Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναστάσης Γκίκας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναστάσης Γκίκας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2015

Αναστάση Ι. Γκίκα: Οι Έλληνες στη διαδικασία οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ

Έλληνες Πόντιοι δηλώνοντας “Έτοιμοι για την εφαρμογή του 5χρονου πλάνου”. (Αρχείο Ελληνισμού Μαύρης Θάλασσας)

Γράφει η ofisofi // atexnos

Η μελέτη της ιστορίας και η προσέγγιση των ιστορικών γεγονότων και διαδικασιών είναι απαραίτητο να γίνονται με νηφαλιότητα και ψυχραιμία, χωρίς  κραυγές κενές περιεχομένου. Επίσης είναι σημαντική η ματιά του ιστορικού – ερευνητή και από ποια οπτική γωνία εξετάζει, αναλύει και συνθέτει τα γεγονότα. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι και η τοποθέτησή τους στην εποχή  που διαδραματίστηκαν αυτά.

Δεν είναι πολύς ο καιρός που ξεσηκώθηκε θύελλα αντιδράσεων και διαμαρτυριών από τις δηλώσεις Φίλη και ακόμη ακούμε τον απόηχο των κραυγών κάθε φορά που διατυπώνεται μία άποψη διαφορετική. Με αυτό τον τρόπο και σιγά σιγά παγιώνονται θέσεις και απόψεις που μοιάζουν σωστές, αλλά δεν είναι καθώς απορρέουν από μια αυθαίρετη και αντιεπιστημονική χρήση των προφορικών και γραπτών μαρτυριών και μια κατ’ επιλογήν αξιοποίηση αρχειακού υλικού.

Οι απορίες μου για το αν υπήρξε γενοκτονία ή εθνοκάθαρση των Ποντίων και αν έγιναν εκκαθαρίσεις από τον Στάλιν με οδήγησαν στην μελέτη ενός διαφορετικού βιβλίου από αυτά που ευρέως κυκλοφορούν και στηρίζουν την επίσημη και κυρίαρχη ιστοριογραφική βιβλιογραφία. Πρόκειται για το βιβλίο του Αναστάση Ι. Γκίκα «Οι Έλληνες στη διαδικασία οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ.»

Το βιβλίο αποτελείται από δέκα κεφάλαια και ο ιστορικός επιχειρεί να προσεγγίσει και να αναλύσει τα ζητήματα του Ποντιακού Ελληνισμού και τη στάση των Ελλήνων  στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση χρησιμοποιώντας ταξικά κριτήρια. Συγχρόνως  επισημαίνει τα αναλυτικά / μεθοδολογικά προβλήματα που προκύπτουν από μια απόλυτη και ισοπεδωτική ταύτιση μιας εθνικής κοινότητας στο σύνολό της με την άρχουσα τάξη της. Η ιστορική εξέταση των ελληνικών κοινοτήτων της Νότιας Ρωσίας αποκλειστικά με εθνικά κριτήρια στην ουσία κρύβει τις ταξικές διαφορές που υπήρχαν μεταξύ του έλληνα κεφαλαιούχου και του έλληνα αγρότη, του έλληνα εργαζόμενου ή μικροεπαγγελματία και μάλιστα σε μια κοινωνία με έντονες ταξικές αντιθέσεις όπως ήταν η τσαρική Ρωσία του 19ου αι. Άλλωστε για τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων, ανεξάρτητα από εθνική προέλευση οι συνθήκες ήταν άθλιες.

Επιπλέον διευκρινίζει ότι η υπάρχουσα βιβλιογραφία ωραιοποιεί ή αποσιωπά το γεγονός πως η πλειοψηφία των Ποντίων που μετανάστευσε στα Ρωσικά παράλια του Εύξεινου Πόντου στο τέλος του 19ου αι. και τις αρχές του 20ου αι. ανήκε στα φτωχά λαϊκά στρώματα. Οι Ρωσοτουρκικοί πόλεμοι και οι επαναστατικές κινήσεις στα Βαλκάνια και στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες  οδήγησαν ένα σημαντικό  αριθμό Ποντίων στη Ρωσία σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής αλλά και της παράλληλης ανάδειξης του ζητήματος της παλιννόστησης  μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους.

Υπήρχε όμως και μια μερίδα Ποντίων πλουσίων που αναζητούσε νέες αγορές προκειμένου να αυξήσει την περιουσία της και βρήκε το κατάλληλο έδαφος στη τσαρική Ρωσία.

« Έτσι, λοιπόν, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι οι σχετικές ιστορικές αναλύσεις κατά κανόνα , όταν μιλάνε για τους « Έλληνες της διασποράς», αναφέρονται ουσιαστικά σε μια χούφτα εχόντων και κατεχόντων και όχι στο σύνολο των μελών μιας παροικίας. Αυτό βέβαια μπορεί να οφείλεται και σε αντικειμενικούς μεθοδολογικούς περιορισμούς. Στο γεγονός δηλαδή, ότι κατά βάση  το μόνο τμήμα του πληθυσμού το οποίο είχε την οικονομική δυνατότητα ( καθώς και το προνόμιο της ευμάθειας) εκείνη την εποχή να αφήνει πίσω του αρχειακό υλικό και μαρτυρίες για τους μεταγενέστερους μελετητές δεν είναι άλλη από την αστική τάξη. Ο ιστοριογράφος όμως έχει την υποχρέωση να το λαμβάνει αυτό ( την ταξική προέλευση της πληροφορίας δηλαδή) πάντοτε υπόψη προτού προβεί σε οποιαδήποτε αξιολόγηση ή ανάλυση του υλικού που τίθεται στη διάθεση του.»
Προκήρυξη του Ελληνικού Τμήματος του Κομμουνιστικού Κόμματος (μπ.) της Ουκρανίας προς τους Έλληνας εργάτας και βιοπαλαιστάς.1921 (Συλλογή Κώστα Αυγητίδη)

Η αναφορά στην εθνική συνείδηση των ελληνικών πληθυσμών του Εύξεινου Πόντου αποτελεί κεντρικό σημείο σε σημαντικό τμήμα της σχετικής βιβλιογραφίας και περιστρέφεται κυρίως σε δύο άξονες: α) σε μια μεταφυσική ευθεία γραμμή που συνδέει την καταγωγή των ελλήνων κατοίκων του Πόντου στη Ρωσία το 19ο – 20ο αι. με τους αρχαίους έλληνες άποικους και β) σε μια επίσης μεταφυσική άποψη  σχετική με τον προσδιορισμό του έθνους, το οποίο ορίζεται με έννοιες « καταγωγής και πεπρωμένων», « φυσικής κληρονομικότητας» και άλλα φυλετικά κριτήρια.

Η ύπαρξη , ωστόσο , των ελληνικών πληθυσμών στα ρωσικά παράλια του Εύξεινου Πόντου και στην περιοχή του Καυκάσου οφείλεται κατά κύριο λόγο στις συνέπειες των ρωσοτουρκικών πολέμων καθώς και στην εθνική πολιτική της Ρωσικής αυτοκρατορίας. Ακολούθησε ο εκρωσισμός των Ποντίων που δεν έγινε παντού και πάντοτε ομοιόμορφα. Η αντίθεση με τους Τούρκους συνετέλεσε στη διατήρηση της γλώσσας, της θρησκείας και του πατριωτισμού των ελλήνων του Πόντου , ενώ, όπου δεν υπήρχε, οι έλληνες εκρωσίστηκαν.

Σχετικά με τις διάφορες εθνικιστικές κινήσεις που αναπτύχθηκαν ανάμεσα στους ελληνικούς πληθυσμούς της Ρωσίας αναφέρει ότι ήταν περισσότερο αποτέλεσμα συγκεκριμένων ιστορικών διαδικασιών και πολύ λιγότερο προϊόν υποσυνείδητων πεποιθήσεων για το « ιστορικό πεπρωμένο του έθνους».  Επομένως τα ζητήματα καταγωγής και «εθνικής συνείδησης» με τη μορφή που κυριαρχούν στην υπάρχουσα ιστοριογραφία, παρουσιάζουν  – το λιγότερο – πολλά προβλήματα. Επιστρατεύονται κατ’ αυτόν τον τρόπο προκειμένου να εξυπηρετήσουν γενικότερες ιδεολογικές και πολιτικές σκοπιμότητες βασιζόμενα σε ιστορικοφανείς μυθοπλασίες και όχι στην ιστορική πραγματικότητα..

Είναι γεγονός βέβαια ότι στις αρχές του 20ου αι. υπήρξε έντονη κινητικότητα γύρω από θέματα δημιουργίας πολιτικής οργάνωσης των Ποντίων σε εθνική βάση ενώ παράλληλα προωθούνταν εκδοτικές προσπάθειες από το εμπορικό κεφάλαιο στη Ρωσία. Όμως η καλλιέργεια του εθνικισμού στους εργαζόμενους ομογενείς και η προσπάθεια οργάνωσης τους σε εθνική και όχι ταξική βάση προσέφερε πολλά οφέλη στην αστική τάξη. Ανακριβείς θεωρούνται και απόψεις που θέλουν τους ελληνικούς πληθυσμούς να τηρούν παθητική ή αδρανή στάση κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, διότι έκτροπα έγιναν από όλες τις εθνότητες και επιπλέον οι κινήσεις της ελληνικής ηγεσίας της Οδησσού άφηναν εκτεθειμένους τους πληθυσμούς του Πόντου στην τουρκική επιθετικότητα.

«Ξετυλίγοντας, λοιπόν, πτυχές της Ιστορίας, καταδικασμένες είτε στη λήθη είτε στη διαστρέβλωση από την κυρίαρχη ιστοριογραφία, αρχίζει σιγά – σιγά, βαθμιαία αλλά συστηματικά, να αποδομείται η ιδεαλιστική / μεταφυσική εικόνα της ιστορικής πορείας του ποντιακού ελληνισμού ως απόρροια «φυλετικών πεπρωμένων». Ακολούθως, βλέπουμε πως η διαμόρφωση της «εθνικής συνείδησης», των «εθνικών χαρακτηριστικών», της «εθνικής φιλίας» και έχθρας vis –a vis  άλλες εθνότητες, κ.λ.π., που πραγματοποιήθηκε συνεπεία συγκεκριμένων ιστορικοπολιτικών διαδικασιών που στην πορεία συνέθεσαν και αποκρυστάλλωσαν τη μορφή και το περιεχόμενό τους.

Αναδεικνύονται τέλος οι ταξικές αντιθέσεις που διαμορφώθηκαν αντικειμενικά ανάμεσα στις εθνικές μειονότητες και καταρρέει ο μύθος της ταύτισης των συμφερόντων μιας μικρής μερίδας εχόντων και κατεχόντων ( της εκμεταλλεύτριας τάξης, της αστικής και των μεγάλων γαιοκτημόνων ) με το σύνολο ενός λαού, των εκμεταλλευόμενων τάξεων, των εργατών και των αγροτών. Η διαμετρική αυτή αντίθεση μεταξύ των συμφερόντων των κοινωνικών τάξεων θα γινόταν όλο και πιο φανερή – επιζητώντας ολοένα και πιο ριζοσπαστικές λύσεις – όσο οι ταξικές αντιθέσεις οξύνονταν στην πορεία προς την επανάσταση…»
Ομάδα στρατιωτών του Κόκκινου Στρατού. Στην πίσω σειρά (κέντρο) ο Δημήτρης Ακριτίδης. 1924 (Αρχείο Ελληνισμού Μαύρης Θάλασσας)

Στη συνέχεια της μελέτης παρουσιάζεται ο Ποντιακός Ελληνισμός της Ρωσίας κατά την περίοδο της Οκτωβριανής  Επανάστασης , του εμφυλίου και της ξένης στρατιωτικής ιμπεριαλιστικής επέμβασης. Δεν μπορεί να υπολογισθεί με ακρίβεια η έκταση της συμμετοχής των Ελλήνων στις επαναστατικές διαδικασίες. Η άποψη που κυριαρχεί είναι ότι ο εθνικισμός υπερίσχυσε της ταξικής συνείδησης. Το εθνικό στοιχείο χρησιμοποιήθηκε ως ιδεολογικό μέσο για να κινητοποιηθούν πολλοί – όχι μόνο Έλληνες – προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα των διαφόρων αστικών τάξεων της περιοχής. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια η ελληνική αστική τάξη διεκδίκησε πολιτική έκφραση ζητώντας αυτονομία και ανεξαρτησία των Ελλήνων του Πόντου. Πολλοί όμως ήταν οι Έλληνες προλετάριοι που συμμετείχαν ενεργά στην επανάσταση στο πλευρό των Μπολσεβίκων, που εντάχθηκαν στον Κόκκινο Στρατό, που εκλέχτηκαν στα τοπικά Σοβιέτ και σε άλλα όργανα εξουσίας και συνεργάστηκαν στον τομέα της διαφώτισης υπερασπίζοντας και διαδίδοντας τις κομμουνιστικές θέσεις και αρχές.

