Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Γκάτσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Γκάτσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2020

Νανούρισμα με τη μαγική φωνή της Mercedes Sosa


  Mercedes Sosa , η μεγάλη  ερμηνεύτρια, η οποία κατάφερε να κάνει γνωστούς σε όλη τη Γη τους μοναδικούς ήχους της παραδοσιακής μουσικής της Αργεντινής, αλλά και όλης της Νοτίου Αμερικής. Μεγάλη η προσφορά της και στο πολιτικό τραγούδι, το οποίο υπηρέτησε με συνέπεια τα μαύρα χρόνια της δικτατορίας Βιδέλα (1976-1983).
Έφυγε από τη ζωή στις 4 Οκτωβρίου του 2009

Εδώ ερμηνεύει το Νανούρισμα από το Ματωμένο Γάμο του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι και απόδοση Νίκου Γκάτσου

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2016

Ο Μάνος Χατζιδάκις για τον Νίκο Γκάτσο



Είναι τιμή για μένα η πρόσκληση να προλογίσω τη σημερινή βράβευση του Νίκου Γκάτσου από τον Δήμαρχο Αθηνών*. Παίρνει μετάλλιο, δημοτική διάκριση υψηλή, μαζί με άλλους άξιους του καιρού μας στις Τέχνες και στα Γράμματα, όπως ο Ρίτσος, ο Χατζηκυριάκος - Γκίκας, ο Μινωτής, ο Τσαρούχης, η Ελένη Βλάχου. Για όλους θα μπορούσα να πω πολλά ή τίποτα. Όλοι είναι φίλοι μου. Όμως δεν είμαι ο κατάλληλος για εορταστικούς προλόγους. Οι άνθρωποι αυτοί σημάδεψαν την κατασκευή μου και τροφοδότησαν άπειρες φορές τις αντιδράσεις μου. Πώς μπορώ να μιλώ για διδασκάλους; Έτσι αναγκαστικά θα εκφράσω απόψεις μου περί βραβεύσεως και περί ποιητών.
Η βράβευση είναι μία άνωθεν διάκριση κι επιβολή, που επιτρέψτε μου ν' αμβισβητώ κάπως την σημασία της, εις τους ευρισκομένους "κάτωθεν". Σ' αυτούς που συνηθίσαμε ν' αποκαλούμε - διόλου περιφρονητικά, αλλά πολλές φορές ωφελιμιστικά - λαό.
Αυτοί οι "κάτωθεν ευρισκόμενοι" διαθέτουν ένστιχτο και πανάρχαιες συνήθειες που τους καθιστούν τις περισσότερες  φορές δυσκολοκατάκτητους. Αλλά διαθέτουν επίσης και την αφέλεια, να θεωρούν δικό τους ό,τι το κράτος και η διαφήμιση τους παρουσιάζει για δικό τους.
Κι έρχεται η στιγμή, που ανακαλύπτουν με το ένστικτο τους φυσικούς οδηγητές τους. Τους ποιητές. Τους αληθινούς κι όχι τους επιβεβλημένους. Γιατί οι "επιβληθέντες" πολλές φορές είναι μέτριοι και ασήμαντοι. Συνηθίζουμε τους γνωστούς και λάμποντες αστερισμούς. Μα δεν ξεχνάμε ποτέ εκείνο το άστρο που με μια δικιά μας εσωτερική παρόρμηση ανακαλύπτουμε.
Οι αληθινοί ποιητές δεν επιβάλλονται, έστω κι από τους προικισμένους άρχοντες. Ανακαλύπτονται κάθε φορά και διαφορετικά. Γιατί ανήκουν στο κοσμικό διάστημα και οι καιροί, οι συγκυρίες και οι τροχιές κάθε φορά τούς φανερώνουν κι από μια διαφορετική πλευρά, με μια διαφορετική όψη. Κάποτες ένας δημοσιογράφος μού είπε: " Σκεφτείτε μια χώρα που δεν γνωρίζει τους ποιητές της". Κι εννοούσε, οικτίροντας, την χώρα μας. Του απήντησα: " Ευτυχώς. Που σημαίνει πως η χώρα μας είναι ακόμα αρκετά ελεύθερη, ώστε οι πολίτες να μην ασχολούνται με την ποίηση. Οι πολίτες που γνωρίζουν τους ποιητές είναι ανελεύθεροι, ζουν ανελεύθερα και, φυσικά, τους διαφεύγουν οι λίγοι αληθινοί, οι μόνοι προς ανακάλυψιν".
