Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τατιάνα Γκρίτση - Μιλλιέξ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τατιάνα Γκρίτση - Μιλλιέξ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2020

Το γράμμα


Κοιτάζει την ημερομηνία στο ημερολόγιο που κρέμεται  στον τοίχο. Δεν της θυμίζει τίποτα. Το γραφείο, η λάμπα του γραφείου, τα σχήματα στο ταβάνι, δεν της θυμίζουν τίποτα. Είναι περαστική κι από δω. Από το παράθυρο μπαίνει το φως της θάλασσας, ο ήχος των αυτοκινήτων που τρέχουν στη λεωφόρο, λίγο κάγκελο από το μπαλκόνι και πολύς ουρανός. Ο ουρανός είναι γαλάζιος και η θάλασσα είναι γαλάζια, πριν λίγο πρέπει να πέρασε κάποιο βαπόρι, έχει μείνει χαραγμένη η πορεία του πάνω στο νερό, είναι πιο ανοιχτόχρωμο σχεδόν ξασπρισμένο γαλάζιο.
'Οτι βρίσκεται έξω από το δωμάτιο θα μπορούσε να της φέρει στη μνήμη άλλες παραστάσεις, ζωής περασμένης, όμως αποφεύγει τέτοιες αναδρομές, αισθάνεται πιο ασφαλής στο τελείως ξένο περιβάλλον του εσωτερικού.
Η μόνη της έγνοια είναι αυτό το γράμμα που πρέπει να γράψει. Είναι απαραίτητο, πρέπει να το γράψει.
Άλλαξε πάλι δωμάτιο, άλλαξε πολιτεία. Τίποτα δεν άλλαξε. Οι άνθρωποι έχουνε παντού τα ίδια νεκρά πρόσωπα. Όταν τους κοιτάξεις επίμονα το ανακαλύπτεις. Μούμιες.
Κάθεται στο καφενείο - αυτό το γράμμα πρέπει να το γράψει - βγάζει το στυλό και την κάρτα. Την ξανακοιτάζει και βεβαιώνεται πως απεικονίζει εκείνη την πρώτη πολιτεία απ' όπου πέρασε. Είπε θα στείλω μια κάρτα. Δεν την έστειλε. Σε κάθε καφενείο που κάθεται είναι για να γράψει αυτή την κάρτα, έπειτα ανακαλύπτει πως πάλι δεν απεικονίζει την πολιτεία που βρίσκεται, αλλά μιαν άλλη. Θυμάται με πόση προσοχή την διάλεξε, ήθελε νάναι αντιπροσωπευτική, να λέει αλήθεια. Μια, δυό, τρεις, δέκα. Τις απλώνει όλες μπροστά της. Μπερδεύει τις πολιτείες, δεν ξεχωρίζει καμιά. Κοιτάζοντάς τε ανακαλύπτει την ακινησία, την ομοιομορφία, τη νεκρική αναμονή που δεσπόζει παντού. Από τις καρτ ποστάλ βεβαιώθηκε για τα τοπία, τους ανθρώπους και τις πολιτείες. Όλα είναι ψεύτικα. Όλα κάτι πάνε να σου θυμίσουνε, δε στο θυμίζουν. Λες, εδώ κάποτε υπήρχε ζωή. Τα σώματα ξαπλωμένα στις αμμουδιές. Απολιθωμένα. Η θάλασσα. Σταματημένη στην κίνησή της. Το πανί στο καράβι αποχαιρετισμός. Το ίδιο και με τα βουνά. Ούτε καν σου υποβάλλουν την ταραχώδη  προέλευσή τους. Πέτρες ασάλευτες.
Στο τζουμπόξ αναβοσβήνει νευρικά το φωτάκι. Νευρικά σπρώχνει ο νέος το μπαλάκι, όταν η τρύπα καταπιεί και το τελευταίο, το φωτάκι ακινητεί. Κάποιος άλλος παίρνει τη θέση του, γίνονται ακριβώς τα ίδια πράγματα, οι φυσιογνωμίες δεν έχουν καμιά παραλλαγή. Τα μπαλάκια, τα φωτάκια, οι νέοι, κάνουν ένα σύνολο κουρδισμένης απαντοχής για κάτι. Τα μηχανάκια είναι μικροί εγκέφαλοι θαυμάσια ρυθμισμένοι για να περιμένεις δίχως να περιμένεις τίποτα. Αριθμοί αναβοσβήνουν, αριθμοί. Αριθμοί το Προ - Πο, το λαϊκό ή εθνικό λαχείο, αριθμοί το κρατικό δάνειο, οι τόκοι και τα επιτόκια, πάνω στα χαρτονομίσματα αριθμοί.
Πόσος χρόνος πέρασε από τότε; Πόσο χρόνο έχει ακόμα μπροστά της; Η έννοια Χρόνος έχει ακινητήσει κι αυτή. Δεν υπάρχει ούτε χώρος ούτε Χρόνος. Ώρα μηδέν. Μια μια σκίζει τις κάρτες, μπερδεύει τα κομματάκια, παιχνίδι παιδικό να τα ξανακολλήσεις, ο χρόνος καταβροχθίζεται με χρωματιστά πεθαμένα τοπία. Γίνανε μια μικρή στοίβα, με το μεγάλο δάχτυλο κάνει σφεντόνα και τα χτυπάει. Σκορπίσανε γύρω από το τραπέζι, μερικά που μείναν επάνω τα ρίχνει με το χέρι στο πεζοδρόμιο κι αυτά. Πέρασε αρκετή ώρα. Τα παρακολουθούσε να κολλάνε πάνω στις σόλες των περαστικών, να τα παρασέρνει ο αέρας παρακάτω ίσαμε που βαρέθηκε. Έβγαλε από την τσάντα της ένα παλιό σημειωματάριο έκοψε ένα φύλλο κι έγραψε πάνω πάνω αποφασιστικά:

