Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μίκης Θεοδωράκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μίκης Θεοδωράκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2021

Μοιρολόι της βροχής


Μοιρολόι της βροχής
βράδυ Κυριακής,
πού πηγαίνεις μοναχός
ούτε πόρτα να μπεις,
πέτρα να σταθείς
κι όπου πας, χλωμό παιδί,
ο καημός σου στη γωνιά
σε καρτερεί.

Παλικάρι χλωμό
μες στο καπηλειό
απομείναμε οι δυο μας,
ο καημός σου βραχνάς
πάψε να πονάς
η ζωή γοργά περνά
δυο κρασιά, δυο στεναγμοί
κι έχε γεια.

Παλικάρι χλωμό
σ' ηύρανε νεκρό
στο παλιό σταυροδρόμι,
μοιρολόι η βροχή
μαύρα π' αντηχεί
στο καλό, χλωμό παιδί,
σαν τη μάγισσα
σε πήρε η Κυριακή.

Ποίηση: Τάσος Λειβαδίτης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Μίκης Θεοδωράκης
Τα λυρικά - 1978 

Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2021

Στη Δραπετσώνα ( " ΕΛΑΣ - ΕΠΟΝ...")

 

Οι δύο άντρες άφησαν το αυτοκίνητο πίσω από μια μάντρα και πήραν ν' ανηφορίζουν το στενό, κεντρικό δρόμο της συνοικίας. Τον έναν τον ξέρουμε κιόλας. Είναι ο Μίκης Θεοδωράκης. Ο άλλος - ένας συνομήλικός του μελαχρινός, λίγο φαλακρός, με "γραμμένο" μουστάκι και κάπως " αριστοκρατική" θωριά - είναι ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης.
Έχει περάσει μισός χρόνος απ' τη βραδιά που έγινε η εκδήλωση στην αίθουσα " Ελευθερίου Βενιζέλου". Πρόβες, ηχογραφήσεις, ταξίδια, επαφές μ' ένα σωρό πρόσωπα, όλα αυτά θέλουν γερά νεύρα και εξαντλητική δουλειά. Ο Μίκης αισθάνεται έναν κλοιό που όσο πάει σφίγγει γύρω του. Κάθε λίγες μέρες ξεκλέβει λίγη ώρα. Γυρίζει τις γειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά. Βρίσκει ένα ήσυχο μέρος, χάνεται στις σκέψεις του. Συχνά παίρνει και κανένα φίλο μαζί του, πιάνουν την κουβέντα. Θυμούνται παλιότερες εποχές, ο κλοιός αρχίζει και χαλαρώνει, όπως όταν ρίξεις μια πέτρα στο νερό: οι κύκλοι απομακρύνονται, σβήνουν και το μυαλό ξαναείναι ήρεμο αντίκρυ στα πράγματα. Όπως απόψε. Τούτο το Σαββατόβραδο σε ποτίζει σαν φίνο κρασί. Η άνοιξη έχει μπει για καλά.
Οι δυο άντρες συνεχίζουν ν' ανηφορίζουν. Το σκηνικό γύρω τους είναι πάντα το ίδιο. Ισόγεια, χαμηλά σπίτια. Θυμίζουν νησιώτικους συνοικισμούς: το ένα σπίτι προσπαθεί να καλύψει το άλλο, λες κι από μέρα σε μέρα θα ξανάρθουν κουρσάροι από το πέλαγος. Μια τεράστια ταμπέλα κρέμεται, όπου κι αν κοιτάξεις: ΦΤΩΧΕΙΑ. Σπίτια, δρόμοι, άνθρωποι το φωνάζουν βουβά: ΦΤΩΧΕΙΑ. Από τη δεξιά μεριά έρχεται μια παράξενη μυρουδιά. Τα Λιπάσματα. Ένα μεγάλο βιομηχανικό συγκρότημα. Παράγει τζάμια, κρύσταλλα, μπουκάλια, τσιμέντο. Τα παπούτσια σου αρχίζουν να θαμπώνουν. Αν ο δρόμος σου είναι προς τα κει, θα χωθούν μέσα σε μια άσπρη σκόνη. Απ' τ' αριστερά, χαμηλά, είναι μια μικρή προβλήτα. Μερικά βαπόρια, ξένα. Ρωσικά, γερμανικά, ολλανδέζικα. Θα φορτώσουν...Τα Λιπάσματα. Η Δραπετσώνα. Τούτες οι συνοικίες, τόσο κοντά στο λιμάνι του Πειραιά, τόσο κοντά στην Αθήνα, μα μπαίνοντας στην επικράτειά τους λες και περνάς τα σύνορα ενός άλλου κόσμου. Είσαι ένας τουρίστας σε ξένη χώρα. Η Αθήνα κι ο Πειραιάς είναι ξεχασμένη ιστορία...
Οι κάτοικοι εδώ μιλάνε την ίδια γλώσσα με σένα. Είναι φτωχοί, μα δε σου θυμίζουν τους κουρελήδες της Αυλής των Θαυμάτων. Όταν το πρωινό λεωφορείο τούς κατεβάσει στην Ακτή Τζελέπη, τους καταπίνει κι αυτούς ο Πειραιάς - το λιμάνι, οι πόρτες των εργοστασίων, των μαγαζιών, οι μοντέρνες πολυκατοικίες με τα εκατοντάδες γραφεία. Τους σκορπίζει σε χίλιες κατευθύνσεις το σιδερένιο ποτάμι, ο " ηλεκτρικός", και τους ξαναμαζεύει το βράδυ. Μέχρι εκείνη την ώρα είναι όμοιοι μ' όλους τους άλλους. Οι Έλληνες είναι ενιαίος λαός κι ας λένε ό,τι θέλουν οι εθνολόγοι. Οι αγρότες , οι ψαράδες, οι εργάτες, οι κάτοικοι των συνοικιών. Είναι όλοι τους φτωχοί. Κι οι φτωχοί είναι ίδιοι. Οι κάτοικοι της Δραπετσώνας όμως έχουν ένα ξεχωριστό "προνόμιο". Τούτες τις μέρες τούς γκρεμίζουν τα σπίτια.
Σε μια μεριά της συνοικίας είναι στοιβαγμένα τα παραπήγματα . Ανθρώπινα κλουβιά από λαμαρίνα, ξύλα, πισσόχαρτο. Κάποιο εργοστάσιο θέλει να επεκταθεί, κάποιος οικοπεδοφάγος να ωφεληθεί, το φιρμάνι βγήκε: " Θα σας χτίσουμε ωραία σπίτια. Μα πρώτα θα γκρεμίσουμε αυτά. Μέχρι τότε πάρτε αυτά τα λίγα λεφτά. Τόσο εκτίμησαν την αξία τους οι ειδικοί". Και πού θα πάτε; Θα δούμε! Ας αρχίσει το γκρέμισμα!" Οι κουρσάροι ήρθαν!
Ο Μίκης σκέφτεται όλα αυτά κι ανηφορίζει. Κοιτάζει το μακρόστενο, ψηλό τοίχο που χάνεται προς τα πάνω...Τούτο το εργοστάσιο βγάζει τόσο τσιμέντο, που θα χτιζόντουσαν στ' αλήθεια ωραία σπίτια. Στο ίδιο ακριβώς μέρος. Όμως τα πλοία περιμένουν να φορτώσουν. Ρωσικά, γερμανικά, ολλανδέζικα. Το τσιμέντο φεύγει γι' αλλού.

Ένα από τα πρώτα τραγούδια του Μίκη που κυκλοφόρησαν σε δίσκο μετά τον Επιτάφιο είναι και η " Δραπετσώνα". Τους στίχους τούς έχει γράψει ο Τάσος Λειβαδίτης. Ένα τραγούδι γι' αυτούς τους ταπεινούς ανθρώπους, που αναγκάζονται κι εγκαταλείπουν τον τόπο όπου γεννήθηκαν και μεγάλωσαν. Που τους ξερίζωσαν οι "ειδικοί". Σαν σεισμός. Ένα πρωί, στέλνοντάς τους ένα μικρό χαρτί με λίγες λέξεις και πολλές σφραγίδες: κυβερνητική απόφαση.

Μ' αίμα χτισμένο, κάθε πέτρα και καημός
κάθε καρφί του πίκρα και λυγμός
μα όταν γυρίζαμε το βράδυ απ' τη δουλειά
εγώ κι εκείνη όνειρα, φιλιά.

Το' δερνε ο αγέρας κι η βροχή
μα ήταν λιμάνι κι αγκαλιά και γλυκαπαντοχή.
Αχ! Το σπιτάκι μας κι αυτό είχε ψυχή.

Πάρ' το στεφάνι μας, πάρ' το γεράνι μας
στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή.
Κράτα το χέρι μου και πάμε, αστέρι μου,
εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί.

Μόλις κυκλοφόρησε η " Δραπετσώνα", έγινε αμέσως σύμβολο όλων εκείνων που ζουν στις γειτονιές της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και των άλλων πόλεων. Έγινε η φωνή αυτών των " φτωχών αγίων", που περιμένουν καρτερικά μια αλλαγή στο ριζικό τους. Καθώς όμως οι ήχοι του μπουζουκιού κομματιάζουν την ηρεμία μέσα στη μικρή ταβέρνα, και καθώς ο εργάτης σηκώνεται να χορέψει το ζεϊμπέκικο, βγάζει μαζί του τραγουδιστή μακρόσυρτη, παραπονεμένη κραυγή. Η " Δραπετσώνα" γίνεται ξαφνικά σύμβολο πάλης και αισιοδοξίας. Κι ο βασανισμένος άνθρωπος που χορεύει, κι άλλοι που τον παρακολουθούν αμίλητοι, αρχίζουν να βλέπουν καθαρά το μοναδικό δρόμο που θ' αλλάξει το ριζικό τους. Πρέπει να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους σ' αυτό το μεράδι γης που τους ανήκει.

Ένα κρεβάτι και μια κούνια στη γωνιά
στην τρύπια στέγη του άστρα και πουλιά.
Κάθε του πόρτα ιδρώτας κι αναστεναγμός,
κάθε παράθυρό του κι ουρανός.

Κι όταν ερχόταν η βραδιά
μες στο στενό σοκάκι ξεφαντώνουν τα παιδιά.
Αχ! Το σπιτάκι μας κι αυτό είχε καρδιά.

Έχουν κάτσει σ' ένα καφενεδάκι που έχει βγάλει δυο - τρία τραπέζια στο πεζοδρόμιο. Το βράδυ κατηφορίζει πια χωρίς να βιάζεται, είναι Απρίλης. Παραγγέλνουν.
" Δεν κοιτάς εκείνους τους στίχους που σου έδωσα;" λέει ο Λειβαδίτης στον Μίκη.
Ο Μίκης διαβάζει δυο χειρόγραφα. Τίτλος του πρώτου τραγουδιού: " Σαββατόβραδο"...

Μοσχοβολούν οι γειτονιές βασιλικό κι ασβέστη
παίζουν τον έρωτα κρυφά στις μάντρες τα παιδιά.
Σάββατο βράδυ μου έμορφο, ίδιο Χριστός Ανέστη
κι ένα τραγούδι του Τσιτσάνη κλαίει κάπου μακριά.

Πάει κι απόψε τ' όμορφο, τ' όμορφο τ' απόβραδο
από Δευτέρα πάλι πίκρα και σκοτάδι
αχ, να' ταν η ζωή μας Σαββατόβραδο.[...]

Τις περισσότερες φορές συνθέτει πάνω σε στίχους που του γράφουν ειδικά φίλοι του ποιητές. Είναι δύσκολο να βρεις μέσα στις ποιητικές ανθολογίες κάτι που να είναι έτοιμο για τραγούδι. Ο ίδιος μπορεί να γράψει μουσική ακόμα και σε πεζό κείμενο! Όμως το τραγούδι έχει τους δικούς του νόμους. Κι ακόμα πρέπει να' χει λόγια απλά, εύληπτα.
Πριν λίγες μέρες αυτό ακριβώς το θέμα είχε θίξει ένας φοιτητής της Νομικής σε μια μεγάλη συζήτηση που έγινε - γύρω από τη μουσική του - στο " Νέο Θέατρο".
Ο ποιητής Δημήτρης Χριστοδούλου απάντησε καταφατικά. Ο Θεοδωράκης όμως είχε σοβαρές αντιρρήσεις.
" Τα μέσα", είπε, " προκειμένου για λαϊκό τραγούδι πρέπει να είναι πολύ καθαρά, πολύ ουσιαστικά, χωρίς "σάλτσες", γιατί το λαϊκό τραγούδι βασίζεται μόνο στην μελωδία. Ο Επιτάφιος του Ρίτσου είναι εμπνευσμένος από το μανιάτικο μοιρολόι, γι' αυτό είναι κατάλληλος για τραγούδι".
Ο Χριστοδούλου και πάλι επέμεινε: το λαϊκό τραγούδι πρέπει να μπορέσει να εκφράσει ένα " συνθετότερο κοίταγμα ζωής" και να μην αρκείται σε στιγμιότυπα, όσο καίρια κι αν είναι.
" Όπως εγώ δέχομαι το διχασμό ανάμεσα στο λαϊκό και το έντεχνο", του απάντησε ο Θεοδωράκης, " πρέπει να δεχτείτε κι εσείς οι ποιητές ότι πρέπει, διατηρώντας την προσωπικότητά σας, να εμπνευσθείτε και να κάνετε γνήσιο λαϊκό τραγούδι. 'Ενα σύνθετο, μεγάλο ποίημα μπορεί να γίνει συμφωνικό, όχι όμως και λαϊκό τραγούδι".
Ένας από τους πιο στενούς του συνεργάτες είναι κι ο Τάσος Λειβαδίτης. Πριν λίγο καιρό, μαζί με το συγγραφέα Κώστα Κοτζιά, έγραψε το σενάριο της ταινίας Συνοικία το Όνειρο. Ο Μίκης θα γράψει τη μουσική. Το δεύτερο απ' τα χειρόγραφα που κρατάει είναι ένα τραγούδι γι' αυτή την ταινία. Η Συνοικία το Όνειρο είναι ο Ασύρματος, μια από τις πολλές Δραπετσώνες της Ελλάδας.