Τα είπα όλα αυτά για να καταλήξω στη διαπίστωση ότι ο Γκάτσος είναι και θα' ναι απ' αυτούς που ανακαλύπτονται, μ' όλο το αναπάντεχο εμπόδιο της δικαιολογημένης, καθώς είπαμε, σημερινής του βράβευσης από το Δήμο Αθηναίων.
Πρέπει όμως να βρούμε τις αιτίες που οδήγησαν - πάντα κατά την γνώμη μου - τον Νίκο Γκάτσο στη σημερινή δύσκολη - το φαντάζομαι - θέση του.
Έγραψε ένα ποίημα. Την "Αμοργό". Ποιος την έχει διαβάσει; Ποιος γνωρίζει την σημασία της; Από τους Αθηναίους πολίτες είναι ζήτημα αν την ξέρουν είκοσι τριάντα το πολύ. Να λοιπόν που είναι έτοιμος προς ανακάλυψιν. Βραβεύεται γιατί κατάφερε το σημαντικό του έργο να παραμείνει σαράντα χρόνια διάσημο αλλά και πέρα για πέρα άγνωστο. Έγραψε μόνο ένα ποίημα. Όχι άλλο! Να και μια άλλη βασική αιτία βράβευσης. Ένα βιβλίο των είκοσι σελίδων, που όμως μπόρεσε να το κάνει να περιέχει μια συγκλονιστική ποιητική γραφή της νεοελληνικής μας Ιστορίας, μοναδική σε δραματικό λυρισμό και βαθιά προσήλωση στη ζωντανή παράδοση του τόπου μας. Από τη μάχη των Γερμανών με τους Μανιάτες ως τη μελαγχολική αναχώρηση των καραβιών από την Σύρο, ανασυνθέτει μνήμες και μυστικούς γραπτούς κανόνες αγίων και Ινδών περιπατητών και χρονογράφων.
Πρέπει να' ναι από ατόφιο χρυσάφι αυτές οι είκοσι σελίδες της "Αμοργού", για να συντηρήσουν σαράντα πέντε χρόνια τώρα το κύρος και τη δύναμη τους δημιουργού τους.
Άλλα χαρακτηριστικά υψίστης σημασίας:
Δεν έλαβε μέρος στην αποκαλούμενη "φιλολογική ζωή" του τόπου μας. Έτσι, στο πρόσωπό του, δεν αποτυπώθηκαν τα επαρχιακά ψυχοφθόρα συστατικά του εντοπίου λογοτέχνη, του μαχόμενου για ιδέες ή εθνικές προκαταλήψεις. Ιδού λοιπόν ένα "αριστείο ζωής" που του αξίζει. Έγραψε μοναδικά τραγούδια. Όλα τα ακριβά στοιχεία της ποίησής του τα' κανε στίχους που κινητοποιήσαν την ναρκοθετημένη νεοελληνική ευαισθησία, "έτσι καθώς κοιμόταν αναίσθητη" μες στην απέραντη αισθηματολογία των στιχουργών και των επιθεωρησιογράφων. Βέβαια, αυτό δεν εμπόδισε τους υπόπτους να ενδυθούν με παρόμοιες φορεσιές και να κυκλοφορούν στην αγορά σαν "ακριβοί" τραγουδοποιοί. Μα ο Χρόνος ξέρει να ξεχωρίζει.
Τέλος, του αξίζει ξεχωριστό μετάλλιο για το ύψιστον μάθημα που εδίδαξε σ' όσους από μας υπήρξαμε άξιοι ν' αποκωδικοποιήσουμε τους λόγους του. Και το ύψιστον μάθημα ήτο μια κληρονομημένη Αττική αδιατάρακτη ραθυμία.
Μην γράφεις άνευ λόγου. Μην εργάζεσαι περισσότερο από ό,τι χρειάζεσαι για να κερδίσεις τα απαραίτητα. Μη χαιρετάς ανθρώπους που δεν έχουν να σου πούνε τίποτα. Μη σπαταλάς τις κινήσεις σου. Να σκέφτεσαι αδιάκοπα και τέλος, να κοιμάσαι κουρασμένος.
Ιδού γιατί μόνο γι' αυτό θα πρέπει ο Νίκος Γκάτσος ξεχωριστά να βραβευτεί. Διότι κατάφερε να ζει γνησίως αττικά, αν και κατάγεται από την Αρκαδία!
Άξιος λοιπόν!


