Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Καββαδίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Καββαδίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2022

Τρεις μεγάλες σφυριξιές και μια κοντή. Το στερνό αντίο στον Καββαδία από τη σειρήνα του πλοίου "Ποσειδωνία"


Αφηγείται ο Γιώργος Γερίμογλου, απόμαχος πλοίαρχος του εμπορικού ναυτικού, στον Μήτσο Κασόλα:

-Το θάνατο του Κόλια πού τον πληροφορήθηκες, στη στεριά ή στη θάλασσα;

-Στη θάλασσα, στην Πάτρα, αναχωρώντας για το Πρίντεζι. Την επόμενη μέρα, φτάνοντας στην Κέρκυρα, τηλεφώνησα στο Προξενείο του Πρίντεζι, στο οποίο ένας παπάς, ο παπα - Γιώργης, εκτελούσε χρέη γραμματέα του Ιταλού επίτιμου προξένου και χρέη ιερέα στην εκεί ελληνορθόδοξη εκκλησία. Ο παπα - Γιώργης, με το αζημίωτο από μένα, ήταν εκ των απορρήτων μου. Σε πολλούς αντιστασιακούς - στη διάρκεια της δικτατορίας - η Ελληνική Πρεσβεία στη Ρώμη δεν ανανέωνε τα διαβατήριά τους. Ο παπα - Γιώργης το ...ρύθμιζε. Όπως ρύθμιζε να παίρνουν βίζα εισόδου στην Ελλάδα και πολλοί ξένοι που δεν την έπαιρναν για πολιτικούς λόγους. Είπα λοιπόν στον παπα - Γιώργη, που γνώριζε πολύ καλά τον Καββαδία, ότι ο Κόλιας έφυγε...Ο παπα - Γιώργης λυπήθηκε και μου είπε να του κάνουμε μνημόσυνο, εννιάμερα. " Όχι, παπα - Γιώργη, δεν θα του κάνουμε εννιάμερα αλλά ξόδι. Όχι στην εκκλησία σου αλλά στο καράβι". Φτάνοντας στο Πρίντεζι, κι αφού βγήκαν οι επιβάτες, κάναμε το ξόδι. Είχα ειδοποιήσει να παρευρεθεί και ο Σπύρος, ένας νεαρός φοιτητής της Ιατρικής που σπούδαζε στο Μπάρι. Το πλήρωμα, ντυμένο με τις επίσημες στολές του, ανέβηκε στο κατάστρωμα για να πούμε όλοι μαζί το στερνό μας αντίο στον Κόλια και το "αιωνία η μνήμη". Ήταν την ίδια ημέρα και ώρα που το άψυχο κορμί του κατέβαινε στο χώμα της αττικής γης. Συγκεντρωμένοι λοιπόν όλοι στο κατάστρωμα, μαζί και μ' ένα άγημα του λιμεναρχείου από έναν αξιωματικό, έναν υπαξιωματικό και τρεις ναύτες, που είχε κανονίσει ο πράκτοράς μας να παρευρεθούν, ψάλαμε στο τέλος της νεκρωσίμου όλοι δώδεκα φορές το "αιωνία η μνήμη". Έχοντας μπροστά μας ένα στεφάνι με κόκκινα γαρίφαλα και μέσα σε μια κορνίζα μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του Κόλια από κάποια εφημερίδα, με ανοικτή την πόρτα του ασύρματου, για να ακούγεται το τιτίβισμά του. Τελειώνοντας, ο παπα - Γιώργης είπε για το πόσο καλός άνθρωπος ήταν ο Κόλιας και ζήτησε κι από μένα να πω δυο λόγια. Κοιτάζοντας προς τον ασύρματο και προς τα θολά νερά του λιμανιού, διάβασα το Mal du depart.

Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά, σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

Στο τέλος βάλαμε να χτυπήσει η σειρήνα του βαποριού τρεις μεγάλες σφυριξιές και μια κοντή. Κι αυτό ήταν το ηχηρό μας καλό ταξίδι στον Κόλια. Ο τελευταίος αποχαιρετισμός μας στο φίλο που χάσαμε.
Στο σαλόνι είχε σερβιριστεί καφές με κονιάκ και κουλουράκια. Και μιας και δεν είχαμε συγγενείς του Κόλια να τους συλλυπηθούμε, έλεγε ο ένας στον άλλον συλλυπητήρια και να ζήσουμε να τον θυμόμαστε.
Την άλλη μέρα, περνώντας το πλοίο μας έξω απ' την Κεφαλλονιά, έριξα στη θάλασσα το στεφάνι με τα γαρίφαλα, με την ελπίδα το βοριαδάκι που φυσούσε να το βγάλει στο νησί του.


Από το βιβλίο του Μήτσου Κασόλα, Νίκος Καββαδίας. Ο Δαίμονας χόρευε μέσα του. Καστανιώτης, Αθήνα 2010, 4η έκδοση.
Η φωτογραφία από το βιβλίο.

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2021

Νίκος Καββαδίας - Λι

 

Το «Λι» είναι ένα μικρό διήγημα στο οποίο ο Νίκος Καββαδίας περιγράφει την περιπέτεια που έζησε στο Χόνγκ Κονγκ όταν ταξίδευε το 1968, σαν ασυρματιστής, στα καράβια.  Λι είναι το όνομα μια δεκάχρονης κινέζας που προσφέρεται να του κάνει διάφορες δουλειές όσο αυτός περιμένει στο καράβι ανάμεσα Καουλούν και Χονγκ Κονγκ, μέχρι να παραδοθεί αυτό σε άλλους ιδιοκτήτες. Μέσα σε αυτό το  πολύ μικρό χρονικό διάστημα αναπτύσσεται μια ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα σε αυτόν και τη Λι, που οδηγεί σε μια σύντομη περιδιάβαση του τοπικού πολιτισμού και της φιλοσοφίας του…

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα και το 1955 γυρίστηκε η κινηματογραφική ταινία  “Between the devil and the deep blue sea” το σενάριο της οποίας στηρίζεται στο βιβλίο του Νίκου Καββαδία.

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2019

Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανε οι Χιλιάνοι άγιε Νικόλα φύλαγε κι αγιά θαλασσινή...


Ήταν εκείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης
το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά
σ’ έστειλε ο πρώτος τα νερά να πας για να γραδάρεις
μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά

Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανε οι Χιλιάνοι
άγιε Νικόλα φύλαγε κι αγιά θαλασσινή
τυφλό κορίτσι σ’ οδηγάει παιδί του Μοντιλιάνι
που τ’ αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Μαρμαρινοί

Απάνω στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται
και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού
εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται
σε τούτο το τρομακτικό ταξίδι του χαμού

Κάτω από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη
πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου είπες σ’ αγαπώ
αύριο σαν τότε και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι
μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Ντεπό

Ποίηση: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Ερμηνεία: Γιάννης Κούτρας
Ο Σταυρός του Νότου (1979)

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

ΠΑΙΔΕΙΑ

Δημήτρης Μυταράς, Καράβια (ακρυλικό σε καμβά)

Φαίνανε πανί στον αργαλειό
και σε ταρσανά ξόμπλιαζαν κατάρτι
αντικρύ στη Νήρυτο και στο Δασκαλιό
για ένα κοριτσάκι από τη Σπάρτη.

Κι' άρχισε μια τέτοια φασαρία,
πήρε πέντε τούμπες η Ιστορία.

Κέρδισε τη νίκη μια φοράδα
δίχως νου και δίχως γρηγοράδα, - 
τόγραψε κι' ο Γέρος στην Ιλιάδα.

Φύγαμε μπατίδοι από την Τροία.
Έχω και χαρτί και μαρτυρία.
Δε θυμάμαι μόνο την πορεία.

Σίγουρα κυβέρναγε το διάκι
ένας γιος τσοπάνου από το Θιάκι.

Είχε δαγκωνιά στο μάγουλό του
που και κείνη βγήκε σε καλό του.

Για τη ναυτοσύνη δάσκαλο είχα
ένα γεμιτζή από τη Δολίχα.

Τσούρμο από Καστό κι' από Εχινάδες,
όλοι τους παιδιά: κλάφτε, μανάδες.

Χίπηδες λεβέντες με μαλλιά δασά,
κι' ήταν οι χιτώνες μας τσαντήρια.
Μας ξεπροβόδιζαν ξένα τρεχαντήρια,
πούπουλο κρεβάτι και καλά κρασιά.

Κάπου εκεί κοντά στους Λαιστρυγόνες
αγκαστρώσαμε όλες τις γοργόνες.

(Αν τα τελευταία τα γράφω πρώτα
είναι που μπερδέψαμε τη ρότα.)

Είχες και το φόβο της τιμής σου.
Οι ανθρωποφάγοι τα σκυλιά,
πριν σε φαν, σου κάναν τη δουλειά,
για να νοστιμίσει το κορμί σου.

Σμίξαμε κοντά στην Ασκανία
με τους κατεργάρηδες του Αινεία.
Πήγαμε όλοι τσούρμο στα πορνεία.

Κείνες οι ρουφιάνες, τ' αποσπόρια,
πήγαν και τους κάψαν τα παπόρια.

Να και η Ναυσικά από τους Κορφούς
τυλιγμένη μες στη σαπουνάδα.
Είχε τρεις φονιάδες αδερφούς
κάπου στο Μαντούκι, στη Σπιανάδα.

Φαίνε, Πηνελόπη, το πανί σου,
κλώσσαγε την τίμια αναμονή σου.

Του θεού το ασκί, του Αιόλου,
μας σκορπάει κατά διαόλου.

Την ευχή μου! Βρέστε μου, παιδιά,
κάτι να ριμάρει με παιδεία.
Θέλει και κουράγιο, και καρδιά.
Όλοι μια φωνή: - Ένα...δύο...