Πολλοί όμως ήταν και οι Έλληνες Πόντιοι που τοποθετήθηκαν εναντίον της επανάστασης και συνεργάστηκαν με τους αντιπάλους της.

Εύλογο είναι το ερώτημα για τη στάση των Μπολσεβίκων στους Έλληνες αυτή την περίοδο. Υποστηρίζει ο ιστορικός επικαλούμενος δεκάδες μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων ότι δεν υπήρξαν διώξεις εθνικού χαρακτήρα. Οι Μπολσεβίκοι αντιμετώπισαν τους αντιπάλους τους με ταξικά κριτήρια και είναι αυθαίρετη η ταύτιση των συμφερόντων της αστικής τάξης με τα συμφέροντα της μεγάλης πλειοψηφίας των φτωχών λαϊκών στρωμάτων.

Ως προς το πρόβλημα των προσφύγων και την αναφορά σε αυτό της συντριπτικής πλειοψηφίας της σχετικής βιβλιογραφίας επιρρίπτει ευθύνες στις κινήσεις της ελληνοποντιακής ηγεσίας για τους χειρισμούς της και αποκαλύπτει ότι όλη αυτή η εμπόλεμη κατάσταση έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης από την πολιτική και οικονομική ηγεσία του Πόντου , η οποία δεν δίστασε να πλουτίσει εκμεταλλευόμενη το φόβο και τις ανησυχίες των συμπατριωτών τους , που πολλές φορές η ίδια καλλιέργησε. Καταγγέλλει μάλιστα τις κινήσεις αυτές ανεξάρτητα αν έγιναν από αμέλεια ή σκοπιμότητα ως υπεύθυνες για «ένα πραγματικό έγκλημα, άγνωστο εν πολλοίς ως τις μέρες μας», χωρίς να παραλείψει να αναφέρει την  άμεση κινητοποίηση των ελληνικών τμημάτων του Κομμουνιστικού Κόμματος με τη διενέργεια εράνων υπέρ των προσφύγων και την οργάνωση ειδικών επιτροπών για την βοήθεια τους.

Επιμένει να διευκρινίζει στην ανάλυσή του ότι οποιαδήποτε εχθρική στάση των ντόπιων πληθυσμών εναντίον μιας μερίδας Ελλήνων της Ν.Ρωσίας είχε να κάνει σε μεγάλο βαθμό με τη θέση τους στο εκμεταλλευτικό σύστημα της τσαρικής Ρωσίας .

Πολύ σημαντική είναι η ενότητα που αναφέρεται στην επέμβαση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων εναντίον των επαναστατημένων λαών της Ρωσίας και ιδιαίτερα στη συμμετοχή του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος στην Ουκρανία και στην κατασταλτική του δράση παρουσιάζοντας πτυχές των συνεπειών της Ουκρανικής εκστρατείας λιγότερο προβεβλημένες.

Μεγάλο ενδιαφέρον έχει η παράθεση στοιχείων για τη στάση των ελλήνων φαντάρων οι οποίοι είτε αρνήθηκαν να εκτελέσουν τις διαταγές και φυλακίστηκαν είτε λιποτάκτησαν είτε αυτομόλησαν είτε αρνήθηκαν να πολεμήσουν συντεταγμένα. Καταρρίπτει έτσι τον μύθο για την εθνικοφροσύνη και τον αντικομμουνισμό των ελλήνων στρατιωτών του εκστρατευτικού σώματος και σημειώνει την επίδραση των ελλήνων κομμουνιστών με την ελληνική Κομμουνιστική Ομάδα Οδησσού.

Στις πτυχές και στα ζητήματα της πορείας του Πόντου την εποχή του ιμπεριαλισμού εξετάζονται οι ιστορικές διαδικασίες που αναδείχτηκαν στην περιοχή του Πόντου κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ανάμεσα στα πολλά και σημαντικά στοιχεία που παραθέτει ας προσέξουμε πώς καλλιεργήθηκε η ιδέα του ομόθρησκου και του ομόφυλου και πώς οι διάφοροι λαοί της περιοχής οδηγήθηκαν να ακολουθούν ηγεσίες που είχαν αυτά τα χαρακτηριστικά αλλά δεν είχαν τα ίδια ταξικά χαρακτηριστικά ούτε τα ίδια ταξικά συμφέροντα. Έτσι όχι απλά μπήκε φραγμός στους κοινούς ταξικούς αγώνες των Τούρκων, των Εβραίων, των Αρμενίων, των Ελλήνων εργατών και αγροτών αλλά έφερε σφαγές χιλιάδων αμάχων και αλληλοσφαγές των λαών.
8ο Ελληνικό Σχολείο Σοχούμ. 1931 (Συλλογή Ν. Σαλπιστή)

Αναλύεται επίσης το κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο που ανέδειξε τους Νεότουρκους και παρουσιάζεται η ευνοϊκή αντιμετώπιση τους από την ηγεσία της μητροπολιτικής Ελλάδας εξ αιτίας των δικαιωμάτων που διεύρυνε ή κατοχύρωνε η άρχουσα τάξη.  Όμως η τουρκική αστική τάξη διεκδικούσε πλέον και αυτή το δικό της έθνος – κράτος. Επομένως το εθνικό ζήτημα ήταν αλληλένδετο με το ζήτημα της κυριαρχίας της τουρκικής αστικής τάξης σε έναν γεωγραφικό χώρο που θεωρούσε δικό της και τον διεκδικούσε από τους λαούς που τον κατοικούσαν αλλά δεν ήταν Τούρκοι. Ανάμεσά τους και οι Έλληνες. Οι Νεότουρκοι κατέληξαν να προωθήσουν τα συμφέροντά τους συμμαχώντας με το γερμανικό ιμπεριαλισμό.

«Το πρόβλημα της ιμπεριαλιστικής πολιτικής της Γερμανίας, καθώς και της ανερχόμενης ντόπιας αστικής τάξης της Τουρκίας, δεν αναγόταν σε φυλετικά ή θρησκευτικά κριτήρια, αλλά σε καθαρά οικονομικά και πολιτικά[…] Κοινός αντίπαλος; Το ελληνικό ( και αρμένικο) κεφάλαιο.

Η βίαιη εκτόπιση  ή εξολόθρευση ολόκληρων λαών προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων του ιμπεριαλισμού δεν ήταν βέβαια κάτι πρωτόγνωρο[…]

Η στάση του γερμανικού ιμπεριαλισμού έναντι των ελληνικών πληθυσμών της Τουρκίας είχε να κάνει τέλος και με τις προετοιμασίες του πρώτου αναφορικά με τον επερχόμενο πόλεμο…»

Γεννιέται λοιπόν το ερώτημα για την αντιμετώπιση και διαχείριση της διαμορφούμενης  κατάστασης από την ποντιακή ηγεσία.

Οι γνώμες και οι τάσεις στο θέμα της αυτονόμησης ήταν πολλές και υπήρχαν ενδογενείς αντιθέσεις στις ποντιακές οργανώσεις. Σημαντικό ρόλο έπαιζαν και τα εμπορικά συμφέροντα διαφόρων κύκλων της άρχουσας τάξης.

Πολλοί ερευνητές συνέδεσαν το ζήτημα της ανεξαρτησίας του Πόντου με την Οκτωβριανή Επανάσταση αλλά και τις επιδιώξεις του ελληνικού κεφαλαίου στην ευρύτερη περιοχή του Εύξεινου Πόντου και του Καυκάσου. Οι χειρισμοί που ακολουθήθηκαν έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στις μετέπειτα εξελίξεις και στην κατάληξη του ποντιακού ζητήματος. Οι επιλογές πάντως της ελληνικής και της ποντιακής ηγεσίας διαμορφώθηκαν κυρίως μετά τη νίκη των δυνάμεων της Αντάντ στον πόλεμο.

Ένα σημαντικό κεφάλαιο αφορά τη στάση της σοβιετικής εξουσίας στην οποία το σύνολο σχεδόν της βιβλιογραφίας αποδίδει σημαντικό μέρος της ευθύνης για την καταστροφή του Πόντου. Ο ιστορικός υποστηρίζει ότι από το 1922 και μετά παρατηρείται μια συστηματική προσπάθεια μετατόπισης των ευθυνών, με σκοπό την τελική αποσιώπησή τους για την καταστροφή του Πόντου και της Μ.Ασίας, στους κομμουνιστές, ντόπιους και διεθνείς.

Με μια σειρά σημαντικών στοιχείων ο συγγραφέας επιχειρεί να καταγράψει και να ερμηνεύσει τη στάση της νεαρής σοβιετικής εξουσίας και κυρίως εκείνη της σοβιετοτουρκικής προσέγγισης. Παραθέτει και τις προσπάθειες προσέγγισης τόσο της Ελλάδας όσο και των Ποντίων από τη μεριά των μπολσεβίκων , που όμως δεν απέδωσαν. Αναφέρει και το περιστατικό της συνάντησης του σοβιετικού απεσταλμένου με τον Γιάννη Κορδάτο , που έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς απαντά σε πολλά ερωτήματα σχετικά με τη στάση των Σοβιέτ έναντι της Τουρκίας εκείνη την περίοδο.

«Αποκλειστικά υπεύθυνοι της τραγικής κατάληξης του ζητήματος του Πόντου δεν ήταν άλλοι από:

α) Τον ενδοαστικό ανταγωνισμό που αναπτύχθηκε  μεταξύ των εθνικών αστικών τάξεων  στην καταρρέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία ( του ανερχόμενου τουρκικού αστικού εθνισμού από τη μία και του έως τότε κυρίαρχου ελληνικού κεφαλαίου από την άλλη)

β) Τις επιλογές της ελληνοποντιακής  πολιτικοοικονομικής και θρησκευτικής ηγεσίας σχετικά με την πορεία του ζητήματος του Πόντου, και

γ) το διεθνή ιμπεριαλισμό, τους σχεδιασμούς και τις επιδιώξεις του στην περιοχή.

Όλοι αυτοί οι παράγοντες χρησιμοποίησαν τους ντόπιους πληθυσμούς προς εξυπηρέτηση ιδίων συμφερόντων»

Τα αποτελέσματα αυτών των πολιτικών είναι γνωστά όπως και η στάση των αστικών κομμάτων στην Ελλάδα απέναντι στους πρόσφυγες.
Οι πρώτοι δάσκαλοι του ελληνικού σχολείου της Τσάλκας. 1936.
(Αρχείο Ελληνισμού Μαύρης Θάλασσας)

Τι γινόταν όμως με τους έλληνες που παρέμειναν στη Σοβιετική Ένωση; Ποια η σχέση τους με τη νέα σοβιετική εξουσία. Οι αναφορές της εποχής κάνουν λόγο για τη συμμετοχή των ελλήνων στις λεγόμενες « εργατικές ομάδες κρούσης» που ήταν πρωτοπόρα τμήματα της εργατικής τάξης σε διάφορους χώρους δουλειάς. Ο στόχος της σοβιετικής εξουσίας ήταν η δυνατότητα αρμονικής συνύπαρξης μεταξύ των ιδιαίτερων εθνικών ταυτοτήτων και η ανάδειξη της σοβιετικής κουλτούρας σε πανενωσιακό επίπεδο. Είναι αναληθές ότι η σοβιετική ηγεσία ακολούθησε αφομοιωτική πολιτική στις εθνικές μειονότητες.

