Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κ.Π.Καβάφης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κ.Π.Καβάφης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 29 Απριλίου 2021

Κ.Π. Καβάφης και...Ρεμβασμοί στο σκοτάδι.

 

29 Απριλίου 1863 ήρθε στη ζωή ο Κ.Π. Καβάφης και  29 Απριλίου 1933 την εγκατέλειψε. 
Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος έγραψε  το διήγημα  " Ρεμβασμοί στο σκοτάδι" το 1965 , πολιτικός πρόσφυγας, στη Μόσχα. 
Η Σόνια Ιλίνσκαγια - Αλεξανδροπούλου  έκανε γνωστό τον Κ. Π.Καβάφη και το έργο του στο ρώσικο αναγνωστικό κοινό. Γράφει στο βιβλίο της " Ο Κ.Π. Καβάφης και η ρωσική ποίηση του "Αργυρού αιώνα" :
"...το 1965, η ¨Σατραπεία" του Καβάφη δημοσιεύτηκε στη Μόσχα μέσα σε ένα διήγημα του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου " Ρεμβασμοί στο σκοτάδι". Ήταν η πρώτη μεταφραστική επικοινωνία μου με τον Καβάφη και αποδείχτηκε ιδιαίτερα καθοριστική. Καθοριστικό υπήρξε το κύριο κλειδί πρόσβασης στον Καβάφη, όπως υποβάλλεται στο διήγημα. Η πεποίθησή μου, την οποία ανέπτυξα πολύ αργότερα, ότι στην πρώτη μεταπολεμική γενιά έπεσε ο κλήρος μιας πολύ προσωπικής, ανανεωμένης ανάγνωσης του Καβάφη, έχει τις ρίζες της σε κείνη την παλιά εμπειρία και πιστεύω πως αξίζει να την καταγράψω.
Μέσα στην παγερή νύχτα, στο σκληρό περιβάλλον ενός στρατώνα, στο βασίλειο της κυριολεκτικής  σατραπείας, ένας νεοσύλλεκτος φρουρός, διανοούμενος, βρίσκει ζεστασιά και ψυχικό στήριγμα απαγγέλλοντας, μέσα φωνή, της "Σατραπεία" του Καβάφη. Και το ποίημα αυτό, και το όνομά του Καβάφη θα λειτουργήσουν ως μυστικός κώδικας αναγνώρισης στην αναπάντεχη, όπως αυτή θα εξελιχθεί, συνάντηση και την κουβέντα με τον αξιωματικό Εφόδου. " Τον ύμνο όλων εμάς των ταλαιπωρημένων, τώρα καταλαβαίνω..., λέει ο αξιωματικός. Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι' άλλα κλαίει...". Σε λίγο ανάμεσά τους πάλι θα πέσει ο αδιαπέραστος " τοίχος του σκοταδιού και της παγωνιάς" δίπλα στη σκοπιά θα περάσει η περιπολία της Στρατιωτικής Αστυνομίας, αλλά εκείνη η ζεστή επικοινωνία των δύο εσωτερικά ανυπόταχτων πρόλαβε να συντελεστεί. Και σαν ένα όραμα μένει τελικά η ιδέα της όρθιας ανθρώπινης στάσης, έστω και διαποτισμένης με μεγάλη δόση στωικισμού.
Μ' αυτό το ουμανιστικό μήνυμα που η πρώτη μεταπολεμική γενιά διέκρινε στην ποίηση του Καβάφη σαν κάτι πολύ δικό της, βίωμα και δίδαγμα, συνδέθηκε σε ένα μεγάλο βαθμό και η δική μου πρώτη ανάγνωση του Καβάφη. Πιστεύω πως μια τέτοια γοητεία άσκησε και στους συμπατριώτες μου η δειγματοληπτική γνωριμία με τον Καβάφη το 1967 στις σελίδες του περιοδικού Ξένη Λογοτεχνία. Η εποχή, ως γνωστό, προσδιορίζει και την οπτική γωνία των διαβασμάτων..."

