Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Φαρσακίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Φαρσακίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2020

Αποχαιρετισμός στο Γιώργο Φαρσακίδη


Αποχαιρετούμε τον κομμουνιστή ζωγράφο, χαράκτη, λογοτέχνη και αγωνιστή Γιώργο Φαρσακίδη με το κείμενό του " Τ' άσπρα λουλούδια" από το βιβλίο του 
" Ποτέ τους δεν έγιναν είκοσι...", το αφιερωμένο
 " Στους φίλους και τα γειτονόπουλα του Ντεπώ, τους αξεδίψαστους της ζωής, που πέθαναν με το όραμα ενός κόσμου καλύτερου."
Ο Γιώργος Φαρσακίδης έφυγε σήμερα από τη ζωή γεμάτος όχι μόνο από χρόνια, αλλά από αγώνες και προσφορά στο κοινωνικό σύνολο και στην τέχνη.



Τ' ΑΣΠΡΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

Καλοκαιριάτικος ζεστός ο καιρός. Ο ήλιος πάει να δύσει σ' έναν ασυνέφιαστο, ολοκόκκινο ουρανό.
Καλού κακού αλλάξαμε μάντρα, βγάλαμε σκοπιές και ξαπλώσαμε πλάι στον καπετάνιο.
- Έλα, καπετάνιε, πες μας σαν παλιότερος κάτι.
- Να μας πεις, να μας πεις. Από γέροντα πάντα κάτι μαθαίνεις, άρχισαν τα πειράγματα.
- Σκάσε, Στελλάρα, που θα μας πεις γέροντα το λεβέντη τον καπετάνιο μας. Βρε μπουνταλά, μάτια δεν είχες να δεις πώς τον κοίταγαν στο πανηγύρι οι κοπελιές;
- Γιατί ρε παιδιά, τριανταπέντε χρονών άνθρωπος είναι, πώς να τον πω;
- Έλα, ρε νιάναρο, αν σου βαστά να παλέψουμε, τ' απαντάει γελώντας ο καπετάνιος, να σου μάθω να σέβεσαι τέτοια γεράματα.
- Να μας πεις πώς κατεβήκατε στην Κασσάνδρα.
- Για τις εκκαθαριστικές του Χολομώντα ν' ακούσουμε, συνηγορούν οι περισσότεροι.
- Τότε που απ' τη φευγάλα είχαν ανάψει οι φτέρνες σας να χτυπάνε τους κώλους, δε κρατήθηκε πάλι ο Στελλάρας, το πειραχτήρι.
- Εντάξει, παιδιά, για τον Χολομώντα αφού θέλετε. Για να σας πω και κάτι που μας συγκλόνισε όλους και που λίγοι το ξέρουνε. Ανοιξιάτικα, το λοιπόν, άρχισαν τις εκκαθαρίσεις στο Χολομώντα οι Βούλγαροι. Κατέβασαν δέκα πέντε χιλιάδες στρατό και προεξοφλούσαν το τέλος μας. Σε λίγες μέρες στη Χαλκιδική, παινευόταν μεθυσμένος ο στρατηγός τους, δε θα μείνει ρουθούνι αντάρτικο. Χτύπησαν τα παλιά μας λημέρια κι άρχισαν να χτενίζουν σπιθαμή προς σπιθαμή τα βουνά. Εμείς το ρίξαμε στη φευγάλα, που λέει κι ο Στελλάρας και με δυό πορείες νυχτιάτικα πιάσαμε το Χολομώντα. Άρχισαν οι Βούλγαροι ν' ανεβαίνουν από Πολύγυρο κι Αρναία, όπου φύγει - φύγει εμείς, λουφάξαμε σε κάτι χαράδρες. Ξημέρωσε η μέρα και βλέπουμε μυρμηγκιά ο στρατός να μαυρίζει στις ράχες. Ε, είπαμε, ήρθε το τέλος, ρίξαμε μερικές τουφεκιές κι αντί για πίσω, βρήκαμε πέρασμα αφύλαχτο και χωθήκαμε στην εκκαθαρισθείσα περιοχή.
Την επομένη τ' απόγευμα μας πήραν χαμπάρι. Ανοίξαμε ντουφεκίδι, είχαμε ένα νεκρό κι άλλους δυο τραυματίες και...πού μας είδατε. Ραβνά, Ντουμπιά, Γεροπλάτανο. Πιάσαμε κάμπο, πιάσαμε θάλασσα, μέχρι και στ' Άγιον Όρος πέρασαν οι δικοί μας με βάρκα...
- Αμ πες μας καπετάνιο, πως σας χάρισαν οι καλόγεροι το Τιμιόξυλο  και γλιτώνατε!
- Εκεί να σ' είχα, Στελλάρα, πούχε κολλήσει τ' άντερο μας από την πείνα. Εκεί να σ' είχα να κελαηδάς κι όχι τώρα που καταβρόχθισες τον περίδρομο. Όσο για το πώς τη γλιτώναμε...Ας είναι καλά οι αντιφασίστες οι Βούλγαροι, που κάναν τα στραβά μάτια και ρίχναν στο βρόντο. Αν δεν ήταν αυτοί, δε θα καθόμουν τώρα να σας λέω ιστορίες.
- Εντάξει, καπετάνιο, συμπάθα με. Αλλά το' χω προσέξει, πως όταν σε τσιγκλάω λιγάκι, σπρεχάρεις πιο όμορφα.
- Που λέτε, την ένατη μέρα συνεχίζει χαμογελώντας ο καπετάνιος, μας είχαν στριμώξει στον Αρκουδόλακκο. Άγριο μέρος, το λέει και τ΄όνομα. Το καλό ήταν που πέσαμε σε μαντρί. Δικός μας, οργανωμένος ο τσέλιγκας. Έσφαξε κάτι τραγιά,ανάψαμε τις φωτιές και τα περάσαμε στη σούβλα να ψήνονται. Ε, ρε και να τρέχουν τα σάλια μας και να κόβουμε βόλτες γύρω γύρω σα λύκοι. Είχες και το Σερραίο, τον Κώτσο, να μας τσαμπουνά ότι σαν τα τινάξεις μ' αδειανό στομάχι κι είναι να πας στον παράδεισο, θα σου κλείσουν την πόρτα. Αν είναι έτσι, ρε Κώτσο, του λέμε, τότε ας ντερλικώσουμε. Τουλάχιστον να πάμε χορτάτοι!