Σεβαστή μου μητέρα, 
κλαίω...

Σκέφτεται τι άλλο μπορεί να της γράψει. Προσθέτει. Κλαίω. Υπογράφει. Τσακίζει το χαρτί, το βάζει σ' ένα φάκελλο, το κλείνει. Τον γυρίζει και γράφει προσεχτικά.

Κυρία Ελένη...
Α' Νεκροταφείο Αθηνών. Τάφος 336.
Ελλάδα

Τρία και τρία έξι. Έξι, δηλαδή δυό φορές τρία. Όλος ο αριθμός είναι μια επανάληψη. Έβγαλε από την τσέπη της το κλειδί του ξενοδοχείου. Πάνω κρεμασμένη μια μικρή μεταλλική πλάκα. Νο 36. Ακόμα ένα τριάρι και θα φτάσουμε στον προορισμό μας. Αισθάνεται σιγουριά, είναι μια σιγουριά ένας αριθμός.
Πήγε στο κεντρικό ταχυδρομείο. " Εξπρές". Αυτό το κόκκινο χαρτάκι, δίπλα στο "αεροπορικώς" χρώμα μπλε. Κόκκινο, άσπρο, μπλε, σημαία τρίχρωμη κι επαναστάσεις. Ρίχνει στο κουτί το γράμμα και συλλογίζεται πόσο αλλάξανε οι σημασίες των λέξεων από τότε που ήτανε παιδί " κόκκινο, άσπρο, μπλε" ένα κουρελάκι που δε σημαίνει τίποτα πια, όπως και η λέξη επανάσταση. Τίποτα.
Πάει κι αυτό. Τόγραψε το γράμμα, το ταχυδρόμησε, δεν έχει πια καμιάν αποστολή. Στο δρόμο σκεφτόταν το τέλειο έγκλημα. Πώς δεν τόχε σκεφτεί κανένας από τους τόσους και τόσους συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων; Κι όμως καθημερινά  σ' όλα τα μήκη και τα πλάτη διαπράττονταν κατά χιλιάδες αυτά τα τέλεια εγκλήματα. Κατάχρηση βαρβιτουρικών γράφανε οι εφημερίδες, ή ατύχημα, σπάνια η λέξη αυτοκτονία. Έγκλημα δεν τόλμησε να το πει κανείς, φυσικά πολύ λιγότερο δε το ονόμασαν δολοφονία.