Ως προς τους Έλληνες οι σοβιετικοί πήραν μέτρα υλικής στήριξης φροντίζοντας για την αποκατάσταση των προσφύγων και χορηγώντας πιστώσεις για την ανάκαμψη των αγροτικών οικονομιών στις ελληνικές περιοχές. Οι σοβιετικές αρχές ενθάρρυναν τη σύσταση ελληνικών συλλόγων και  πολιτιστικών κέντρων . Οι ελληνικές κοινότητες κατόρθωσαν  να αναπτυχθούν πολιτιστικά και να καλλιεργήσουν τα ήθη και τα έθιμά τους. Κτίστηκαν πολλά ελληνικά σχολεία και καθιερώθηκε η δημοτική ως κύρια γλώσσα διδασκαλίας. Οι ενήλικες αναλφάβητοι μορφώνονταν στη μητρική τους γλώσσα  και γενικά περιοχές με συγκεντρωμένους ελληνικούς πληθυσμούς αναδείχτηκαν σε σημαντικές εστίες πολιτιστικής δραστηριότητας.

Παρ’ όλα αυτά πολλοί Έλληνες ήθελαν να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα στη δεκαετία του 1920 και αυτή η επιθυμία παρερμηνεύτηκε και αποδόθηκε σε καταπιέσεις και διώξεις.

«Συμπληρωματικά…δεν πρέπει να λησμονούμε και τα εξής:

α) Πως ένα μεγάλο τμήμα των Ελληνοποντίων που επιθυμούσε να μεταναστεύσει στην Ελλάδα ήταν πρόσφυγες του Πόντου, άνθρωποι οι οποίοι κατέφυγαν στα ρωσικά παράλια ως ενδιάμεσο σταθμό προς τον τελικό προορισμό τους: την Ελλάδα. Επομένως, για ένα εκτεταμένο χρονικό διάστημα – το οποίο παρατεινόταν  συνεχώς  από την άρνηση της ελληνικής κυβέρνησης να τους δεχτεί – οι πληθυσμοί αυτοί δεν θεωρούσαν την κατάστασή τους μόνιμη.

β) Πως όντας ουσιαστικά «πληθυσμοί εν αναμονή» ήταν επόμενο η συμμετοχή τους στην κοινωνικοπολιτική ζωή της χώρας να είναι σχετικά περιορισμένη…»

Ορισμένοι ιστοριογράφοι είδαν ως επίθεση εναντίον των θρησκευτικών και πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων των εθνοτήτων και ειδικά των ελλήνων την πολιτική που εφάρμοσε η σοβιετική εξουσία για πλήρη διαχωρισμό κράτους και εκκλησίας και την ανεξιθρησκεία.

Νέα δεδομένα εμφανίζονται την εποχή της Νέας Οικονομικής Πολιτικής με όξυνση των ταξικών αντιθέσεων και των πολιτικών αντιπαραθέσεων. Αυτή την εποχή ,1921 -1926 , το ελληνικό κεφάλαιο ανακάμπτει και επαναδραστηριοποιείται . Το ίδιο συμβαίνει και με τους μεγάλους Έλληνες γαιοκτήμονες. Πολλοί κατάφεραν να συγκεντρώσουν σημαντικές ποσότητες ξένου συναλλάγματος καθώς με τη νομοθεσία για τη ΝΕΠ είχε αφεθεί ελεύθερο το εμπόριο. Η αποταμίευση σε συνάλλαγμα ήταν μια από τις αιτίες που συνελήφθησαν πολλοί Έλληνες καθώς απαγορευόταν στην ΕΣΣΔ η κατοχή συναλλάγματος.

Αυτή η οικονομική επανάκαμψη της αστικής τάξης στη Σοβιετική Ένωση αποτέλεσε και ισχυρό παράγοντα εναντίον της επανάστασης που συνδυάστηκε με τον εθνικισμό. Δίνονται οι προβληματισμοί σχετικά με την πολιτική που ακολούθησε η σοβιετική πολιτική στο θέμα των εθνοτήτων και γίνεται αναφορά στη δράση ένοπλων εθνικιστικών ομάδων που στηρίζονταν άμεσα ή έμμεσα από αστικές κυβερνήσεις του εξωτερικού με στόχο την ανατροπή της σοβιετικής εξουσίας.
Έλληνες Πόντιοι σε διακοπές για ένα μήνα για την “καλή δουλειά”. Σοχούμ 1933. (Συλλογή Ν.Σαλπιστή)

Στη δεκαετία του 1920 οι Έλληνες συμμετείχαν στην κοινωνική , οικονομική και πολιτική ζωή της Σοβιετικής Ένωσης και ιδιαίτερα σε περιοχές με εργατικό και αγροτικό ελληνικό πληθυσμό και αναβαθμίστηκε το βιοτικό τους επίπεδο σε σημαντικό βαθμό. Πολύ υψηλά θεωρούνται και τα επίπεδα ένταξης τους στο Κομμουνιστικό Κόμμα.

Ένα από τα πιο σημαντικά κεφάλαια του βιβλίου είναι εκείνο που αναφέρεται στη διαδικασία της κολεκτιβοποίησης καθώς θεωρείται ένα από τα λίγα ιστορικά γεγονότα που έχουν προκαλέσει « μένος, διαστρέβλωση και ισοπεδωτική πολεμική. Και όμως, η συντριπτική πλειοψηφία των αστικών αναλύσεων φαίνεται να αγνοεί πως η διαδικασία μετασχηματισμού στον τύπο και οργάνωση της αγροτικής παραγωγής δεν αποτελούσε αποκλειστικό φαινόμενο της οικοδόμησης του σοσιαλισμού  στην ΕΣΣΔ».

Ξεκινώντας με μια ιστορική αναδρομή του κινήματος της κολεκτιβοποίησης από τα τέλη του 18ου αι. στην Αγγλία και εξηγώντας πώς αυτή η διαδικασία έγινε στον καπιταλισμό και πώς στον σοσιαλισμό προχωράει στα αίτια και στους παράγοντες που επέβαλαν την αναδιοργάνωση της αγροτικής παραγωγής στη Σοβιετική Ένωση. Μελετά το φαινόμενο αυτό στην πρακτική του εφαρμογή και δεν διστάζει να δηλώσει ότι κατά την πραγματοποίηση της έγιναν παρατυπίες , υπερβολές, αυθαιρεσίες.

«Έγιναν παρατυπίες, υπερβολές, αυθαιρεσίες κατά τη διάρκεια της κολεκτιβοποίησης; Η απάντηση είναι πως ναι έγιναν. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τοπικές αρχές και κομματικές οργανώσεις, επέδειξαν

«υπερβάλλοντα» ζήλο, αγνοώντας, παρερμηνεύοντας, ή ακόμα και παραβιάζοντας κατάφωρα τις οδηγίες και τους κανόνες για την κολεκτιβοποίηση που είχαν εκπονηθεί μετά από πολλές συζητήσεις και προγραμματισμό από την κεντρική σοβιετική εξουσία.»

Εξετάζει την κολεκτιβοποίηση ως πεδίο έντονης ταξικής πάλης και σε συνδυασμό με τον εθνικισμό  και τον τρόπο που τον εκμεταλλεύτηκαν οι αντεπαναστατικές δυνάμεις και ιδιαίτερα στις παραμεθόριες περιοχές καθώς και τις αδυναμίες των κομμουνιστών να τις αντιμετωπίσουν.

Μέσα σε αυτή τη σκληρή ταξική σύγκρουση οι Έλληνες βρέθηκαν στο επίκεντρο της ταξικής πάλης. Πολλοί ήταν αυτοί που έσπευσαν να βοηθήσουν, πρωτοστάτησαν στη δημιουργία ελληνικών κολχόζ  και διακρίθηκαν για τη δουλειά τους, αλλά και πολλοί ήταν εκείνοι που κατείχαν μεγάλες ιδιοκτησίες και βλέποντας ότι είχαν πολλά να χάσουν  πολέμησαν τα νεοϊδρυθέντα κολχόζ υπονομεύοντας τα με διάφορους τρόπους.

Το ίδιο σημαντική ήταν η συμμετοχή των Ελλήνων εργαζομένων της Σοβιετικής Ένωσης στη διαδικασία της εκβιομηχάνισης και της μάχης που δόθηκε για την εκπλήρωση του πρώτου πεντάχρονου πλάνου.

Η δεκαετία του 1930 δίνεται μέσα από τις προκλήσεις και τις προοπτικές που ανοίγονταν αλλά και τους προβληματισμούς γύρω από τη σοβιετική πολιτική στο θέμα των εθνοτήτων.

Αναλύονται οι αλλαγές εκείνες που πραγματοποιήθηκαν και κατά καιρούς παρερμηνεύτηκαν και διαστρεβλώθηκαν . Μέσα σε αυτές εντάσσεται και η μείωση των ελληνικών εθνικών σοβιέτ. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην οδηγία του Στάλιν και στη φιλολογία περί εθνικών εκκαθαρίσεων που αναπτύχθηκε γύρω από αυτήν υποστηρίζοντας ότι αυτή δεν μπορεί να μελετάται ξεκομμένη από το γενικότερο πλαίσιο της ιστορικής πραγματικότητας και από το ειδικότερο περιεχόμενό της.

Το μέτρο της μετεγκατάστασης και τα αίτια που οδήγησαν στη λήψη δραστικών αποφάσεων για ορισμένα τμήματα του πληθυσμού και για τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκε είναι επίσης μια πολύ ενδιαφέρουσα ενότητα.
Άγαλμα για τους Έλληνες στρατιώτες που έπεσαν στον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο (Αρχείο Ελληνισμού Μαύρης Θάλασσας)

Παρουσιάζει επίσης τα αίτια και τις παρερμηνείες για τη μεταναστευτική τάση των Ελλήνων της ΕΣΣΔ στη δεκαετία του 1930. Δεν αρνείται διώξεις που έγιναν εναντίον Eλλήνων. Ξεκαθαρίζει όμως για μια ακόμα αφορά ότι οι λόγοι της δίωξης είχαν να κάνουν με κριτήρια ταξικά και όχι εθνικά. Η ένοπλη αντεπαναστατική δράση, η παράνομη αγοραπωλησία συναλλάγματος, η μαύρη αγορά, οι οικονομικές και διοικητικές καταχρήσεις ήταν μερικοί από τους λόγους αυτούς και αφορούσαν εξατομικευμένες περιπτώσεις όχι συλλογικές ή εθνικές.

Αναδεικνύει ένα ακόμα θέμα που θεωρεί ότι η κυρίαρχη ιστοριογραφία έχει θάψει, την ανάπτυξη του πολιτικού, οικονομικού και πολιτιστικού επιπέδου της εργατικής τάξης τη δεκαετία του 1930. Αναφέρεται και ειδικά στους Έλληνες οι οποίοι σε μεγάλο ποσοστό απέκτησαν αυτή την εποχή ανώτατη μόρφωση.

Στο ζήτημα των διώξεων του 1937 – 1939  κάνει μια εισαγωγή στα αίτια και προσπαθεί να απαντήσει σε ερωτήματα όπως γιατί έγιναν, ποιους αφορούσαν, τη διάσταση ανάμεσα στο μύθο και στην πραγματικότητα.