Μάνος Χατζιδάκις, Ο καθρέφτης και το μαχαίρι, Ίκαρος, Αθήνα 1989, 2η έκδοση
* Ο Νίκος Γκάτσος βραβεύτηκε το 1987 από το Δήμο Αθηναίων για το σύνολο του έργου του.
Το ποίημα ΑΜΟΡΓΟΣ

ΑΜΟΡΓΟΣ: Καντάτα βασισμένη στο ομώνυμο ποίημα του Νίκου Γκάτσου. Έργο του Μάνου Χατζιδάκι ημιτελές. Μετά το θάνατο του συνθέτη, το έργο επιμελήθηκε ο Νίκος Κυπουργός.
Τραγουδούν: Μαρία Φαραντούρη, Tάσης Χριστογιαννόπουλος, Δώρος Δημοσθένους
Ενορχήστρωση - Αναπροσαρμογή: Νίκος Κυπουργός




Σάββατο 30 Απριλίου 2016

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2015

Στο Σείριο υπάρχουνε παιδιά


Στο Σείριο υπάρχουνε παιδιά
ποτέ δε βάλαν έγνοια στην καρδιά
δεν είδανε πολέμους και θανάτους
και πάνω απ' τη γαλάζια τους ποδιά
φοράν τις Κυριακές τα γιορτινά τους

Τις νύχτες που κοιτάν τον ουρανό
ένα άστρο σαν φτερό θαλασσινό
παράξενα παιδεύει το μυαλό τους
τους φαίνεται καράβι μακρινό
και πάνε και ρωτάν το δάσκαλό τους

Αυτή τους λέει παιδιά μου είναι η Γη
του σύμπαντος αρρώστια και πληγή
εκεί τραγούδια λένε γράφουν στίχους
κι ακούραστοι του ονείρου κυνηγοί
κεντάνε με συνθήματα τους τοίχους

Στο Σείριο δακρύσαν τα παιδιά
και βάλαν από κείνη τη βραδιά
μιαν έγνοια στη μικρούλα τους καρδιά
               Νίκος Γκάτσος( 8 Δεκέμβρη 1911)


Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2014

Κι ας μη λυγίσει η καρδιά σου Κι ας μην κυλήσει το δάκρυ σου πάνω στην αδυσώπητη τούτη γη...

Πετάτε τους νεκρούς είπ' ο Ηράκλειτος κι είδε τον ουρανό να χλωμιάζει
Κι είδε στη λάσπη δυο μικρά κυκλάμινα να φιλιούνται
Κι έπεσε να φιλήσει κι αυτός το πεθαμένο σώμα του μες στο φιλόξενο χώμα
Όπως ο λύκος κατεβαίνει απ' τους δρυμούς να δει το ψόφιο σκυλί και να κλάψει
Τι να μου κάνει η σταλαματιά που λάμπει στο μέτωπό σου;
Το ξέρω πάνω στα χείλια σου έγραψε ο κεραυνός τ' όνομά του
Το ξέρω μέσα στα μάτια σου έχτισε ένας αϊτός τη φωλιά του
Μα εδώ στην όχτη την υγρή μόνο ένας δρόμος υπάρχει
Μόνο ένας δρόμος απατηλός και πρέπει να τον περάσεις
Πρέπει στο αίμα να βουτηχτείς πριν ο καιρός σε προφτάσει 
Και να διαβείς αντίπερα να ξαναβρείς τους συντρόφους σου
Άνθη πουλιά ελάφια
Να βρεις μιαν άλλη θάλασσα μιαν άλλη απαλοσύνη
Να πιάσεις από τα λουριά του Αχιλλέα τ' άλογα
Αντί να κάθεσαι βουβή τον ποταμό να μαλώνεις
Τον ποταμό να λιθοβολείς όπως η μάνα του Κίτσου.
Γιατί κι εσύ θα' χεις χαθεί κι η ομορφιά σου θα' χει γεράσει.
Μέσα στους κλώνους μιας λυγαριάς βλέπω το παιδικό σου πουκάμισο να στεγνώνει
Πάρ' το σημαία της ζωής να σαβανώσεις το θάνατο
Κι ας μη λυγίσει η καρδιά σου
Κι ας μην κυλήσει το δάκρυ σου πάνω στην αδυσώπητη τούτη γη
Όπως εκύλησε μια φορά στην παγωμένη ερημιά το δάκρυ του πιγκουίνου
Δεν ωφελεί το παράπονο
Ίδια παντού θα' ναι η ζωή με το σουραύλι των φιδιών στη χώρα των φαντασμάτων
Με το τραγούδι των ληστών στα δάση των αρωμάτων
Με το μαχαίρι ενός καημού στα μάγουλα της ελπίδας 
Με το μαράζι μιας άνοιξης στα φυλλοκάρδια του γκιώνη
Φτάνει ένα αλέτρι να βρεθεί κι ένα δρεπάνι κοφτερό σ' ένα χαρούμενο χέρι
Φτάνει ν' ανθίσει μόνο
Λίγο σιτάρι για τις γιορτές λίγο κρασί για τη θύμηση λίγο νερό για τη σκόνη...