                            Αθήνα 1974



Νίκου Καββαδία, Τα παραμύθια του Φίλιππου στο Τραβέρσο, Κέδρος 1982, 8η έκδοση
 ( προμετωπίδα Γιάννη Μόραλη)

Για τα γενέθλια του ποιητή , 11 Γενάρη 1910

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2015

Νίκος Καββαδίας: «Πάντα πήγαινα αριστερά το τιμόνι και ποτέ δεν κοίταζα την πρύμνη!…»

Γράφει η ofisofi //atexnos

Νιώθω μεγάλη χαρά όταν ανακαλύπτω στα παλαιοβιβλιοπωλεία βιβλία των οποίων οι τίτλοι τους με προκαλούν να τα αγοράσω και να τα διαβάσω καθώς δεν έτυχε να τα γνωρίζω την εποχή που κυκλοφόρησαν. Τις περισσότερες φορές η ανταμοιβή είναι μεγάλη.
Κάπως έτσι αγόρασα το βιβλίο του Φίλιππου Φιλίππου, Ο πολιτικός Νίκος Καββαδίας. Τον Νίκο Καββαδία τον έμαθα από τα μελοποιημένα ποιήματά του στο Σταυρό του Νότου σε μουσική του Θάνου Μικρούτσικου. Εκείνη την κασέτα την είχα λιώσει από τις πολλές φορές που έπαιζε. Έτσι στη συνείδηση μου ο Νίκος Καββαδίας είχε ταυτιστεί με τους ναυτικούς, τα καράβια και τα ταξίδια σε τόπους εξωτικούς και σε θάλασσες μακρινές.
Ο τίτλος του βιβλίου μου δημιούργησε την απορία για το περιεχόμενο του όρου «πολιτικός» που ο συγγραφέας αποδίδει στον ποιητή.
Ο Φίλιππος Φιλίππου, ναυτικός και ο ίδιος και συγκεκριμένα β’ μηχανικός, ξεκινούσε για μπάρκο τη μέρα του θανάτου του Καββαδία στις 10 Φεβρουαρίου του 1975. Η πρώτη του επαφή έγινε στα τέλη της δεκαετίας του 1960 με τις ποιητικές συλλογές Μαραμπού και Πούσι και στα τέλη της δεκαετίας του 1970 επεκτάθηκε με τη Βάρδια.
Στον πρόλογο αναφέρει ότι του γεννήθηκε η επιθυμία να υπερασπίσει τον Καββαδία και να αντικρούσει τα επιχειρήματα εκείνων που κατηγορούσαν τον ποιητή ότι αδιαφορούσε για τη σκληρή ζωή των ναυτικών και τους αγώνες των ναυτεργατών παρουσιάζοντας τα όλα ωραιοποιημένα. Ο Φιλίππου έχει την άποψη ότι ο Καββαδίας ήταν ένας αθόρυβος και σεμνός αγωνιστής. Αυτή την άποψή του επιχειρεί να αποδείξει στο βιβλίο του χρησιμοποιώντας πλήθος στοιχείων τόσο από το ίδιο το έργο και τη δράση του ποιητή όσο και από άρθρα και συνεντεύξεις ανθρώπων που τον γνώριζαν.
Παράλληλα με τη βιογραφία του παραθέτει και αναλύει τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που οριοθέτησαν την εποχή του και επηρέασαν την προσωπικότητα και το έργο του ποιητή.
Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου του 1910 σε μια μικρή επαρχιακή πόλη της Μαντζουρίας. Αν και γόνος εύπορης οικογένειας καθώς ο πατέρας του ασχολείτο με το εμπόριο, συμπαθούσε την εργατική τάξη και ένιωθε αλληλέγγυος προς τους ταπεινούς και καταφρονεμένους. Η αγάπη του για τους συνανθρώπους του τον οδήγησε στην Αριστερά και στο πλευρό των εκμεταλλευομένων και δυστυχισμένων. Η οικογένειά του είχε πληγεί από την Οκτωβριανή Επανάσταση, ο ίδιος όμως υιοθέτησε τις σοσιαλιστικές ιδέες καθώς η επανάσταση πρόσφερε μια ελπίδα και ένα όραμα στους φτωχούς και καταπιεσμένους ανθρώπους της γης. Σε αυτό το όραμα έμεινε πιστός μέχρι το τέλος της ζωής του.
Το πνεύμα της αγάπης και της αλληλεγγύης είναι φανερό στο ποίημα «Αγαπάω», που το έγραψε σε ηλικία 19 ετών.

Αγαπάω τ’ ό,τι είνε θλιμμένο στον κόσμο  
Τα θολά τα ματάκια, τους αρρώστους ανθρώπους,  
τα ξερά γυμνά δέντρα και τα έρημα πάρκα,
τις νεκρές πολιτείες, τους τρισκότεινους τόπους,
Τους σκυφτούς οδοιπόρους
 που μ’ ένα δισάκι για μια πολιτεία μακρυνή ξεκινάνε,  
τους τυφλούς μουσικούς των πολύβουων δρόμων,
τους φτωχούς, τους αλήτες, αυτούς που πεινάνε.
 Τα χλωμά τα κορίτσια που πάντα προσμένουν τον ιππότην 
που είδαν μια βραδιά στ’ όνειρό τους, να φανή απ’ τα βάθη του απέραντου δρόμου.  
Τους κοιμώμενους κύκνους πάνω στ’ ασπροφτερό τους
Τα καράβια που φεύγουν για καινούρια ταξίδια
και δεν ξέρουν καλά – αν ποτέ θα’ ρθουν πίσω αγαπάω,
 και θα’ θελα μαζί τους να πάω κι ούτε πια να γυρίσω.
  Αγαπάω τις κλαμμένες ωραίες γυναίκες που κυττάνε μακριά,
 που κυττάνε θλιμμένα…  
αγαπάω σε τούτον τον κόσμο –
 ό,τι κλαίει γιατί μοιάζει μ’εμένα.

Τον Ιούνιο του 1933 εκδίδει την ποιητική συλλογή Μαραμπού. Είναι μια χρονιά πολύ δύσκολη εξ αιτίας της οικονομικής κρίσης και οι συνθήκες που διαμορφώνονται είναι άσχημες και στα καράβια. Στα ποιήματά του όμως η ζωή των ναυτικών παρουσιάζεται με χαρούμενα χρώματα και δεν έχουν καμία σχέση με τη σκληρή πραγματικότητα που βιώνουν. Ο Φιλίππου υποστηρίζει ότι πιθανόν αυτό να οφείλεται ότι τα είχε γράψει στο διάστημα πριν μπαρκάρει.
Στην εποχή της η συλλογή Μαραμπού δέχτηκε θετικές κριτικές καθώς ερχόταν να φωτίσει το καταθλιπτικό τοπίο που είχε διαμορφώσει ο Καρυωτάκης και οι επιδράσεις του. Σημειώνεται όμως και μια διαφορετική προσέγγιση την οποία υπογράφει ο μαρξιστής (τροτσκιστής) διανοούμενος Νίκος Κάλας ο οποίος χαρακτηρίζει τον Καββαδία επαναστατημένο ποιητή. Σε αυτόν αλλά και στο Θανάση Καραβία, επίσης τροτσκιστή, ο ποιητής αφιερώνει ποιήματα. Διερωτάται λοιπόν ο συγγραφέας αν ο Καββαδίας εκείνη την εποχή ήταν ήδη μυημένος στις μαρξιστικές ιδέες. Από τους αστούς κριτικούς αναφέρει ότι μόνον ο Φώτος Πολίτης μπόρεσε να διακρίνει μέσα στους στίχους του μια κρυμμένη ανθρωπιά.
Ο Καββαδίας στο Μαραμπού εκφράζει την αλληλεγγύη του στους ναυτικούς αλλά χωρίς άλλες πολιτικές αναφορές. Ο Φίλιππος Φιλίππου υπερασπιζόμενος τον ποιητή αναφέρει ότι από την εποχή του Μαραμπού και μετά ο Καββαδίας δεν έπαψε να θεωρεί τον εαυτό του αριστερό, φίλο των προοδευτικών ανθρώπων και θαυμαστή της Σοβιετικής Ένωσης και κυρίως της Οκτωβριανής Επανάστασης. Παραμένει άγνωστο αν οργανώθηκε σε κάποιο κόμμα ή οργάνωση από εκείνες που υποστήριζαν τον Τρότσκι και ειδικά μετά την εκδίωξή του από τη Σοβιετική Ένωση. Αναφέρθηκε όμως παραπάνω ότι είχε φίλους τροτσκιστές.
Για τη Σοβιετική Ένωση είχε σχηματισμένη αντίληψη καθώς αρκετές φορές βρέθηκε εκεί ως ναυτικός. Μιλούσε στους φίλους του και για όσα αρνητικά συνέβαιναν, όπως φτώχεια, πείνα, αστυνόμευση. Η Σοβιετική Ένωση όμως εξακολουθούσε να αντιπροσωπεύει γι’ αυτόν το όραμα του σοσιαλισμού και γι’ αυτό δεν δέχθηκε να κάνει αντικομμουνισμό και αντισοβιετισμό, πράξεις στις οποίες επιδόθηκαν κάποιοι φίλοι του.
Το πολιτικό του ενδιαφέρον και η ευαισθησία του για ό,τι διαδραματιζόταν στον κόσμο τότε φάνηκε και από την αντίδραση του στο ξέσπασμα του ισπανικού εμφυλίου, γεγονός που τον ενέπνευσε να γράψει το ποίημα “Federico Garcia Lorca”.
Το 1940 στρατεύθηκε και στάλθηκε στο Αλβανικό μέτωπο. Αν και ναυτικός υπηρέτησε στο Στρατό Ξηράς ως ημιονηγός. Η θητεία του εκεί μάς έδωσε τα διηγήματα Στο άλογό μου και του Πολέμου που έγραψε πολύ αργότερα. Επιπλέον συνετέλεσε ακόμη περισσότερο στην πολιτική του συνειδητοποίηση.
Μετά την κατάρρευση του μετώπου ο Νίκος Καββαδίας επέστρεψε στην Αθήνα σε κακή κατάσταση από την οδοιπορία και τις κακουχίες.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής εντάχθηκε στο ΕΑΜ με σημαντική δραστηριότητα. Η αδελφή του και ο Σταμάτης Καββαδίας, δικηγόρος και καθοδηγητής στην Κατοχή δηλώνουν ότι πολέμησε στην Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ και ότι αρχικά δραστηριοποιήθηκε στο ΕΑΜ Ναυτικών και στη συνέχεια στο ΕΑΜ Λογοτεχνών – Ποιητών. Υπάρχουν όμως και ερευνητές που αμφισβητούν την οργάνωση του στο ΚΚΕ.
Μέσω του ΕΑΜ Λογοτεχνών γνωρίστηκε με πολλούς πνευματικούς ανθρώπους της εποχής. Το 1943 έγινε μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών. Σε αυτή την περίοδο αρχίζει τα γράφει τα αντιστασιακά του ποιήματα, τα οποία έχουν καθαρά πολιτικό περιεχόμενο.
«Αθήνα 1943» είναι το πρώτο που το δημοσιεύει με το ψευδώνυμο Α. Ταπεινός στο περιοδικό «Πρωτοπόροι» το Δεκέμβρη του 1943:

