Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρωτομαγιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρωτομαγιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 30 Απριλίου 2020

Εμείς οι τρελοί

Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στην Έκτακτη Έκδοση του Ριζοσπάστη την Πρωτομαγιά του 1923 στη στήλη " Κόκκινες Πινελιές" και ο αρθρογράφος υπογράφει με το ψευδώνυμο Ο ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ. Η πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση στην οποία αναφέρεται το άρθρο αυτή την εποχή έγινε στο Μοσχάτο.



Θυμόσαστε το " Κόκκινο Λουλούδι", το θαυμάσιο εκείνο διήγημα του Ρώσου Γκάρσιν; Αξίζει να το διαβάσετε όλοι αφού είναι μεταφρασμένο ευτυχώς και στην Ελληνική.
Το διήγημα πλέκεται μέσα σ' ένα φρενοκομείο. Ένας θαυμάσιος τύπος τρελού που είναι κλεισμένος μέσα στο θλιβερό εκείνο χτίριο, είναι ερωτευμένος, μεθυσμένος μ' ένα κόκκινο λουλούδι. Από τα κάγκελα τα σιδερένια του κελιού του το βλέπει ν' ανθίζη και η ζωή του όλη, η ύπαρξη του όλη η άρρωστη συγκεντρώνεται παθητικά σε κείνο το λουλούδι. Θέλει να το δρέψη.
Γιατί στο λουλούδι εκείνο η άρρωστη φαντασία του αποδίδει μια δύναμη υπερφυσική.
Στο λουλούδι εκείνο βλέπει την πηγή της ανθρώπινης δυστυχίας. Αν λείψη αυτό το λουλούδι, θα εξαφανισθή μαζί του και η ανθρώπινη δυστυχία που είναι απλωμένη σε όλον τον κόσμο. Αυτό πιστεύει. Την πεποίθηση αυτή τήνε ζη και η πίστη αυτή στον προορισμό και στην αποστολή του μεταβάλλεται σε αληθινό πυρετό που του σιγοτρώει το άρρωστο σώμα. Όσο που μια νύχτα, ενώ όλοι οι φύλακες κοιμούνται, κατορθώνει να γλυστρήση από το παράθυρό του κάτω στον κήπο όπου έβλεπε από ημέρες να ανθή το κόκκινο λουλούδι, και να το κόψη. Όταν τον βρήκανε οι φύλακες είτανε νεκρός. Και στο στήθος του μέσα έκρυβε το κομμένο λουλούδι του κήπου.
Δεν ηξεύρω γιατί πιάνοντας να γράψω για την Κόκκινη Πρωτομαγιά μας, ο νους μου πήγε άθελα στο διήγημα του Γκάρσιν. Προ ολίγου περνώντας από την οδό Ακαδημίας είδα στον κήπο του Δημοτικού Νοσοκομείου να θρασομανούνε οι κόκκινες παπαρούνες. Τι υγεία, τι ζωή, τι χρώμα.
Σ'ένα παράθυρο του νοσοκομείου είδα έναν άρρωστο σκυμένο να κοιτάζη τις παπαρούνες και χωρίς να θέλω θυμήθηκα τον τρελλό του Γκάρσιν.
Έπειτα ο νους μου πήγε στους εργάτες. Τους είδα με τα μάτια της φαντασίας συγκεντρωμένους όλους στην εξοχή.Έξω μακρυά από το μολυσμένο αέρα της σάπιας , της αμαρτωλής πολιτείας συγκεντρωθήκανε όλοι οι τίμιοι εργάτες να γιορτάσουνε την Πρωτομαγιά, την Πρωτομαγιά των φτωχών και των αποκλήρων της ζωής. Είναι όλοι στεφανωμένοι με κόκκινα λουλούδια που απλώνουνται σα θάλασσα στον ήμερο κάμπο, όπου δεν φτάνει η βουή της πόρνης Πολιτείας. Το αεράκι χαϊδεύει τα τίμια μέτωπά τους, ενώ κολπώνει τις κόκκινες σημαίες τους που φουσκώνουνε σα στήθος που το πνίγει η οργή για την αδικία της ζωής.
Και ο νους μου πετάει πάλι στον τρελλό.
Το κόκκινο λουλούδι υψώνεται μπροστά μου σα σύμβολο και ο τρελλός του φρενοκομείου εξιδανικεύεται σ' έναν τραγικό ήρωα της ζωής.
Σε κάθε εργάτη με τα κόκκινα λουλούδια στο κεφάλι, θαρρώ πως διακρίνω κι από έναν τρελλό. Μα σ' αυτούς τους τρελλούς έλαχε ο κλήρος να αναμορφώσουνε τη ζωή. Δίχως τους τρελλούς που ξεπετιούνται κάθε τόσο μέσα από τον όχλο των σοφών και των φρονίμων που μετρούνε τη ζωή με το διαβήτη της λογικής και της φρονιμάδας, δίχως αυτούς τους τρελλούς η ζωή θα πέθαινε από μαρασμό και θλίψη. Μα εμφανίζεται ευτυχώς κάθε τόσο ο μοιραίος τρελλός που αποφασίζει να κόψη το μοιραίο λουλούδι του κακού και να χαρίση στον κόσμο την ευτυχία προσφέροντας γι' αντάλλαγμα τη ζωή του.
Κι αύριο όταν ο μυρωμένος αγέρας του κάμπου θα αντηχή και θα δονήται από τις ιαχές των εργατών, αύριο πάλι θα ξανακουσθή η φωνή των φρονίμων " Τι τα θέλετε αυτά; Έτσι πλάσθηκε η ζωή και τίποτα δεν μπορή να την αλλάξη". Στη φαρμακερή, στη δόλια αυτή βεβαίωση που όταν δεν την εμπνέει μια αχαραχτήριστη δειλία την υπαγορεύει μια βδελυρή υστεροβουλία, στη βεβαίωση αυτή ας απαντήσουνε αύριο οι εργάτες με μια φωνή:
Όχι. Η ζωή μπορεί να γίνει καλήτερη. Μα για να γίνη καλήτερη, πρέπει να αλλάξη συθέμελο όλο το κοινωνικό οικοδόμημα. Κι αυτό θα γίνει άμα κάθε εργάτης και κάθε άνθρωπος με ευγενική καρδιά και απελευθερωμένη ψυχή, αποφασίσει να γίνει ένας τρελός. Εχορτάσαμε από φρονιμάδα. Είδαμε πού οδηγεί η φρονιμάδα μας που δεν είναι τίποτα άλλο παρά το αφιόνι που μεταχειρίζονται οι αφεντάδες για να μας κρατούνε στη σκλαβιά. Καιρός να γίνουμε τρελοί. Καιρός να κόψουμε με τα ίδια μας τα χέρια το κόκκινο λουλούδι που σκορπάει τη δυστυχία στον κόσμο. Και θα το κόψουμε έστω και αν αυτό πρόκειται να μας στοιχίση τη ζωή μας.
                                                                         Ο ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ

Έκτακτος Έκδοσις της εφημερίδος "Ριζοσπάστης"  1 Μαΐου 1923

Διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτότυπου 




Δευτέρα 2 Μαΐου 2016

Ο Oscar Neebe στο δικαστήριο (1886)

Από την δήλωση του κατηγορούμενου Oscar Neebe λίγο πριν από την ανακοίνωση της ποινής. Ο Neebe δεν καταδικάστηκε σε θάνατο. Καταδικάστηκε σε δεκαπέντε έτη σκληρών καταναγκαστικών έργων στην Κρατική Φυλακή Joliet του Ιλλινόι.


O Oscar Neebe ήταν ένας
από τους οκτώ κατηγορούμενους
 για τα επεισόδια
στην πλατεία Haymarket του Σικάγο (1886).
«Εμείς οι Σοσιαλιστές ελπίζουμε ότι τέτοιοι καιροί [με βία σαν της Γαλλικής Επανάστασης] δεν θα ξανάρθουν ποτέ· κάνουμε ό,τι μπορούμε για να το εμποδίσουμε, ζητώντας μείωση των ωρών εργασίας και αύξηση των μισθών. Αλλά, εσείς οι καπιταλιστές δεν θέλετε να επιτρέψετε να συμβούν τέτοια πράγματα. Χρησιμοποιείτε την δύναμή σας για να διαιωνίσετε ένα σύστημα διά του οποίου θα κερδίζετε λεφτά για τους εαυτούς σας και θα κρατάτε φτωχούς τους μισθωτούς εργάτες. Τους κάνετε να είναι αμαθείς και εξαθλιωμένοι, και έχετε την ευθύνη γι’αυτό. Δεν θέλετε να επιτρέψετε στους χειρώνακτες να ζήσουν μια αξιοπρεπή ζωή. Εμείς θέλουμε να μορφώσουμε τις μάζες και να τις εμποδίσουμε να καταστρέψουν ζωές και περιουσίες, αλλά δεν μπορούμε να εμποδίσουμε τις μάζες όταν η πείνα τις βγάλει από τις τρύπες τους σαν αρουραίοι. Έχω περπατήσει και γνωρίζω καλά τους δρόμους αυτής της πόλης και έχω δει τους αρουραίους να βγαίνουν κατά εκατοντάδες από τις τρύπες τους στα υπόγεια, όπου πληρώνουν πέντε και δέκα σεντς για να μείνουν. Έχω δει άθλια ερείπια να κείτονται εκεί την ημέρα ζητιανεύοντας για ένα κομμάτι ψωμί, και να ξαπλώνουν μέσα σ’αυτά την νύχτα σε έναν αέρα όπου δύσκολα θα μπορούσε να αναπνεύσει κάποιος. Τους έχω επισκεφτεί στις 10, και στις 12, και στις 2 την νύχτα, και όταν αυτοί οι αρουραίοι μέσα στην απελπισία τους βγουν από τις τρύπες τους μια μέρα, δεν θα ήθελα να είμαι δίπλα τους. Θα έρθει ο καιρός που θα τους δείτε μπροστά σας. Εσείς οι πλούσιοι δεν θέλετε εκπαιδευμένο τον εργάτη. Κανέναν δεν θέλετε εκπαιδευμένο. Θέλετε να τους κρατάτε κάτω μέσα στην λάσπη για να στραγγίξτε και την τελευταία ρανίδα αίματος από τα κόκαλά τους».