«Σε γενικές γραμμές, η διαστρέβλωση της ιστορικής πραγματικότητας γύρω από αυτές τις διώξεις πραγματοποιήθηκε σε δύο κυρίως άξονες: α) το χαρακτήρα των διώξεων και β) την έκταση τους. Μια πρόσφατη έρευνα Αμερικανών ιστορικών στα κρατικά αρχεία της ΕΣΣΔ, που δημοσιεύτηκε  στο  American Historical Review ( όπως και στο L’ Historie  του Εθνικού Κέντρου Επιστημονικής Έρευνας της Γαλλίας), προσφέρει μια σειρά ακράδαντων στοιχείων που αποδομούν από τα θεμέλια τους τις διάφορες «θεωρίες» περί εθνοκάθαρσης των μειονοτήτων στην ΕΣΣΔ.  Η έρευνα αυτή κατέληξε συμπερασματικά πως η λεγόμενη «περίοδος της τρομοκρατίας»

(αναφέρονται στην περίοδο 1936 – 1940) « στόχευε κυρίως στις ελίτ παρά στις εθνικές ομάδες αυτές καθαυτές». Επηρέασε δηλαδή μέλη εθνοτήτων τα οποία ανήκαν στη διοικητική και οικονομική ελίτ ( και τα οποία αντιμετώπιζαν κατηγορίες διαφθοράς, κατάχρησης εξουσίας, κλπ.), λόγω της θέσης που κατείχαν και όχι εξ αιτίας της καταγωγής τους…»

Ακολουθεί μια παρένθεση στην οποία γίνεται σύντομη επισκόπηση του ποινικού συστήματος της ΕΣΣΔ, που « τη δεκαετία του 1930 αποτελούνταν από ένα σωφρονιστικό δίκτυο, το οποίο περιελάμβανε: 1. Τις φυλακές, 2. Τα στρατόπεδα εργασίας ( Gulag), 3. Τις «αποικίες εργασίας» και 4. Τις ειδικές ανοικτές ζώνες.» Η παρένθεση κλείνει με την παράθεση στοιχείων από πρόσφατη αρχειακή έρευνα γύρω από την εκπαιδευτική – πολιτιστική δραστηριότητα στα Gulag. Είναι άξιο αναφοράς ότι τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής παρουσιάστηκαν στο περιοδικό  Canadian Slavonic Papers

(τεύχος Σεπτεμβρίου – Δεκεμβρίου 2004 ) και υπήρξαν αποκαλυπτικά ακόμα και για τον ίδιο τον ερευνητή που τη διεξήγε.

Επιπλέον θεωρεί χρήσιμη μια συνοπτική συγκριτική προσέγγιση των δύο ιστορικών περιόδων που ονομάστηκαν από την μετέπειτα ιστοριογραφία ως περίοδοι «Τρομοκρατίας» και αφορά το διάστημα 1793 – 1794 στη Γαλλία και το 1936 – 1939 στην ΕΣΣΔ , τονίζοντας ότι και οι δύο περιπτώσεις βαφτίστηκαν έτσι από τους αντίστοιχους ταξικούς αντιπάλους των δύο επαναστάσεων.

Ως προς τις διώξεις θέτει πάλι το ερώτημα αν παρατηρήθηκαν παρατυπίες, αυθαιρεσίες και λάθη και παραβιάσεις των σοβιετικών νόμων. Η απάντηση του είναι θετική διευκρινίζοντας όμως ότι αυτές ήταν οι εξαιρέσεις στον κανόνα και ότι δεν υιοθετήθηκαν ούτε έγιναν ποτέ αποδεκτά ως μέρος της κεντρικής πολιτικής της σοβιετικής εξουσίας, η οποία και τις καταδίκασε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο αν και το σύνολο της βιβλιογραφίας το αποσιωπά ή το αποδίδει σε άρση της εύνοιας του Στάλιν σε συγκεκριμένα πρόσωπα.

Ειδικότερα τον απασχολεί η μορφή και η έκταση των διώξεων στους ελληνικούς πληθυσμούς της ΕΣΣΔ  γι’ αυτό αναζητεί τα πραγματικά αίτια και το περιεχόμενο των διώξεων , τα ποιοτικά και ποσοτικά στοιχεία τους επιμένοντας στον ταξικό προσανατολισμό των κινήσεων των σοβιετικών αρχών.

Δεν παραλείπει να αναφερθεί στο μεγάλο πατριωτικό πόλεμο και στη συμμετοχή ή όχι των Ελλήνων στον αντιφασιστικό αγώνα.

«Πώς εντάχθηκαν οι Έλληνες της Σοβιετικής Ένωσης στον αγώνα κατά του φασισμού; Όσοι είχαν τη σοβιετική υπηκοότητα πολέμησαν στο μέτωπο μέσα από τις γραμμές του Κόκκινου Στρατού όπως όλοι οι σοβιετικοί πολίτες ανεξαρτήτως εθνικότητας. Από τους Έλληνες δίχως σοβιετική υπηκοότητα

( δηλαδή με ελληνικό, ανανεωμένο ή όχι διαβατήριο) , ένας αριθμός κατατάχτηκε εθελοντικά, ένας άλλος εντάχτηκε στο παρτιζάνικο κίνημα, μια σημαντική μερίδα ρίχτηκε στη μάχη της παραγωγής και μια άλλη έμεινε ουσιαστικά αμέτοχη…Σημαντική ήταν η συμβολή των Ελλήνων κομμουνιστών – και ιδιαίτερα των Ελλήνων νέων κομσομόλων – που πολέμησαν με απαράμιλλο ενθουσιασμό και ηρωισμό στα διάφορα πεδία του πολέμου…»

Υπήρχαν βέβαια και οι εξαιρέσεις εκείνων των Ελλήνων που ασχολήθηκαν με τη μαύρη αγορά ή συμμετείχαν σε φιλοφασιστικές οργανώσεις πολεμώντας στο πλευρό των Ναζί εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης.

Δύο επίσης σοβαρά θέματα που θίγονται και παρατίθενται οι λόγοι για τους οποίους η σοβιετική κυβέρνηση προχώρησε στην απόφασή τους είναι οι μετεγκαταστάσεις ανθρώπων από τον τόπο τους σε άλλες περιοχές της ΕΣΣΔ. Τονίζεται ο αμυντικός χαρακτήρας των μέτρων και όχι ο κατασταλτικός.

«Υπήρξε «γενοκτονία των Ελλήνων επί Στάλιν»; Τα πληθυσμιακά δεδομένα δεν υποστηρίζουν αυτή την άποψη. Πράγματι, η αφερεγγυότητα του ιδεολογήματος περί «μαζικών διώξεων» και «γενοκτονίας» αναδεικνύεται και από τη συνεχόμενη αυξητική πορεία του συνολικού αριθμού των Ελλήνων στην ΕΣΣΔ, η οποία σε καμιά απολύτως περίοδο δεν παρουσιάζει μείωση ή στασιμότητα[…] Η αφερεγγυότητα των ισχυρισμών της κυρίαρχης ιστοριογραφίας αποδεικνύεται επιπλέον από την ίδια την πορεία των Ελλήνων στην ΕΣΣΔ και την καταξίωσή τους μέσα σε όλα σχεδόν τα πεδία της ανθρώπινης δραστηριότητας»

Στην κατακλείδα του βιβλίου ο ιστορικός εκθέτει τις σκέψεις του και τους προβληματισμούς του σχετικά με την αναθεώρηση της ιστορίας και την προσπάθεια που γίνεται να εξισωθεί ο φασισμός με το σοσιαλισμό,  θεωρώντας την ουσιαστικό στοιχείο της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας. Στα πλαίσια αυτά υιοθετείται και η ανάλογη μεθοδολογική προσέγγιση που έχει την τάση να αποσπά το μερικό από το γενικό και να το αναδεικνύει σε απόλυτη αλήθεια και προτείνει μια πιο προσεκτική εξέταση των πηγών από τις οποίες εκπορεύονται τα διάφορα αντικομμουνιστικά ιδεολογήματα.

Αντί επιλόγου επιλέγει να μας παρουσιάσει τη Ρωσία στις συνθήκες παλινόρθωσης του καπιταλισμού και τη θέση των Ελλήνων εκεί σήμερα.


Το βιβλίο διανθίζεται από πλήρεις ανταποκρίσεις του Δ. Λιάσκοβα για το Ριζοσπάστη το 1935, μέσα από τις οποίες ο αναγνώστης θα πληροφορηθεί γεγονότα  άγνωστα στην επίσημη ιστορία. Εξ ίσου συναρπαστικές και αυθεντικές οι ανταποκρίσεις από τη Σοβιετική Ένωση του 1920 της αμερικανίδας δημοσιογράφου Anne – Louise Strong. Πλούσιο αρχειακό υλικό  με  παρένθετες παρουσιάσεις σημαντικών σοβιετικών και διεθνών κειμένων,  μαρτυριών και φωτογραφιών.

Ένα  αξιόλογο ιστορικό βιβλίο που παρουσιάζει  άγνωστες πτυχές από την ιστορία του Ποντιακού Ελληνισμού και των συνθηκών οικοδόμησης του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση αλλά και προσφέρεται για προβληματισμό και σκέψη σχετικά με ό,τι μας μεταδίδεται και μας παρουσιάζεται σαν αληθινό .

Μια διεισδυτική και αναλυτική εργασία που «στοχεύει σε μια μαρξιστική και επιστημονικά τεκμηριωμένη προσέγγιση ιστορικών γεγονότων και διαδικασιών, μακριά τόσο από εξιδανικευμένες ωραιοποιήσεις όσο και από ισοπεδωτικούς μηδενισμούς, η οποία θα συμβάλει …στην περαιτέρω μελέτη και ανάλυσή τους»


Αναστάσης  Ι. Γκίκας, Οι Έλληνες στη διαδικασία οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2007


( Οι φωτογραφίες από το βιβλίο)

Τετάρτη 29 Απριλίου 2015

Για την ιστοριογραφία του ελληνικού εργατικού κινήματος

Το ιδρυτικό συνέδριο του ΣΕΚΕ τον Νοέμβριο του 1918 στον Πειραιά

 Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

Με αφορμή τον γιορτασμό της Εργατικής Πρωτομαγιάς σε λίγες μέρες, ένα απόσπασμα από την εξαιρετική μελέτη του Αναστάση Ι. Γκίκα «Ρήξη και ενσωμάτωση. Συμβολή στην Ιστορία του εργατικού – κομμουνιστικού κινήματος του Μεσοπολέμου (1918 – 1936)». Το κείμενο είναι από το εισαγωγικό μέρος του βιβλίου και αναφέρεται στην ιστοριογραφία τη σχετική με το ελληνικό εργατικό κίνημα. Θέμα όχι  ιδιαίτερα αναπτυγμένο ούτε και ευρύτερα γνωστό, αλλά πολύ σημαντικό που βοηθάει στην κατανόηση και των γενικότερων ιστορικών φαινομένων και το ρόλο τους στο μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας.


