Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Μπελογιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Μπελογιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 30 Μαρτίου 2021

" Σιωπή. Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη"

 
Η Πορεία
"Ο εκτοπισμός και η φυλάκιση των πολιτικών κρατουμένων είχαν ως στόχο να τους στερήσουν την ελευθερία και να ελέγξουν την επικοινωνία τους με τον έξω κόσμο.
Οι φυλακισμένοι όμως έβρισκαν τρόπο να πληροφορούνται τα σημαντικά γεγονότα της εποχής. Αισθάνονταν μέλη ενός κινήματος, του οποίου η επιτυχία θα επηρέαζε τη χώρα τους, αλλά και τη δική τους τύχη και ζωή. Η είδηση λοιπόν της εκτέλεσης του Νίκου Μπελογιάννη( 1915 - 1952) έφτασε και στους κρατούμενους του Άη Στράτη. Ο Γιάννης Ρίτσος, εκτοπισμένος επίσης στον Άη Στράτη εκείνη την εποχή, συνέθεσε προς τιμήν του το ποίημα Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο, με αφορμή την πολύ γνωστή φωτογραφία του δικαζόμενου Μπελογιάννη να κρατά ένα γαρύφαλλο στο χέρι του.

"Σιωπή. Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη"

Οι στίχοι αυτοί αποτέλεσαν την έμπνευση του Χρίστου Δαγκλή για τη φιλοτέχνηση του χαρακτικού του Η Πορεία.

 Νοηματικός και μορφολογικός άξονας της σύνθεσης είναι η γυμνή ανδρική μορφή, ρωμαλέα και νεανική, που κρατά στις πλάτες της το φέρετρο του Νίκου Μπελογιάννη. Σε κάποια από τα 13 προσχέδια του χαρακτικού η αλληγορική αυτή μορφή, που συμβολίζει τους λαούς, απεικονίζεται με το κεφάλι όρθιο, σε άλλες με σκυφτό, αλλά με τις γροθιές των χεριών πάντα σφιγμένες σε μια κίνηση δυναμικής αντίστασης. Ο ουρανός είναι συννεφιασμένος, ο καιρός ανάστατος, αντανακλά την ψυχολογία όσων θρηνούν για το χαμό του αγωνιστή της Αριστεράς. Άλλοτε οι μορφές αποδίδονται πιο φυσιοκρατικά, σε άλλες εκδοχές είναι εντελώς σχηματοποιημένες, ενώ σε μερικά σχέδια ένα γαρύφαλλο είναι τοποθετημένο πάνω στο φέρετρο  που βαραίνει τους ώμους των ανδρών.
Η τελική μορφή της σύνθεσης χαράκτηκε σε πλάγιο ξύλο το 1959, μετά την απελευθέρωση του Δαγκλή. Οι λαοί ενσαρκώνονται από τις ρωμαλέες, σχηματοποιημένες ανδρικές μορφές, που έχουν το κεφάλι σκυφτό, λόγω της πρόσκαιρης ήττας τους. Όμως τα χέρια τους είναι σφιγμένα σε γροθιές , μαρτυρώντας, ότι ο αγώνας τους δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Το φέρετρο, σαν ένα μεγάλο κομμάτι πέτρας, υψώνεται ως το συννεφιασμένο, άστατο ουρανό, μιαν ακόμη απόδειξη της θλίψης και του θρήνου για την εκτέλεση του Μπελογιάννη"

 Από το Λεύκωμα Χρίστος Δαγκλής, Χαρακτική - Ζωγραφική. Δημοτική Πινακοθήκη Ιωαννίνων, 2018