Αναδημοσίευση από το εξαιρετικό ιστολόγιο Για την Ιστορία...

Κυριακή 1 Μαΐου 2016

Γειά σου περήφανη και αθάνατη εργατιά

Σειρά  εκπομπών αποτελούμενη από έξι επεισόδια με θέμα το εργατικό κοινωνικό τραγούδι στην Ελλάδα, παρουσιάζει σπάνιες εκτελέσεις, ηχογραφήσεις και σύγχρονες αποδόσεις ελληνικών τραγουδιών με κεντρικό άξονά τους τις αναφορές στην εργατική τάξη και τα αδύναμα κοινωνικά στρώματα. Από το αρχείο της ΕΡΤ σε σκηνοθεσία Διονύση Γρηγοράτου και τη συμμετοχή των Παναγιώτη Κουνάδη και Γιώργου Παπάζογλου.

Παρασκευή 1 Μαΐου 2015

Σκοπευτήριο Καισαριανής, 1 Μάη 1944…

Σκοπευτήριο Καισαριανής, το μνημείο

 …δωχάμου κείτονται νεκροί
που δεν επρόδωσαν ποτέ,
ποτέ δεν είπαν ψέματα,
τύραννο δεν προσκύνησαν…

 Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

Ο Βασίλης Ρώτας και η Βούλα Δαμιανάκου με λίγους στίχους αυτός  και  λίγα λόγια  εκείνη μνημονεύουν τους αδικοσκοτωμένους και αδικοχαμένους, τους ηρωικούς νεκρούς,  που ΄πέσαν σε άνιση πάλη κι αγώνα για τη ζωή και τη λευτεριά του λαού, σε μια συλλογή ποιημάτων και πεζών με τον τίτλο Μνημόσυνο.

«Πρώτο μας βήμα, πρώτος λόγος μας ας είναι
προσκύνημα και χαίρε η δόξα Σου κι η χάρη,
ω λεύτερου λαού λαμπρή μεγαλοσύνη,
που πλημμυράς κι αγιάζεις τον ναόν μας τούτον.


Παράκληση μετά στη συγκατάβασή Σου
καλόγνωμα να ιδείς την ταπεινή μας τέχνη
που, υμνώντας τη θυσία της νιότης στον αγώνα,
πιάνει, από δέος, αδέξια το υπεράξιο  κάλλος.


Δεν είντουσαν φαντάροι τρομοκρατημένοι
μ’ άρματα φονικά και μηχανές χαλάστρες,
δεμένοι σε πυκνές γραμμές απελπισμένες,
με μόνη ευκή στον νου τους γλήγορο τέλος,


παρά, σαν νέοι που πάνε στη γιορτή της νίκης
για να τους στεφανώσουν του λαού τα χέρια,
μόνον τους στολισμό κι αρματωσιά τους είχαν
χαμόγελο στα χείλη κι αστραπή στα μάτια.


Έτσι, λαέ, τα τέκνα Σου πήγαν θυσία
τραγούδι τραγουδώντας που τους είχες μάθει`
κι είντουσαν φτερωμένες οι κορμοστασιές τους
και στα φτερά τους φύσαε λευτεριάς αγέρας.


Ορθός ο νους! ψυχές υψώνουμε τρισάγιες.
Τα μνήματά τους είναι μέσα στις καρδιές μας
μ’ αμάραντο χαμόγελο όλα φωτισμένα,
εξαίσιο φως: αυτό το φως βοηθός μας να’ ναι

(Πρόλογος στην τελετή)

Πρωτομαγιά και η μνήμη  μας σε εκείνους, τους κομμουνιστές αγωνιστές, που έστησαν στον τοίχο οι Γερμανοί, στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής.

1 Μάη. Η εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή. Χαρακτικό Τάσσος



                 
«Πρωτομαγιά ροδίζει η αυγή
ξυπνάει ζεβγά και δουλευτή
και  στη δουλειά τους προβοδάει
σκλάβους η πρώτη αυγή του Μάη


Στου Χαϊδαριού τη φυλακή
στο προσκλητήριο στην αυλή
στέκει ο κρατούμενος λαός
χλωμός στ’ αχνό θλιμένο φως.


Το αγέρι φέρνει από μακριά
της άνοιξης την αναπνιά`
πώς αχνοτρέμουν οι καρδιές,
άντρας και σου’ ρχεται να κλαίς.


Καλεί της Βίας ο πιστός,
ο μπόγιας ο αξιωματικός,
καλεί με κόμπο στο λαιμό
καλεί ζωές για θάνατο.


Καθένας τους μόλις τ’ ακούει
λέει το παρών κι αητός πετάει
και  παίρνει θέση στις γραμμές
που όλο μικραίνουνε πυκνές.


Μες στους αητούς κι ένας αητός
ο Σουκατζίδης ο αρχηγός –
σημαία η όψη του ανοιχτή,
χαμόγελο του νικητή.


Α Ναπολέων, όχι εσύ,
ο στύλος μας στη φυλακή
συ που’ χεις λόγον πειστικό
τρόπον, χαμόγελο γλυκό.


Όλη μου κι όλη την αξιά
την έχουν όλα τα παιδιά,
δε μου χωράει ποτέ στο νου
ν’ αφήσω τους συντρόφους μου.


Έχουμε λόγον πειστικό
και τρόπον και χαμόγελο
γιατ’ είμαστε παιδιά λαού
γενναίου πάντα και παντού.


Είναι τρανός ο αγώνας μας
για όλον τον κόσμο και για σας
για τους αθώους, για τα παιδιά,
για ειρήνη και για λευτεριά.


Με τους συντρόφους μου μαζί
πεθαίνουμε για τη ζωή:
διακόσιες θάβετε ψυχές,
θα βγουν μυριάδες απ’ αυτές.


Ο κόσμος θα μας τραγουδάει,
όταν γιορτάζει και γλεντάει,
θα μας δοξάζουν οι λαοί
όσο κρατάει τούτ’ η ζωή.»

( ΔΙΑΚΟΣΙΟΙ )

«Δεν  είντουσαν πεντέξι κι ουδέ μια δεκαριά,
παρ’ είντουσαν Διακόσιοι μιαν εκκλησιά κορμιά.
Διακόσιοι είν’ ένας κι ένας, μ’ αντρειά, μ’ αξιά, με νου,
διακόσιοι βασιλιάδες λεβέντες του λαού.
Πριν φέξει τους χωρίσαν, τους βάλαν στη σειρά
κι είν’ ομορφοντυμένοι, κεφάλια τους ψηλά.
Πρωτομαγιά χαράζει, μα δε μοσκοβολάει,
η αυγή φοβάται να’ βγει, το φως χασομεράει.
Τους φόρτωσαν δεμένους, τους στρίμωξαν ορθούς,
κλεισμένοι εμείς ακούμε: – τους παίρνουν, δεν ακούς;
Να, πάνω από τη μάντρα χέρια περνάνε, δες,
τα χέρια τους κουνάνε – καλές αντάμωσες!
Τα χέρια τους κουνάνε και φεύγουνε και παν,
σαν να κουνάν σημαίες μάς αποχαιρετάν:
Σημαίες ματοβαμένες πώς ανεμίζουνε,
μιλάν με χίλιες γλώσσες και ξεφωνίζουνε:
– Λαέ μας, τα παιδιά σου, σταθήκαμε πιστά,
κατά το μάθημά σου στον τύραννο μπροστά.
Δώσαμε τις ζωές μας ντυμένες αρετή,
για τη δική σου δόξα και για την προκοπή.
Λαέ μας δοξασμένε, πατρίδα μας γλυκιά,
μας κόψαν τις ζωές μας ανθούς Πρωτομαγιά.»

( ΑΝΘΟΥΣ – ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ )

Ανάμεσα στους πολλούς ο Ναπολέων Σουκατζίδης


Ναπολέων Σουκατζίδης
Ναπολέων Σουκατζίδης



«…Με χαμόγελο γιομάτο ικανοποίηση, γιομάτο λεβεντιά και περηφάνεια έδωσε το παρών στο προσκλητήριο την Πρωτομαγιά του 1944. Όλοι γύρισαν σε κείνον. Κι αυτοί που θα’ φευγαν  μαζί του και κείνοι που θα’ μεναν. Όλοι ήθελαν να μείνει κι οι πρώτοι κι οι τελευταίοι και μόνο ο Ναπολέων ήθελε να’ να΄ναι με τους πρώτους. Ο Γερμανός χτηνάνθρωπος ταράχτηκε στο άκουσμα αυτού του ονόματος που το είχε ξεστομίσει το ίδιο του το στόμα. Μπροστά του, φωνάζοντας ο καθένας παρών μόλις άκουγε τ’ όνομά του, μπαίναν στη γραμμή οι Ακροναυπλιώτες, φρέσκοι, χαμογελαστοί, λαμπροφορεμένοι, λες και πήγαιναν στο πανηγύρι. Μπροστά του έχουν πάρει κιόλας τη θέση τους το ένα τρίτο των παιδιών της Ακροναυπλίας. Μια οργανωμένη αγωνιστική δύναμη, που είχε νικήσει σε μάχες πολύ πιο σκληρές, που’ χε κερδίσει τη μεγάλη μάχη της ζωής για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια κι η μάχη προς το θάνατο είταν πια κερδισμένη από τα πριν. Ο Γερμανός στρατοπεδάρχης, που όλες οι χτηνώδικες ενέργειες στο Χαϊδάρι για να λυγίσουν εκείνοι οι ήρωες πήγαν χαμένες, το’ ξερε καλά αυτό. Μπροστά σ’ αυτό το μεγαλείο κάτι σαν ίχνος συνείδησης άρχισε να σαλεύει μέσα στα βάθη του σκοτεινού εαυτού του, που ίσως θα’ θελε να διαμαρτυρηθεί. Κάτι σαν αντίλαλος παλιάς λησμονημένης ανθρωπιάς που του ξυπνάει το αίσθημα του θαυμασμού και που σαν φτάνει στ’ όνομα του Σουκατζίδη ξεσπάζει: «Όχι εσύ, Ναπολέων, όχι εσύ!» Εκείνη την ώρα ο Ναπολέων ανατριχιάζει, καταλαβαίνει πως περνάει την πιο κρίσιμη ώρα της ζωής του. Η ευαισθησία του δοκιμάζεται όσο ποτέ. Η τιμή του, που τόσο την διαφέντεψε ολοζωής, κιντυνεύει. Πρέπει να προλάβει πριν να’ ναι πολύ αργά, πριν ο στρατοπεδάρχης αρπάξει τυχαία κάποιον σύντροφό του άλλον και τον βάλει στη θέση του.
Στηριζόμενος ίσα – ίσα σ’ αυτόν τον θαυμασμό του Γερμανού στρατοπεδάρχη, του λέει: «Θέλεις να μ’ αντικαταστήσεις όχι από εχτίμηση, αλλά μόνο και μόνο για να με κάνεις από Σουκατζίδη τίποτα. Μ’ αν πραγματικά μ’ εχτιμάς, η μόνη χάρη που μπορείς να μου κάμεις είναι να μ’ αφήσεις να πεθάνω σαν όλους στη θέση μου, γιατί ο συνεπής αγωνιστής δεν αλλάζει τη θέση του με τίποτε και για κανέναν λόγο, μάλιστα όταν ή θέση του αυτή είναι μπροστά στο πολυβόλο.
Κι ο μπόγιας σκύβει το κεφάλι, συμφωνεί κι αποκαλύπτεται.
Φεύγοντας σαν τον ήλιο που πάει να βασιλέψει, άφησε το τελευταίο του χαμόγελο πάνω στα θλιμένα πρόσωπα των συντρόφων του που έμεναν πίσω να τους ζεστάνει στην κρυάδα του θανάτου που σκόρπισε στο στρατόπεδο κείνο το πρωινό»
(ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΣΟΥΚΑΤΖΙΔΗΣ )

