Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μανόλης Αναγνωστάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μανόλης Αναγνωστάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 24 Μαρτίου 2020

Η αγάπη είναι ο φόβος…


Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους.
Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυα
Όταν μαζί τους πεθάνανε σε μιαν οικτρή παραμόρφωση
Τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων

Και τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;
Ξέρει να σφίξει γερά εκεί που ο λογισμός μάς ξεγελά
Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε
Σα μιαν εκζήτηση παράλογη πέρα από κάθε νόημα;
(Κι αυτοί γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρίς στο μυαλό μια ρυτίδα

Βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους που μεγάλωσαν
Πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας
Διαβάζουνε κάθε πρωί την εποποιία της καθημερινότητας).
Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατί έτσι νικούμε τη ζωή
Ή γιατί έτσι φτύνουμε ένα ένα τα τιποτένια ομοιώματα

Και μια στιγμή στο στεγνωμένο νου τους περνά μιαν ηλιαχτίδα
Κάτι σα μια θαμπήν ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας.
Φτάνουνε μέρες που δεν έχεις πια τι να λογαριάσεις
Συμβάντα ερωτικά και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις
Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ’ όνομά σου

Απλές προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα
Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις
Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια είναι πιο προσιτή από την τύψη.
Μα ποιος θα ’ρθει να κρατήσει την ορμή μιας μπόρας που πέφτει;
Ποιος θα μετρήσει μια μια τις σταγόνες πριν σβήσουν στο χώμα

Πριν γίνουν ένα με τη λάσπη σαν τις φωνές των ποιητών;
Επαίτες μιας άλλης ζωής της Στιγμής λιποτάχτες
Ζητούνε μια νύχτα απρόσιτη τα σάπια τους όνειρα.

Γιατί η σιωπή μας είναι ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο.

                                                                 Μανόλης Αναγνωστάκης, Εποχές 3 (1951)

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2020

Μανόλης Αναγνωστάκης : Σκυφτοί περάσανε...


Σκυφτοί περάσανε…
Σκυφτοί περάσανε και φύγανε, δειλοί, μ’ έναν ίσκιο στα μάτια
Ούτε ένα μαντίλι ανεμίσανε —ξέραμε το χαιρετισμό τους—
Η σκόνη μπήκε στα σπίτια μας από τα πέταλα των αλόγων
Φτάνουνε τόσο μικρές οι εποχές που δεν έχουν τον καιρό να φωτίσουν τη σιωπή μας.

Είναι που όλοι οι χειμώνες περάσανε και διαβαστήκαν όλα τα βιβλία
Σαν τις διαβατικές γυναίκες που παραλλάζουνε τ’ όνομα.
Εμείς πιστεύουμε εκεί που ένας άλλος θα τ’ απόδιωχνε σαν ένα όνειρο κακό
Σα μια νεροποντή που τον βρήκε στη μέση του κάμπου
Σα μια φρικτή περιπέτεια που ξεβιδώνει το λογικό του

Η μνήμη τους είναι το πόδι που νοσταλγεί ο ανάπηρος
Είναι η σπασμένη θερμάστρα στο γεναριάτικο δωμάτιο
Είναι τα φύλλα που στοιβάζονται και ξεθωριάζουν στο συρτάρι.
Ακούοντας τα παιδιά να τραγουδούν στο δρόμο ξένοιαστα
Σκεφτόμουν αν αυτό στ’ αλήθεια είναι η προϋπόθεση της γαλήνης

Μιας κάποιας ανάπαυλας με μόνη την ευθύνη της αδιαφορίας
Ή μήπως όταν οι στρατιώτες επιστρέφουνε με τελευταίαν ελπίδα
Ένα λευκό σεντόνι χωρίς αίμα, όταν ο ταξιδιώτης
Ακούει τα μακρυσμένα βήματα του γέρικου πιστού του σκύλου.
Όμως μια μέρα φτάνουν όλα χωρίς την αρμονία της διαλογής

Δεν προφταίνουμε ν’ αγαπήσουμε έναν άνθρωπο κι ύστερα τον χάνουμε
Πεθαίνει μια μέρα και μαθαίνεις το θάνατό του απ’ τις εφημερίδες
Φεύγει —«τέλειωσαν όλα»— κι εσύ δεν έχεις ακόμα γνωρίσει την αρχή
Ψάχνεις μια θύμηση μαζί του (…το τελευταίο βράδυ που βρεθήκαμε στο καφενείο Φ…)
Δεν ξέρεις ποια ζωή σ’ αξίζει και ταξιδεύεις άσκοπα.

Α! πώς ψεύτισαν όλα! Αφήσανε στους δρόμους τα χαλάσματα δεν τα προσέχει πια κανείς
Σέρνονται τα παιδιά ξυπόλυτα ούτε που τα γνωρίζουν οι μανάδες
Στους τάφους τα λουλούδια μαραθήκανε και τα σαπίζει η βροχή
Τα σπίτια χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Δείχνουνε τις πληγές στα στήθια τους και ζητιανεύουν τα κορίτσια

Τα κάρα βούλιαξαν στη λάσπη και πεθάναν οι αμαξάδες
Κι οι μαστροποί ποιητές βουβοί τρέμαν τις νύχτες στα κατώφλια.
Μια μέρα φτάνουν όλα χωρίς την αρμονία της διαλογής
Αξίζει τέλος να σταθείς τύψη με τύψη
—Και, Θε μου, πόσος λυρισμός μέσα στο ανέκφραστο

Κι είχα μέσα μου ακόμα τόσες εικόνες που ζητούσα
Φυλαχτά τόσων πολύτιμων κρυφών αναδρομών—
Δεν το ’ξερα πως ήμουν πλασμένος νά ’ρθω μια μέρα
Πίσω στα σκονισμένα μονοπάτια να κοιτάξω κατάματα
Τη φλεγόμενη πόλη τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους

Να κλάψω κι εγώ για τους ανθρώπους που δε γνώρισα
Για τις πικρές γυναίκες που δε φίλησα ποτέ μου
Για τα σπασμένα χέρια των παιδιών που με κλοτσούσαν
Να κάτσω στην πιο μαύρη πέτρα και να σκεπάσω
Το μαραμένο μου πρόσωπο με λιπόσαρκα χέρια

Να μάθω ξένα ονόματα και ξένες προσευχές
Να κρατήσω σφιχτά στα χέρια μου λίγο χώμα θυσίας.
(Πώς θα ζήσουμε με μια κατάμαυρη σκιά στη θύμηση επάνω;
Πώς θα κοιμίσουμε τα είκοσι χρόνια μας στη θάλασσα της λησμονιάς;)
Άκουγα πάλι τη φωνή σου όταν γυρνούσα χτες από το πληκτικό νοσοκομείο

Ανάμεσα στα βρόμικα πανιά και στα νερά τα μουχλιασμένα
Πλήθος ενέδρες της ζωής παραμονεύουν την πτώση σου
Τα ξίφη διασταυρώνονται σε ματωμένες αστραπές
Ο θάνατος είναι κι αυτός μια περασμένη αφήγηση
Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει.