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2020

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος για το Νίκο Μπελογιάννη


Η μνήμη σώζεται με τα πρόσωπα. Τα περιστατικά εύκολα μπερδεύονται μεταξύ τους, χάνουν και τις χρονολογίες τους, κάπου χάνονται και τα ίδια.
Η φήμη του Μπελογιάννη άρχισε από τις δίκες στην Αθήνα, αλλά, σαν συμπολίτες που ήμαστε, ξέρω ότι πολύ πιο πριν, όταν ακόμα ήταν νέο παιδί, είχε σχηματιστεί ένας θρύλος και περπατούσε. Και βέβαια, εντελώς ιδιαίτερη γοητεία είχε για μας, που ήμαστε πολύ νεώτεροί του, το παράδειγμα ενός γνωστού μας νέου που όλα τα εγκαταλείπει, το ασφαλισμένο σπίτι και το ασφαλισμένο μέλλον, και με αυταπάρνηση παίρνει αυτούς τους δρόμους. Και το πρώτο που του υπόσχονται αυτές οι επιλογές είναι τα κρατητήρια, είναι οι εξορίες και οι φυλακές κι άλλες, παρόμοιες μ' αυτά και πολύ χειρότερες στο τέλος στροφές της τύχης.
Πεθαίνουμε όπως ζούμε. Το δικό του έργο τελείωσε όπως κι έπρεπε να κλείσει το ανάγνωσμα μιας ζωής σαν αυτήν που άρχισε ο Μπελογιάννης από τα μαθητικά χρόνια.
Ο μακαρίτης ο Μαστρογιαννόπουλος μου έλεγε το 1942 στο Πελόπιο για μια έκθεση που του είχε γράψει στο γυμνάσιο ο Μπελογιάννης, τότε που τον είχε μαθητή του στην Αμαλιάδα. Τους είχε ζητήσει να γράψουν κάτι για το Πάσχα κι ο Μπελογιάννης κάθησε και του περιέγραψε τη ζωή μιας φτωχής γυναίκας στη γειτονιά τους που δούλευε στα ξένα σπίτια για να μπορέσει να μεγαλώσει τα παιδιά της. Του έκανε εντύπωση του Μαστρογιαννόπουλου και το θυμόταν.
Σκέφτομαι τον Μπελογιάννη έχοντας στον νου τον αδελφό μου τον Γιώργη. Είχαν, έτσι το βρίσκω εγώ, μια ομοιότητα στην έκφραση, ακριβώς εκεί που το πρόσωπο του ανθρώπου εκπέμπει τα ιδιαίτερα δικά του κύματα - στα μάτια τους. Στα τονισμένα φρύδια, στο καθαρό μέτωπο, γραμμένο αδρά στο βαθύ φόντο των μαλλιών, που ήταν και τα δύο ολόμαυρα, πυκνά και λαμπερά, με αλλεπάλληλες σκάλες που έφευγαν πίσω. Αλλά και στον χαρακτήρα υπήρχε μια άλλη σύμπτωση, στην άφοβη, δραστήρια και σε κάτι σκληρή τους στάση. Αυτό που εννοώ, μιλώντας για σκληρότητα, στον αδελφό μου ήταν πιο αδρό, αυτός ήταν και πολύ νεότερος, ενώ ο Μπελογιάννης φαινόταν άνθρωπος ώριμος και γαλήνιος, είχε όμως μια σκληράδα κι αυτός και γρήγορα την αντιλαμβανόσουν. Ξέρω ότι κατόρθωσαν να τον πιάσουν κυρίως επειδή δεν ήταν στο χαρακτήρα του να περνά τις ώρες του στο αμπρί, στέλνοντας μπροστά  άλλους, όπως και γινόταν από κάποιους που άφησαν πίσω τους και τη φήμη του ασύλληπτου Φαντομά της κομματικής παρανομίας. Αυτοί σπάνια βγήκαν από το αμπρί τόσο στην παρανομία όσο και στον πόλεμο.