Μικρά κι ανήλιαγα στενά και σπίτια χαμηλά μου
βρέχει στη φτωχογειτονιά, βρέχει και στην καρδιά μου.
[...]
Οι συμφορές αμέτρητες, δεν έχει ο κόσμος άλλες
φεύγουν οι μέρες μου βαριά, σαν της βροχής τις στάλες.

Ξεχάστηκε με το διάβασμα. Ο καφές έχει κρυώσει. Η πικρή του γεύση τον ξαναφέρνει στο παρόν. Ανάβει τσιγάρο, χαμογελάει. Αυτή είναι η μοναδική κριτική του για τους στίχους, κι ο άλλος τον κοιτάζει ικανοποιημένος. Μετά ξαναγυρίζει κι εκείνος σ' αυτό που γράφει.
Εδώ και λίγες μέρες η πρωινή εφημερίδα Αυγή εγκαινίασε μια έρευνα πάνω στο λαϊκό τραγούδι. Τα ερωτήματα είναι τα εξής: " Τι γνώμη έχετε για το σύγχρονο ελληνικό λαϊκό τραγούδι, για το ρεμπέτικο; Έχει καμιά σχέση με τα παλιά λαϊκά τραγούδια; Και για το μπουζούκι τι λέτε;" Όσοι έχουν μέχρι στιγμής απαντήσει - γνωστά ονόματα της τέχνης όλοι τους - έχουν μοιραστεί στις δύο αντίθετες θέσεις. Το ρεμπέτικο είναι τραγούδι της παρακμής, λένε οι μεν. Το ρεμπέτικο είναι το μόνο τραγούδι που εκφράζει υγιώς τους Έλληνες, λένε οι άλλοι. Η μετριοπάθεια έχει καταργηθεί. Ο Λειβαδίτης είναι με τους δεύτερους. Τώρα ξανακοιτάζει το μισοτελειωμένο χειρόγραφο. Έχει μπροστά του το καλύτερο επιχείρημα: το πρόσωπο της Δραπετσώνας.

Στο μεταξύ ο Μίκης σηκώθηκε για μια μικρή βόλτα. Λίγο πιο κάτω κάποιοι νεαροί τον αναγνώρισαν. Άρχισαν να τον δείχνουν, πήγαν καταπάνω του. Τους καλησπέρισε, τους είπε δυο κουβέντες. Μετά όμως βιάστηκε να φτάσει στην πρώτη γωνία και, στρίβοντας, άρχισε  σχεδόν να τρέχει. Δεν πέρασε μισό λεπτό και σ' εκείνη τη γωνιά είχε μαζευτεί όλη γειτονιά. Οι νεαροί καμάρωναν.
" Είδαμε το Μίκη Θεοδωράκη!"
" Ο Μίκης Θεοδωράκης! Μας χαιρέτησε!"
" Είναι μόνος του. Πήγε προς τα κει!"
Βγήκαν οι γυναίκες με τα μωρά στην αγκαλιά. Τα πιτσιρίκια άρχισαν να φωνάζουν αυτό το άγνωστο όνομα. Για να το λένε οι μεγάλοι, κάτι σπουδαίο θα' ταν. Βγήκαν κι οι γριές. Μια ομάδα από κοπέλες έτρεξαν να προλάβουν να τον δουν. Άφαντος. Τα' βαλαν με τ' αγόρια...
...Είχε απομακρυνθεί πολύ. Δεν σκεφτόταν πια την ώρα. Η κουλούρα γύρω από τα βουνά - πρώτα σαν αναμμένο σίδερο, μετά πιο κόκκινη, μετά μοβ - χάθηκε. Νύχτωσε ξαφνικά. Στα σπίτια άναψαν τα ηλεκτρικά, τα παιδιά μαζεύτηκαν και τώρα οι θόρυβοι που' ρχονταν στ' αυτιά ήταν άλλοι: η φωνή κάποιου άντρα που έδειχνε πως επιστρέφει, η σειρήνα κάποιου καραβιού που έλεγε το ίδιο. Τραγούδια από ραδιόφωνα στη "διαπασών" διασταυρώνονταν βγαίνοντας απ' τ' ανοιχτά παράθυρα. Όλα αυτά μακριά, σποραδικά, μεγάλωναν την ησυχία. Είχε φτάσει σε κάτι εγκαταστάσεις της Shell. Τα σπίτια εδώ ήταν ακροβολισμένα· δυο μέτρα πιο κει η απόλυτη ερημιά. Ήταν πια πολύ μόνος. Σκέφτηκε τη Μυρτώ. Είναι ακόμα στο Παρίσι. Γεννήθηκε ο Γιώργος, το δεύτερο τους παιδί.
Θέλησε να κάνει έναν απολογισμό των τελευταίων μηνών: "κέρδη" και " ζημίες". Με τη μουσική του γεννήθηκε ένας ανεμοστρόβιλος. Μεγαλώνει και προχωράει. Τον στριφογυρίζει μαζί του, τον ταξιδεύει σε μέρη που ποτέ δεν τα είχε προβλέψει. Σ' αυτή την τρελή προέλαση - καθώς οι δίσκοι πουλιούνται κατά χιλιάδες - ο ίδιος αναγκάζεται κι αφήνει πίσω του σχέδια, πρόσωπα, τόπους. Συχνά αναθεωρεί τις ίδιες του τις αποφάσεις. Το χέρι του συνηθίζει στο σπαθί του Μεγαλέξαντρου. Πολλά ερωτήματα περιμένουν αμέσως το "ναι" ή το "όχι". Κι όλα δείχνουν πως είμαστε ακόμα στην αρχή. Τι θα φέρουν τα χρόνια που είναι μπροστά; Είναι έτοιμος να φτάσει ως το τέρμα; Αυτή η επανάσταση είναι αληθινή, αφού εκπλήσσει τον ίδιο, τον εμπνευστή της.


Το χέρι του Λειβαδίτη έτρεχε πάνω στο χαρτί, επιτέλους θα ξεμπέρδευε μ' αυτό το μπελά. Είχε παραγγείλει κι άλλο καφέ. Το τσιμέντο γύρω απ' το τραπεζάκι του καφενείου είχε γεμίσει αποτσίγαρα. Έβαλε τ' αναποδογυρισμένα χειρόγραφα στη σειρά κι άρχισε να διαβάζει, διορθώνοντας και πάλι πού και πού καμιά λέξη:
" ...Το θέμα του λαϊκού τραγουδιού προσωπικά έχω την τύχη να το βλέπω από περισσότερες μεριές: τόσα σαν άνθρωπος που το αγάπησε και συχνά το τραγούδησε, όσο και σαν ποιητής που σκοπεύει να το υπηρετήσει. Θ' αρχίσω μ' ένα περιστατικό που μου διηγήθηκε ένας φίλος μου, μαζί με πολλά άλλα, όταν γύρισε από τη Μέση Ανατολη το 1945..." " Ήμουν στο νοσοκομείο τότε - όχι τίποτα σπουδαίο, κάτι εντερικά από τις πολλές κονσέρβες. Στο διπλανό κρεβάτι ήταν ένας Σουδανέζος κι από την άλλη μεριά ένας από το Ισραήλ. Τρόπος επικοινωνίας: κάτι σπασμένα αγγλικά, κάμποσες χειρονομίες κι αυτή η συγγένεια που σου δίνει η πίκρα στην ξενιτιά. Ένα βράδυ το Σουδανέζο θα τον έπιασε φαίνεται το μεράκι, γιατί εκεί που καθόμασταν αμίλητοι και σκεφτόταν ο καθένας τα δικά του, άρχισε ξαφνικά να τραγουδάει. Είπε δυο - τρεις στροφές από ένα βαρύ και λυπημένο τραγούδι και σταμάτησε. Ύστερα γυρίζει απότομα προς το μέρος μου: " Δε μας λες κι εσύ κάνα τραγούδι, να δούμε πώς τραγουδάτε στην πατρίδα σου;" μου κάνει. Τα' χασα. Για μια στιγμή σκέφτηκα να τους πω " Του Κίτσου η μάνα", μα εδώ που τα λέμε δεν τον καλόξερα. Εξάλλου, άνθρωπος της πόλης εγώ, δεν το' νιωθα μέσα στο αίμα μου. Άρχισα, λοιπόν, να τραγουδάω ένα ρεμπέτικο απ' αυτά που τραγουδούσαμε συχνά με την παρέα μου στην Αθήνα πριν φύγω. Όταν τέλειωσα, τι να σου πω. Είχαν μαζευτεί κι απ' τους άλλους θαλάμους στις πόρτες και άκουγαν κατασυγκινημένοι...""
Ο Μίκης γύρισε στο καφενείο, πήρε το φίλο του και κατηφόρισαν πάλι προς τα "σύνορα". Ο μοναχικός περίπατος δεν τον είχε ωφελήσει σε τίποτα. Γύρισε περισσότερο μπερδεμένος. Αφορμή στάθηκε εκείνο το σύνθημα στον τοίχο. Στη γωνιά ενός σπιτιού, καθώς τη φώτιζε η μικρή λάμπα του στύλου. ΕΛΑΣ - ΕΠ.. Δυο γράμματα ήταν ξεθωριασμένα. Ένα σύνθημα που έζησε δεκάξι χρόνια. Αυτός που το' γραψε  μπορεί  να σκοτώθηκε. Την ίδια ώρα ή αργότερα, στο εκτελεστικό απόσπασμα. Ή ακόμα αργότερα, στην εξορία. Ή μπροστά σ' ένα εκτελεστικό απόσπασμα από έξι Έλληνες, στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Μπορεί να σκοτώθηκε κι αυτός που κρατούσε τσίλιες. Όπως τόσοι και τόσοι άνθρωποι, γνωστοί και άγνωστοι, όλοι αγαπημένοι, που δεν υπάρχουν πια. Αυτά τα συνθήματα είναι μια παράξενη προβολή από το παρελθόν. Άλλοτε τα προσέχουμε πολύ, άλλοτε τα προσπερνούμε. Τρεμοσβήνουν. Σαν τ' αστέρια που πεθαίνουν, αλλά το φως τους ταξιδεύει μέχρι εμάς για πολλά χρόνια ακόμα.
Όχι έτσι. Εδώ είναι διαφορετικά. Πάνω σ' αυτούς τους τοίχους, αυτή η πόλη , η χώρα ολόκληρη, έχει "δέσει" σαν καράβι και δεν μπορεί να φύγει για άλλα λιμάνια. Στοπ. ΕΛΑΣ - ΕΠΟΝ. Για να γυρίζει το μυαλό όλων δεκάξι χρόνια πίσω.
...Χρόνια της Κατοχής. 1943. Μόλις έφτασε απ' την επαρχία στην Αθήνα, τα μάτια του σταμάτησαν σ' αυτά τα συνθήματα. Πρώτα η λευτεριά, μετά η μουσική, η δουλειά. Για να' ρθει η ζωή, πρέπει να φύγει ο θάνατος. Για να φύγει ο θάνατος, πρέπει να δώσεις τη ζωή σου. Μια παράλογη στάση, για να 'ρθει ένας κόσμος πιο λογικός για όσους μείνουν. Για τα παιδιά, κυρίως γι' αυτά.
Το σύνθημα στον τοίχο έγραφε ΕΛΑΣ - ΕΠΟΝ. Τις ίδιες λέξεις έγραφε και το δίκοχο που του έδωσε να φορέσει για πρώτη φορά, σ' ένα σπίτι της Καλλιθέας, εκείνη η φοιτητριούλα της Ιατρικής. Η Μυρτώ Αλτίνογλου. ΕΛΑΣ - ΕΠΟΝ. Τίποτα δεν άλλαξε.
Ο φίλος του τού χτύπησε απότομα το τζάμι. Πώς δεν τον είδε να' ρχεται; Οι γιατροί λένε ότι τα όνειρα κρατούν μερικά δευτερόλεπτα. Και οι σκέψεις το ίδιο; Είχε κλείσει τα μάτια. Μπορεί και να' χε κοιμηθεί. Έβαλε κι η " Ιζαμπέλα", το Μπόργκουαρντ που έφερε απ' το Παρίσι, κύλησε προς τα κάτω, στην άσφαλτο.
Κάθισε πιο βολικά κι έπιασε ένα τραγούδι στην τύχη. Τη " Συννεφιασμένη Κυριακή" του Τσιτσάνη, που την εποχή του εμφυλίου τραγουδήθηκε απ' όλους τους Έλληνες και στα δύο στρατόπεδα. Και τώρα τραγουδιέται απ' όλους. Τόσα χρόνια. Τίποτα δεν άλλαξε.
" Θες να σου το διαβάσω;" έκανε ο Λειβαδίτης. Και χωρίς να περιμένει απάντηση έβγαλε από την τσέπη τα χειρόγραφα.
"...που έχει πάντα συννεφιά, Χριστέ και Παναγιά μου!" έκανε ο Μίκης και σταμάτησε να τραγουδάει. Οδηγούσε κι άκουγε το φίλο του καθώς του διάβαζε την απάντηση στην έρευνα της Αυγής.