Γένοβα, 7.12.1971


Τατιάνα Γκρίτση - Μιλλιέξ, Σπαράγματα, Κέδρος, Αθήνα 1973
" ...Τα τετράδιά μου χαθήκανε μια μέρα που ξένοι άνθρωποι μαζέψανε τα πράγματά μου από το σπίτι που ζούσα και έγραφα. Απόμεινα σε ξένους τόπους με τα χέρια κενά. Κάπου κάπου ξαναβρίσκω μερικές σελίδες σκόρπιες εδώ κι εκεί. Μέσα απ' αυτές προσπαθώ ν' ανασυγκολλήσω το πρόσωπό μου. Δε θα τα καταφέρω. Μέσα σ' ένα καθρέφτη σπασμένο κάθε τόσο θ' ανακαλύπτω κάποια λεπτομέρεια.
Στην άκρη μιας σκισμένης σελίδας, που μοιάζει να είναι συνέχεια ενός από τα κείμενα που διαθέτω, βρίσκω αυτή τη φράση. Ίσως να μην είχε καμιά θέση έτσι ξεκάρφωτη εδώ, όμως τώρα πια όπου κι αν την βάλεις έχει θέση, γιατί, αυτός που την έγραψε πέρασε από παντού, γίνηκε το πιο σκληρό χαλίκι στη χούφτα μας. Τότε δεν το γνωρίζαμε. Σήμερα μας χαρακώνει την παλάμη και πονάει..." Τατιάνα Γκρίτση - Μιλλιέξ , Τζένοβα, 5.1.1973 , Αντί Προλόγου ( απόσπασμα)
Η Τατιάνα Γκρίτση - Μιλλιέξ γεννήθηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 1920

Τρίτη 21 Απριλίου 2020

Είχε ξημερώσει η 21η Απριλίου...

...Ένιωσα ένα βάρος πάνω στα πόδια μου, προσπάθησα να ελευθερωθώ απ' αυτό, δεν μπόρεσα. Ξύπνησα. Προσπάθησα ν' ανασηκωθώ. Δεν μπόρεσα. Υλικό το βάρος με εμπόδιζε. Μίλησα, είπα: Ποιος είναι καθισμένος στα πόδια μου; Δεν απάντησε κανείς. Τρομοκρατήθηκα, μπορεί και να έχασα τις αισθήσεις μου, δεν ξέρω. Κάποιος μετακινήθηκε, μαζί του και το βάρος. Μουρμούρισα από μέσα μου: Μητέρα, αν είσαι εσύ, ελευθέρωσέ με. Η μητέρα είχε πεθάνει πριν δυό μήνες ακριβώς. Τα πόδια μου κινήθηκαν και βυθίστηκα στον ύπνο. Τώρα αισθάνομαι μια ζεστή ανάσα στο πρόσωπό μου, κάποιος τραβάει την κουβέρτα και με ξεσκεπάζει. Είναι ένα άσπρο σκυλί που στέκει στα δυό του πόδια και με καλεί να χορέψουμε. Σηκώνομαι και το ακολουθώ στο πλαϊνό δωμάτιο, εκεί που ήταν το σαλόνι. Ένα φως ροζ, τόσο ροζ που δεν θυμάμαι ποτέ να το' χω ξαναδεί, το δωμάτιο τελείως κενό, χορεύω με το σκύλο μέσα στη μέση του δωματίου αλλά αισθάνομαι πως με κοιτάζουν. Σηκώνω τα μάτια μου, γύρω γύρω στρατιώτες δίχως πρόσωπα, πάνω σε ξύλινα πρόσωπα σαν αυγά, υπάρχουν μόνο τα μάτια που με παρακολουθούν και με παγώνουν. Από το φόβο θέλω να ουρλιάξω, ο σκύλος όμως θέλει να χορεύω, για μια στιγμή ανάμεσα στις στρατιωτικές φιγούρες βλέπω την αδελφή της μητέρας μου, πάω να της ζητήσω βοήθεια, όμως ξαφνικά είμαι πάλι θεομόναχη μέσα στο άδειο δωμάτιο και στην απέναντι πόρτα ορθή μέσα στο γύψο η κόρη μου. Παραλύω από το φόβο, δεν έπρεπε να σηκωθεί από το κρεβάτι της, ο σκύλος με στρέφει προς το παράθυρο. Μέσα στο πλαίσιο του παραθύρου βλέπω μια βάρκα ν' απομακρύνεται, μέσα κάθεται η μητέρα μου και κρατάει στην αγκαλιά της ένα νέο αγόρι σαν πεθαμένο. Όχι!, Όχι, δεν είναι ο γιος μου αυτό! Η βάρκα όλο κι απομακρύνεται. Ποιον παίρνει η μητέρα μου στον άλλο κόσμο μαζί της;..