Τον θυμάμαι ένα βράδυ αργά που κατέβαινα με το τραμ για τα Σεπόλια. Θα πρέπει να ήταν την άνοιξη του 1947, κάπου εκεί γύρω. Γνωρίζαμε ότι μαζί με τον Γκιζελή ήταν στα βουνά της Πελοποννήσου, και να τώρα στην Αθήνα. Στη στάση της πλατείας Βάθης, όπως σταμάτησε το τραμ, έπεσε το φως πάνω του, στεκόταν στο πεζοδρόμιο μ' ένα μακρύ παλτό κουμπωμένος ως απάνω. Μόλις το τραμ κίνησε, πήδησε στο βαγόνι. Εγώ τότε, για το φόβο των Ιουδαίων, δεν έμπαινα μέσα στο βαγόνι, στεκόμουν στον εξώστη, δίπλα στην έξοδο. Στάθηκε κι αυτός εκεί.
Πήγαμε έτσι μέχρι το τέρμα. Κατάλαβα ότι με είδε και με γνώρισε. Μου το επιβεβαίωσε, όταν μετά τρία χρόνια στην Αλβανία θυμηθήκαμε εκείνο το βράδυ - καθώς και ότι πήγαινε στα ξαδέλφια του, τους Συριόπουλους, πρώτα του ξαδέλφια από τις μητέρες τους. Ήταν όλοι φίλοι μας κι έμεναν σ' ένα σπίτι προς τη μεριά του λόφου. Ο Ντίνος, ο Γιώργος, ο Θοδωράκης, η Νίκη. Τον Γιώργο τον είχαν πιάσει οι Γερμανοί στην Αμαλιάδα και τον εκτέλεσαν στα Ψηλαλώνια στην Πάτρα, μαζί με τον ποιητή Φώτο Πασχαλινό.
Ακριβώς τότε, με τους δυο εκείνους νέους, άρχισαν οι ιστορίες αυτές να γράφονται πολύ κοντά μας...
Το περίεργο στο περιστατικό που αφηγούμαι εδώ τώρα είναι πως η κοπέλα που συνόδευα εκείνο το  βράδυ, συμφοιτήτριά μου, όταν έπειτα από σαράντα χρόνια, ξαναϊδωθήκαμε εδώ στην Αθήνα, πολύ απροσδόκητα με ρώτησε:
- Εκείνο το βράδυ που κατεβαίναμε με το τραμ ο Μπελογιάννης δεν ήταν;
Δεν θυμάμαι να μιλήσαμε καθόλου γι' αυτό, η φίλη μου όμως με βεβαιώνει ότι αλλάξαμε με τον Μπελογιάννη κάποιες ματιές, από τις οποίες εκείνη κατάλαβε πως γνωριζόμαστε κι αποφύγαμε να μιλήσουμε.
- Όταν είδα έπειτα τις φωτογραφίες του στις εφημερίδες, θυμήθηκα εκείνο το βράδυ.
Όλο κάτι είναι και κινείται γύρω μας και φαίνεται χωρίς εμείς να το βλέπουμε, μόνες τους μας τριγυρίζουν κάποιες κινήσεις, κάποιες σκέψεις ανεξέλεγκτα κι από μας τους ίδιους.
Μετά την εκτέλεσή του, εκφράστηκαν σε κάποια κείμενα υπαινιγμοί για λάθη στην επαγρύπνηση. Ο Ζαχαριάδης μάς είχε συνηθίσει σε κάτι τέτοιες απροσδόκητες στροφές και προς στιγμήν το πήραμε για μια άλλη ιστορία που πήγαινε να ξεκινήσει, αλλά δεν έλαβε συνέχεια. Μετά μαθαίναμε ότι κάποιοι, που έβγαιναν έξω, τα έλεγαν αυτά στον Ζαχαριάδη, χαϊδεύοντάς του το αυτί του προσκόμιζαν μαρτυρίες και στοιχεία. Γιατί από κάτω ήταν η άλλη ιστορία - ο Πλουμπίδης. Η ανάγκη που αισθανόταν τότε ο Ζαχαριάδης να επιβεβαιώνονται οι αλλόκοτες υποψίες του.
Και ήταν επίσης το γεγονός ότι ο Μπελογιάννης δεν είχε ενδώσει, αντιστάθηκε σ' αυτούς τους δικούς του παραλογισμούς. Κάποιοι προσπαθούσαν να συνδέσουν τη σύλληψή του με αυτό το γεγονός.
Πρέπει να είχαν σχηματιστεί κάποιες προϋποθέσεις και ποιος ξέρει ως πού θα το πήγαιναν, αν ο Μπελογιάννης έμενε ζωντανός.