Ο Αντώνης Βαρθολομαίος

«Κάθε φορά που ο νους μου περιδιαβάζοντας τους σκοτωμένους μας σταματάει στον Αντώνη τον Βαρθολομαίο, τον αθλητή με τον ολότελα παιδιάστικο χαρακτήρα, τον μοναχογιό, πάντοτε ζωγραφίζει και μια σκυφτή γερασμένη γυναίκεια μορφή, να πηγαινοέρχεται μέσα στο μικρό μορφοσυγυρισμένο σπίτι, να ετοιμάζει καθαρές φορεσιές, να στρώνει τραπέζι, να βγαίνει ώρες ν’ αγναντεύει στον δρόμο, κι έπειτα να τα ξαναμαζεύει ώσπου στο τέλος απελπισμένη κλειδώνει το σπίτι, πετάει το κλειδι και πάει στον αγύριστο»
( ΑΝΤΩΝΗΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ)

Ο Μήτσος Ρεμπούτσικας


Το γράμμα του Μήτσου Ρεμπούτσικα. (Η φωτογραφία από το βιβλίο)

                 Το γράμμα του Μήτσου Ρεμπούτσικα. (Η φωτογραφία από το βιβλίο)

«Έχω εδώ τα λόγια σου τα τελευταία, πολυαγαπητέ μας Μήτσο, που με χέρι σταθερό χάραξες στο χαρτάκι κείνη την πρωτομαγιάτικη αυγή, λίγο πριν σας σκοτώσουν. Λίγα απλά λόγια όχι για να τονίσουν το μεγάλο δράμα, τον ίδιο σου τον θάνατο, παρά για ν’ απαλύνουν τον πόνο και να παρηγορήσουν εκείνους που μένουν. Μα πώς να παρηγορηθούνε αφού μόνο η ζωή σου κι ο θάνατός σου, μα κι αυτό το μικρούτσικο χαρτάκι με τα λίγα παρηγορητικά λόγια που άφησες διαθήκη στους αγαπημένους σου τους λέει, τους θυμίζει τι χάσανε; Πώς θα παρηγορηθεί η Νίτσα, η αγαπημένη αδερφή σου, που τόσο συχνά και με τόση αγάπη τη μελέταγες, όταν έχει πάντα μπροστά της αυτά σου τα τελευταία λόγια, το πιο απέριτο και το πιο τέλειο μνημείο; Πώς να μην κλαίμε πικρά οι σύντροφοί σου για έναν τόσο ακριβό σύντροφο; Πώς ο λαός να μη θρηνεί που έχασε μέσα σ’ ένα πρωινό τόσα άξια τέκνα του, τόσους ηρωικούς υπερασπιστές του;
Ποτέ δε γινόσουνα στόχος, ούτε με λόγια μεγάλα, ούτε μ’ ενθουσιασμούς, ούτε με θυμούς και με νεύρα, ούτε ανάλαβες ποτέ να διδάξεις «από καθέδρας» καθήκοντα και χρέος ή να συμβουλέψεις ανίδεους. Απόφευγες τον θόρυβο. Απλός, στοχαστικός και καρτερικός, έπιανες αθόρυβα μιαν άκρη στην αυλή του στρατοπέδου παρέα με τον αχώριστο φίλο σου τον Γιώργο και σιγοκουβεντιάζατε ή διαβάζατε. Δεν άργησα να ρθω και εγώ στην παρέα σας. Διαβάζαμε εκ περιτροπής τα βιβλία που μας τύχαιναν. Όταν διάβαζα εγώ κι έπεφτα πάνω σε καμμιά φράση που δεν τη λέει εύκολα ένα κορίτσι, κόμπιαζε η γλώσσα μου και τότε εσύ αμέσως μού’ παιρνες το βιβλίο, διάβαζες από μέσα σου το εμπόδιο και μου το ξανάδινες να συνεχίσω.
Δε σ’ άκουσα να κάνεις σκέδια για το μέλλον. Ζούσες την καθημερινή πραγματικότητα μέρα και νύχτα μ’ όλη σου τη νηφαλιότητα και συνείδηση και στην απαίτηση αυτής της πραγματικότητας προσπάθησες ν’ ανταποκριθείς ως την τελευταία σου στιγμή.»
( ΜΗΤΣΟΣ ΡΕΜΠΟΥΤΣΙΚΑΣ)

Η μνήμη τους ιερή , φωτίζει τους κακοτράχαλους δρόμους της δικής μας καθημερινότητας.


kaisariani6

«Η μνήμη απ’ τους συντρόφους μας που πέσαν στον αγώνα
του Μάη αυγή, του Μάη πνοή μες σε τριανταφυλλώνα.
Άστρο’ ναι που μας οδηγάει, φωτιά’ ναι που μας καίει,
φωνή’ ναι απ’ τα βαθιά της γης που διαλαλεί και λέει:
Όσο παίζει το μάτι σας κι όσο καρδιοχτυπάτε
κι όσο’ χει σάλιο η γλώσσα σας, συντρόφοι, πολεμάτε.
Είτε παρέες ή τάγματα, ξεμόναχοι είτε ταίρια
χτυπάτε όλοι τον τύραννο και με τα δυό σας χέρια.
Κι όταν ψοφήσει το θεριό, και το στερνό κεφάλι,
ε, τότε να μολώσετε’ πο μια στεριά στην άλλη,
ν’ ανοίχτε δρόμους λεύτερους’ πο μια στην άλλη σφαίρα,
να τρέχει το τραγούδι σας παντού σαν φως κι αγέρα,
ν’ αντιλαλεί χαρούμενο σ’ Ανατολή και Δύση,
να ρθεί και μας στα μνήματα να γλυκοκελαϊδήσει»

( ΜΝΗΜΗ)

kaisariani7 
(Οι στίχοι του τίτλου από το ποίημα Διαβάτη στάσου του Βασίλη Ρώτα)

Βασίλη Ρώτα – Βούλας Δαμιανάκου,  Μνημόσυνο, Αθήνα 1961

Αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους μπορεί νάναι κι από αίμα....

Για την Εργατική Πρωτομαγιά , τους αγώνες των λαών, τις θυσίες  και τα γενέθλια του ποιητή.



 Αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους μπορεί νάναι κι από αίμα
- όλο το κόκκινο στις μέρες μας είναι αίμα -
μπορεί νάναι κι απ' το λιόγερμα που χτυπάει στον απέναντι τοίχο.

Κάθε δείλι τα πράγματα κοκινίζουν πριν σβήσουν
κι ο θάνατος είναι πιο κοντά. Έξω απ' τα κάγκελα
είναι οι φωνές των παιδιών και το σφύριγμα του τραίνου.

Τότε τα κελλιά γίνονται πιο στενά
και πρέπει να σκεφτείς το φως σ' έναν κάμπο με στάχυα
και το ψωμί στο τραπέζι των φτωχών
και τις μητέρες να χαμογελάνε στα παράθυρα
για να βρεις λίγο χώρο ν' απλώσεις τα πόδια σου.

Κείνες τις ώρες σφίγγεις το χέρι του συντρόφου σου,
γίνεται μια σιωπή γεμάτη δέντρα
το τσιγάρο κομμένο στη μέση γυρίζει από στόμα σε στόμα
όπως ένα φανάρι που ψάχνει το δάσος - βρίσκουμε τη φλέβα
που φτάνει στην καρδιά της άνοιξης. Χαμογελάμε....


...Μ' όλο που το ξέρεις πως έχεις ακόμη να κλάψεις πολύ
ώσπου να μάθεις τον κόσμο να γελάει...
                             Στρατόπεδο Συγκέντρωσης Πολιτικών Κρατουμένων
                                 ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΙ ΛΗΜΝΟΥ,
                        Δεκέμβριος 1948 - Φεβρουάριος 1949


Γιάννης Ρίτσος, Καπνισμένο τσουκάλι, Κέδρος 1977, 13η έκδοση








Μουσική: Χρήστος Λεοντής
Ερμηνεία: Νίκος Ξυλούρης, Τανια Τσανακλίδου

Πέμπτη 30 Απριλίου 2015

Εργάτες

ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ
1976

Η μουσική και τα τραγούδια του Δήμου Μούτση απ' τη θεατρική παράσταση "Απεργία" του Γιώργου Σκούρτη.