Οι δρόμοι κόκκινες γιομάτοι επιγραφές τρανά την ώρα διαλαλούν την ορισμένη.
 Αγέρας πνέει βορεινός απ’ τις κορφές'
  κι αργοσαλεύουνε στα πάρκα οι κρεμασμένοι.
Μες στην Αθήνα όλα τα πρόσωπα βουβά
και περπατάν αργά στους δρόμους «εν κινδύνω» ως τις εφτά 
που θ’ ακουστεί « Σιστάς Μοσκβά»
και στις οχτώ ( βάλ’ το σιγά) « Εδώ Λονδίνο».

Φύσα ταχιά σπιλιάδα, φύσα βορεινή.
Γραίγο μου κατρακύλα απ’ την Κριμαία.
 Κατά τετράδας παν στο δρόμο οι γερμανοί
κάτου από μαύρη, κακορίζικη σημαία.
Μήνα το μήνα και πληθαίνουν οι πιστοί,
ώρα την ώρα και φουντώνει το μελίσσι
 ως τη στιγμή που μες στους δρόμους θ’ ακουστεί η μουσική 
που κάθε στόμα θα λαλήσει.

Το 1945 έχοντας ζήσει τα γεγονότα που ακολούθησαν την απελευθέρωση και βλέποντας τα οράματά του να συντρίβονται, ετοιμάζεται να ξαναμπαρκάρει. Είναι όμως και η χρονιά που συνεργάζεται με το εβδομαδιαίο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα που διευθύνει ο Δημήτρης Φωτιάδης. Ο στόχος του περιοδικού είναι να συμβάλει στην αναγέννηση με τη συγκρότηση ενός έθνους βγαλμένου από το λαό και για το λαό και με την επίτευξη μιας δημοκρατίας των πολλών, με ουσιαστικό περιεχόμενο.
Το πολιτικό κλίμα όμως μετά το Δεκέμβρη του 1944 και την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας είναι πολύ βαρύ. Οι αγωνιστές της Αντίστασης και οι προοδευτικοί άνθρωποι διώκονται, φυλακίζονται, εξορίζονται και ένα κλίμα ανελέητης τρομοκρατίας προκαλεί συνεχώς θύματα.
Μέσα σε αυτή τη μαύρη και αποπνικτική ατμόσφαιρα ο Νίκος Καββαδίας δημοσιεύει στο φύλλο 3 των Ελευθέρων Γραμμάτων το ποίημα Federico Garcia Lorca.

Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό και στο βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι.
 Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ, τότε που φεύγανε μπουλούκια οι Σταυροφόροι. Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδιά και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου.
Στο ρωγοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά κι ο γέρος έλιαζε ακαμάτης τ’ αχαμνά του.
Του ταύρου ο Πικάσσο ρουθούνιζε βαριά και στα καράβια τότε σάπιζε το μέλι.
 Τραβέρσο ανάποδο – πορεία προς το Βοριά.
Τράβα μπροστά – ξοπίσω εμείς- και μη σε μέλει.
Κάτου απ’ τον ήλιο αναγαλλιάζαν οι ελιές και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια. Τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές τότες που σ’ έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια.
Ατσίγγανε κι Αφέντη μου, με τι να σε στολίσω;  
Φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό.
Στον τοίχο της Καισαριανής μάς φέρναν από πίσω
 κ’ ίσα έν’ αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.
Κοπέλες απ’ το Δίστομο φέρτε νερό και ξίδι.
Κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι, μεσ’ απ’ τα διψασμένα της χωράφια τ’ ανοιχτά.
Βάρκα του βάλτου ανάστροφη, φτενή, δίχως καρένα.  
Σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά.   
Σμάρι κοράκια να πετάν στην έρημο αρένα και στο χωριό να ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.

Με αφορμή το Λόρκα, ο Καββαδίας γράφει για τον εμφύλιο πόλεμο της Ισπανίας (1936-1939) αλλά και για την Ελλάδα της Κατοχής (1941 1944).
Ο Καββαδίας συνεργάστηκε επίσης αυτή την εποχή με το περιοδικό Νέα Γενιά, το περιοδικό της ΕΠΟΝ. Σε αυτό δημοσιεύει το ποίημα «Στον τάφο του Επονίτη» εξυμνώντας τους αγώνες των Επονιτών.

Επέταξα τη σάκα μου και τρέχω με τουφέκια Μικρούλης φαίνομαι Αδερφέ, το μάτι δεν με πιάνει
Στη μάχη όμως κουβάλησα χιλιάδες τα φουσέκια κι ακόμα μ’ είδαν Γερμανούς να στρώνω στο ρουμάνι.  
Στη γειτονιά με ξέχασε το τόπι , το ξυλίκι. Και μοναχά που πέρναγα με το χωνί στο στόμα. Παιδί! 
Μα με λογάριασαν οι λυσσασμένοι λύκοι. Τεράστιο το κουράγιο μου.
 Και πού να δεις ακόμα. Μια μέρα μας μπλοκάρανε. Δυο εμείς και αυτοί σαράντα,
Σφαίρα τη βρήκε την καρδιά που’ μοιαζε με γρανίτη.
Σε μια γωνιά με θάψανε χωρίς ανθούς, μα πάντα
Σα ρόδο θα μοσκοβολάει ο τάφος του Επονίτη.

Τον Ιούνιο του 1945 μετά από τις επιδρομές παρακρατικών συμμοριών που έγιναν σε βιβλιοπωλεία και γραφεία εφημερίδων και τις επιθέσεις εναντίον ηθοποιών την ώρα των παραστάσεων, θα υπογράψει μαζί με άλλους πνευματικούς ανθρώπους ένα κείμενο διαμαρτυρίας ζητώντας την προστασία της ελευθερίας της σκέψης και των δημοκρατικών ελευθεριών του Ελληνικού Λαού.
Τον Αύγουστο του 1945 στο φύλλο 14 των Ελευθέρων Γραμμάτων δημοσιεύει το ποίημα «Αντίσταση»

Στο παιδικό μας βλέμμα πνίγονται οι στεριές.
 Πρώτη σου αγάπη τα λιμάνια σβυούν και εκείνα.
 Θάλασσα τρώει το βράχο απ’ όλες τις μεριές.  
Μάτια λοξά και τ’ αγαπάς : Κόκκινη Κίνα.
Γιομάτα παν τα ιταλικά στην Ερυθρά.
 Πουλιά σε αντικατοπτρισμό – Μαύρη Μανία.
Δόρατα μέσα στη νυχτιά παίζουν νωθρά.
Λάμπει αρραβώνα στο δεξί σου: Αβησσυνία.
Σε κρεμεζί, Νύφη λεβέντρα Ιβηρική.
Ανάβουνε του Barriochino τα φανάρια.
Σπανιόλοι μου θαλασσοβάτες και Γκραικοί.
 Γκρέκο και Λόρκα – Ισπανία και Πασιονάρια.
Κύμα θανάτου ξαπολιούνται οι Γερμανοί.
Τ’άρματα ζώνεσαι μ’ αρχαία κραυγή πολέμου.  
Κυνήγι παίζουνε μαχαίρι και σκοινί,
 Οι κρεμασμένοι στα δεντρά, μπαίγνιο του ανέμου.
Κι απέ Δεκέμβρη, στην Αθήνα και Φωτιά.
 Τούτο της Γης το θαλασσόδαρτο αγκωνάρι,  
Λικνίζει κάτου από το Δρυ και την Ιτιά
το Διάκο, τον Κολοκοτρώνη και τον Άρη.