Τρεις άνθρωποι, ο Ζαχαριάδης, ο Πλουμπίδης, ο Μπελογιάννης. Τρεις διαστάσεις μιας ιστορίας με ασυνήθιστες, ακόμα και για ένα μαχόμενο επαναστατικό κόμμα, καταστάσεις, όπου πρωταγωνίστησαν εξαιρετικοί χαρακτήρες.
Θέματα ανεξάντλητα για μυθιστορήματα. Το αποτόλμησε μόνο ο Κώστας ο Κοτζιάς, καλός συγγραφέας, μα πέρασε βιαστικά πάνω από ένα τρομερό σύμπλεγμα ηρωικών και τραγικών συγκρούσεων, έντονα προσκολλημένος στις εσωκομματικές καταστάσεις , μέτρα μικρά για να μετρηθούν τέτοια ανθρώπινα φαινόμενα.
Δεν θα' ναι πολλοί εκείνοι που θυμούνται τώρα ότι και ο Πλουμπίδης κρατούσε τότε στο χέρι του ένα γαρύφαλλο.
Ο Πλουμπίδης ήταν κορυφαία τραγική μορφή, αλλά το γαρυφαλλάκι του πέρασε απαρατήρητο. Κι όπως γίνεται συχνά με τις επαναλήψεις κάτι τέτοιων χειρονομιών, όταν το σοβαρό τους μήνυμα δεν περνάει στις ψυχές των άλλων, μπορεί να έμενε ένα αρνητικό που δεν τυπώθηκε. Σε κάτι και κωμικό, αν δεν έβλεπε κανείς εκεί μια συγκλονιστική υπόμνηση της μεγάλης αθωότητας αυτού του ηρωικού, παρ' όλη του την ηπιότητα, ανθρώπου.
Η χειρονομία του Μπελογιάννη είχε άλλη μια σημασία - ύστερα από την Εθνική Αντίσταση και τον Εμφύλιο, σαν να σφράγιζε μια κίνηση που έγινε όλη μπροστά στα μάτια μας, το καλό δέσιμο μιας ιδεολογίας, σε πολλά ακόμα αναφομοίωτης, με την εθνική παράδοση. Ο Μπελογιάννης πρόσθεσε ένα σύμβολο στις ηρωικές μας παραδόσεις, αλλά αυτός ο μελλοθάνατος με το γαρύφαλλο ήταν και μια ελληνική προσφορά στους άλλους, μια ανταπόδοση για τα πολλά ξένα δάνεια που είχε κάνει το ελληνικό κοινωνικό κίνημα.
Στους άθλους τους οι ήρωες του χριστιανισμού ξεσήκωναν ο ένας τον άλλον κι οι βίοι τους δεν διαφέρουν παρά στα ονόματα και στις τοποθεσίες, τα θαύματα παντού τα ίδια. Έτσι και οι μάρτυρες του κομμουνισμού παραδειγματίζονταν από κάποια πρότυπα κι ελάχιστα πρωτοτυπούσαν. Ο Μπελογιάννης  ήταν σ' όλα μια πρωτοτυπία. Υπήρξε στο δικό του άθλο στρωτή σύγκλιση στις λεπτομέρειες, στα λόγια του, στους τόνους του, παντού ως την τελευταία του κίνηση. Κι αυτά τον έκαναν αληθινό και πιστευτό σ' όλους, στο έθνος του και στον ιδεολογικό του χώρο. Η συμπεριφορά του έδειξε άνθρωπο με πεντακάθαρο μυαλό, κατασταλαγμένη αντίληψη για όσα συνέβαιναν. Τη διαθήκη του αυτός την έγραψε με σώας τας φρένας και πλήρη συνείδηση. Η ειλικρίνεια του, η ανθρώπινη και η πολιτική του εγκυρότητα δεν ήταν δυνατόν ν' αμφισβητηθούν κι από τον κακόπιστο αντίπαλο. Η ομορφιά μιας ωραίας προσπάθειας αποτυπώθηκε στο παράδειγμά του και το πιο σπουδαίο ήταν ο τρόπος, με τον οποίον δηλώθηκε η ωριμότητά της. Χωρίς υπερβολικούς τονισμούς, χωρίς αχώνευτες παρορμήσεις και καθόλου κραυγές.
Με διάφορες αφορμές ξαναθυμάμαι μια έκφραση του ποιητή Παστερνάκ: η κραυγή είναι πάντα ύποπτη. Τι ωραία που το είπε. Δεν έχει άραγε δίκιο;
Ύποπτη σε όλα είναι κραυγή γιατί όλο κάτι πάει να σκεπάσει. Κάπου ο άνθρωπος που κραυγάζει βιάστηκε, κάπου άργησε και τρέχει. Κάτι του λείπει και δεν το βρίσκει. Και μάλλον εκείνος ο ίδιος είναι που δεν καταλαβαίνει καλά αυτά που θέλει να πει. Αν με βλέπετε ν' αφρίζω προσπαθώντας να πείσω τους άλλους, εξομολογείται κι ο Ντοστογέφσκι, είναι γιατί δεν έχω κατορθώσει να πείσω τον εαυτό μου.
Εκείνες τις στιγμές ο Μπελογιάννης, πέρα από την αξιοθαύμαστη ανθρώπινη συμπεριφορά του, ήταν μια στιγμή ωριμότητας του κινήματος που αντιπροσώπευε. Σαν να το έπαιρνε με το λουλουδάκι του και να το κινούσε μπροστά σε μια απελευθέρωση από κάποιες σκλαβιές, απελευθέρωση κυρίως από μια παραδοσιακή αιχμαλωσία ( ιδεολογική και ψυχολογική). Κι αν ήθελε κανείς, θα μπορούσε να τραβήξει τούτη τη σκέψη ακόμα πιο πέρα σε συμπεράσματα που μπορεί να μην ήταν τότε σε κανενός το μυαλό, αλλά αυτά που συνέβαιναν ήταν αρκετά να το δηλώσουν. Και μόνο η συνήθεια που αποχτάμε καμιά φορά ( όταν μαζευόμαστε και πολλοί) να μη βλέπουμε τα ολοφάνερα, εμπόδισε να το προσέξουμε και πέρασε χωρίς να κατανοηθεί, αλλά και χωρίς να γίνει αντιληπτό...