- Από δω, μας λέει ο τσέλιγκας, έχουν περάσει οι Βούλγαροι. Ξέρουν πως ανάβω φωτιά να βράσω το γάλα, μονάχα που παραείναι το ντουμάνι μεγάλο και φοβάμαι μη μπούνε σε υποψίες.
- Κι εγώ το φοβάμαι, μας λέει ο Κίτσος, μη μας φέρει η τσίκνα απρόσκλητους μουσαφίρηδες. Άντε πάμε παιδιά να ρίξουμε μια ματιά, γιατί δε μας βλέπω καθόλου καλά σε τούτο το διαβολότοπο. Βγήκαμε εγώ κι άλλος ένας μαζί του, ελέγξαμε τις σκοπιές κι είπαμε να κοιτάξουμε κι απ' το ψήλωμα. Μόλις, το λοιπόν, ξεμυτίσαμε, πέσαμε σε περίπολο. Δυο φαντάροι με κατεβασμένα τα όπλα τους κι ένας αξιωματικός με κάτι άσπρα λουλούδια στο χέρι. Δε μας είχανε δει κι ήταν σαν να πηγαίναν σε γάμο. Τους ρίξαμε με τ' αυτόματο, κι ακούμε τον ένα να φωνάζει ελληνικά: Όχι, αδέρφια, μη μας σκοτώνετε, ήρθαμε να σώσουμε. Σταματήσαμε μα ήταν αργά. Ο αξιωματικός κι ο ένας φαντάρος ήταν νεκροί. Ο τρίτος που μίλησε, με θρυμματισμένο το γόνατο σύρθηκε κι είχε αγκαλιάσει το κορμί του νεκρού ανθυπολοχαγού. Μείναμε άφωνοι να τον κοιτάμε που σφάδαζε.
- Σκοτώσατε τους καλύτερους, έλεγε μέσα απ' τα αναφιλητά του. Ήταν αντιφασίστες, δικοί σας...
Δεν θέλαμε να πιστέψουμε το κακό που' χε γίνει. Ακόμα κι ο Κίτσος, που είναι πάντοτε ψύχραιμος, τα' χε χαμένα.
- Μας υποψιάζονταν, μας είχε βάλει στο μάτι ο φασίστας, ο ταγματάρχης, μας είπε ο φαντάρος. Βασίλη τον λέγανε. Άλλωστε, για να μας δοκιμάσει μας έστειλε και τους τρεις.
- Μα γιατί, βρε παιδί μου, δε βγάζατε ένα άσπρο μαντήλι, να καταλάβουμε;
- Θα το βγάζαμε, αλλά ξέραμε πως μας παρακολουθούν με τα κυάλια. Αντί για μαντήλι, ο υπολοχαγός μας είχε μαζέψει και κράταγε άσπρα λουλούδια.
Βούρκωσαν τα μάτια μου που τους έβλεπα έτσι θερισμένους σαν στάχια. Νέα παιδιά κι οι δυό τους, αμούστακα. Ο υπολοχαγός να κοιτάει τον ουρανό μ' ορθάνοιχτα μάτια και στα μισάνοιχτα δάκτυλα τ' απλωμένου χεριού του, πιτσιλισμένο με αίμα, το ματσάκι με τ' άσπρα λουλούδια. Έσκυψα, έτσι αυθόρμητα πάνω του, να' παιρνα ένα...
- Μη τα παίρνεις, με σταμάτησε ο Βασίλης. Θα τα βάλω μαζί του. Λέω πως ταιριάζουν άσπρα λουλούδια για το γάμο του με τη γη!...
Τον Βασίλη τον επιδέσαμε πρόχειρα.
- Θα' ρθεις μαζί μας; Τον ρώτησε ο Κίτσος.
- Όχι, μπρατίμια, αφήστε με εδώ. Σε λίγο θα ρθουν να με πάρουν. Μόνο βιαστείτε να φύγετε απ' το διάσελο που δεν έχει ενέδρα. Στα μαγέρικα που θα βρείτε στο πέρασμα είναι όλοι τους μιλημένοι.
Πραγματικά, περάσαμε τάγμα ολάκερο πλάι στις άμαξες. Κι οι φαντάροι τους, ξεμακρύναν επίτηδες, κάνοντας πως δεν μας είχανε δει.
Την επόμενη μέρα τα μάζεψαν. Έφυγε άπρακτος ο στρατός και τελειώσαν προς ώρας και τα δικά μας βάσανα.
Για λίγα λεπτά μείναμε όλοι αμίλητοι κι ύστερα:
- Καλά καπετάνιο, ήταν ανάγκη να ρίξετε;
- Δε μπορούσατε, δηλαδή, να τους πιάνατε ζωντανούς;
- Ο Βασίλης τι απόγινε, μάθατε;
- Και το κρέας; Τα τραγιά καπετάνιο, τ' αφήσατε;
- Ρωτάτε αν μπορούσαμε να μη ρίξουμε! Ίσως μπορούσε να ρισκάρει κανείς. Αλλά σκεφθείτε, οχτώ μερόνυχτα να σε κυνηγάει ο στρατός! Είμαστε σαν τ' αλαφιασμένα αγρίμια που αντικρύστηκαν με τους κυνηγούς. Κι είναι δύσκολο να μη ρίξεις πάνω στο ξάφνιασμα. Για τον Βασίλη δε ξέρω τι απόγινε. Όμως μάθαμε πως ο υπολοχαγός είχε σύνδεση με το τάγμα Ραφτούδη, όταν γίνονταν οι επιχειρήσεις στα Κρούσια κι είχε δώσει πληροφορίες πολύτιμες. Όσο για το κρέας, να σας πω. Μπας και δεν μπορέσει να κοιμηθεί με το να το σκέφτεται ο Στελλάρας. Τα τραγιά, όπως ήταν μισοψημένα τα πήραμε να τ' αποψήσουμε με την πρώτη ευκαιρία. Ε, δεν θα το πιστέψετε. Το ένα τραγί που ήταν ακάλυπτο, τσίμπα - τσίμπα το μισόφαγαν στο δρόμο.
Ο καπετάν Βαγγέλης σηκώθηκε όρθιος και κοίταξε το ρολόι.
- Άντε παιδιά, λέω να ξαπλώσουμε, πέρασε η ώρα.