«Με μια κατάμαυρη σκιά…». Κι εγώ σκεφτόμουν
Πεδιάδες με μαύρα άλογα και πλοία λευκά στη θάλασσα
Κι εγώ σκεφτόμουν μια φευγαλέα μορφή που μου ’χε γνέψει
Δεν ξέρω αν σ’ ένα χαμένο μου όνειρο ή στα παιδικά μου χρόνια.

Μανόλης Αναγνωστάκης 

Πέμπτη 10 Μαρτίου 2016

Επιτύμβιον


Πέθανες- κι έγινες και συ: ο καλός,
O λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.
Tριάντα έξη στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι 
                                    αντιπροέδρων,
Eφτά ψηφίσματα για τις υπέροχες υπηρεσίες που 
                                    προσέφερες.

A, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο τόξερα τί κάθαρμα ήσουν,
Tί κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα
Kοιμού εν ειρήνη, δεν θα 'ρθώ την ησυχία σου να ταράξω.
(Eγώ, μια ολόκληρη ζωή μες στη σιωπή θα την εξαγοράσω
Πολύ ακριβά κι όχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο.)
Kοιμού εν ειρήνη. Ως ήσουν πάντα στη ζωή: ο καλός,
O λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.

Δε θά 'σαι ο πρώτος ούτε δα κι ο τελευταίος. 

                                            Μανόλης Αναγνωστάκης

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2015

"Άφησε τα χέρια σου αν μπορείς, να ταξιδέψουν εδώ στην κόχη του καιρού με το καράβι που άγγιξε τον ορίζοντα..."

Μέσα στον πυρετό μιας ακόμα εκλογικής μάχης , που  το αποτέλεσμα της έτσι όπως προδιαγράφεται δεν θα φέρει καμία  θετική ανατροπή για τη ζωή μας  αλλά τον πέλεκυ στα κεφάλια μας(θα μας τα πάρουν είτε ΣΥΡΙΖΑ είτε αλλιώς!) μνημονεύω τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη που έφυγε σαν σήμερα το 1971. Αν και ένας άλλος ποιητής , ο Μανώλης Αναγνωστάκης γράφει :
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Κι όχι αυταπάτες προπαντός.

Το πολύ - πολύ να τους εκλάβεις σα δυό θαμπούς
προβολείς μες στην ομίχλη
Σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν
με τη μοναδική λέξη : ζω.

" Γιατί ", όπως πολύ σωστά είπε κάποτε
 κι ο φίλος μου ο Τίτος,
" Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες
Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα".

Έστω. 
Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς.*


 Εντούτοις η ποίηση παραμένει  πάντα ένα καταφύγιο σε δύσκολους καιρούς.  Με δυο ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη "ταξιδεύουμε":


Κωνσταντίνος Μαλέας Σαντορίνη
Α' ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ

Σκύψε αν μπορείς στη θάλασσα τη σκοτεινή ξεχνώντας
τον ήχο μιας φλογέρας πάνω σε πόδια γυμνά
που πάτησαν τον ύπνο σου στην άλλη ζωή τη βυθισμένη.

Γράψε αν μπορείς στο τελευταίο σου όστρακο
τη μέρα τ' όνομα τον τόπο
και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιάξει.

Βρεθήκαμε γυμνοί πάνω στην αλαφρόπετρα
κοιτάζοντας τ' αναδυόμενα νησιά
κοιτάζοντας τα κόκκινα νησιά να βυθίζουν
στον ύπνο τους, στον ύπνο μας.
Εδώ βρεθήκαμε γυμνοί κρατώντας 
τη ζυγαριά που βάραινε κατά το μέρος
της αδικίας.

Φτέρνα της δύναμης θέληση ανίσκιωτη λογαριασμένη αγάπη
στον ήλιο του μεσημεριού σχέδια που ωριμάζουν,
δρόμος της μοίρας με το χτύπημα της νέας παλάμης στην ωμοπλάτη`
στον τόπο που σκορπίστηκε που δεν αντέχει
στον τόπο που ήταν κάποτε δικός μας
βουλιάζουν τα νησιά σκουριά και στάχτη.

Βωμοί γκρεμισμένοι
κι οι φίλοι ξεχασμένοι
φύλλα της φοινικιάς στη λάσπη.

Άφησε τα χέρια σου αν μπορείς, να ταξιδέψουν
εδώ στην κόχη του καιρού με το καράβι
που άγγιξε τον ορίζοντα.
Όταν ο κύβος χτύπησε την πλάκα
όταν η λόγχη χτύπησε το θώρακα
όταν το μάτι γνώρισε τον ξένο
και στέγνωσε η αγάπη 
μέσα σε τρύπιες ψυχές`
όταν κοιτάζεις γύρω σου και βρίσκεις
κύκλο τα πόδια θερισμένα
κύκλο τα χέρια πεθαμένα
κύκλο τα μάτια σκοτεινά`
όταν δε μένει πια ούτε να διαλέξεις
το θάνατο που γύρευες δικό σου,
ακούγοντας μια κραυγή
ακόμα και του λύκου την κραυγή, 
το δίκιο σου`
άφησε τα χέρια σου αν αν μπορείς να ταξιδέψουν
ξεκόλλησε απ' τον άπιστο καιρό
και βούλιαξε,
βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες.




Β' ΜΥΚΗΝΕΣ

Δωσ' μου τα χέρια σου, δώσ' μου τα χέρια σου,
δώσ' μου τα χέρια σου.

Είδα μέσα στη νύχτα
τη μυτερή κορυφή του βουνού
είδα τον κάμπο πέρα πλημμυρισμένο
με το φως ενός αφανέρωτου φεγγαριού
είδα, γυρίζοντας το κεφάλι
τις μαύρες πέτρες συσπειρωμένες
και τη ζωή μου τεντωμένη σα χορδή
αρχή και τέλος
η τελευταία στιγμή 
τα χέρια μου.

Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες`
τούτες τις πέτρες τις εσήκωσα όσο βάσταξα
τούτες τις πέτρες τις αγάπησα όσο βάσταξα
τούτες τις πέτρες, τη μοίρα μου.
Πληγωμένος από το δικό μου χώμα
τυραννισμένος από το δικό μου πουκάμισο
καταδικασμένος απ' τους δικούς μου θεούς,
τούτες τις πέτρες.

Ξέρω πως δεν ξέρουν, αλλά εγώ
που ακολούθησα τόσες φορές 
το δρόμο απ' το φονιά στο σκοτωμένο
απ' το σκοτωμένο στην πληρωμή
κι από την πληρωμή στον άλλο φόνο,
ψηλαφώντας
την ανεξάντλητη πορφύρα
το βράδυ εκείνο του γυρισμού
που άρχισαν να σφυρίζουν οι Σεμνές
στο λιγοστό χορτάρι -
είδα τα φίδια σταυρωτά με τις οχιές
πλεγμένα πάνω στην κακή γενιά
τη μοίρα μας

Φωνές από την πέτρα από τον ύπνο
βαθύτερες εδώ που ο κόσμος σκοτεινιάζει,
μνήμη του μόχθου ριζωμένη στο ρυθμό
που χτύπησε τη γης με πόδια
λησμονημένα.
Σώματα βυθισμένα στα θεμέλια
του άλλου καιρού, γυμνά. Μάτια
προσηλωμένα προσηλωμένα, σ' ένα σημάδι
που όσο κι αν θέλεις δεν το ξεχωρίζεις`
η ψυχή
που μάχεται για να γίνει ψυχή σου.