Ρεμβασμοί στο σκοτάδι
Ο παλιός σκοπός άναψε το τσιγάρο του, σφίχτηκε μες στη χλαίνη κι αποχαιρέτησε τον άλλο φαντάρο που ήρθε και τον άλλαξε:
- Μωρέ θα ξεπαγιάσεις, φιλόσοφε, του είπε. Θα κόψεις καρφιά με την ψυχή σου, αλλά τι να σου κάμω κι εγώ ο έρμος...Ένα σου λέω μόνο - προσαρμόσου! Γίνε κι εσύ άγριος, βλαστήμα, μούτζωνε και με τα πόδια, βρίζε τα πάντα - και θα ζεσταθείς λιγουλάκι...Λοιπόν, σε καληνύχτισα!
Κι αμολύθηκε κατά το θάλαμο σκυφτός και γρήγορος σα μίκυ - μάους.
Το κουβούκλιο της σκοπιάς είναι σανιδένιο, με τρύπια λαμαρίνα από πάνω. Ο αέρας το πιάνει από παντού. Το μέρος γουλί μπροστά, ούτε δέντρα ούτε σπίτια, ο αέρας άλλοτε φέρνει βροχή κι άλλοτε ψιλό χιόνι - και πάει όπου θέλει. Καβαλάει τις σκεπές των στρατώνων, βροντάει τα καζάνια στα μαγειρεία, τις λαμαρίνες, τα ξεκάρφωτα σανίδια στ' αποχωρητήρια. Αφήνει πίσω τις βρύσες να σφυράν κι έρχεται πετροβολώντας τη σκοπιά. Εκεί ακονίζει την κόψη του στις χαραματιές και πέφτει μέσα σαν τούρκος με γιαταγάνι από ψηλό τειχί. Οι φαντάροι τον αντιμετωπίζουν όρθιοι μες στην παλιοχλαίνη, αγουροξυπνημένοι, τρελοί για ζέστα και για ύπνο. Δίχως κι ένα τσιγάρο και δίχως και κουβέντα. Έτσι αμίλητοι κι ακούνητοι, παλικάρια είκοσι χρονών, όρθια κόκαλα μ' εφ' όπλου λόγχη.
Αυτός δε βλαστημούσε. Δεν είχε τίποτε με τους αγίους, κι αγνοούσε τους διαόλους και το ορδί τους. Κρύωνε, τον τάραζε το κρύο. Στις πατούσες έβγαλε χιονίστρες όπως κι άλλοι γιάννηδες, η επιδερμίδα του προσώπου και των χεριών ξερόσκαγε και με το κρύο έτσουζε. Κάτω από τα μαλλιαρά κοκαλιασμένα ρούχα, το σώμα ήταν μαλακό ακόμη, άψητο.
Αδιαφορούσε όμως και γι' αυτό. Του έφτανε ότι κάτω από το παγωμένο περίβλημα η ψυχή κρατιόταν ζεστή σα σπόρος στο χώμα. Ότι αυτός και μέσα σε τούτη δω την Αλάσκα διατηρούσε ήμερες και γελαστές σκέψεις. Τις άπλωνε κάθε νύχτα μεσ' από την κατεψυγμένη σκοπιά σα ν' άπλωνε γιοφύρια. Και περνούσε πέρα αλαφρύς σαν πουλί κι αθόρυβος σα ρεμβασμός.
Κανείς δεν είχε πάρει είδηση ότι έκανε τέτοια πράγματα.
Γύρω ήταν νέκρα, δε βλογούσε ψυχή, ούτε κανένα μάτι έβλεπε. Μόνο ο αέρας. Αλλά ο αέρας δεν είχε κίνδυνο. Επικίνδυνοι ήταν οι άντρες της Στρατιωτικής Αστυνομίας ή ο αξιωματικός της Εφόδου, αν θα πλάκωνε κι αυτός σε μια στιγμή αθόρυβος κι απαρατήρητος.
Το κρύο κι ο αέρας ας κάναν λοιπόν τη δουλειά τους, αυτόν δεν τον εμπόδιζαν.
...Ο παλιός σκοπός είχε χωθεί πια στο θάλαμο, ίσως και στο σκέπασμά του. Στο προαύλιο δεν ήταν κανείς, αριστερά κανείς, δεξιά επίσης. Ενώ μπροστά απλωνόταν αυτή η κρύα και σκοτεινή ερημιά, κι ο στρατιώτης δίνοντας μια με το μαγικό ραβδί τη μεταμόρφωσε αμέσως σε πλήθη ακροατές έτοιμους να τον ακούσουν.
Χτύπησε  κάτω μαλακά τον υποκόπανο και προειδοποίησε να γίνει ησυχία.
Αυτοί που ήταν εμπρός έπαψαν και του αφοσιώθηκαν. " Σςςς! Σιωπή!" είπαν και στους άλλους.
Βγήκε λιγάκι , έτσι συμβολικά, μια πιθαμή μόλις πιο εμπρός κι ανάγγειλε:
- Η Σατραπεία!
Περίμενε να καταλαγιάσουν οι φωνές και να υψωθεί το ενδιαφέρον. Και στάθμισε καλά τη φωνή του κι άρχισε:
Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα
ενθάρρυνσι κ’ επιτυχία να σε αρνείται·
να σ’ εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες,
και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.
Παύση - αναπνοή. Προσπάθησε και να βολιδοσκοπήσει την εντύπωση από την έκφραση των ακροατών.
Ε, διάφοροι άνθρωποι τον άκουαν!
Ήταν πολλοί που δεν είχαν αντιληφθεί την ουσία, τα παίρνουν όλα τοις μετρητοίς. Τον παρακολουθούσαν μ' ένα ύφος που έδειχνε ότι τον συμπαθούν, αφού έχει ατυχίες στη ζωή, αλλά μια φορά η υπόθεση αυτή τους ίδιους δεν τους αφορά. Άλλοι, αντίθετα, τον ατένιζαν μυημένα - τα βλέμματά τους δέθηκαν μάνι μάνι με το δικό του βλέμμα και συγκοινωνούσαν σα φλέβες όπου μέσα τους ρέει το ίδιο αίμα. Αυτά τα βλέμματα τον ηλέκτριζαν, του έδιναν έμπνευση. Και παρ' όλο που δεν είχε χαρακτήρα ηρωικό, ένιωσε ξαφνικά μια περηφάνεια κάνοντας τη σκέψη ότι αυτή τη στιγμή φτιάχνει κάτι για λογαριασμό άλλων .
Ανάσανε καλά κι είπε να συνεχίσει.
Τότε μες στο πλήθος πήρε είδηση και τους άλλους . Αυτοί τον κοιτούσαν αλλιώς - κάτι παράξενα βλέμματα, πολύ περίεργες φάτσες...
Ήταν οι άνθρωποι των στρατώνων! Έστεκαν σχετικά σιμά, λιγάκι στην άκρη. Μόλο που η απόσταση ήταν λιγοστή, δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα στα πρόσωπά τους . Καμία έκφραση, καμία απήχηση! Ακούνητοι όλοι σα μάσκες της μεταθανάτιας ζωής, σιωπηλοί, ψυχρότατοι. Μα βέβαια, τώρα έκανε την ανακάλυψη - αποκεί ερχόταν το κρύο! Από αυτά τα χιονισμένα μάτια, από αυτά τα επιτύμβια γλυπτά που παριστάνουν πρόσωπα...
Τα κεφάλια των στρατιωτικών ήταν σε τάξη πυραμίδας , με στρωμένη ιεραρχία όπως παντού στις σατραπείες. Απάνου ένα και μοναδικό ξέπεχε το κεφάλι του αρχισατράπη - κι αποκεί φυσούσε τον περίδρομο! Εκεί ήταν ο κρατήρας, αποκεί ροβολούσε κάτω όλη αυτή η λάβα του ψύχους και της σιωπής. Ε, αλίμονο, φίλοι - τι ωφελούν τα λόγια, τι να σου κάνουν τα ποιήματα!
Τον πήρε η απελπισία κι είπε να  κάνει κράτει στην ποίηση. Αλλά στράφηκε και είδε ότι οι άλλοι ακροατές , εκείνοι οι καημένοι οι ομόκαπνοι προπαντός , περίμεναν κι αδημονούσαν: " Μα τι κάνεις; έλεγαν με τα βλέμματά τους. Γιατί σώπασες;" - " Κοίταξε πόσοι είμαστε εδώ και σ' ακούμε, εμπρός!"
Ο στρατιώτης έγινε κομμάτι ζεστότερος. Κι αποφάσισε να υψώσει τόνο και να τα πει τολμηρότερα:

Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις,
(η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις),
και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πηαίνεις στον μονάρχην Aρταξέρξη
που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,
και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια.
Και συ τα δέχεσαι με απελπισία
αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.

Είδε με την άκρη του ματιού ότι ταράχτηκε η πυραμίδα κεφαλών! Το ένα κεφάλι γύρισε στ' άλλο, σάλεψαν νευρικά τα μουστάκια, κροτάλισαν ένα βουνό σαγόνια, ο κρατήρας έπαθε μικρό τικ. " Τι λέει, ρε, αυτός; Κάτι μουρμούρισε περί σατραπείας και τέτοια, σαν τ΄ήθελε δηλαδή να μας πει; " Τα όρθια αυτιά με το δασύ τρίχωμα εμπήκαν σε γοργή κίνηση, ίδρωναν να ταξινομούν τους ήχους κατά συλλαβές, τις συλλαβές κατά ήχους . Όλες οι παρακατιανές κεφαλές γύρισαν ψηλά στον κρατήρα.
 " Μωρέ, τι τα ψιλολογάμε. Ναν του κόψουμε τη λαλιά με το σπαθί μας, τι το' χουμε και κρέμεται; Μας προστάζεις ναν του πάρουμε το λειρί, ναν του αφαιρέσουμε αναίμακτα τη σκέψη; "
Ο στρατιώτης τους άφησε να λένε κι άλλα τέτοια. Τους προσπέρασε μ' ένα χαμόγελο. Δίχως κακία, με την ανωτερότητα που χαρίζει η πεποίθηση και το ηθικό ύψος.
Βάθυνε κι άλλο τη φωνή του κι είπε σα να' λεγε με δυο λόγια το παράπονο όλης της ζωής κι όλη τη μοίρα του:

Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει·
τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών,
τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε·
την Aγορά, το Θέατρο, και...