Νίκος Γκάτσος, Αμοργός, Πατάκης, Αθήνα 2003, 7η ανατύπωση

Δευτέρα 12 Μαΐου 2014

Τρέχω πετάω κυνηγάω πουλιά και όνειρα...

Τρέχω πετάω κυνηγάω πουλιά και όνειρα,
και κάθε μέρα κολυμπάω σε πιο βαθιά νερά
Θέλω τον κόσμο να αγκαλιάσω με ένα ζεστό φιλί,
και από τη δύση μου να φτάσω ως την ανατολή.

Μα είναι φίδι το ταξίδι
είναι χολή μαζί και ξύδι,
σε ένα μεγάλο αγκάθινο σταυρό
όμως εγώ δεν κάνω πίσω
ούτε τον δρόμο μου θ' αφήσω,
ώσπου λιμάνι σίγουρο να βρω.

Θέλω τον κόσμο να αγκαλιάσω με ένα ζεστό φιλί,
και από τη δύση μου να φτάσω ως την ανατολή.

Τρέχω,πετάω,χαιρετάω τα πιο τρελά παιδιά
Και κάθε πέτρα που πατάω ανοίγει σαν καρδιά
Δείχτε μου δρόμο να περάσω με ήλιο με βροχή,
Θέλω τον κόσμο ν' αγκαλιάσω και πάλι απ' την αρχή.

Μα είναι φίδι το ταξίδι
είναι χολή μαζί και ξύδι,
σε ένα μεγάλο αγκάθινο σταυρό
όμως εγώ δεν κάνω πίσω
ούτε τον δρόμο μου θ' αφήσω,
ώσπου λιμάνι σίγουρο να βρω.

Δείχτε μου δρόμο να περάσω με ήλιο με βροχή,
Θέλω τον κόσμο να ΄διαβάσω και πάλι απ' την αρχή.

 Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Μάνος, Χατζιδάκις
Ερμηνεία: Βασίλης Γισδάκης

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

Ο Νίκος Γκάτσος με το μολύβι της Άλκης Ζέη


 Η Άλκη Ζέη γράφει για τη γνωριμία της με το Νίκο Γκάτσο και τη σχέση που δημιουργήθηκε με την αδελφή της Λενούλα:

"Τέλος Οκτωβρίου, αφού είχανε ανοίξει πια τα σχολεία, ετοιμάζαμε την παράσταση*. Η Περράκη μας είπε να βάλουμε τα δυνατά μας γιατί είχε μια μεγάλη έκπληξη. Εγώ δεν είχα άλλα δυνατά να βάλω, ό,τι ήτανε να γράψω, το έγραψα. Και η έκπληξη ήτανε πραγματικά μεγάλη. Είχε καλέσει στην παράσταση: Τον Εμπειρίκο, τον Ελύτη, τον Γκάτσο και τον Μάριο Πλωρίτη μαζί μ' έναν φίλο του που ήταν θεατρικός συγγραφέας και τον λέγανε Γιώργο Σεβαστίκογλου.
Τα κορίτσια παίζανε με ενθουσιασμό. Η Λένα ξεσάλωσε κυριολεκτικά κι εγώ καθόμουνα πίσω από το παραβάν και από μια τρύπα που είχαμε κάνει στο πανί έβλεπα το κοινό. Είδα τη Λενούλα που κοίταζε κάπου κι είχε ανοίξει δυο πήχεις το στόμα της. Κατάλαβα, κοίταζε τον Γκάτσο. Ύστερα πρόσεξα πως σ' όλη την παράσταση κι ο Γκάτσος δεν έπαιρνε τα μάτια από πάνω της...