Γιώργος Φαρσακίδης, Ποτέ τους δεν έγιναν είκοσι..., Σκυτάλη, χ.χ. 2η έκδοση
Τα σχέδια είναι επίσης του Γιώργου Φαρσακίδη.

Και μια παλιότερη ανάρτηση για το Λεύκωμα του Γιώργου Φαρσακίδη , Μακρόνησος, εδώ

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΄73: Έξι αφίσες, έξι ποιητές και πολλαπλάσιες μνήμες

Πρώτη διαδικτυακή ανάρτηση ενός δυσεύρετου σήμερα λευκώματος του εικαστικού Γ. Φαρσακίδη για την εξέγερση του Νοέμβρη
 του Ηρακλή Κακαβάνη 
(αναδημοσίευση από το  fractal)

 

politexnio1



ο θόρυβος απ΄ τις ερπύστριες το ανορθωμένο τρίχωμα της νύχτας αδέρφια φώναζαν πρώτα, αδέρφια,, αδέρφια, φονιάδες φώναζαν ύστερα, πληρωμένοι φονιάδες, φονιάδες, τραυματιοφορείς, αργά πιο αργά, αργά να βγεις, αργά να μείνεις, αργά να κάνεις πίσω κρύψε στη μέσα τσέπη σου ένα κομμάτι φωτιά, κρύψε τη σημαία θα ΄ρθει πάλι ο καιρός, θα ΄ρθουν δέντρα, απογεύματα στα κατώφλια

