί να τον σκοτώσει. Εκεί σ’ αυτόν τον φαντάρο βλέπει ένα φίλο του, τον παλιό συμμαθητή που έβγαιναν και χάραζαν μαζί στον τοίχο με την κιμωλία τα παιδικά τους όνειρα.

Γέρασε η μάνα σου σφουγγαρίζοντας τις σκάλες των υπουργείων
το βράδι σταματάει στη γωνιά
κι αγοράζει λίγα κάρβουνα απ’ το καρότσι του πατέρα μου
κοιτάζονται μια στιγμή και χαμογελάνε
την ώρα που εσύ γεμίζεις τ’ όπλο σου
κ’ ετοιμάζεσαι να με σκοτώσεις.

Λακωνικά, με τρόπο απλό που αλήθεια αφοπλίζει, δόθηκε εδώ η τραγωδία του αδελφοσπαραγμού εκείνων των χρόνων κι η υψηλή ηθική στάθμη των ανθρώπων που δίχως μίση, δίχως τη δίψα μιας εκδίκησης μπορούσαν να πούνε στους άλλους:

Κι όταν σου πουν να με πυροβολήσεις
χτύπα με αλλού
μη σημαδέψεις την καρδιά μου.
Κάπου βαθιά της ζει το παιδικό σου πρόσωπο.
Δε θάθελα να το λαβώσεις.

Ωστόσο το χέρι που απλώνεται για μια καινούρια συναδέλφωση δεν μπορεί , μόνο του, να σβήσει για λογαριασμό του άλλου την προσωπική ευθύνη που μοιραία φέρνει η συμμετοχή σ’ ένα έγκλημα. Τούτες οι κακές στιγμές θα τελειώσουν μαζί με τον πόλεμο και μπορεί κανείς τίποτα ποτέ να μη μάθει – οι ίδιοι θα θελήσουν να μείνει κρυφή η συμμετοχή τους στις νυχτερινές δολοφονίες. Ωστόσο ο χρόνος θα κρατήσει – για κείνους τους ίδιους – τη συναίσθηση της ευθύνης, θα κρατήσει το ερώτημα:

Όμως αυτά τα έξη παιδιά
πώς δέχτηκαν να πυροβολήσουν;

[…] Το ποίημα του Λειβαδίτη κλείνει μ’ ένα επεισόδιο συμβολικό: δυο από τους φυλακισμένους, άγνωστοι ο ένας στον άλλον, το ίδιο ταλαιπωρημένοι απ’ τα μαρτύρια, μα δίχως να υποχωρήσουν, περιμένουν τη μοιραία ώρα ν’ ακούσουν τα ονόματά τους. Βρίσκονται σε πλαϊνά κελιά. Μέσα από τον τοίχο που τους χωρίζει προσπαθούν να στείλουν ο ένας στον άλλον ένα σινιάλο συμπαράστασης:

Ακόμα λίγο
ο τοίχος είναι δίπλα
σύντροφε μ’ ακούς
ο άλλος χαμογελάει πίσω απ’ τον τοίχο
ένα μικρό βασανισμένο γέλιο
ένα γέλιο
σαν μια χαραμάδα φως
ένα γέλιο που φέρνει το θάνατο
σ’ όσους ξεχάσουν αυτό το γέλιο
σύντροφε σ’ ακούμε
αυτό το γέλιο ταπείνωσε τους εχθρούς.

Δυο άγνωστοι κι αύριο θάρθουν να τους πάρουν για να μην ξαναγυρίσουν ποτέ, πουθενά, θα πάνε άγνωστοι μες στους αγνώστους, όμως σήμερα τα πληγιασμένα τους δάχτυλα «κάνουν τον τοίχο να ξυπνάει»:

ο ένας λέει: ο ήλιος για όλους τους ανθρώπους
ο άλλος λέει: η μέρα είναι κοντά
και οι δυο λένε: θα βαδίσουμε.

«Βασανισμένα μου αδέλφια, – απευθύνεται και στους δυο ο ποιητής, – χαμηλώστε, βάλτε τ’ αυτί σας στον τοίχο, σ’ όλους τους τοίχους του κόσμου ν’ ακούσετε την ίδια σας φωνή»:

Ο ήλιος για όλους τους ανθρώπους
η μέρα είναι κοντά.
Θα βαδίσουμε.

Αυτός ο τελευταίος στίχος σφραγίζει όλο το ποίημα σαν ένα συμπέρασμα, όρθιοι στη γραμμή πορείας με τις πληγές ανοιχτές…

Σόνια Ιλίνσκαγια, Η μοίρα μιας γενιάς. Συμβολή στη μελέτη της μεταπολεμικής πολιτικής ποίησης στην Ελλάδα. Μεταφραστική επιμέλεια: Μήτσος Αλεξανδρόπουλος Κέδρος 1976


(Η Σόνια Ιλίνσκαγια γεννήθηκε το 1938 στη Μόσχα. Σπούδασε κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας με παράλληλη ειδίκευση στη νεοελληνική και τη ρωσική φιλολογία. Ασχολήθηκε με τη διάδοση -μελέτη και μετάφραση- της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Έχει εκλεγεί τακτικό μέλος της Ένωσης Συγγραφέων της ΕΣΣΔ ως κριτικός και μεταφράστρια της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας. Το 1971 υποστήριξε τη διδακτορική διατριβή της με θέμα Συμβολή στη μελέτη της μεταπολεμικής ποίησης στην Ελλάδα. Η μοίρα μιας γενιάς. Μέχρι το 1938 υπήρξε ερευνήτρια του Ινστιτούτου Σλαβικών και Βαλκανικών Μελετών της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ. Το 1983, για οικογενειακούς λόγους (από το 1959 είναι παντρεμένη με τον Έλληνα πεζογράφο Μήτσο Αλεξανδρόπουλο), εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα. Είναι καθηγήτρια της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Πηγή: BiblioNet)