Ανάμεσα στους αριστερούς που διώκονται μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας είναι ο συγγραφέας Θέμος Κορνάρος. Ήταν τότε γραμματέας του ΕΑΜ Λογοτεχνών – Ποιητών. Η σύλληψή του έγινε με αφορμή το βιβλίο του Αγύρτες και κλέφτες στην εξουσία. Αυτός πρότεινε ως αντικαταστάτη του το Νίκο Καββαδία και τα υπόλοιπα μέλη της οργάνωσης δέχτηκαν την πρότασή του. Ο Καββαδίας είναι πλέον ο γραμματέας του ΕΑΜ Λογοτεχνών – Ποιητών. Σύμφωνα με μαρτυρίες διέθετε πολιτικές και οργανωτικές ικανότητες και κατάφερε να ανταποκριθεί στη δύσκολη αποστολή του.
Στις 6 Οκτωβρίου 1945, απογοητευμένος και συντριμμένος από τις πολιτικές εξελίξεις μπαρκάρει ως δόκιμος ασυρματιστής με το επιβατηγό «Κορινθία» σε εσωτερικά δρομολόγια. Αν και στο καράβι υπέγραψε το νέο κείμενο διαμαρτυρίας εναντίον του νομοσχεδίου «Περί εκτάκτων μέτρων κατά των επιβουλευομένων την Δημόσιαν Τάξιν και την ακεραιότητα του κράτους» που έφερε στη Βουλή η κυβέρνηση Τσαλδάρη.
Ο συγγραφέας μας πληροφορεί ότι ο ποιητής αν και αριστερός με βεβαρημένο φάκελο στην Ασφάλεια είχε καταφέρει να μπαρκάρει μόνο με τη μεσολάβηση και τη βοήθεια των θείων του των εφοπλιστών, οι οποίοι υπέγραψαν κάποιο χαρτί ως εγγύηση , δηλαδή ότι ο ανηψιός τους θα είναι «καλό παιδί». Ο Καββαδίας και από αυτή τη θέση στάθηκε στο πλευρό των διωκόμενων συντρόφων του και βοηθούσε μεταφέροντας υλικό μέσα και έξω από την Ελλάδα. Αυτό βεβαίως δεν περνούσε απαρατήρητο από την Ασφάλεια που τον παρακολουθούσε στενά. Επίσης ο ίδιος ο ποιητής ανέφερε ότι αυτή την εποχή έγραφε ποιήματα με ψευδώνυμο στο Ρίζο της Δευτέρας.
Τον Ιανουάριο του 1947 και ενώ μαινόταν ο εμφύλιος πόλεμος εκδίδεται στην Αθήνα το Πούσι. Σε αυτή τη συλλογή δεν συμπεριλήφθηκαν τα αντιστασιακά του ποιήματα παρά μόνον αυτό για το Λόρκα.
Ο Κώστας Βάρναλης γράφει σχετικά με αυτή την ποιητική συλλογή και στέκεται κυρίως στο δεύτερο ποίημα το Federico Garcia Lorca με το οποίο υποστηρίζει ότι ο ποιητής παίρνει σταθερά και συνειδητά στάση υπέρ εκείνων (σ’ όποια γης!) που πολεμάνε για τη λευτεριά, υπέρ των τίμιων αγωνιστών του Λαού, που τους σκοτώνουν οι φασιστικές τρομοκρατίες (όποιας χώρας!). Ο Βάρναλης μάλιστα θεωρεί ότι το ποίημα αυτό είναι το κλειδί για να βρούμε το κοινωνικό περιεχόμενο των άλλων του ποιημάτων.
Επικριτικός απέναντι στο έργο του Καββαδία και στην πολιτική του ευαισθησία στέκεται ο Αιμίλιος Χουρμούζιος ο οποίος αναφέρει ότι ένα πυκνό πούσι έχει κατέβει και κρύψει από την οπτική γραμμή του ποιητή όλο τον πόνο των ανθρώπων.
Το 1948 και ενώ οι μάχες στο βουνό ανάμεσα στο Δημοκρατικό και Εθνικό στρατό είναι σφοδρές, διασπάται η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών και το κομμάτι των διανοουμένων που αποχωρεί ιδρύει την Ελληνική Εταιρεία Λογοτεχνών, την μετέπειτα Εθνική Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών. Εμπνευστής της ο Κ. Τσάτσος και πρώτος πρόεδρός της ο Κώστας Ουράνης. Οι διανοούμενοι που τους ακολουθούν συντάσσονται κατά του αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού που τον θεωρούν αντεθνικό, ότι υποδαυλίζεται από ξένους και ότι προβαίνει σε πράξεις αντίθετες με τις ευγενικές παραδόσεις της φυλής. Ο Νίκος Καββαδίας δεν υπογράφει το κείμενο με τις παραπάνω δηλώσεις, μένει σταθερός στην ιδεολογία του και δεν απαρνείται την προσωπική του ιστορία, όπως πολύ πρόθυμα έκαναν πολλοί από τους συναγωνιστές του στην Αντίσταση.
Οι εξελίξεις είναι δραματικές με τις εκτοπίσεις, τα στρατοδικεία και τις εκτελέσεις. Ο Καββαδίας δεν γράφει πλέον. Μόνο ταξιδεύει.
Το 1954 εκδίδεται το τρίτο βιβλίο του, Βάρδια. Το βιβλίο είναι πεζογράφημα και το έγραψε ενώ βρισκόταν στα πλοία «Κυρήνεια» και «Κορινθία» από τον Αύγουστο του 1951 ως το Δεκέμβριο του 1952. Σε αυτό «ο Καββαδίας μιλάει για πρώτη φορά για τις εμπειρίες του στον πόλεμο της Αλβανίας, την καταστροφή της Μασσαλίας από τα γερμανικά κανόνια, τους Έλληνες που κρύβονταν στο σπίτι κάποιας Κατίνας επειδή τους κυνηγούσαν για τα πολιτικά. Για τις πόρνες που τις φορτώσανε στα κάρα και τις στείλανε για σαπούνι στους φούρνους της Γερμανίας, για δύο Ισπανούς σαμποτέρ που πετάξανε τα μυαλά τους στον αέρα για να μην πέσουν στα χέρια της Γκεστάπο. Κι ακόμα μια παράτολμη ηρωική ενέργεια ενός πατριώτη στη σκλαβωμένη Αθήνα…».
Το διαφορετικό που έχει η Βάρδια σε σχέση με το Μαραμπού είναι ότι ο Καββαδίας καταθέτει τις εμπειρίες του ναυτεργάτη με όλες τις άσχημες πλευρές της ζωής του χρησιμοποιώντας επιπλέον τολμηρό λεξιλόγιο. Ο ίδιος εμφανίζεται με τη μορφή του ασυρματιστή Νικόλα και δίνει πολλές αυτοβιογραφικές πληροφορίες.
Ο Φιλίππου θέλοντας να δώσει ένα ακόμη στοιχείο για τον πολιτικό Καββαδία υποστηρίζει ότι στη Βάρδια βρίσκουν έκφραση τα αντιαγγλικά του αισθήματα, αφού θεωρεί υπεύθυνους για τα δεινά και την τραγική κατάσταση της Ελλάδας τους Άγγλους και την πολιτική τους.
Ο Καββαδίας δεν παύει να παρακολουθεί τις διεθνείς και εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις και να συζητάει τα διάφορα ζητήματα που προκύπτουν με φίλους του που ανήκουν σε διάφορος πολιτικούς χώρους.
Πριν το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 δίνει μια συνέντευξη στην Πανσπουδαστική. Οι Μάκης Ρηγάτος και Γιάννης Καούνης, μέλη της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη, τον επισκέπτονται και συζητούν κυρίως για πολιτική. Ο ποιητής έγραψε το ποίημα «Σπουδαστές» και τους το αφιέρωσε.

Σας είδα κάτου από την πύρινη βροχή με τα πλακάτ και τα σκουτιά τα ματωμένα εσάς που κάματε τη δύσκολην αρχή κείνα τα χρόνια τα βαριά τα κολασμένα
Σήμερα βλέπω τα δικά σας τα παιδιά σμάρι πηχτό μες στου πελάγου τη [σπι]λιάδα. Πάντα κατάντικρα στην κάθε αναποδιά και σ’ όσους πάνε να σταυρώσουν την Ελλάδα.

Βασικό θέμα στις συζητήσεις του ήταν και ο πόλεμος του Βιετνάμ. Τον συγκλόνιζε η ηρωική αντίσταση του βιετναμέζικου λαού και αγανακτούσε με οποιονδήποτε υποστήριζε την πολιτική των Αμερικάνων στο Βιετνάμ.
Κατά τη διάρκεια της επταετούς δικτατορίας ο Καββαδίας ήταν σύνδεσμος ανάμεσα σε αντιστασιακές οργανώσεις στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Η δράση του δεν ήταν φανερή γι’ αυτό και πολλοί αγνοώντας τη δράση του πίστευαν ότι ο ποιητής απέφευγε να εκτεθεί σε αντιστασιακές πράξεις.
kavadias1
Το 1972 ο Καββαδίας έγραψε το ποίημά του Guevara. Το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 1975 στο «Θούριο» όργανο του «Ρήγα Φεραίου»,  νεολαίας του ΚΚΕεσωτ. Το είχε δώσει ο ίδιος ο Καββαδίας.
Μετά το θάνατο του, τον Απρίλιο του 1975 κυκλοφορεί η τελευταία του ποιητική συλλογή το Τραμβέρσο, στην οποία περιέχεται το ποίημα Guevara.

Ήτανε ντάλα μεσημέρι κι έδειξε μεσάνυχτα.
Έλεγε η μάνα του παιδιού: « Καμάρι μου, κοιμήσου». 
Όμως τα μάτια μείνανε του καθενός ορθάνοιχτα τότε 
που η ώρα ζύγιαζε με ατσάλι το κορμί σου.
Λεφούσι ο άσπρος μέρμηγκας , σύννεφο η μαύρη ακρίδα,
 Όμοια με τις Μανιάτισσες μοιρολογούν οι Σχόλες.
Λάκισε ο φίλος, ο αδερφός.
 Πού μ’ είδες και πού σ’ είδα;  
Φυλάει το αλώνι ο Σφακιανός και ο Αρίδα την κορίδα.
Ποιος το’ λεγε ποιος το’ λπιζε και ποιος να το βαστάξει.
Αλάργα φεύγουν τα πουλιά και χάσαν τη λαλιά τους.
 Θερίζουν του προσώπου σου το εβένινο μετάξι νεράιδες 
και το υφαίνουνε να δέσουν τα μαλλιά τους.
Πάνθηρας ακουρμάζεται θωράει και κοντοστέκει.
Γλείφει τα ρόδα απ’ τις πληγές, μεθάει και δυναμώνει.  
Ξέρασε η γη τα σπλάχνα της και πήδησαν δαιμόνοι.  
Σφυρί βαρεί με δύναμη, μένει βουβό το αμόνι.
Πυγολαμπίδες παίζουνε στα μάτια τ’ ανοιχτά.  
Στ’ όμορφο στόμα σου κοιμήθηκε ένας γρύλος.  
Πέφτει απ’ τα χείλη σου που ακόμα είναι ζεστά, ένα σβησμένο cigarillos.
Τ’ όνειρο πάει με τον καπνό στον ουρανό, έσμιξε πια με το καράβι του συννέφου.
Το φως γεννιέται από παντού μα είναι αχαμνό και τα σκοτάδια το ξεγνέθουν και σου γνέφουν.
Χοσέ Μαρτί, ( Κόνδορας πάει και χαμηλώνει, περηφανεύεται, ζυγιάζεται, θυμάται.
Με τα φτερά του θα σκοτείνιαζ’ ένα αλώνι.) απόψε οι δυο συντροφιαστοί θα πιείτε μάτε.
Φτάνει ο Μπολιβάρ καβαλώντας το σαϊτάρι. Παραμονεύει ορθή κουλέμπρα γκαστρωμένη.
Βότανα τρίβει η Περουβάνα σε μορτάρι και μασουλάει φαρμακωμένο μανιτάρι.
Του Λόρκα η κόκκινη φοράδα χλιμιντράει , μ’ αυτός μπλεγμένος στα μετάξινα δεσμά του. Μακρύ κιβούρι με τον πέτρινο κασμά του σενιάρει ο Φίλος και στο μπόι σου το μετράει.
Γέροντας ναύτης με τα μούτρα πισσωμένα βάρκα φορτώνει με την πιο φτηνή πραμάτεια. Έχει τα χέρια από καιρό ψηλά κομμένα. Κι ήθελε τόσο να σου σφάλαγε τα μάτια.
 
