Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ναζίμ Χικμέτ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ναζίμ Χικμέτ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 4 Απριλίου 2020

Helin Bölek " Κ' εγώ θα τραγουδάω πάντα σαν τραγούδι του αγώνα το τραγούδι μου της φυλακής"


Μείνετε ήσυχοι φίλοι μου
             μείνετε ήσυχοι
Φεύγω
             με σας μες στην καρδιά μου
             με τον αγώνα μου πάντα στο νου μου
Μείνετε ήσυχοι,
                    φίλοι μου, φίλοι μου
                                      μείνετε ήσυχοι.
Δε θέλω να σας δω στην προκυμαία
αράδα - αράδα σαν πουλιά στα καρτ -ποστάλ.
Δε θέλω να σας δω με μαντήλια στα χέρια,
                                             Όχι όχι αυτό.
Βλέπω τον εαυτό μου ολάκερο
                             μες στα μάτια των φίλων μου.
Ω, φίλοι μου
                              αδέρφια μου του αγώνα
                              συντρόφια της δουλειάς
Γεια σας. Ούτε μια λέξη.
Οι νύχτες θα σπρώξουν το μάνταλο της πόρτας
Τα χρόνια θα υφάνουν τον ιστό τους πάνου στα παράθυρα
Κ' εγώ θα τραγουδάω πάντα σαν τραγούδι του αγώνα
                                      το τραγούδι μου της φυλακής.
Θα ξαναϊδωθούμε, φίλοι μου
                                        ναι, θα ξαναϊδωθούμε
Θα χαμογελάσουμε μαζί στον ήλιο
θ' αγωνιστούμε δίπλα - δίπλα.
Ω, φίλοι μου
                   αδέρφια μου του αγώνα
                                        συντρόφια της δουλειάς.
                                                               Γεια σας.

                                                                               Ναζίμ Χικμέτ


Η αγωνίστρια Τουρκάλα τραγουδίστρια , μέλος του συγκροτήματος Grup Yorum, Helin Bölek θυσιάστηκε  χθες σε ηλικία 28 χρονών μετά από πολυήμερη απεργία πείνας στην οποία είχε καταφύγει με τον Ibrahim Gökçek ζητώντας από την τουρκική κυβέρνηση:

• Να απελευθερωθούν όλα τα μέλη του Grup Yorum και να αποσυρθούν οι δικαστικές διώξεις.

• Nα σταματήσουν οι έφοδοι της αστυνομίας στο Πολιτιστικό τους Κέντρο Idil και στα γραφεία τους

• Να καταργηθεί η επικήρυξη των μελών του συγκροτήματος, από τη λίστα της τουρκικής αστυνομίας και να ακυρωθούν τα εντάλματα σύλληψης τους.

• Να αρθεί η απαγόρευση των συναυλιών του Grup Yorum.






Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2020

Ναζίμ Χικμέτ, η ιστορία του Γκιαούρη Τζεμάλ...