" ...τους Στεφάνους" δεν πρόλαβε να τους πει. Ένας ίσκιος έπεσε κολλητά πάνω του κι έφραξε το άνοιγμα της σκοπιάς. Πάνω στο χέρι του έπεσε το άλλο χέρι - και τ' όπλο του έκανε φτερά. Άφησε τους στεφάνους, τινάχτηκε.
-Κοιμάσαι, βρε, κοιμάσαι;
- Όχι, πήγε να πει...
- Ε , μήπως πάγωσες;
Τέντωσε κάτω τα χέρια, στάθηκε προσοχή.
- Όχι , κύριε υπολοχαγέ...
- Μα τότε πώς διάολο , μωρέ παιδί μου! Εγώ σου πήρα το όπλο, δε βλέπεις; Ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Δε με κατάλαβες λοιπόν διόλου που ερχόμουν; Τι έκανες ; Σκεφτόσουν;
- Μάλιστα...
Ο αξιωματικός Εφόδου στάθηκε λίγο αμίλητος κι αναποφάσιστος. Άφησε ύστερα το όπλο στα χέρια του στρατιώτη κι αναστέναξε:
- Διανοούμενος είσαι;
- Διανοούμενος...
- Διανοούμενος, αναστέναξε πάλι ο αξιωματικός.
Κατόπιν χτύπησε το στρατιώτη δυο τρεις μαλακά στον ώμο:
- Έλα, δώσ' μου το βιβλίο Εφόδου. Τυχερός είσαι, πολύ τυχερός μάλιστα που βρέθηκα εγώ, συνάδελφος σου εν όπλοις και εν πάθεσι κατά κάποιο τρόπο, γιατί αν ήταν κανένας άλλος...Από πού είσαι;
- Από τον Καρδαμά
- Τι εστί Καρδαμάς;
- Ένα χωριό κοντά στην Αμαλιάδα.
- Α, πάμε στην Αμαλιάδα- να φαμ' αλιάδα! Ο αξιωματικός γέλασε και καμπούριασε μες στη χλαίνη του χουχουλίζοντας τα χέρια. Α-μα-λιά- δα...Γεια σου - με τα ηλεκτρικά σου! ξανάπε και ξαναγέλασε...Ναι, ναι είχα ένα φίλο αποκεί, συμφοιτητή, καλό παιδί ήταν. Σπουδάζαμε μαζί στην Αθήνα φιλόλογοι, μαζί τρώγαμε στραγάλια στον κήπο...
Ο στρατιώτης ρώτησε χαρούμενα.
- Είστε φιλόλογος κι εσείς κύριε υπολοχαγέ;
Διάκρινε καλύτερα τώρα το πρόσωπο του αξιωματικού - είδε γκρίζους κροτάφους, πολλά αυλάκια στα μάγουλα, μια ειρηνική κι ευγενική μορφή που δεν μπορούσε να΄χει  στενή σχέση με το στρατώνα, μάλλον ηθοποιός ήταν και φόρεσε τη στολή να παίξει απόψε αυτό το ρόλο που δεν του πήγαινε.
- Ήμουν, μην τα ρωτάς. Μη μου θυμίζεις τους χρόνους εκείνους...- κοίταξε με προσοχή γύρω του κι έβγαλε το πακέτο του. Καπνίζεις, μωρέ;
- Όχι.
- Καλύτερα, γιατί δυο φορές απόψε θα παραβίαζα τον κανονισμό- Γύρισε μέτωπο στον αέρα και τράβηξε επιδέξια το σπίρτο. Η φλόγα έσβησε αμέσως, μα το τσιγάρο πήρε φωτιά- Για πες μου αλήθεια. Τι σκεφτόσουν τώρα εδώ στη σκοπιά, γιατί ήσουν τόσο απορροφημένος;
Ο στρατιώτης απάντησε με ειλικρίνεια.
- Δε σκεφτόμουν, απάγγελνα στίχους.
- Δικούς σου μωρέ παιδί;
- Του Καβάφη.
- Α... έκαμε γελαστά. Μα σ' έχει περιλάβει και σένα αυτός ο ψυχοφθορεύς; Τόσον νέον; Καλά τέλος πάντων εγώ που δεν μετριούνται πια τα σβησμένα μου κεριά, αλλά εσύ; Με τι σε μαύλισε εσένα; Μήπως η ανδρεία της ηδονής τίποτα, μωρέ παιδί μου;
Με τον πιο ρητό τρόπο ο στρατιώτης το απόκλεισε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
- Θυμήθηκα τη Σατραπεία του, είπε
Κίνηση της κεφαλής - θλιμμένο χαμόγελο:
- Μμμμ...Τον ύμνο όλων εμάς των ταλαιπωρημένων, τώρα καταλαβαίνω...Άλλα ζητά η ψυχή σου, γι' άλλα κλαίει...
Και συνέχισε και τελείωσε το ποίημα. Ειπωμένοι από αυτόν, κυλούσαν οι στίχοι πιο πιστευτοί. Ο αξιωματικός  ήταν ηλικιωμένος, με πολλές φαίνεται εμπειρίες και είχε μια πικρία η φωνή του γνήσια, επικυρωμένη από τη ζωή. Ο στρατιώτης τον άκουε και γρήγορα λησμόνησε κι αυτή την καταραμένη σκοπιά, και το κρύο, κι όλο το στρατώνα με την πυραμίδα της σατραπείας. Είχε πάλι εμπρός του το αφοσιωμένο ακροατήριο. Κι αποδείχτηκε ότι ο αξιωματικός ήταν άριστος γνώστης του Κωνσταντίνου Καβάφη και είπε κι άλλους πολλούς στίχους του: " Για τον Αμμόνη που πέθανε 29 ετών, στα 610",  " Λάνη τάφος", " Από υαλί χρωματιστό", " Μεγάλη συνοδεία εξ ιερέων και λαϊκών"...Τους έλεγε όλους με γνώση, καλαίσθητα και λεία, έχυνε αιγυπτιακό αίσθημα στη γλώσσα του και φαινόταν που γι' Αλεξανδρινό μιλούσε Αλεξανδρινός...Ζεστάθηκε η νύχτα για καλά, το σκοτάδι αραίωνε κι έπαιρνε ανοιχτό χρώμα, κι ο ουρανός πέταξε κόκκινα, πράσινα, γαλάζια αστέρια κι όλα τους τρεμούλιαζαν μ' ένα ιδιόρρυθμο ταμπεραμέντο, σύμφωνα και με την ψυχή των στίχων.
- Η σειρά σου, είπε γελαστά ο αξιωματικός, άντε να πάρω μια ανάσα - κι άναψε τσιγάρο.
Ο στρατιώτης σάλταρε στο προσκήνιο. Κι άρχισε αμέσως:

 Bαρυάν οδύνην έχει ο Zευς. Tον Σαρπηδόνα εσκότωσεν ο Πάτροκλος·

Άφησε ο αξιωματικός το τσιγάρο να καίγεται στα δάχτυλά του - και πήρε τη συνέχεια:

 και τώρα ορμούν
ο Mενοιτιάδης κ' οι Aχαιοί το σώμα
ν' αρπάξουνε και να το εξευτελίσουν.

Το τελείωσαν μοιράζοντάς το αλυσιδωτά, μια περίοδο ο ένας, άλλη ο άλλος. Και πήραν μετά άλλα:
 " Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον",  το πήραν και το κατέβασαν ως κάτω, με βαθιά αίσθηση και οι δυο τους του νοήματος και των ήχων, προσπαθώντας πώς να παραβγάλει ο ένας τον άλλον στην κατάνυξη και στη θεογνωσία, σα να' ψελνε σε εσπερινό το δίχορο κοντάκιο της Υπερμάχου.
- Έλα κι εν' από κείνα τα διαχυτικά τώρα, είπε με πονηριά ο αξιωματικός. Αφού του κάναμε το μνημόσυνο απόψε οφείλουμε να τονίσουμε και την πλευρά αυτή...Κι άρχισε ο ίδιος:

Ομνύει κάθε τόσο       ν’ αρχίσει πιο καλή ζωή.
Aλλ’ όταν έλθ’ η νύχτα            με τες δικές της συμβουλές,
... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...