Μετά μισή ώρα η " Ιζαμπέλα" περνούσε από τους στύλους του Ολυμπίου Διός κι έστριβε δεξιά, στη λεωφόρο Συγγρού. Είχε αφήσει το Λειβαδίτη στο σπίτι του, στην Αχαρνών. Πήγαινε κι αυτός στο σπίτι των πεθερικών του, στη Νέα Σμύρνη. Εκεί έμενε πάντα όταν ερχόταν απ' το Παρίσι. Στο μεγάλο εργοστάσιο μπίρας "Φιξ" τον σταμάτησε ο σηματοδότης. Ήταν περασμένες δέκα. Άνοιξε το ραδιόφωνο. Στο Β' Πρόγραμμα είχε ένα "ημίωρο με λαϊκές επιτυχίες". Ακούστηκε η φωνή του Μπιθικώτση. Δεν ξαφνιάστηκε όπως τον πρώτο καιρό. Παντού έπαιζαν τραγούδια του! Στα μαγαζιά, τις ταβέρνες, στα τζουκμπόξ, στο ραδιόφωνο.
Με το Γρηγόρη Μπιθικώτση τον έδενε μια στενή, ιδιότυπη φιλί από παλιά. Τότε που τον πήγαν από την Ικαρία να κάνει το στρατιωτικό του σ' άλλον τόπο εξορίας, στη Μακρόνησο. Ήταν μέσα σ' ένα Τζέιμς και τους πήγαιναν - ήταν κι άλλοι πολλοί - στο Λαύριο, να τους φορτώσουν στο οπλιταγωγό. Ο Μίκης ήταν σε φοβερή κατάσταση, μισολιπόθυμος, το στόμα του καιγόταν από τη δίψα. Ένας άλλος, που είχε πιάσει φιλίες με τους φρουρούς, βρήκε ένα παγούρι με λίγο νερό και του το' δωσε. Κάτι τέτοιες στιγμές τις θυμάσαι πάντα. Εκείνος ο άγνωστος, ο λαϊκός τύπος που, χωρίς να του το ζητήσει, του' δωσε να πιει απ' το παγούρι, ήταν ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Θα γνωριστούν καλύτερα ύστερα, στη Μακρόνησο, και θα ξαναβρεθούν μετά από έντεκα  ολόκληρα χρόνια, όταν ο Μίκης έψαχνε τον ιδανικό ερμηνευτή των τραγουδιών του. Τότε ήταν ακριβώς που ο Γρηγόρης ετοιμαζόταν να φύγει για τον Καναδά. Είχε απογοητευτεί, το λαϊκό τραγούδι περνούσε κρίση, δύσκολα έβρισκαν δουλειά οι επαγγελματίες του είδους. Ο Μίκης τον βρήκε, έκανε αγώνα να τον μεταπείσει. Μα ο άλλος δίσταζε . Είχε οικογένεια. Δεν μπορούσε να καταλάβει από πού πηγάζει η αισιοδοξία του Μίκη. Έμεινε για να ηχογραφήσουν τον Επιτάφιο. Ακολούθησε η πρώτη μεγάλη συναυλία στο θέατρο " Κεντρικό". Ο Μπιθικώτσης έπαθε τρακ. Τόσα χρόνια λαϊκός τραγουδιστής, μα δεν ήταν συνηθισμένος σε τέτοιο κοινό, σε τέτοιες σάλες. Όλα μπροστά στα μάτια του ήρθαν τα πάνω κάτω, έφυγε στα παρασκήνια. Τα υπόλοιπα τραγούδια τα τραγούδησε ο Μίκης, που το θυμάται τώρα και γελάει.
Στο σηματοδότη άναψε το πράσινο. Δυνάμωσε την ένταση στο ραδιόφωνο.

Η Μαργαρίτα η Μαργαρώ
περιστεράκι στον ουρανό...

Η μάνα σου είναι τρελή 
και σε κλειδώνει μοναχή.
Σαν θέλω να' μπω στην κάμαρη σου
μου ρίχνεις μεταξωτό σκοινί,
και κλειδωμένους μάς βλέπ' η νύχτα,
μας βλέπουν τ' άστρα κι η χαραυγή...

Στον κινηματογράφο " Λουΐζα", στη Συγγρού, τα τραπεζάκι του διπλανού ζαχαροπλαστείου, απλωμένα στο φαρδύ πεζοδρόμιο, ήταν γεμάτα. Οι Αθηναίοι έτρωγαν το πρώτο τους παγωτό.
Η φωνή Μπιθικώτση ακούστηκε δυνατότερα, καθώς ένα Ι.Χ. τον προσπέρασε μ' ανοιχτά παράθυρα.

Η Μαργαρίτα η Μαργαρώ
βαρκούλα στο Σαρωνικό...

Η μάνα σου είναι τρελή...

Από τη " Λουΐζα" δυο δρόμους πιο πάνω, παράλληλα στη λεωφόρο Συγγρού, είναι η οδός Κωνσταντινουπόλεως. Στο διώροφο σπίτι, στον αριθμό 39, πήγε και σταμάτησε το αυτοκίνητο. Η πόρτα του κήπου ήταν ανοιχτή. Στον πάνω όροφο δεν υπήρχε φως. Ανέβηκε τα τρία σκαλιά της μικρής βεράντας, ξεκλείδωσε και μπήκε στο σπίτι...


Από το βιβλίο του Φώντα Λάδη, Μίκης Θεοδωράκης. Το χρονικό μιας επανάστασης 1960 - 1967. Η Ιστορία της γενιάς το 1-1-4 και των Λαμπράκηδων, Εξάντας, Αθήνα 2001


Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2021

Μίκης Θεοδωράκης, Το Χρέος απέναντι στην Ιστορία και απέναντι στα όνειρα

 

Είναι γιατί γαλουχήθηκα με Ρήγα, Σολωμό και Κάλβο, γι' αυτό αισθάνθηκα σαν βιολογική, θα' λεγα, ανάγκη την κραυγή να γεννιέται μέσα μου και να με προστάζει.

Ι
Η ζωή, το έργο και η δράση  του Μίκη Θεοδωράκη, όπως αναπτύσσονται στο μουσικό, λογοτεχνικό και πολιτικό πεδίο, ορίζονται από δύο αντίρροπες δυνάμεις. Από τη μια είναι η αυστηρότητα, η αφιέρωση και η πνευματικότητα που ορίζουν τη βυζαντινή αγιογραφία. Από την άλλη υπάρχει η απελευθερωτική, διονυσιακή και πρωτοπόρα δημιουργικότητα. Η εναρμόνιση  των δύο ισχυρών τάσεων πραγματοποιείται στη βάση του καθήκοντος: Ο Μίκης αισθάνεται δεσμευμένος από το χρέος. Τόσο απέναντι στην ιστορία όσο και απέναντι στην "κραυγή" - δηλαδή στην επιταγή να υπερασπιστεί τα όνειρά του.
Γι' αυτό κάθε επαφή με το πολύτροπο έργο του, τον περιπετειώδη βίο και τους ιδεολογικούς και πολιτικούς αγώνες του προσφέρει την ευκαιρία αναστοχασμού και αναθεώρησης του κόσμου, του εαυτού μας και της ζωής, των "μερών" δηλαδή της αρμονικής ενότητας του "όλου". Ενός συνόλου που, στην περίπτωση του Μίκη, απαρτίζεται από " τα υλικά με τα οποία είναι φτιαγμένα τα όνειρα": την ελευθερία και τη δικαιοσύνη, τον έρωτα και τη συντροφικότητα, το λογικό επιχείρημα και την αναπολόγητη πίστη, τη ματαίωση των ελπίδων, αλλά και την αντίσταση σε όσα σκιάζουν την ωραιότητα που προσφέρει η αγάπη. Η συνεχής πνευματική, κοινωνική, πολιτική προσπάθεια του Μίκη είναι αγώνας χάριν αυτής της δημιουργού αγάπης, που θεμελιώνει τη βιοθεωρία του στο Τραγούδι του νεκρού αδερφού. Όπως ο ίδιος το εξηγεί: " Οι ιδέες έχουν τη δύναμη να οδηγήσουν στο σπάσιμο όλων των απλών ανθρώπινων δεσμών: της συγγένειας, της φιλίας, του έρωτα. Είναι ένα ξεπέρασμα της φύσης με δύο όψεις. Είναι μία νίκη πάνω στη φύση, αλλά και μια περιφρόνηση απέναντι στη φύση". Ο σεβασμός προς τους "απλούς ανθρώπινους δεσμούς" και τη φύση αποκαθίστανται, όταν " ο λαός μας, ήρωας μαζί και θεατής των ίδιων των παθών του", συμφιλιώνεται.
Όλα όσα προσφέρει ο εργώδης αυτός ονειροπλάστης ανθοφορούν, καρπίζουν, χαρίζουν το χρώμα, το άρωμα, τη γεύση γεγονότων που στοιχειώνουν την ιστορική μνήμη. Το έργο του δοξολογεί όσους ανώνυμους αγάπησαν παράφορα την ελευθερία, την ομορφιά, τη δικαιοσύνη, όσους τίμησαν την ικανότητα του έλλογου όντος να αποφασίζει αδέσμευτα και υπεύθυνα. Όπως υπήρξε πάντοτε ο ίδιος, οι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και της αντίστασης στη χούντα, που πίστεψαν σε μια άλλη ευτυχισμένη Ελλάδα και σ' έναν άλλο κόσμο φιλίας, ειρήνης, συνεργασίας και σεβασμού της ετερότητας ανάμεσα σ' όλα τα μέλη της οικουμενικής κοινότητας. Ο Μίκης υπερασπίζεται τον αγώνα των ανθρώπων να ονειρεύονται. Γι' αυτό καταγγέλλει όσους ταπεινώνουν την υπερηφάνεια των ιδανικών, όσους θυσιάζουν στην ιδιοτέλεια και στη μικροψυχία τη δυνατότητα του απόλυτου, που υπάρχει στον αγώνα για έναν κόσμο αρμονίας και ομορφιάς. Ιδιαίτερα όσους καλλιεργούν το ψέμα, την παραισθητική εικόνα των πραγμάτων, απ' όποιες σκοπιμότητες και αν κινούνται.
Ασφαλώς, η ανάγνωση των θεωρητικών κειμένων του Μίκη Θεοδωράκη δεν είναι εύκολος και ανέξοδος περίπατος. Απαιτεί μελέτη, εμβάθυνση, ιστορική αναγωγή και τεκμηριωμένη  αξιολόγηση. Όπως και η περιδιάβαση στο ποιητικό του έργο, όπως και η ακρόαση των μουσικών του συνθέσεων , έτσι και η μελέτη των αυτοβιογραφικών και θεωρητικών δοκιμίων του συνιστά πνευματική δοκιμασία. Το έργο του Μίκη αποστέργει την ευκολία και δεν επιτρέπει την εγκατάλειψη  σε μια αναλώσιμη απόλαυση του νου και των αισθήσεων. Είναι μια περιπέτεια ανάμεσα στις εναλλαγές των χρονολογιών, των διαθέσεων, του ύφους, των σχημάτων και των κλιμάκων.
Στα κείμενα του Μίκη ο αναγνώστης καλείται να εξηγήσει τις αιφνίδιες μετακινήσεις του συγγραφέα από την εξομολογητική ειλικρίνεια στην οραματική προσέγγιση των πραγμάτων. Από την παρηγορητική βεβαιότητα της τάξης ( των στοχασμών του, όπως και των μουσικών φθόγγων του ή των ποιητικών του εικόνων) ως την παράφορη αναζήτηση ενός νέου υπερβατικού προτάγματος. Από την ακριβή ιστόρηση των γεγονότων ως τα τολμηρά ποιητικά του άλματα.
Το πιο χαρακτηριστικό όμως σημείο της συγγραφικής κατάθεσης του Μίκη είναι η ανελέητη, έναντι του εαυτού του και των αναγνωστών του, εκπλήρωση του χρέους του να μαρτυρήσει την αλήθεια του, όπως τη βιώνει την ώρα που την εκφράζει, χωρίς καμία απόκρυψη ή προσαρμογή, χωρίς υπεκφυγές, αμφιλογίες ή εξωραϊσμούς. Ο Μίκης, όταν μετέχει στο δημόσιο διάλογο, δηλαδή συνεχώς , αναδέχεται τον ακραίο κίνδυνο να θέσει υπό αμφισβήτηση κεκτημένες σχέσεις, εντάξεις ή δεδομένες αντιθέσεις, προκειμένου να ανταποκριθεί, με συνέπεια και αυτοθυσία, στον δικό του "νόμο", στο δικό του δεσμευτικό "δέον". Στο καθήκον του δηλαδή, όπως το αντιλαμβάνεται, απέναντι στο λαό, στην ιστορία και στη συνείδησή του να μιλήσει για όσα και όπως ακριβώς τα στοχάζεται πάνω στη τρέχουσα συγκυρία ή για την αξιολόγηση παρωχημένων περιστατικών. Το συγγραφικό έργο του έχει την αξία μιας ειλικρινούς μαρτυριακής κατάθεσης, μιας αυτοαποκάλυψης , αλλά και τη σημασία μιας βασανιστικής διαδικασίας αναψηλάφησης της ιστορίας.
Η θέση αυτή δεσμεύει τον αναγνώστη των βιβλίων του Μίκη, ο οποίος προκαλείται να επιδείξει παρόμοια δεοντολογική συμπεριφορά: να ανταποκριθεί στα μηνύματα του βιβλίου, να μετάσχει στο διάλογο, που ιδρύει η ανάγνωση ενός βιβλίου ανάμεσα στον δημιουργό και τον αποδέκτη, με την ίδια αιμάσσουσα φιλαλήθεια. Να διατυπώσει με παρρησία τον ταυτόσημο, παραλλάσσοντα ή ενάντιο λόγο. Να εκτεθεί, όπως και ο συγγραφέας, στον ίδιο κίνδυνο της αμφισβήτησης και της διακινδύνευσης.
Τελικά, η ηθική συμπεριφορά του Μίκη στο έργο του, όπως και στη ζωή του, απαιτεί από τον αποδέκτη των μηνυμάτων του ανάλογο βαθμό εγρήγορσης, ετοιμότητας και ανιδιοτέλειας με αυτόν που χαρακτηρίζει τον κάποτε ενθουσιώδη, άλλοτε πικρότατο στοχασμό του. Συνεπάγεται αναδοχή ευθύνης. Συνιστά άσκηση ακεραιότητας: να μη χάσουμε το πρόσωπό μας πίσω από προσωπεία, να μη χάσουμε την ψυχή μας διεκδικώντας τα αγαθά πρόσκαιρων επιτυχιών, που μας αποξενώνουν από τους άλλους και από τον εαυτό μας.
Ο Μίκης παραιτήθηκε συνειδητά από τον βολικό εφησυχασμό που προσφέρει η αφιλοσόφητη αποδοχή στερεοτύπων και αναδέχθηκε με γενναιότητα τον κίνδυνο να αντιπαρατεθεί σε δημοφιλείς θέσεις, που εξασφαλίζουν εύκολες αλλά άγονες συναινέσεις. Απέβλεπε στο μείζον, τη λαϊκή ενότητα, την καθολική ελεύθερη στράτευση για την κατάκτηση ενός μέλλοντος άξιου των αγώνων και των θυσιών τόσων χρόνων · για το ξεπέρασμα των συνεπειών μιας εμφύλιας διαμάχης που αποδείχτηκε χωρίς αύριο - ίσως και χωρίς χθες. Ο Μίκης αγωνίστηκε και μίλησε με μόνο κριτήριο το καθήκον του απέναντι στην αλήθεια, όσο πικρή κι αν ήταν.
Σήμερα ανάμεσα στον προαιώνιο βράχο της Ακρόπολης και τον καλαίσθητο όγκο του Υμηττού, που τα απογεύματα γίνεται πραγματικά μενεξεδένιος, ο Μίκης συνεχίζει να στοχάζεται, όπως ο Οιδίπους και ο Ανδρούτσος, πάνω στα ίδια ερωτηματικά για την ανθρώπινη μοίρα - αφού, όπως πιστεύει, " καθόμαστε όλοι πάνω σ' έναν κρατήρα ηφαιστείου. Ποιος ξέρει πού θα μας τινάξει η λάβα; Γι' αυτό, αν είναι να χαθούμε για πάντα, τουλάχιστον ας μείνει πίσω μας η α λ η θ ι ν ή σ κ έ ψ η, σαν μια ύστατη προσπάθεια να βοηθήσουμε τους συνανθρώπους μας να απαλλαγούν από τις αυταπάτες και το ψέμα". Ο Μίκης, ο αιρετικός άγιος του λαού μας, δικαιωμένος δημιουργός, υπεύθυνος πολίτης, συνείδηση άγρυπνη, ανυπόταχτη και ασυμβίβαστη, διδάσκει το χρέος απέναντι στη ζωή - και στα όνειρα: τον αγώνα για τη διεκδίκηση και των δύο, τον αγώνα για μια καλύτερη, ποιοτικότερη και ποιητικότερη, ζωή, άξια των ονείρων. Όπως έγραφε μετά την επιστροφή του, ύστερα από την πτώση της χούντας: " Γύρισα στη χώρα μου και δεν είχα μέσα στις αποσκευές μου παρά τραγούδια και όνειρα. Μες στην καρδιά μου είχα την πίστη και τη θέληση να συνεχίσω. Η γενιά μου φορτώθηκε την Αντίσταση. Δεν λύγισε. Η γενιά μου φορτώθηκε τον Εμφύλιο. Δε λύγισε. Η γενιά μου φορτώθηκε τη δικτατορία. Δε λύγισε. Μήπως τώρα μπορούμε πια να τραγουδήσουμε και να ονειρευτούμε, ελεύθερα, εννοώ...