- Η πόρτα χτυπάει, Νουρή.
- Καλά, πηγαίνω να δω.
Ο μαστρο - Νουρή πήγε να σηκωθεί από το κρεβάτι του αλλά η μάνα του τον σταμάτησε.
- Μη σηκώνεσαι, Νορή. Θα πάω εγώ να δω.
Αυτό το χτύπημα μοιάζει με το χτύπημα του φίλου σου του Γκιαούρη, γι' αυτό σου το είπα.
Πράγματι, ήταν ο Γκιαούρης Τζεμάλ, ο δάσκαλος.
Μπαίνοντας στο δωμάτιο πήγε προς το κρεβάτι του μαστρο - Νουρή. Έβαλε το χέρι του στο μέτωπό του.
- Δεν έχεις πυρετό.
Και αμέσως γύρισε στην μάνα του μαστρο - Νουρή.
- Γιατί, τον αφήνεις μάνα, να τεμπελιάζει στο κρεβάτι;
Έβγαλε μερικές γαλλικές εφημερίδες που είχε στις τσέπες του και τις άφησε πάνω στον καναπέ.
Πήγε και κάθισε δίπλα στο μαγκάλι.
- Να φτιάξω ένα καφέ στα γρήγορα για μένα, είπε.
Ο δάσκαλος Γκιαούρης Τζεμάλ, έχει ένα σγουρό κοκκινωπό μούσι. Τα ακατάστατα μαλλιά του πετάνε από τις άκρες του φεσιού. Φορά ένα ασιδέρωτο παντελόνι και ένα σακκάκι με γιακά λιγδωμένο.
- Πρόσεξε, μόλις ήρθα είπα "να ψήσω έναν καφέ". Γιατί πίνουμε καφέ; το σκέφτηκες ποτέ μαστρο - Νουρή;
Να πεις για την γεύση του, δεν είναι, για την μυρωδιά του; και αυτό δεν είναι, αντί να πιείς καφέ για την γεύση του, πιες λεμονάδα...για την μυρωδιά του; και αυτό δεν είναι. Η μυρωδιά του νερού αυτού που θυμίζει μπουγάδα, με στουπέτι νερατζιών δεν είναι τίποτα. Δήθεν ηρεμούν τα νεύρα. Λόγια! Για ποιες μέρες είναι το ρακί; δήθεν για χώνευση. Ανοησία...φάε μήλα μετά το φαγητό.
Γιατί πίνουμε αυτό το χαμένο; γιατί πρώτα πρώτα, αν δεν πιούμε εμείς καφέ πού θα πουλήσουν οι καφετζήδες τους καφέδες τους; Μετά, ξέρεις, αυτό που λέγεται συνήθεια;
Ξέρεις ότι η μεγαλύτερη δύναμη και η μεγαλύτερη κοροϊδία για τον άνθρωπο είναι αυτό που λέγεται συνήθεια; Πρώτα εμείς πλάθουμε για τον εαυτό μας ένα κόσμο, με το μύλο του καφέ, με το μπρίκι, με τον καφέ του, με το σπίτι του, με το ντιβάνι του, με το δίκιο και τη φιλοσοφία του. Μετά γινόμαστε αιχμάλωτοι του κόσμου αυτού που φτιάξαμε και τότε αρχίζει εκείνος να μας πλάθει.
Κάποια φασαρία, ένας καβγάς, μέχρι να φτιάξουμε έναν νέο κόσμο μέσα από τον παλιό...για να καταφέρουν το λιοντάρι να συνηθίσει σε κλουβί, το πιάνουν από μικρό και το βάζουν μέσα...
Εμάς, και στα σαράντα μας να μας βάλουν φυλακή, συνηθίζουμε την τρίτη μέρα, και αφού μείνουμε στην φυλακή δέκα χρόνια και μας αφήσουν, μέσα σε τρεις βδομάδες ξεχνάμε τον τόπο που μείναμε δέκα χρόνια.
Ενώ ο Γκιαούρης, δάσκαλος Τζεμάλ, εξακολουθεί την διάλεξή του για τον καφέ, ο μαστρο - Νουρή συλλογίζεται τη ζωή αυτού του περίεργου ανθρώπου, δύο πράγματα του Τζεμάλ είναι φημισμένα: το ότι είναι Γκιαούρης και το γένι του.
Η φήμη για το γκιαουρλίκι του είναι τεσσάρων χρόνων. Για την αιτία αυτή ο ίδιος λέει:
- Ήμουνα δάσκαλος της ιστορίας και της Γεωγραφίας στην Ανατολή.
Την χρονιά της ανακήρυξης του συντάγματος, στην πόλη υπήρχαν δυο σοκάκια, ένα ρέμα φημισμένο για τα ψάρια του, ένα ξενοδοχείο, η "Σταμπούλ", το χάνι των τεσσάρων καμηλιέρηδων, ένα καφενείο με καθρέπτη και σαρανταδύο τζαμιά μικρά και μεγάλα. Μάλιστα, σαρανταδύο, τα μέτρησα ένα - ένα. Το Γυμνάσιο ήταν στην κορφή ψηλά αν κοιτάξει κανείς την Πόλη από την πεδιάδα το πρώτο που θα δει είναι το τριώροφο, πέτρινο κτίριο μας.
Ένας πασάς, που πέρασε στην οθωμανική λογοτεχνία, μεταφράζοντας το έργο φράγκου συγγραφέα, έκτισε το σχολείο μας στην Πόλη αυτή, όπου είχε εξοριστεί διοριζόμενος ταυτόχρονα έπαρχος. Ήταν η πρώτη και τελευταία πράξη του...γιατί όταν τόλμησε να μετατρέψει την πορεία της σιδηροδρομικής γραμμής και από απόσταση πέντε περίπου χιλιομέτρων, να την οδηγήσει μέσα στην πόλη, ξεσηκώθηκαν οι προύχοντες της επαρχίας, εναντίον του φημισμένου αυτού πασά, λέγοντας ότι " η διάβαση του μαύρου φιδιού από τα χωράφια θα πειράξει την παραγωγή, θα σκάσουν τα γιδοπρόβατα από φόβο και ότι γυναίκες θα γίνουν στείρες", αντιστάθηκαν στην πραγματοποίηση του γκιαούρικου αυτού δρόμου και κάνοντας μια αναφορά προς το Σουλτάνο Αβδουλχαμίτ εμπόδισαν τον πασά, τον λάτρη της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, να ασχολείται με υποθέσεις που δεν έχουν σχέση με τους Γάλλους κλασικούς, όπως η σιδηροδρομική γραμμή, πετυχαίνοντας να προαχθεί και να μετατεθεί σε μια από τις μακρινές επαρχίες.
Έψαξα από περιέργεια για τους πραγματικούς λόγους αυτής της υπόθεσης της σιδηροδρομικής γραμμής. Το θέμα ήταν ότι δύο γνωστές οικογένειες, από τους προύχοντες, είχαν τα καραβάνια που εκτελούσαν δρομολόγια ανάμεσα στις επαρχίες.
Για σκέψου για λίγο αυτά τα καραβάνια να περνούν από τις πύλες των πόλεων μεταφέροντας σύκα, σταφύλια, καπνό, υφαντά και τα τελευταία χρόνια γκαζοτενεκέδες και μπασμάδες και φέρε μπροστά στα μάτια σου τον πασά, τον λάτρη των Γάλλων κλασικών, να θέλει το σιδηρόδρομο φιμώνοντας τους πονεμένους ήχους νοσταλγίας, και ξενιτιάς των καραβανιών.Στην πόλη αυτή ήταν πολλοί αυτοί που μιλούσαν με σεβασμό για τον πασά. Με ευγνωμοσύνη ανέφεραν τον ιδρυτή του σχολείου μας κυρίως οι μεγάλοι υφασματέμποροι, εκείνοι που έστελναν στα λιμάνια σταφύλια, σύκα και καπνά, αυτοί που είχαν συναλλαγές με την Ευρώπη.