Μετά τη μεταπολίτευση ο Καββαδίας παραχωρεί συνέντευξη στο περιοδικό Τετράδιο που εξέδιδαν οι Φώντας Λάδης και Δημήτρης Γκιώνης. Εξομολογείται ο Καββαδίας: «Παρόλο που λένε πως τα καράβια είναι σκλαβιά, εγώ ένιωθα εκεί μια ελευθερία που προσπαθούσα πάντα να μεταδώσω και στους άλλους. Εκτός από την Κατοχή και τα εφτά χρόνια – που τα θεώρησα χειρότερα και από την Κατοχή – όλη μου την άλλη ζωή ήμουν ελεύθερος. Πάντα πήγαινα αριστερά το τιμόνι και ποτέ δεν κοίταζα την πρύμνη!…». Και προσθέτει: «…μέσα στα χρόνια της δικτατορίας απόφυγα την οποιαδήποτε μορφή επικοινωνίας με το έργο μου, γιατί πίστευα ότι τότε άλλα ήσαν τα πρώτιστα και τα σπουδαία…».
Στις 8 Δεκεμβρίου του 1974 γίνεται το δημοψήφισμα για το ζήτημα της μοναρχίας. Το όνομα του Νίκου Καββαδία βρίσκεται στον δεύτερο κατάλογο των ιδρυτικών μελών της Δημοκρατικής Αντιμοναρχικής Κίνησης που δημιούργησε το ΚΚΕ εσωτ.
Ο συγγραφέας Φίλιππος Φιλίππου ασκεί κριτική στον τρόπο με τον οποίο η Αριστερά αντιμετώπισε τον Νίκο Καββαδία. Υποστηρίζει ότι κανένα έντυπό της μετά το 1950 δεν αναφέρεται στο έργο του, στην προσωπικότητά του και στην αντιστασιακή του δράση. Ο ποιητής ένιωθε παραγκωνισμένος, παραμελημένος, παραπεταμένος και αυτό του άφηνε ένα αίσθημα πικρίας.
Μετά το θάνατό του στις 10 Φεβρουαρίου του 1975, ο Ριζοσπάστης και η Αυγή γράφουν λίγα λόγια γι’ αυτόν χωρίς όμως να αναφέρουν την αγωνιστική του δράση στην Κατοχή και τη συνεισφορά του στον εμφύλιο και τη δικτατορία ούτε και την ιδεολογία του.
Σύμφωνα με τον συγγραφέα ο ποιητής αν και ενεργός αριστερός δεν κάνει «προλεταριακή τέχνη», δηλαδή δεν γράφει μια λογοτεχνία που εμπνέεται από τα ιδανικά των εργαζομένων και τη μαρξιστική κοσμοθεωρία.
Ο Καββαδίας ήταν κομματικά ανένταχτος αν και τον διεκδίκησαν τα κόμματα. Ήταν όμως συνειδητοποιημένος και έντονα πολιτικοποιημένος.
Ο ποιητής Νίκος Καββαδίας ήταν ουμανιστής. Η ανθρωπιά του τον οδήγησε στην Αριστερά και όπως γράφει ο Ανδρέας Καραντώνης είναι ο ποιητής που πλάτυνε το Εγώ του και χώρεσε μέσα του το διπλανό του.

Φίλιππος Φιλίππου, Ο πολιτικός Νίκος Καββαδίας, Άγρα 1996.

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2015

Νίκος Καββαδίας


Ο φίλος μου ο Μαραμπού

 Αλεξάνδρεια (1961;). Ο Στρατής Τσίρκας φωτογραφίζεται παρέα με τον Νίκο Καββαδία
Με τον Νίκο Καββαδία, " τον ποιητή της αδελφοσύνης και των μεγάλων οριζόντων", γνωριστήκαμε στην Αλεξάνδρεια το 1947, θα' ταν άνοιξη. Δούλευα τότε διευθυντής στη βιομηχανία δερμάτων " Μικές Χαλκούσης και Σία", που τα γραφεία της εταιρίας τους ήταν πάνω στη θρυλική οδό Τατουίγκ. Από τη θέση που καθόμουν είχα μέσα στα μάτια μου όλο τον Ανατολικό Λιμένα, τον Εύνοστο των Πτολεμαίων` ύστερα από το νερό ερχόταν ο Λιμενοβραχίονας, με το άχαρο, βαρύ ορθογώνιο του Ιχθυολογικού Ινστιτούτου και πιο δεξιά το Φρούριο του Καΐτ Μπέη, χτισμένο πάνω στα ερείπια του αρχαίου Φάρου. Ένα τοπίο φορτωμένο μνήμες: μυθολογικές, ιστορικές, πολεμικές, ποιητικές και λογοτεχνικές, από τον Όμηρο και τον Ηρόδοτο, τον Πλούταρχο και τον Πολύβιο ως τον Σαίξπηρ, τον Ε.Μ. Φόρστερ και τον Καβάφη` από τον Οδυσσέα και τον Μεγαλέξαντρο, τον Μάρκο Αντώνιο και την Κλεοπάτρα, ως τον Ναπολέοντα, τον Κωνσταντίνο Κανάρη, τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Γεώργιο Σκληρό. Σεπτέμβρης 1939 - Ιούλιος 1963: 24 χρόνια εμπρός στο ίδιο τοπίο, δεν θυμάμαι να έπληξα μήτε μια φορά. Τέλος πάντων, ας έρθουμε στον Κόλια.
Ήταν τότε βοηθός ασυρματιστής στο " Κορινθία", που έκανε τη γραμμή Πειραιά - Αλεξάντρεια - Τζένοβα - Μασσαλία - Τζένοβα - Αλεξάντρεια - Πειραιά. Είχε έρθει μ' ένα γνωστό μου, τον Νίκο Κεραμόπουλο, χημικό, " γιατί δεν ήξερε το δρόμο", μάλλον για να παίρνει κουράγιο, γιατί ήταν πραγματικά ντροπαλός. Πριν ακόμα καθίσει άρχισε ν' απαγγέλνει:

Κι εγώ θυμάμαι κάποια δειλινά
στης Εθνικής Βιβλιοθήκης τη μεγάλη σάλα

Ήταν οι πρώτοι στίχοι από το μοναδικό ποίημα που είχα δημοσιέψει στην "Αλεξαννδρινή Τέχνη" ( Μάιος 1930). Το μυαλό του ήταν γεμάτο από στίχους λησμονημένων ή αποτυχημένων ποιητών. Μόλις του σύστηνες κάποιον αμέσως απάγγελνε στίχους του. Ήταν ένας τρόπος να γίνεται πιο γρήγορα η ψυχική επαφή. Τον είδα να κάνει το ίδιο με τον Γλαύκο Αλιθέρση και το Νικόλα Φύλλα. Ο Κεραμόπουλος ήταν από τους Αιγυπτιώτες φοιτητές, που ο πόλεμος είχε αποκλείσει στην Ελλάδα. Τον καιρό της πείνας, για να ενισχύσουν το συσσίτιό τους, διοργάνωσαν μια συγκέντρωση σε θέατρο, όπου απαγγείλανε και Καβάφη, τύπωσαν μάλιστα τις ομιλίες, το πρόγραμμα και μερικά ποιήματα σ' ένα φυλλάδιο και το πουλούσαν για τον ίδιο σκοπό. Έτσι τους γνώρισε ο Καββαδίας. Ορισμένοι τους, τώρα που άνοιξαν οι δρόμοι, είχαν ξαναγυρίσει στη γενέτειρα, και με την πείρα τους από την Αθήνα, βοήθησαν στην ίδρυση και δραστηριοποίηση της " Πνευματικής Εστίας". Ο Κόλιας είχε φέρει μαζί του και καμιά δεκαριά αντίτυπα από το " Πούσι", που μόλις είχε κυκλοφορήσει. Μου χάρισε ένα αντίτυπο, τα υπόλοιπα ανάλαβα να τα πουλήσω. Γίναν ανάρπαστα από τους φίλους της "Πνευματικής Εστίας".
Εκείνο το πρωί ο Κεραμόπουλος είχε δουλειά. Μου άφησε τον Κόλια κι έφυγε. Σε καμιά ώρα ήρθε το αφεντικό, ο Μικές Χαλκούσης. Ο Κόλιας γνώριζε τον Γιάννη Χαλκούση, της Πόλης, και την κόρη του της Ελένη Χαλκούση, την πρωταγωνίστρια, της έχει μάλιστα αφιερώσει ένα ποίημα στο " Πούσι ":

Έπεσε το πούσι αποβραδίς
το καραβοφάναρο χαμένο
Κι έφτασες χωρίς να σε προσμένω
μεσ' στην τιμονιέρα να με δεις.