Το σκοτάδι πήγαινε πια να εξανεμιστεί, ένα γλυκό χάραμα ανασήκωνε γύρω γύρω το βλέφαρό του, μεγαλουργούσε η ποίηση.
Εκεί απάνω, ενώ έκανε έτσι τη μεγαλουργία της η ποίηση, όλες οι χορδές ξαφνικά κόπηκαν - ο αξιωματικός τινάχτηκε.
Φύσηξε δυνατός αέρας.
Αντήχησαν βήματα: " Κραπ -Κραπ" ! Κρύα σίδερα βρόνταγαν πάνω σ' άλλα.
Με μια ασύλληπτη κίνηση ο αξιωματικός έπνιξε πρώτα το τσιγάρο του, το' πνιξε αστραπιαία, μαέστρος σ΄αυτά. Δε φάνηκε ούτε σπίθα. Ύστερα -
 τρία
                 βήματα
                                          όπισθεν
κι αποκεί πέρα η φωνή του έσκισε σπαθί το σκοτάδι:
- Σκοποοός! Κοιμάσαι, πούστη! Στρατοδικείο θα σε περάσω την Παναγία σου! Γρήγορα το βιβλίο Εφόδου!
Ο στρατιώτης τέντα το χέρι. Έδωσε και ξαναπήρε το βιβλίο και βρόντηξε στο σανίδι το άρβυλο του, και το σώμα του έμεινε ακούνητο κι ολόισιο- προς όλες τις κατευθύνσεις ορθές γωνίες.
Απότομη μεταβολή, σταθερός βηματισμός- ο αξιωματικός απομακρύνθηκε. Κι ο τοίχος του σκοταδιού και της παγωνιάς ανάμεσα σ' αυτόν και στο στρατιώτη υψώθηκε , χόντρυνε αδιαπέραστα.
Ο αέρας βάραγε τώρα απ' όλες τις πάντες. Βροντούσε τα καζάνια των μαγειρίων, τα ξεκάρφωτα σανίδια και τις λαμαρίνες, πλάκωνε  κύμα μεγάλο κατά τη σκοπιά. Από πίσω του ακουγόταν και το ομαδικό συντονισμένο βήμα της περιπολίας - ακαθόριστοι σαν το σκοτάδι κατέβαιναν οι άντρες της Στρατιωτικής Αστυνομίας.
Περνούσαν σε κοντινή απόσταση, διακρίνονταν οι σκιές τους που κινιόνταν αργά και βαριά σε τάξη πυραμίδας.

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος , Φύλλα - φτερά. Διηγήματα, Εκδόσεις Πολύτυπο, Αθήνα 1983
Σόνια Ιλίνσκαγια, Ο Κ.Π.Καβάφης και η ρωσική ποίηση του "Αργυρού αιώνα", β΄έκδοση συμπληρωμένη, Νάρκισσος, Αθήνα 2004

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2015

Ας φρόντιζαν

Κατήντησα σχεδόν ανέστιος και πένης.
Aυτή η μοιραία πόλις, η Aντιόχεια
όλα τα χρήματά μου τάφαγε:
αυτή η μοιραία με τον δαπανηρό της βίο.

Aλλά είμαι νέος και με υγείαν αρίστην.
Κάτοχος της ελληνικής θαυμάσιος
(ξέρω και παραξέρω Aριστοτέλη, Πλάτωνα·
τι ρήτορας, τι ποιητάς, τι ό,τι κι αν πεις).
Aπό στρατιωτικά έχω μιαν ιδέα,
κ’ έχω φιλίες με αρχηγούς των μισθοφόρων.
Είμαι μπασμένος κάμποσο και στα διοικητικά.
Στην Aλεξάνδρεια έμεινα έξι μήνες, πέρσι·
κάπως γνωρίζω (κ’ είναι τούτο χρήσιμον) τα εκεί:
του Κακεργέτη βλέψεις, και παληανθρωπιές, και τα λοιπά.

Όθεν φρονώ πως είμαι στα γεμάτα
ενδεδειγμένος για να υπηρετήσω αυτήν την χώρα,
την προσφιλή πατρίδα μου Συρία.

Σ’ ό,τι δουλειά με βάλουν θα πασχίσω
να είμαι στην χώρα ωφέλιμος. Aυτή είν’ η πρόθεσίς μου.
Aν πάλι μ’ εμποδίσουνε με τα συστήματά τους—
τους ξέρουμε τους προκομένους: να τα λέμε τώρα;
αν μ’ εμποδίσουνε, τι φταίω εγώ.

Θ’ απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,
κι αν ο μωρός αυτός δεν μ’ εκτιμήσει,
θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό.
Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει,
πηγαίνω παρευθύς στον Υρκανό.

Θα με θελήσει πάντως ένας απ’ τους τρεις.

Κ’ είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη
για το αψήφιστο της εκλογής.
Βλάπτουν κ’ οι τρεις τους την Συρία το ίδιο.

Aλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ.
Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ.
Aς φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί
να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό.
Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν. 