Γύρω από την ιστοριογραφία του ελληνικού εργατικού κινήματος

Όπως επανειλημμένα έχει ειπωθεί από πολλούς μελετητές στο παρελθόν, η παραγωγή ιστορικής γνώσης γύρω από το εργατικό κίνημα (στη μεσοπολεμική Ελλάδα, αλλά και γενικότερα) είναι είτε «σχεδόν ανύπαρκτη» είτε βρίσκεται ακόμη «σε εμβρυακό στάδιο». Αποτελεί, με άλλα λόγια, μια σχετικά «παραμελημένη ενότητα στην ιστοριογραφία της σύγχρονης Ελλάδας».
Ορισμένοι εντοπίζουν τις ρίζες του προβλήματος στο ότι «το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα για λόγους οικονομικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς δεν ενσωματώθηκε στην ελληνική κοινωνία. Μένοντας στο περιθώριο και μην έχοντας τη δυνατότητα να εκφραστεί με τρόπο βίαιο, με συνέπεια τη συνεχή κρατική παρέμβαση για την αναχαίτισή του. Αυτές οι αντιδράσεις και αυτή η μεταχείριση είχαν σαν αποτέλεσμα να θεωρείται αυτή η «ύλη» σαν κατ’ εξοχήν εκρηκτική και σαν μη ενδεδειγμένο αντικείμενο ακαδημαϊκής έρευνας στην Ελλάδα».  Το πρόβλημα, όμως, της ενσωμάτωσης δεν έχει να κάνει με την «ελληνική κοινωνία» γενικά και αόριστα, αλλά πολύ συγκεκριμένα με το αστικό κράτος και την αστική νομιμότητα.
Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα δεν έδρασε στο περιθώριο αλλά στο επίκεντρο των ιστορικών εξελίξεων. Βεβαίως δεν υπήρξε ενιαίο: Υπήρξε ο κρατικά ενσωματωμένος και ο ταξικά προσανατολισμένος συνδικαλισμός, «δύο γραμμές σε διαρκή αντιπαράθεση» όπως πολύ εύστοχα υπογράμμισε ο Γ. Μαυρίκος σε σχετική μελέτη […].
Στο σημείο, ωστόσο, στο οποίο συμφωνούμε εν μέρει με την παραπάνω διατυπωθείσα θέση είναι ότι όντως, λόγω της μη ενσωμάτωσής του στο αστικό καθεστώς και ακριβώς εξ αιτίας της ταύτισής του με ένα συγκεκριμένο ιδεολογικοπολιτικό χώρο – δύναμη (δηλαδή το ΚΚΕ ), το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα αποτέλεσε διαχρονικά «εκρηκτική ύλη» για το   ελληνικό ακαδημαϊκό κατεστημένο.
Από την άλλη μεριά, υπάρχουν και αντικειμενικές δυσκολίες στην ιστοριογραφική προσέγγιση του εργατικού κινήματος, που εντοπίζονται κυρίως στην έλλειψη αξιόπιστων στατιστικών στοιχείων και γενικότερα πρωτογενών πηγών για την περίοδο και το θέμα που μας ενδιαφέρει.[…]
Μέσα από μια στοιχειώδη επισκόπηση της υπάρχουσας εργατικής – κομμουνιστικής ιστοριογραφίας, μπορούμε να εντοπίσουμε μια σειρά αντιλήψεις  και απόψεις γύρω από τους παράγοντες που καθόρισαν ή επηρέασαν καταλυτικά: α) Την οργάνωση (τους λόγους ένταξης σε συλλογικά – οργανωμένα σχήματα πάλης, τις μορφές οργάνωσης κ.λ.π), β) τον ιδεολογικοπολιτικό προσανατολισμό και, κατά προέκταση, γ) τις τακτικές επιλογές του ελληνικού εργατικού κινήματος στα πρώτα του βήματα. Ορισμένες εξ αυτών έχουν πλέον επικρατήσει ως ευρύτερα αποκρυσταλλωμένες παραδοχές που, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, αναπαράγονται από το σύνολο της σχετικής βιβλιογραφίας. Η εισαγωγή αυτή θα αποτελέσει το εφαλτήριο για μια εν συνεχεία διαφορετική και, ελπίζουμε, εποικοδομητική προσέγγιση στη μελέτη του κινήματος της εργατικής τάξης.
Οι πρώτες προσπάθειες καταγραφής της ιστορίας του ελληνικού εργατικού κινήματος από μαρξιστική σκοπιά (όπως του Γ. Κορδάτου ή του Α. Μπεναρόγια) αποτελούν χρήσιμες βιβλιογραφικές πηγές για το μελετητή – ιστορικό, παρά τις όποιες ελλείψεις ή αδυναμίες. Η μαρξιστική μέθοδος έχει κατηγορηθεί συχνά από πολλούς ως αναλυτικά προβληματική, δογματική και στείρα` πως δήθεν περιορίζει περιγραφικά το κίνημα της εργατικής τάξης  ως μια απλή «παρενέργεια» της ανόδου ή παρακμής της υλικής κατάστασης των εργαζομένων. Πρόκειται για μια διαστρέβλωση της μαρξιστικής μεθόδου  που προκύπτει είτε ως προϊόν πολεμικής (στο πλαίσιο της πάλης των ιδεών που είναι σύμφυτη της ταξικής πάλης) είτε λόγω άγνοιας των έργων των «κλασικών» – τουλάχιστον – του μαρξισμού (Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν) είτε ως αποτέλεσμα μιας άκριτης αναπαραγωγής συγκεκριμένων στερεότυπων που έχουν καθιερωθεί  στην αστική ακαδημαϊκή σκέψη. Στοιχεία αυτής της πολεμικής μπορεί ενδεχομένως να «πατούν» σε πραγματικές αδυναμίες μαρξιστών ιστορικών που είναι μεν υπαρκτές (αν και πολλές φορές υπερβάλλονται), δεν μπορούν όμως να ανάγονται αυθαίρετα σε «αδυναμίες» του μαρξισμού γενικά.
Ο ιστορικός υλισμός δεν αποτελεί κάποια μηχανιστική, στατική ή οικονομική μέθοδο ανάλυσης. Ούτε ένα προκατασκευασμένο σχήμα, μια συλλογή «αόριστων» ‘η «αφηρημένων» διατυπώσεων. Τουναντίον, πρόκειται για μια ιδιαίτερα ζωντανή, δημιουργική και διαρκώς αναπτυσσόμενη θεωρία που αντιμετωπίζει την ιστορία ως επιστήμη.
Εξετάζει την ιστορική εξέλιξη της κοινωνίας στην κίνησή της και όχι φωτογραφικά ως στιγμιαίες αποτυπώσεις του παρελθόντος. Αναζητά τους δεσμούς που συνδέουν τις επιμέρους πτυχές της κοινωνικής ζωής, που διατρέχουν τη φαινομενικά χαοτική εναλλαγή των ιστορικών γεγονότων. Μελετά τη φύση και το χαρακτήρα αυτών των δεσμών. Προχωράει πέρα από την καθιερωμένη προσέγγιση της ιστορίας ως μιας απλής απαρίθμησης γεγονότων, ημερομηνιών και προσώπων (κατά κύριο λόγο ηγετικών). Ο ιστορικός υλισμός διεισδύει στην ουσία των φαινομένων αναζητώντας τα γενεσιουργά τους αίτια, τους νόμους που διέπουν την εσωτερική τους λειτουργία, τις αντιθέσεις που περικλείουν, τις συνθέσεις που προκύπτουν κ.λ.π. Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρίσκεται το στοιχείο της ταξικής πάλης και οι κοινωνικές δυνάμεις που πρωταγωνιστούν σε αυτή.

Καπνεργατική συνδιάσκεψη Σερρών - Δράμας - Καβάλας 1934
Καπνεργατική συνδιάσκεψη Σερρών - Δράμας - Καβάλας 1934
                                           