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν. Α. Η γραμμή της ζωής. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2016

Η ιδιόχειρη συνέντευξη του Νίκου Μπελογιάννη

«…οι σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος δεν δολοφονούν εμάς. Δολοφονούν την ειρήνευση και την τιμή της Ελλάδας.»

Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

Στο διάστημα 30 Μάρτη – 2 Απρίλη 1975   ο Ριζοσπάστης δημοσίευσε  σε συνέχειες τρία αφιερώματα στη δίκη και τις εκτελέσεις του Νίκου Μπελογιάννη και των συντρόφων του. Τα κείμενα φέρουν την υπογραφή του δημοσιογράφου Σπύρου Δενδρινού. Από αυτά  παρουσιάζουμε το τρίτο κείμενό του (2 Απρίλη 1975) στο οποίο ο δημοσιογράφος αφηγείται τον τρόπο με τον οποίο πήρε την ιδιόχειρη  συνέντευξη  του Νίκου  Μπελογιάννη  και τις αντιδράσεις του αμερικανού πρέσβη Πιουριφόι και της κυβέρνησης Πλαστήρα.

Ο Σπύρος Δενδρινός ήταν δημοσιογράφος της εφημερίδας «Προοδευτική Αλλαγή» και ήταν ο μοναδικός που κατόρθωσε να εξασφαλίσει αυτή τη συνέντευξη, η οποία δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του στις 9 Μάρτη 1952, αναδημοσιεύτηκε  σχεδόν σε όλες τις εφημερίδες του κόσμου και αναμεταδόθηκε από όλους τους ραδιοφωνικούς σταθμούς.
Θέλησα, από επαγγελματική παρόρμηση και καθαρώς από δημοσιογραφική περιέργεια, νάχα μια συνέντευξη με το Μπελογιάννη. Να τούδινα την ευκαιρία και τις στήλες μιας εφημερίδας, να μιλήσει ο ίδιος. Αυτό ήταν και σκέψη όλων των συναδέλφων, δικών μας και ξένων. Το θέμα ήταν στην κορυφή του ενδιαφέροντος και μια ιδιόχειρη και ενυπόγραφη συνέντευξή του θάκανε πάταγο. Θάταν για μας, τους δημοσιογράφους, μια μεγάλη επιτυχία.

