Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φώντας Κονδύλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φώντας Κονδύλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2015

Τρίτη μέρα: Παρασκευή, 16 Νοέμβρη 1973


Και νάθελα, δε θα μπορούσα πια ν' αποφύγω την αναμέτρηση. Μ' ό,τι αχαμνό και ρημαγμένο κείτεται μέσα μου, μ' ό,τι ζυμώθηκε σιωπηρά στο χωνευτήρι της υποταγής. Στρώματα αιώνων καταπλακώνουν το κύτταρο της ζωής με την αισχρή προσταγή, " Συμμορφώσου ". Μα σήμερα είν' η γέννηση. Φωνές καθαρές αναπηδούν απ' τα έγκατα, θαρρείς κρυστάλλινοι νεροπίδακες, και μας καλούν, " Ξεσηκωθείτε!". Τι θα πάρω μαζί μου στην εκδρομή; Ένα μεγάλο καλάθι θα πάρω. Με τσιγάρα, λουλούδια, τρόφιμα, και εικονίσματα. Πολλά τσιγάρα, πολλά τρόφιμα. Καρβέλια ψωμί, τυρί, σαλάμι και μαρκαδόρους σ' όλα τα χρώματα. Οδοιπορία στις απότομες πλαγιές κι η δίψα να καιροφυλαχτεί στον καφτό ήλιο. Όμως εγώ, θα βρω τις νεροπηγές. Σε βράχια που ξεγέλασαν το καλοκαίρι με μια σκληρή επιφάνεια.( Πού πας κατάμονος καϊλιασμένε στο πανηγύρι;) Τ' αψηλά αλώνια αντηχούν μακριά φωνές από ξενύχτι και μέθη. Όλα ξαγρυπνούν. Κανένας δεν κοιμάται. Παρέκι, ένας θάμνος τραγουδά με φυσαρμόνικα. Κι είναι νύχτα. Τα δέντρα περιμένουν την ώρα του κάθετου ήλιου για να ριζώσουν βαθύτερα στη γη. Κι είναι πρωί. Τ' αποδημητικά πουλιά έχουν φύγει κιόλας.
Φτάνει η στιγμή της ανυπακοής.
Πρωί. Και μ' άτρεμα γόνατα στήνομαι ορθός. Η νύχτα δε με πείραξε.
Βαδίζω.

Στον κόσμο που κυκλοφορεί, η κίνηση παίρνει την ορμή της ροής. Προς τα κάτω. Ο κόσμος ξύπνησε νωρίς. Κάθε στιγμή, κι η μεταμόρφωση συντελείται ακέρια.
Προχωρώ. Μες από μάτια που τώρα αποζητούνε σταθερά ν' αποτυπώσουν το είδωλο στο κάτοπτρο, προβάλλει ο κόσμος ολόγυμνος κι ολόγιομος, πρωτόπλαστο όραμα από πεντακάθαρη ύλη. Κάτι πλανιέται στην ατμόσφαιρα, σαν γνώριμη πανάρχαιη μνήμη που αραχνιάστηκε στις γωνιές του μυαλού και τώρα αρχίζει ν' αργοσαλεύει. Τίποτα δε χάνεται. Η χειμέρια νάρκη αναστέλλεται. Δεν ξεχνά. Τα παιδιά το νιώθουν. Και προχωρούν με τις σάκες στα χέρια. Σήμερα θα σιγήσει το κουδούνι του σχολείου. Οι αυλές θα ορφανέψουν. Οι φωνές θα ηχήσουν αλλού. Σ' ένα διάλειμμα χαρούμενο, το πιο χαρούμενο απ' όλα όσα έζησαν ως τώρα, γιατ' είναι ένα διάλειμμα που δε λέει να τελειώσει. Ωραίο το διάλειμμα για τα παιδιά όταν αργεί να σημάνει το κουδούνι.
Αλλά δεν είναι μόνο τα παιδιά. Κοντοστέκομαι και κοιτάζω. Μα ναι! Οι έφηβοι βιάζονται να μεγαλώσουν. Να γίνουν άντρες τ' αγόρια, γυναίκες οι κοπελιές, σ' ένα πυρακτωμένο ωρίμασμα που θα δώσει την ποθητή νέα ζωή στη θέση των οργανισμών που βρυκολάκιασαν. Τα γένια των αγοριών ανθίζουνε σκληράδα. Ο κόρφος των κοριτσιών ευαγγελίζεται τη στοργή. Είναι η ώρα του έσχατου ρίγους.