(Γ. Ρίτσος «Το σώμα και το αίμα» 1973)
Ο αγώνας του λαού και της νεολαίας το Νοέμβρη του 1973 φλογίζει τις καρδιές και εμπνέει όσους μάχονται ενάντια στην αδικία και σε κάθε μορφή βίας. Ένα χρόνο μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου περισσότεροι από ένα εκατομμύριο άνθρωποι συμμετείχαν στην πιο μεγάλη διαδήλωση που γνώρισε ο τόπος τούτος. Ήταν ένα συλλαλητήριο τιμής στους νεκρούς του Πολυτεχνείου, «που με μόνο όπλο τους την πίστη σε έναν καλύτερο κόσμο είχαν προτάξει τα στήθη τους αψηφώντας τα τανκς». Έκτοτε, κάθε χρόνο χιλιάδες ανθρώπων ανήμερα της επετείου διαδηλώνουν τη θέλησή τους για ολοκλήρωση των ιδανικών του Πολυτεχνείου.
Το κορυφαίο γεγονός της αντιδικτατορικής πάλης ενέπνευσε και τους καλλιτέχνες. Όλες τις Τέχνες. Ειδικά ποιητές, πεζογράφους, εικαστικούς. Οι αγώνες του λαού πάντα αποτελούσαν και αποτελούν πηγή έμπνευσης για κάθε καλλιτέχνη! Ή, όπως το είπαν οι ναυτεργάτες στη δική τους έκθεση εικαστικών τεχνών και φωτογραφίας (έχει γίνει θεσμός, φέτος ήταν η 8η χρονιά), «Οι αγώνες είναι η τέχνη του λαού και η τέχνη το όπλο του».
Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτό του Γιάννη Ρίτσου. Τις μέρες που εξελίσσονται τα γεγονότα γράφει το «Ημερολόγιο μιας βδομάδας» και «Το σώμα και το αίμα». Και άλλοι ποιητές γράψανε αργότερα. Η επίδραση του Πολυτεχνείου στην ποίηση και στην πεζογραφία έχει αρχίσει να μελετάται. Ήδη υπάρχει μια πρώτη προσπάθεια στο ριζοσπάστη στις 15/11/1987, όπου καταγραφόταν μεγάλος αριθμός ονομάτων καλλιτεχνών, μεταξύ των οποίων και 32 ποιητών, πεζογράφων και άλλων συγγραφέων και η ανθολογία του Ηλία Γκρη «Το μελάνι φωνάζει (Η 17 Νοέμβρη στη λογοτεχνία)» (εκδόσεις «Μεταίχμιο», 2003).
Από τους πρώτους δημιουργούς που απαθανάτισαν τον αγώνα και το πνεύμα του Πολυτεχνείου ο εικαστικός Γιώργος Φαρσακίδης, της γενιάς της Αντίστασης. Με δεκαεξίμισι χρόνια εξορίας. Τα τρεισήμισι από αυτά την περίοδο της χούντας. Συνελήφθη την πρώτη μέρα του πραξικοπήματος. Με τη σύλληψή του μεταφέρεται στον Ιππόδρομο όπου η Χούντα συγκέντρωνε όλους τους συλληφθέντες προκειμένου μετά να τους στείλει στους τόπους εξορίας. Εκεί, στον Ιππόδρομο τη δεύτερη μέρα σκότωσαν τον Παναγιώτη Ελή, το πρώτο θύμα της δικτατορίας. Την τρίτη μέρα πήγαν τον Γιάννη Ρίτσο και άλλους και άλλους κατόπιν άλλων…
Από τον Ιππόδρομο ο Γιώργος Φαρσακίδης βρέθηκε στη Γυάρο και μετά στο Λακκί της Λέρου. Μέχρι το 1970 που απολύθηκε. Όπως και στους προηγούμενους τόπους εξορίας έτσι και στη Γυάρο η Τέχνη γίνεται μέσο αντίστασης. Λέει ο ίδιος: «Ζωγραφίζαμε, χαράζαμε, τυπώναμε κάρτες στον Αϊ-Στράτη, και επί Χούντας αργότερα στη Γυάρο και Λέρο. Να μάθουν οι έξω ότι ζούμε και κρατάμε άπαρτο το αγωνιστικό μας χαράκωμα».
Με την απελευθέρωσή του συμμετέχει στην αντιδικτατορική πάλη. Είναι σύνδεσμος Αθήνας – Θεσσαλονίκης του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ. Τα γεγονότα του Πολυτεχνείο τα ζει από κοντά και συμμετέχει καθημερινά. Το εργαστήρι του λίγο πιο κάτω, στην πλατεία Αττικής. Πέντε από τις έξι κοπέλες του εργαστηρίου τις ημέρες της εξέγερσης είναι κλεισμένες στο Πολυτεχνείο.
Τη μεθεπόμενη της εισβολής στο Πολυτεχνείο τον συνέλαβαν μαζί με τα μέλη του συνεργείου στο εργαστήρι. Έξι άτομα. Τον ίδιο τον κράτησαν για τρεις ημέρες. Με το που βρέθηκε ελεύθερος αποτυπώνει σκέψεις, συναισθήματα, γεγονότα στο χαρτί. Και αμέσως τα πρώτα σχέδια. Έξι σχέδια με χρώμα, εμπνευσμένα από τον αγώνα των φοιτητών.
Με τη μεταπολίτευση τυπώθηκαν ως αφίσες ξεχωριστά το καθένα (στόλισαν τότε πολλά εφηβικά δωμάτια) και σε λεύκωμα και κυκλοφόρησαν ευρέως. Κάθε φύλλο έχε ως τίτλο στίχους ποιητών: Καβάφη («Θερμοπύλες»), Παλαμά («Δωδεκάλογος του γύφτου»), Βάρναλη («Καμπάνα»), Σικελιανού («Ο θάνατος του Διγενή Ακρίτα»), Σολωμού («Ύμνος εις την Ελευθερίαν») και Αγγουλέ («Στην ιστορία»). Και το εξώφυλλο, ένα έβδομο σχέδιο με στίχους του Γ. Ρίτσου («Εδώ το φως»). Δυστυχώς το λεύκωμα σήμερα δεν κυκλοφορεί και η φωτογραφική του ανάρτηση στο ΦΡΑΚΤΑΛ είναι η πρώτη στο διαδίκτυο.
Το σημερινό αφιέρωμα δεν έχει μόνο τιμητικό χαρακτήρα σε έναν ασυμβίβαστο αγωνιστή δημιουργό. Είναι ταυτόχρονα μια ανάγκη να σώσουμε τα αποτυπώματα της ιστορίας στη μνήμη μας. Η μνήμη είναι αδύνατη, η συνείδηση προκατασκευασμένη και η λήθη ο θάνατος της ελπίδας. Η Τέχνη απαθανατίζει και αφυπνίζει.

politexnio2


politexnio3


politexnio4


politexnio5


politexnio6



politexnio7

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

«Η ζωή σε διάλεξε για να την υπηρετήσεις» ― Γ. Φαρσακίδης: “Ημερολόγιο του βουνού – 1944”

Πριν λίγο καιρό, τον Σεπτέμβριο, κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Γιώργου Φαρσακίδη, " ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ - 1944 ".  Η παρουσίαση του βιβλίου αναδημοσιεύεται από το φιλικό ιστολόγιο Οικοδόμος . Η ζεστή και ευαίσθητη ματιά του Οικοδόμου  συναντά το " χειμαρρώδη και τρυφερό λόγο " του Γιώργου Φαρσακίδη .