Καταλάβαινα όμως πως δεν ήταν κι’ από τα εύκολα. Πώς να πλησιάσεις έναν κατηγορούμενο με τόσο βαριά κατηγορία, που τον φύλαγαν τριπλές σειρές χωροφυλάκων και ο Επίτροπος είχε ζητήσει την εσχάτη των ποινών; Πώς να τον πλησιάσεις μέσα στην αίθουσα του Στρατοδικείου; Έβλεπα πως ήταν πολύ δύσκολη υπόθεση.

Η ιδέα όμως αυτή, δεν ξεκολλούσε απ’ το μυαλό μου: Αποτραβήχτηκα από την αίθουσα του Στρατοδικείου, βγήκα έξω, τράβηξα στην εφημερίδα μου να ξεκουραστώ λίγο, να πάρω μια αναπνοή και να σκεφτώ. Μπαίνοντας στα γραφεία της « Προοδευτικής Αλλαγής», στο διάδρομο συναντιέμαι τυχαία, με τον ιδιοχτήτη και Διευθυντή της «Αλλαγής», δικηγόρο και πανεπιστημιακό καθηγητή ήδη, κ. Νίκο Παπαπολίτη. Χαιρετιστήκαμε.

– Σε θέλω, μου λέει, και μπήκαμε στο γραφείο του.

Στο γραφείο του ήταν κι’ ο αδερφός του, ο μακαρίτης Σάββας Παπαπολίτης, υπουργός τότε Εμπορίου, ο μετέπειτα αρχηγός της ΕΠΕΚ. Με κυττούσαν κι’ οι δυό κατάματα, χωρίς να βγάζουν άχνα. Σε μια στιγμή, σηκώνεται απότομα ο Νίκος Παπαπολίτης. Και μου λέει επί λέξει:

– Δενδρινέ, σε ξέρω ότι είσαι ικανότατος δημοσιογράφος! Δεν θ’ αξίζεις τίποτα όμως, αν δεν καταφέρεις να πάρεις μια συνέντευξη, ιδιόγραφη όμως, του Μπελογιάννη!

Αυτό ήταν!

– Κύριε Διευθυντά, του λέω, αυτό με βασανίζει και μένα!…Και όλους τους συναδέλφους…Πώς όμως;…

– Εδώ σε θέλω, μου λέει…

Από τη στιγμή εκείνη, το θέμα αυτό, μου έγινε έμμονη ιδέα!.Έκανα χίλιες – δυο σκέψεις. Βέβαια δεν σκέφθηκα καν ν’ αποτανθώ στις αρμόδιες αρχές. Και από επαγγελματική πείρα και εξ αντικειμένου, έβλεπα πως θ’ απογοητευόμουν…Εδώ, τι δεν έκαναν και τι προσπάθειες κατέβαλλαν, οι ξένοι συνάδελφοι και πόσες πόρτες δεν χτύπησαν γι’ αυτό το θέμα. Γι’ αυτό, κατέληξα σε μια άλλη απόφαση. Η μόνη που απόμενε. Να βάλω σε κίνηση τον… «παράνομο μηχανισμό», που χρησιμοποιεί ένας έμπειρος δημοσιογράφος, για να πετύχει το σκοπό του!

Άρχισα, λοιπόν, τη μεγάλη προσπάθεια. Έκανα τις παρατηρήσεις μου και διαπίστωσα πως μόνο στην τουαλέττα, θα μπορούσα να διακινδυνεύσω την …απόπειρα. Στην τουαλέττα, κατά τα διαλείμματα της δίκης, οδηγούντο ένας – ένας οι δικαζόμενοι με συνοδεία τριών χωροφυλάκων. Χωρίς χειροπέδες. Έκανα την «αυτοψία» μου! Ήταν τέσσερις( τουαλέττες) συνεχόμενες, που ο διαχωριστικός τους τοίχος, μεταξύ τους, ήταν το πολύ ενάμισυ μπόι. Δεν έφτανε, μέχρι επάνω στο ταβάνι. Κι’ έτσι αν ήσουν στη διπλανή , μπορούσες και να μιλήσεις και να δόσεις και κάτι. Κι’ άρχισα σε κάθε διάλειμμα, να …κλείνουμαι σε μια από τις τέσσερις…περιμένοντας μη φανεί ο Μπελογιάννης. Κάθε φορά άλλαζα τουαλέττα. Ήρθε μερικές φορές, αλλά δεν συνέπιπτε να μπει στις διπλανές, εκείνης που βρισκόμουν εγώ! Τη δεύτερη όμως μέρα, το απόγευμα, στάθηκα τυχερός.