Τα δέντρα στο πάρκο στραφταλίζουν πολύφυλλα στον πρωινό ήλιο. Δρομάκια, αλλέες, παγκάκια, γωνιές πήζουν από κόσμο που δε λέει να κάνει βήμα παραπέρα. Όσοι δε χώρεσαν στο κάστρο, όσοι δεν πρόφτασαν να μπουν πριν κλείσει η πύλη ( ηλιοβασίλεμα, και σφαλίζονται οι αμπάρες), ξενύχτησαν στις υπώρειες, τυλιγμένοι σ' ένα σακάκι, καπνίζοντας και τραγουδώντας. Η πολιτεία απόψε δεν κοιμήθηκε. Το κακό όνειρο κι ο εφιάλτης δεν βρήκαν κερκόπορτες ανοιχτές για να τρυπώσουν. Αντιστάθηκε ο νους. Αναθάρρησ' η πολιτεία. Και τώρα ολόκληρη, σαν πολυκύτταρος οργανισμός, ανασαλεύει τα μουδιασμένα μέλη της σα να θέλει να πιστέψει ότι μπορεί και πάλι να περπατά έπειτ' από τόσων αιώνων ακινησία.
Τ' αυτοκίνητα τρελλάθηκαν. Θορυβούν ξεφρενιασμένα. Κανείς δε φρόντισε να σβύσει απ' τα παρ - μπριζ, απ' τις πόρτες κι από τους ουρανούς τα κόκκινα στίγματα. Τα τρόλλεϋ κιτρινίζουν από μοχθηρία, μα οι κόκκινες πιτσιλιές αποτυπώθηκαν για πάντα πάνω τους. Σημαίες ξεδιπλώνονται και ανεμίζουν. Κάπως έτσι θάναι, λέω, κάπως έτσι όταν έρθει η στιγμή κι αφαιρεθεί η ταφόπλακα, θάναι όπως τώρα, κι ο κόσμος πιο πολύς, γιατί ο χρόνος φεύγει γρήγορα, κι ο κόσμος θα λαχταρά να ριχτεί αμέσως στο τραγούδι, στο χορό μες στους δρόμους, καρναβάλι απέραντο για το βραχνά που θάχει τελειώσει[...]

Πώς γρήγορα περνάει η ώρα! Στους τοίχους μεσημεριάζει κιόλας.
Στα κάγκελα, μέσα κι έξω, μελισσολόι η ζωή διαστέλλεται διαρκώς , να εκραγεί. Μια πρωτόφαντη άνοιξη μπουμπουκιάζει στη χλιαρή ονειροφαντασιά του Νοέμβρη. Μα ονειρεύομαι λοιπόν; Πότε πρόφτασα ν' αρχίζω να ελπίζω;[...]
Από το πεζοδρόμιο στο προαύλιο, κι η είσοδος κατόπι που σε προσκαλεί. Η σκάλα με τη μπανανιά...Βουίζουν οι αίθουσες του κάστρου αντιγυρίζοντας την κοσμοκραυγή που κάνει να τρίζουν τ' αντικρυνά παράθυρα του Ακροπόλ Παλάς. Σωροί τα τρόφιμα θεριεύουν πάνω σε πάγκους και τραπέζια. Μα τι χρειάζονται τα φάρμακα; Κι αυτό το πρόχειρο χειρουργείο; ( " Είναι για να δεθούν τα τραύματα. Αν χρειαστεί..."[...]