...Ύστερα εκείνοι φύγανε. Η Περράκη ήτανε όλο χαρές και παινέματα για μας...Βοηθούσα να μαζέψουμε τις κούκλες. Η Λενούλα όμως δεν μ' άφηνε σε ησυχία.
- Κάνε γρήγορα, πρέπει να φύγουμε.
Νόμιζα πως της είχε πει ο μπαμπάς να πάμε για κάποιο λόγο γρήγορα σπίτι. Μόλις όμως βγήκαμε στον δρόμο, μου λέει πως ο Μάριος της είπε - η Λενούλα πήγαινε πια στο πανεπιστήμιο, στη φιλολογία, και είχαν γνωριστεί με τον Πλωρίτη και έκαναν παρέα - να πάμε να τους βρούμε στου Λουμίδη να μας κεράσουν καφέ.
- Ποιους να βρούμε; απόρησα
- Όλους αυτούς που ήταν στην παράσταση...
...Ούτε φτερά να είχαμε στα πόδια μας. Από τη Ζαΐμη βρεθήκαμε στου Λουμίδη, στη Σταδίου. Πλάι στην τράπεζα του μπαμπά μας. Καλά που ήτανε Κυριακή.
- Καλώς τες, καλώς τες, είπανε όλοι. Κι ύστερα ο Μάριος φώναξε το γκαρσόνι.
- Τάκη, δύο εσπρέσο.
Να  μαστε λοιπόν καθισμένες στου Λουμίδη δίπλα δίπλα, να πίνουμε ένα θεόπικρο ζουμί που το λένε εσπρέσο, κι η Λενούλα να μου μουρμουρίζει: " Πιες το ". Γιατί είδε πως εγώ είχα βάλει κιόλας το φλιτζάνι στο πιατάκι.
Κοίταζα τη Λενούλα που έπινε αυτό το εσπρέσο χωρίς μορφασμό και τα μάτια κολλημένα στον Γκάτσο. Τον κοίταξα κι εγώ. Δεν ήτανε ωραίος, ήτανε όμορφος. Πολύ ψηλός, μάτια σχιστά, αριστοκρατικά χέρια. Κατάμαυρα μαλλιά. Έμοιαζε με ισπανό ευγενή. Πώς να μην μείνει με ανοιχτό στόμα η αδελφή μου. Μια στιγμή εκείνος σηκώθηκε κι ήρθε και στάθηκε μπροστά μας.
- Τι καθίσατε πλάι πλάι , εδώ δεν είναι σχολείο. Δεσποινίς μου, λέει στη Λενούλα και κάνει μια υπόκλιση σαν να ήθελε να τη ζητήσει σε χορό. Ελάτε να καθίσετε δίπλα μου, και της προτείνει το χέρι.
Εκείνη χωρίς να  τα χάσει άπλωσε το δικό της κι άφησε να την οδηγήσει σ' ένα τραπεζάκι πλάι στο παράθυρο. Μπορεί να είχε μεγάλα χέρια αλλά οι κινήσεις του ήτανε αρμονικές σαν κάποια μουσική να το συνόδευε όταν κινιόταν....
....και η ώρα περνούσε και τα μάτια του Γκάτσου δεν ξεκολλούσαν από τη Λενούλα που καθόταν με άνεση και τα πόδια απλωμένα...
....Η Λενούλα εκστασιασμένη δεν έλεγε να κουνήσει. Εγώ κοίταζα απελπισμένη το μεγάλο ρολόι που ήτανε ακριβώς απέναντί μου στο χαμηλό τοιχάκι του παταριού. Πόσο θα λέγαμε στο μπαμπά πως κράτησε αυτή η παράσταση;
- Πρέπει να φύγουμε , μουρμούρισα στον Μάριο κι εκείνος μπήκε αμέσως στο νόημα, γιατί ήξερε από τη Λενούλα όλα για τον μπαμπά μας και γενικά για ό,τι συνέβαινε  σπίτι μας...
- Τα κορίτσια πρέπει να φύγουν, λέει και σηκώνεται μαζί μου κάνοντας νόημα στη Λενούλα να σηκωθεί.
Ο Γκάτσος σηκώνεται κι αυτός.
- Να τις συνοδέψω τουλάχιστον ως την έξοδο.
Κατεβαίνει μαζί μας τις σκάλες και πριν φύγουμε λέει:
- Αύριο θα σας περιμένουμε.
- Εγώ έχω σχολείο, μουρμουρίζω.
- Θα δω...αν μπορέσω, κάνει η Λενούλα.
- Αν όχι αύριο, μεθαύριο, λέει ο Γκάτσος, αφού είχαμε βγει στον δρόμο κι αρχίσαμε να τρέχουμε σχεδόν...
....Η Λενούλα πήγαινε καθημερινά στου Λουμίδη, καθότανε δίπλα στον Γκάτσο κι έπινε τον πικρό εσπρέσο , έπιασε και φιλίες με τον Ελύτη, μα δεν αποφάσιζε να βγει μόνη μαζί του...