Απόσπασμα από τον Πρόλογο του Χριστόφορου Δ. Αργυρόπουλου στο βιβλίο  Μίκης Θεοδωράκης, Το Χρέος. Αυτοβιογραφία. Τ. Α΄. Η Αντίσταση 1967 -1970. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2011.

Βουνά σας χαιρετώ...


 Βουνά, βουνά σας χαιρετώ
φεύγω για μακριά
για ταξίδι μεγάλο δίχως πηγαιμό
δίχως γυρισμό.
Βουνά, βουνά σας χαιρετώ
φεύγω για μακριά.

Δεν κιότεψα, δεν λύγισα
και τη ζωή αψήφησα.

Μονάχα μια καρδιά πονώ
μόνο μια καρδιά
αυτή μόνο θα νιώσει
το σκληρό καημό απ' το χωρισμό
μονάχα μια καρδιά πονώ
μόνο μια καρδιά.

Στίχοι: Μίκης Θεοδωράκης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Στέλιος Καζαντζίδης & Χαρούλα Αλεξίου ( Ντουέτο 

Παρασκευή 18 Ιουνίου 2021

Το τριζόνι



Κοιμήθηκα κοιμήθηκα
    στου γιασεμιού την ευωδιά
Στων φύλλων το μουρμουρητό
    στων άστρων τον χρυσό γιαλό

Οι άνθρωποι μ' αρνήθηκαν
    κανείς δε μου σιμώνει
Μόνο μου κάνει συντροφιά
    της νύχτας το τριζόνι:

-Έννοια σου λέει έννοια σου
    κι εγώ είμαι δω κοντά σου
Για συντροφιά στην έγνοια σου
    και για παρηγοριά σου

Τρι και τρι τρι και τρι
    τι πικρή που 'ναι η ζωή
Τι γλυκιά και τι πικρή
    τρι και τρι και τρι και τρι

Κοιμήθηκα κοιμήθηκα
    στων Αρχαγγέλων τη σκιά
Στην ερημιά του φεγγαριού
    στο κυματάκι του γιαλού

Τι να 'φταιξα της μοίρας μου
    κι έτσι με φαρμακώνει
Μονάχα μου αποκρίνεται
    της νύχτας το τριζόνι:

-Είμαι μικρό πολύ μικρό
    μα 'ναι ο Θεός μεγάλος
Αυτό ποτέ δε θα σ' το πω
    μήτε κανένας άλλος

Τρι και τρι τρι και τρι
    τι πικρή που 'ναι η ζωή
Τι γλυκιά και τι πικρή
    τρι και τρι και τρι και τρι.

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης 
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεία: Ντόρα Γιαννακοπούλου
Δίσκος: Μικρές Κυκλάδες 

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2020

Δακρύσαν τα σεντόνια μου κι απόψε...

Ένα από τα πιο όμορφα τραγούδια αγάπης σε στίχους Αγγελικής Ελευθερίου και μουσική Μίκη Θεοδωράκη με τη φωνή της Αλίκης Καγιαλόγλου.





Όταν από κοντά μου πια θα έχεις φύγει
κι όταν δε θα'χω από πού να κρατηθώ,
όταν κι οι φίλοι θα χαθούνε λίγοι λίγοι
κι αυτή η νύχτα που θαρρώ πως θα πνιγώ,
πόσες αγάπες μες στον κόσμο θα' χουν μείνει
και τη δικιά σου σε ποια μάτια θα την βρω.

Δακρύσαν τα σεντόνια μου κι απόψε
κι από τα τζάμια στάζει καταχνιά.
Παρ’ την κιθάρα σου και λίγο παίξε
για κείνο το πουλί στην ερημιά.

Μην κλαις μέσα στον ύπνο σου τα βράδια
και λες πως θες να μείνεις μοναχή.
Τα όνειρά σου τα' κανες κομμάτια,
χωρίς αυτά πού θα βρεις την αρχή;

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2020

Γεια σας τι κάνετε; Καλά;

Η Πούλια πόχει εφτά παιδιά
μέσ’ απ’ τους ουρανούς περνά.
Κάποτε λίγο σταματά
στο φτωχικό μου και κοιτά.

Γεια σας τι κάνετε; Καλά;
Καλά. Πώς είναι τα παιδιά;
Τι να σας πω εκεί ψηλά τα
τρώει τ’ αγιάζι κι η ερημιά.

Γι αυτό πικραίνεσαι κυρά, 
δε μου τα φέρνεις εδωνά;
Ευχαριστώ μα `ναι πολλά
θα σου τη φάνε τη σοδειά.

Δώσε μου καν την πιο μικρή
τη Μάγια την αστραφτερή.
Πάρ’ την κι έχε λοιπόν στο νου
πως θά `σαι ο άντρας τ’ ουρανού.

Είπε, και πριν βγάλω μιλιά
μου την καρφώνει στα μαλλιά

Λάμπουνε γύρω τα βουνά, 
τα χέρια μου βγάνουν φωτιά.
Κι η Πούλια πόχει εφτά παιδιά

φεύγει και μ’ αποχαιρετά.

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2020

Κάθε πρωί που ξαναρχίζει μας έχει πάρει την καρδιά μας...


Κάθε πρωί που ξαναρχίζει
μας έχει πάρει την καρδιά μας
στις φάμπρικες μια ιστορία
ζυμώνεται στα δάκρυα μας.

Μα ποιος πονάει για όλα αυτά
και ποιος γι’ αυτά θα κλάψει
ποιος θα μιλήσει στο Θεό
και ποιος θα του τα γράψει.

Μες στα γιαπιά και μες στη σκόνη
στις αγορές και στα σφαγεία
κι απ’ το στρατό γραμμή τιμόνι
και στα παλιά μηχανουργεία.

Μα ποιος πονάει για όλα αυτά
και ποιος γι’ αυτά θα κλάψει
ποιος θα μιλήσει στο Θεό
και ποιος θα του τα γράψει.

Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεία: Μαρία Δημητριάδη
Δίσκος: Τα λαϊκά ( 1968)

Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2019

Pablo Nerouda, Canto General

Το «Canto General» εκδόθηκε για πρώτη φορά παράνομα στη Χιλή το 1950, μεταφράσθηκε στα ελληνικά από την Δανάη Στρατηγοπούλου και μελοποιήθηκε στο Παρίσι το 1972 από τον Μίκη Θεοδωράκη. Eκείνη την εποχή, ο Pablo Neruda ήταν πρέσβης της Χιλής στο Παρίσι και παρακολούθησε, ενθουσιασμένος, κάποιες από τις πρόβες του έργου μαζί με τη σύζυγό του. Τον Σεπτέμβρη του 1973, στο πλαίσιο της μεγάλης περιοδείας του στη Λατινική Αμερική, ο Μίκης Θεοδωράκης επρόκειτο να παρουσιάσει το έργο στο στάδιο του Santiago. Τα σχέδια του ανατράπηκαν όμως στις 11 του Σεπτέμβρη, όταν ευρισκόμενος στη Βενεζουέλα, πληροφορήθηκε για το στρατιωτικό πραξικόπημα του Πινοσέτ, που ανέτρεψε την εκλεγμένη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Αλιέντε (o οποίος πέθανε τη μέρα του πραξικοπήματος). Λίγες μέρες μετά, στις 23 Σεπτεμβρίου, έφυγε από τη ζωή και ο Pablo Neruda. Ο Πινοσέτ παρέμεινε στην εξουσία μέχρι το 1990, με αποτέλεσμα τo έργο να παρουσιαστεί τελικά στη Χιλή είκοσι χρόνια μετά, το 1993…

Τον Σεπτέμβρη του 1974 πραγματοποιήθηκε στο Παρίσι η ηχογράφηση μιας πρώτης μορφής με τέσσερα κομμάτια του «Canto General», με την Μαρία Φαραντούρη, τον Πέτρο Πανδή, τα περίφημα Κρουστά του Στρασβούργου και την Εθνική χορωδία της Γαλλίας. Από την ηχογράφηση αυτή προέκυψε ένας μονός δίσκος που κυκλοφόρησε από την ΕΜΙ αρχικά στην Γαλλία και στη συνέχεια και στην Ελλάδα.