Την είχα «στημένη» στη δεύτερη τουαλέττα κι’ ο Μπελογιάννης μπήκε στην πρώτη. Απ’ τους τρεις συνοδούς χωροφύλακες, οι δύο φρουρούσαν την είσοδο κι’ ο ένας μέσα, λίγο πέρα απ’ την πόρτα. Όλος ο χώρος φωτιζόταν με ένα, όλο κι’ όλο λαμπιόνι, που μόλις έβλεπες να περπατήσεις. Ανέβηκα αμέσως στις άκρες της « λεκάνης» και βεβαιώθηκα πως πραγματικά ήταν ο Μπελογιάννης. Δεν χάνω καιρό. Λέω: ή του ύψους ή του βάθους!

Μόλις ανέβηκα στη λεκάνη του αποχωρητηρίου, βλέπω στη διπλανή καμπίνα, πραγματικά τον Μπελογιάννη. Φαινότανε μόνο η μορφή του.

– Θέλω μια συνέντευξή σου Μπελογιάννη, του λέω γρήγορα – γρήγορα, με ψιθυριστά λόγια.

Ανασήκωσε το κεφάλι του, λίγο ξαφνιασμένος, μούρριξε μια γρήγορη ερευνητική ματιά, σαν νάθελε να κάνει «αναγνώριση» και στο κλάσμα του δευτερολέπτου «συνέλαβε» τη δημοσιογραφική μου προσπάθεια…

Ψημένος αυτός κομμουνιστής, που η παρανομία τόσα χρόνια, είχε ακονίσει το μυαλό του, που ήξερε όλους τους κανόνες του συνωμοτισμού, που κάτεχε όλη τη σοφία της παρανομίας, «μπήκε» αμέσως.

Περιμένοντας την απάντησή του κρεμασμένος στη λεκάνη, ένοιωσα ίλιγγο, σαν νάβλεπα μπροστά μου άβυσσο! Αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα της αγωνίας, μ’ έκαναν να ιδρώσω. Αμέσως όμως ακούω τη φωνή του, σαν άχνα:

– Για ποιαν εφημερίδα;

– Για την «Αλλαγή» του λέω.

– Αν μου υποσχεθείς, πως θα τη βάλεις όπως θα στη δώσω, ναι.

– Έχεις το λόγο μου, του απάντησα, χαμηλώνοντας ακόμα τη φωνή μου…

Στο μεταξύ ο χωροφύλακας, αυτός που ήτανε λίγο πιο πέρα από την πόρτα του αποχωρητηρίου, χαμπάρι δεν είχε πάρει.

– Και πώς θα μου τη δόσεις; τον ρώτησα.

– Με τον ίδιο τρόπο, μου απάντησε.

Αμέσως ο Μπελογιάννης βγήκε.

Σε ένα – δυο λεπτά βγήκα κι’ εγώ.

Η πρώτη φάση είχε σημειώσει απόλυτη επιτυχία. Έμεινε η δεύτερη και τελευταία. Ίσως η δυσκολότερη.

Όλη τη νύχτα συλλογιζόμουνα πώς θα τα καταφέρω τελικά…Θα την πάρω; Θα πάνε όλα καλά ως το τέλος; Ένα σωρό σκέψεις στριφογύριζαν στο μυαλό μου. Βέβαια η πρώτη επιτυχία, μούχε δώσει θάρρος. Τι τα θέλεις όμως; Όλο και φοβόμουν πως κάπου θα σκοντάψω. Με την επανάληψη της δίκης, του άλλαζαν τη θέση. Ποτέ δεν τον άφηναν στην ίδια. Τη φορά αυτή τον είχα πιο μπροστά μου, πιο κοντά στα δημοσιογραφικά τραπέζια. Πολλές φορές άφηνα το γράψιμο των πρακτικών και τον κυττούσα. Ήθελα να με δει. Να βεβαιωθεί ότι ήμουν ένας από τους δημοσιογράφους, αν τούμενε καμιά αμφιβολία…Τον κυττούσα επίμονα και με σημασία. Σε κάποια στιγμή τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν. Ήμουν βέβαιος πως με κατάλαβε!