...Ο Γκάτσος είχε πάρει είδηση πως στην αδελφή μου άρεσαν τα παραμύθια κι έκανε ό,τι μπορούσε για να την κάνει να πιστεύει πως ζούσε ένα
                             Η Λενούλα και ο Γκάτσος στο Φάληρο στο Έντεν , 1943( η φωτογραφία από το βιβλίο)

παραμύθι μαζί του. Παρ' όλη την Κατοχή εκείνος δεν είχε πρόβλημα οικονομικό. Είχε έναν θείο στον Καναδά που είχε βάλει στο όνομά του στην τράπεζα ένα ποσό σε δολάρια. Τότε, αν αποδείκνυες - δεν ξέρω με ποιο τρόπο- πως είχες λογαριασμό σε δολάρια, μπορούσες να δανειστείς  σε δραχμές και να τα ξεπληρώσεις μετά τον πόλεμο. ...Ο Γκάτσος , λοιπόν, είχε να ξοδεύει και όπως ήτανε γαλαντόμος καταξοδευότανε να κερνάει. Για να εντυπωσιάσει λοιπόν τη Λενούλα, νοίκιασε αμαξάκι με άλογο - δυο υπήρχαν σ' όλη την Αθήνα - για να την πάει βόλτα. Και μένα μαζί. Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα και του είχαμε δώσει ραντεβού στο Μουσείο. Πέρασε και μας πήρε, καμαρωτός καμαρωτός μέσα στο αμάξι, και μας έκανε βόλτα σ' όλη την Αθήνα που μας έμεινε αξέχαστη. Μετά η Λενούλα πήγε μαζί του στου Λουμίδη, κι εγώ στο σπίτι....
....Μα η αδελφούλα μου άλλα ήθελε. Μπορεί να πήγαιναν τα μεσημέρια στου Λουμίδη, στον κινηματογράφο, στο θέατρο και κάθε Πέμπτη στου Εμπειρίκου όπου μαζευόταν όλη η διανόηση , της έλειπαν όμως τα καθημερινά απλά πράγματα. Ένας περίπατος, μια βόλτα στον βασιλικό κήπο. Να χορέψουν σε πάρτι της Κατοχής ταγκό...Αυτά για τον Νίκο ήτανε μικρά και ασήμαντα. Συζητούσαν για τη ζωή μετά την Απελευθέρωση. Μόνο λογοτεχνία και ποίηση. Η Λενούλα κοίταζε τα προπολεμικά περιοδικά μόδας που είχε φυλαγμένα η μαμά και με ανοιχτές τις σελίδες στα φορέματα με τις νύφες διάλεγε το δικό της νυφικό στο μπράτσο του Γκάτσου που σίγουρα θα φορούσε σμόκιν. Ο καημένος όμως μόνο γαμπρό δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του. Βέβαια, εκείνη δεν του έλεγε τίποτα απ' αυτά τα όνειρα, την έτρωγε όμως ο καημός. Μπορεί να διέσχιζαν τους δρόμους της Αθήνας κι ο κόσμος να καμάρωνε αυτό το ξεχωριστό ζευγάρι, το τόσο ταιριαστό στην ομορφιά, μα στην άποψη για τη ζωή ήτανε μίλια μακριά....
                          Η Λενούλα και ο Γκάτσος σε δρόμο της Αθήνας, 1943 ( η φωτογραφία από το βιβλίο)