Ο Μικές ήταν άνθρωπος με καρδιά και καλλιτεχνικό γούστο. Σπίτι του είχε πίνακες του Παρθένη, του Γυαλινά, του Καλμούχου, του Μυταράκη, του Αγγελόπουλου, του Μαγγανάρη, του Αϊζόφσκυ, Γάλλους ιμπρεσιονιστές, Πικασσό κ.α Πιάσανε την κουβέντα και τ' ανέκδοτα, ο Κόλιας έλεγε για τους Χιώτες κι ο Μικές για τους Κεφαλλονίτες. Άντε πια να κάνεις δουλειά, τα δυο τηλέφωνα χαλούν τον κόσμο, και οι πελάτες να  περιμένουν στον αντιθάλαμο. Σηκώθηκε ο Μικές να πάρει τον Κόλια στο γραφείο του. " Εντάξει " τους λέω, "αλλά ο Κόλιας το μεσημέρι θα φάει σπίτι μου, ξηγημένα πράματα". Συμφώνησε ο Κόλιας μόνο μου έβαλε όρο να βρίσκεται στο καράβι του μισή ώρα πριν από το πρώτο σφύριγμα της σειρήνας. Δεν υπήρχε πρόβλημα, είχα αυτοκίνητο. Αργότερα όμως κατάλαβα κι αυτό το πλέγμα του φίλου μου: Ζούσε με την αγωνία μήπως και φύγει το καράβι του και μείνει ξέμπαρκος. Έτυχαν στιγμές μεγάλης έξαρσης και ευτυχίας, που πάντα τις φαρμάκωνε μ' ένα " Τι ώρα είναι;", κάθε τόσο.
Στο σπίτι, άλλη ανάσταση! Η γυναίκα μου, η μάνα μου, τ' αδέλφια μου, ακόμα και ο Άμπντου μας τον έκαναν δικό τους. Από τότε κάθε φορά που το πλοίο του διανυχτέρευε στην Αλεξάντρεια, ο Κόλιας κοιμόταν σπίτι μας. Είχε το δωμάτιό του. Μόνο άλλοι δυο το μεταχειρίζονταν, αν τύχαινε να βρίσκονται στην Αλεξάντρεια: ο διηγηματογράφος Νίκος Νικολαΐδης, κι ο ζωγράφος Τάκης Καλμούχος. Ο Άμπντου κάθε τέταρτη βδομάδα του έστρωνε καθαρά σεντόνια, κι όταν χτυπούσε η πόρτα κι ήταν ο Κόλιας φωτιζόταν το μούτρο του και χαλούσε τον κόσμο από τις φωνές. " Για σετ, ελ Χαουάγκα μπιτάα ελ μπαμπούρ!" ( Κυρία, ο κύριος του βαποριού). " Τι καλοί άνθρωποι που είναι ", μου έλεγε ο Κόλιας κάνοντας ένα μορφασμό, όπως όταν ζαρώνεις τη μύτη σου για να μη δακρύσεις.
Μέναμε τότε στο Κάμπο Τσέζαρε, ένα προάστιο της Αλεξάντρειας με πολύ ελληνισμό, στην οδό Ηλιούπολης αρθ. 41. Δεκαέξι χρόνια, δεν έτυχε να πιάσει το καράβι του το λιμάνι μας και να μη μας έρθει. Ήταν κάτι παραπάνω από φίλος, ήταν ο θαλασσινός μας αδελφός. Όταν μεταφερθήκαμε στην Ελλάδα, τον βλέπαμε πιο σπάνια. Και τώρα θα πω για τη μόνη φορά που τον πίκρανα.
Θα' ταν το 1949 ή το 1950. Πάντως καλοκαίρι. Ο Κόλιας είχε παραλάβει καθήκοντα υπεύθυνου ασυρματιστή στο Επιβατικό " Κυρήνεια", που έκανε τη γραμμή Ινδικός Ωκεανός, Σιγκαπούρη, ως την Ιαπωνία νομίζω. Τότε βέβαια μόνο από γράμματα μαθαίναμε  τα νέα του. Ύστερα τον πήγαν για ένα διάστημα στο Ατμόπλοιο " Ιωνία " που έκανε τη γραμμή της Μεσογείου και τότε μια μέρα μας παρουσιάστηκε. Είχε πολλά να διηγηθεί, μα πιο πολύ περηφανευόταν για μια γοργόνα μπλε και κόκκινη, που ένας μάστορης των τατουάζ του είχε σταμπάρει στα μαλακά του μπράτσου του. Όταν τέντωνε το χέρι κι ανοιγόκλεινε την παλάμη, αυτή χόρευε ένα υποβλητικό χορό της κοιλιάς. Με πολλή σοβαρότητα μου έλεγε, πως όταν το πλοίο του περνούσε από το Κολόμπο της Κεϋλάνης, όπου είχε κάνει το τατουάζ, η γοργόνα, τα μεσάνυχτα, έφευγε, πηδούσε στη θάλασσα κι έκανε έρωτα μέσα στο νερό. Ύστερα ξαναγύριζε. Τα έλεγε αυτά και λαμποκοπούσε ολόκληρος, βρισκόταν στο στοιχείο του ο θαλασσινός μας Σεβάχ ο παραμυθάς.
Ένα πρωί φανερώνεται φουριόζος στο γραφείο και μου λέει να τα παρατήσω όλα και να τον ακολουθήσω, ήταν κάτι πολύ βιαστικό. Εγώ περίμενα τηλεφωνήματα από το Κάιρο, να φύγουμε σε μισή ωρίτσα; Μπα, στάθηκε ανένδοτος. Μα πες μου τι συμβαίνει; Δεν μου έλεγε, μόνο: Πάμε, πάμε, άδικα χάνουμε την ώρα μας. Τέλος πάντων, ειδοποίησα μέσα τ' αφεντικό πως φεύγω για κάτι βιαστικό, δίχως ν' αναφέρω τον Κόλια, γιατί θα μας χασομερούσε. Μπρος ο Κόλιας πίσω εγώ και να κάνει μια ζέστη, έσκαγε η πέτρα κι η άσφαλτος άχνιζε. Είναι μακριά, να πάρουμε ταξί, ένα αμαξάκι; Ποιον τέλος πάντων πάμε να συναντήσουμε; Μόκο ο Κόλιας, μα επειδή τραβούσε για την οδό Καλογραιών κατάλαβα πως θα καταλήγαμε στο λιμάνι. Ήταν τότε καιροί πονηροί, η Ελλάδα σπαράζονταν απ' τον Εμφύλιο, φίλοι μου λογοτέχνες ή και μόνο γνωστοί μου, ποιος νόμιμα, ποιος παράνομα ξεγλιστρούσαν με πρώτο σταθμό της Γαλλία. Για μερικούς απ' αυτούς βάζανε στο μυστικό και τον Κόλια, " για να έχει το νου του". Σώπασα, λοιπόν, έσκυψα το κεφάλι κι έτρεχα μες στο κατακαλόκαιρο να τον προφτάσω.
Μια στιγμή τον βλέπω και με τραβάει αριστερά για το Κομπακίρ, την κακόφημη συνοικία με τις πόρνες. Με πιάσαν τα διαόλια μου, δε μίλησα όμως περιμένοντας να δω. Και πράγματι σταμάτησε μπρος σ' ένα σκοτεινό μαγαζάκι που έδειχνε για κουρείο αφού στα δυο φύλλα της τζαμωτής πόρτας του ήταν γαντζωμένα με σύρμα δυο γυάλινα βαζάκια με νερό και μέσα τους κολυμπούσαν ζωντανές βδέλλες. Στην Αίγυπτο, οι μπαρμπέρηδες είναι που σου παίρνουν το αίμα. Κατάλαβα πως ο μουστερής που θα συναντούσαμε ήταν παράνομος αφού δεν μπόρεσε να ξουριστεί μες στο επιβατικό, τόσες μέρες.
Ο φίλος μου μίλησε στον κουρέα ελληνικά, του ζήτησ ετο άλμπουμ, εκείνο το καλό. Ο άλλος έβγαλε από ένα συρτάρι ένα τετράδιο ιχνογραφίας κι ο Κόλιας το ξεφύλλιζε. Έφτασε σ'ένα σημείο, έβαλε το δάχτυλο και μας φώναξε να σκύψουμε κι εμείς. Ήταν όλο σχέδια για τατουάζ. Αυτό που έδειχνε ήταν πάλι μια γοργόνα. Μου πιάνει το μπράτσο, καλοκαίρι, κυκλοφορούσα με κοντομάνικο.
- Κάνε στον κύριο ένα στο δεξί του, μόνο πρόσεχε μη τον πονέσεις!
Και σε μένα: 
- Θα κάνω κι εγώ ακόμη ένα στο άλλο χέρι, να ενώσουμε τα αίματά μας, να γίνουμε αδελφοποιτοί.
Τότε είναι που πετάχτηκαν οι πόρνες απ' τα καμαράκια τους να δούνε ποιον σφάζουνε, άνθρωπο ή σκυλί. Τον έβρισα πρόστυχα, μα δε θυμάμαι τι του είπα, μήτε με ποιο μέσο βρέθηκα καταϊδρωμένος, βγάζοντας μικρές κραυγές από τη λύσσα μου, στον καναπέ του γραφείου μου.
Όταν πήγα για φαγητό σπίτι, μου άνοιξε ο Αμπντου πριν  βάλω το κλειδί στην κλειδαριά. Είχε ένα ύφος έξαλλου θριαμβευτή:
- Ελ Χαουάγκα μπιτάα ελ μπαμπούρ γκε!( ο κύριος του βαποριού ήρθε).
Στο τραπέζι ο Κόλιας όλο και μου έριχνε κρυφές ματιές να δει αν ξεθύμωσα. Κι όλα πήραν πάλι τον παλιό τους ρυθμό.
                                                                        Στρατής Τσίρκας

Επτά κείμενα για τον Νίκο Καββαδία, Πολύτυπο, Αθήνα 1982
Ο Νίκος Καββαδίας  γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου του 1910

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2014

Βάρδια

 Ο Νίκος Καββαδίας στο κατάστρωμα του «Ιωνία», όπως τον ζωγράφισε ο Γιάννης Τσαρούχης το 1950.