Μήτε κι η σιωπή είναι πια δική σου
εδώ που σταματήσαν οι μυλόπετρες.
                                Οχτώβρης 1935
Γιώργος Σεφέρης, Γυμνοπαιδίαι, Ποιήματα, Ίκαρος 2014 , νέα έκδοση

*Μανόλης Αναγνωστάκης  Τα Ποιήματα(1941 - 1971), Νεφέλη, Αθήνα 2000






Παρασκευή 3 Ιουλίου 2015

Χωρίς σχόλιο. (Δύο ποιήματα του Μανόλη Αναγνωστάκη)

Γιάννης Γαΐτης , Άνθρωποι
Ο ΣΤΟΧΟΣ

Το θέμα είναι τ ώ ρ α  τι λες
Καλά φάγαμε καλά ήπιαμε
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ
Μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας


Το θέμα είναι τ ώ ρ α  τι λες.

H ΑΠΟΦΑΣΗ


Είστε υπέρ ή κατά;
Έστω απαντήστε μ’ ένα ναι ή μ’ ένα όχι.
Το έχετε το πρόβλημα σκεφτεί
Πιστεύω ασφαλώς πως σας βασάνισε
Τα πάντα βασανίζουν στη ζωή
Παιδιά γυναίκες έντομα
Βλαβερά φυτά χαμένες ώρες
Δύσκολα πάθη χαλασμένα δόντια
Μέτρια φιλμ. Κι αυτό σας βασάνισε ασφαλώς.
Μιλάτε υπεύθυνα λοιπόν. Έστω με ναι ή όχι.
Σ’ εσάς ανήκει η απόφαση.
Δε σας ζητούμε φυσικά να πάψετε
Τις ασχολίες σας να διακόψετε τη ζωή σας
Τις προσφιλείς εφημερίδες σας τις συζητήσεις
Στο κουρείο τις Κυριακές σας στα γήπεδα.
Μια λέξη μόνο. Εμπρός λοιπόν:
Είστε υπέρ ή κατά;
Σκεφθείτε το καλά. Θα περιμένω


Μανόλης Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα (1941 -1971), Νεφέλη, Αθήνα 2000

Επιμέλεια: ofisofi// atexnos

Τρίτη 23 Ιουνίου 2015

Μίκης Θεοδωράκης - Μανόλης Αναγνωστάκης


Μίκης Θεοδωράκης 90 χρόνια από τη γέννησή του.
Μανόλης Αναγνωστάκης 10 χρόνια από το θάνατό του.

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015

Να πιει ο «κομαντάντε», να ξεδιψάσει… (Μια αληθινή ιστορία)


Γράφει ο Οικοδόμος // atexnos

 (Η ιστορία είναι αληθινή. Μόνο τα ονόματα άλλαξα.)
Μερικές φορές από το τίποτα σχεδόν ξεπηδούν στη μνήμη εικόνες που ανασυνθέτουν παλιά περιστατικά, παραμερισμένα στις σκοτεινές σήραγγες της ανελέητης καθημερινότητας. Φτάνει μια αφορμή, ένας ήχος, μια μυρωδιά, ένα πρόσωπο που μοιάζει με κάποιο άλλο, δυο λόγια κάποιου φίλου και σηκώνονται τότε τα κασμαδάκια της λήθης και σκάβουν τη φλέβα της ψυχής και βγάζουν στο φως κάποια απ’ όσα η ζωή αποθήκευσε εκεί με τα χρόνια. Θύμησες, έγνοιες, αγωνίες, φόβους, όνειρα, κατάρες… Ή μια γλυκόπικρη ιστορία από κείνες που μπορεί να συμβαίνουν δίπλα μας κάθε στιγμή και να μη τις «διαβάσουμε» ποτέ. Που αν τύχει όμως και τις «διαβάσουμε» μάς γεμίζουν με συναισθήματα που μόνο ο άνθρωπος έχει το προνόμιο να αισθανθεί.