Κ.Π. Καβάφης , Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984

Τρίτη 29 Απριλίου 2014

Ο παροικιακός κόσμος του Κ.Π.Καβάφη

O Kώστας Καβάφης γεννήθηκε το 1863 στην Αλεξάνδρεια, τον καιρό που μεσορανούσε ο φιλελεύθερος καπιταλισμός και οι " μικροί λευκοί " 
(σημ.ιστολογίου:" μικροί λευκοί " ήταν οι Έλληνες πάροικοι)  της Αιγύπτου πίστευαν πως ήταν τα  αφεντικά του τόπου.
 " Διήλθεν έτη τινα της νεότητός του εν Αγγλία, μεθό απήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν όπου παρέμεινεν επί διετίαν περίπου. Ηλικιωθείς ήδη, επέστρεψεν εις Αγγλίαν και επεσκέφθη την Γαλλίαν , όπου παρέμεινεν ολίγιστον χρόνον".
Ύστερα από τις αρχές του 20ου αιώνα επέστρεψε στην Αίγυπτο και έζησε τρεις περίπου δεκαετίες στη γενέτειρά του, ίσαμε το 1933 που πέθανε. Γόνος ξεπεσμένης οικογένειας εμπόρων - παροίκων ( του οίκου Καβάφη), τελικά υποχρεώθηκε να κάνει το δημόσιο υπάλληλο της αποικιοκρατίας για να ζήσει.
Για τον Καβάφη, για τον ψυχισμό του, ο Κώστας Βάρναλης μας λέει πως 
" είχε τη γυναικεία αδυναμία να κρύβει τα χρόνια του...Τότε έβρισκε την πνευματική του ολοκλήρωση, όταν υποτασσότανε στις αισθήσεις του. Ηδονιστής, ωραιόπαθος, πολύ εγκεφαλικός, απαισιόδοξος κι ατομιστής ένιωθε να υπάρχει και ως υλικός και ως πνευματικός άνθρωπος μονάχα μέσα στη φλογερή ζωή των απολαύσεων".
Και για τον ποιητή Καβάφη, ο Βάρναλης προσθέτει:
" Χωρίς αμφιβολία ο Καβάφης είναι ένας μοναδικά ιδιότυπος ποιητής. Ασεβής σε όλα από τη μορφή ίσαμε την ουσία. Η τεχνική του ελαττωματική. Ο στίχος του έχει χασμωδίες, κακές τομές, περισσευούμενες συλλαβές και ρίμες ή καθόλου ή παρηχητικές ή ομοιολεχτικές. Μουσικότητα καμιά. Η γλώσσα του ψεύτικη ( κακή καθαρεύουσα ή κακή δημοτική), το λεξιλόγιό του φτωχό, χωρίς σύνθετα, χωρίς παρομοιώσεις, χωρίς μεταφορές..."
Η ποίησή του, λέει ο Βάρναλης, ήταν απρόσωπη, δεν έβγαινε από την καρδιά του παρά από το μυαλό του, ήταν δ ρ α μ α τ ι κ ή . 
Ο Λίνος Πολίτης, πάλι, αξιολογεί τον ποιητή Καβάφη έτσι:
" Σπάζοντας τα καθιερωμένα σχήματα, στη γλώσσα, στο στίχο, στα θέματα, με μια λιτότητα σχεδόν αποσιωπητική, έφτανε σε μια προσωπική ολότελα έκφραση, δημιουργώντας μια ιδιαίτερη υποβολή και γοητεία. Η φ ω ν ή  τ ο υ  α ι ν ι γ μ α τ ι κ ή  γ ι α  τ ο υ ς  σ υ γ χ ρ ό ν ο υ ς, αρχίζει να βρίσκει ανταπόκριση κυρίως ύστερα από το 1930 και επηρεάζει από τότε αποφασιστικά όλη τη νεώτερη ελληνική ποίηση".
Ο Στρατής Τσίρκας, τέλος, θεωρεί πως ο Καβάφης διεπότανε από ένα
 " αντιιμπεριαλιστικό ντεφαιτισμό". " Η μαύρη απαισιοδοξία του", γράφει ο Σ. Τσίρκας, και το μίσος του κατά της αγγλικής κατοχής ευθυγραμμίζουν ψυχικά τον Καβάφη με τον κόσμο της στέρησης και της βιοπάλης"
 Ευχότανε και αυτός, όπως και όλοι οι πάροικοι, σύμφωνα με τη γνώμη του Τσίρκα, ...την επιστροφή προς τα πίσω, στον παράδεισο του αρχέγονου πολιτισμού, όταν δηλαδή δεν υπήρχε αγγλική κατοχή στην Αίγυπτο. Και απογοητεύτηκε όταν  οι
 " βάρβαροι", δηλαδή οι αγωνιστές της λευτεριάς, δεν έδιωξαν τους Άγγλους από το Σουδάν και την Αίγυπτο.
Σχεδόν όλες τούτες οι παρατηρήσεις είναι σωστές. Και θα ήταν όλες, αν απουσίαζε ο χαρακτηρισμός του " αντιιμπεριαλιστικού ντεφαιτισμού " που έρχεται να αλλάξει τη σωστή οπτική γωνία της αντιμετώπισης του προβλήματος : φαινόμενο Καβάφης. Ο Καβάφης σημαδιακά διαλέγει πρόσωπα και ιστορίες από την παρακμασμένη εποχή των ελληνιστικών χρόνων. Αρνείται τους καθαρευουσιάνους. Γι' αυτό γράφει " κακή καθαρεύουσα". Αρνείται τους πάροικους δημοτικιστές. Γι' αυτό και γράφει σε
 " κακή δημοτική ". Αρνείται  τη νεοελληνική ποίηση, όχι μονάχα τη σύγχρονή του, μα και την παλιότερη. Γι' αυτό και ξεφεύγει από την παράδοση, χωρίς όμως να έχει και τη δύναμη να δημιουργήσει πραγματικά καινούρια τεχνική. Μισεί την αγγλική αποικιοκρατία. Γνωρίζει αυτός , και οι άλλοι πάροικοι αστοί, όπως έγραψε o Cromer 
(  υπήρξε για 24 ολόκληρα χρόνια ο πραγματικός διοικητής της Αιγύπτου) 
" ότι η παρουσία του αγγλικού στρατού στην Αίγυπτο πρόσφερε ασφάλεια στις ζωές και στις ιδιοχτησίες του"
 Είχε υπόψη  του ότι " σε περίπτωση αναβρασμού του Μουσουλμανικού φανατισμού θα ήταν ( οι πάροικοι) οι πρώτοι που θα υπόφεραν".
Όμως, αυτός όπως και οι άλλοι πάροικοι, εκείνοι που είχαν ξεπέσει τον καιρό της αγγλικής αποικιοκρατικής κατοχής στην Αίγυπτο 
" δεν μπορούσαν εύκολα να συγχωρήσουν τον άγγλο, επειδή στεκότανε ανάμεσα σ' αυτούς και τη λεία τους` δε μπορούσαν να ξεχάσουν ότι, αν δεν επικρατούσε η Βρεταννική επιρροή, το κέρδος τους θα ήταν τετραπλάσιο".
Γι' αυτό θυμόντουσαν " με νοσταλγία τις παλιές καλές μέρες π ρ ι ν  α π ό  τ η  Β ρ ε τ α ν ν ι κ ή  κ α τ ο χ ή, όταν μπορούσαν να λεηλατούν κατά βούληση το Αιγυπτιακό Δημόσιο και όταν συμφωνούσαν με την Αιγυπτιακή Κυβέρνηση  για να κατακλέβουν τον Αιγυπτιακό Λαό"
Αν αφαιρέσει κανείς τις παινεψιές του Άγγλου ύπατου διοικητή της Αιγύπτου για την Αυτοκρατορία της πατρίδας του, δεν είχε στα άλλα άδικο. Όσοι ξέπεσαν τον καιρό της αγγλικής κατοχής, τη μίσησαν. Μα ποτές δεν έπαψαν να βλέπουν τους αποικιοκρατούμενους λαούς σα  β ά ρ β α ρ ο υ ς. Και ο Καβάφης , μια και αισθανότανε, έβλεπε, πως η παλιά καλή εποχή δεν ερχότανε πίσω, ήθελε να εκδικηθεί τους Άγγλους, βλέποντας τους " βάρβαρους" σκλάβους της Αυτοκρατορίας να τη νικάνε και να την ξευτελίζουνε. Ήταν μια κάποια λύση στο ψυχικό του αδιέξοδο.
Όπως κάθε πρόδρομος, έτσι και ο Καβάφης ήταν " αινιγματικός " για τους σύγχρονούς του αστούς διανοητές της παροικίας και της Ελλάδας. Η πρώτη αναγνώρισή του ήρθε στα σκληρά χρόνια της οικονομικής  κρίσης του 1930 και η αποκορύφωση της δόξας του μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, όταν η εισβολή του αμερικάνικου τρόπου ζωής σ' ολόκληρη την Ευρώπη αποσύνθεσε και γκρέμισε τις παλιές αξίες της ευρωπαϊκής αστικής κουλτούρας και οδήγησε την ιντελλιγκέντσια της " γηραιάς ηπείρου" είτε στην " αμερικανοποίηση " είτε στον πεσιμισμό και στην ηττοπάθεια ( τον ντεφαιτισμό) . Μέσα στην μεταπολεμική ευρωπαϊκή αστική παρακμή, ο Καβάφης έγινε σύμβολο, καινούργια αξία. Αυτό που είχε νοιώσει αυτός σαν άτομο - πάροικος, μετά την αγγλική εισβολή στην Αίγυπτο, τώρα το ένοιωθαν οι περισσότεροι αστοί διανοητές της Ευρώπης.