Μουσική: Δήμος Μούτσης
Κείμενα / Στίχοι: Γιώργος Σκούρτης
Τραγουδάνε οι Χαράλαμπος Γαργανουράκης, Άλκηστις Πρωτοψάλτη, Δήμος Μούτσης & Χορωδία
Απαγγέλλει & τραγουδάει ο Κωνσταντίνος Τζούμας
 
ΕΡΓΑΤΕΣ 
1976

Μουσική : Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρόλογος - Επίλογος : Κώστας Ταχτσής
Τραγούδι : Λάκης Χαλκιάς

Τετάρτη 29 Απριλίου 2015

Για την ιστοριογραφία του ελληνικού εργατικού κινήματος

Το ιδρυτικό συνέδριο του ΣΕΚΕ τον Νοέμβριο του 1918 στον Πειραιά

 Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

Με αφορμή τον γιορτασμό της Εργατικής Πρωτομαγιάς σε λίγες μέρες, ένα απόσπασμα από την εξαιρετική μελέτη του Αναστάση Ι. Γκίκα «Ρήξη και ενσωμάτωση. Συμβολή στην Ιστορία του εργατικού – κομμουνιστικού κινήματος του Μεσοπολέμου (1918 – 1936)». Το κείμενο είναι από το εισαγωγικό μέρος του βιβλίου και αναφέρεται στην ιστοριογραφία τη σχετική με το ελληνικό εργατικό κίνημα. Θέμα όχι  ιδιαίτερα αναπτυγμένο ούτε και ευρύτερα γνωστό, αλλά πολύ σημαντικό που βοηθάει στην κατανόηση και των γενικότερων ιστορικών φαινομένων και το ρόλο τους στο μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας.


Γύρω από την ιστοριογραφία του ελληνικού εργατικού κινήματος

Όπως επανειλημμένα έχει ειπωθεί από πολλούς μελετητές στο παρελθόν, η παραγωγή ιστορικής γνώσης γύρω από το εργατικό κίνημα (στη μεσοπολεμική Ελλάδα, αλλά και γενικότερα) είναι είτε «σχεδόν ανύπαρκτη» είτε βρίσκεται ακόμη «σε εμβρυακό στάδιο». Αποτελεί, με άλλα λόγια, μια σχετικά «παραμελημένη ενότητα στην ιστοριογραφία της σύγχρονης Ελλάδας».
Ορισμένοι εντοπίζουν τις ρίζες του προβλήματος στο ότι «το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα για λόγους οικονομικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς δεν ενσωματώθηκε στην ελληνική κοινωνία. Μένοντας στο περιθώριο και μην έχοντας τη δυνατότητα να εκφραστεί με τρόπο βίαιο, με συνέπεια τη συνεχή κρατική παρέμβαση για την αναχαίτισή του. Αυτές οι αντιδράσεις και αυτή η μεταχείριση είχαν σαν αποτέλεσμα να θεωρείται αυτή η «ύλη» σαν κατ’ εξοχήν εκρηκτική και σαν μη ενδεδειγμένο αντικείμενο ακαδημαϊκής έρευνας στην Ελλάδα».  Το πρόβλημα, όμως, της ενσωμάτωσης δεν έχει να κάνει με την «ελληνική κοινωνία» γενικά και αόριστα, αλλά πολύ συγκεκριμένα με το αστικό κράτος και την αστική νομιμότητα.
Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα δεν έδρασε στο περιθώριο αλλά στο επίκεντρο των ιστορικών εξελίξεων. Βεβαίως δεν υπήρξε ενιαίο: Υπήρξε ο κρατικά ενσωματωμένος και ο ταξικά προσανατολισμένος συνδικαλισμός, «δύο γραμμές σε διαρκή αντιπαράθεση» όπως πολύ εύστοχα υπογράμμισε ο Γ. Μαυρίκος σε σχετική μελέτη […].
Στο σημείο, ωστόσο, στο οποίο συμφωνούμε εν μέρει με την παραπάνω διατυπωθείσα θέση είναι ότι όντως, λόγω της μη ενσωμάτωσής του στο αστικό καθεστώς και ακριβώς εξ αιτίας της ταύτισής του με ένα συγκεκριμένο ιδεολογικοπολιτικό χώρο – δύναμη (δηλαδή το ΚΚΕ ), το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα αποτέλεσε διαχρονικά «εκρηκτική ύλη» για το   ελληνικό ακαδημαϊκό κατεστημένο.
Από την άλλη μεριά, υπάρχουν και αντικειμενικές δυσκολίες στην ιστοριογραφική προσέγγιση του εργατικού κινήματος, που εντοπίζονται κυρίως στην έλλειψη αξιόπιστων στατιστικών στοιχείων και γενικότερα πρωτογενών πηγών για την περίοδο και το θέμα που μας ενδιαφέρει.[…]
Μέσα από μια στοιχειώδη επισκόπηση της υπάρχουσας εργατικής – κομμουνιστικής ιστοριογραφίας, μπορούμε να εντοπίσουμε μια σειρά αντιλήψεις  και απόψεις γύρω από τους παράγοντες που καθόρισαν ή επηρέασαν καταλυτικά: α) Την οργάνωση (τους λόγους ένταξης σε συλλογικά – οργανωμένα σχήματα πάλης, τις μορφές οργάνωσης κ.λ.π), β) τον ιδεολογικοπολιτικό προσανατολισμό και, κατά προέκταση, γ) τις τακτικές επιλογές του ελληνικού εργατικού κινήματος στα πρώτα του βήματα. Ορισμένες εξ αυτών έχουν πλέον επικρατήσει ως ευρύτερα αποκρυσταλλωμένες παραδοχές που, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, αναπαράγονται από το σύνολο της σχετικής βιβλιογραφίας. Η εισαγωγή αυτή θα αποτελέσει το εφαλτήριο για μια εν συνεχεία διαφορετική και, ελπίζουμε, εποικοδομητική προσέγγιση στη μελέτη του κινήματος της εργατικής τάξης.
Οι πρώτες προσπάθειες καταγραφής της ιστορίας του ελληνικού εργατικού κινήματος από μαρξιστική σκοπιά (όπως του Γ. Κορδάτου ή του Α. Μπεναρόγια) αποτελούν χρήσιμες βιβλιογραφικές πηγές για το μελετητή – ιστορικό, παρά τις όποιες ελλείψεις ή αδυναμίες. Η μαρξιστική μέθοδος έχει κατηγορηθεί συχνά από πολλούς ως αναλυτικά προβληματική, δογματική και στείρα` πως δήθεν περιορίζει περιγραφικά το κίνημα της εργατικής τάξης  ως μια απλή «παρενέργεια» της ανόδου ή παρακμής της υλικής κατάστασης των εργαζομένων. Πρόκειται για μια διαστρέβλωση της μαρξιστικής μεθόδου  που προκύπτει είτε ως προϊόν πολεμικής (στο πλαίσιο της πάλης των ιδεών που είναι σύμφυτη της ταξικής πάλης) είτε λόγω άγνοιας των έργων των «κλασικών» – τουλάχιστον – του μαρξισμού (Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν) είτε ως αποτέλεσμα μιας άκριτης αναπαραγωγής συγκεκριμένων στερεότυπων που έχουν καθιερωθεί  στην αστική ακαδημαϊκή σκέψη. Στοιχεία αυτής της πολεμικής μπορεί ενδεχομένως να «πατούν» σε πραγματικές αδυναμίες μαρξιστών ιστορικών που είναι μεν υπαρκτές (αν και πολλές φορές υπερβάλλονται), δεν μπορούν όμως να ανάγονται αυθαίρετα σε «αδυναμίες» του μαρξισμού γενικά.
Ο ιστορικός υλισμός δεν αποτελεί κάποια μηχανιστική, στατική ή οικονομική μέθοδο ανάλυσης. Ούτε ένα προκατασκευασμένο σχήμα, μια συλλογή «αόριστων» ‘η «αφηρημένων» διατυπώσεων. Τουναντίον, πρόκειται για μια ιδιαίτερα ζωντανή, δημιουργική και διαρκώς αναπτυσσόμενη θεωρία που αντιμετωπίζει την ιστορία ως επιστήμη.
Εξετάζει την ιστορική εξέλιξη της κοινωνίας στην κίνησή της και όχι φωτογραφικά ως στιγμιαίες αποτυπώσεις του παρελθόντος. Αναζητά τους δεσμούς που συνδέουν τις επιμέρους πτυχές της κοινωνικής ζωής, που διατρέχουν τη φαινομενικά χαοτική εναλλαγή των ιστορικών γεγονότων. Μελετά τη φύση και το χαρακτήρα αυτών των δεσμών. Προχωράει πέρα από την καθιερωμένη προσέγγιση της ιστορίας ως μιας απλής απαρίθμησης γεγονότων, ημερομηνιών και προσώπων (κατά κύριο λόγο ηγετικών). Ο ιστορικός υλισμός διεισδύει στην ουσία των φαινομένων αναζητώντας τα γενεσιουργά τους αίτια, τους νόμους που διέπουν την εσωτερική τους λειτουργία, τις αντιθέσεις που περικλείουν, τις συνθέσεις που προκύπτουν κ.λ.π. Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρίσκεται το στοιχείο της ταξικής πάλης και οι κοινωνικές δυνάμεις που πρωταγωνιστούν σε αυτή.