Χάθηκα μέσα στο πλήθος των παιδιών. Τα μεγάφωνα τραγουδούσαν. Ο πομπός εξέπεμπε συνέχεια στους 1050 χιλιοκύκλους. Ο κόσμος βίαζε το χρόνο.[...]

Ο ήλιος είχε βασιλέψει. Το πρώτο δακρυγόνο ήρθε κι έσκασε πλάι μου μες από' να ασθενοφόρο. Την ίδια στιγμή άρχισαν να πέφτουν κι οι πρώτες σφαίρες. Τόμαθα πως είναι σφαίρες, τόμαθα, γιατί σαν έστριψα δεξιά κι έπεσε πάνω μου εκείνο το κορμί,
" Φονιάδες!" η πρώτη κραυγή
κι άπλωσα τα χέρια να το
" Φονιάδες!"




Φώντας Κονδύλης , Τριήμερο στα κάγκελα, Καστανιώτης, Αθήνα 1983, 2η έκδοση

Η τελευταία φωτογραφία από το βιβλίο στο τέλος του κεφαλαίου

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2015

Δεύτερη μέρα:Πέμπτη, 15 Νοέμβρη 1973

.
..Μεσημέρι

Δεν έχω μυαλό για μετάφραση. Το γατί θα νιαουρίζει στο υπόγειο της Κυψέλης. Κατεβαίνω στον ΟΤΕ. Από δω θα τραβήξω για τα Εξάρχεια. Για τα Εξάρχεια...Από Πατησίων και Στουρνάρα.
Κόσμος πολύς κατεβαίνει προς τα κει. Οι περισσότεροι νέοι. Με μακριά μαλλιά και χνουδωτά πρόσωπα. Κοπέλες που αστράφτουν σαν ανοιξιάτικη βροχή σε ντεκόρ φθινοπωρινό. Νοέμβρης. Θαρρείς κι ετοιμάζεται η υποδοχή του καλοκαιριού. Κάτι σαν μέθη στην ατμόσφαιρα, σαν αυτή που σε τυλίγει πριν εισβάλλει το καλοκαίρι. Το πάρκο χαίρεται την παρατεταμένη του εφηβεία.
Στην άσφαλτο τ' αυτοκίνητα καθυστερούν. Με κόπο ανοίγουν δρόμο ανάμεσα από χέρια που υψώνονται και τα σταματούν. Χέρια λιγνά, όλο νεύρο, χέρια νεανικά, κοριτσίστικα, που ρυθμίζουν τη δική τους κυκλοφορία. Η κυκλοφορία...Σα θρόμβος σε μια σάπια καρδιά φαντάζουν από μακριά τα χιλιάδες παιδιά που τραγουδούν και ζουν στο ρυθμό των συνθημάτων.
Πολυτεχνείο...Απ' την απέναντι μεριά, βλέπω κιόλας τα πρώτα λεωφορεία φορτωμένα συνθήματα, γραμμένα με κόκκινη κιμωλία.
Η ατμόσφαιρα πήζει. Αποχτάει νόημα. Τα λεωφορεία και τα τρόλλεϋ σταματούν μπρος στο κάστρο κι αδειάζουν. Όλο σχεδόν τον κόσμο. Καθυστερούν. Και συνεχίζουν έπειτα, προς την Ομόνοια, άδεια σχεδόν από κόσμο, γεμάτα όμως συνθήματα που θα τα μεταδώσουν στα πέρατα της πολιορκημένης πολιτείας.
- Τι γράφουνε παιδάκι μου;  ρωτάει κάποιο παιδί μια γριούλα
- Αυτά που ακούς γιαγιά...της φωνάζει εκείνο όσο δυνατότερα μπορεί.