Σχετικά με την υπόλοιπη ιστοριογραφία: Συχνά συναντάμε την τάση η εργατική τάξη να ταυτίζεται συνολικά με ένα μικρότερο αριθμητικά, αλλά περισσότερο οργανωμένο τμήμα της. Αντίστοιχα, οι αναφορές στο εργατικό κίνημα περιορίζονται συνήθως στους ηγετικούς εκπροσώπους – φορείς του. Ωστόσο, μια προσέγγιση που ξεκινά με αφετηρία τις ανώτερες βαθμίδες των οργανωτικών εκφράσεων και δομών του εργατικού κινήματος (και που σπανίως εκτείνεται παραπέρα) δε δύναται να καλύψει αναλυτικά ή να καταλήξει σε σύνθεση του συνόλου των διεργασιών και των ζυμώσεων που χαρακτήρισαν το κίνημα, που έθεσαν τους όρους και τα όρια της πολιτικής του συμπεριφοράς ή της κοινωνικής του συνείδησης σε επίπεδο βάσης. Μερίδα της βιβλιογραφίας περιστρέφεται γύρω από μια κατά βάση «ανθρωπολογική» αντίληψη της πολιτικής και συνδικαλιστικής δράσης στην Ελλάδα. Στις αναλύσεις αυτές, κεντρικό ρόλο στον καθορισμό των πολιτικών πεποιθήσεων των εργαζομένων παίζουν, π.χ. οι δεσμοί οικογένειας και καταγωγής, οι πελατειακές σχέσεις, η δήθεν ιδιαίτερη «φύση» ή «ψυχοσύνθεση» του Έλληνα κ.α. Η ένταξη και συμμετοχή σε συλλογικές δραστηριότητες αντιμετωπίζεται ως το προϊόν στενά ατομικών – συμφεροντολογικών κριτηρίων, τα οποία ορίζονται  στο πλαίσιο οριζόντιων ή κάθετων μηχανισμών ενσωμάτωσης.
Με το κέντρο βάρους να μετατοπίζεται στα στοιχεία της χειραγώγησης και του ελέγχου, οι ιστοριογραφικές αυτές προσεγγίσεις τείνουν να επικεντρώνονται σχεδόν αποκλειστικά στον «επίσημο» συνδικαλισμό, εκείνο δηλαδή που απολάμβανε της έγκρισης κράτους και κεφαλαίου.
Ωστόσο, ήταν ο «ανεπίσημος» συνδικαλισμός, εκείνος που «ακροβατούσε» στα όρια της παρανομίας (ή καλύτερα στα όρια της αστικής νομιμότητας τα οποία συχνά ξεπερνούσε), ο οποίος κατάφερε στην πορεία να αναπτύξει σημαντικό, αυτόνομο από την αστική πολιτική, πλαίσιο θεωρίας και πράξης. Επεξηγηματικά μοντέλα που εξετάζουν το εργατικό κίνημα από τη σκοπιά των «επίσημων» εκπροσώπων του δε διαθέτουν τα αναλυτικά εργαλεία που απαιτούνται για την επεξήγηση κινημάτων τα οποία δραστηριοποιήθηκαν μακριά και έξω από τα επίσημα κανάλια και τις δομές της εξουσίας. Ακολούθως, το κίνημα της εργατικής τάξης, που πρόβαλλε αντίσταση και στον ένα ή τον άλλο βαθμό αμφισβήτησε την ηγεμονία του κυρίαρχου κοινωνικοπολιτικού καθεστώτος, αντιμετωπίζεται πολλάκις ως δευτερεύον, περιθωριακό, ακόμη και ως μη υπαρκτό.
Πολλοί ισχυρίστηκαν ότι, μέσα από την ενσωμάτωση του στον κρατικό μηχανισμό, την οικονομική του εξάρτηση και τη χειραγώγηση της ηγεσίας του, το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα μετατράπηκε ουσιαστικά σε προέκταση της κρατικής γραφειοκρατίας, συμβάλλοντας σημαντικά στη διατήρηση του status quo είτε άμεσα (μέσω της υιοθέτησης και προώθησης της άρχουσας πολιτικής) είτε έμμεσα (αμβλύνοντας τις διαχωριστικές γραμμές μέσα στο κίνημα). Γι’ αυτό και η ενσωμάτωση προβάλλεται κατά κανόνα ως ο βασικός παράγοντας πίσω από τη δήθεν «αποτυχία» των Ελλήνων εργαζομένων να οργανώσουν τα συμφέροντά τους ως τάξη αδέσμευτα και ανεξάρτητα από πελατειακά, κομματικά δίκτυα (αστικών κομμάτων εξουσίας) και κυβερνητικές πολιτικές.
Ωστόσο, για ακόμη μια φορά, η διαπίστωση αυτή δεν αφορά το σύνολο του εργατικού κινήματος, αλλά ένα συγκεκριμένο κομμάτι του, αυτό του «επίσημου» συνδικαλισμού.
Το εργατικό κίνημα εμφανίζεται λίγο – πολύ ως μια στιγμιαία εκδήλωση αυθορμητισμού, ως μια προσωρινή σύμπτωση επιμέρους ατομικών συμφερόντων και όχι ως συνειδητή επιλογή για συλλογική δράση στη βάση της ταξικής συνειδητοποίησης. Οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζονται γενικά (και αταξικά) ως «πολίτες» με ατομικά συμφέροντα και ανησυχίες. Όχι ως μέλη μιας συγκεκριμένης τάξης με συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα και αντίστοιχους προβληματισμούς. Σύμφωνα με αυτήν τη λογική, ο περιβόητος «ατομισμός» του Έλληνα εργαζόμενου, θεσμοθετημένος ή όχι, τον «απέτρεψε» από το να συγκροτήσει ταξικούς φορείς διεκδίκησης, να διαμορφώσει ταξική συνείδηση ή να αναπτύξει ταξικούς δεσμούς αλληλεγγύης με τους συναδέλφους του.
Συχνά, προς «απόδειξη» του βαθμού ενσωμάτωσης του ελληνικού εργατικού κινήματος παρατίθενται γεγονότα και αριθμοί, όπως, π.χ. το «πέρασμα» της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών (ΓΣΕΕ) στα χέρια των ρεφορμιστών συνδικαλιστών την περίοδο 1926 – 1927, τα χαμηλά ποσοστά των οργανωμένων εργατών στα σωματεία, η μικρή αριθμητική δύναμη του Κομμουνιστικού Κόμματος κ.α.[…]
Αναμφισβήτητα, η εξέταση των μεθόδων ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης στην αστική πολιτική αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για οποιαδήποτε ιστοριογραφική προσέγγιση του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος. Ταυτόχρονα όμως, δε γίνεται να αγνοούνται οι παράγοντες που συνηγόρησαν στη ριζοσπαστικοποίησή της. Δεν είναι λίγες οι φορές όπου οι όροι και οι προοπτικές διαμόρφωσης μιας ταξικής πολιτικής από τη μεριά της εργατικής τάξης υποτιμώνται, περιθωριοποιούνται ή αποσιωπώνται παντελώς.
Επίσης, η βιβλιογραφία που επικεντρώνεται στον παράγοντα ενσωμάτωση αποτυγχάνει στην πλειοψηφία της να αναδείξει (σκοπίμως;) πτυχές της που έχουν να κάνουν με την αστική βία, με τη συγκρότηση και ευρεία χρήση κατασταλτικών μηχανισμών όπως η αστυνομία, τα Σώματα Ασφαλείας ή ο στρατός, με στόχο τη συστηματική δίωξη και καταπίεση των ριζοσπαστικών τμημάτων της εργατικής τάξης. Η καταστολή έλαβε πολλές μορφές. Εκφράστηκε, π.χ., με άμεσες ή έμμεσες παρεμβάσεις στην οργάνωση και λειτουργία των εργατικών ενώσεων. Με αλλοίωση των αντιπροσωπευτικών οργάνων του συνδικαλιστικού κινήματος. Με συλλήψεις και εκτοπίσεις εργατών ή συνδικαλιστών που ανήκαν ή δραστηριοποιούνταν στα ταξικά συνδικάτα, που ήταν μέλη ή απλά πρόσκειντο στο ΚΚΕ. Με τη φανερή ή κρυφή παρακολούθηση των συνελεύσεων των σωματείων, των εργατικών κέντρων κ.λ.π. Πρόκειται για στοιχεία που συνοδεύουν την ιστορική πορεία του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος της χώρας μας εν πολλοίς και μέχρι σήμερα. Πρέπει, επομένως, να συνυπολογίζονται σε κάθε σχετική έρευνα.
Όπου και όποτε συναντάμε αναφορά στην κρατική παρεμβατικότητα, περιορίζεται συνήθως στον έλεγχο διαφόρων σωματείων και εργατικών στελεχών μέσω των πελατειακών σχέσεων και δικτύων. Παράλληλα, μια σειρά οργανισμοί που συστάθηκαν με πρωτοβουλία των Αρχών, όπως για παράδειγμα η Εργατική Εστία, η Επιθεώρηση Εργασίας κ.α. αγνοούνται εν πολλοίς ως προς το ρόλο που διαδραμάτισαν στην οικονομική και διοικητική ενσωμάτωση του συνδικαλιστικού κινήματος.
Η αυτόματη σύνδεση αιτίας και αποτελέσματος, που συχνά επιχειρείται ή λαμβάνεται ως δεδομένη μεταξύ της ύφεσης ή της σχετικής σταθεροποίησης της οικονομίας (ντόπιας και διεθνούς) από τη μια και της τάσης ριζοσπαστικοποίησης ή συντηρητικοποίησης της εργατικής τάξης από την άλλη αντίστοιχα, αποτελεί μια μάλλον υπεραπλουστευμένη, μηχανιστική προσέγγιση του όλου ζητήματος. Και όμως, δεν είναι λίγοι εκείνοι που αρκούνται στην υιοθέτηση μιας υποθετικής φόρμουλας του τύπου «οικονομική κρίση + εργατική τάξη = κομμουνισμός» ως βάσης για την παραπέρα ανάπτυξη της προβληματικής τους. Τέτοιες υποθέσεις δεν επιτρέπουν την εμβάθυνση στην ουσία των διεργασιών που συντέλεσαν στις όποιες ιδεολογικοπολιτικές μετατοπίσεις στις γραμμές του εργατικού κινήματος.
Πολλές έρευνες επικεντρώνονται υπερβολικά στη μελέτη δομών και θεσμών, σε πρόσωπα – κλειδιά ή ομάδες που ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την εξουσία (ή που διεκδικούν έστω ορισμένο μερίδιο και ρόλο στη διαχείρισή της.) Κατά συνέπεια εκτοπίζουν από το ιστορικό προσκήνιο το λαϊκό παράγοντα. Υποβαθμίζουν ή διαγράφουν εντελώς τις ανερχόμενες κοινωνικές δυνάμεις ως ιστορικά υποκείμενα. Θέτουν εκτός «εικόνας» τις συνθήκες εκείνες υπό τις οποίες οι εργαζόμενοι οδηγήθηκαν – ατομικά ή συλλογικά – στη συνειδητοποίηση της δύναμής τους, θέτοντας προοδευτικά ζητήματα ανατροπής της κυρίαρχης εξουσίας και μετασχηματισμού της κοινωνίας.
Μηδαμινή αναφορά γίνεται συνήθως στην εμπειρία της παραγωγικής διαδικασίας, στις ζυμώσεις που έλαβαν χώρα εκεί όπου οι εργάτες ζούσαν και εργάζονταν, ως συστατικά στοιχεία μιας αναδυόμενης ταξικής ταυτότητας. Ως «πρώτες ύλες» στη δημιουργία δεσμών αλληλεγγύης στις γραμμές της εργατικής τάξης. Πρόκειται για παράγοντες που συνέδραμαν σημαντικά στη διαμόρφωση της πολιτικής σκέψης και συμπεριφοράς των εργαζομένων, που σημάδεψαν τις διεργασίες στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος, καθώς αυτό προσπαθούσε να αυτοπροσδιοριστεί ως τάξη και ως πολιτικό υποκείμενο.
Τέλος, για λόγους που έχουν να κάνουν με τις ιδεολογικοπολιτικές παρακαταθήκες της μετεμφυλιακής Ελλάδας και του λεγόμενου «Ψυχρού Πολέμου», δηλαδή με την εξέλιξη της ταξικής πάλης στη χώρα μας αλλά και διεθνώς, ο αντικομμουνισμός – άλλοτε χυδαίος, άλλοτε πιο «εκλεπτυσμένος» – υπήρξε αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της σχετικής βιβλιοπαραγωγής. Η προσπάθεια δαιμονοποίησης του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος στην αστική ιστοριογραφία δεν αποτελεί, βεβαίως, έκπληξη. Σε περιόδους όξυνσης της ταξικής πάλης, η αντιπαράθεση στο επίπεδο των ιδεών λαμβάνει σαφώς μεγαλύτερες διαστάσεις.
Σε γενικές γραμμές, η κρατούσα ιστοριογραφία α) περιορίστηκε σε μια απλή αναπαραγωγή («επιβεβαίωση») μιας σειράς προκατασκευασμένων συμπερασμάτων που βρίσκονταν σε απόλυτη σύμπνοια με την κυρίαρχη εκδοχή του παρελθόντος, β) στάθηκε μεροληπτικά ενάντια στο ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα, αντιμετωπίζοντάς το ως «περιθωριακό» ή «ακραίο», προϊόν της «μιζέριας» ή της «άγνοιας» της εργατικής τάξης κ.λ.π., γ) διαστρέβλωσε το χαρακτήρα, τη δράση και τους σκοπούς του, δ) άντλησε μονομερώς τις πηγές της, μην αξιολογώντας την ταξική προέλευση ή σκοπιμότητα της εκάστοτε πληροφορίας, απαξιώνοντας τις αναλύσεις , τη γραπτή και προφορική παράδοση της «άλλης πλευράς».
Δεν είναι λίγοι εκείνοι οι αστοί ιστοριογράφοι που έφτασαν στο σημείο να αρνούνται ακόμα και την ύπαρξη ενός ριζοσπαστικού εργατικού κινήματος στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου.
Επομένως, ο μελετητής ιστορικός – ιδιαίτερα της πολιτικής ιστορίας ή της ιστορίας του εργατικού κινήματος – δεν πρέπει να λησμονά το γεγονός ότι η παραγωγή γνώσης αποτελεί, σε μεγάλο βαθμό, προϊόν των κοινωνικοπολιτικών αντιθέσεων και συγκρούσεων της εποχής όπου συντελείται. (σελ. 21 – 30)

gikas3 
Αναστάσης Ι. Γκίκας, Ρήξη και Ενσωμάτωση. Συμβολή στην Ιστορία του εργατικού – κομμουνιστικού κινήματος του Μεσοπολέμου (1918 – 1936). Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2010