Καπνεργατική συνδιάσκεψη Σερρών - Δράμας - Καβάλας 1934
Καπνεργατική συνδιάσκεψη Σερρών - Δράμας - Καβάλας 1934
                                           
Σχετικά με την υπόλοιπη ιστοριογραφία: Συχνά συναντάμε την τάση η εργατική τάξη να ταυτίζεται συνολικά με ένα μικρότερο αριθμητικά, αλλά περισσότερο οργανωμένο τμήμα της. Αντίστοιχα, οι αναφορές στο εργατικό κίνημα περιορίζονται συνήθως στους ηγετικούς εκπροσώπους – φορείς του. Ωστόσο, μια προσέγγιση που ξεκινά με αφετηρία τις ανώτερες βαθμίδες των οργανωτικών εκφράσεων και δομών του εργατικού κινήματος (και που σπανίως εκτείνεται παραπέρα) δε δύναται να καλύψει αναλυτικά ή να καταλήξει σε σύνθεση του συνόλου των διεργασιών και των ζυμώσεων που χαρακτήρισαν το κίνημα, που έθεσαν τους όρους και τα όρια της πολιτικής του συμπεριφοράς ή της κοινωνικής του συνείδησης σε επίπεδο βάσης. Μερίδα της βιβλιογραφίας περιστρέφεται γύρω από μια κατά βάση «ανθρωπολογική» αντίληψη της πολιτικής και συνδικαλιστικής δράσης στην Ελλάδα. Στις αναλύσεις αυτές, κεντρικό ρόλο στον καθορισμό των πολιτικών πεποιθήσεων των εργαζομένων παίζουν, π.χ. οι δεσμοί οικογένειας και καταγωγής, οι πελατειακές σχέσεις, η δήθεν ιδιαίτερη «φύση» ή «ψυχοσύνθεση» του Έλληνα κ.α. Η ένταξη και συμμετοχή σε συλλογικές δραστηριότητες αντιμετωπίζεται ως το προϊόν στενά ατομικών – συμφεροντολογικών κριτηρίων, τα οποία ορίζονται  στο πλαίσιο οριζόντιων ή κάθετων μηχανισμών ενσωμάτωσης.
Με το κέντρο βάρους να μετατοπίζεται στα στοιχεία της χειραγώγησης και του ελέγχου, οι ιστοριογραφικές αυτές προσεγγίσεις τείνουν να επικεντρώνονται σχεδόν αποκλειστικά στον «επίσημο» συνδικαλισμό, εκείνο δηλαδή που απολάμβανε της έγκρισης κράτους και κεφαλαίου.
Ωστόσο, ήταν ο «ανεπίσημος» συνδικαλισμός, εκείνος που «ακροβατούσε» στα όρια της παρανομίας (ή καλύτερα στα όρια της αστικής νομιμότητας τα οποία συχνά ξεπερνούσε), ο οποίος κατάφερε στην πορεία να αναπτύξει σημαντικό, αυτόνομο από την αστική πολιτική, πλαίσιο θεωρίας και πράξης. Επεξηγηματικά μοντέλα που εξετάζουν το εργατικό κίνημα από τη σκοπιά των «επίσημων» εκπροσώπων του δε διαθέτουν τα αναλυτικά εργαλεία που απαιτούνται για την επεξήγηση κινημάτων τα οποία δραστηριοποιήθηκαν μακριά και έξω από τα επίσημα κανάλια και τις δομές της εξουσίας. Ακολούθως, το κίνημα της εργατικής τάξης, που πρόβαλλε αντίσταση και στον ένα ή τον άλλο βαθμό αμφισβήτησε την ηγεμονία του κυρίαρχου κοινωνικοπολιτικού καθεστώτος, αντιμετωπίζεται πολλάκις ως δευτερεύον, περιθωριακό, ακόμη και ως μη υπαρκτό.
Πολλοί ισχυρίστηκαν ότι, μέσα από την ενσωμάτωση του στον κρατικό μηχανισμό, την οικονομική του εξάρτηση και τη χειραγώγηση της ηγεσίας του, το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα μετατράπηκε ουσιαστικά σε προέκταση της κρατικής γραφειοκρατίας, συμβάλλοντας σημαντικά στη διατήρηση του status quo είτε άμεσα (μέσω της υιοθέτησης και προώθησης της άρχουσας πολιτικής) είτε έμμεσα (αμβλύνοντας τις διαχωριστικές γραμμές μέσα στο κίνημα). Γι’ αυτό και η ενσωμάτωση προβάλλεται κατά κανόνα ως ο βασικός παράγοντας πίσω από τη δήθεν «αποτυχία» των Ελλήνων εργαζομένων να οργανώσουν τα συμφέροντά τους ως τάξη αδέσμευτα και ανεξάρτητα από πελατειακά, κομματικά δίκτυα (αστικών κομμάτων εξουσίας) και κυβερνητικές πολιτικές.
Ωστόσο, για ακόμη μια φορά, η διαπίστωση αυτή δεν αφορά το σύνολο του εργατικού κινήματος, αλλά ένα συγκεκριμένο κομμάτι του, αυτό του «επίσημου» συνδικαλισμού.
Το εργατικό κίνημα εμφανίζεται λίγο – πολύ ως μια στιγμιαία εκδήλωση αυθορμητισμού, ως μια προσωρινή σύμπτωση επιμέρους ατομικών συμφερόντων και όχι ως συνειδητή επιλογή για συλλογική δράση στη βάση της ταξικής συνειδητοποίησης. Οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζονται γενικά (και αταξικά) ως «πολίτες» με ατομικά συμφέροντα και ανησυχίες. Όχι ως μέλη μιας συγκεκριμένης τάξης με συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα και αντίστοιχους προβληματισμούς. Σύμφωνα με αυτήν τη λογική, ο περιβόητος «ατομισμός» του Έλληνα εργαζόμενου, θεσμοθετημένος ή όχι, τον «απέτρεψε» από το να συγκροτήσει ταξικούς φορείς διεκδίκησης, να διαμορφώσει ταξική συνείδηση ή να αναπτύξει ταξικούς δεσμούς αλληλεγγύης με τους συναδέλφους του.
Συχνά, προς «απόδειξη» του βαθμού ενσωμάτωσης του ελληνικού εργατικού κινήματος παρατίθενται γεγονότα και αριθμοί, όπως, π.χ. το «πέρασμα» της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών (ΓΣΕΕ) στα χέρια των ρεφορμιστών συνδικαλιστών την περίοδο 1926 – 1927, τα χαμηλά ποσοστά των οργανωμένων εργατών στα σωματεία, η μικρή αριθμητική δύναμη του Κομμουνιστικού Κόμματος κ.α.[…]
Αναμφισβήτητα, η εξέταση των μεθόδων ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης στην αστική πολιτική αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για οποιαδήποτε ιστοριογραφική προσέγγιση του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος. Ταυτόχρονα όμως, δε γίνεται να αγνοούνται οι παράγοντες που συνηγόρησαν στη ριζοσπαστικοποίησή της. Δεν είναι λίγες οι φορές όπου οι όροι και οι προοπτικές διαμόρφωσης μιας ταξικής πολιτικής από τη μεριά της εργατικής τάξης υποτιμώνται, περιθωριοποιούνται ή αποσιωπώνται παντελώς.
Επίσης, η βιβλιογραφία που επικεντρώνεται στον παράγοντα ενσωμάτωση αποτυγχάνει στην πλειοψηφία της να αναδείξει (σκοπίμως;) πτυχές της που έχουν να κάνουν με την αστική βία, με τη συγκρότηση και ευρεία χρήση κατασταλτικών μηχανισμών όπως η αστυνομία, τα Σώματα Ασφαλείας ή ο στρατός, με στόχο τη συστηματική δίωξη και καταπίεση των ριζοσπαστικών τμημάτων της εργατικής τάξης. Η καταστολή έλαβε πολλές μορφές. Εκφράστηκε, π.χ., με άμεσες ή έμμεσες παρεμβάσεις στην οργάνωση και λειτουργία των εργατικών ενώσεων. Με αλλοίωση των αντιπροσωπευτικών οργάνων του συνδικαλιστικού κινήματος. Με συλλήψεις και εκτοπίσεις εργατών ή συνδικαλιστών που ανήκαν ή δραστηριοποιούνταν στα ταξικά συνδικάτα, που ήταν μέλη ή απλά πρόσκειντο στο ΚΚΕ. Με τη φανερή ή κρυφή παρακολούθηση των συνελεύσεων των σωματείων, των εργατικών κέντρων κ.λ.π. Πρόκειται για στοιχεία που συνοδεύουν την ιστορική πορεία του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος της χώρας μας εν πολλοίς και μέχρι σήμερα. Πρέπει, επομένως, να συνυπολογίζονται σε κάθε σχετική έρευνα.
Όπου και όποτε συναντάμε αναφορά στην κρατική παρεμβατικότητα, περιορίζεται συνήθως στον έλεγχο διαφόρων σωματείων και εργατικών στελεχών μέσω των πελατειακών σχέσεων και δικτύων. Παράλληλα, μια σειρά οργανισμοί που συστάθηκαν με πρωτοβουλία των Αρχών, όπως για παράδειγμα η Εργατική Εστία, η Επιθεώρηση Εργασίας κ.α. αγνοούνται εν πολλοίς ως προς το ρόλο που διαδραμάτισαν στην οικονομική και διοικητική ενσωμάτωση του συνδικαλιστικού κινήματος.
Η αυτόματη σύνδεση αιτίας και αποτελέσματος, που συχνά επιχειρείται ή λαμβάνεται ως δεδομένη μεταξύ της ύφεσης ή της σχετικής σταθεροποίησης της οικονομίας (ντόπιας και διεθνούς) από τη μια και της τάσης ριζοσπαστικοποίησης ή συντηρητικοποίησης της εργατικής τάξης από την άλλη αντίστοιχα, αποτελεί μια μάλλον υπεραπλουστευμένη, μηχανιστική προσέγγιση του όλου ζητήματος. Και όμως, δεν είναι λίγοι εκείνοι που αρκούνται στην υιοθέτηση μιας υποθετικής φόρμουλας του τύπου «οικονομική κρίση + εργατική τάξη = κομμουνισμός» ως βάσης για την παραπέρα ανάπτυξη της προβληματικής τους. Τέτοιες υποθέσεις δεν επιτρέπουν την εμβάθυνση στην ουσία των διεργασιών που συντέλεσαν στις όποιες ιδεολογικοπολιτικές μετατοπίσεις στις γραμμές του εργατικού κινήματος.
Πολλές έρευνες επικεντρώνονται υπερβολικά στη μελέτη δομών και θεσμών, σε πρόσωπα – κλειδιά ή ομάδες που ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την εξουσία (ή που διεκδικούν έστω ορισμένο μερίδιο και ρόλο στη διαχείρισή της.) Κατά συνέπεια εκτοπίζουν από το ιστορικό προσκήνιο το λαϊκό παράγοντα. Υποβαθμίζουν ή διαγράφουν εντελώς τις ανερχόμενες κοινωνικές δυνάμεις ως ιστορικά υποκείμενα. Θέτουν εκτός «εικόνας» τις συνθήκες εκείνες υπό τις οποίες οι εργαζόμενοι οδηγήθηκαν – ατομικά ή συλλογικά – στη συνειδητοποίηση της δύναμής τους, θέτοντας προοδευτικά ζητήματα ανατροπής της κυρίαρχης εξουσίας και μετασχηματισμού της κοινωνίας.
Μηδαμινή αναφορά γίνεται συνήθως στην εμπειρία της παραγωγικής διαδικασίας, στις ζυμώσεις που έλαβαν χώρα εκεί όπου οι εργάτες ζούσαν και εργάζονταν, ως συστατικά στοιχεία μιας αναδυόμενης ταξικής ταυτότητας. Ως «πρώτες ύλες» στη δημιουργία δεσμών αλληλεγγύης στις γραμμές της εργατικής τάξης. Πρόκειται για παράγοντες που συνέδραμαν σημαντικά στη διαμόρφωση της πολιτικής σκέψης και συμπεριφοράς των εργαζομένων, που σημάδεψαν τις διεργασίες στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος, καθώς αυτό προσπαθούσε να αυτοπροσδιοριστεί ως τάξη και ως πολιτικό υποκείμενο.
Τέλος, για λόγους που έχουν να κάνουν με τις ιδεολογικοπολιτικές παρακαταθήκες της μετεμφυλιακής Ελλάδας και του λεγόμενου «Ψυχρού Πολέμου», δηλαδή με την εξέλιξη της ταξικής πάλης στη χώρα μας αλλά και διεθνώς, ο αντικομμουνισμός – άλλοτε χυδαίος, άλλοτε πιο «εκλεπτυσμένος» – υπήρξε αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της σχετικής βιβλιοπαραγωγής. Η προσπάθεια δαιμονοποίησης του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος στην αστική ιστοριογραφία δεν αποτελεί, βεβαίως, έκπληξη. Σε περιόδους όξυνσης της ταξικής πάλης, η αντιπαράθεση στο επίπεδο των ιδεών λαμβάνει σαφώς μεγαλύτερες διαστάσεις.
Σε γενικές γραμμές, η κρατούσα ιστοριογραφία α) περιορίστηκε σε μια απλή αναπαραγωγή («επιβεβαίωση») μιας σειράς προκατασκευασμένων συμπερασμάτων που βρίσκονταν σε απόλυτη σύμπνοια με την κυρίαρχη εκδοχή του παρελθόντος, β) στάθηκε μεροληπτικά ενάντια στο ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα, αντιμετωπίζοντάς το ως «περιθωριακό» ή «ακραίο», προϊόν της «μιζέριας» ή της «άγνοιας» της εργατικής τάξης κ.λ.π., γ) διαστρέβλωσε το χαρακτήρα, τη δράση και τους σκοπούς του, δ) άντλησε μονομερώς τις πηγές της, μην αξιολογώντας την ταξική προέλευση ή σκοπιμότητα της εκάστοτε πληροφορίας, απαξιώνοντας τις αναλύσεις , τη γραπτή και προφορική παράδοση της «άλλης πλευράς».
Δεν είναι λίγοι εκείνοι οι αστοί ιστοριογράφοι που έφτασαν στο σημείο να αρνούνται ακόμα και την ύπαρξη ενός ριζοσπαστικού εργατικού κινήματος στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου.
Επομένως, ο μελετητής ιστορικός – ιδιαίτερα της πολιτικής ιστορίας ή της ιστορίας του εργατικού κινήματος – δεν πρέπει να λησμονά το γεγονός ότι η παραγωγή γνώσης αποτελεί, σε μεγάλο βαθμό, προϊόν των κοινωνικοπολιτικών αντιθέσεων και συγκρούσεων της εποχής όπου συντελείται. (σελ. 21 – 30)