Anonimo XIVsec: Trionfo della Morte

Στην Εύα Δελή

Πάρε με από το χέρι να μου δείξεις τον κόσμο. Ο μεγάλος χάρτης σχισμένος. Η γεωγραφία χαμένη ανάμεσα σε άχρηστα βιβλία. Ο εξάντας δίχως φακούς. Τους βγάλαμε για ν' ανάψουμε τσιγάρα. Σπασμένο το παλλινώριο. Η ρίγλα ζαβωμένη. Το βελόνι της πυξίδας τρελλάθηκε και τρεκλίζει. Την μπαρκέτα την έκοψε κυνηγός μπορεί και σκυλόψαρο. Μετζαρόλι; μα ο άμμος δε βολεί να περάσει. Ας μετρήσουμε τον ήλιο με τα δάχτυλα. Ποιον απ' όλους;
- Λίγη γαλέτα...
- Πάρε...Γιατί φτύνεις;
- Νερό.
- Σώθηκε.
- Είπες πως για μένα θ' ανοίξεις τη φλέβα σου.
- Δες. Την άνοιξα. Δεν τρέχει στάλα.
- Στεριά. Νάτη. Τρεις φοινικές.
- Όχι. Πέντε... Εφτά...Χίλιες...Χιλιάδες. Μήτε μισό μίλι. Κοντά.
- Δος μου τα κουπιά.
- Είναι σάπια. Ολότελα.
- Τότε ας φτάσουμε κολυμπώντας.
- Κοίταξε το στόμα του σκύλου, πώς περιμένει.
- Ρίξε τη γαλέττα.
- Την ξερνά και την πετά πάλι απάνω μας. Δε βλέπεις; Στάσου να πέσω. Θα χορτάσει. Θα προλάβεις να βγεις στη στεριά. Φυσάει. Είναι κόντρα. Αλαργεύουμε.
Βρέχει. Πιες. Κοιμήσου, θα σε φυλάω.
- Κοιμάμαι. Είναι καιρός που κοιμάμαι.
- Τι ωραία που είναι τα μαλλιά σου. Άσε με να τα καθαρίσω από το αλάτι.
- Όχι.
- Γιατί γλιστράς από τα χέρια μου; Πού είσαι; Έχω καινούργια tatoo να σου δείξω. Μην ξυπνάς...Έτσι όπως είσαι, θα σε βάλω φιγούρα σε πλώρη...Κοριτσάκι. Πιάσε με από το χέρι να μου δείξεις τον κόσμο.
- Δεν έχω χέρι. Δεν υπάρχει κόσμος 

Λείπουνε δυό! Τους θυμάσαι; Πνίγηκε ο ένας μόλις παράλαβε καπετάνιος. Στο Σίγρι. Ξέρασε η θάλασσα το παπούτσι του. Σαράντα πέντε νούμερο. Ποιο ψάρι να ταξιδεύει το δαχτυλίδι του! Την άλλη μέρα η θάλασσα δεν ήξερε τίποτα. Έλαμπε σα λίμνη στο χειμωνιάτικον ήλιο. Από βραδίς έσπαε τα σίδερα. Το πρωί είχε χορτάσει. Τη στολίζανε μόνο κάτι λαδιές, δυο - τρία βαρέλια και ριπισμένη ξυλεία. Ένα χάλκινο μπρίκι ταξίδευε πάνω σ' ένα φελό. Δεκαοχτώ, μια καλάδα. Κανείς στον αφρό. Μιαν άσπρη κουλούρα στολισμένη με σκοινάκια τρακάρει σ' ένα κιβώτιο. Κειν' η κουλούρα που την ακουμπάνε οι επιβάτες των ποσταλιών στα πόδια και φωτογραφίζονται. Λίγοι ξέρουνε πως δεν είναι μονάχα για φιγούρα. Προσεχτικά ζωγραφισμένη με μαύρα γράμματα. " ΕΛΠΙΣ ΠΕΙΡΑΙΕΥΣ" . Έψαξε την περιοχή το καράβι της γραμμής, ώσπου νύχτωσε. Μάζεψε τα συντρίμμια. Θα τα πάει στο Λιμεναρχείο. Θα το σβήσουν από το νηολόγιο και θα γράψουνε δίπλα με κόκκινο μελάνι. " Απωλέσθη αύτανδρον έξωθι Β.Δ. Ακτών Μυτιλήνης, 20 Ιανουαρίου 1939". Τίποτ' άλλο.

Ο άλλος;...Εικοσιεννιά χρονώ καπετάνεψε σ' ένα φορτηγό. Ανοιχτομάτης, γρήγορος, άξιος στη μανούβρα. Τη θεωρία στα δάχτυλα. Βρέθηκε μεσάνυχτα με δεξιά κλίοση σαρανταπέντε μοίρες, σ' ένα μπάγκο του Νότου. Η πορεία σωστή. Τα νερά κρεμαστά. Μπήκε στο charter room σαν είδε πως δεν ξεκολλάει. Τάβαλε κάτου, τα μέτρησε, τάφερε από δω κι΄από κει. Το λάθος κανενός. Φάλτσο στο χάρτη; Μπήκε στην καμπίνα του και σκοτώθηκε. Κείνη την ώρα τού χτύπησε ο γραμματικός , να του πει πως το καράβι σηκώθηκε μοναχό του, πως δεν κάνει νερά πουθενά και ν' ανεβεί για να δώσει πορεία.
Ένας Κανάκα που πλεύρισε με τη βάρκα του, - δεν ερχόταν ο μούλος μιαν ώρα νωρίτερα - ξήγησε στο γραμματικό το μυστικό. Κάθε έξι χρόνια, τα μεσάνυχτα, φεύγουνε σα σωρός τα νερά προς τα έξω. Γυρίζουνε σε τρεις ώρες. Πριν την αυγή. Γελούσε που τάλεγε κι' έδειχνε τα λευκά δόντια του. Every six years.
Κανένα βιβλίο δεν τόχε γραμμένο. Κατόπι το σημειώσανε. Όπως πάντα.
Ξανοιχτήκανε. Τον φουντάρανε στ' ανοιχτά. να τι γίνηκε ο άλλος. Κι' άλλοι...Χιλιάδες άλλοι. Ένας βυθός γιομάτος κόκκαλα και στολίδια. Ψάρια που δεν έχουνε μάτια, μήτε χρώμα. Είναι ακόμα κι' ένα σιδερένιο κουτί με γράμματα, που απάνω του βρίσκεται κάτι λιωμένο σε σχήμα χεριού. Αυτή που τάγραψε κοιμάται τώρα σε ξένο κρεβάτι. Λαχανιάζει κάτου από ξένην ανάσα. Τίποτε δεν ταράζει τον ύπνο της. Ούτε η θάλασσα που χτυπάει το νησιώτικο σπίτι της στο κατώφλι, όπως έρχεται από μακριά. Αν είναι μάνα, καρφώνει τα παραθύρια της, τα βάφει μαύρα απ'έξω, και δε μαγειρεύει ποτέ ψάρι. Αν είναι αδερφή...κάποτε σταματά να κλαίει κανείς...Μονάχα η μάνα δε βαριέται να κλαίει, ωσότου τα κλείσει.
Οι μεγάλοι δεν κλαίνε. Όμως είν' ένας κόμπος που ανεβαίνει, ένα βρόχος. Είν' εκείνο που κάνει τους στεριανούς να γράφουν βιβλία και τους ναύτες να σκαλίζουν και ν' αρματώνουν μέσα σε μποτίλιες, καΐκια ή να ζωγραφίζουν το κορμί τους. Όταν τα βιβλία είναι ωραία, τα καΐκια μαστορεμένα, οι στάμπες πολύχρωμες, τότε...
Η θάλασσα στις ακτές! Όλοι οι απόπατοι του κόσμου κατεβαίνουν στη θάλασσα. Οι νεροχύτες, όλο το αγκομαχητό της νύχτας. Το ίδιο με τον απόπατο.
Ο γιαλός είναι γιομάτος σαρδελοκούτια, αποχτενίδια, καρεκλοπόδαρα, τρύπια γοβάκια. Γιομάτος κορίτσια που κολυμπάνε και χαίρονται το νερό. Χάρισμά σας...(απόσπασμα)


Νίκου Καββαδία, Βάρδια, Κέδρος 1980, 7η έκδοση( προμετωπίδα και τέσσερα σχέδια του Γιάννη Τσαρούχη)

Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2013

Το πούσι

Έπεσε το πούσι αποβραδίς
το καραβοφάναρο χαμένο
κι έφτασες χωρίς να σε προσμένω
μες στην τιμονιέρα να με δεις

Κάτασπρα φοράς κι έχεις βραχεί
πλέκω σαλαμάστρα τα μαλλιά σου
Κάτου στα νερά του Port Pegassu
βρέχει πάντα τέτοιαν εποχή

Μας παραμονεύει ο θερμαστής
με τα δυο του πόδια στις καδένες.
μην κοιτάς ποτέ σου τις αντένες
με την τρικυμία, θα ζαλιστείς.

Βλαστημά ο λοστρόμος τον καιρό
είν' αλάργα τόσο η Τοκοπίλλα
Από να φοβάμαι και να καρτερώ
κάλλιο περισκόπιο και τορπίλλα.

Φύγε! Εσέ σου πρέπει στέρεα γη
Ήρθες να με δεις κι όμως δε μ' είδες
έχω απ' τα μεσάνυχτα πνιγεί
χίλια μίλια πέρ' απ' τις Εβρίδες

Ποίηση: Νίκος Καββαδίας,
Μουσική: Μαρίζα Κωχ,
Πρώτη εκτέλεση: Μαρίζα Κωχ

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013

Οι γάτες των φορτηγών

Oι ναυτικοί στα φορτηγά πάντα μια γάτα τρέφουν,
που τη λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί,
κι αυτή, σαν απ' τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι,
περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.

Tα βράδια, όταν η θάλασσα χτυπάει τις λαμαρίνες,
και πολεμάει με δύναμη να σπάσει τα καρφιά,
μέσα στης πλώρης τη βαριά σιγή, που βασανίζει,
είναι γι' αυτούς σα μια γλυκιά γυναίκεια συντροφιά.