*****
Πριν από χρόνια, σε μια ξακουστή γειτονιά της Αθήνας, στην ανακαίνιση μιας μεγάλης μονοκατοικίας ―από κείνες τις παλιές, τις πέτρινες, με καταπράσινη αυλή μπροστά και πίσω― γνώρισα τον Ανέστη. Η μονοκατοικία ήταν το πατρικό του σπίτι. Ένα χρόνο νωρίτερα είχε πεθάνει η μάνα του (ο πατέρας του είχε «φύγει» από χρόνια) και το ακίνητο έμεινε σ’ αυτόν και τ’ άλλα δυο αδέλφια του. Αποκατεστημένα στη ζωή τους, εκείνα, με δικές τους οικογένειες και καλές δουλειές· είχανε κάνει δηλαδή «προκοπή». Απ’ όταν έφυγαν οι γέροι η μονοκατοικία έμεινε κλειστή. Είχε φτάσει η ώρα να την ανακατασκευάσουν, να γκρεμίσουν τα εσωτερικά χωρίσματα και να τη χωρίσουν σε τρία μικρότερα διαμερίσματα.
Ο Ανέστης ήταν ο μικρότερος από τους τρεις κληρονόμους. Πρέπει να είχε πατήσει τα 45. Ανύπαντρος, δούλευε σε ένα κεντρικό βιβλιοπωλείο. Του άρεσε να χορεύει. Ήταν μέλος ενός γνωστού συγκροτήματος παραδοσιακών χορών και ταξίδευε σε διάφορα μέρη του κόσμου για να χορέψει. Ο Ανέστης αγαπούσε με πάθος την ποίηση και τα τρένα.
Στην πίσω πλευρά του οικοπέδου της μονοκατοικίας υπήρχε μια μεγάλη αυλή ―μεγαλύτερη από τη μπροστινή― και στη μια άκρη της, εκεί που έσμιγε η νότια με τη δυτική περίφραξη, ακουμπούσε ένα μικρό σπιτάκι (σαν αυτά που λένε «του κήπου») σκεπασμένο με ξύλινη στέγη και κεραμίδια. Εκεί μέσα κατέφευγε ο Ανέστης κάθε που γύριζε από τη δουλειά ή το χορό και όταν έπρεπε να αποχωριστεί τη μεγάλη του αγάπη, την ερασιτεχνική ενασχόληση με το σιδηρόδρομο. Το σπιτάκι ήταν μια καμαρούλα όλη κι όλη με μια μεγάλη ξύλινη βιβλιοθήκη γαντζωμένη στον ένα τοίχο, φορτωμένη εκατοντάδες βιβλία ―κυρίως λογοτεχνικά― και πολλά περιοδικά και άλλα εγχειρίδια που είχαν αντικείμενό τους τα τρένα.
Όταν τον πρωτοείδα δεν του έδωσα μεγάλη σημασία ― δεν ήξερα καν ότι ήταν ιδιοκτήτης. Μέσα στη σκόνη από την κατεδάφιση των παλιών ντουβαριών και τη φούρια να οργανωθεί η δουλειά, ώστε ο καθένας να αναλάβει το πόστο του και να ρολάρει το συνεργείο, το μόνο που πρόσεξα ήταν ότι μιλούσε χαμηλόφωνα.
Όταν δε δούλευε πρωινός τις περισσότερες ώρες του τις περνούσε μαζί μας. Έμπαινε πρώτα στο γιαπί και καλημέριζε όλους τους εργάτες, τον καθένα ξεχωριστά. Μετά πήγαινε στο σπιτάκι «του κήπου», έφτιαχνε καφέδες και μάς τους πρόσφερε μαζί με μπισκότα ή κουλουράκια που αγόραζε από το γειτονικό φούρνο. Στη συνέχεια ερχόταν και στεκόταν δίπλα εκεί που έχτιζα και μιλούσαμε. Μου έκανε αρνητική εντύπωση που στην αρχή απόφευγε να με κοιτάξει στα μάτια. Έδειχνε μια ανεξήγητη συστολή· στεκόταν κουμπωμένος και παρόλο που ήταν σχετικά ομιλητικός, ο χαμηλός τόνος της φωνής του πρόσθετε πόντους στο μυστήριο που γεννούσε η παρουσία του κι εκείνο το μόνιμο σχεδόν μειδίαμα του προσώπου του.
Μια μέρα τον ρώτησα ―αν και, χωρίς να έχω ξεδιαλύνει το λόγο, ήμουν σχεδόν βέβαιος για την απάντηση― αν είναι και αυτός παντρεμένος όπως τα αδέρφια του. Μου απάντησε αρνητικά. Τότε τον ρώτησα αν έχει κάποιο δεσμό. Μου απάντησε, κοκκινίζοντας, με τρόπο που έδειχνε άνθρωπο με χαμηλή αυτοπεποίθηση, και που η αγάπη του για τη γυναίκα δεν έχει σχέση με τα «συνηθισμένα» πρότυπα και παραστάσεις που μάς επιβλήθηκαν. Αν και πέρασαν από τότε αρκετά χρόνια, ακόμα δεν έχω καταλάβει αν αγαπούσε περισσότερο τη γυναίκα, την ποίηση ή τα τρένα.
Τις επόμενες δυο τρεις μέρες οι συζητήσεις μας επεχτάθηκαν και σε άλλα ζητήματα, και με χαρά ανακαλύπταμε και οι δυο ότι είχαμε κοινές απόψεις στα περισσότερα. Ένιωσα ότι κέρδιζα την εκτίμησή του και ίσως την εμπιστοσύνη του, αν και ο χρόνος της γνωριμίας μας δεν ξεπερνούσε τις λίγες μέρες. Και εγώ όμως ένιωθα καλά κοντά του, σα να είμαστε φίλοι χρόνια.
Τα χέρια του Ανέστη «έπιαναν». Έξω από το μικρό σπιτάκι «του κήπου» είχε κατασκευάσει μια λιμνούλα αρκετών τετραγωνικών μέτρων με βάση από βαμμένο γαλάζιο τσιμέντο και φώτα μέσα στο νερό για να φωτίζεται τα βράδια. Απλωνόταν σε περισσότερα του ενός επίπεδα, σχημάτιζε μικρούς όρμους και κατάφυτα «ακρωτήρια» και στα σημεία όπου στένευε από πάνω της περνούσαν ξύλινα γεφύρια, ενώ σε μια άκρη της δέσποζε ένας φάρος που ο Ανέστης σκάρωσε με ξύλο και σοβά και που τις νύχτες αναβόσβηνε σα να ’θελε κάπου να στείλει τα σινιάλα του. Ολόκληρη την αυλή διέσχιζαν ράγες σιδηρόδρομου. Κανονικές σιδερένιες ράγες που τις χώριζαν 40-50 εκατοστά κενό. Πάνω στις ράγες διάβαινε ένα τρένο το οποίο το είχε συναρμολογήσει ο Ανέστης με τα χέρια του, όπως και τις ράγες, με εξοπλισμό που παράγγελνε και του έστελναν από την Αμερική. Συμβουλευόμενος το διαδίκτυο και μελετώντας ειδικά έντυπα, είχε αποχτήσει πολλές γνώσεις και είχε γίνει εξπέρ στους σιδηροδρόμους.
Οι ράγες διέσχιζαν περιμετρικά ολόκληρη την αυλή και περνούσαν φυσικά και πάνω από τη μεγαλύτερη γέφυρα της λιμνούλας. Σε τέσσερα σημεία της διαδρομής ο Ανέστης είχε κατασκευάσει σιδηροδρομικούς σταθμούς όπου έκανε στάσεις η αμαξοστοιχία του. «Κανονικούς» σταθμούς με αποβάθρες και υπόστεγα, με ρολόι και από μια σημαία ο καθένας που είχε πάνω της τη μορφή του Τσε. «Μόσχα», «Αβάνα», «Αλιέντε», «Αθήνα» η διαδρομή της αμαξοστοιχίας του Ανέστη, που μετέφερε στα βαγόνια της συμβολισμούς, όνειρα και προσδοκίες…
Στο σταθμό «Αθήνα» ένα τμήμα της ξύλινης αποβάθρας άνοιγε προς τα πάνω, όπως ανοίγει η πόρτα ενός μπαούλου. Εκεί μέσα βρισκόταν ένα μικρό σκληρό ―μάλλον ξύλινο― βαλιτσάκι δεμένο με δυο δερμάτινα λουριά. Ο Ανέστης με προέτρεψε να το ανοίξω. «Τι είναι;», τον ρώτησα. «Θα δεις».
Το πήρα στα χέρια μου γεμάτος περιέργεια και πάλευα μια με την ανυπομονησία μου και δυο με τα σφιχτοδεμένα λουριά, ή αντίστροφα. Όταν επιτέλους το άνοιξα αντίκρισα μέσα ένα βιβλίο, ένα καλοδιπλωμένο λευκό μαντήλι και ένα μικρό γυάλινο μπουκάλι μισογεμάτο με κάποιο διάφανο υγρό. «Τι είναι όλα αυτά;», τον ρώτησα γεμάτος απορία. «Ποιήματα για να διαβάσει ο κομαντάντε (Τσε) όταν θα φτάσει και θα θέλει να ξεκουραστεί, και λίγο τσίπουρο να πιει που θα ’ναι διψασμένος». «Και το μαντήλι;», ένιωσα αμέσως τα μάτια μου να γεμίζουν. «Δώρο ευγνωμοσύνης και αγνής, συντροφικής φιλίας». «Μάλλον ο κομαντάντε θα προτιμούσε “ματέ” για να πιει», του είπα χαμογελώντας, προσπαθώντας μάταια να ξεγελάσω τη συγκίνησή μου. Εκείνη τη στιγμή, μαζί με το βαλιτσάκι, ο Ανέστης είχε ανοίξει διάπλατα την καρδιά του, την τρυφερή παιδική καρδιά του και ―ένιωθα ότι― μου χάριζε ένα κομμάτι της. Σ’ εμένα, τον μέχρι πριν λίγες μέρες άγνωστο! Έκλεισα το βαλιτσάκι και το έβαλα προσεχτικά πίσω στη θέση του. Ίσως να βρίσκεται ακόμα εκεί και να περιμένει το τρένο που θα φέρει τον κομαντάντε…
Γύρισα προς τη λιμνούλα προσπαθώντας να μη γίνει αντιληπτή η συγκίνησή μου απ’ τα παιδιά του συνεργείου. Παρ’ όλο που δεν έβλεπα ένιωθα το μόνιμο μειδίαμα του Ανέστη να με καρφώνει. «Πιστεύεις στη φιλία;». Δεν θυμάμαι τι ακριβώς του απάντησα (θετικά αναμφισβήτητα) αλλά η απάντησή μου είχε να κάνει με το δόσιμο στους άλλους. «Ξέρεις τον Κ. Καρθαίο;». Δεν τον ήξερα. Άρχισε τότε να μου απαγγέλλει από μνήμης ένα ποίημα.
Δυο άνθρωποι
Είχαν αλλάξει λόγια ανεπανόρθωτα. Ωστόσο ζούνε τώρα αγαπημένοι· τόσο, που οι ίδιοι ολόκαρδα πιστεύουνε πως τίποτ’ από κείνα πια δε μένει.
Ούτ’ ένας κόμπος χιόνι στα πιο απόκρυφα της ύπαρξής τους. Φίλοι τους και ξένοι τους δείχνουν στην αγάπη για παράδειγμα. Κι όμως, συχνά, που ο ήλιος κατεβαίνει,
και, στο θαμπό το φως, το μάτι δύνεται πιο καθαρά τα όσα είναι να διακρίνει, βλέπουνε –σιωπηλοί- πως κάτι ανείπωτο, στ’ αλήθεια ανεπανόρθωτο έχει γίνει.
Νοιαζόταν να μάθει αν μου άρεσε. Του το είπα. Την επόμενη μέρα ήρθε στο γιαπί κρατώντας στα χέρια του ένα μικρό πακέτο. «Για σένα, φίλε». Άφησα το μυστρί και πήρα να σκίζω το περιτύλιγμα με την ίδια ένταση που ένιωθα όταν πάλευα ν’ ανοίξω το βαλιτσάκι. «Ώστε δεν τέλειωσαν ακόμα οι εκπλήξεις;». Τον είδα που με κοίταζε με κείνο το τόσο γνώριμο και οικείο πια μειδίαμα. Ένα βιβλίο. Στο εξώφυλλο έγραφε: «Η ΧΑΜΗΛΗ ΦΩΝΗ. Τα λυρικά μιας περασμένης εποχής στους παλιούς ρυθμούς. Μια προσωπική ανθολογία του ΜΑΝΟΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ. ΝΕΦΕΛΗ». Το άνοιξα: «Στον Οικοδόμο με ειλικρινή αισθήματα φιλίας και εκτίμησης. Ανέστης». Ήταν καλοκαίρι του 20…