gikas3 
Αναστάσης Ι. Γκίκας, Ρήξη και Ενσωμάτωση. Συμβολή στην Ιστορία του εργατικού – κομμουνιστικού κινήματος του Μεσοπολέμου (1918 – 1936). Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2010

Τετάρτη 30 Απριλίου 2014

Πρωτομαγιές 1886 -1945

Η Μέλπω Αξιώτη έγραψε το 1945 το χρονικό, Πρωτομαγιές 1886- 1945. Το βιβλίο πιθανόν να κυκλοφόρησε μέσα του Απρίλη εκείνου του χρόνου για τον εορτασμό της Πρωτομαγιάς  ως μνημόσυνο στα θύματα του ναζισμού .
Η συγγραφέας σημειώνει τα εξής στην πρώτη έκδοση του βιβλίου από τις Εκδόσεις " Μαρή και Κοροντζή":
" Δε βλέπαμε την ώρα να φύγουνε οι Γερμανοί και να πληροφορήσουμε τον κόσμο για τα όσα συνέβηκαν στην Ελλάδα. Τώρα ο πόθος μας παραμένει πάντοτε μεγάλος, όμως οι δυνατότητές μας είναι ελάχιστες. Οι πηγές λείπουν για πληροφορίες. Στοιχεία δε βρίσκεις πουθενά.
Επί 9 χρόνια αποκλεισμένοι από τον έξω κόσμο, μείναμε μουγγοί, κουφοί και τυφλοί. Τα παράνομα φύλλα, μοναδική τροφή μας τότε, μοναδικοί και σήμερα πληροφοριοδότες για τα περασμένα μας, χάθηκαν σχεδόν κι αυτά. Ό,τι ξεγλίτωσε απ' το Μανιαδάκη , το εξαφάνισε η Κατοχή. Ακόμα και οι άνθρωποι οι παλιότεροι εξαφανίστηκαν κι αυτοί στο μεταξύ.
Κι η Εθνική Βιβλιοθήκη σού αρνείται σήμερα να διαβάσεις τα περασμένα τεύχη των νόμιμων αστικών εφημερίδων. Άγνωστο γιατί.
Μέσα από τέτοιο σκότος ξεκινούμε να πληροφορήσομε.
Πάντως τα ατελή γραφτά μας είναι τουλάχιστον απόλυτα σίγουρα. Δε γράφουνε παρά τ' απόλυτα εξακριβωμένα. Κι αν αφορά τη μικρότερη λεπτομέρεια.
Έτσι, για να γραφτεί ένα πράμα μιας μέρας, τρέχεις ένα μήνα να βρεις τα στοιχεία του, και λείπουν τα μισά.
Όσο για την κυκλοφορία του ύστερα, πρέπει να κάμεις μεγάλο κουράγιο να βάλεις το αληθινό σου όνομα. Δεν πάει να επικαλείσαι εσύ ελευθερίες και νομιμότητα! Σωματική επίθεση οπωσδήποτε επακολουθεί. Έγινε σ' όλους μας σχεδόν, και σε καρότσια, και σε βιβλιοπωλεία, όπου πουλιόμαστε.
Αυτά ισχύουν για όλα τα "μη δεξιά " έντυπα.
Πρέπει οι αναγνώστες να γνωρίζουνε τις τραγικές αυτές σημερνές συνθήκες.
                                                                                                                      Μ.Α "

Ακολουθεί το πρώτο μέρος του χρονικού:
ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΕΣ

Ο άνθρωπος στην πάλη για την πρόοδό του

Στην εποχή της κατοχής που πρωτοϊδρύθηκε το ΕΑΜ, και πρωτοβγήκαν οι αντάρτες στα βουνά μας, και μες στις πόλεις οργανώναμε την αντίσταση και την πάλη, κι ήμαστε κρεμασμένοι απάνω στα ράδια παρακολουθώντας μ' αγωνία τον διασυμμαχικόν αγώνα, τότε μια νύχτα το Λονδίνο μίλησε σε μας, και λέει: " Έλληνες, στα βουνά και τις πολιτείες, αντισταθείτε, σαμποτάρετε, χτυπάτε τον εχθρό παντού, για να κερδίσετε τη λευτεριά σας". Κι η Μόσχα σ' αυτό πρόστεσε : " Γιατί η λευτεριά ποτέ δεν χαρίζεται. Καταχτιέται!"
Τη φράση αυτή τη γράψαμε έχτοτε πολλές φορές στα παράνομα φύλλα μας της κατοχής. Τη γράφαμε και την εζούσαμε. Και θα τη ζήσουμε ακόμα πάμπολλες φορές, όπως την έζησαν πριν από μας γενεές και αιώνες. Γιατί αν αυτό δεν το ξέρουν καλά ή το ξεχνούνε πολλοί άνθρωποι, όμως το χώμα της γης που μουσκεύεται μ' αίμα το γνωρίζει...Η ανθρώπινη πάλη για την πρόοδο είναι πάντα ματοβαμμένη, κι ο ρυθμός της αργός. Γιατί η προκοπή ποτέ δεν χαρίζεται. Μόνο καταχτιέται.
Το χρόνο 1848 κατάφεραν οι πρωτοπόροι Γάλλοι να εξασφαλίσουν το δικαίωμα ψήφου ενάντια στην τοτινή αντίδραση, δηλαδή τους δεξιούς του 19ου αιώνα. Ίσαμ' εκείνη τη στιγμή οι μάζες, οι λαοί, δεν είχανε τέτοιο δικαίωμα. Η ψήφος κανονίζονταν μόνο απ' το εισόδημα και το αξίωμά σου. Το χρόνο 1875 κατάφεραν με τους αγώνες τους να κερδίσουν το δικαίωμα να συνέρχουνται, και το 1901 να συνεταιρίζουνται οι εργαζόμενοι. Το χρόνο 1864 πέτυχαν το δικαίωμα της απεργίας, για να μπορούνε να ζητούν τα δίκια τους. 97 χρόνια πέρασαν. Που αν τα βλέπομε εμείς τώρα γραμμένα μόνο στο χαρτί, όμως εκείνοι που τα ζήσανε και τα διεκδικήσανε , τα γράψανε και τα κερδίσανε μ' ανθρώπινο αίμα. Κανένας άλλος τρόπος δεν υπάρχει για να λουφάζουν οι εχθροί της προοδευτικής ανθρωπότητας! Μόνο όταν σε ματώσουνε, τότε νικιούνται!
Παράδειγμα μάς δίνει, εκτός από τα τόσα άλλα, κι η γιορτή - σύμβολο της Πρωτομαγιάς. Ενώ είναι άμιλλα προκοπής και δουλειάς, οι εχθροί της προκοπής την καταντήσαν: άμιλλα νεκρών! Είτε λέγουνται: Φασισμός, εργοδότες, δεξιοί, συντηρητικοί, βρίσκουν πάντα μια αιτία, και πολλά πιστόλια βαρούν στο ψαχνό.