Νίκου Ψυρούκη, Το νεοελληνικό παροικιακό φαινόμενο, Επικαιρότητα, Αθήνα 1983

Ο Κ.Π. Καβάφης γεννήθηκε στις 29 Απριλίου 1863 και πέθανε στις 29 Απριλίου στις 1933

Δευτέρα 29 Απριλίου 2013

Διπλή επέτειος

    Διπλή επέτειος η σημερινή. Ημέρα γέννησης ( 29 Απριλίου 1863) και  ημέρα θανάτου (29 Απριλίου 1933) του Κωνσταντίνου Π.Καβάφη

   Michelangelo," Pieta "

   Το δειλινό μιας μέρας χλωμής, μέσα στη μυστηριακή μελαγχολία της μισοφωτισμένης σάλας, άκουσα για πρώτη φορά τους στίχους του κ. Καβάφη - με τη θλίψη τη συγκρατημένη που απλώνει η χειμωνιάτικη δύση, όμορφης μέρας, στα κουρασμένα δέντρα, απλωθήκανε κ' οι στίχοι του στην ψυχή μου και σκεπάσαν μ' ένα ανατριχιαστικό πέπλο μυστηρίου την Πραγματικότητα.
    Ποτέ μου ως τότε δεν είχα ακούσει τ' όνομα του κ. Καβάφη. Κ' είτανε φυσικό , σε μια τόσο ταιριασμένη ώρα δειλινή, βαθύτατα κ' εξαιρετικά να με συγκινήσουν, τα ωραία σιγοπρόφερτα λόγια.
     Την ποίηση του κ. Καβάφη δυο μού φάνηκαν από τότε πως την ξεχωρίζουν χαρακτηριστικά: Η βαθειά φιλοσοφική αντίληψη του Ανθρώπου που πολλά ξέρει, κ' η αισθαντικότητα του Ποιητή. Από το ένα μέρος η κουρασμένη σκέψη που όλα τα ξέρει μάταια κι ανώφελα, κι από το άλλο η ευαίσθητη ψυχή που είδε το φριχτό θέαμα της ζωής και δεν μπορεί να βαστάξει κ' έσπασε. Δεν έσπασε ολότελα, λύγισε. Κι ανάμεσα στα γόνατά της τώρα, με κλειστά τα μάτια, κρύβει το κεφάλι της, θυμάται τα όσα είδε  και θρηνεί. Πολλά μελέτησε φαίνεται ο κ. Καβάφης. Τα αιστήματα μήνες πολλούς και χρόνια μένουν μέσα και σιγοσταλάζουν και πετρώνονται στο νου του κι αποκρυσταλλώνουνται σε μια σκέψη. Έτσι τα ποιήματα του κ.Καβάφη, αργά και σταλαχτά μάς έρχουνται και σα σταλαχτίτες του υπομονετικού καιρού φαντάζουνε. Ιδίως, συναιστήματα του λογισμού και του κορμιού τραντάγματα, που σε πολυσέλιδους λυρισμούς θα μας ξέχυνε κάποιος άλλος ποιητής, θορυβώδης και πληβείος , σεμνά κι αριστοκρατικά μάς δείχνει ο κ. Καβάφης.


Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι — το σωστό —  εις όλην την ζωή του. 

    Βαθύτερη , δραματικότερη σκέψη, αδύνατο πιο λιγόλογα και πιο αριστοκρατικά να μας δοθεί.
    Τι είναι λοιπόν εκείνο το που το φιλοσοφικό αυτό κομμάτι το αλλάζει σε ποίημα αισταντικό και βαθύ; Είναι ο βουβός σπαραγμός της καρδιάς που θέλει να ξεσπάει και δεν την αφήνει ο νους , γιατί τη φοβάται. Ρυτιδώνεται λες η ηρεμία η φαινομενική της επιφάνειας από το σιγαληνό , το αιώνιο θαρρείς πέρασμα του πόνου του φριχτού, του διπλά φριχτού γιατ' είναι αθώρητος. Έτσι λένε πως ρυτιδώνεται κ΄η επιφάνεια της ήρεμης θάλασσας , σαν κάτω από τα νερά περνά καρχαρίας. Πάντα τέτοιο αθώρητο θεριό περνά κάτω απ' όλους τους στίχους του κ. Καβάφη. Ένας ρυθμός περιώδυνος. Μιλεί σα να παραμιλεί. Δεν προσπαθεί, φαίνεται πως δεν προσπαθεί, αρμονικά να πλέξει τις λέξεις κι ομοιόμορφα τη γλώσσα. Κ' έχει τι το βαθειά αισταντικό αυτή του η τεχνοτροπία. Θαρρείς κι ο πόνος ο κρυφός τον έχει τόσο κουράσει που δεν του είναι δυνατό να στολίζεται με φράσεις. Κάποτε οι ρίμες του τελειώνουν με την ίδια λέξη. Και δείχνει αυτό σαν idee fixe, που έρχεται και ξανάρχεται το ίδιο και απαράλλαχτο επίμονα και δεν έχει διωγμό. Ο ρυθμός του κ. Καβάφη, μας δείχνει τέλεια την ψυχή του την τόσο υποταγμένη, μα και τόσο περίλυπη. Καμιά θερμή έκφραση επαναστατημένου λυρισμού, καμιά απότομη, αποφασιστική χειρονομία. Η Αγάπη, ο Πόνος, τα Πάθη, η Φύση, συναιστήματα πολύ βαριά, θα σπούσαν το στίχο του ποιητή. Συναιστήματα τόσο υποκειμενικά, θα τον οδηγούσαν άθελα σε καμιά διαμαρτυρία, σε κανένα ανατίναγμα, σε καμιά πρόκληση στη Μοίρα. Τα πάθη αυτά τα φοβάται ο κ. Καβάφης. Τα κυτάζει να περνούν και να τον σκανιάζουν και συμαζώνεται σε μια γωνιά και ανησυχεί μήπως τον δουν και τον προκαλέσουν και τον αναγκάσουν να πει μες σ' αυτά τη σκέψη του. Αν έπαιρνε την αγάπη - την αγάπη που ή μας σπα ή μας κάνει θεούς, το ξέρει, θάπεφτε από τη συγκρατημένη αριστοκρατοσύνη και θα μιλούσε με το θόρυβο λυρικής χαράς ή αγωνίας. Ακούσετε:


Σ’ αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, που περνώ
μέρες βαρυές, επάνω κάτω τριγυρνώ
για  νάβρω τα παράθυρα.— Όταν ανοίξει
ένα παράθυρο θάναι παρηγορία.—
Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ
να τάβρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω.
Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία.
Ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει. 

   Είναι το πιο χαρακτηριστικό απ' όλα του τα τραγούδια... 