*****
Η παλιά πέτρινη μονοκατοικία διαμορφώθηκε σε τρία μικρότερα διαμερίσματα. Από τότε ξαναβρεθήκαμε δυο φορές στην ίδια αυλή, μπροστά στον ίδιο «σταθμό» του τρένου. Μετά αραιά και που κανένα τηλέφωνο, ώσπου χαθήκαμε. Όμως δεν θα ξεχάσω ποτέ τη «χαμηλή φωνή» του Ανέστη. Και θα κρατάω, δώρο πολύτιμο, το κομμάτι της καρδιάς του, δίπλα στα άλλα πολύτιμα δώρα που δέχτηκα στα χρόνια που ζω.
Τη «ΧΑΜΗΛΗ ΦΩΝΗ» την άνοιξα αμέτρητες φορές. Οι σελίδες της με «πέταξαν» και σε άλλα βιβλία όπου «άκουσα» και άλλες «φωνές». Διάβασα, διαβάζω και ήθελα να μπορώ να διαβάζω πολύ περισσότερο· να ανοίγω συνεχώς νέους ορίζοντες και να κρατάω πάλλουσες εκείνες τις αρτηρίες που θα περιμένουν πάντα να σκαφτούν από τα κασμαδάκια της λήθης.
Αν ο άνθρωπος έρχεται στη ζωή για κάποιον σκοπό, αυτός δεν είναι άλλος από το να ζήσει σαν άνθρωπος· να διδαχτεί, να δημιουργήσει, να μοιραστεί, να ονειρευτεί, να ερωτευτεί, να υπερασπιστεί το καλό και το δίκιο, να πονέσει, να αγαπήσει σαν άνθρωπος. Και όταν έρθει η ώρα του, να φύγει χορτασμένος. Και να ’χει αφήσει πίσω του μια χούφτα στιγμές, καλοδιπλωμένες σαν το λευκό μαντήλι του «κομαντάντε»· γι’ αυτούς που θα μπορούν ακόμα να μιλάνε με «χαμηλή φωνή» και να καταλαβαίνονται…

(Στη μνήμη του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη που γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 9 Μάρτη του 1925).

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2015

Βενετσάνικο

 Στον παλιό της Βενετιάς δρομάκο,
σ΄ένα μαγαζί
μια ζωή περάσαμε μαζί
σε μιαν ώρα μέσα.

Φτερό είχα στο καπέλο μου και δράκο
στα στήθια ασημοκέντητο, κι εσύ
κοντέσσα
του Ζορντάνο Μαντρεπήλια
τα μαντήλια
χρώμα θαλασσί.

Ω τα κρουστά πώς ανασήκωνες μετάξια
απάνω από το πόδι το γραμμένο
μ' εκείνα σου τα χέρια που ήταν άξια
ν' αλείψουν μύρα τον εσταυρωμένο!

Μιλτιάδης Μαλακάσης


Από την προσωπική ανθολογία του Μανόλη Αναγνωστάκη, Η χαμηλή φωνή. Τα λυρικά μιας περασμένης εποχής στους παλιούς ρυθμούς, Νεφέλη 1990


Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2015

Όλα έχουν αποδελτιωθεί

Τώρα μπορεί ο καθένας να μιλά και κυρίως να γράφει
για την αγωνία της εποχής το αδιέξοδο
την απανθρωπία του αιώνα
τη χρεωκοπία των ιδεολογιών τη βαρβαρότητα της μηχανής
για δίκες για ρήγματα για φράγματα
για ενοχές για γρανάζια
όλα έχουν κωδικοποιηθεί
ταξινομηθεί
αποδελτιωθεί.

Ποίηση: Μανόλης Αναγνωστάκης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεύει ο Πέτρος Πανδής
 Το φωτογραφικό υλικό είναι από την επαίσχυντη "Συμφωνία της Βάρκιζας" και την παράδοση των τιμημένων όπλων του ΕΛΑΣ.
Επιμέλεια βίντεο: Οικοδόμος




 

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2014

Σκυφτοί περάσανε...