Χυμάω κατά κει που έρχονται οι φωνές.
Νιώθω σα να βουτάω σε μια κρύα λίμνη την άνοιξη. Τρέμω στην αρχή. Τουρτουρίζω. Είναι κρύος ακόμα ο καιρός, το νερό κρύσταλλο για μια ολόγυμνη συνομιλία με το φως. Αλλά σιγά - σιγά, το κορμί συνηθίζει, ρυθμίζει τη θερμοκρασία στους βαθμούς της διαφάνειας. Θερμαίνεται απ' την ίδια τη λαγαρότητά του. Κι η λίμνη άξαφνα, από παγερή τόλμη, γίνεται κατόρθωμα νου, ελπίδα εξωφρενική του κορμιού που γυμνώθηκε για νάμπει να καθαγιαστεί στο μαρτύριο της τέλειας λευτεριάς του.
" Εσά, Ες - Ες, βασανιστές" αχολογάει τριγύρω μου το κύμα.
Πατώνω ακόμα. Προχωρώ πιο βαθιά.
" Λαέ, Πεινάς, Γιατί δεν πολεμάς;"
Τώρα φτάνει ως το στήθος μου το νερό. Με δυο απλωτές απογειώνομαι απ' το βυθό...Κολυμπάω τώρα προς τη μικρή ξέρα, προς το νησί στη μέση της λίμνης. Πετάω...Κι αφήνομαι να μ' αρπάξουν οι άνεμοι που το κάνουν ολόκληρο να τρίζει.
" Λαέ! Πεινάς! Γιατί δεν τους κρεμάς"
" Απόψε !Πεθαίνει! Ο φα - σι - σμός "
" Ελλάς! Ελλήνων! Φυλακισμένων".
Και μια βοή ολόγυρα σα να φουσκώνει η θάλασσα και να θέλει να σκεπάσει το νησί. Και το νησί, καταμεσίς στη λίμνη, μόνους του φύλακες έχει τα παιδιά. Τα ψηλά κάγκελα του το προστατεύουν ολόγυρα απ' την παλίρροια που υψώνεται διαρκώς και φουσκώνει. Αγάπης παλίρροια, χιλιάδων χεριών χωρίς δακτυλίδια στα δάχτυλα...