  «Την ευτυχία ή θα την γευτείς ή θα την προετοιμάσεις για τους άλλους. Και τα δυο μαζί δε γίνεται. Η ζωή σε διάλεξε για να την υπηρετήσεις», έγραφε ο Μενέλαος Λουντέμης. Η μοίρα τα φέρνει κάποιοι, λίγοι, να καταφέρνουν στη ζωή τους και τα δυο.  Πολύ περισσότερο αν οι ίδιοι, από τα πρώτα βήματά τους, υπόταξαν  τη μοίρα τους σε ανώτερο σκοπό και δεν αφέθηκαν στις βουλές της.
Στις εννιά σχεδόν δεκαετίες της πολυκύμαντης ζωής του ο Γιώργος Φαρσακίδης  δεν έπαψε ποτέ να «προετοιμάζει την ευτυχία για τους άλλους». Από τα μικράτα του  ―όταν  η οικογένειά του αναγκαστικά  εγκαταλείπει την «πρώτη πατρίδα»― που διέσχισε τη Μαύρη Θάλασσα και έφτασε στη  Θεσσαλονίκη, η ζωή τού επιφυλάσσει πολλές τρικυμισμένες «θάλασσες». Μέχρι σήμερα που, αν και δεν κατάφερε να δέσει τους κάβους του στο λιμάνι που ονειρεύτηκε, γεύεται την ευτυχία να μοιράζεται   μαζί μας ―μοιρασιά απλόχερη και γενναιόδωρη― την ομορφιά της τέχνης του και της ακριβής   σοφίας του και σε όσους έχουν την τύχη να βρεθούν  κοντά του τη συναρπαστική συντροφιά του, τον γενναιόδωρο λόγο του, τη ζεστασιά της ψυχής του.
«ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ – 1944» είναι ο τίτλος του φρεσκοτυπωμένου βιβλίου του αεικίνητου αγωνιστή εικαστικού καλλιτέχνη και συγγραφέα. Το εικοστό τέταρτο στη σειρά,  πλημμυρισμένο από τον χειμαρρώδη μα και τρυφερό λόγο του, εικαστικά έργα του και φωτογραφίες από τα χρόνια της πρώτης Αντίστασης, απέναντι στους Γερμανούς και Βούλγαρους καταχτητές. Από τα χρόνια τα πιο γλυκά της νιότης, τότε που το «ρουσάκι» νιώθει να πνίγεται στις σκλαβωμένες από τους ναζί γειτονιές του Ντεπό και αναζητά ανυπόμονα τη ―μοναδική γι’ αυτόν― διέξοδο στο βουνό. Εκεί τον σπρώχνει η περηφάνια του, αλλά και η αγάπη του για τη ζωή. Εκεί δίνει όρκο να γυρίσει πίσω με τη λευτεριά.
Παρά το νεαρό της ηλικίας του, δεν είναι η εφηβική ορμή ή η απερισκεψία που τον σπρώχνουν στο βουνό. Εποχές δύσκολες, σκληρές. Τα γεγονότα κυλούν σαν χιονοστιβάδα,  «βαραίνουν» τις νεανικές ψυχές,  ωριμάζουν πρώιμα οι συνειδήσεις. Ο Γ. Φαρσακίδης, μαζί με πολλά ακόμα παιδιά της ηλικίας του (και ακόμα μικρότερα) συμμετέχει ήδη στην αντιστασιακή οργάνωση των Γερμανικών Φούρνων όπου δούλευε ως αρτεργάτης.
Είναι δεκαοχτώ χρονών όταν εντάσσεται στον ΕΠΟΝίτικο λόχο του Τάγματος Χορτιάτη και έχει στον ώμο του το τουφέκι του ΕΛΑΣ. Ένα όπλο που θα το τιμήσει όσο καιρό μπορούν να το κρατήσουν τα χέρια του, μέχρι μια εχθρική ριπή να τα σακατέψει για πάντα. Από την πρώτη στιγμή, στο σακίδιό του βρίσκονται ένα μπλοκ και το προσωπικό του ημερολόγιο, όπου καταγράφει με σκίτσα και λέξεις τα συμβάντα της αντάρτικης ζωής. Πυκνογραμμένα  κομμάτια χαρτί, μικρά σε μέγεθος για να μπορούν να καταστραφούν εύκολα, αν χρειαστεί. Θα το ενημερώνει όσο τα χέρια του είναι γερά και θα γίνει η έγνοια του να φτάσει στα χέρια της οικογένειάς του, όταν τραυματισμένος βαριά θα δώσει μάχη για να κρατηθεί στη ζωή. Μέσα σε αυτά τα μικρά κομμάτια χαρτί ο Γ. Φαρσακίδης θα «χωρέσει» τις «αποτρόπαιες όψεις του πολέμου, τόσο διαφορετικές από τα όσα ρομαντικά είχα διαβάσει για τους πολέμους».
Οι αντάρτες στο βουνό δεν είχαν να πολεμήσουν μόνο τους Γερμανούς και Βούλγαρους καταχτητές αλλά και έναν μεγαλύτερο και πιο ύπουλο «καταχτητή», την πείνα. «Έβρασα μια χελώνα σ’ ένα κονσερβοκούτι, χωρίς αλάτι, με το λιγοστό στάρι και χόρτα και με την πείνα που είχαμε την βρήκαμε νοστιμότατη. Ήταν το πρώτο πλάσμα που είχα σκοτώσει! Κι ένιωθα άσχημα και νιώθω άσχημα να το θυμάμαι έως και σήμερα.»
Ο συγγραφέας θα έρθει πολλές φορές αντιμέτωπος με τη «φρικτή αναγκαιότητα και λογική του πολέμου».
«Ο οδηγός του αυτοκινήτου όπως τον αφήσαμε, πεσμένος στο τιμόνι, ακίνητος. Διαπιστώνουμε ότι είναι ζωντανός και ο Σταύρακας του ταρακουνάει τον ώμο. Ο οδηγός ανασηκώνει αργά το κεφάλι. Για μια στιγμή αντικρίζουμε ένα όμορφο παιδιάστικο πρόσωπο, και στην άλλη μεριά το μάγουλο κι ένα μάτι που κρέμεται κι έχουνε γίνει μια φριχτή αιμάτινη μάζα. Με συγκλονίζει αυτή η απρόσμενη εναλλαγή, που θα με σφραγίσει για μια ζωή μ’ αυτή την εικόνα. Θα είμαστε κοντά συνομήλικοι και σκέφτομαι ότι θα μπορούσαμε ίσως να ήμασταν φίλοι και ότι σίγουρα θα είχαμε να πούμε πολλά».
Μια λογική που θα γίνει αποδεχτή από το μυαλό του,  μα που δεν θα μπορέσει ποτέ να βρει χώρο στην ψυχή του.
«Μισώ τον πόλεμο, τον Χίτλερ, την αλαζονεία του φασισμού. Όλους αυτούς που βασανίζουν, που σκοτώνουν, που καίνε. Ωστόσο θα ήθελα, αν το μπορούσα, πολεμώντας το φασισμό να μη βρισκόμουν στην ανάγκη να σκοτώσω κανένα. Ούτε και τώρα νιώθω μίσος γι’ αυτούς με τους οποίους θα αλληλοσκοτωθούμε σε λίγο.