Σκυφτοί περάσανε και φύγανε, δειλοί, μ' ένα ίσκιο στα μάτια
Ούτε ένα μαντήλι ανεμίσανε - ξέραμε το χαιρετισμό τους -
Η σκόνη μπήκε στα σπίτια μας από τα πέταλα των αλόγων
Φτάνουνε τόσο μικρές οι εποχές που δεν έχουν τον καιρό 
να φωτίσουν τη σιωπή μας.
Είναι που όλοι οι χειμώνες περάσανε και διαβαστήκαν όλα τα βιβλία
Σαν τις διαβατικές γυναίκες που παραλλάζουνε τ' όνομα.
Εμείς πιστεύουμε εκεί που ένας άλλος θα τ' απόδιωχνε 
σαν ένα όνειρο κακό
Σα μια νεροποντή που τον βρήκε στη μέση του κάμπου
Σα μια φρικτή περιπέτεια που ξεβιδώνει το λογικό του
Η μνήμη τους είναι το πόδι που νοσταλγεί ο ανάπηρος
Είναι σπασμένη θερμάστρα στο γεναριάτικο δωμάτιο
Είναι τα φύλλα που στοιβάζονται και ξεθωριάζουν στο συρτάρι.
Ακούοντας τα παιδιά να τραγουδούν στο δρόμο ξένοιαστα
Σκεφτόμουν αν αυτό στ' αλήθεια είναι η προϋπόθεση της γαλήνης
Μιας κάποιας ανάπαυλας με μόνη την ευθύνη της αδιαφορίας
Ή μήπως όταν οι στρατιώτες επιστρέφουνε με τελευταίαν ελπίδα
Ένα λευκό σεντόνι χωρίς αίμα, όταν ο ταξιδιώτης
Ακούει τα μακρυσμένα βήματα του γέρικου πιστού του σκύλου.
Όμως μια μέρα φτάνουν όλα χωρίς την αρμονία της διαλογής
Δεν προφταίνουμε να αγαπήσουμε έναν άνθρωπο κι ύστερα τον χάνουμε
Πεθαίνει μια μέρα και μαθαίνεις το θάνατό του απ' τις εφημερίδες
Φεύγει - " τέλειωσαν όλα " - κι εσύ δεν έχεις  ακόμα γνωρίσει την αρχή
Ψάχνεις μια θύμηση μαζί του (...το τελευταίο βράδυ που βρεθήκαμε στο καφενείο Φ...)
Δεν ξέρεις ποια ζωή σ' αξίζει και ταξιδεύεις άσκοπα.
Α! πώς ψεύτισαν όλα! Αφήσανε στους δρόμους
τα χαλάσματα δεν τα προσέχει πια κανείς
Σέρνονται τα παιδιά ξυπόλυτα ούτε που τα γνωρίζουν οι μανάδες
Στους τάφους τα λουλούδια μαραθήκανε και τα σαπίζει η βροχή
Τα σπίτια χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Δείχνουνε τις πληγές στα στήθια τους και ζητιανεύουν τα κορίτσια
Τα κάρα βούλιαξαν στη λάσπη και πεθάναν οι αμαξάδες
Κι οι μαστροποί ποιητές βουβοί τρέμαν τις νύχτες στα κατώφλια
Μια μέρα φτάνουν όλα χωρίς  την αρμονία της διαλογής
Αξίζει τέλος να σταθείς τύψη με τύψη
- Και, Θε μου, πόσος λυρισμός μέσα στ' ανέκφραστο
Κι είχα μέσα μου ακόμα τόσες εικόνες που ζητούσα
Φυλαχτά τόσων πολύτιμων κρυφών αναδρομών -
Δεν το' ξερα πως ήμουν πλασμένος να' ρθω μια μέρα
Πίσω στα σκονισμένα μονοπάτια να κοιτάξω κατάματα
Τη φλεγόμενη πόλη τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
Να κλάψω κι εγώ για τους ανθρώπους που δε γνώρισα
Για τις πικρές γυναίκες που δε φίλησα ποτέ μου
Για τα σπασμένα χέρια των παιδιών που με κλωτσούσαν
Να κάτσω στην πιο μαύρη πέτρα και να σκεπάσω
Το μαραμένο μου πρόσωπο με λιπόσαρκα χέρια
Να μάθω ξένα ονόματα και ξένες προσευχές
Να κρατήσω σφιχτά στα χέρια μου λίγο χώμα θυσίας.

( Πώς θα ζήσουμε με μια κατάμαυρη σκιά στη θύμηση επάνω;
   Πώς θα κοιμήσουμε τα είκοσι χρόνια μας στη θάλασσα της λησμονιάς;)
Άκουγα πάλι τη φωνή σου όταν γυρνούσα χτες από το πληκτικό νοσοκομείο
Ανάμεσα στα βρώμικα πανιά και στα νερά τα μουχλιασμένα
Πλήθος ενέδρες της ζωής παραμονεύουν την πτώση σου
Τα ξίφη διασταυρώνονται σε ματωμένες αστραπές
Ο θάνατος είναι κι αυτός μια περασμένη αφήγηση
Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει.
" Με μια κατάμαυρη σκιά...". Κι εγώ σκεφτόμουν
Πεδιάδες με μαύρα άλογα και πλοία λευκά στη θάλασσα
Κι εγώ σκεφτόμουν μια φευγαλέα μορφή που μου' χε γνέψει
Δεν ξέρω αν σ'ένα χαμένο μου όνειρο ή στα παιδικά μου χρόνια.



Μανόλης Αναγνωστάκης , Τα Ποιήματα( 1941 - 1971), Εποχές 3, Νεφέλη , Αθήνα 2003

23 Ιουνίου του 2005 έφυγε από τη ζωή ο ποιητής και δοκιμιογράφος Μανόλης Αναγνωστάκης, από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της μεταπολεμικής γενιάς

Κυριακή 9 Μαρτίου 2014

Μανόλης Αναγνωστάκης αυτοβιογραφούμενος



Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη το 1925, το Μάρτιο, στις 9 Μαρτίου. Η οικογένειά μου κατάγεται από την Κρήτη και ήρθαν μετά τη Μικρασιατική καταστροφή. Ο πατέρας μου ήταν γιατρός. Τα παιδικά μου χρόνια υπήρξαν καλά, αρκετά καλά. Τα πρώτα βιβλία που διάβασα, πολύ μικρός, ήταν τα παιδικά του Δημητράκου και του Ελευθερουδάκη – περίφημα βιβλία της εποχής.

Μεγάλωσα όπως μεγαλώνουν όλα τα παιδιά στις αστικές οικογένειες. Η Θεσσαλονίκη τότε ήταν διαφορετική. Μικρότερη βέβαια, απλωμένη όμως, απλωμένη με πολλούς ανθρώπους διαφόρων κατηγοριών. Έλληνες, Εβραίοι, Τούρκοι, Βούλγαροι, Αρμένιοι – πολλοί. Ήταν συνονθύλευμα η Θεσσαλονίκη την εποχή εκείνη. Ζούσαμε σε μια συνοικία Εβραίων. Θυμάμαι πως δεν με παίζαν, δεν με παίζαν γιατί δεν ήμουν Εβραίος – είναι μια μορφή ρατσισμού κι αυτή.

Ο πατέρας μου ήταν γιατρός. Δεν ήταν διανοούμενος, είχε όμως μανία με το διάβασμα, μανία μεγάλη. Και ήθελε να μορφωθώ πολύ καλά, εγώ κι οι αδελφές μου. Μας έφερνε πολλά βιβλία στο σπίτι, παιδικά βέβαια. Σιγά σιγά άρχισα να διαβάζω. Περισσότερο μετά από τον πόλεμο, σε ηλικία δεκατεσσάρων, δεκαπέντε χρονών.