...Ο Γκάτσος ετοίμαζε την Αμοργό κι η Λενούλα την παρακολουθούσε λέξη λέξη και τη μάθαινε απέξω, έστω κι αν κάμποσα δεν τα καταλάβαινε. Βγήκε τελικά το  '43 η Αμοργός από τις εκδόσεις Αετός, αφιερωμένη " Σ' ένα πράσινο άστρο " δηλαδή στη Λενούλα με τα πράσινα μάτια. Μα το σπουδαιότερο ήταν ότι της έδωσε το τρίτο αριθμημένο βιβλίο με την ιδιόχειρη αφιέρωση. " Σ' εκείνη που στα χείλη της έγραψε ο κεραυνός το όνομά του ". Πώς να μην καμαρώνει σαν γύφτικο σκεπάρνι η αδελφή μου! Ξέχασε και τα νυφικά και όλα....(αποσπάσματα)




Άλκη Ζέη, Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο, Μεταίχμιο 2013

* Πρόκειται για παράσταση κουκλοθέατρου στο σχολείο της Ζέη. Η ίδια είχε γράψει το σενάριο.

Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2012

Αλλάζουν οι καιροί, περνάν τα χρόνια...



Αλλάζουν οι καιροί, περνάν τα χρόνια
του κόσμου το ποτάμι είναι θολό
μα εγώ θα βγώ στου ονείρου τα μπαλκόνια
για να σε ιδώ σκυμμένο στον πηλό
καράβια να κεντάς και χελιδόνια

το πέλαγο πικρό και η γή μας λίγη
και το νερό στα σύννεφα ακριβό
το κυπαρίσσι η γύμνια το τυλίγει
το χόρτο καίει τη στάχτη του βουβό
κι ατέλειωτο του ήλιου το κυνήγι

κι ήρθες εσύ και σκάλισες μια κρήνη
για τον παλιό του Πόντου ναυαγό
που χάθηκε, μα η μνήμη του έχει μείνει 

κοχύλι λαμπερό στην Αμοργό
και βότσαλο αρμυρό στη Σαντορίνη
κι απ' τη δροσιά που σάλεψε στη φτέρη

 πήρα κι εγώ το δάκρυ μιας ροδιάς,
για να μπορώ σε τούτο το τεφτέρι 

καημούς να συλλαβίζω της καρδιάς,
με του παραμυθιού το πρώτο αστέρι.
Μα τώρα που η Μεγάλη φτάνει Τρίτη
και Ανάσταση θα αργήσει να φανεί
θέλω να πας στην Μάνη και στην Κρήτη
με συντροφιά σου εκεί παντοτινή
το λύκο, τον αητό και τον αστρίτη.
κι άμα θα δεις κρυφά στο μέτωπό σου,

 να λάμπει μια απαλή μαρμαριγή
τ'αλλοτινό πεφτάστερο, 

σηκώσου,
να ζωντανέψεις πάλι μια πηγή 

που καρτερεί στο βράχο το δικό σου.

Ποίηση: Νίκος Γκάτσος
Μουσική : Ηλίας Ανδριόπουλος
Ερμηνεία; Μανώλης Μητσιάς
Απαγγελία: Γιάννης Φέρτης

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2012

Κάνε τη ζωή δροσιά


Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Τραγούδι : Ηλίας Λιούγκος

Κάτω στο μεγάλο δρόμο
Είχαμε τα νιάτα νόμο
Και με τον σταυρό στον ώμο
προχωρήσαμε

Ήταν δύσκολα τα χρόνια
Μπόρες πυρκαϊές και χιόνια
Ζήσαμε την καταφρόνια
Και χωρίσαμε

Φίλος ήσουν κι αδερφός
Αι-Δημήτρης μου κρυφός
Έλα κάνε τη ζωή δροσιά
Μες στην κοσμοχαλασιά

Κάτω στο μεγάλο δρόμο
Είχες την αγάπη νόμο
Κι έστειλες με ταχυδρόμο
Χαιρετίσματα

Γύρνα τώρα την ανέμη
Να σου φέρουν οι ανέμοι
Της καρδούλα μου που τρέμει
Φτερουγίσματα

Πέμπτη 3 Μαΐου 2012

Πότε θα βγει να σκούξει κάποιος: Αυτός ο κόσμος είναι σάπιος!



Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Δήμος Μούτσης
Πρώτη εκτέλεση: Μανώλης Μητσιάς


Έρημες κι άδειες οι πλατείες
τα καταστήματα κλειστά
Θέ μου, σαν πόσες αμαρτίες
του ανθρώπου η μοίρα σου χρωστά.
όλοι τραβούν στην αγορά
κι οι ρήτορες απ΄το μπαλκόνι
ποτίζουν τις ψυχές μ΄αφιόνι
και κόβουν χέρια και φτερά.

Πότε θα βγει να σκούξει κάποιος:
Αυτός ο κόσμος είναι σάπιος!

Άλλοι κοιτάν αριστερά
κι άλλοι δεξιά γυρνάν το μάτι
και περιμένουν όλοι κάτι
σαν στρατιωτάκια στη σειρά.
Και προχωρούν κι οι ποιητές
με χρώματα και ουράνια τόξα
να μοιραστούνε λίγη δόξα
με του λαού τους μαυλιστές.

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2011

...Είδα το ίδια μου παιδιά να δίνουν σ' άλλους τα κλειδιά και με χιλιάδες ψέματα με προδοσίες κι αίματα να μου σπαράζουν την καρδιά

Μια Κυριακή στην Κοκκινιά
στην παιδική μου γειτονιά
είδα μια γριά χοντρομπαλού
που ο νους της έτρεχε αλλού

Την κοίταξα με κοίταξε
σαν κουκουβάγια σε μπαξέ
και μου' πε με φωνή θολή
που μάνα θύμιζε τρελή:

«Σε χώμα φύτρωσα ζεστό
αιώνες πριν απ' τον Χριστό.
Ζούσα καλά κι ευχάριστα
κι έπαιρνα μόνο άριστα.

Μα σαν προχώρησε ο καιρός
έγινε ο κόσμος μοχθηρός
και με βατέψανε, που λες,
αράδα βάρβαρες φυλές

Σελτζούκοι Σλάβοι Ενετοί
λες κι ήταν όλοι τους βαλτοί
Τότε κατάλαβα γιατί
καμένο ήμουνα χαρτί
δίχως χαρά δίχως γιορτή

Σιγά σιγά και ταπεινά
μ' αγώνες και με βάσανα
καινούργια έβγαλα φτερά
μα ήρθαν τα χειρότερα

Είδα το ίδια μου παιδιά
να δίνουν σ' άλλους τα κλειδιά
και με χιλιάδες ψέματα
με προδοσίες κι αίματα
να μου σπαράζουν την καρδιά

Γι' αυτό μια νύχτα σκοτεινή
θ' ανέβω στην Καισαριανή
με κουρασμένα βήματα
να κλάψω για τα θύματα
στ' αραχνιασμένα μνήματα

Κι εκεί ψηλά στον Υμηττό
αντίκρυ στον Λυκαβηττό
μικρό κεράκι θα κρατώ
να φέγγει χρόνους εκατό»

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος


Πέμπτη 21 Απριλίου 2011

Νίκος Γκάτσος - Χριστόδουλος Χάλαρης - Χρύσανθος



Μάνα μου μάνα
στο δρόμο μου σπείρανε
πέτρα κι αψιθιά.
Μάνα μου μάνα
τα νιάτα μου γείρανε
κάτω απ΄τα σπαθιά.

Ουρανέ μου
στείλε μου νερό
να ποτίσω την έρημο
να φυτρώσει
λουλούδι δροσερό
στο κορμί μου τ΄αέρινο
μάνα μου μάνα
την άνοιξη φέρε μου
πάνω στο σταυρό.

Μάνα μου μάνα
ηλιόλουστη μέρα μου
πότε θα σε βρω.

Ουρανέ μου
διώχ΄τη συννεφιά
να περάσω τα σύνορα
κι ένα βράδυ
πάνω στα βουνά
να χτυπήσω τα σήμαντρα
μάνα μου μάνα
στα χέρια μου σήμερα
καίνε τα καρφιά.
Ουρανέ μου
στείλε μου νερό
να ποτίσω την έρημο
να φυτρώσει
λουλούδι δροσερό
στο κορμί μου τ΄αέρινο
μάνα μου μάνα
τον ήλιο σου φέρε μου
πάνω στο σταυρό.