Οκτώ κομμάτια του έργου παρουσιάστηκαν σε τέσσερις μεγάλες συναυλίες στο Στάδιο Καραϊσκάκη από τις 13 έως τις 16 Αυγούστου 1975, με σολίστ την Μαρία Φαραντούρη και τον Πέτρο Πανδή, απαγγελία από τον Μάνο Κατράκη και τη συμμετοχή της Εθνικής χορωδίας της Γαλλίας και των Κρουστών του Στρασβούργου. Από τις συναυλίες αυτές προέρχεται και ο διπλός δίσκος που κυκλοφόρησε από την Μinos. Στα κατοπινά χρόνια ακολούθησαν κι άλλες δισκογραφικές εκδόσεις, με το έργο ολοκληρωμένο πια από το συνθέτη του.

Πηγή: ogdoo.gr

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2019

"Άσε το Φθινόπωρο γύρω σου να στρώσει τ' άνθη τα στερνά..."



Άσε το Φθινόπωρο
γύρω σου να στρώσει 
τ' άνθη τα στερνά. 
Μια ζωή πεθαίνει 
μια πνοή περνά. 
Πάντα σε προσμένει 
μια άνοιξη ξανά.

Άσε το Φθινόπωρο 
γύρω σου να απλώσει 
μια στερνή ευωδιά. 
Μια χαρά χαμένη 
μέσα στην καρδιά. 
Πάντα σε προσμένει 
μια άνοιξη ξανά.

Ποίηση: Κώστας Χατζόπουλος
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης 
Ερμηνεία : Διονύσης Τσακνής και Παιδική Χορωδία Δημήτρη Τυπάλδου 

Δίσκος: ΔΕΣ ΤΙ ΛΑΜΠΡΟ ΦΕΓΓΑΡΙ (2005)

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2016

Η μυστηριακή σχέση του Μίκη Θεοδωράκη με τον πατέρα του...

Το 2013 κυκλοφόρησε στα Γιάννενα από την Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών (Ε.Η.Μ) το βιβλίο του Γεωργίου Θεοδωράκη " Από την Εποποιΐα του 1912. Πολεμικές Σελίδες. Μέρος 1ο. Ήπειρος". Ο Γεώργιος Θεοδωράκης ήταν πατέρας του Μίκη Θεοδωράκη.
Στο βιβλίο δημοσιεύεται επιστολή του Μίκη Θεοδωράκη προς την Ε.Η.Μ με  αφορμή την έκδοση του βιβλίου.


Ο Μίκης Θεοδωράκης σε παιδική ηλικία με τον πατέρα του


" Προς την Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών
                                                                        Αθήνα, 17. 8. 2012

Αγαπητοί φίλοι,
Σας ευχαριστώ θερμά για την τόσο ευγενική σας απόφαση να εκδώσετε τις " Πολεμικές Σελίδες " του Γεωργίου Μ. Θεοδωράκη, πολυαγαπημένου μου πατέρα.
Οφείλω να σας πω ότι το κείμενο αυτό υπήρξε το ευαγγέλιο - οδηγός της ζωής μου. Θα το βρείτε μέσα σε κάθε μου σκέψη - πράξη - μουσική δημιουργία. Η σχέση μου με τον πατέρα μου είχε μια πλευρά μυστηρίου, με αποτέλεσμα να μου σώσει τη ζωή όχι μία ή δύο αλλά δεκάδες φορές, αφού κάθε στιγμή που βρισκόμουν στο χείλος του θανάτου, η σκέψη μου πήγαινε σε κείνον και μια μυστηριακή δύναμη τον έφερνε κοντά μου ως Φύλακα Άγγελο για να με σώσει...Μου έλεγε τότε, ότι άκουγε μια φωνή μέσα του που τον προειδοποιούσε  και τον επιστράτευε. Σας τα γράφω αυτά, γιατί πιστεύω ότι  βοηθούν τον αναγνώστη να κατανοήσει καλλίτερα τον έφηβο εθελοντή που έχυσε πρόθυμα το αίμα του για την απελευθέρωση της πατρίδας και, ταυτόχρονα, σε ό,τι με αφορά, εξηγώ τη στάση μιας ζωής με οδηγό έναν τέτοιο μοναδικό άνθρωπο, που την πεμπτουσία του μπορεί να περιγράψει μια μόνο λέξη: Αγάπη...
Για να γίνω περισσότερο κατανοητός, ας μου επιτραπεί να σας διηγηθώ μόνο ένα από τα πολλά περιστατικά που φανερώνουν την μυστηριακή σχέση που μας ένωνε. Στις 25 Μαρτίου του 1949 μάς ανήγγειλαν στο Τέταρτο Τάγμα Πολιτικών Κρατουμένων στην Μακρόνησο, ότι την επομένη τριακόσιοι νέοι και ανάμεσά τους κι εγώ, θα μεταφερθούμε στο Πρώτο Στρατιωτικό Τάγμα, όπου μας περίμενε βέβαιος θάνατος μαρτυρικός. Ξάπλωσα στη σκηνή μου με τη σκέψη στον πατέρα μου που βρισκόταν μαζί με τη μητέρα μου στο χωριό Γαλατάς της Κρήτης. Έξω από το μικρό μας σπίτι είχε καταιγίδα και οι γονείς μου ήταν ανήσυχοι. Δεν μπορούσαν να κοιμηθούν. Ξαφνικά ο πατέρας μου λέει στη μάνα μου: " Άσπα, κάτι τρομερό  συμβαίνει στο Μίκη. Κινδυνεύει". " Τότε", του λέει εκείνη, " θα πρέπει να βοηθήσουμε το κυπαρισσάκι να μην το ξεριζώσει ο αέρας". Έβαλαν τα παλτά τους και κατέβηκαν στον κήπο και μέσα στην καταιγίδα και στη βροχή κρατούσαν το λεπτό κορμί του κυπαρισσιού να μη σπάσει. Γιατί όταν το φύτευαν είχαν πει " Αυτό το κυπαρίσσι είναι ο γιος μας, ο Μίκης".
Την άλλη μέρα, όταν μας οδηγούσαν μέσα από τα βράχια στον τόπο του μαρτυρίου, ο πατέρας μου ταξίδευε με ένα σαπιοκάραβο που εξώκειλε στη Σαντορίνη και έτσι με χίλια βάσανα έφτασε στον Πειραιά. Ως πρώην Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών είχε ισχυρούς φίλους. Πήγε λοιπόν στον Αρχηγό της Χωροφυλακής κ. Λειβαδέα, που του έδωσε την άδεια να με επισκεφθεί στο Τέταρτο Τάγμα. Στις 2 - 3 μέρες που βρισκόταν στην Αθήνα, εγώ βασανιζόμουν στη χαράδρα του 1ου Τάγματος. Έτσι όταν με έβαλαν ημιθανή και παραμορφωμένο από τα χτυπήματα σε φορείο για να με πάνε στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο, εκείνος έπαιρνε το λεωφορείο για το Λαύριο και φτάσαμε ταυτόχρονα  στην αποβάθρα. Ο ένας περίμενε το καΐκι για να τον πάει στο νησί και ο άλλος ξεφορτώθηκε με το φορείο ακριβώς μπροστά στα πόδια του.
Καθώς με τράνταζαν για να με πάνε από το καΐκι στην προκυμαία, ξύπνησα, άνοιξα τα μάτια μου και τι είδα; Από πάνω μου ακριβώς τον πατέρα μου με σάρκα και οστά. Με μιας αναστήθηκα μέσα μου. Πήρα τεράστιες δυνάμεις. Τον κοίταξα σαν Θεό. Με κοίταξε κι αυτός αλλά δεν με γνώρισε!
Σταματώ εδώ. Δεν χρειάζεται νομίζω να πω τίποτα άλλο. Θα τελειώσω λέγοντας μόνο ότι όταν τον έχασα, έφυγε από μέσα μου το πιο πολύτιμο κομμάτι της ζωής μου, που ως φαίνεται μονάχα αυτός μπορούσε να μου το προσφέρει και τότε κατάλαβα ότι ζούσα μόνο γι' αυτόν...
Τώρα πια θα έχετε καταλάβει τι σημαίνει για μένα αυτή η έκδοση. Κι αυτό μόνο και μόνο γιατί θα τον ευχαριστήσει - όπου κι να βρίσκεται - να μάθουν ιδιαίτερα οι Ηπειρώτες τον σύνδεσμο αίματος που τους ενώνει μαζί του.

                                                                                     Σας ευχαριστώ
                                                                                   Με την αγάπη μου,
                                                                                    Μίκης Θεοδωράκης  "

Μνήμη της πέτρας

Δίσκος του 1987
Στίχοι: Μιχάλης Μπουρμπούλης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεία: Θανάσης Μωραΐτης

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2016

Σε βρίσκω στα βιβλία

Σε βρίσκω στα βιβλία που δε γράφτηκαν, 
μες στα τραγούδια που δεν άκουσα.
Σε βρίσκω και σε παλιές εικόνες που εχάθηκαν, 
σε ό,τι έφυγε και δε γυρίζει πίσω.

Σε βρίσκω στο όνειρο αγάπης μακρινής, 
στο όνομα το ακριβό που δεν το λέμε.
Στον πυρετό κάποιας αρρώστιας σκοτεινής, 
στα πάθη που ντρεπόμαστε και κλαίμε.

Στίχοι: Αγγελική Ελευθερίου 
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεία: Αλίκη Καγιαλόγλου 
από τη "Φαίδρα"

Τρίτη 19 Απριλίου 2016

Πήρα τους δρόμους τ' ουρανού

Να 'χα δυο χέρια, δυο σπαθιά
να σε σκεπάσω αγάπη μου
να μη σ' αγγίζει ο πόνος.
Να 'μουν αητός, να 'χα φτερά
για να σε πάρω μακριά
να μη σε βρίσκει ο χρόνος.

Έφυγ' η μέρα μας πικρή
κι άρχισε να βραδιάζει,
μες στο τραγούδι το αίμα μου
κόμπο  τον κόμπο στάζει.

Πήρα τους δρόμους τ' ουρανού
τα σύννεφα κυνήγησα
μίλησα με τ' αστέρια.
Έψαξα νότο και βοριά
για να σου φέρω τη χαρά
μα έμεινα μ' άδεια χέρια.

Έφυγ' η μέρα μας πικρή
κι άρχισε να βραδιάζει,
μες στο τραγούδι το αίμα μου
κόμπο τον κόμπο στάζει.

Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη




Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2015

Με το λύχνο του άστρου στους ουρανούς εβγήκα...

Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη
Μουσική :Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Με το λύχνο του άστρου στους ουρανούς εβγήκα
στο αγιάζι των λειμώνων στη μόνη ακτή του κόσμου
πού να βρω την ψυχή μου το τετράφυλλο δάκρυ!

Τα κορίτσια μου πένθος για τους αιώνες έχουν
Τ΄ αγόρια μου τουφέκια κρατούν και δεν κατέχουν
πού να βρω την ψυχή μου το τετράφυλλο δάκρυ!

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2015

Σερενάτες

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2015

Σημειώματα, επιστολές και ποίηση του Μίκη Θεοδωράκη

Μυρτώ και Μίκης στα 1944.
Επιμέλεια: ofisofi //atexnos

Ο Μίκης Θεοδωράκης συμπληρώνει σήμερα 90 χρόνια ζωής. Οι ευχές μας ας ενωθούν  μαζί με όλων εκείνων που οι μελωδίες και τα τραγούδια του σημάδεψαν και ενέπνευσαν τη ζωή τους. Να είναι γερός, δυνατός και πάντα νέος στην ψυχή,  στην καρδιά και στο νου. Χρόνια  του πολλά και καλά.

Μια στιγμή από τη ζωή του, τη νεότητά του, με  σημειώσεις και σχόλια  για την τέχνη και την επανάσταση, τη μουσική, το κίνημα  και  ποιήματα για τον αγώνα και τον έρωτα παρουσιάζει αφηγούμενος  στο δεύτερο τόμο της αυτοβιογραφίας του «Οι δρόμοι του Αρχάγγελου» και μας βοηθάει να καταλάβουμε το κλίμα μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε το  μουσικό του έργο.

[…Ευθύς μετά τα Δεκεμβριανά έγραψα τους «ΠΕΝΤΕ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ»

( Σημειωματάριο πολέμου). Το παραθέτω ολόκληρο, για να δοθεί η διαφορά από το ύφος της εποχής της Τρίπολης και, κυρίως, για το περιεχόμενο, που αποκαλύπτει τον ψυχικό και πνευματικό μου κόσμο, ευθύς μετά τη συμμετοχή σε μια κορυφαία μάχη της νεότερης ιστορίας μας.
1946. Ημιπαράνομος με τη Μυρτώ στην Ακρόπολη, μετά τον τραυματισμό στις 31.3.46, στην Ομόνοια
«ΠΕΝΤΕ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ» (Σημειωματάριο πολέμου), Δεκέμβρης 1944.