    Κι έτσι οι στίχοι του κ. Καβάφη έρχονται τόσο τρομαχτικά ήρεμοι που νιώθεις πριν νάρθουν να μας βρουν - μέσα σε μια μεγάλη κάμαρα έρημη, αγρύπνησαν και κλάψανε πολύ - και μας ήρθαν μόνο, σαν είδαν πως μπορούν να μας πουν τον πόνο τους, δίχως με κανένα μελοδραματικό κίνημα, να τον θεαματοποιήσουν ή με καμιά πομπώδικη έκφραση να εγγίσουν την ιερότατη θλίψη του. Προσπαθεί να μας παρηγορήσει για τη ζωή, να μας χαμογελάσει , είναι ήρεμος και κρύβει όσο μπορεί και πιο σπαρτιάτικα, το μυστικό πόνο που του ξεσκίζει τα στήθια ο κ. Καβάφης.
    Ένα από τα ωραιότερα έργα του Μιχαήλ Αγγέλου είναι μέσα στον Άγιο Πέτρο της Ρώμης το άγαλμα της Παρθένου Μαρίας όταν σηκώνει τον πεθαμένο γιο της απάνω από τον τάφο. Είχε τόσο κλάψει τις φριχτές μέρες των Παθών, που τώρα πια την ημέρα τη στερνή του Ενταφιασμού κουράστηκε, καταβλήθηκε , έλυωσε. Κρατεί πεθαμένο τη Ζωή της απάνω στα χέρια της κ' είναι τόσο ήρεμη από την πολλή κούραση που θαρρείς και χαμογελά. Αριστοκρατικότερη έκφραση πόνου δεν υπάρχει, μου φαίνεται. Και τραγικώτερη. Και μου φαίνεται ακόμα τίποτα άλλο στον κόσμο στον κόσμο δεν ξέρω να μοιάζει τόσο πολύ με την ψυχή του κ. Καβάφη. Έτσι θλιμμένη, έτσι σεμνά απελπισμένη μάς παρουσιάζεται ύστερα από ανάκουστο μοιρολόι η ψυχή του κ. Καβάφη, κρατώντας στα χέρια της σεμνά και υπομονετικά τη χαρά της ζωής του. Όλη η ποίηση του κ. Καβάφη μας διηγάται για κάποια μερόνυχτα, πολύ μακρυνά, πολύ μακρυνά, που ο ποιητής πολλή χαρά και πολλή θλίψη θα αιστάνθηκε. Ως ότου που μια μέρα:

 Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

"Νέα Ζωή" 1910         ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ
Δημοσιευμένο στη Νέα Τέχνη του Ιουλίου - Οκτωβρίου 1924



 

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Ο Ιωάννης Καντακουζηνός υπερισχύει



Τους κάμπους βλέπει που ακόμη ορίζει
με το σιτάρι, με τα ζώα, με τα καρποφόρα
δένδρα. Και πιο μακρυά το σπίτι του το πατρικό,
γεμάτο ρούχα κ’ έπιπλα πολύτιμα, κι ασημικό.

Θα του τα πάρουν — Ιησού Χριστέ! — θα του τα πάρουν τώρα.

Άραγε να τον λυπηθεί ο Καντακουζηνός
αν πάει στα πόδια του να πέσει. Λεν πως είν’ επιεικής,
λίαν επιεικής. Aλλ’ οι περί αυτόν; αλλ’ ο στρατός;—
Ή, στην κυρία Ειρήνη να προσπέσει, να κλαυθεί;

Κουτός! στο κόμμα να μπλεχθεί της Άννας —
που να μην έσωνε να την στεφανωθεί
ο κυρ Aνδρόνικος ποτέ. Είδαμε προκοπή
από το φέρσιμό της, είδαμε ανθρωπιά;
Μα ως κ’ οι Φράγκοι δεν την εκτιμούνε πια.
Γελοία τα σχέδια της, μωρά η ετοιμασία της όλη.
Ενώ φοβέριζαν τον κόσμο από την Πόλι,
τους ρήμαξεν ο Καντακουζηνός, τους ρήμαξε ο κυρ Γιάννης.

Και που το είχε σκοπό να πάει με του κυρ Γιάννη
το μέρος! Και θα τόκαμνε. Και θάταν τώρα ευτυχισμένος,
μεγάλος άρχοντας πάντα, και στεριωμένος,
αν ο δεσπότης δεν τον έπειθε την τελευταία στιγμή,
με την ιερατική του επιβολή,
με τες από άκρου εις άκρον εσφαλμένες του πληροφορίες,
και με τες υποσχέσεις του, και τες βλακείες. 


 ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ 9-12- 24                             Κ.Π.Καβάφης       



 Νέα  Τέχνη, φύλλα 1924: 7-10 (Ιούλιος- Οκτώβριος), Αφιέρωμα Κ.Π.Καβάφη, Έκδοση Ε.Λ.Ι.Α, Αθήνα 1983


                        

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

Μια εντύπωση

   Έτυχε κάποτε να βρεθώ στην Αίγυπτο για λίγες μέρες , στην Αλεξάνδρεια. Η Αλεξάνδρεια είνε μια πόλη που ή  τη βαρυέσαι απ' τη δεύτερη μέρα, ή τη συνηθίζεις αμέσως και δε θέλεις να φύγεις πια. Εγώ δε μπόρεσα να τη συνηθίσω. Έτσι πολυθόρυβη που είνε, και τόσο πεζή, μούκανε την εντύπωση γυναίκας που μιλεί δυνατά και φορεί πλούσια και φανταχτερά φορέματα.

    Η ανία με είχε κι' όλας κυριέψει , όταν θυμήθηκα τα λόγια του φίλου μου Πορφύρα: " Σαν πας εκεί κάτω πήγαινε να δης τον ποιητή Καβάφη. Είμαι βέβαιος πως αξίζει τον κόπο να κάνει κανείς το ταξείδι αυτό μόνο και μόνο για να τον γνωρίσει". Εζήτησα λοιπόν να με πάνε και να με συστήσουνε.

     Ο Καβάφης δε δέχεται με πολλή ευχαρίστηση τους ξένους, μου είχαν πη, και γι' αυτό επήγαινα με κάποιο φόβο. Ως τόσο μ' εδέχτηκε μ' αρκετή εγκαρδιότητα.Με την ευγενικώτατη φωνή του, στην οποία διακρίνεται καθαρά ένας ξενικός τόνος - Θεός φυλάξοι να του το πης! - με παρακάλεσε να καθήσω σ' ένα χαμηλό κάθισμα που βρισκόταν μπροστά μου, μέσα στο μισοσκότεινο σαλονάκι.

    Ως είμαι απ' το φυσικό μου δειλή μπροστά στους ανθρώπους που πρωτογνωρίζω , εκάθησα και πολύ λίγο του μιλούσα. Αυτό φαίνεται να τον ευχαρίστησε γιατί άρχισε να μου μιλή περσότερο εκείνος και διέταξε σε λίγο τον αράπη του τον Αχμέτ να φέρει wisky και μεζέδες. Σε λίγο συνήθισαν και τα μάτια μου το λίγο φως της κάμαρας και μπόρεσα να τον κυτάξω προσεχτικά καθώς μιλούσε πίνοντας.

   Είνε αδύνατος, χλωμός, με μαλλιά γκρίζα και πυκνά , πολύ πυκνά. Μα εκείνο που σου κρατά την προσοχή σου όλη είνε τα μάτια του, τα δυο παμμέγιστα, παράξενα , αινιγματικά του μάτια. Δυο τέτοια μάτια κανείς μας ποτέ δε θα τα ιδή σ' άλλον άνθρωπο, απλούστατα γιατί δεν είνε μάτια σημερινού ανθρώπου. Είνε μάτια που έρχονται από πολύ μακρυά, από τα βάθη των αιώνων, και κρατούνε μέσα τους το μυστήριο μιας άλλης ζωής άγνωστης σ' εμάς. Η φωνή του, όσο την άκουγα, μου φαινόταν κι' αυτή σα να ερχότανε από μακρυά, και ο ίδιος, καθώς είχε τώρα αποτραβηχτεί σε μια σκοτεινή γωνία και μιλούσε για τέχνη - σε μας ή στον εαυτό του; - έμοιαζε πλάσμα εξωτικό, που ζούσε  σ' άλλη από μας ατμόσφαιρα, που έπρεπε να τ' ακούς και να το βλέπεις από μακρυά, και να μη παραξενευτείς καθόλου αν άξαφνα το δης να χαθεί ολότελα από μπροστά σου και να σωπάσει.