Το ίδιο πρωί μαθαίνεις ποιος ήταν ο νεκρός. Είχε ξημερώσει η 21η Απριλίου.

Ξεπέρασες το φράγμα του φόβου, ο φόβος είναι μια λειτουργία που μπορεί να γίνει καθεστώς. Είσαι εγκατεστημένη μέσα στο καθεστώς του φόβου, λειτουργείς και υπάρχεις δια του φόβου, δεν υπάρχει άλλο βήμα για να πας πιο εκεί. Μπροστά από το παράθυρό σου περνάει η κηδεία. Μέσω του σώματός του κληρονομήθηκε και παραδόθηκε ο φόνος, σήμερα κηδεύεται αθώος και ένοχος, οι ένοχοι ελεύθεροι θα εξακολουθούν να συνωμοτούν με κάσκες, με τραγιάσκες ή μέσα στη φιλαρμονική που παιανίζει πένθιμα την εκφορά του.

Η λαϊκή αγορά την Παρασκευή της 21ης Απριλίου, η πορτοκαλιά άνοιξη σπαρμένη καταμεσής του δρόμου ανάμεσα στα φορτηγά, ο Ύμνος της Ελευθερίας από τα ραδιόφωνα, τα πορτοκαλιά τανκς με τις σημαίες της Εθνικής Απελευθέρωσης των Ελλήνων, μπουκαπόρτες των πολιορκημένων, οι πολιορκητές με τα βέβαια σύμβολα "Σε γνωρίζω από την όψη", τη γαλανόλευκη και την " Μπόκα ντε λα βεριτά" ανοιχτή, να ξερνάει τον Ύμνο στην Ελευθερία, ο Σολωμός καβάλα ανάποδα σ' ένα γαϊδούρι για να μη βλέπει, σύμβολο όμως πάντα των Ελεύθερων Πολιορκημένων, οι μανάβηδες αφήνουν σωρούς τα φρούτα μέσα στη μέση του δρόμου, οδοφράγματα της άνοιξης τα λαχανικά, ακίνητα τα φορτηγά, η τάξις βασιλεύει - το λέει το ραδιόφωνο - αναποδογύρισε το φυτώριο των βασιλικών - υπάρχει και ανθοπώλης στη λαϊκή αγορά - το λουλούδι κι αναποδογυρισμένο ακόμα μοσκοβολάει, στα βάγια - σε δυό μέρες των Βαΐων - θα τα κόψουν απ' την ελιά που στέκει ακόμα ορθή με τυλιγμένη τη ρίζα της στη λινάτσα, όπου και να' ναι ο όνος θα φανεί.