Στην πόλη αυτή εγώ ήρθα ένα χρόνο πριν από την ανακήρυξη του συντάγματος. Με την ανακήρυξη του συντάγματος, όσοι ανάφεραν  με ευγνωμοσύνη για τον ιδρυτή του σχολείου μας έγιναν ανεξαίρετα ενωτικοί.
Είχα πολλά όνειρα για το σχολείο. Η εφαρμογή τους απαιτούσε βοήθεια.
Πήγα και είπα τις απόψεις μου στον μεγάλο υφασματέμπορα Εμίν Εφέντη, ο οποίος ήταν το πιο φανατικό μέλος του "ενωτικού".
Μίλησε στο σύλλογο και μου είπε την απόφαση:
Ο Τζεμάλ μπέης να μην ανησυχεί, είμαστε μαζί του...
Δώσαμε τα χέρια και αρχίσαμε δουλειά. Επίλεξα εικοσιδυό νέους, δυνατούς και έξυπνους, ανάμεσα από τους τελειόφοιτους. Ο Εμίν Εφέντης έφερε από την Πόλη,μια μπάλα, παραγγελία δική μου, την πέταξα στα πόδια τους, και πήρα και εγώ μια σφυρίχτρα, έτσι αρχίσαμε το παιχνίδι. Ευτυχώς κανένας δεν διαμαρτυρήθηκε, βλέποντας τα παιδιά να παίζουν μπάλα με κοντό παντελονάκι αν και ήταν κάτι ασυνήθιστο.
Εκείνος που άφρισε όμως, ήταν ο δάσκαλος των θρησκευτικών, το συζήτησε με ορισμένους οπισθοδρομικούς προύχοντες, πήγε και τους είπε:
- Αυτοί είναι σε διάσταση με τον δικό μας Εμίν Εφέντη. 
Αλλά στα παρασκήνια των ποδοσφαιρικών αγώνων μας ήταν ο Εμίν Εφέντης. Έφερε ακόμα και την μπάλα. Η υπόθεση μπερδεύτηκε.
Το ποδόσφαιρο μας βρήκε υποστηριχτές στο σύλλογο των ενωτικών - προοδευτικών, στο όνομα της δικαιοσύνης, ισότητας, ελευθερίας, σα να επρόκειτο για το κεφάλι κάποιου μάρτυρα της ελευθερίας.Οι καμηλιέρηδες, όταν είδαν ότι το κόμμα μας θα παίξει μπάλα και θα νικήσει έβαλαν τον δάσκαλο των θρησκευτικών να επιτεθεί εναντίον μου, στην αίθουσα αναμονής.
Αρχίζοντας από τον ιερό νόμο και καταλήγοντας στο γεγονός ότι κατέβασα τους μαθητές στο επίπεδο εκείνων που είναι ξυπόλητοι, δεν μου άφησε ούτε πίστη ούτε θεό.
Άκουγα τα λόγια του γελώντας και είχα σκοπό να τον ακούσω και  άλλο. Ξαφνικά γύρισα και είδα την πόρτα μισάνοιχτη. Ένα σωρό ματάκια παιδιών με κοίταζαν από τη χαραμάδα, οι μαθητές μου είχαν μαζευτεί μπροστά στην πόρτα και άκουγαν τον δάσκαλο θρησκευτικών να αναθεματίζει  τον δάσκαλο Τζεμάλ από την πόλη.
Το αίμα μου ανέβηκε στο κεφάλι. Γύρισα και του είπα απότομα και με δυνατή φωνή: "σταμάτα πάψε!" Ο δάσκαλος σώπασε. " Άκουσε", του είπα, οι μαθητές χρειάζονται την υγεία τους κι ευλυγισία για ν' αποκτήσουν και λίγη τόλμη, τότε αυτό το πράγμα που παίζουμε, όχι μπάλα πέτσινη, αλλά και το κεφάλι του χαλίφη Αλή να ήταν, εγώ πάλι θα σφύριζα και θα τους παρακινούσα να παίξουν. Ένα αυτό...δεύτερον, ισχυρίζεσαι ότι είμαι άθεος, άθρησκος, και άπιστος, μπορεί να είμαι αυτό που λες, μπορεί και όχι, όμως αυτό αφορά μόνον εμένα. Εγώ όμως στο μάθημα της Γεωγραφίας μπορώ να αποδείξω την ορθότητα όσων διδάσκω. Ενώ εσύ;
Μπορείς να αποδείξεις την ύπαρξη αυτού που διδάσκεις ότι υπάρχει;
Όπως άρχισα απότομα, έτσι και απότομα σταμάτησα.
Επικράτησε τέτοια σιωπή στην αίθουσα που για μια στιγμή τρόμαξα από τη φωνή μου.
Κοίταξα γύρω μου. Το πρόσωπο του ήταν πιο άσπρο ακόμα και από το σαρίκι του.
Ο διευθυντής είχε γίνει κατακόκκινος. Είχαμε ένα δάσκαλο των μαθηματικών, φαλακρό, χοντρό, και χαζό και αυτός ήταν έτοιμος να κλάψει.
Ξαφνικά ο δάσκαλος πετάχτηκε από τη θέση του. Και χωρίς να καταλάβω καλά - καλά τι συμβαίνει, με έφτυσε στο πρόσωπο φωνάζοντας μου " άπιστε, άπιστε, άπιστε" και έφυγε τρέχοντας περνώντας ανάμεσα από τους μαθητές που είχαν μαζευτεί μπροστά στην πόρτα και άρχισε να κατεβαίνει τις σκάλες.
Μπροστά στην είσοδο του σχολείου, πρόλαβα τον δάσκαλο, τον άρπαξα από το γιακά, όταν είδε το χέρι μου στο γιακά του άρχισε να φωνάζει.
Όταν κατάφεραν οι μαθητές να τον πάρουν από τα χέρια μου είχε γίνει πια σαν μαδημένος κόκορας.
Το ίδιο βράδυ και στα σαρανταδύο τζαμιά της πόλης, και οι οι σαρανταδύο χοτζάδες έβριζαν τον δάσκαλο της γεωγραφίας σαν " Γκιαούρη Τζεμάλ", οι προύχοντες των Καμηλιέρηδων έστειλαν τηλεγραφήματα στο Υπουργείο Παιδείας, στη διεύθυνση θρησκευμάτων, στην Πρωθυπουργία.
Η απόλυσή μου ήρθε μετά από σαρανταοχτώ ώρες.
Ενώ τα καραβάνια με τα κουδούνια τους μετέφεραν από πόλη σε πόλη την περιπέτεια του "Γκιαούρη Τζεμάλ...". Το παρατσούκλι " Γκιαούρης" δόθηκε στον Τζεμάλ από την περιπέτεια αυτή.
Όσο για το γένι του, λένε ότι το κουβαλάει στο πρόσωπό του εδώ και έξι χρόνια για να ξεγελάσει κάποιο ψυχικό πόνο.
Ο μαστρο - Νουρή θα μπορούσε να ρωτήσει τον ίδιο τον Τζεμάλ αν οι διαδόσεις αυτές ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Όμως, προτίμησε να μην μάθει την αιτία της ιστορίας για το γένι του.(απόσπασμα)