Πέμπτη 1 Μαΐου 2014

Καταστολή. Η ιστοριογραφικά " αθέατη " πλευρά της αστικής δημοκρατίας

Δίπλα στα κάθε λογής μέτρα και μεθοδεύσεις που επιστρατεύτηκαν για την ενσωμάτωση του εργατικού - σοσιαλιστικού κινήματος υπήρξε, βέβαια, η καταστολή. Οι μορφές που έλαβε ποικίλαν. Οι δε ρίζες της χρονολογούνται πολύ πριν την ίδρυση της ΓΣΕΕ και του ΚΚΕ, από την πρώτη στιγμή που οι εργάτες άρχισαν να διεκδικούν και οι σοσιαλιστικές ιδέες να έχουν απήχηση.
 Εργάτες μεταλλωρύχοι στο χώρο δουλιάς τους, στις αρχές του περασμένου αιώνα
Η νεαρή εργατική τάξη της Ελλάδας δεν άργησε να βρεθεί αντιμέτωπη με τα όπλα. Γεγονός που στην απεργία, π.χ., των μεταλλωρύχων της Σερίφου το 1916 είχε ως αποτέλεσμα τη δολοφονία τεσσάρων εργατών. Δύο χρόνια πριν, οι συνδικαλιστές Μπεναρόγια και Γιονάς θα γίνονταν οι πρώτοι πολιτικοί εξόριστοι στην ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος. Βάσει του Νόμου ΤΟΔ/ 1871 " Περί καταδιώξεως της ληστείας ", που το 1913 επεκτάθηκε ώστε να συμπεριλάβει την εκτόπιση κάθε ατόμου που κρινόταν ένοχο για διατάραξη της δημόσιας ασφάλειας ( Ν. 121/1913), οι δύο σοσιαλιστές - στελέχη της Φεντερασιόν συνελήφθησαν το 1914 στη Θεσσαλονίκη και εξορίστηκαν στη Νάξο, επειδή μετείχαν στην οργάνωση της απεργίας των καπνεργατών. Τον Ιούλη του 1919 οι τέσσερις σοσιαλιστές που είχαν εκλεγεί στη διοίκηση της ΓΣΕΕ από το Ιδρυτικό της Συνέδριο εκτοπίστηκαν στη Φολέγανδρο, πυροδοτώντας την πρώτη πανελλαδική πολιτική απεργία.
Τον Οκτώβρη του 1919, η κυβέρνηση Βενιζέλου παρέπεμψε τους απεργούς μυλεργάτες στο στρατοδικείο. Η επόμενη ( του Δ. Γούναρη) θα χρησισμοποιήσει εναντίον των απεργών σιδηροδρομικών το μέτρο της επιστράτευσης ( 14. 3. 1921). 38 εξ αυτών καταδικάστηκαν σε καταναγκαστικά έργα, ενώ 580 στάλθηκαν στο μικρασιατικό μέτωπο. Η επιστράτευση εφαρμόστηκε ξανά στις 11.6. 1924 στην απεργία των ναυτεργατών.
Το 1924, η κυβέρνηση του Α. Παπαναστασίου ( του " πατέρα της Δημοκρατίας" ) ψήφισε το νομοθετικό διάταγμα " Περί συστάσεως εν εκάστω Νομώ Επιτροπών επί της Δημοσίας Ασφαλείας", το οποίο τροποποιήθηκε το 1926 επί δικτατορίας Θ. Πάγκαλου για να εφαρμοστεί κατά του ΚΚΕ. Ο νόμος προέβλεπε τη σύσταση επιτροπών ασφαλείας σε όλους τους νομούς της χώρας, αποτελούμενων από τον εκάστοτε Νομάρχη, Εισαγγελέα και Διοικητή της Χωροφυλακής. Οι επιτροπές αυτές είχαν το δικαίωμα, κατόπιν πρότασης των αστυνομικών Αρχών, να προβαίνουν στην εκτόπιση κάθε υπόπτου που θεωρούνταν απειλή " δια το κράτος και την κοινωνίαν", δίχως να έχει προηγηθεί απαραιτήτως κάποια δικαστική απόφαση ή να έχει διαπραχθεί αναγκαστικά κάποια νομική παράβαση. Η υποψία και μόνο ήταν αρκετή. Το μέτρο της " προληπτικής " εκτόπισης θα ενεργοποιηθεί και πάλι επί πρωθυπουργίας Βενιζέλου τον Ιούλη του 1931 ( Ν. 5174/ 1931).
 Μεγάλη εργατική απεργία στον Πειραιά τη δεκαετία του 1920
 Ανάμεσα στα νησιά που έγιναν τόποι εξορίας και μαρτυρίου για εκατοντάδες εργάτες , συνδικαλιστές, κομμουνιστές και άλλους προοδευτικούς ανθρώπους την περίοδο του Μεσοπολέμου, ήταν η Αμοργός, η Ανάφη, ο Άι- Στράτης, η Γαύδος, η Γυάρος, οι Παξοί, η Σίκινος, η Σκύρος, η Φολέγανδρος, τα Ψαρά κ.α. Τα περισσότερα εξ αυτών ήταν μικρά, άνυδρα και άγονα νησιά, με ανεπαρκή έως ανύπαρκτη επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Κατά συνέπεια, οι συνθήκες διαβίωσης ήταν ιδιαίτερα δύσκολες για τους εξόριστους που, εκτός από την πείνα, είχαν να αντιμετωπίσουν και αρρώστιες όπως η ελονοσία, ο τύφος και η φυματίωση. Πολλοί δε θα αντέξουν σωματικά και ψυχικά αυτήν τη δοκιμασία.
Στα αντικομμουνιστικά μέτρα που εφαρμόστηκαν στο Μεσοπόλεμο συγκαταλέγονται ακόμη α) η υποχρεωτική διδασκαλία ειδικών μαθημάτων σε όλα τα σχολεία της χώρας για την " καταπολέμισιν του κομμουνισμού " ( 27.1.1926 ) και β) η σύσταση της " επιτροπής καταπολέμησης του κομμουνισμού ", που τον Οκτώβρη του 1927 αποφάσισε την " εκκαθάριση των δημοσίων υπηρεσιών από τα κομμουνιστικά στοιχεία ".
Το μέτρο όμως που αναμφισβήτητα σφράγισε την περίοδο που εξετάζουμε δεν είναι άλλο από το Ν. 4229 " Περί μέτρων ασφάλειας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών", το περιβόητο Ιδιώνυμο ( δηλαδή με " ίδιον χαρακτήρα"). Το Ιδιώνυμο υπήρξε τμήμα μιας γενικότερης πολιτικής  την οποία ο Ε. Βενιζέλος εξέθεσε μιλώντας σε προεκλογική του συγκέντρωση στη Θεσσαλονίκη, ένα μήνα πριν τις εθνικές εκλογές του 1928[...]
Τέσσερις μήνες μετά από τη νίκη του Κόμματος των Φιλελευθέρων, στις 22.12.1928, η κυβέρνηση Βενιζέλου κατέθεσε το σχετικό νομοσχέδιο στο ελληνικό κοινοβούλιο. Με τη θετική ψήφο της συντριπτικής πλειοψηφίας των βουλευτών και των δύο αστικών παρατάξεων έγινε νόμος του κράτους στις 25.7.1929.
 Κρατούμενοι στις φυλακές της Αίγινας, την περίοδο που ίσχυε το «Ιδιώνυμο»
Το Ιδιώνυμο προέβλεπε ποινές φυλάκισης, εκτοπισμού ή απόλυσης ( στην περίπτωση των δημόσιων υπαλλήλων, των δασκάλων κ.λ.π.) για "αδικήματα" που είχαν να κάνουν με την " επιδίωξη εφαρμογής ιδεών εχουσών έκδηλονσκοπόν τη δια βιαίων μέσων ανατροπήν του κρατούντος κοινωνικού καθεστώτος ή την απόσπασιν μέρους εκ του όλου της Επικρατείας". Τιμωρούνταν επίσης όποιος ενεργούσε " υπέρ της εφαρμογής αυτών προσηλυτισμόν ", καθώς και όποιος, " επωφελούμενος απεργίας ή λοκ - άουτ ", προκαλούσε " ταραχάς ή συγκρούσεις ". Τέλος ,ο νόμος επέβαλε τη διάλυση ( ή την απαγόρευση σύστασης) στα " σωματεία ή ενώσεις οιασδήποτε μορφής" που φέρονταν ως φορείς τέτοιων αντιλήψεων. Με το ίδιο σκεπτικό όριζε την απαγόρευση δημόσιων συγκεντρώσεων, συλλαλητηρίων κ.λ.π με " ανατρεπτικό" περιεχόμενο ή σκοπούς.
Ενδεικτικό των ευρύτερωνκινδύνων που ελλόχευε το συγκεκριμένο νομοσχέδιο είναι το γεγονός ότι για την υιοθέτησή του επιφυλάχτηκαν ακόμα και ορισμένοι αστοί πολιτικοί, όπως οι Γ. Παπανδρέου, Γ.Καφαντάρης και Α. Παπαναστασίου, οι οποίοι τελικά και το καταψήφισαν. Ο τελευταίος μάλιστα παρατήρησε με ιδιαίτερη ευστοχία: " Πρέπει να έχουμε υπόψη ότι κανείς μας δεν μπορεί να αισθάνεται ασφαλής, γιατί ο νόμος δεν εξασφαλίζει κανέναν". Η πρότασή του να διώκονται με το Ιδιώνυμο και οι ενέργειες των φασιστών απορρίφθηκε κατηγορηματικά από τον Ε. Βενιζέλο. Οι φόβοι του θα επαληθεύονταν στη συνέχεια, αφού ο νόμος επιστρατεύτηκε τελικά εναντίον κάθε προοδευτικού ανθρώπου, ακόμα και κατά οπαδών του βενιζελισμού[...]
Η καταστολή συστηματοποιήθηκε και εντατικοποιήθηκε με την εφαρμογή του Ιδιώνυμου: " Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΒΕ ( Εργατική Βοήθεια Ελλάδας), από τον Ιούλη του 1929 μέχρι το Δεκέμβρη του 1932 δολοφονήθηκαν 18 άτομα ( 8 εργάτες, 8 αγρότες και 2 επαγγελματίες), καταδικάστηκαν από την αστυνομία και τη χωροφυλακή 1.335 εργάτες και αγρότες, βασνίστηκαν 107. Έγιναν 12.000 συλλήψεις αγωνιστών και εκδόθηκαν 2.203 καταδικαστικές αποφάσεις που επέβαλαν συνολικά 1.936 χρόνια φυλάκιση και 785 χρόνια εξορία". Δεκάδες μαζικές οργανώσεις διαλύθηκαν, ενώ η κυκλοφορία του Ριζοσπάστη απαγορεύτηκε σχεδόν στα 2/3 της επικράτειας.
Ο Ε. Βενιζέλος υπήρξε σαφής για τις πραγματικές του προθέσεις όσον αφορά το Ιδιώνυμο, με το οποίο ανήγαγε το ταξικά προσανατολισμένο εργατικό κίνημα σε μείζονα κοινωνικό εχθρό του αστικού κράτους[...]
Αν και αρχικά θεσπίστηκε ως μέτρο κατά του κομμουνισμού, το Ιδιώνυμο εφαρμόστηκε στη συνέχεια ενάντια σε κάθε λογής προοδευτικό και δημοκρατικό άνθρωπο που κρινόταν " επικίνδυνος" για το καθεστώς[...] Ωστόσο, το κύριο βάρος του κατασταλτικού μηχανισμού έπεσε αναμφίβολα στις γραμμές της εργατικής τάξης[...] Η γεωγραφία των συλλήψεων δείχνει επίσης πως περιοχές που μπήκαν στο στόχαστρο των διωκτικών Αρχών υπήρξαν κυρίως πόλεις με σημαντική υποστήριξη στο Κομμουνιστικό Κόμμα, όπως τα μεγάλα βιομηχανικά κέντρα της Αθήνας και του Πειραιά, της Θεσσαλονίκης, της Λάρισας, της Καβάλας, των Σερρών και αλλού. Είχε, λοιπόν, καθαρά ταξικό και πολιτικό περιεχόμενο.

Συχνά, απέναντι στους αγώνες και τις διεκδικήσεις της εργατικής τάξης το αστικό κράτος αντιπαρέταξε τα όπλα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που για την καταστολή των απεργών κινητοποιήθηκε όχι μόνο η αστυνομία, αλλά και ο στρατός, με αποτέλεσμα το θάνατο δεκάδων και τον τραυματισμό εκατοντάδων εργατών[...]
Τέλος, παράλληλα και πάνω στη γενικότερη απολυταρχοποίηση του κράτους ( ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1930) ανέπτυξαν δράση μια σειρά παρακρατικές φασιστικές οργανώσεις, όπως η Εθνική Ένωσις Ελλάς, η Τρίαινα κ.α[...]


Αναστάσης Ι. Γκίκας, Ρήξη και Ενσωμάτωση.Συμβολή στην Ιστορία του εργατικού - κομμουνιστικού κινήματος του Μεσοπολέμου( 1918 - 1936 ), Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2010

Ο τίτλος της ανάρτησης από το αντίστοιχο κεφάλαιο του βιβλίου.