Θούριος θριάμβου στα ραδιόφωνα " Εμπρός Ελάς για την Ελλάδα", λάθος, αυτός ήταν ο ύμνος των ανταρτών εναντίον των Γερμανών, " Εμπρός για μιαν Ελλάδα νέα" ο ύμνος της δικτατορίας, ο θούριος πάλι " εμπρός", πολλά " εμπρός" εκπέμπει, κανείς δεν ξέρεις προς τα πού να κινήσει, τα πάντα ακινητούν. Φλας. Πρώτο πλάνο: τα τανκς. Δεύτερο πλάνο: τα τανκς. Τρίτο πλάνο: τα τανκς. Θέλεις να φοβηθείς δεν φοβάσαι, δεν ξέρεις πια πώς να φοβηθείς. Νύχτα 3 του Δεκέμβρη 1944, ο βόμβος των τανκς, υποχθόνιος, υποβρύχιος, κάτω απ' το κρεβάτι, κάτω απ' τα θεμέλια του σπιτιού. Πάνε; Έρχονται; Δικά τους; Δικά μας; Ο φόβος περιγράφεται. Ο φόβος είναι...

Τατιάνα Γκρίτση - Μιλλιέξ, Χρονικό ενός εφιάλτη( 1966-1974), Καστανιώτης, Αθήνα 1986.

" 21 Απριλίου 1967. Πραξικόπημα. Ο λαός σιδεροδέσμιος. Η στρατιωτική χούντα καταργεί κάθε έννοια ελευθερίας με όλα τα μέσα: συλλήψεις, εξορίες, φυλακές, βασανιστήρια, θάνατο.
Συγκλονιστική η κατάθεση της Μιλλιέξ. Γιατί δεν είναι η εμπειρία ενός ατόμου που στερήθηκε τα πολιτικά του δικαιώματα, καταδικάστηκε ερήμην, του αφαιρέθηκε η υπηκοότητα, του απαγορεύτηκε η επάνοδος στην πατρίδα. Είναι και τα βιώματα ενός μεγάλου μέρους του ελληνικού λαού. 
" Δίχως γλώσσα, δίχως τόπο, πού είναι η πατρίδα, το σώμα σου δεν έχει χώρο πουθενά", λέει η Μιλλιέξ. " Η στέρηση της γλώσσας είναι σκληρή σαν την πείνα. Έξω από την πατρίδα μου, διαπίστωσα μέσα μου το θάνατο του λόγου και για τρία χρόνια δεν προσπάθησα να ξαναμιλήσω πια.
Συσσώρευσα, όμως, θυμό κι αυτό ήταν που μια μέρα έσπασε το φράγμα κι άξαφνα ξεχύθηκαν όλες οι λέξεις μαζί, απαγορευμένες λέξεις, που ανέβαιναν από τα έγκατα στην επιφάνεια υπερασπίζοντας την ύπαρξή μου την ίδια, απαγγέλοντας το Κατηγορώ εναντίον κάθε βιασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και του πνεύματος".
Αυτό είναι το "Χρονικό" .


Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013

Το Γράμμα


    Κοιτάζει την ημερομηνία στο ημερολόγιο που κρέμεται στον τοίχο. Δεν της θυμίζει τίποτα. Το γραφείο, η λάμπα του γραφείου, τα σχήματα στο ταβάνι, δεν της θυμίζουν τίποτα. Είναι περαστική κι απο δω. Από το παράθυρο μπαίνει το φως της θάλασσας, ο ήχος των αυτοκινήτων που τρέχουν στη λεωφόρο, λίγο κάγκελο από το μπαλκόνι και πολύς ουρανός. Ο ουρανός είναι γαλάζιος κι η θάλασσα είναι γαλάζια, πριν λίγο πρέπει να πέρασε κάποιο βαπόρι, έχει μείνει χαραγμένη η πορεία πάνω στο νερό, είναι πιο ανοιχτόχρωμο σχεδόν ξασπρισμένο γαλάζιο.
    Ό,τι βρίσκεται έξω από το δωμάτιο  θα μπορούσε να της φέρει στη μνήμη άλλες παραστάσεις, ζωής περασμένης, όμως αποφεύγει τέτοιες αναδρομές, αισθάνεται πιο ασφαλής στο τελείως ξένο περιβάλλον του εσωτερικού.
   Η μόνη της έγνοια είναι αυτό το γράμμα που πρέπει να το γράψει. 
   Άλλαξε πάλι δωμάτιο, άλλαξε πολιτεία. Τίποτα δεν άλλαξε. Οι άνθρωποι έχουνε παντού τα ίδια νεκρά πρόσωπα. Όταν τους κοιτάξεις επίμονα το ανακαλύπτεις. Μούμιες.
   Κάθεται στο καφενείο - αυτό το γράμμα πρέπει να το γράψει - βγάζει το στυλό και την κάρτα. Την ξανακοιτάζει και βεβαιώνεται πως απεικονίζει εκείνη την πρώτη πολιτεία απ' όπου πέρασε. Είπε θα στείλω μια κάρτα. Δεν την έστειλε. Σε κάθε καφενείο που κάθεται είναι για να γράψει αυτή την κάρτα, έπειτα ανακαλύπτει πως πάλι δεν απεικονίζει την πολιτεία που βρίσκεται, αλλά μιαν άλλη. Θυμάται με πόση προσοχή την διάλεξε, ήθελε να' ναι αντιπροσωπευτική , να λέει αλήθεια. Μια, δυο, τρεις, δέκα. Τις απλώνει όλες μπροστά της. Μπερδεύει τις πολιτείες , δεν ξεχωρίζει καμιά. Κοιτάζοντάς τες ανακαλύπτει αυτή την ακινησία, την ομοιομορφία, τη νεκρική αναμονή που δεσπόζει απαντού. Από τις καρτ ποστάλ βεβαιώθηκε για τα τοπία, τους ανθρώπους και τις πολιτείες. Όλα είναι ψεύτικα. Όλα κάτι πάνε σου θυμίσουνε, δε στο θυμίζουν. Λες, εδώ κάποτε υπήρχε ζωή. Τα σώματα ξαπλωμένα στις αμμουδιές. Απολιθωμένα. Η θάλασσα. Σταματημένη στην κίνησή της. Το πανί στο καράβι αποχαιρετισμός. Το ίδιο και με τα βουνά. Ούτε καν σου υποβάλλουν την ταραχώδη προέλευσή τους. Πέτρες ασάλευτες.
    Στο τζουμπόξ αναβοσβήνει νευρικά το φωτάκι. Νευρικά σπρώχνει ο νέος το μπαλάκι, όταν η τρύπα καταπιεί και το τελευταίο, το  φωτάκι ακινητεί. Κάποιος άλλος παίρνει τη θέση του, γίνονται ακριβώς τα ίδια πράγματα, οι φυσιογνωμίες δεν έχουν καμιά παραλλαγή. Τα μπαλάκια, τα φωτάκια, οι νέοι, κάνουν ένα σύνολο κουρδισμένης απαντοχής για κάτι. Τα μηχανάκια είναι μικροί εγκέφαλοι θαυμα΄σια ρυθμισμένοι για να περιμένεις δίχως να περιμένεις τίποτα. Αριθμοί αναβοσβήνουν, αριθμοί. Αριθμοί το Προ - Πο , το λαϊκό ή εθνικό λαχείο, αριθμοί το κρατικό δάνειο, οι τόκοι, τα επιτόκια, πάνω στα χαρτονομίσματα αριθμοί.