Πώς βρέθηκα μεμιάς τόσο μακριά; – Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω – Πόσο εκμηδενίζεται η στιγμή – όταν κάθεσαι ανάμεσα σε δυο φώτα – Αναγκάστηκα να αμυνθώ για τη ζωή μου. – Είχε τόσο μυστικά διαρρεύσει απ’ το σώμα μου – κι είχε σκορπίσει τριγύρω μου – ώστε ήμουν δεμένος αναπόσπαστα. – Προχωρήσαμε όλοι μαζί – αναγκαστικά σφιχτοδεμένοι – με αλλαγμένες καρδιές – από στήθος σε στήθος. – Δεν είχαμε δικαίωμα να μιλήσουμε . – Γυρίσαμε σχεδόν μαζί τα μάτια – στο βάθος του ορίζοντα – Χίλια πουλιά ασύνταχτα σβήναν. – Είχαμε ήδη διανύσει περπατώντας μεγάλη απόσταση. – Στο σημείο αυτό που βρισκόμαστε – μπορέσαμε να διακρίνουμε – την κόκκινη πινακίδα. – Υποθέσαμε πως μπορεί να σημαίνει – το σύνορο που χωρίζει – το παρόν απ’ το μέλλον. – Σφίξαμε τότε το λουρί της κάσκας στο μάγουλο – προσπαθώντας να αναπνεύσουμε  – με τον παγωμένο αέρα – κάποια σκέψη  που ν’ αντέχει – το θλιβερό τοπίο. – Οι τοίχοι των σπιτιών – ξαποστέλνουν πίσω τρομαγμένοι – τους ήχους των βημάτων μας. – Βλέπουμε τους ίσκιους μας – να καθρεφτίζονται  κουρασμένοι – στα συννεφιασμένα μάτια του ουρανού – καθώς προχωρούμε προσεχτικά – πιασμένοι χέρι με χέρι – πάνω στη γραμμή που χαράζει – το φρύδι του πολέμου.

Πίσω απ’ τις σκοτεινές πολυκατοικίες – παραμονεύει τριχωτό – το χέρι του Πολύφημου. – Είμαστε πέντε σύντροφοι – πιασμένοι χέρι με χέρι – καρδιά ξεπλυμένη στο χιόνι της νύχτας – Και τα λιβάδια της άνοιξης  – ζωγραφισμένα.

Χωμένος στη λάσπη – σφίγγω στο χέρι μου την αραβίδα. – Για μια στιγμή – αισθάνθηκα  το κεφάλι να ξεκολλά απ’ το σώμα μου – και να πηγαίνει σε άλλο σώμα – και μετά σε άλλο και σε άλλο – ο τόπος γέμισε με ακέφαλα πτώματα και – μόνο το κεφάλι μου γυρίζει – από σώμα σε σώμα. – Τι γινήκαν λοιπόν τα κεφάλια – των συντρόφων μου;

Τα σύννεφα δεν απέχουνε πολύ απ’ τη γη. Έχουν κατέβει. Πιστεύω πως μέχρι το πρωί δεν θα υπάρχει πια τίποτα. Θ’ αρχίσουν απ’ τις ψηλές πολυκατοικίες και τα φουγάρα των εργοστασίων στον Πειραιά. Οι τοίχοι θα λυγίσουν και σπάζουν λίγο λίγο. Έπειτα θα’ ρθεί η σειρά των σπιτιών. Τελευταία θα λιώσουν οι συνοικισμοί κι οι ξύλινες παράγκες στο Δουργούτι.

Τότε στην απέναντι γωνιά από μας – φάνηκαν τέσσερις άντρες. – Ήτανε τέσσερις άντρες της αρχαίας Αθήνας – και φορούσαν χειμωνιάτικες χοντρές χλαμύδες. –  Ήταν πια καιρός – γιατί το χώμα είχε γίνει ρευστό και – τρικυμισμένο. – Περάσαμε προς το μέρος τους συρτά – κι όλοι μαζί – βλέπαμε – την Πολιτεία μας – να κλυδωνίζεται τριγύρω ακυβέρνητη και – μεθυσμένη.

Σιγά σιγά εντελώς απροσδόκητα – πλάι σ’ αυτούς τους άντρες – ανακαλύψαμε πως τα γερμανικά κράνη – κατεβασμένα πάνω στο μέτωπο – δεν μας εμπόδιζαν τώρα να δούμε – τα μάτια μας. – Η Ελένη – με χαιρετούσε στην είσοδο του πάρκου.

Όμως μάταια.- Μια βουή άρχισε να σηκώνεται – απ’ την μιαν άκρη της Πολιτείας  έως την άλλη. – Βουτήσαμε τότε αμέσως κι οι πέντε – στην τρικυμισμένη θάλασσα. – Καθώς κολυμπούσαμε – για πρώτη φορά φτάσαμε στη λεωφόρο και διακρίναμε – την ατελείωτη σειρά των κρεμασμένων, – κι όλοι όμοιοι – η μητέρα μου κι η Ελένη – η μητέρα μου κι η Ελένη – η μητέρα μου κι η Ελένη – Χίλιες φορές – η μητέρα μου κι η Ελένη – κι από πάνω – περνώντας τα βλήματα των πλοίων του Φαλήρου – να σχηματίζουν – γιορτινή πολύχρωμη αλέα.

Οι τέσσερις σύντροφοι ανησύχησαν καθώς αργούσαμε – κρατούσαν γερά όμως στο πόστο μας – στις στιγμιαίες λάμψεις του πολυβόλου – μπορούσε κανείς να διακρίνει – τη λεπτή κόκκινη κλωστή που ένωνε – τις καρδιές μας.

Ο ουρανός και τα σύννεφα κατεβαίνουνε ολοένα προς την Πολιτεία. Γύρω μας η θάλασσα φουσκώνει και τα κύματα μάς κάψανε στο πρόσωπο τα μάτια. Απ’ το λόφο του Αρδηττού ακούστηκε κάποιο χωνί να σβήνει « Η Αθήνα δεν πεθαίνει. Νικά», όμως η αυγή δεν έλεγε να’ρθεί.

Ο ουρανός με τα σύννεφα καθώς κατεβαίνει έχει ακουμπήσει τις ψηλές πολυκατοικίες και τα φουγάρα των εργοστασίων στον Πειραιά. Κι η θάλασσα από κάτω ανεβαίνει και μας αρπάζει. Ξαφνικά μέσα στην τρικυμία φάνηκε ένα φως κι η φωνή σου αντήχησε δυνατή πριν προλάβει το κύμα να την αρπάξει. Ήταν τόσο γερή ώστε να μας στηρίξει για αρκετήν ώρα στην επιφάνεια. Όμως ήταν πια αργά. Τώρα ακριβώς που οι καρδιές μας ανοίγουν ξανά διάπλατα  τις πόρτες τους βρέθηκε να στερέψει διαμιάς η απέραντη θάλασσα και τα κύματα γίνηκαν μαύρα πουλιά. Η φωνή σου ήταν άχρηστη πια έτσι καθώς βρισκόμαστε ξαπλωμένοι ανάμεσα στα ερείπια και οι άλλοι να περνούν και να μας πατούν

…………………………………………………………………………………………………………..

πέντε αμούστακοι στρατιώτες του Δεκεμβρίου δρασκελίσανε με τόση αγάπη το σύνορο του θανάτου.


Σε διάλειμμα της παρανομίας (1948) στο σπίτι της Νέας Σμύρνης μπροστά από το αρμόνιο.

Το σύνολο της ερωτικής μου ποίησης είναι εμπνευσμένο και αφιερωμένο στη Μυρτώ. «Όλη η σκέψη μου είναι ένα ανθισμένο κλωνάρι αμυγδαλιάς κρεμασμένο στο παράθυρό σου.» Έτσι αρχίζει το «ΕΡΩΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ».

« Η φωνή μου σου μιλά με χίλια χρώματα και με χίλιες μυστικές ανταύγειες – κι όμως εσύ μένεις βυθισμένη στο όνειρο της ζωής σου(…) Και μην ξυπνήσεις. Δε θα’ χεις εδώ να γνωρίσεις τίποτα πιότερο απ’ ό,τι ήδη γνωρίζεις – αφού κι ο πόνος ακόμα, που σημαδεύει μ’ ένα άστρο το σκεφτικό μέτωπο της ζωής , αρνήθηκε τον εαυτό του – και γίνηκε, ως κι αυτός , απόψε χαρά!» Το Μάρτη του 1945, ανάμεσα σ’ ένα λιντσάρισμα στο Πανεπιστήμιο και μια φυλάκιση στην Καλλιθέα, έχω το κουράγιο ο αθεόφοβος να γράφω στο ποίημα « ΜΥΡΤΩ», αυτούς τους στίχους: « Είναι ακατανόητο κι όμως αληθινό, αγαπημένη, πως το σύμπαν ολάκερο κι ολάκερος ο Θεός – χωρούν στο φιλί που μου δίνουν τα υγρά σου χείλη!»

Πριν όμως συνεχίσω με τα ερωτικά, επανέρχομαι στα πολεμικά, με την ποιητική περιγραφή ενός επεισοδίου, που σας διηγήθηκα πιο πριν. Για κείνη τη νύχτα σε μια ταράτσα στην Άνω Νέα Σμύρνη. Το ποίημα έχει τίτλο

«Χριστούγεννα 1944». « Ο αγέρας κάλπαζε  βαστώντας με πύρινα χαλινά τα σκοτεινά σύννεφα – Τσακισμένοι, βολευτήκαμε ο ένας πλάι στον άλλον – πάνω στο σανίδι, που είχε μυρουδιά κηδείας – Από πάνω μας τ’ αεροπλάνα της RAF- σπέρνουν στο σκοτάδι πύρινες μαργαρίτες – Οι λεύκες γέρνουν στο χώμα οργισμένες – προσπαθώντας να φτάσουν τα τανκς – που μας παραμονεύουν σιωπηλά – μέσα στη νύχτα – ο Μαργαρίτης πηγαίνει μπροστά – στη γυριστή σκάλα που οδηγούσε στη σκοπιά – Ανεβαίναμε σπρώχνοντας προς τα πάνω – με όλη μας τη δύναμη – το σκοτεινό ουρανό που μας πιέζει – Χαϊδεύω με το γυμνό δάκτυλο τη σκανδάλη του όπλου – Ο άνεμος κι η βροχή χαστουκίζουν στο πρόσωπό μου, τα περιβόλια με τα όνειρα – την αίθρια τόλμη της γενιάς μου – (…) Ήξερα τώρα, πως τα βήματα μου – πάνω στην παγωμένη πλάκα της ταράτσας – μετρούσαν τον παλμό του κόσμου». Στην «ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ» , ένα κάπως εκτεταμένο ποίημα, γραμμένο στα 1946 τελειώνω ως εξής: « Το αίμα έχει σχηματίσει μια λίμνη – λίγο πιο πάνω από το μέρος που στεκόμαστε – ο μύθος της φυλής αυτής λέει πως στο βυθό της – κατοικούν τα ινδάλματα όλων των ανθρώπων – όποιος θελήσει να δει τον εαυτό του – δεν έχει παρά να σταθεί – πάνω από την ακίνητη επιφάνειά της». Βλέπει κανείς την αγωνία από την αδελφοκτόνο διαμάχη, που καθημερινά παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις. Ήδη, στο βάθος του ορίζοντα, αρχίζει να διακρίνεται αποκρουστικό το φάντασμα του επερχόμενου εμφυλίου. Έτσι, όλα θα κατέληγαν σε μια πελώρια λίμνη αίματος. Καθισμένοι στο πατάρι του Λουμίδη, στη Σταδίου, συζητάμε για την πολιτική κατάσταση. Όλοι μας φυσικά ΕΑΜίτες. Νέοι, ως επί το πλείστον, διανοούμενοι, καλλιτέχνες. Νεοσσοί. Ο βασικός διαχωρισμός γίνεται ανάμεσα σε δύο απόψεις. Η πρώτη: « Εμείς, σαν πνευματικοί άνθρωποι, έχουμε ανάγκη τα κρατικά μέσα για να επικοινωνήσουμε με το λαό. Το ΕΑΜ χάνει τη μάχη. Αν το ακολουθήσουμε στην πτώση του, τότε πώς θα επικοινωνούμε με το λαό, που είναι και το βασικό μας χρέος;» Η δεύτερη:

« Το πρώτο μας χρέος είναι να εκφράσουμε πιστά και σωστά το λαό. Αν το ΕΑΜ τον εκφράζει πολιτικά, τότε κι εμείς, μόνο μαζί με το ΕΑΜ, συμμεριζόμενοι τα πάθη του λαού, μέσον των παθών του ΕΑΜ, θα μπορέσουμε, αν και εφόσον επιζήσουμε, να εκφράσουμε καλλιτεχνικά το λαό. Το πρόβλημα της επικοινωνίας έρχεται μετά…».