Τότε έγραψα και τα πρώτα μου ποιήματα. Δεν μπορώ να πω ότι με επηρέασε κανένας. Σ’ έναν θείο μου βρήκα πολλά βιβλία. Κυρίως όμως βρήκα τη Νέα Εστία. Μάλιστα, όταν αποφοίτησα από το γυμνάσιο , το  ΄42, μου χάρισε το περιοδικό δεμένο, κάτι πολύ σημαντικό για μένα. Έμενα μέρες ολόκληρες διαβάζοντας. Και μπορώ να πω ότι την ξέρω απ’ έξω τη Νέα Εστία εκείνης της εποχής` ως το ΄40, την ξέρω απ’ έξω. Ποιήματα, διηγήματα, δοκίμια, διάβαζα τα πάντα, την ξεκοκάλιζα.

Εκείνη την εποχή ασχολιόμουν με το ποδόσφαιρο πολύ, πάρα πολύ, ήμουν μανιώδης φίλαθλος. Πήγαινα τις Κυριακές, καθόμουν όλη μέρα και παρακολουθούσα. Τις προπονήσεις, τους φιλικούς αγώνες. Βοηθούσε και η νεολαία του Μεταξά τότε, η οποία μάς έδινε εισιτήρια δωρεάν και πηγαίναμε.

Έπειτα ήρθαν τα δίσεκτα χρόνια, τα χρόνια του ΄40. Το ΄40 ήμουν δεκαπεντέμισι χρονών και πήγαινα στο γυμνάσιο. Από τότε έπαψε να υπάρχει κάθε χαλινός, κάθε επίβλεψη οικογενειακή. Ήμουν όλη μέρα στους δρόμους. Όλη μέρα έτρεχα φωνάζοντας κατά της εξουσίας, γράφοντας ποιήματα συνέχεια, χαρτοπαίζοντας με τους φίλους μου. Ζούσα σε μια κατάσταση ευφορίας, ως τη μέρα που μπήκαν οι Γερμανοί. Η εποχή, δηλαδή, του ιταλικού πολέμου ήταν μια εποχή ευφορίας για μένα.

Τότε μάλιστα έγραψα και το πρώτο μου ποίημα, το οποίο έστειλα στα Νεοελληνικά Γράμματα του Φωτιάδη, το περίφημο αυτό περιοδικό της εποχής. Ο ίδιος παράλληλα ήταν υπεύθυνος σε μια εφημερίδα και το δημοσίευσε εκεί. Ήταν το «Μολών Λαβέ», το ΄40.

Αλλά το πρώτο μου ποίημα σε λογοτεχνικό περιοδικό ήταν το «1870-1942». Δημοσιεύτηκε το ΄42, όταν ήμουν ακόμη μαθητής, στα Πειραϊκά Γράμματα. Το΄βλεπα στην τάξη και καμάρωνα, ένιωθα ποιητής. Γιατί στο ίδιο τεύχος υπήρχαν ποιήματα του Παλαμά, του Ρήγα Γκόλφη, του Τέλλου Άγρα. Θεωρούσα τον εαυτό μου ποιητή.

Μπήκα στην ΕΠΟΝ τέλη του  ΄42, τότε τελείωσα το γυμνάσιο. Το γυμνάσιο, το τελείωσα μικρός γιατί πήγα πρόωρα στο σχολείο. Τότε , για έναν χρόνο, στο Πειραματικό, είχα καθηγητή τον Θέμελη. Όλ’ αυτά τα γράφω στο βιβλίο που τύπωσα ως Μανούσος Φάσσης.

Τα πρώτα χρόνια της Κατοχής ήταν πολύ δύσκολα. Πέρασα πολύ άσχημα. Μετά το ΄42 , η πείνα μεγάλη. Τον χειμώνα του ΄42 μπήκα στο πανεπιστήμιο, και μάλιστα γράφτηκα στα Φυσικά. Τότε άρχισα να ανακατεύομαι με τις φοιτητικές οργανώσεις. Δόθηκα πραγματικά ψυχή τε και σώματι στην ΕΠΟΝ  και στο ΕΑΜ, που ήταν νεοσύστατο τότε. Εκεί άνοιξαν οι ορίζοντές μου. Έκανα φίλους, τους περισσότερους φίλους τούς γνώρισα εκεί, χωρίς να χάνονται οι παλιοί, ο Τάσης Κύρου, ο Φωτιάδης – όλοι εκείνης της εποχής.

Ήταν τα ωραιότερα χρόνια της ζωής μου. Αυτό το λέω τώρα και απορούνε μερικοί. Τα ωραιότερα χρόνια, τα πιο έντονα, τα πιο δημιουργικά. Ουσιαστικά ήταν τρία χρόνια μόνο. Ήταν τα ωραιότερα όμως. Με τους κινδύνους, με τις διασκεδάσεις. Δεν ήξερες το βράδυ τι θα σου τύχει. Κι αυτό το ρίσκο μ’ άρεσε πάρα πολύ.

Τότε ήταν μια πολύ έντονη εποχή. Με όλα τα προβλήματά της. Τέλη του ΄43 θέλησα να φύγω στο βουνό. Είχα ετοιμαστεί, τα είχα όλα έτοιμα. Ο σύνδεσμος ήταν έτοιμος. Την τελευταία, όμως, στιγμή κάποιος με κράτησε, να μη φύγω, διότι με προόριζε για διευθυντή του περιοδικού Ξεκίνημα. Καθώς ήμουν πολύ ψηλός και δεν μπορούσα να μπω εύκολα στην παρανομία, με θεώρησαν κατάλληλο για το περιοδικό αυτό.

Ήμουν δεκαοχτώ χρονών κι έγραφα.

Με θεωρούσαν καλό. Και βγάλαν το Ξεκίνημα. Δώδεκα, δεκατέσσερα τεύχη, νομίζω, ως το τέλος της Κατοχής, ως Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο. Εκεί ήμουν αρχισυντάκτης. Συνεργάστηκα με πάρα πολλούς. Ήταν ένα πολύ ωραίο περιοδικό. Και σήμερα ακόμα, παραμένει. Είχε κυρίως λογοτεχνία. Αυτά που συνέβαιναν στο πανεπιστήμιο, αυτά που συνέβαιναν στη λέσχη, όλα αυτά. με λογοκρισία.

Θέλω να πω ότι στην Κατοχή δεν ήταν όπως ήταν στη Δικτατορία. Αυτό πρέπει οι νέοι να το ξέρουν. Στη Δικτατορία αποφεύγαμε να γράψουμε διότι υπήρχε η Δικτατορία. Στην Κατοχή γράφαμε. Οτιδήποτε ειπωνόταν, οτιδήποτε ακουγόταν, οτιδήποτε είχε μια φωνή ελληνική, ήταν αντιστασιακό. Ενώ στη Δικτατορία, αν έβγαινε κάτι, έβγαινε με τη συνεργασία της Δικτατορίας. Ήταν διαφορετικά. Στην Κατοχή κάναμε ό,τι μπορούσαμε να κάνουμε και εντέλει ήρθε η Απελευθέρωση. Το Δεκέμβρη του ΄44 σταμάτησε το Ξεκίνημα και βγήκαν δύο τεύχη τα οποία ήταν αφιερωμένα στην Απελευθέρωση. Μετά βγάλαμε άλλο ένα περιοδικό, τον περίφημο Φοιτητή, ωραίο περιοδικό, συνδικαλιστικό, αλλά είχε πολύ λογοτεχνία` εγώ είχα αναλάβει τη λογοτεχνία, άλλοι το συνδικαλιστικό. Αυτό βγήκε τον Μάιο του ΄45 περίπου. Βγήκαν τέσσερα, πέντε τεύχη.