Eίναι περήφανη κι οκνή, καθώς όλες οι γάτες,
κι είναι τα γκρίζα μάτια της γιομάτα ηλεκτρισμό·
κι όπως χαϊδεύουν απαλά τη ράχη της, νομίζεις
πως αναλύεται σ' ένα αργό και ηδονικό σπασμό.

Στο ρεμβασμό και στο θυμό με τη γυναίκα μοιάζει
κι οι ναύτες περισσότερο την αγαπούν γι' αυτό·
κι όταν αργά και ράθυμα στα μάτια τούς κοιτάζει,
θαρρείς έναν παράξενο πως φέρνει πυρετό.

Tης έχουν πάντα στο λαιμό μια μπακιρένια γύρα,
για του σιδέρου την κακήν αρρώστια φυλαχτό,
χωρίς όμως, αλίμονο, ποτέ να κατορθώνουν
να την φυλάξουν απ' το μαύρο θάνατο μ' αυτό.

Γιατί είναι τ' άγρια μάτια της υγρά κι ηλεκτρισμένα
κι έτσι άθελα το σίδερο το μαύρο το τραβά,
κι ουρλιάζοντας τρελαίνεται σ' ένα σημείο κοιτώντας
φέρνοντας δάκρυα σκοτεινά στους ναύτες και βουβά.


Λίγο πριν απ' το θάνατον από τους ναύτες ένας,
―αυτός οπού 'δε πράματα στη ζήση του φριχτά―
χαϊδεύοντάς την, μια στιγμή στα μάτια την κοιτάζει
κι ύστερα μέσ' στη θάλασσα την άγρια την πετά.

Kαι τότε οι ναύτες, που πολύ σπάνια λυγά η καρδιά τους,
πάνε στην πλώρη να κρυφτούν με την καρδιά σφιχτή,
γεμάτη μια παράξενη πικρία που όλο δαγκώνει,
σαν όταν χάνουμε θερμή γυναίκα αγαπητή.


Ν. Καββαδία, Μαραμπού, Κέδρος 1981, έβδομη έκδοση

Παγκόσμια Ημέρα των Ζώων σήμερα.

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

Στο άλογο μου


    Το να γράψει κανείς σ' έναν άνθρωπο, είναι ίσως εύκολο στους πολλούς. Το να γράψει σ' ένα ζώο, είναι αφάνταστα δύσκολο. Για τούτο φοβάμαι. Δεν θα τα καταφέρω.

    Τα χέρια μου έχουνε σκληρύνει από τα λουριά σου, κι η ψυχή μου από άλλη αιτία. Όμως πρέπει. Αισθάνομαι την ανάγκη. Γι΄αυτό θα σου γράψω.

    Στην αρχή δεν με ήθελες. Καταλάβαινες σε μένα τον άπραγο με το αδύνατο χέρι. Είχες δίκιο. Ίσως για πρώτη φορά έβλεπα άλογο από τόσο κοντά. Τ΄άλογα που είχα δει στη ζωή μου ήτανε στα τσίρκα, που τα δουλεύανε κοζάκοι, και στις κούρσες, που τα παίζαν οι άνθρωποι. Αυτό με είχε πειράξει. Δεν είστε προορισμένα για τόσο χαμηλές πράξεις. Ας είναι...Αυτό είναι μιαν άλλη ιστορία, καθώς λέει ο Κίπλινγκ, αυτός που τόσο σας είχε αγαπήσει και ιστορήσει.

   Το ξέρω πόσο σε κούρασα. Στραβά φορτωμένο ακολούθησες υποταχτικά στις πορείες της νύχτας. Γρήγορα γίναμε φίλοι. Με συνήθισες. Έπαψα πια να σε  χάνω μέσα στ' άλλα ζώα της Μονάδας μας. Έπαψα να μη σε γνωρίζω.

   Αν αρχίσω τα "θυμάσαι" δε θα τελειώσω ποτέ.Λατρεύω τη συντομία! Θα σου θυμίσω μονάχα τρεις νύχτες μας. ( Απορώ με τον εαυτό μου απόψε. Τόσο στοργικά δε μίλησα ποτέ σε κανένα.)

   Θυμάσαι τη νύχτα με τη βροχή; Ανελέητα κι οι δυο μουσκεμένοι, προχωρούσαμε μέσα στη νύχτα. Μόνοι. Σε οδηγούσα ή με οδηγούσες; Κάρφωνα τα νυσταγμένα μου μάτια στο νυχτερινό παραπέτασμα, όπως δεν τα κάρφωσα τότε που αναζητούσα φανάρια στη Βόρειο Θάλασσα. Η όσφρησή σου μάς έσωσε. Ένας στάβλος μάς έγινε άσυλο. Παραμερίσαμε το σανό κι ανάψαμε, μεγάλη φωτιά. Λέω, ανάψαμε. Εσύ μου΄δινες θάρρος. Ξαπλωμένος σ' άκουα να μασάς. Κατόπι σού μίλησα. Ποτέ δε συμφώνησα με τους ανθρώπους όπως τότε με σένα. Κοιμηθήκαμε συζητώντας. Εγώ ξαπλωμένος στο χόρτο. Κοιμηθήκαμε συζητώντας. Εγώ ξαπλωμένος στο χόρτο. Εσύ όρθιο. Πόσοι άνθρωποι δεν κοιμούνται όρθιοι περπατώντας δίχως να΄χουν τη δική σου νόηση; Ας είναι...

   Η δεύτερη νύχτα: Τότε που μπήκαμε μ' άλλους πολλούς μες στη μάχη. Μπορούσε κοντά από κει να κουβαλήσουμε τραυματίες. Ακούσαμε μαζί το θόρυβο του πολέμου και τον συνηθίσαμε. Πήραμε το παλικάρι με το πληγωμένο πόδι και φύγαμε. Ποτέ μου δε σε είδα πιο προσεχτικό και τόσο αλαφροπάτητο. Είχες ξεχάσει κείνο το νευρικό σου συνήθειο να πηδάς σηκώνοντας το σαμάρι. 
Τα ΄χες όλα νιώσει ίσως πριν από μένα.

    Και τώρα , η νύχτα στο βουνό με τη λάσπη: βαρυφορτωμένοι, κατάκοποι προχωρούσαμε . Είν΄αφάνταστη η λύπη κι η κακομοιριά που δοκιμάζεις σαν αισθάνεσαι να΄σαι  και να βλέπεις ανθρώπους και ζώα και τα πάντα μες στη λάσπη.

   Άλογα και μουλάρια πεσμένα  μάς κόψανε το δρόμο. Εμείς προχωρούσαμε . Άξαφνα έπεσες. Πέσαμε θέλω να πω. Με τα δυο σου πόδια  σπασμένα , με το κεφάλι χωμένο στις λάσπες. Θυμάσαι πόσο προσπάθησα. Δεν το κατόρθωσα. Πρέπει να νιώσεις καλά πως δε φταίω. Ποτέ δεν προσπάθησα τόσο. Έμεινα δίπλα σου ολόκληρη νύχτα. Πιο πέρα από μας ένας Ιταλός σκοτωμένος. Πάνω μας η Μεγάλη Άρκτος, το Βόρειο Στέμμα, ο Αστερισμός του Ωρίωνα ψιχάλιζαν φως.

  Δεν είδα ποτέ πώς πεθαίνουν οι άνθρωποι. Γύρισα πάντα τα μάτια μου από το θάνατο. Μα φαντάζομαι...

   Παύω. Φοβάμαι μήπως πω λόγο μεγάλο.

   Φυλάω ακόμα το ξυστρί και τη βούρτσα σου. Κι όταν κάποτε κι αυτά θα τα παραδώσω, θα σε φυλάξω στη μνήμη μου.

    Οι κάλοι των χεριών μου από τα λουριά σου μού είναι τόσο αγαπητοί, όσο εκείνοι που κάποτε απόχτησα στις θαλασσινές μου πορείες. Θα σου ξαναγράψω!....
                                                                                   Κούδεσι, Μάρτης 1941


Νίκος Καββαδίας, Του πολέμου, Στο άλογο μου, Άγρα, 2002, Η ΄ανατύπωση

Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό...



Θά μεταλάβω μέ νερό θαλασσινό
στάλα τή στάλα συναγμένο ἀπ' τό κορμί σου
σέ τάσι ἀρχαῖο, μπακιρένιο ἀλγερινό,
ποῦ κοινωνοῦσαν πειρατές πρίν πολεμήσουν.

Πούθ' ἔρχεσαι; Ἀπ' τή Βαβυλώνα.
Ποῦ πᾶς; Στό μάτι τοῦ κυκλώνα.
Ποιάν ἀγαπᾶς; Κάποια τσιγγάνα.
Πῶς τή λένε; Φάτα Μοργκάνα.

Πανί δερμάτινο, ἀλειμμένο μέ κερί,
ὀσμή ἀπό κέδρο, ἀπό λιβάνι, ἀπό βερνίκι,
ὅπως μυρίζει ἀμπάρι σέ παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στόν Εὐφράτη στή Φοινίκη.

Πούθ' ἔρχεσαι; Ἀπ' τή Βαβυλώνα.
Ποῦ πᾶς; Στό μάτι τοῦ κυκλώνα.
Ποιάν ἀγαπᾶς; Κάποια τσιγγάνα.
Πῶς τή λένε; Φάτα Μοργκάνα.

Σκουριά πυροχρωμη στίς μίνες τοῦ Σινᾶ.
Οἱ κάβες τῆς Γερακινῆς καί τό Στρατόνι.
Τό ἐπίχρισμα. Ἡ ἅγια σκουριά πού μᾶς γεννᾶ,
Μᾶς τρέφει, τρέφεται ἀπό μας, καί μᾶς σκοτώνει.

Πούθ' ἔρχεσαι; Ἀπ' τή Βαβυλώνα.
Ποῦ πᾶς; Στό μάτι τοῦ κυκλώνα.
Ποιάν ἀγαπᾶς; Κάποια τσιγγάνα.
Πῶς τή λένε; Φάτα Μοργκάνα.

 Μουσική: Μαρίζα Κώχ
Στίχοι: Νίκος Καββαδίας