Ύστερα από λίγους μήνες βρεθήκαμε οι μισοί στις εξορίες και οι μισοί στην Αθήνα, στα σπίτια τους, έως ότου, τους περισσότερους η αντιδραστική εξουσία, μέσον του κράτους – Σειρήνα, εξαγόραζε τη φρονιμάδα τους με την ψυχή τους. Μέσα από τις σκέψεις και τα ποιήματα, εγώ προετοίμαζα να σταθώ πάνω από τη λίμνη του αίματος , προκειμένου να δω το πρόσωπό μου. Να είμαι, δηλαδή , εγώ ο ίδιος και όχι ένας άλλος. Κάθε εποχή έχει, φυσικά, το δικό της τίμημα. Θα σου ζητούν πάντα να σταυρωθείς για να αναστηθείς. Όμως, εκείνον τον καιρό, ναι – ο μόνος τρόπος για να μείνεις πιστός στον εαυτό σου ήταν να διαλυθείς μέσα στους άλλους , που εκείνην τη στιγμή το’ παιζαν κορόνα γράμματα με την ιστορία. Θα μου πείτε: « Και τι έγινε; νικήσαμε; φτάσαμε στην Ιθάκη;» Την απάντηση την έχει δώσει προ πολλού ο ποιητής. Σημασία είχε το «ταξίδι». Η απόφαση που παίρνεις εσύ ο ίδιος και που σε εκσφενδονίζει στο κέντρο του ηφαιστείου. Γίνεσαι τότε ένα με τη λάβα. Και αν επιζήσεις, τότε θα έχεις πολλά και σημαντικά να διηγηθείς στους ανθρώπους. « Η λέξη ‘ευαισθησία’ είναι κάτι που ταιριάζει – στους ώριμους καρπούς που πλημμυρίζουν από ζωή – πολύ περισσότερο αν είναι μητρικό στήθος – παρ’ ότι αν είναι μια φωνή που σε καλεί σε βοήθεια – Εξάλλου οι αναθυμιάσεις αυτές του αίματος – δεν μπορούν ν’ αφήσουν ασυγκίνητο ούτε ένα μικρό σπόρο σταριού – Ήδη τρώγοντας ψωμί – τρέφεις τις σάρκες σου – με πόνους και χρέη»( « Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ»).

Μαζί με το Διόνυσο , σύμβολο της βιολογικής και πνευματικής μέθης, η επαφή με τη γη, η αγάπη για το χώμα και τη βλάστηση, ξανάρχονται τώρα μέσα μου από έναν άλλο δρόμο, από κείνον της Τρίπολης. Η φύση, τότε, ήταν το άλλο πρόσωπο της μεταφυσικής, δηλαδή της μόνης αλήθειας και πραγματικότητας. Υπήρχε μια προσπάθεια για μια ριζική μεταστροφή. Σκληρή και απεγνωσμένη, θα’ λεγα, προσπάθεια, γιατί ο πραγματικός μου εαυτός έχοντας ανακαλύψει πια σαν κύριο όργανο έκφρασης τη μουσική σύνθεση, βυθιζόταν όλο και σε πιο απομακρυσμένες πνευματικές και ψυχικές περιοχές από τους ανθρώπους, τους φίλους, τους συντρόφους. Ο διχασμός γινόταν ουσιαστικότερος. Βαθύτερος. Η αποξένωση τραγικότερη. Ακόμη και οι συνάδερφοί μου στο Ωδείο – εκτός σπανίων εξαιρέσεων, όπως , λ.χ., ο Τάτσης Αποστολίδης, που ήταν πολύ κοντά μου – κατανοούσαν και πίστευαν τότε στα έργα, κυρίως μουσικές δωματίου, που τότε οι ίδιοι τα έπαιζαν. Ακούω σήμερα τα « ΕΝΤΕΚΑ ΠΡΕΛΟΥΔΙΑ» για πιάνο, γραμμένα το 1947, λίγες βδομάδες μόλις πριν με πιάσουν, και σκέφτομαι πόσο μπροστά κατόρθωσα τελικά να οδηγήσω τη μουσική μου έκφραση και τα εκφραστικά μου μέσα. Κι όμως κανείς δεν τα κατάλαβε. Κανείς δεν τα’ παιξε. Έπρεπε να περιμένω πάνω από τριάντα πέντε χρόνια για να τα ανακαλύψουν τρεις θαυμάσιες Ελληνίδες πιανίστες, η Τόμπρα, η Μουζάλα και η Καρρά. Ακούγοντας το έργο αυτό και τοποθετώντας το στην Αθήνα του 1947, και μάλιστα στην Αθήνα του ΕΑΜ του 1947, θα κατανοήσετε την τραγική μοναξιά μου.



Το ίδιο ισχύει και για το «ΤΡΙΟ» και ένα σωρό άλλα συμφωνικά έργα, που θα δούμε παρακάτω. «Θυμάμαι πως μου είπες μια λέξη – κι εγώ έκοψα λίγο χορτάρι – με τις ρίζες νωπό χώμα – να τρίψω την καρδιά μου να ευωδιάσει.» Είναι οι πρώτοι στίχοι από το εκτεταμένο ποίημα με τίτλο «ΕΤΣΙ ΜΥΡΙΖΕΙ ΤΟ ΧΩΜΑ ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΟ ΜΙΚΡΗ ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΗ ΒΡΟΧΗ». Θυμάμαι, σαν και τώρα, στη Λέσχη της ΕΠΟΝ το Ρίτσο να λέει: « Θεέ μου, τι μεγάλος τίτλος!» Και με το δίκιο του.

Και για να ξαναγυρίσω στην ερωτική ποίηση. « Ξέρεις τις μικρές ανεμώνες που φυτρώνουν τον Απρίλη; – θα’ θελα πολύ να στις αραδιάσω πλάι – πλάι – μέσα σ’ ένα ουρανί πλαίσιο – Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να σου εκφράσω τα όνειρα που με δέρνουν για σένα.» Φαίνεται ότι μονάχα  ο έρωτας ήταν ικανός να με σώσει από την τραγική αντίφαση που οδηγήθηκα άθελά μου. Εγώ, ο εραστής των άστρων, ο αιθεροβάμων, να είμαι βουτηγμένοςς ως το λαιμό μέσα στη λάσπη και στο αίμα, που σηκώνουν θάλασσα γύρω μας τα πάθη των ανθρώπων. Στο μάθημα μαρξισμού, με το Μήτσο Παρτσαλίδη, στην οδό Ερμού, έκανα την εξής πρόταση : « Να δοθεί γραμμή να πάνε τα μέλη μας στο Ωδείο Ηρώδου ν’ ακούσουν την «ΕΝΑΤΗ», που είναι αυτό κι αυτό…». και ο τιμημένος ηγέτης απάντησε: « Μα για Μπετόβεν είμαστε τώρα, σύντροφε;» Υπονοώντας, προφανώς, ότι ο Μπετόβεν είναι ένα «στοιχειό» τόσο απομακρυσμένο από την «πάλη του λαού», όσο και ένα πολικό άστρο. Έτσι, μια άλλη μέρα, όταν δίδασκε πάλι ο ίδιος «καθηγητής», ακούγοντας τη «ΣΕΡΕΝΑΤΑ» του Σούμπερτ από το απέναντι σπίτι άφησα την ψυχή μου να πετάξει σαν ένα κόκκινο μπαλόνι. Μέθυσα από τα ύψη και τις ομορφιές και ζητώντας ξαφνικά το λόγο, είπα: « Σύντροφε, άκουσα τη

«ΣΕΡΕΝΑΤΑ» του Σούμπερτ και μάτωσε η καρδιά μου. Δεν κάνω για επαγγελματικό στέλεχος. Θα μείνω πιστός. Θα είμαι στην πρώτη γραμμή…Όχι όμως επαγγελματικά…Ανήκω αλλού…».

Υποσχέθηκα να μην επεκταθώ σ’ αυτήν την αφήγηση σε καταστάσεις και προβλήματα ιδεολογικοπολιτικά. Μονάχα στα αναγκαία, για να κατανοηθεί κύρια το μουσικό μου έργο. Μιλώντας όμως για τραγικό διχασμό, βάζουμε αυτομάτως αντιμέτωπη τη Μουσική με την Επανάσταση. Ήταν έτσι; Βλέπετε ότι η ίδια η φύση μου, ως καλλιτέχνη και επαναστάτη, έβαζε και βάζει επί τάπητος το πρόβλημα των σχέσεων Τέχνης και Επανάστασης. Ή, με άλλο όνομα, της πολιτικής και της πολιτιστικής επανάστασης. Δεν πρόκειται λοιπόν για ένα αφηρημένο συλλογισμό, αλλά για μια βιωματική αναγκαιότητα, που μην μπορώντας να λυθεί – τι λέω να λυθεί; ούτε να εκφραστεί! – στην πράξη, αισθανόμουν και αισθάνομαι να διχοτομούμαι. Να είμαι ξένος στον εαυτό μου. Όταν ο εαυτός μου είναι ο αγωνιστής, να είναι ξένος ο μουσικός.
Πάσχα 1949. Επισκεπτήριο στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο με τη Μυρτώ και τον πατέρα του, μετά την επίσκεψη Παπάγου και το ολονύχτιο ξύλο

Και όταν γίνεται μουσικός, να είναι ξένος ο αγωνιστής. Κι αυτό γιατί, και τότε και τώρα, το αριστερό μας κίνημα, για χίλιους δυο λόγους, με την Τέχνη έχει σχέσεις …κοινωνικές. Απλώς, ζουν και οι δυο στην ίδια πόλη. Να μην πουν κάπου κάπου καμιά «καλημέρα»; Δίκαια, λοιπόν, και ενώ είμαι απ’ τη μια μεριά ψυχή τε και σώματι αφοσιωμένος στον Εκπολιτισμό της Αθήνας, ενώ από την άλλη συνθέτω το «ΤΡΙΟ», να προσπαθώ να σωθώ απ’ τον έρωτα:

«ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ ΜΕ ΛΥΤΡΩΣΑΝ ΑΠ’ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ» ο τίτλος είναι χαρακτηριστικός. Ποιος θα με κατηγορήσει; Ο « Ριζοσπάστης» μήπως δεν έγραφε , την επομένη της διαδήλωσης  για την «αποχή», για μένα « ένας φοιτητής νεκρός;» Άρα, δεν είχα καμιά προκατάληψη να μη λυτρωθώ μέσα στο « κίνημα». Να όμως που οι προβοσκίδες του καλλιτέχνη έπιαναν τότε, όπως και σε άλλες εποχές, μηνύματα μυστικά και απόκρυφα για τους άλλους.

«Το στήθος μου επλάτυνε πολύ για να χωρέσει – το μικρό αυτό γιασεμί που έσπειρες – με τα λεπτά σου δάκτυλα αυτήν τη νύχτα – στην καρδιά μου – Δεν σ’ έβλεπα καθόλου – δεν μπορούσα να σε διακρίνω – μέσα σε τόσο σκοτάδι  – τα μάτια σου όμως τα ένιωθα – πάνω σ’ όλο μου το δέρμα να με διατρέχουν – σαν τα κοπάδια της Πίνδου – και μπορούσα να μαντέψω ακόμα – τους μικρούς Νάρκισσους πεσμένους – πάνω από τα πρασινόγκριζα νερά τους – Δεν ήμουν πια μόνος – αιχμάλωτος αυτής της σκοτεινής δυστυχίας – Πλάι μου άρχισε ήδη να φουντώνει – η πυρκαγιά που άναψες εκείνο το βράδυ – τρίβοντας με δύναμη το γέλιο σου – πάνω στην ανώμαλη επιφάνεια της καρδιάς μου – όπως κάνουν στα ανήσυχα δάση – της Κεντρικής Αφρικής – Τώρα κατάλαβες κι εσύ πόσο κοντά μου – είναι αυτή η φωτιά ώστε να κινδυνεύω – να γίνω στάχτη – Έτσι όμως που μ’ έχεις ποτίσει με κρασί και με γάλα – με χαρά κι εμπιστοσύνη – πιστεύω  πως θα γίνω μια γόνιμη στάχτη  – Θέλω λοιπόν να με σκορπίσεις – στις ρίζες των μικρών καρδιών – που ονειρεύονται έναν παρόμοιο θάνατο – Θ’ ανάψω παντού πυρκαγιές – θα κάνω ν’ ακούγεται παντού – το πύρινο γέλιο σου – Αμφιβάλλω όμως αν οι φωτιές μου – φτάσουν το φως τόσο ψηλά – που ανεμίζεις τη σημαία των ματιών σου – Θα ζήσουν λοιπόν οι άνθρωποι ακόμα – ανυποψίαστοι πως υπάρχουν – σαν τρομαγμένα πλοία που τσακίζονται – στους βράχους – κι οι μικροί Νάρκισσοι πεσμένοι – πάνω από την πρασινόγκριζη επιφάνειά τους – θα εξακολουθούν να πνίγονται γεμάτοι έκσταση – προσπαθώντας να ανακαλύψουν το βυθό – που υποβαστάζει – τόση απλότητα και αγάπη- συμπυκνωμένη.»