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

Για το εργατικό κίνημα,την ταξική πάλη και συνείδηση

    Το εργατικό κίνημα θα μπορούσε να οριστεί συνοπτικά ως η πράξη συνένωσης και συλλογικής δράσης των εργαζομένων, για επαγγελματικούς ή πολιτικούς σκοπούς , μέσα από αντίστοιχες οργανώσεις, στη βάση της τάξης όπου ανήκουν. Πώς όμως προκύπτει η ανάγκη για συλλογική οργάνωση και δράση; Πώς ο εργάτης αποκτά συνείδηση της τάξης του; Πώς η εργατική τάξη μετατρέπεται από " τάξη καθεαυτή" σε " τάξη για τον εαυτό της"; Γιατί ορισμένα τμήματα της εργατικής τάξης προχωρούν στην οργάνωση των οικονομικών και πολιτικών τους συμφερόντων σε σωματεία και πολιτικά κόμματα, ενώ άλλα όχι;
     Τα ερεθίσματα που οδηγούν τους ανθρώπους γενικά σε αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων στα προβλήματά τους πηγάζουν μέσα από τις αντιθέσεις που κυριαρχούν στο πλαίσιο του κοινωνικού τους είναι. Οι αντιθέσεις στην υλική βάση της κοινωνίας , οι οποίες εκδηλώνονται με ιδιαίτερη οξύτητα στις σχέσεις παραγωγής
( σχέση εκματαλλευτή και εκμεταλλευόμενου) επιδρούν στην κοινωνική συνείδηση των ανθρώπων θέτοντάς τους τα διλήμματα, προβληματισμούς, υποδεικνύοντας πιθανές διεξόδους και ενδεχόμενες λύσεις. [...]
    Ο Β.Ι.Λένιν έγραψε σχετικά με τη διαδικασία ταξικής συνειδητοποίησης και οργάνωσης των εργατών:
 " Ο κάθε εργάτης χωριστά είναι ανίσχυρος και ανυπεράσπιστος απέναντι στον κεφαλαιοκράτη. Ο εργάτης αναγκάζεται με κάθε θυσία ν' αναζητήσει και να βρει μέσα για ν' αποκρούσει τον κεφαλαιοκράτη, για να υπερασπίσει τον εαυτό του. Και το μέσο αυτό το βρίσκουν οι εργάτες στην ένωση. Ο εργάτης, ανίσχυρος όταν είναι μόνος, γίνεται δύναμη όταν ενώνεται με τους συντρόφους του, αποχτά τη δυνατότητα να παλέψει ενάντια στον κεφαλαιοκράτη και να τον αποκρούσει."
     Προοδευτικά και καθώς
 " η ένωση των εργατών ενός μόνου εργοστασίου, ακόμα και ενός μόνου κλάδου βιομηχανίας αποδείχνεται ανεπαρκής για την απόκρουση όλης της τάξης των κεφαλαιοκρατών, γίνεται απόλυτα αναγκαία η κοινή δρ΄ση όλης της τάξης των εργατών. Έτσι, από τις μεμονωμένες εξεγέρσεις των εργατών ξεπηδάει η πάλη όλης της εργατικής τάξης. Η πάλη των εργατών ενάντια στους εργοστασιάρχες μετατρέπεται σε ταξική πάλη. Όλους τους εργοστασιάρχες τους ενώνει ένα συμφέρον: Να κρατούν τους εργάτες σε υποταγή και να τους πληρώνουν όσο το δυνατό μικρότερο μεροκάματο. Και οι εργοστασιάρχες βλέπουν ότι δεν μπορούν να υπερσπίσουν την υπόθεσή τους κατ' άλλον τρόπο παρά μόνο με την κοινή δράση όλης της τάξης των εργοστασιαρχών, παρά μόνο αποχτώντας επιρροή πάνω στην κρατική εξουσία. Κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο, και τους εργάτες τους συνδέει ένα κοινό συμφέρον: Να μην επιτρέψουν στο κεφάλαιο να τους πνίξει, να υπερασπίσουν το δικαίωμά τους να ζήσουν μια ανθρώπινη ζωή. Και οι εργάτες έτσι ακριβώς πείθονται ότι τους είναι απαραίτητη η ένωση, η κοινή δράση όλης της τάξης - της εργατικής τάξης - και ότι για το λόγο αυτό είναι απαραίτητο να αποχτήσουν επιρροή πάνω στην κρατική εξουσία" Εξού και η ανάγκη για πολιτική οργάνωση της εργατικής τάξης.

   Πώς όμως οι εργάτες " φτάνουν στην κατανόηση όλων αυτών των πραγμάτων", πώς αποκτούν " ταξική  αυτοσυνείδηση"; " Οι εργάτες φτάνουν στην κατανόηση αυτή αντλώντας την συνεχώς από την ίδια την πάλη." Αρχικά, " η έχθρα των εργατών ενάντια στο κεφάλαιο εκδηλωνόταν μόνο με ένα αόριστο αίσθημα μίσους ενάντια στους εκμεταλλευτές τους, με μια αόριστη συναίσθηση της καταπίεσης και της σκλαβιάς τους και με την επιθυμία να εκδικηθούν τους κεφαλαιοκράτες. Η πάλη εκδηλωνόταν τότε με μεμονωμένες εξεγέρσεις των εργατών, που κατέστρεφαν τα κτήρια, έσπαζαν τις μηχανές, έδερναν τους διευθυντές του εργοστασίου κ.τ.λ. Αυτή ήταν η πρώτη , η αρχική μορφή του εργατικού κινήματος, και ήταν απαραίτητη γιατί το μίσος απέναντι στον κεφαλαιοκράτη στάθηκε παντού και πάντοτε το πρώτο κίντρο για να ξυπνήσει μέσα στους εργάτες ο πόθος να υπερασπίσουν τον εαυτό τους" 



      Εκείνη η αυθόρμητη, ¨ενστικτώδης" 
πρώτη αντίδραση των εργατών στην καπιταλιστική εκμετάλλευση λειτούργησε ως προθάλαμος για τη συνειδητή δράση:
 " Το " αυθόρμητο στοιχείο" δεν αποτελεί στην ουσία τίποτε  άλλο παρά εμβρυακή μορφή του συνειδητού. Ακόμα και οι πρωτόγονοι ξεσηκωμοί εκφράζανε ως ένα βαθμό το ξύπνημα της συνείδησης: Οι εργάτες έχαναν την προαιώνια πίστη τους στο απαρασάλευτο του καθεστώτος που τους συνέθλιβε, άρχιζαν..., δε θα έλεγα να καταλαβαίνουν, μα να νιώθουν την ανάγκη της συλλογικής αντίστασης και να εγκαταλείπουν αποφασιστικά τη δουλική υποταγή στους προϊσταμένους τους. Ωστόσο όλα αυτά ήταν πολύ περισσότερο ξεσπάσματα απόγνωσης κι εκδίκησης παρά αγώνας"
    
Έτσι στη συνέχεια, " οι εργάτες , εκεί που μισούσαν αόριστα τον κεφαλαιοκράτη, άρχισαν να καταλαβαίνουν πια ότι τα συμφέροντα της τάξης των εργατών είναι εχθρικά προς τα συμφέροντα της τάξης των κεφαλαιοκρατών. Εκεί που ένιωθαν θολά ότι καταπιέζονται, άρχισαν πια να καταλαβαίνουν με ποια ακριβώς μέσα και με ποιον τρόπο συγκεκριμένα τους πνίγει το κεφάλαιο και να ξεσηκώνονται ενάντια στη μια ή στην άλλη μορφή καταπίεσης, βάζοντας όρια στην καταπίεση από μέρους του κεφαλαίου, υπερασπίζοντας τον εαυτό τους από την απληστία του κεφαλαιοκράτη. Αντί να εκδικούνται τους κεφαλαιοκράτες , περνούν τώρα στην πάλη για παραχωρήσεις, αρχίζουν να προβάλουν στην τάξη των κεφαλαιοκρατών τη μια διεκδίκηση ύστερα από την άλλη και απαιτούν βελτίωση των όρων της δουλειάς τους, αύξηση του μεροκάματου, μείωση της εργάσιμης μέρας."


     Οι κοινωνικοί αγώνες λειτουργούν ως σχολείο για την εργατική τάξη. Οι εργάτες " μαθαίνουν να καταλαβαίνουν την ουσία της εκμετάλλευσης στο σύνολό της, μαθαίνουν να καταλαβαίνουν το κοινωνικό σύστημα που στηρίζεται στην εκμετάλλευση της εργασίας από το κεφάλαιο". Στην πάλη αυτή , " οι εργάτες δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους, μαθαίνουν να ενώνονται, μαθαίνουν και καταλαβαίνουν την ανάγκη και τη σημασία της ένωσης. Η διεύρυνση της πάλης αυτής και οι όλο συχνότερες συγκρούσεις οδηγούν αναπόφευκτα στη διερεύνηση της πάλης, στην ανάπτυξη του αισθήματος ενότητας, του αισθήματος της αλληλεγγύης τους ανάμεσα στους εργάτες όλης της χώρας, ανάμεσα σε όλη την εργατική τάξη."

    Σε τελευταία ανάλυση , " η πάλη αυτή αναπτύσσει την πολιτική συνείδηση των εργατών. Η μάζα της εργατιάς, εξ αιτίας των συνθηκών της ίδιας της ζωής της, βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση που δεν μπορεί, δεν έχει ούτε τον καιρό, ούτε τη δυνατότητα να σκέφτεται για οποιαδήποτε κρατικά ζητήματα. Η πάλη , όμως , των εργατών ενάντια στους εργοστασιάρχες για τις καθημερινές τους ανάγκες μόνη της και αναπόφευκτα σπρώχνει τους εργάτες στα κρατικά, τα πολιτικά ζητήματα..., πώς εκδίδονται οι νόμοι και οι κανονισμοί και τίνος συμφέροντα εξυπηρετούν. Κάθε σύγκρουση στο εργοστάσιο κατ' ανάγκη φέρνει τους εργάτες σε σύγκρουση με τους νόμους και τους εκπροσώπους της κρατικής εξουσίας...Η πάλη της εργατικής τάξης ενάντια στην τάξη των κεφαλαιοκρατών κατ' ανάγκη πρέπει να είναι πολιτική πάλη."
     " Τελικός σκοπός" του " πολιτικού κινήματος της εργατικής τάξης" δεν είναι βέβαια άλλος, όπως τόνισε ο ίδιος ο Κ.Μαρξ, από " την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας για λογαριασμό της και γι' αυτό, φυσικά, είναι αναγκαία μια οργάνωση της εργατικής τάξης..." Πολιτικό υποκείμενο του εργατικού κινήματος αποτελεί το κόμμα της εργατικής τάξης, το Κομμουνιστικό Κόμμα.[...]


   Για να συγκροτηθεί σε " τάξη για τον εαυτό της" , η εργατική τάξη πρέπει να κατακτήσει, λοιπόν, την ταξική της αυτοτέλεια. Να πετύχει με άλλα λόγια, την πλήρη αναξαρτητοποίησή της από κάθε αστική επιρροή(οργανωτική, πολιτική, ιδεολογική), είτε αυτό αφορά τις συνδικαλιστικές είτε τις πολιτικές της ενώσεις (σωματεία, κόμματα κ.α)
      Μέσα από την ίδια την ταξική πάλη , η εργατική τάξη συσπειρώνεται, οργανώνεται και διαπαιδαγωγείται. Αποκτά συνείδηση και γνώση του κοινωνικοοικονομικού συστήματος που την καταδυναστεύει. Αυτοσυνειδητοποιείται και συγκροτείται ως " τάξη για τον εαυτό της" . Αναπτύσσει διάφορες μορφές αγώνα, διαμορφώνει πρόγραμμα δράσης, περνά από την άμυνα στην επίθεση προβάλλοντας μερικά - βραχυπρόθεσμα αλλά και γενικότερα - μακροπρόθεσμα αιτήματα οικονομικής ή πολιτικής φύσεως. Διεκδικεί έκφραση, συμμετοχή και παρέμβση στους θεσμούς, από μερίδιο εξουσίας(= προοδευτικά και μέσα από την εξέλιξη της ταξικής πάλης στην Ιστορία αναδείχθηκε πως αντικειμενικά, η εργατική τάξη θα διεκδικούσε και θα έπειρνε όλη την εξουσία στα χέρια της ή τίποτε) ως και τη συνολικότερη ανατροπή της.
       Βεβαίως, η διαδικασία αυτή δεν είναι ούτε ευθύγραμμη, ούτε δεδομένη. Δεν πραγματοποιείται αυτόματα. Δεν είναι καθολική ή ομοιόμορφη. Δεν επηρεάζει, δηλαδή , εξίσου και συγχρονισμένα όλα τα μέρη ή τα μέρη της εργατικής τάξης. Τουναντίον, η ταξική πάλη εμπεριέχει την ίδια στιγμή και το στοιχείο του συμβιβασμού, της ενσωμάτωσης, της υποχώρησης, της ιδεολογικής, πολιτικής και οικονομικής επίθεσης της " άλλης πλευράς"( της αστικής) με πληθώρα μέσων. Οι παράγοντες χειραφέτησης και ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης συνυπάρχουν ταυτόχρονα αλληλοσυμπληρώνονται, αλληλοαναιρούνται. Πρέπει επομένως να εξετάζονται παράλληλα σε διαλεκτική σχέση μεταξύ τους[...](Κεφ. 1, απόσπασμα)



Αναστάσης Ι. Γκίκας, Ρήξη και Ενσωμάτωση. Συμβολή στην Ιστορία του εργατικού - κομμουνιστικού κινήματος του Μεσοπολέμου(1918- 1936), Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2010