    Πόσος χρόνος πέρασε από τότε; Πόσο χρόνο έχει ακόμα μπροστά της; Η έννοια Χρόνος έχει ακινητήσει κι αυτή. Δεν υπάρχει ούτε Χώρος ούτε Χρόνος. Ώρα μηδέν. Μια μια σκίζει τις κάρτες, μπερδεύει τα κομματάκια, παιχνίδι παιδικό να τα ξανακολλήσεις, ο χρόνος καταβροχθίζεται με χρωματιστά πεθαμένα τοπία. Γίνανε μια μικρή στοίβα, με το μεγάλο δάχτυλο κάνει σφεντόνα και τα χτυπάει. Σκορπίσανε γύρω από το τραπέζι, μερικά που μείναν επάνω τα ρίχνει με το χέρι στο πεζοδρόμιο κι αυτά. Πέρασε αρκετή ώρα. Τα παρακολουθούσε να κολλάνε πάνω στις σόλες των περαστικών, να τα παρασέρνει ο αέρας παρακάτω ίσαμε που βαρέθηκε. Έβγαλε από την τσάντα της ένα παλιό σημειωματάριο έκοψε ένα φύλλο κι έγραψε πάνω πάνω αποφασιστικά:
Σεβαστή μου μητέρα,
κλαίω...
   Σκέφτεται τι άλλο μπορεί να  της γράψει. Προσθέτει. Κλαίω. Υπογράφει. Τσακίζει το χαρτί, το βάζει σ' ένα φάκελο, το κλείνει. Τον γυρίζει και γράφει προσεχτικά.
Κυρίαν Ελένη...
Α΄Νεκροταφείο Αθηνών. Τάφος 336.
Ελλάδα
    Τρία και τρία έξι. Έξι, δηλαδή δυο φορές το τρία. Όλος ο αριθμός είναι μια επανάληψη. Έβγαλε από την τσέπη της το κλειδί του ξενοδοχείου. Πάνω κρεμασμένη μια μικρή μεταλλική πλάκα. Νο 36. Ακόμα ένα τριάρι και θα φτάσουμε στον προορισμό μας. Αισθάνεται σιγουριά, είναι μια σιγουριά  ένας αριθμός.
     Πήγε στο κεντρικό ταχυδρομείο. " Εξπρές". Αυτό το κόκκινο χαρτάκι, δίπλα στο "αεροπορικώς" χρώμα μπλε. Κόκκινο , άσπρο, μπλε, σημαία τρίχρωμα κι επαναστάσεις. Ρίχνει στο κουτί το γράμμα και συλλογίζεται πόσο αλλάξανε οι σημασίες των λέξεων από τότε που ήτανε παιδί " κόκκινο, άσπρο, μπλε" ένα κουρελάκι που δε σημαίνει τίποτα πια, όπως και η λέξη επανάσταση. Τίποτα.
    Πάει κι αυτό. Το' γραψε το γράμμα, το ταχυδρόμησε , δεν έχει πια καμιάν αποστολή. Στο δρόμο σκεφτόταν το τέλειο έγκλημα. Πώς δεν το' χε σκεφτεί κανένας από τους τόσους και τόσους συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων; Κι όμως καθημερινά σ' όλα τα μήκη και τα πλάτη διαπράττονταν κατά χιλιάδες αυτά τα τέλεια εγκλήματα. Κατάχρηση βαρβιτουρικών γράφανε οι εφημερίδες, ή ατύχημα, σπάνια η λέξη αυτοκτονία. Έγκλημα δεν τόλμησε να το πει κανείς, φυσικά πολύ λιγότερο δε το ονόμασαν δολοφονία.

                                                                                             Γένοβα, 7.12. 1971


Τατιάνα Γκρίτση - Μιλλιέξ , Σπαράγματα, Κέδρος , Αθήνα 1981, σελ. 15-19 . Βρίσκεται στη σειρά Μεταπολεμική Πεζογραφία , Από τον πόλεμο του ' 40 ως τη δικτατορία του '67, τόμ. ΣΤ΄ Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 1988.
 Η Τατιάνα Γκρίτση - Μιλλιέξ γεννήθηκε στις 20 Οκτωβρίου του 1920