Ο συμβολισμός της Πρωτομαγιάς

Στην αρχαιότητα η πρωτομαγιά ήταν γιορτή αφιερωμένη στην άνθιση της γης.Στο
Μεσαίωνα κι επόμενους αιώνες στην πρωτομαγιά γιόρταζαν το τέλος του χειμώνα και την αναγέννηση της φύσης. Στο Βορρά και τη Γερμανία θεατρικές παραστάσεις τέλειωναν με τον αποκεφαλισμό ή το ολοκαύτωμα ομοιώματος που παράσταινε το χειμώνα.
Ο 19ος αιώνας, με τις επιστημονικές του αναζητήσεις στον κοινωνικό τομέα και τις αντίστοιχες κοινωνικοεργατικές διεκδικήσεις του, μετατοπίζει το συμβολικό νόημα της πρωτομαγιάς, κι απ' το επίπεδο της καθαρής φυσιολατρείας, την καθορίζει σύμβολο της εργατικής προκοπής, που συντελείται με την εργατική πάλη.
Ο 20ος αιώνας πλαταίνει περισσότερο τις κοινωνικές εξελίξεις, βαθαίνει τις εργατικές διεκδικήσεις. Σήμερα εργατικός αγώνας δε θα πει πια αγώνας μόνο του εργάτη - χειρώναχτα. Όλες οι αποχρώσεις της ανθρώπινης δουλειάς, μέχρι το μεγαλύτερο σοφό επιστήμονα, θέλουν δε θέλουν, βρίσκουνται μπλεγμένοι στο στίβο της εργατικής πάλης. Βρίσκουνται ανακατεμένοι μες στον πρωτοποριακό συμβολισμό της πρωτομαγιάς.
Ο 20ος αιώνας, κατά την πορεία του, δεν σταματά ως εκεί. Παρουσιάζει πιο καθολικό το κοινωνικό πρόβλημα. Σήμερα ο αγώνας της ανθρωπότητας για την προκοπή της, δεν περιορίζεται πια μόνο στις τάξεις των εργαζομένων. Ήρθε ο φασισμός, κι ανάγκασε όλον τον προοδευτικό λαό της κάθε χώρας να πάρει μέρος εναντίον του. Ύστερα  ήρθε ο τελευταίος παγκόσμιος πόλεμος, που αποβλέπει στο ξερίζωμα του φασισμού απ' τη γη, κι ανάγκασε όλα τα προοδευτικά έθνη να πάρουν  σ' αυτόν τη θέση τους.
Έτσι ο αγώνας αυτός, από στενά αγώνας του χειρόναχτα στην αρχή, γίνεται ύστερα αγώνας κάθε εργαζόμενου με τα χέρια ή με το μυαλό και τέλος καταλήγει στη σημερινή πολεμική διεθνή κοσμογονία, που' χει τούτο το νόημα: Η πρόοδος θα νικήσει ή το σκοτάδι; Ο φασισμός ή ο αντιφασισμός; Αυτόν τον πόλεμο κάνουν σήμερα τα Ενωμένα Έθνη.
Έτσι, παράλληλα, και το συμβολικό νόημα της πρωτομαγιάς, πλαταίνει και βαθαίνει κι ολοκληρώνεται τώρα σαν σύμβολο. Από γιορτή μόνο εργατική, γίνεται τώρα γιορτή εθνική όλης της προοδευτικής αντιφασιστικής ανθρωπότητας. Σαν τέτοια θα γιορτάζεται από δω και πέρα απ' όλα τα ελεύθερα  έθνη.

Το ιστορικό της εργατικής Πρωτομαγιάς

Το 1886 στις Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής οι εργάτες διεκδικούσαντην εφαρμογή 
οχτάωρης ημερήσιας δουλειάς. Κηρύχτηκαν απεργίες, και την 1η του Μάη, στο Σικάγο ιδιαίτερα, σκοτώθηκαν εκατοντάδες εργάτες σε συρράξεις με αστυνομικούς. Το 1889 στο διεθνές εργατικό σοσιαλιστικό συνέδριο που' γινε στο Παρίσι, η αμερικάνικη εργατική αντιπροσωπεία πρότεινε, σ' ανάμνηση της εργατιάς που δολοφονήθηκε τότε, να καθιερωθεί η ημερομηνία εκείνη της 1ης Μάη, παγκόσμια εργατική γιορτή. Η πρόταση ψηφίστηκε, και οι εργάτες από τότε απόχτησαν τη μεγάλη γιορτή τους.
Πέρασαν από τότε 59 χρόνια, 59 φορές η παγκόσμια εργατιά τραγούδησε και χάρηκε την 1η του Μάη, 59 φορές την παγκόσμια εργατιά την έσφαξαν οι εργοδότες την 1η του Μάη.
 Τα λάβαρά της τής δουλειάς που χτίζουνε τα πάντα  απάνω στη γη βάφτηκαν με το ίδιο της το αίμα, κι άλλαζαν από τότε χρώμα.
Κι έτσι δημιουργήθηκε η Κόκκινη Σημαία.
Έτσι έγινε σύμβολο σημαία του κάθε εργαζόμενου.
Έτσι αγαπήθηκε και τραγουδήθηκε σαν το πιο ιερό πράμα των δουλευτάδων

- Ω Κόκκινη Σημαία μου,
χρώμα αγάπης και ζωής,
πόσες φορές μάς σκέπασες
τους μάρτυρές μας κατά γης...

Στ' όνομά της προσφέρθηκαν χαμογελώντας στρατιές ανθρώπινες.

- Κι αν πέσω θύμα προδοτών,
μ' αυτήν σκεπάστε με νεκρόν,
την Κόκκινη Σημαία!...

Τ' όνομά της δημιούργησε ένα από τα μεγαλύτερα πολεμικά παράσημα της Σοβιετικής Ένωσης, το παράσημο της " Κόκκινης Σημαίας ". Για να τιμηθούνε μ' αυτό, τρέξαν λαχανιασμένοι οι στρατιώτες της την απόσταση Στάλιγκραντ - Βερολίνου.
Και τα σοβιετικά σχολειά για να κεντρίσουνε την άμιλλα να φιάξουν άξιους μαθητές της πρωτοπόρας ανθρωπότητας, έχουν ορίσει για έπαθλο: Ποιο σχολειό θα σταθεί άξιο να βαστάξει περισσότερο διάστημα το παράσημο της " Περιφερόμενης Κόκκινης Σημαίας".
Γιατί η Κόκκινη Σημαία δεν είναι λάβαρο Κρατών.
Είναι ένα πανί που γονατίζει, μαζεύει το αίμα του εργαζόμενου απ' τη γη, και βάφεται μ' αυτό, κι ανασηκώνεται ύστερα ψηλά, και κυματίζει, και ηλεχτρίζει εκατομμύρια ψυχές και τις φλογίζει, κι έτσι αυτό όλο πάντα γίνεται απ' την πρωτομαγιά του 1886, επί γενεές γενεών"


Μέλπω Αξιώτη, Πρωτομαγιές 1886 - 1945 . Άπαντα Γ' τόμος, Χρονικά, Κέδρος 1980

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

Για το εργατικό κίνημα,την ταξική πάλη και συνείδηση

    Το εργατικό κίνημα θα μπορούσε να οριστεί συνοπτικά ως η πράξη συνένωσης και συλλογικής δράσης των εργαζομένων, για επαγγελματικούς ή πολιτικούς σκοπούς , μέσα από αντίστοιχες οργανώσεις, στη βάση της τάξης όπου ανήκουν. Πώς όμως προκύπτει η ανάγκη για συλλογική οργάνωση και δράση; Πώς ο εργάτης αποκτά συνείδηση της τάξης του; Πώς η εργατική τάξη μετατρέπεται από " τάξη καθεαυτή" σε " τάξη για τον εαυτό της"; Γιατί ορισμένα τμήματα της εργατικής τάξης προχωρούν στην οργάνωση των οικονομικών και πολιτικών τους συμφερόντων σε σωματεία και πολιτικά κόμματα, ενώ άλλα όχι;
     Τα ερεθίσματα που οδηγούν τους ανθρώπους γενικά σε αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων στα προβλήματά τους πηγάζουν μέσα από τις αντιθέσεις που κυριαρχούν στο πλαίσιο του κοινωνικού τους είναι. Οι αντιθέσεις στην υλική βάση της κοινωνίας , οι οποίες εκδηλώνονται με ιδιαίτερη οξύτητα στις σχέσεις παραγωγής
( σχέση εκματαλλευτή και εκμεταλλευόμενου) επιδρούν στην κοινωνική συνείδηση των ανθρώπων θέτοντάς τους τα διλήμματα, προβληματισμούς, υποδεικνύοντας πιθανές διεξόδους και ενδεχόμενες λύσεις. [...]
    Ο Β.Ι.Λένιν έγραψε σχετικά με τη διαδικασία ταξικής συνειδητοποίησης και οργάνωσης των εργατών:
 " Ο κάθε εργάτης χωριστά είναι ανίσχυρος και ανυπεράσπιστος απέναντι στον κεφαλαιοκράτη. Ο εργάτης αναγκάζεται με κάθε θυσία ν' αναζητήσει και να βρει μέσα για ν' αποκρούσει τον κεφαλαιοκράτη, για να υπερασπίσει τον εαυτό του. Και το μέσο αυτό το βρίσκουν οι εργάτες στην ένωση. Ο εργάτης, ανίσχυρος όταν είναι μόνος, γίνεται δύναμη όταν ενώνεται με τους συντρόφους του, αποχτά τη δυνατότητα να παλέψει ενάντια στον κεφαλαιοκράτη και να τον αποκρούσει."
     Προοδευτικά και καθώς
 " η ένωση των εργατών ενός μόνου εργοστασίου, ακόμα και ενός μόνου κλάδου βιομηχανίας αποδείχνεται ανεπαρκής για την απόκρουση όλης της τάξης των κεφαλαιοκρατών, γίνεται απόλυτα αναγκαία η κοινή δρ΄ση όλης της τάξης των εργατών. Έτσι, από τις μεμονωμένες εξεγέρσεις των εργατών ξεπηδάει η πάλη όλης της εργατικής τάξης. Η πάλη των εργατών ενάντια στους εργοστασιάρχες μετατρέπεται σε ταξική πάλη. Όλους τους εργοστασιάρχες τους ενώνει ένα συμφέρον: Να κρατούν τους εργάτες σε υποταγή και να τους πληρώνουν όσο το δυνατό μικρότερο μεροκάματο. Και οι εργοστασιάρχες βλέπουν ότι δεν μπορούν να υπερσπίσουν την υπόθεσή τους κατ' άλλον τρόπο παρά μόνο με την κοινή δράση όλης της τάξης των εργοστασιαρχών, παρά μόνο αποχτώντας επιρροή πάνω στην κρατική εξουσία. Κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο, και τους εργάτες τους συνδέει ένα κοινό συμφέρον: Να μην επιτρέψουν στο κεφάλαιο να τους πνίξει, να υπερασπίσουν το δικαίωμά τους να ζήσουν μια ανθρώπινη ζωή. Και οι εργάτες έτσι ακριβώς πείθονται ότι τους είναι απαραίτητη η ένωση, η κοινή δράση όλης της τάξης - της εργατικής τάξης - και ότι για το λόγο αυτό είναι απαραίτητο να αποχτήσουν επιρροή πάνω στην κρατική εξουσία" Εξού και η ανάγκη για πολιτική οργάνωση της εργατικής τάξης.