Φώντας Κονδύλης , Τριήμερο στα κάγκελα, Καστανιώτης , Αθήνα 1983, 2η έκδοση

Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2015

Πρώτη μέρα: Τετάρτη, 14 Νοέμβρη 1973


...Το πρώτο ρίγος στη ραχοκοκαλιά το νιώθω όταν ακούω τις φωνές. Έρχονται από μπροστά οι φωνές, αξεδιάλυτες στην αρχή, οπωσδήποτε ρυθμικές, σα συνθήματα. " Πολυτεχνείο", φωνάζει ο εισπράχτορας, κι ανοίγει τις πόρτες.
Ο κόσμος ξεμπουκάρει, και μέσα στο τρόλλεϋ μπουκάρουν οι φωνές, ρυθμικές, αναρίθμητες φωνές παιδιών που φωνάζουνε σα να τραγουδάνε. Αριστερά μου έρχονται οι φωνές. Σκύβω να δω. Και τότε δέχομαι ζεματιστό κατάστηθα το μήνυμα. Με εικόνες τούτη τη φορά. Τεράστια πανώ στα κάγκελα του Πολυτεχνείου, κι από μέσα, παιδιά σκαρφαλωμένα, κι ως έξω απ' την είσοδο παιδιά, νέα παιδιά, εκεί, γύρω στα είκοσι, κορίτσια, αγόρια, να φωνάζουνε ρυθμικά. Μα τι φωνάζουνε; ακούω πλάι μου μια φωνή. Σε λίγο μ' άφησε το σύγκρυο. Το τρόλλεϋ έχει ξεκινήσει. Η νέκρα με ξανακυριεύει. Τίποτε δε γίνεται, λέω. Ο δικτάτορας δε θα τους πειράξει. Θα τους αφήσει να φωνάξουνε, να ξελαρυγγιαστούνε, να εκτονωθούνε, κι ύστερα μόνα τους θα φύγουνε. Τα παιδιά. Των 18 και 20 χρόνων. Έτσι γίνεται πάντα, λέω μέσα μου. Έτσι έγινε και πέρυσι στη Νομική. Ακριβώς τέτοιο καιρό. Κλειστήκαν τα παιδιά στη Νομική δυο μέρες. Τη δεύτερη πείνασαν, κουράστηκαν, γύρισαν στα σπίτια τους. Προηγουμένως, βέβαια, πράκτορες μυστικοί είχαν ανοίξει από μέσα τις πόρτες και χύμηξαν οι αστυνομικοί με τα γκλομπς στο χέρι. Δείρανε με την ψυχή τους. Χόρτασαν. Τραυμάτισαν κιόλας. Τα παιδιά ξαναγύρισαν στα θρανία. Πέρυσι, τέτοιο καιρό, τα πράγματα στο Πολυτεχνείο πήραν άλλη τροπή. Κλειστήκαν κι εκεί τα παιδιά, κάποιος από μέσα άνοιξε τις πόρτες, χυμήξαν οι αστυνομικοί, τραυμάτισαν πολλά. Ταυτόχρονα, ο δικτάτορας ψήφιζε αναγκαστικό νόμο: αίρεται η αναβολή κατατάξεως στο στρατό. Τότε, πολλά παιδιά πήραν το δρόμο του στρατιωτικού, μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα έντασης και τρομοκρατίας. Σείστηκε το πανελλήνιο. Αλλά σε λίγο τα πνεύματα καταλάγιασαν. Νέα συγκλονιστικά γεγονότα μας έκαναν να ξεχάσουμε όλα τ' άλλα συγκλονιστικά που είχαν προηγηθεί: παραίτηση των στρατιωτικών της κυβέρνησης, συγκέντρωσης όλων σχεδόν των εξουσιών στα χέρια του αυτοανακήρυχτου Προέδρου της Δημοοκρατίας, ορκομωσία Μαρκεζίνη και λοιπά. Είναι τρομαχτικό αυτό που συμβαίνει εδώ κι έξι χρόνια. Το κάθε τι που συμβαίνει είν' από μόνο του συγκλονιστικό. Φτάσαμε στο σημείο, οτιδήποτε καινούργιο να είναι συγκλονιστικότερο απ' όλα τα προηγούμενα, και αυτομάτως να σε κάνει να τα ξεχνάς. Κι ο χρόνος για την αφομοίωση του κάθε τι να είναι απελπιστικά λίγος. Πώς να τ' αφομοιώσεις όλα, να τ' αξιολογήσεις και να τα ταξινομήσεις; Ούτε καν να τα πληροφορηθείς δεν προφταίνεις. Έτσι ήταν που ξεχάστηκαν γρήγορα τα γεγονότα της Νομικής μπροστά στο σκάνδαλο Γουώτεργκεητ, που ανακήρυξε το Νίξον ως το μεγαλύτερο παλιάτσο όλων των εποχών, έτσι ξεχάστηκε η στράτευση των φοιτητών μπροστά στη σφαγή της Χιλής, για να ξεχαστούν σιγά - σιγά κι οι σφαγές της Χιλής μπροστά στην ανακήρυξη του γελωτοποιού  Μαρκεζίνη σε πρωθυπουργό της χώρας μας, μιας χώρας που άρχισε κιόλας να πεινάει, να κρυώνει και να διαστέλει τα μάτια πιο πολύ. Έτσι είπα μέσα μου, έπειτα απ' τον πρώτο συγκλονισμό - " Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία" - είπα μέσα μου ότι κι αυτό το συγκλονιστικό από μόνο του γεγονός να κλειστούνε και πάλι τα παιδιά μες στο Πολυτεχνείο, θα οδηγηθεί στο ίδιο φινάλε, για ν' αρχίσει αμέσως κάτι άλλο, μέσα στα πλαίσια πάντα της αμφίβολης ανοχής των αρχών , και της ανοργανωσιάς που δέρνει την αγανάκτηση του λαού. " Θα εκφυλιστεί" λέω μέσα μου, και μπαίνω στο θέατρο ...

Φώντας Κονδύλης , Τριήμερο στα κάγκελα, Καστανιώτης , Αθήνα 1983, 2η έκδοση