Ναζίμ Χικμέτ, Μια χειμωνιάτικη νύχτα, μετφρ. Γ. Εγγλέζος, Εκδόσεις Ν.Α. Δαμιανού, χ.χ.

Στις 15 Ιανουαρίου 1902 γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη ο προλεταριακός ποιητής και πεζογράφος της Τουρκίας Ναζίμ Χικμέτ.

Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2019

Μάνος Λοΐζος - Ναζίμ Χικμέτ


Πάνω σ' αυτή την όχθη
στο θαλασσινό κατώφλι
η βροχή σαν δίχτυ με τυλίγει
Τις μέρες της βροχής άσπρη σημαία
άσπρη σημαία στο κατάρτι υψώνεται

Βρέχει και ξαφνικά είναι εύκολο
εύκολο το να πεθάνεις
και το ίδιο εύκολο το θάνατο να περιμένεις
το θάνατο να περιμένεις

Ποίηση : Ναζίμ Χικμέτ 
Απόδοση στα ελληνικά: Γιάννης Ρίτσος
Μουσική και ερμηνεία :Μάνος Λοΐζος
Δίσκος : Γράμματα στην αγαπημένη

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016

Γράμματα στην αγαπημένη

Ποίηση: Nαζίμ Χικμέτ
Απόδοση: Γιάννης Ρίτσος
Μουσική και ερμηνεία: Μάνος Λοϊζος

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

Ναζίμ Χικμέτ: Τραγούδια


1- Zülfü Livaneli - Karlı Kayın Ormanı
2- Onur Akın - Seviyorum Seni
3- Volkan Konak - Tahir ile Zühre
4- Cem Karaca - Ceviz Ağacı
5- Suavi - Bu Memleket Bizim
6- Edip Akbayram - Gidenlerin Türküsü
7- Cem Karaca - Herkes Gibisin
8- Leman Sam - Memleket
9- Tuncel Kurtiz - Delikanlım
10- Bir Direniş Şarkısı
11- Edip Akbayram - Korkuyorlar
12- Edip Akbayram - Özgürlük
13- Piraye

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2015

Ο Αζίζ Νεσίν για το θάνατο του Ναζίμ Χικμέτ

Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

Στις 3 Ιουνίου του 1963 έφυγε από τη ζωή ο μεγάλος Τούρκος ποιητής, διανοητής και αγωνιστής Ναζίμ Χικμέτ. Στην Τουρκία καμιά εφημερίδα, κανένα περιοδικό, ούτε το ραδιόφωνο ανέφεραν την είδηση. Πολλοί Τούρκοι διανοούμενοι μαθαίνοντας το γεγονός δεν μπόρεσαν να γράψουν δυο λόγια ή να κάνουν ένα αφιέρωμα. Έτσι αρκετοί από αυτούς έστειλαν επιστολές σε άλλους  ανθρώπους, εκδότες, μεταφραστές, διανοούμενους άλλων χωρών. Ανάμεσα σε αυτούς που έλαβαν τέτοιες επιστολές ήταν ο μεταφραστής Στέλιος Μαγιόπουλος.
Στη δεύτερη έκδοση της συλλογής ποιημάτων του Ναζίμ Χικμέτ, Γιατί αυτοκτόνησε ο Μπενερτζή; που εκδόθηκε το 1981 από τις εκδόσεις Στοχαστής, ο μεταφραστής Στέλιος Μαγιόπουλος παρουσιάζει την επιστολή του Τούρκου συγγραφέα Αζίζ Νεσίν στο γιο του Ναζίμ Χικμέτ, την οποία έγραψε μετά την είδηση του θανάτου του μεγάλου ποιητή.
Ο Μαγιόπουλος σημειώνει: «Το γράμμα αυτό το πήρα στην περίοδο του θανάτου του Ναζίμ Χικμέτ όταν ο συγγραφέας δεν μπορούσε να το δημοσιεύσει πουθενά. Γι αυτό το λόγο το έστειλε σε μένα για να το δημοσιεύσω όπου λάχει. Αρκεί να δημοσιευτεί. Με τις εν γένει μεταβολές δε μπόρεσα κι εγώ να φανώ αντάξιος της εμπιστοσύνης του. Σήμερα όμως ήρθε η ώρα να εκπληρωθεί ο σκοπός του. Ζητώ χίλιες φορές συγνώμη απ’ τον Αζίζ Νεσίν για την καθυστέρηση αυτή.»


Αζίζ Νεσίν
                                  Αζίζ Νεσίν


ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΜΕΧΜΕΤ

                  Του Αζίζ Νεσίν
Αγαπημένε μου Μέμο.
Είτανε νύχτα η ώρα έντεκα 3 του Ιούνη. Είμουνα στο δωμάτιό μου και δούλευα ένα θεατρικό έργο. Χτύπησε η οξώπορτα. Αυτοί που είχανε έρθει είσανε ένας πολύ παλιός και πολύ στενός φίλος του πατέρα σου, με τη γυναίκα του. Απ’ τη σιωπή τους είτανε φανερό πως είχανε έρθει με κάποιο θλιβερό μήνυμα, και πως θέλανε μαζί μας να μοιραστούμε φιλικά τον πόνο τους.
Ο Ναζίμ πέθανε! Είπε ο πιο στενός φίλος του πατέρα σου.
Ο πατέρας σου, ο άνθρωπος της κ υ μ α τ ο ύ σ α ς  σημαίας της Τουρκίας είχε πεθάνει…
Πότε; τον ρώτησα.
Σήμερα.