Σίγουρα αποτελώ την εξαίρεση κι αυτά που νιώθω  δεν είναι παρά «απαράδεκτοι συναισθηματισμοί», όπως λέει ο Γρηγοράκης, που έχουν τις ρίζες τους στη μικροαστική μου καταγωγή.
Έτσι θα είναι. Δεν εξηγείται αλλιώς τούτη η εικόνα που τόσο επίμονα στήνεται μπροστά μου σαν εφιάλτης:
Έχω γυρίσει. Η μάνα ράβει καθιστή στην ψάθινη πολυθρόνα της. Με ρωτάει συγκρατημένα και τάχα αδιάφορα (όπως το συνηθίζει, όταν κάτι την ενδιαφέρει πολύ): «Έχεις σκοτώσει;».  Ξέρω, πως δε θέλει να ξέρει αν ήταν Γερμανός, Βούλγαρος, Έλληνας. Αν αναγκάστηκα, αν έπρεπε να σκοτώσω, για να είμαι τώρα κοντά της. Της απαντάω πως ναι.
Η μάνα ανασηκώνει για λίγο τα μάτια της πάνω μου κι αμίλητη ξανασκύβει στο ράψιμο. Και είναι η ματιά της σαν μαχαιριά!
Έγινε κι άλλες φορές. Αγωνιώντας πριν από τη μάχη, να νιώθω στα χέρια μου τρέμουλο που σταματάει με τα πρώτα πυρά. Άντε όμως να πείσεις τους άλλους ότι δεν είναι από φόβο. Και κρύβω τα χέρια και βιάζομαι, πότε επί τέλους θ’ αρχίσει».
Από τις πιο συγκλονιστικές σελίδες του βιβλίου είναι η περιγραφή του τραυματισμού του Γ. Φαρσακίδη, στη μάχη της Κρήνης, και οι μέρες που ακολουθούν. Μια ριπή γερμανικού πολυβόλου θα σακατέψει τα δυο του χέρια, για πάντα.
«Και τώρα… μια ζωή δίχως χέρι… Σκατά…
Δεν αισθάνομαι πόνο. Μονάχα μια ζεστασιά, ένα μούδιασμα. Έτσι θα πρέπει να είναι κι ο θάνατος, απαλός και ανώδυνος! Κι αν μείνω για λίγο;
Το αρχέγονο ένστικτο μπολιασμένο τη λογική αντιπαλεύει τον πειρασμό. Είναι και η λευτεριά που περίμενες, κι οι δικοί σου που σε προσμένουν κι όλα εκείνα που δεν έχεις ακόμα γνωρίσει! Η ζωή βαραίνει στη ζυγαριά. Τώρα θέλω να ζήσω, πρέπει να ζήσω! […] ευτυχώς που κουνιούνται τα δάχτυλα. Να μπορώ να ζωγραφίσω αν τα καταφέρω και επιζήσω με τόση αιμορραγία».
Η αγάπη του για τη ζωγραφική αξεχώριστη από την αγάπη του για τη ζωή. Μέχρι τον τραυματισμό του γεμίζει τις σελίδες του μπλογκ με σκίτσα που απεικονίζουν την καθημερινότητα της αντάρτικης ζωής, αλλά και σχεδιαγράμματα με τις θέσεις που καταλαμβάνουν οι δυνάμεις του εχθρού, πολύτιμα για την επιτυχή αντιμετώπισή τους από τον ΕΛΑΣ.
Μετά τον τραυματισμό του οι σύντροφοί του δεν τον εγκαταλείπουν στο πεδίο της μάχης. Χάρη στην αυτοθυσία τους και μετά από πολλές περιπέτειες  ο Φαρσακίδης θα νικήσει το θάνατο. Καθοριστική στη νίκη του αυτή στάθηκε η άσβεστη δίψα του για ζωή. Και μέσα σ’ αυτή, σε ξεχωριστή θέση, ο έρωτας.
«Κλείνω τα μάτια να κοιμηθώ. Ο πόνος επίμονος, ελέγχει την κάθε μου αίσθηση. Μένω στην παραζάλη κάνα μισάωρο και ξανανοίγω τα μάτια.
―Κορίτσια, δεν κοιμάται, ελάτε.
Το δωμάτιο και πάλι έχει γεμίσει κοπέλες, ένα χαρούμενο σμάρι. Φέρανε δώρα. Εγγλέζικο δίκοχο με ΕΛΑΣίτικο σήμα, καραμέλες, λεμονάδα σε σκόνη.
―Το σήμα, μου λένε, το κεντήσαμε εμέις. Σου αρέσει;
―Μπαμπά, κάνει να πιει λεμονάδα;
―Αρκεί να το θέλει, της απαντά ο γιατρός.
Ώστε κόρη γιατρού!
Μα… είναι; Και βέβαια, είναι το Ζαρκαδάκι! Έχει αλλάξει στα ρούχα, στο χτένισμα. Μου ανασήκωσε το κεφάλι και με βοηθάει να πιω.
―Λίγο-λίγο, μου λέει, θα σου κάνει καλό.
Την λοξοκοιτάω και σκέφτομαι ότι δεν ξέρει και δε θα μάθει ποτέ για τις τόσες ώρες που έχω ξεροσταλιάσει στη γέφυρα του Ντεπώ. Μόνο και μόνο για την δω να περνά, έτσι χαμογελαστή, λυγερόκορμη, μ’ εκείνο το τσουλουφάκι της και την ποδιά του Β’ Θηλαίων!».
Τον Μάρτη του 1945 παίρνει εξιτήριο από το νοσοκομείο. Ανάπηρος,  έρχεται απότομα αντιμέτωπος με «την πεζότητα των καθημερινών αναγκών». Όλα αυτά που σαν σκέψεις τον επισκέπτονταν συχνά πυκνά στο κρεβάτι του πόνου γίνονται τώρα εμπόδια με σάρκα και οστά, που πρέπει να τα υπερνικήσει.
«Το αριστερό μου χέρι κρέμεται ανήμπορο και με το δεξί δυσκολεύομαι να κρατήσω κέρμα ή εισιτήριο. […] Το σπίτι μας πρέπει να επιβιώσει από την ισχνή αμοιβή των ξενόγλωσσων μαθημάτων της αδελφής μου. Νιώθω στόμα περίσσιο…  Την Τρίτη μέρα βρήκα δουλειά. Πλάι σ’ ένα φούρνο να πουλάω μικρά σταφιδόψωμα. Κατοχικά, έχω κάνει δουλειές και δουλειές και ποτέ μου δεν σκέφτηκα πως θα πρέπει να ντρέπομαι. Όμως τώρα, στημένος στην Εγνατίας… να σε καλημερίζουν ξαφνιασμένοι συναγωνιστές και γνωστοί, και οι κοπελιές που σε είχαν γνωρίσει να κοιτάνε  τα σακατεμένα σου χέρια και να μετράνε τα κέρματα, αν φτάνουνε να αγοράσουν απ’ τον «ανάπηρο».
Σε αυτές τις δύσκολες στιγμές θα βρεθεί δίπλα του, στήριγμά του, ο «Φιλόσοφος»  Ιππολύτ Αντρέγιεβιτς Γκοφστέτερ, ο πνευματικός του πατέρας:
«―Νιώθω περήφανος, είπε, που δεν έχεις προδώσει τον εαυτό σου. Η φωνή του είχε ραγίσει. Ένιωσα κι εγώ έναν κόμπο να μου κλείνει το λαιμό. Ένα μονάχα θα πω: συνέχισε, τράβα το δρόμο σου. Όμως τα όσα σωστά κι όσα ωραία, απ’ όποιον κι αν είναι, έλεγξέ τα με τη δική σου την κρίση πριν τα κάνεις δικά σου».