Γιατί τάχα αυτό το συναίσθημα της αυτοκαταστροφής; Η Μυρτώ, που ως τότε ήταν φανατικιά ΕΠΟΝίτισσα, μπροστά στο δικό μου πάθος άρχισε να φοβάται. Γινότανε κάθε μέρα και πιο συντηρητική. Ήταν ήδη τριτοετής στο Πανεπιστήμιο. Οι συνάδελφοί της, επίδοξοι γιατροί, έκαναν τα επαγγελματικά τους όνειρα. Που όλα φυσικά κατέληγαν σ’ ένα ιατρείο γύρω απ’ το Κολωνάκι. Δε μου το’ λεγε, όμως το ένιωθα ότι μαζί μου είχε πρόβλημα. Τι θα κάνουμε στο μέλλον; Από τους φτωχότατους γονείς μας δεν μπορούσαμε να περιμένουμε καμιά βοήθεια. Εμείς εξάλλου εξακολουθούσαμε να μένουμε στο σαλόνι του θείου Αντώνη, ο ένας πάνω στον άλλον, μην έχοντας τη δυνατότητα ούτε να νοικιάσουμε κάπου δυο δωμάτια. Τέλος του ’46, ο Συνεταιρισμός έκλεισε και βρέθηκα χωρίς δουλειά.

Η μόνη μου ελπίδα το δίπλωμα Αρμονίας. Ίσως μ’ αυτό να διοριζόμουν κάπου καθηγητής της μουσικής. Να όμως που δίνω εξετάσεις και με κόβουν! Η πολιτική μάχη έχει μεταφερθεί και μέσα στο Ωδείο Αθηνών. Οι Χίτες μαθητές μπαίνουν ένοπλοι. Από την άλλη πλευρά πρέπει να οργανωθούμε, για να μη μας πετάξουν έξω. Διεκδικούμε το χώρο με καθημερινές συγκρούσεις. Σαν αρχηγός των αριστερών, ενοχλώ τη διεύθυνση και τους καθηγητές μου. Έτσι με απορρίπτουν και δε μου δίνουν το δίπλωμα. Γιατί, παρακαλώ; Γιατί στις εξετάσεις τις ιστορίας δε γνώριζα την ύπαρξη του κυρίου Χαϊνίχεν: Ποιος είναι αυτός; Ένας συνθέτης – φυσικός που διαδραμάτισε μεγάλο ρόλο στο συγκερασμό του τόνου. Όπως ίσως ξέρετε, ο τόνος υποδιαιρείται σε εφτά ίσα μέρη. Πράγμα που σημαίνει ότι μεταξύ του ΝΤΟ δίεση και του ΡΕ ύφεση υπήρχε μια έβδομη διαφορά. Για να διαιρεθούν τα εφτά σε τρισήμισι και τρισήμισι πέρασε ένας αιώνας προσπαθειών. Ο καημένος ο κύριος Χαϊνίχεν – βασικά φυσικός – συνέτεινε αποφασιστικά σ’ αυτό. Όμως εκείνος που εδραίωσε το νέο σύστημα ήταν ο Μπαχ, με τα περίφημα « πρελούδια και φούγκες για ένα καλώς συγκερασμένο κλειδοκύμβαλο».

Έχοντας χάσει το δίπλωμά μου για τον κύριο Χαϊνίχεν, αναγκαστικά τον έμαθα καλά. Και βρήκα άμεση αντιστοιχία, ανάμεσα σ’ αυτόν και ορισμένους σημερινούς μαθηματικούς  – φυσικούς συνθέτες. Έτσι  μια μέρα περπατώντας στην avenue de l’ Opera στο Παρίσι, θα΄λεγα σ’ έναν από αυτούς: « Είσαι σαν το Χαϊνίχεν. Προετοιμάζεις το έδαφος για κάποιο μελλοντικό Μπαχ». Πώς θέλετε να με αγαπούν αυτοί οι άνθρωποι, όταν τους χτυπάς πάνω στο αδύνατο τους σημείο; Άλλο η φυσική και άλλο η μουσική, κύριε Χαϊνίχεν. Συμβολική λοιπόν και η απόρριψή μου. Για κάποιον που δε θα μπορούσα ποτέ να του μοιάσω . Ωστόσο, το πρόβλημα παραμένει. Και άμεσα και μελλοντικά. Ας είναι καλά ο Μενέλαος Παλλάντιος , που μίλησε για μένα στον ιδιοκτήτη του ΛΥΚΕΙΟΥ « ΑΘΗΝΑ», που με διόρισε έστω και χωρίς δίπλωμα. Έτσι έγινα καθηγητής στη μουσική. Τότε το σχολείο ήταν στην πλατεία Βικτωρίας. Το μεσημέρι έτρωγα ένα σάντουιτς στην τάξη, για να μελετώ πιάνο. Και μετά υποδεχόμουνα τα αγόρια και τα κορίτσια (προπαντός) που έρχονταν να σπάσουν πλάκα με το μάθημα της μουσικής.

Ματαίως προσπάθησα να υψώσω τον τόνο, μιλώντας τους για τους μεγάλους συνθέτες και τις μεγάλες φόρμες. Υπήρχε διάχυτη η προκατάληψη. Τα κορίτσια , λίγο μικρότερα από μένα, έπαιρναν πόζες και εκφράσεις βαμπ, για να με γοητεύσουν. Ήταν ένα φανερό ερωτικό παιχνίδι με μπαγκράουντ την πλάκα. Είχα γράψει μερικά σχολικά τραγούδια. Ένα από αυτά, σε ποίηση του Βασίλη Ρώτα, ήταν ο « Κόκοράς μας». Στο μέσον του τραγουδιού, κάποια από τις «μοιραίες» φωνάζει «κουκουρίκου». Οπότε την πλησιάζω και της αστράφτω ένα χαστούκι. Μονομιάς η τάξη ησύχασε. Μερικοί με κοίταζαν με θαυμασμό. Τι συμπέρασμα να βγάλω; Δεν κράτησε πολύ το καθηγητιλίκι. Μόνο λίγους μήνες , γιατί τον Ιούλιο του 1947 με πιάσανε. Αυτήν τη φορά για εξορία. Ήδη το μουσικό κατεστημένο, με επικεφαλής τον ίδιο το Δάσκαλό μου, με τιμωρούσαν για τις ιδέες μου.

Μια βδομάδα πριν, πήγα να συναντήσω τον κύριο Φαραντάτο, πιανίστα, διευθυντή του Ωδείου Αθηνών, και διευθυντή του μουσικού τμήματος του ΕΙΡ. Απόρησε για την επίσκεψή μου. Νόμιζε ότι θα διαμαρτυρηθώ, γιατί αυτός μου υπόβαλε την ερώτηση « Χαϊνίχεν». Εγώ όμως πήγα για να του δώσω τα «ΠΡΕΛΟΥΝΤΙΑ» για πιάνο, που μόλις είχα τότε συνθέσει. Τα κοίταξε, με κοίταξε και μου τα γύρισε πίσω.Έτσι βοηθούσαν τότε οι μεγάλοι τους μικρούς. Συμβουλευόμενος τα χαρτιά μου, ανακάλυψα μερικές επιστολές με το πρόβλημα της απόρριψής μου στις εξετάσεις. Απευθυνόμενος στο Φαραντάτο γράφω: « Το γεγονός ότι κανείς από την εξεταστική επιτροπή δεν είχε καν υπόψη του τον πρώτο μουσικό που εφήρμοσε το συγκερασμένο σύστημα, το Δαβίδ Χαϊνίχεν, μου δίνει το δικαίωμα να ερωτήσω την επιτροπή: Με τι δικαίωμα με απορρίπτουν επειδή δεν ήξερα τον Γκρετρύ, όταν αυτή αγνοεί έναν επίσης μουσικό σημασίας , το Χαϊνίχεν;» Επομένως τα πράγματα είναι αντίστροφα απ’ ό,τι σας τα αφηγήθηκα. Εγώ γνώριζα το Χαϊνίχεν και όχι η επιτροπή.)

Η ζωή μου – η μουσική μου καριέρα – παίχτηκαν μεταξύ Γκρετρύ και Χαϊνίχεν. Νίκησε ο Γκρετρύ και μαζί του, η σοφία και η δύναμη του ελληνικού μουσικού κατεστημένου. Το ότι είμαι ένας φτωχός βιοπαλαιστής που τόλμησα να αφήσω τη δυστυχία και να αφοσιωθώ μ’ όλη μου την ψυχή στη μουσική , αυτό δε σας συνεκίνησε. Δε θέλω να πω πως ήθελα να μου φερθείτε με επιείκεια. Γνωρίζω όμως ότι μου φερθήκατε με αδικία.

Τον Ιούνιο, ένα μήνα πριν από τη σύλληψή μου, έγραψα στο Δημήτρη Μητρόπουλο. Δεν είμαι βέβαιος όμως αν του έστειλα την επιστολή. « Προ ημερών έδωσα εξετάσεις για πτυχίο. Με χτύπησαν όμως με εμπάθεια και φανατισμό(..). Η περίπτωση αυτή αντανακλά, ως ένα σημείο, το κατάντημα της μουσικής ηγεσίας στην πατρίδα μου. Η μουσική σήμερα στην Ελλάδα έγινε σχεδόν μια επιχείρηση εμπορική, με αφεντικά τους επιτήδειους και πονηρούς, και με σκλάβους τους τίμιους και ικανούς εργάτες της τέχνης.»

Στο μεταξύ το αντάρτικο άρχισε να φουντώνει για καλά στα βουνά. Όσο η τρομοκρατία θέριευε, τόσο οι αγωνιστές αποφάσιζαν να τους αντιμετωπίσουν με το όπλο στο χέρι. Όλα γίνονταν, λες και κάποιος σιδερένιος εγκέφαλος καθοδηγούσε τα γεγονότα. Το ΚΚΕ, το ΕΑΜ, ο «Ριζοσπάστης», όλα νόμιμα και νόμιμοι στην Αθήνα. Στα βουνά, ο πόλεμος. Σχιζοφρένεια. Αρχές του ’47, ετοιμάζονταν να μας επιστρατεύσουν. Τα παιδιά μάς ρωτούν: « Τι να κάνουμε;» Το κόμμα λέει: « Να παρουσιαστείτε, να παλέψετε μέσα από το στρατό». Αυτά έλεγα στους άλλους. Όμως εγώ έξυσα τις ημερομηνίες στην ταυτότητά μου και τις άλλαξα. Δεν πίστευα ότι θα μπορούσα να δράσω μέσα από τον εθνικό στρατό. Προτιμούσα να βγω στο βουνό.

Συναντώ τον Πίνδαρο, κομματικό υπεύθυνο, με παραμορφωμένη τη μύτη από σφαίρα, πλάι στον κινηματογράφο « Ορφέα». « Όχι, μου λέει. Δε θα πάμε στο βουνό. Το κόμμα πιστεύει ότι η κύρια μάχη θα δοθεί εδώ, στην Αθήνα. Από δω ξεκινούν οι εφεδρείες του εχθρού. Εδώ είναι οι μηχανισμοί του.» Εμένα όμως η ψυχή μου πετούσε μακριά – πλάι στους μαχητές του καινούργιου αντάρτικου. Στους κόρφους των προαιώνιων βουνών μας. Απευθύνομαι στον ΟΛΥΜΠΟ και του γράφω ( το Φεβρουάριο του 1947): « Αν έμεινες ξαφνικά τόσο έρημος κι εγκαταλελειμμένος – από τις φωνές που χρωμάτιζαν τον ορίζοντα – σου’ χαν απομείνει σύντροφοι πιστοί τα γέρικα έλατα – και η πολύχρωμη μεταμόρφωση της Άνοιξης – Ήσουν ένας καλόγνωμος πατέρας – με σγουρά γένια κι ολόισιες σκέψεις – και θυμάσαι που καλούσες – τους αχτένιστους βοριάδες της Θράκης – να κρατούν φουντωμένες τις φωτιές που φυτρώνουν – στις καρδιές των αμέτρητων παιδιών σου – Μιλούσες ήσυχα με τον Ήλιο για με τη Νύχτα – καθώς γέμιζες με κόκκινους σπόρους – τις φτερούγες των πουλιών – Κι εκείνα τρέχαν χαρούμενα να τους σκορπίσουν – στις τέσσερις γωνιές της γης μας – Φυτρώναν από κάθε σπόρο δέντρα με κόκκινα μήλα – κι όσοι τρώγαν γίνονταν παιδιά σου. – Ήσουν πατέρας μας – έπρεπε να ξαναρθούμε κοντά σου – να συνάξουμε τα τρομαγμένα πουλιά – να βάψουμε ξανά πολύχρωμο τον ουρανό – με τα τραγούδια μας – Σ’ ακούσαμε πάλι να κουβεντιάζεις ήρεμα – με τη Νύχτα και με τον Ήλιο – καθώς βλέπαμε να’ ρχονται  από κάθε μονοπάτι – τις ρόδινες λαχτάρες του κόσμου – και ν’ απευθύνονται στα γόνατά σου – Είμαστε τώρα δυο φορές παιδιά σου – κι οι φωτιές μας που φλογίζανε τον ουρανό – οδηγούν απ’ το ψηλό σημείο – τα τρομαγμένα πλοία – στο γαλήνιο λιμάνι της άνοιξης».

Μίκης Θεοδωράκης Οι δρόμοι του Αρχάγγελου . Αυτοβιογραφία. τ. 2, Κέδρος 1987

( Οι φωτογραφίες από το βιβλίο)