Δεν είχα μήτε επίγνωση , μα μήτε μου ήρθε αυθόρμητο για να καθορίσω πώς θα φερνόμουνα, γιαυτό και απόμεινα σαστισμένος. Είπα και μερικά άλλα πράγματα και την ώρα αυτή που σου γράφω αυτό το γράμμα δεν μπορώ να θυμηθώ τώρα τι να μίλησα και τι να είπα.
Έπειτα καθίσαμε πέντε άτομα και μιλήσαμε. Μιλήσαμε π ά ν ω  στο θάνατό του, όμως ωσάν να μην είχε πεθάνει εκείνος, έτσι όπως μιλούσαμε κάθε φορά.
Ήπιαμε τσάι, πάλι μιλήσαμε, ακόμα και γελάσαμε, ωσάν να μην είχε συμβεί τίποτα.
Ήθελα να μείνω μόνος μου.
Ο φίλος του πατέρα σου έτσι μάς ανιστόρησε, που έμαθε το μήνυμα σε κάποιο μέρος που είχε πάει:
– « Κάποιος μπήκε μέσα. Ο Ναζίμ Χικμέτ πέθανε είπε. Το μήνυμα το είχε μεταδόσει το ραδιόφωνο. Για μένα ο Ναζίμ Χικμέτ είναι πάντοτε νικητής. Ότι έκανε εκείνος ότι κάνει για μένα είναι μια νίκη. Όπου έλαχε κι άκουσα τόνομά του είχα συνηθίσει χρόνια νακούω στο κατόπι του και μια νίκη. Ο Ναζίμ Χικμέτ έγραψε ένα καινούργιο ποίημα: είναι νικητής. Έβγαλε ένα καινούργιο βιβλίο: είναι νικητής. Τον εξορίσανε: νίκη του Ναζίμ Χικμέτ. Τον ρίξανε στη φυλακή: νίκη του Ναζίμ Χικμέτ. Έτσι όταν ο άνθρωπος που μπήκε στην κάμαρη ξεστόμισε τόνομα του Ναζίμ Χικμέτ, δίχως νακούσω το τέλος του λόγου καρτερούσα πάλι για καμιά καινούργια νίκη του Ναζίμ Χικμέτ. Είπε κατόπι πέθανε. Ακόμα κι ο θάνατος είναι σα μια νίκη του σκέφτηκα. Είχα συνηθίσει χρόνια τώρα στις νίκες του».
Αγαπημένε μου Μέμο σαν άκουσα το χαμό του πατέρα σου στο νου μου ήρθανε άλλα: Το έργο του πατέρα σου κι’ εσύ. Εκείνο που θα έγραφε ακόμα, που θα έκαμνε ακόμα, και συ που θα μεγαλώνεις δίχως πατέρα. Μόνο τα μάτια σου, τα φρύδια σου, το χρώμα των μαλλιών σου, το μπόι σου δε μοιάζουνε με του πατέρα σου. Η παλληκαριά σου είναι το ίδιο, το ίδιο με του πατέρα σου. Το δείγμα της παλληκαριάς που έδωσες στα πέντε σου χρόνια δε το ξεχνάμε, συχνά το αναφέρουμε μεταξύ μας με υγρά μάτια.
Ω Μέμο γυιέ του Ναζίμ Χικμέτ που έκαμε αθάνατη ποίηση τα αισθήματα, τους πόθους του Τούρκικου λαού! Μια μέρα καθώς έπαιζες με τους συνομηλίκους σου στο τσαΐρι μπροστά στο σπίτι σας στο Καντίκιοϊ καθώς κατάφατσα σου σού μιλήσανε με μιαν ασπλαχνία παιδική, εκείνα που είχαν ακουσμένα στα σπίτια τους από τους ξεγελασμένους γονιούς τους και κακολογίσανε τον πατέρα σου, εσύ μήτε έκλαψες, μήτε κοκκίνησες, μήτε θύμωσες, μήτε δυσαρεστήθηκες, με τους συνομηλίκους σου, και μήτε πηλάλησες στο σπίτι σας να κρυφτείς. Σκαρφάλωσες στο δεντρί που ήτανε στο τσαΐρι κι απ’ τα ψηλά κλωνιά του δέντρου χούγιαξες τα παιδιά που ήσανε κάτω:
– Εμένα ο πατέρας μου είναι ο πιο μεγάλος ποιητής του κόσμου! Κατόπι απ’ εκεί ψηλά απάγγειλες φωναχτά – φωναχτά στους κάτω, ένα ποίημα του πατέρα σου. Πέντε χρονώ Μέμο δεν υπεραμύνθηκες μονάχα όπως κάθε παιδί τον πατέρα του, μα φώναξες την αλήθεια, την πραγματικότητα…
Μέμο, έτσι είναι φυσικά. Αυτό ο Ναζίμ έκαμε να το πούνε κι οι οχτροί του. Οι εκπρόσωποι της εξουσίας που ρίξανε τον πατέρα σου στη φυλακή, διαβάλλοντας τα ποιήματά του κλάψανε. Οι εκπρόσωποι που απόμειναν στην εξουσία στην περίοδο της πολύχρονης φυλακής του πατέρα σου, διαβάζοντας ολοένα τα ποιήματά του κλάψανε. Καθώς ο Ναζίμ αναγκάστηκε να φύγει απ’ τη γενέθλια πατρίδα του και πονούσε από νοσταλγία για τον τόπο, οι εκπρόσωποι που ήρθανε στην εξουσία, διαβάζουν τα ποιήματά του και κλαίνε. Οι γενιές που θαρθούν δε θα ξέρουν μήτε ακόμα και τα ονόματα εκείνων που αδικήσανε τον Ναζίμ, όμως θα αισθανθούν περηφάνεια για τον Τούρκο ποιητή που τόνομά του θα κυματίζει στην οικουμένη και θα σηκώσουνε ψηλά το κεφάλι τους.
Στη βιβλιοθήκη μου δεν έχω κανένα βιβλίο του Ναζίμ. Οι πολίσηδες χρόνια σε κάθε έρευνα του σπιτιού μου, παίρνανε τα βιβλία του και φεύγανε. Ανίσως είχα το βιβλίο του θα σου έγραφα το ποίημα που μονάχα ένας στίχος έχει μείνει στο αδύναμο μυαλό μου. Ό, τι που έμεινε στο νου μου είναι αυτό:
– Εγώ είμαι πιο μπροστά απ’ τον πατέρα μου, πιο πίσω απ’ το παιδί μου!-
Εσύ γεννήθηκες, μεγάλωσες, φώναξες απ’ τα ψηλά σ’ αυτούς που ήσανε στη γης:
– Εμένα ο πατέρας μου είναι ο πιο μεγάλος ποιητής του κόσμου!
Πέντε νομάτοι κάτσαμε στο σπίτι το δικό μας, ήπιαμε τσάι, μιλήσαμε , ακόμα και γελάσαμε ωσάν να μην είχε συμβεί τίποτα, ωσάν να μην είχαμε ακούσει τίποτα. Κουβεντιάζαμε ολοένα για το θάνατό του σαν να μην είχε πεθάνει ο ίδιος. Ανάμεσά μας νοιώθαμε τη θέληση να στηριχτούμε ο ένας στον άλλο. Ανίσως δεν υπήρχε η απαγόρευση της κυκλοφορίας στους δρόμους απ’ τις μία τα μεσάνυχτα, από μέρους της Στρατιωτικής Διοίκησης, θα κουβεντιάζαμε έτσι ίσαμε το πρωί και θα στηριζόμαστε ο ένας στον άλλο.