Το  «Ημερολόγιο του βουνού», είναι γεμάτο από πόλεμο για λευτεριά και  ανθρώπινο συναίσθημα. Από τις πρώτες σελίδες του ο αναγνώστης νιώθει να απαντώνται πολλά ερωτήματά του σχετικά με τη γενιά («δρακογενιά» την αποκαλεί ο Φαρσακίδης) των αγωνιστών που πέρασαν ―όχι αλώβητοι― από «σαράντα κύματα», χωρίς οι συμπληγάδες της ιστορίας να τους συνθλίψουν, και που συνοψίζονται στο εξής ένα: Από τι υλικό φτιάχνονται οι ήρωες; Η απάντηση είναι απλή, γι’ αυτό και δύσκολη: από τα ίδια υλικά που είναι φτιαγμένος  ο άνθρωπος.
Τα βιβλία του Γ. Φαρσακίδη μοσχοβολάνε τον ιδρώτα και το αίμα αυτής της δρακογενιάς. Τα όνειρα, τις αγωνίες, τον πόνο, την πίστη, τη συνέπεια όσων έπεσαν και όσων επέζησαν. Άξιος γιος αυτής της δρακογενιάς ο Γ. Φαρσακίδης, με τα τελευταία λόγια του «Φιλόσοφου» να ηχούν στ’ αυτιά του, συνέχισε το δρόμο του σ’ ένα αδιάκοπο ταξίδι γεμάτο φουρτούνες, πολλές, αλλά και στιγμές μπουνάτσας. Αλύγιστος σαν ατσάλι στη μάχη ενάντια στο άδικο, μα με τη φλόγα της ψυχής του αναμμένη από την αγάπη για το δίκιο, για τη ζωή, για τον άνθρωπο. «Οι κομμουνιστές έχουνε δέρμα μαλακό και καρδιά τρυφερή», έγραφε κάπου ο πανανθρώπινος Νερούδα. Ο κομμουνιστής Γιώργος Φαρσακίδης συνεχίζει το ταξίδι. Το «Ημερολόγιο του βουνού - 1944» είναι ένας σταθμός αυτού του ταξιδιού. Του ευχόμαστε να είναι γερός και να μας χαρίσει πολλούς ακόμα.