   Πώς όμως οι εργάτες " φτάνουν στην κατανόηση όλων αυτών των πραγμάτων", πώς αποκτούν " ταξική  αυτοσυνείδηση"; " Οι εργάτες φτάνουν στην κατανόηση αυτή αντλώντας την συνεχώς από την ίδια την πάλη." Αρχικά, " η έχθρα των εργατών ενάντια στο κεφάλαιο εκδηλωνόταν μόνο με ένα αόριστο αίσθημα μίσους ενάντια στους εκμεταλλευτές τους, με μια αόριστη συναίσθηση της καταπίεσης και της σκλαβιάς τους και με την επιθυμία να εκδικηθούν τους κεφαλαιοκράτες. Η πάλη εκδηλωνόταν τότε με μεμονωμένες εξεγέρσεις των εργατών, που κατέστρεφαν τα κτήρια, έσπαζαν τις μηχανές, έδερναν τους διευθυντές του εργοστασίου κ.τ.λ. Αυτή ήταν η πρώτη , η αρχική μορφή του εργατικού κινήματος, και ήταν απαραίτητη γιατί το μίσος απέναντι στον κεφαλαιοκράτη στάθηκε παντού και πάντοτε το πρώτο κίντρο για να ξυπνήσει μέσα στους εργάτες ο πόθος να υπερασπίσουν τον εαυτό τους" 



      Εκείνη η αυθόρμητη, ¨ενστικτώδης" 
πρώτη αντίδραση των εργατών στην καπιταλιστική εκμετάλλευση λειτούργησε ως προθάλαμος για τη συνειδητή δράση:
 " Το " αυθόρμητο στοιχείο" δεν αποτελεί στην ουσία τίποτε  άλλο παρά εμβρυακή μορφή του συνειδητού. Ακόμα και οι πρωτόγονοι ξεσηκωμοί εκφράζανε ως ένα βαθμό το ξύπνημα της συνείδησης: Οι εργάτες έχαναν την προαιώνια πίστη τους στο απαρασάλευτο του καθεστώτος που τους συνέθλιβε, άρχιζαν..., δε θα έλεγα να καταλαβαίνουν, μα να νιώθουν την ανάγκη της συλλογικής αντίστασης και να εγκαταλείπουν αποφασιστικά τη δουλική υποταγή στους προϊσταμένους τους. Ωστόσο όλα αυτά ήταν πολύ περισσότερο ξεσπάσματα απόγνωσης κι εκδίκησης παρά αγώνας"
    
Έτσι στη συνέχεια, " οι εργάτες , εκεί που μισούσαν αόριστα τον κεφαλαιοκράτη, άρχισαν να καταλαβαίνουν πια ότι τα συμφέροντα της τάξης των εργατών είναι εχθρικά προς τα συμφέροντα της τάξης των κεφαλαιοκρατών. Εκεί που ένιωθαν θολά ότι καταπιέζονται, άρχισαν πια να καταλαβαίνουν με ποια ακριβώς μέσα και με ποιον τρόπο συγκεκριμένα τους πνίγει το κεφάλαιο και να ξεσηκώνονται ενάντια στη μια ή στην άλλη μορφή καταπίεσης, βάζοντας όρια στην καταπίεση από μέρους του κεφαλαίου, υπερασπίζοντας τον εαυτό τους από την απληστία του κεφαλαιοκράτη. Αντί να εκδικούνται τους κεφαλαιοκράτες , περνούν τώρα στην πάλη για παραχωρήσεις, αρχίζουν να προβάλουν στην τάξη των κεφαλαιοκρατών τη μια διεκδίκηση ύστερα από την άλλη και απαιτούν βελτίωση των όρων της δουλειάς τους, αύξηση του μεροκάματου, μείωση της εργάσιμης μέρας."


     Οι κοινωνικοί αγώνες λειτουργούν ως σχολείο για την εργατική τάξη. Οι εργάτες " μαθαίνουν να καταλαβαίνουν την ουσία της εκμετάλλευσης στο σύνολό της, μαθαίνουν να καταλαβαίνουν το κοινωνικό σύστημα που στηρίζεται στην εκμετάλλευση της εργασίας από το κεφάλαιο". Στην πάλη αυτή , " οι εργάτες δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους, μαθαίνουν να ενώνονται, μαθαίνουν και καταλαβαίνουν την ανάγκη και τη σημασία της ένωσης. Η διεύρυνση της πάλης αυτής και οι όλο συχνότερες συγκρούσεις οδηγούν αναπόφευκτα στη διερεύνηση της πάλης, στην ανάπτυξη του αισθήματος ενότητας, του αισθήματος της αλληλεγγύης τους ανάμεσα στους εργάτες όλης της χώρας, ανάμεσα σε όλη την εργατική τάξη."

    Σε τελευταία ανάλυση , " η πάλη αυτή αναπτύσσει την πολιτική συνείδηση των εργατών. Η μάζα της εργατιάς, εξ αιτίας των συνθηκών της ίδιας της ζωής της, βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση που δεν μπορεί, δεν έχει ούτε τον καιρό, ούτε τη δυνατότητα να σκέφτεται για οποιαδήποτε κρατικά ζητήματα. Η πάλη , όμως , των εργατών ενάντια στους εργοστασιάρχες για τις καθημερινές τους ανάγκες μόνη της και αναπόφευκτα σπρώχνει τους εργάτες στα κρατικά, τα πολιτικά ζητήματα..., πώς εκδίδονται οι νόμοι και οι κανονισμοί και τίνος συμφέροντα εξυπηρετούν. Κάθε σύγκρουση στο εργοστάσιο κατ' ανάγκη φέρνει τους εργάτες σε σύγκρουση με τους νόμους και τους εκπροσώπους της κρατικής εξουσίας...Η πάλη της εργατικής τάξης ενάντια στην τάξη των κεφαλαιοκρατών κατ' ανάγκη πρέπει να είναι πολιτική πάλη."
     " Τελικός σκοπός" του " πολιτικού κινήματος της εργατικής τάξης" δεν είναι βέβαια άλλος, όπως τόνισε ο ίδιος ο Κ.Μαρξ, από " την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας για λογαριασμό της και γι' αυτό, φυσικά, είναι αναγκαία μια οργάνωση της εργατικής τάξης..." Πολιτικό υποκείμενο του εργατικού κινήματος αποτελεί το κόμμα της εργατικής τάξης, το Κομμουνιστικό Κόμμα.[...]


   Για να συγκροτηθεί σε " τάξη για τον εαυτό της" , η εργατική τάξη πρέπει να κατακτήσει, λοιπόν, την ταξική της αυτοτέλεια. Να πετύχει με άλλα λόγια, την πλήρη αναξαρτητοποίησή της από κάθε αστική επιρροή(οργανωτική, πολιτική, ιδεολογική), είτε αυτό αφορά τις συνδικαλιστικές είτε τις πολιτικές της ενώσεις (σωματεία, κόμματα κ.α)
      Μέσα από την ίδια την ταξική πάλη , η εργατική τάξη συσπειρώνεται, οργανώνεται και διαπαιδαγωγείται. Αποκτά συνείδηση και γνώση του κοινωνικοοικονομικού συστήματος που την καταδυναστεύει. Αυτοσυνειδητοποιείται και συγκροτείται ως " τάξη για τον εαυτό της" . Αναπτύσσει διάφορες μορφές αγώνα, διαμορφώνει πρόγραμμα δράσης, περνά από την άμυνα στην επίθεση προβάλλοντας μερικά - βραχυπρόθεσμα αλλά και γενικότερα - μακροπρόθεσμα αιτήματα οικονομικής ή πολιτικής φύσεως. Διεκδικεί έκφραση, συμμετοχή και παρέμβση στους θεσμούς, από μερίδιο εξουσίας(= προοδευτικά και μέσα από την εξέλιξη της ταξικής πάλης στην Ιστορία αναδείχθηκε πως αντικειμενικά, η εργατική τάξη θα διεκδικούσε και θα έπειρνε όλη την εξουσία στα χέρια της ή τίποτε) ως και τη συνολικότερη ανατροπή της.
       Βεβαίως, η διαδικασία αυτή δεν είναι ούτε ευθύγραμμη, ούτε δεδομένη. Δεν πραγματοποιείται αυτόματα. Δεν είναι καθολική ή ομοιόμορφη. Δεν επηρεάζει, δηλαδή , εξίσου και συγχρονισμένα όλα τα μέρη ή τα μέρη της εργατικής τάξης. Τουναντίον, η ταξική πάλη εμπεριέχει την ίδια στιγμή και το στοιχείο του συμβιβασμού, της ενσωμάτωσης, της υποχώρησης, της ιδεολογικής, πολιτικής και οικονομικής επίθεσης της " άλλης πλευράς"( της αστικής) με πληθώρα μέσων. Οι παράγοντες χειραφέτησης και ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης συνυπάρχουν ταυτόχρονα αλληλοσυμπληρώνονται, αλληλοαναιρούνται. Πρέπει επομένως να εξετάζονται παράλληλα σε διαλεκτική σχέση μεταξύ τους[...](Κεφ. 1, απόσπασμα)



Αναστάσης Ι. Γκίκας, Ρήξη και Ενσωμάτωση. Συμβολή στην Ιστορία του εργατικού - κομμουνιστικού κινήματος του Μεσοπολέμου(1918- 1936), Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2010