Ακούσαμε απ’ το ραδιόφωνο τα νέα του πρακτορείου μπας και υπήρχε τίποτα για το χαμό του: Όχι, ο Ναζίμ δεν υπήρχε στο ραδιόφωνο.
Καρτερούσα να φύγουνε οι επισκέπτες να μείνω μόνος για να συλλογιστώ το Ναζίμ. Όταν φύγανε οι επισκέπτες έβαλα μπροστά μου τις δυο φωτογραφίες του πατέρα σου που είχα. Η μια ήτανε που έβγαλε στη Μόσχα το 1953, η άλλη δέκα χρόνια κατόπι βγαλμένη στη Ρώμη στα 1963 και δημοσιευμένη στο ιταλικό περιοδικό Epoca.
Αφότου ο Ναζίμ έφυγε απ’ την Πόλη ακούγαμε πως μέρα με τη μέρα καρδάμωνε πιο πολύ και χαιρόμασταν. Το ίδιο ήτανε και οι φωτογραφίες του. Στη φωτογραφία που έβγαλε στην Ιταλία φαινόταν ακόμα πιο υγιής, και πιο νέος απότι ήτανε στη φωτογραφία πριν από δέκα χρόνια. Στην πραγματικότητα εμείς δεν πιστεύαμε στο καρδάμωμα αυτό και πασκίζαμε να δείχνουμε πως το πιστεύουμε για να παρηγορήσουμε τον εαυτό μας. Ένας φίλος μας στην Ευρώπη, σ’ ένα γράμμα του που τόχε στείλει χρόνια πριν έγραφε για το Ναζίμ: « Σαν ένα θεόρατο πλατάνι που σώνει ολοένα από μέσα του, μια μέρα θα σωριαστεί ξαφνικά. Και μια μέρα το θεόρατο πλατάνι σωριάστηκε».
Κάθε φορά που θωρώ τη φωτογραφία που έβγαλε στη Μόσχα, συγκινούμαι, αναστενάζω. Στη φωτογραφία στον τοίχο του δωματίου του που ακουμπάει, είχε βάλει μια μικρούλικη σημαία Τούρκικη, να μια απ’ εκείνες τις χάρτινες σημαιούλες που στις μεγάλες γιορτές τα μαθητούδια κρατάνε στα χέρια τους…Είναι καταφάνερο πως θωρεί τη μικρή σημαιούλα και πασχίζει να καταλαγιάσει τη νοσταλγία της πατρίδας…Τι πολλά πράγματα μού έμειναν από τούτη τη σημαιούλα…
Ο Ναζίμ  κείνη τη σημαία όλο και τη μεγαλύνει στην οικουμένη, την πλαταίνει και την κυματίζει.
Τρεις μέρες πριν να μάθουμε το χαμό του είχαμε μαζωχτεί σ’ ένα φιλικό σπίτι και διαβάζαμε τα ποιήματα και κουβεντιάζαμε πάλι για κείνονε. Τώρα το σκέφτομαι και βρίσκω πως σε κείνη τη συζήτησή μας δεν αδίκησα μονάχα το Ναζίμ, μα του φέρθηκα σκληρά. Εμείς, τους τεχνίτες του ύψους του Ναζίμ, με το δίκιο απ’ τη μια μεριά, θέλουμε να τους δούμε και να τους επιδείξουμε σαν έναν οποιονδήποτε άνθρωπο, κι απ’ την άλλη όμως πάλι με το δίκιο, μια και δεν είναι ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος, δεν τους δίνουμε  το δικαίωμα να ζήσουν ατομικά, πράγμα που το αναγνωρίζουμε στον οποιονδήποτε άνθρωπο. Εγώ ήμουνα ανελέητος που δεν αναγνώριζα στους ανθρώπους που τάξανε όλη τη ζωή τους, το έχει τους στο λαό, στους ανθρώπους να ζήσουνε όξω απ’ αυτό μιαν ατομική ζωή…Από πού έβρισκα το δικαίωμα εγώ; Η γενιά η δική μας διαβάζοντας τα ποιήματά του τράφηκε και μεγάλωσε. Στο πλάσιμο του εαυτού μου υπάρχει μεγάλη επιρροή του Ναζίμ. Χρωστάω πολλά πολλά στο Ναζίμ. Με τα ποιήματά του στην αρχή μάς επηρέασε συναισθηματικά, πρώτα τον ακούσαμε, κατόπι αρχίσαμε να τον σκεφτόμαστε…
Ένα μέρος από μας που είχε υποστεί την επίδραση του Ναζίμ, κιότεψε όσο εκείνος δοκίμαζε παιδεμούς, γλύστρησε, σώπασε, αποτραβήχτηκε, πισοχώρησε, όμως το άλλο μέρος μας ολοένα και απόχτησε γνώση , οξύνθηκε , ακονίστηκε…ορισμένες ενέργειές του που με δυστροπούσανε θα προερχόνταν απ’ το χρέος που του είχα, απ’ το δυνατό σεβασμό μου. Μέμο, γιε του Ναζίμ, όλα τελειώσανε, πια κανείς δε θα μπορέσει ν’ αδικήσει τον πατέρα σου, και εγώ βρίσκομαι μες στη θλίψη της σκληρότητάς μου. Μου ερχότανε ωσάν δεν επρόκειτο να πεθάνουμε ποτέ και γι’ αυτό έτσι ξεκινούσα,
Είτανε μια εποχή όπου δεν μπορούσε να γράψει στις εφημερίδες με την υπογραφή του. Με τα άρθρα που έγραφε στην εφημερίδα « Aksan » με το ψευδώνυμο Ορχάν Σελίμ έδινε τα δοκίμια της πιο όμορφης Τούρκικης γλώσσας, των πιο αληθινών στοχασμών. Ήμουν μαθητής στο Λύκειο και την εποχή εκείνη ακούγαμε ό,τι διαδιδότανε από στόμα σε στόμα…Είτανε η εποχή που ο Μουσταφά Κεμάλ πάσκιζε για τη μεταρρύθμιση της γλώσσας μας.
Ο Γαζή πασάς σε όποια σκέψη μεταρρύθμισης και αν βρισκότανε πάσκιζε να κατακτήσει τις καρδιές όλων των καλλιτεχνών και των λογοτεχνών επειδή ήθελε με τη συμμετοχή τους σ’ αυτόν τον αγώνα της προόδου να τον υποστηρίζουνε. Στο τραπέζι του Μουσταφά Κεμάλ, στο παλάτι του Ντολμά μπαχτσέ, βρισκόντουσαν όλοι οι εξέχοντες λογοτέχνες, συγγραφείς…Περασμένα μεσάνυχτα ο Μουσταφά Κεμάλ θυμήθηκε τον πιο δυναμικό ποιητή της γλώσσας μας.
– Καλέστε το Ναζίμ Χικμέτ, λέει.