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2013

Mακρόνησος


                                    Γ.Φαρσακίδης, Για το "Γολγοθά" (από σχέδιο του 1949)
Οχτώβρης 1949
Μακρόνησος. Τέταρτο τάγμα. Δικαιοδοσία χωροφυλακής.
Στις πλαγιές του νησιού, σε ζυγιασμένες ευθείες, τ' αντίσκηνα των "κλωβών".
Μέσα στους "κλωβούς",
αρκετές χιλιάδες οι πολιτικοί εξόριστοι.
Απ' όλες τις γωνιές της χώρας.
Πληθαίνανε τελευταία οι φήμες για τη μεταφορά μας
σε στρατιωτικά τάγματα.
Για το "πότε...". Για το "πού...". Για το "πώς...".
Δυο βδομάδες προτού μας πάρουν για τα Α.Ε.Τ.Ο.,
επιδειχτικά περνάνε ανάμεσα απ' τους "κλωβούς", μια φάλαγγα.
Οι περσινοί στρατεύσιμοι συνεξόριστοι, " Τα παιδιά μας!"
Μιλάμε μαζί τους, ρωτάμε, μαθαίνουμε.
"Κρατήσανε;" " Πόσοι;"
"Ίσως..." "Δεν ξέρω..." "Κανείς..." Η απάντηση.
Φοβερό! Παράδοξο! Ακατανόητο!
10 του Οχτώβρη.
Άρχισαν απανωτές οι καταμετρήσεις.
Ξεδιαλέγουν στρατεύσιμους, κάτω των τριάντα.
Κοντά δυόμισι χιλιάδες. Φεύγουμε για τα "τάγματα".
12 του Οχτώβρη.
Ξεκινάμε με την πρώτη αποστολή. Άτομα εξακόσια πενήντα.
Πεζοπορία μερικά χιλιόμετρα.
Φορτωμένοι το βιός μας. Μ' ό,τι μπορεί να σηκώσει ο καθένας.
Μετά την "υποδοχή",
μερικοί νεκροί, κοντά πενήντα οι τρελοί, εκατοντάδες οι χτυπημένοι.
"Βαστάνε.Βαστάνε πολλοί".
Η διοίκηση ανησυχεί.
Το σχέδιο τροποποιείται, οι αποστολές καθυστερούν.
Το Μάη του επόμενου χρόνου θα ξαναγυρίσουμε πίσω, μετρημένες δεκάδες.
Κι άλλοι τόσοι απολυμένοι φαντάροι του Α.Ε.Τ.Ο.
Να σμίξουμε με τους "μεγάλους".
Μ' όσους απόμειναν...


Γιώργος Φαρσακίδης, Μακρόνησος( Α.Ε.Τ.Ο. - Ε.Σ.Α.Ι. 1949-1950), Σκυτάλη, 4η έκδοση

Λεύκωμα  με σχέδια και κείμενα του ίδιου " μια μαρτυρία - καταγραφή ενός τόπου και μιας εποχής". Τα σχέδια αναπαριστούν  στιγμές της εφιαλτικής καθημερινότητας των εξορίστων όπως την βίωσαν στο κολαστήριο της Μακρονήσου. Τα κείμενα είναι γράμματα , σημειώσεις και μνήμες του Γιώργου Φαρσακίδη, ο οποίος είχε τη δύναμη να μετατρέψει τα βασανιστήρια τα δικά του και των άλλων σε τέχνη που υψώθηκε σαν  κραυγή καταγγελίας και διαμαρτυρίας για το έγκλημα που διαπράχθηκε στη Μακρόνησο. Ανάμεσα στα χαρακτικά και τα κείμενα του Φαρσακίδη από τη μια τα συνταρακτικά ποιήματα  εκείνων που πέρασαν από εκεί και έζησαν παρόμοιες με το συγγραφέα εφιαλτικές και φρικιαστικές καταστάσεις και από την άλλη - τραγική ειρωνεία - σκόρπιες φράσεις και δηλώσεις εκείνων που επικροτούσαν την ύπαρξη του στρατοπέδου της Μακρονήσου και έβλεπαν σε αυτή "Νέους Παρθενώνες" και διακήρυτταν ότι " αναγεννάται η Ελλάς ωραιοτέρα στην ψυχήν των Ελλήνων".
Το λεύκωμα αυτό  μας βοηθάει να μάθουμε ότι σε " κάθε γωνιά του ξερόβραχου και μια ιστορία με αίμα  και πόνο και περηφάνια ανθρώπινη.",
 διευκρινίζει ότι " Μακριά από μας η πρόθεση ν' ανασκαλέψουμε πάθη σβησμένα. Μπούκωσε ο τόπος μας , δε χωράει άλλα." 
Αλλά κυρίως μας υπενθυμίζει ότι " Κάποιος είπε: " Το άλλο έγκλημα είναι η λησμονιά" 
Γιατί, ο φασισμός χτυπάει την ώρα που όλοι τον έχουν ξεχάσει.
Γι' αυτό δεν ξεχνάμε.
Για να μη βαδίσει η χώρα μας άλλο αυτό το δρόμο"


Ο Γιώργος Φαρσακίδης γεννήθηκε στην Οδησσό της Σοβιετικής Ένωσης. Ανταρτοεπονίτης, δεκαοχτώ χρονών, τραυματίζεται δυο φορές σε μάχες με Βούλγαρους και Γερμανούς και μένει ανάπηρος στα δυο του χέρια. Αργότερα , κατά διαστήματα έχει κάνει σε Στρατόπεδα Συγκέντρωσης Πολιτικών Κρατουμένων- Μακρόνησο, Άη - Στράτη, Γυάρο , Λέρο - δεκαεξήμισυ χρόνια.
Αυτοδίδακτος στους τόπους της κράτησης του, ζωγραφίζει με θέματα και περιεχόμενο παρμένα απ' τη ζωή των συναγωνιστών του κι αργότερα  από τους αγώνες του ελληνικού λαού.
Ο Γιώργος Φαρσακίδης δημοσιεύει συνεργασίες του σε εφημερίδες, εκθέτει, τυπώνει και κυκλοφορεί την εργασία του , μέρος της οποίας προβάλλεται από το ραδιόφωνο και την τηλεόραση στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Το 1984 το βιβλίο του  η " Πρώτη Πατρίδα" παίρνει το πρώτο βραβείο της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.( από το οπισθοφυλλο του Λευκώματος)