    Η ομιλία του είνε γοητευτική. Τα πιο γνωστά πράγματα ξέρει να στα παρουσιάζει σαν καινούργια, έτσι καθώς τα ντύνει με της τέχνης του την ωραιότητα. Στα πάντα βάζει τη σφραγίδα του, τα δωμάτια, τα έπιπλα, τα παληά αγάλματα, τα σπάνια βάζα, το καθετί που τον τριγυρίζει είνε αρμονισμένο με τη φυσιογνωμία της Τέχνης του. Έτσι κ' η ποιητική του τέχνη είνε τόσο δική του, τόσο Καβαφική, που καταντά αδύνατο να τη μιμηθεί κανείς έστω κι' από μακρυά χωρίς να πέσει στο γελοίο. Γιατί για να γράψεις σαν τον Καβάφη πρέπει να είσαι ο Καβάφης. Αλλοιώς δε γείνεται. Ειν' εύκολο αυτό; Όχι βέβαια. Είνε μάλιστα αδύνατο  κατά τη γνώμη μου, και κάθε προσπάθεια θα ήτανε μάταιη και προσποιητή.

   Ξέροντας πως ζω στην Αθήνα, ο ποιητής μού μίλησε για όλους σχεδόν τους ποιητάς μας. Δείχνει σεβασμό για το έργο του Παλαμά, εκτίμηση για τον Ξενόπουλο που τον γνώρισε κάποτε, ενδιαφέρον για τον Πορφύρα. Προσέχει και ζυγιάζει πολύ τα λόγια του, μη ξέροντας τί φρονεί ο ξένος του, ποιους συμπαθεί και ποιους όχι. Φοβάται μη σε θίξει στο παραμικρό. Είνε ο πιο πολιτισμένος Έλληνας που γνώρισα. Η ειρωνεία - η ρωμέικη ειρωνεία - ή πότε λεπτή, πότε σκληρή, και συχνά χυδαία και βάναυση , είνε για τον Καβάφη τέλεια άγνωστη. Ο Καβάφης δε θα μπορούσε να σταθεί στη σημερινή Ελλάδα, και γι' αυτό κάνει σοφά που μένει μακρυά της. " Το ξέρω πως δεν είνε ωραία εδώ που μένω", μου είπε, " γι΄αυτό ζω, κλεισμένος σ' αυτό το σπήτι, μόνος με τα βιβλία μου. Δεν είμαι όμως ακόμα τέλειος ερημίτης. Σα βραδιάζει μ' αρέσει ν' ακούω την πόρτα μου να χτυπά. Είνε μια αδυναμία που πρέπει να την υπερνικήσω"

    Όταν έφυγα, κατεβαίνοντας τη μαρμαρένια σκάλα του σπιτιού, είπα στον Πάργα που με συνόδευε , και που γύρευε να μάθει τις εντυπώσεις μου. " Δεν ξέρω γιατί, δεν είμαι βέβαιη , αν αυτόν τον άνθρωπο τον άκουσα και τον είδα πραγματικά. Είστε βέβαιος πως μπορούμε να τον ξαναδούμε;" Αυτός γελούσε και μ' εβεβαίωνε πως θα τον ξαναϊδώ. Βγήκαμε έξω. Ο θόρυβος της πολιτείας μού φάνηκε ακόμα πιο ανυπόφορος, και τα ξεφωνητά των αραπάδων αποτρόπαια. Τράβηξα προς το ξενοδοχείο. Και η μορφή του Ποιητή μ' ακολουθούσε.

   Σα βρέθηκα μόνη σκέφθηκα: Βέβαια , όλοι σχεδόν το βλέπουμε, το ξέρουμε, πως η ζωή είνε άσχημη, και όμως τη ζούμε και τρεφόμαστε απ' την ασκήμια της καθημερινά. Αυτός κατάφερε να ξεφύγει απ' τη ρουτίνα της. Εγκαίρως κάρφωσε τα ερευνητικά του μάτια γύρω της και γύρω στον Έρωτα, και σαν τα βρήκε όλα τόσο άσχημα, πολύ φοβήθηκε. Υπερήφανος, δε  δέχτηκε ν' αυτοκτονήσει. Οπλίστηκε με τεράστια θέληση , κλείστηκε μέσα στο σπήτι του, και φρουρός άγρυπνος του εαυτού του , έκανε την Τέχνη του ζωή...
Μυρτιώτισσα





Το κείμενο της Μυρτιώτισσας δημοσιεύτηκε στο Περιοδικό "Νέα Τέχνη" το 1924,φύλλα Ιουλίου - Οκτωβρίου, του οποίου η έκδοση ήταν αφιερωμένη στον Κ.Π.Καβάφη. Αυτό το αφιέρωμα ανατύπωσε " φωτοστατικά η Εταιρεία Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου για την επέτειο των 50 χρόνων από το θάνατο του ποιητή" το 1983
Το αφιέρωμα  αυτό της " Νέας Τέχνης" ήταν το πρώτο που είχε τολμήσει να κάνει περιοδικό την εποχή εκείνη, καθώς το έργο του Καβάφη δεν αντιμετωπιζόταν ευνοϊκά και οφείλεται στην προσπάθεια του Διευθυντή του Μάριου Βαϊανού

Στο κείμενο διατηρήθηκε η ορθογραφία της συγγραφέως 

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2013

Αιμιλιανός Μονάη, Αλεξανδρεύς, 628–655 μ.X.

Με λόγια, με φυσιογνωμία, και με τρόπους
μια εξαίρετη θα κάμω πανοπλία·
και θ’ αντικρύζω έτσι τους κακούς ανθρώπους
χωρίς να έχω φόβον ή αδυναμία.

Θα θέλουν να με βλάψουν. Aλλά δεν θα ξέρει
κανείς απ’ όσους θα με πλησιάζουν
πού κείνται η πληγές μου, τα τρωτά μου μέρη,
κάτω από τα ψεύδη που θα με σκεπάζουν.—

Pήματα της καυχήσεως του Aιμιλιανού Μονάη.
Άραγε νάκαμε ποτέ την πανοπλία αυτή;
Εν πάση περιπτώσει, δεν την φόρεσε πολύ.
Είκοσι επτά χρονώ, στην Σικελία πέθανε. 


 Κ.Π.Καβάφης (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Πηγή

( Στον καλό συνάδελφο, τον Κώστα, που μου το υπέδειξε και στην Ελενίτσα)

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013

Ο Γενάρης του 1904

Το 2013 έχει ανακηρυχθεί  "Έτος Κ.Π.Καβάφη" με αφορμή τη συμπλήρωση  150 χρόνων από τη γέννηση του.

Ο Γενάρης του 1904

A οι νύχτες του Γενάρη αυτουνού,
που κάθομαι και ξαναπλάττω με τον νου
εκείνες τες στιγμές και σ’ ανταμώνω,
κι ακούω τα λόγια μας τα τελευταία κι ακούω τα πρώτα.

Aπελπισμένες νύχτες του Γενάρη αυτουνού,
σαν φεύγ’ η οπτασία και μ’ αφήνει μόνο.
Πώς φεύγει και διαλύεται βιαστική —
πάνε τα δένδρα, πάνε οι δρόμοι, πάν’ τα σπίτια, πάν’ τα φώτα·
σβήνει και χάνετ’ η μορφή σου η ερωτική. 


(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993) 

Επίσημος Δικτυακός Τόπος Του Αρχείου Καβάφη

Δυο διαφορετικές φωνές ερμηνεύουν το ποίημα που μελοποίησε ο Θάνος Μικρούτσικος

Ο Κώστας Θωμαίδης


και ο Γιώργος Μεράντζας


Η φωτογραφία από εδώ