Κινητοποιούνται οι πολίσηδες και περασμένα μεσάνυχτα ξυπνάν το Ναζίμ απ’ το κρεββάτι του στο Ερένκιοϊ:
– Ο Γαζή χαζιρέτλερή σάς προσκαλεί στο παλάτι, του λένε.
Αν είτανε να πιαστεί ο Ναζίμ φυσικά θα πήγαινε – σαν προσκαλεσμένος όμως;
– Σας παρακαλώ να εκφράσετε το σεβασμό μου στον πασά, απαντάει σ’ αυτούς που τον περιμένανε στην πόρτα. Τέτοια ώρα ταιριάζει να προσκαλέσει κανένα τραγουδιστή, εγώ είμαι ποιητής
Ανίσως είχανε έρθει για να τον στείλουνε εξορία ξέρανε τι θα κάμνανε. Δεν αποτόλμησε κανείς τους να μεταφέρει στον Πασά τα λόγια του Ναζίμ.
Ο Μουσταφά Κεμάλ ρώτησε και ξαναρώτησε μερικές φορές ακόμα. Καρτέρησε, περάσανε οι ώρες. Κατά τα ξημερώματα κατάλαβε μόνος του τι θα συνέβαινε και χαμογέλασε.
– Ανάμεσά σας είναι ένας ποιητής κι εκείνος δεν έρχεται εδώ, τους είπε.
Τη μεγαλωσύνη μονάχα εκείνοι που είναι μεγάλοι την καταλαβαίνουν.
Εκείνος, που κατανόησε πιο καλά το Μουσταφά Κεμάλ, εκείνος που τον έκανε τραγούδι στάθηκε ο ποιητής Ναζίμ Χικμέτ. Για να μάθει κανείς τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα μας δεν φθάνουνε μονάχα τα ιστορικά βιβλία. Σα δε διαβάσει το έπος του Ναζίμ θαπομένουν πάντοτε κάποια κενά στην κατανόηση κείνου του αγώνα.
Είτανε πριν από τρία χρόνια. Το περιοδικό «  Literary Reveiw » που κυκλοφορεί στην Αμερική ανάλαβε ναφιερώσει ένα ιδιαίτερο τεύχος για την Τουρκική Λογοτεχνία. Οι Τούρκοι διανοούμενοι που είχανε αναλάβει να διαλέξουν και να συγκεντρώσουν διηγήματα και ποιήματα δε μπορέσανε να στείλουνε στην Αμερική μήτε ποιήματα του Ναζίμ Χικμέτ, μήτε διηγήματα του Σαμπαχαττίν Αλή. Ο αμερικάνος καθηγητής διευθυντής του περιοδικού μάς έκανε την παρακάτω ερώτηση:
– Εγώ και οι συνάδελφοί μου απορήσαμε πολύ πώς ανάμεσα στα κείμενα που στείλατε δεν υπάρχει κανένα ποίημα του Ναζίμ Χικμέτ, κανένα διήγημα του Σαμπαχαττίν Αλή. Τι συμβαίνει;
Του δόθηκε η απάντηση:
– Έχοντας υπ’ όψη μας πως το περιοδικό σας θα στελνότανε  και στην Τουρκία γι’ αυτό και δεν πήραμε κανένα ποίημα του μεγάλου ποιητή μας Ναζίμ Χικμέτ και κανένα διήγημα του αντάξιου του Τούρκου διηγηματογράφου Σαμπαχαττίν Αλή.
Ήρθε η απάντηση: – Καταλάβαμε…Έχετε δίκιο…
Δεν έχουμε καθόλου δίκιο. Στο περιοδικό εκείνο, δίχως κανένα ποίημα του Ναζίμ Χικμέτ, κανένα διήγημα του Σαμπαχαττίν Αλή ντροπιαζόμαστε όλοι όσοι έχουμε την υπογραφή μας. Σε ποια δύσκολη κατάσταση βρίσκονται εκείνοι που θεν να μιλήσουνε, να διδάξουνε την Τούρκικη λογοτεχνία δίχως ν’ αναφέρουν τα ονόματά τους.
Ο Ναζίμ δεν έγραψε ποίηση, μίλησε ποίηση, γι’ αυτό και μάς έδωσε πολλή
π ο ί η σ η. Η προσφορά του αυτή αποδείχνει πως είναι ποιητής της εποχής μας. Κρατώντας αλάργα την ολότητα του έργου του, όσοι σηκωθήκανε να μελετήσουνε ένα οποιοδήποτε που έπεσε στα χέρια τους απ’ τ’ αναρίθμητα ποιήματά του, φτάσανε σε λανθασμένα συμπεράσματα, γελαστήκανε. Εγώ, επειδή είμαι μαζί με τον Ναζίμ ένα α΄τομο της ίδιας γης, όντας συμπατριώτης του και άνθρωπος της ίδιας εποχής μαζί με κείνον συντροφικά αναπνέω τον αγέρα αυτής χώρας, νοιώθω περηφάνεια.
Για τελευταία φορά τον είχα δει σε μια κάμαρα του νοσοκομείου Τζερράχ – πασά. Ήτανε οι μέρες που είχε κάμει απεργία πείνας. Ο γιατρός που με είχε αφήσει με ειδική άδεια, μου είχε πει να μην μιλήσω πολλήν ώρα γιατί θα κουραζόταν πολύ να μιλήσει εξαιτίας της πολυήμερης απεργίας του. Ωστόσο πήγα κοντά του στεναχωρημένος και απελπισμένος και τον αποχωρίστηκα γιομάτος χαρά κι ελπίδες…Είτανε ευδιάθετος ωσάν να μην είτανε εκείνος νηστικός τόσες μέρες.
Μέμο, γιε του Ναζίμ, ανίσως σήμερα, όπως οι φοβιτσάρηδες μες στο σκότος και την ερημία φωνάζοντας λένε τραγούδια, δε μπορούμε να εξωτερικεύσουμε την αγάπη μας και το σεβασμό μας στο Ναζίμ, συτό προέρχεται μονάχα απ’ το φόβο.
Είναι πολύς καιρός που δεν έχω καμμιά θέση. Οι εφημερίδες και τα περιοδικά πάλι κλείσανε τις πόρτες τους σε μένα.
Αγαπημένε Μέμο, γράφω για σένα αν κι έπρεπε να γράψω για το Ναζίμ. Το γράμμα μου αυτό όταν θα μεγαλώσεις πιο πολύ, πάλι να το διαβάσεις σε παρακαλώ.
Να τέλεψα το γράμμα μου. Θα ματαρχίσω να συνεχίζω το θεατρικό έργο μου απ’ εκεί που το έχω αφημένο, ωσάν να μην είχε συμβεί τίποτα, ωσάν να μην έχει πεθάνει ο Ναζίμ…
Σε φιλώ στα μάτια αγαπημένε μου Μέμο!
                                                                                                              ΑΖΙΖ ΝΕΣΙΝ
nazim1
( Έχει διατηρηθεί η ορθογραφία και η σύνταξη του κειμένου)