Το  ΄45, τον Μάιο, Ιούνιο, ήρθα στην Αθήνα. Δεν μπορούσα να μείνω στη Θεσσαλονίκη. Δεν μπορούσα, γιατί είχαν σφίξει τα πράγματα. Αλλά και εδώ τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά. Έκατσα πέντε, έξι μήνες, εφτά, και ξαναπήρα μεταγραφή για Θεσσαλονίκη.

Το ΄46 διαγράφτηκα από το Κόμμα. Είναι μεγάλη ιστορία αυτή. Το ΄45 που ήρθε ο Ζαχαριάδης  εδώ από το Νταχάου – μεγάλο πράγμα για μας –

έγινε ένα συνέδριο τον Οκτώβρη του ΄45, το όγδοο συνέδριο του Κόμματος. Εκεί πήρε μια απόφαση ο Ζαχαριάδης ότι η ΕΠΟΝ παύει να είναι κομματική οργάνωση, είναι οργάνωση πλατιά νεολαιίστικη στην οποία δεν πρέπει να συμμετέχει κανείς κομματικός. Μόνο αν υπάρχουν ειδικοί λόγοι θα είναι κανένας νεολαίος στο Κόμμα, αλλιώς δεν μπορεί να μετέχει στην ΕΠΟΝ. Εγώ παρακάλεσα πολύ, θέλησα να μπω στο Κόμμα, με βάλανε, έμεινα. Έχω γράψει την ιστορία αυτή πολλές φορές, σε τρίτο πρόσωπο.

Μπήκα στο Κόμμα. Δούλεψα πολύ, κι άρχισα το ΄46 να θέτω μερικά ερωτήματα τα οποία δεν τα σήκωνε η ηγεσία τότε. Μερικά ερωτήματα, περίεργα λίγο. Κατάσχεση της Επιτροπής στη Βουλγαρία, κάτι συνέδρια σλαβικά που γίνονταν,  κάποια πράγματα που ήταν αιρετικά κατά κάποιον τρόπο. Και ξαφνικά κάποια μέρα έμαθα ότι με διέγραψαν. Και με διέγραψαν οι άνθρωποι αυτοί που, μετά από τριάντα πέντε , σαράντα χρόνια, θα ήταν στο ΚΚΕ εσωτερικού, οι οποίοι τότε ήταν καθοδηγητές μου. Το ΄46 λοιπόν διαγράφηκα από το Κόμμα, εγώ όμως παρέμεινα στην ΕΠΟΝ, παρέμεινα ως μέλος. Πέρασα μια πολύ μεγάλη κρίση τότε, μέχρι αυτοκτονίας, γιατί όλοι με απέφευγαν.

Και φτάνουμε στην άσχημη , στη φοβερή εποχή του Εμφυλίου, μια εποχή αντίθετη από αυτήν της Κατοχής.  Στην Κατοχή, παρ’ όλους τους σκοτωμούς, υπήρχε αισιοδοξία, στον Εμφύλιο ήταν όλα ζοφερά.

Στο πανεπιστήμιο είχαμε μείνει ελάχιστοι άνθρωποι. Τυπώναμε προκηρύξεις, κάναμε  κάτι συναντήσεις και τον Αύγουστο του ΄48 συνελήφθην. Πιάστηκα, καταδικάστηκα σε θάνατο τον Ιανουάριο του ΄49. Έμεινα κρατούμενος μόνο τρία χρόνια, και λέω μόνο γιατί άλλοι είχαν μείνει πολλά περισσότερα, ήμουν και νεότερος, ήμουν είκοσι τριών χρονών, και μετά βγήκα. Κατάφερα τσάτρα πάτρα, να τελειώσω το πανεπιστήμιο και ήρθα στην Αθήνα όπου έμεινα από τότε.

Λοιπόν, το  ΄52 ήμουν στην Αθήνα. Έκατσα στην Αθήνα ενάμιση χρόνο. Ήμουν γιατρός στο Νοσηλευτικό Ίδρυμα του Μετοχικού Ταμείου Στρατού. Εκεί με πήραν σαν γιατρό ειδικευόμενο, γιατί τα άλλα νοσοκομεία δεν είχαν ειδικευόμενους, δεν είχαν άδεια γι’ αυτό – δεν μου ζήτησαν χαρτί, φοβερά πράγματα...

Στην Αθήνα έκανα φίλους, τότε γνώρισα τη γυναίκα μου. Συναντηθήκαμε, και το ‘ 54 πήγα στρατιώτης. Υπηρέτησα στα Γιάννενα. Ήμουν γιατρός εκεί. Οι συνθήκες δεν ήταν καλές. Τέλος πάντων, όταν γύρισα στην Αθήνα, σχεδόν είχα τελειώσει την ειδικότητα. Το ‘ 56 παντρεύτηκα και έφυγα κατευθείαν για το εξωτερικό. Για τη Βιέννη, με μια δήλωση προφορική, την έκανα σ’ έναν φίλο αξιωματικό, ότι δεν θα περάσω στο παραπέτασμα από τη Βιέννη, ότι θέλω μόνο να σπουδάσω. Πήγα. Έκανα στη Βιέννη περίπου έναν χρόνο και από εκεί πήγα στη Γερμανία και μετά στη Σουηδία.

Το ΄57 γύρισα στη Θεσσαλονίκη. Από τότε ασκώ την ιατρική. Δεν ήμουν στο Κόμμα τότε, δεν μετείχα πουθενά.

Το ΄59 στη Θεσσαλονίκη έβγαλα το περιοδικό Κριτική , το οποίο πιστεύω ότι είναι άξιο μνείας. Οι καλύτεροι της γενιάς μου συνεργάστηκαν. Ένα περιοδικό που νομίζω πως έμεινε. Τρία χρόνια βάσταξε . Με πολύ ενδιαφέροντα κείμενα.

Τότε είχα αρχίσει να γράφω περισσότερο. Μετά ήρθε η Δικτατορία. Από το ΄65 ως το 67 ήταν καλή εποχή, ήταν η εποχή που πραγματικά υπήρχε μια άνοιξη στα πολιτιστικά. Και εμείς οι αριστεροί μετείχαμε πιο πολύ από όλους, η Αριστερά ήταν κυρίαρχη στα πολιτιστικά. Μετά ήρθε το΄67. Μετά βγάλαμε τα Δεκαοχτώ Κείμενα, το ΄70, και μετά τρία χρόνια τη Συνέχεια. Τέλος πάντων. ( απόσπασμα)




Είμαι Αριστερόχειρ ουσιαστικά. Μονόλογος του Μανόλη Αναγνωστάκη, Πατάκης, 2012, 5η έκδοση