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

Για τα χέρια σας και για την ψευτιά

Τα χέρια σας σοβαρά σαν τις πέτρες
θλιμμένα σαν εκείνα τα τραγούδια
                         που τραγουδάν στη φυλακή
βαριά, χοντροκομμένα σάμπως ζώα για χαμαλίκι
τα χέρια σας που μοιάζουν μανιασμένα πρόσωπα
                       πεινασμένων παιδιών!

Τα χέρια σας ανάλαφρα, επιδέξια σαν τις μέλισσες
ολόγιομα σάμπως μαστοί ξέχειλοι γάλα
ατρόμητα καθώς η φύση
τα χέρια σας που κάτω απ' το σκληρό πετσί τους
                φυλάνε πάντα τη στοργή και τη φιλία.

Και βέβαια που δε στέκεται ο πλανήτης μας
σ' ενός βοδιού τα κέρατα,
ανάμεσα στα χέρια σας κρατιέται.

Α, οι άνθρωποι, οι δικοί μας άνθρωποι,
Με ψέματα σάς ταΐζουνε όταν εσείς πεινάτε
κ' έχετε χρεία από ψωμί και κρέας.
Αφήνετε τούτον τον κόσμο
                που τα κλαδιά του με καρπούς είναι κατάφορτα
δίχως να κάτσετε ούτε μια φορά να φάτε
            απάνου σ' ένα παστρικό τραπεζομάντηλο.

Α, οι άνθρωποι, οι δικοί μας άνθρωποι, 
                  πιότερο εκείνοι της Ασίας, της Αφρικής
                  της μέσης, της εγγύς Ανατολής
                  και των νησιών του Ειρηνικού
                  και τούτοι της δικιάς μου χώρας
πιότεροι δηλαδή από τα εβδομήντα στα εκατό
είσαστε κοιμισμένοι, είσαστε γέροι....
Είστε περίεργοι, είστε νέοι καθώς τα χέρια σας...

Α, οι άνθρωποι, οι δικοί μας άνθρωποι - 
εσύ αδερφέ μου της Ευρώπης, της Αμερικής
συ πούσαι σβέλτος, πούσαι θαρρετός
           κ' είσαι όλος χαυνωμένος σαν τα χέρια σου
            σου λένε ψέματα, σε βάζουν στο ντορό τους...

            Α, οι άνθρωποι, οι δικοί μας άνθρωποι-
            αν ψεύδονται οι κεραίες
            αν ψεύδεται η περιστροφή της γης
            αν ψεύδονται και τα βιβλία
            αν ψεύδονται οι αφίσες, τ' ανακοινωθέντα
                                  πάνου στην κολώνα
            αν ψεύδονται και πάνου στην οθόνη
                                    των κοριτσιών τα γυμνά πόδια
            αν ψεύδεται κ' η προσευχή
            αν ψεύδεται και το νανούρισμα 
            αν ψεύδεται και τ' όνειρο
            αν ψεύδεται στο καμπαρέ κι ο βιολιστής
            αν ψεύδεται το φεγγαρόφωτο
                                 μες στις απελπισμένες νύχτες
            αν ψεύδεται κι ο λόγος 
            αν ψεύδεται το χρώμα
            αν ψεύδεται η φωνή
            αν ψεύδεται κι αυτός που εκμεταλλεύεται τα χέρια σας
            αν ψεύδονται όλοι κι όλα
            εξόν από τα χέρια σας
            είναι για νάναι υπάκουα σαν τον πηλό τα χέρια σας
                             νάναι τυφλά σαν τα σκοτάδια
                             νάναι κουτά σαν τα μαντρόσκυλα
            για να μην εξεγείρονται τα χέρια σας 
            για να μην πάρει τέλος τούτη η αδικία
                               τ' όνειρο κάθε εμπόρου
                                μέσα σε τούτονε τον κόσμο το θνητό
                                μέσα σε τούτονε τον κόσμο
                                που θάτανε τόσο όμορφο να ζούμε.


Ναζίμ Χικμέτ, Ποιήματα. Πρόλογος και απόδοση Γιάννη Ρίτσου , Κέδρος 2006 , 22η έκδοση
Ο μεγάλος Τούρκος ποιητής γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 15 Ιανουαρίου 1902
    
      

Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2013

Μες στον ιδρώτα και στο αίμα

                                             «Μπετατζής», έργο του Δ. Διαμαντόπουλου

Τραγουδάνε οι χτίστες
Να χτίζεις μη θαρρείς πούναι να τραγουδάς ένα τραγούδι
Είναι μια υπόθεση
κάπως πιο δύσκολη
Των οικοδόμων η καρδιά είναι σα μια πλατεία για γιορτές
Λαμποκοπάει
Μα η σκαλωσιά δεν είναι μια πλατεία για γιορτές
Εκεί ΄ναι λάσπη κι άνεμος και χιόνι,
Τα χέρια που ματώνουν,
Εκεί δεν είναι πάντα φρέσκο το ψωμί
Πάντα ο καφές ζεστός δεν είναι
Κάποτες λείπει η ζάχαρη
Όλοι οι ανθρώποι εδώ δεν είναι κ ΄ήρωες
Και πάντοτες πιστοί δεν είναι οι φίλοι.

Να χτίζεις μη θαρρείς πούναι να τραγουδάς ένα τραγούδι 
Μα είναι λεβέντες όλο πείσμα οι χτίστες
Κ΄η οικοδομή ανεβαίνει, μ΄έφοδο τον ουρανό κυριεύει
Ψηλά και πιο ψηλά, πάντα ψηλότερα.
Στο πρώτο κιόλας πάτωμα
Αράδιασαν τις γλάστρες τα λουλούδια
Και πάνου στα φτερά τους τα πουλιά
Τον ήλιο φέρνουνε στο πρώτο μπαλκονάκι
Μέσα σε κάθε τούβλο μια καρδιά χτυπάει
Κ΄η οικοδομή ανεβαίνει και ψηλώνει
Ψηλώνει μες στον ιδρώτα και στο αίμα. 

Μόσχα, 1955

Ναζίμ Χικμέτ, Ποιήματα , Πρόλογος και Απόδοση Γιάννη Ρίτσου, Κέδρος 2006, 22η έκδοση
( Στους οικοδόμους της ζωής μου)