Από την επομένη, αρχίζει το δράμα μου. Μέχρι τις δύο το απομεσήμερο, το Στρατοδικείο έκανε δυο διαλείμματα. Δεν ήταν όμως σε τακτές ώρες. Ήμουν υποχρεωμένος να βγαίνω έξω κάθε τόσο…Την «έστηνα» απέναντι από τα ουρητήρια. Ο διάδρομος του Αρσακείου όπου περίμενα τη μεγάλη στιγμή, ήταν πάντα φίσκα από κόσμο, από δικηγόρους, διαδίκους, που όλοι τους τρέχανε για τις υποθέσεις τους, από γραφείο σε γραφείο, σαν αλαφιασμένες κόττες…Την είχα «στημένη», σαν τον κυνηγό στο καρτέρι…Μια τέτια αναμονή σου σπάει τα νεύρα. Η αναμονή είναι ευχάριστη, όταν ξέρεις ότι δεν περιμένεις άδικα. Μερικοί περαστικοί, με κυττούσαν, ολότελα τυχαία. Μα η …ένοχη φαντασία μου, μ’ έκανε να νομίζω, πως με αγριοκύτταζαν, σαν κάτι νάχαν υποψιαστεί. Έφερνα, διαρκώς ένα γύρω, βόλτες και το βλέμμα μου, δεν ξεκολλούσε απ’ τις τουαλέττες. Όπου σε μια στιγμή, βλέπω τους χωροφύλακες να παραμερίζουν τον κόσμο, για να περάσουν μαζί με τον Μπελογιάννη, με τις χειροπέδες. Σ’ όλους τους τις φορούσαν και τους  τις έβγαζαν, έξω από την πόρτα της τουαλέττας. Αμέσως ανασκουμπώθηκα, κι’ έφτασα πρώτος. Μπήκα στο δεύτερο. Δηλαδή το μεσαίο. Το πρώτο ήταν κατειλημμένο. Στο τρίτο, μπήκε σε λίγο ο Μπελογιάννης.

Μόλις άκουσα την πόρτα του να κλείνει, χωρίς να χάσω καιρό, του λέω αχνά.

– Εδώ είμαι.

Δεν πρόλαβα σχεδόν να τελειώσω τη λέξη μου, και βλέπω ένα χιλιοτυλιγμένο χαρτάκι, ίσαμε ένα μεγάλο κουκί, να αιωρείται και να πέφτει στην καμπίνα μου. Έσκυψα αμέσως, το πήρα και τόκρυψα στην τσέπη μου.

Μόλις ο Μπελογιάννης βγήκε, σε λίγο βγήκα κι’ εγώ. Είχα το χέρι μου, στην τσέπη μου και το κρατούσα σφιχτά λες κι’ είχα κάποιο πολύτιμο ακριβό πετράδι. Η καρδιά μου κτυπούσε δυνατά. Έφυγα με αργά βήματα, παριστάνοντας τον αδιάφορο, μήπως και με υποψιαστεί κανένας… Βγήκα από την πόρτα της οδού Αρσάκη, πήρα ένα ταξί και τράβηξα κατ’ ευθείαν στο σπίτι μου. Δεν είχα εμπιστοσύνη να πάω πουθενά αλλού…Ώσπου να φτάσω, μου φάνηκε αιώνας…Όλη τη διαδρομή, το πολύτιμο χαρτάκι το κρατούσα σφιγμένο στο χέρι μου λες και κάποιος θα μου τόπαιρνε. Μόλις μπήκα μέσα, το άνοιξα, το ξεδίπλωσα σιγά – σιγά και με πολλή προσοχή. Μα οι δίπλες του ήταν ατελείωτες! Όταν το ξεδίπλωσα όλο, άρχισα με συγκίνηση να το διαβάζω. Γιατί εκείνη τη στιγμή ένοιωθα πως είχα κάνει μια μεγάλη δημοσιογραφική επιτυχία!

Παραθέτω εδώ τη συνέντευξή του:
«Οι οργανωταί αυτής της δίκης, ντόπιοι και ξένοι, κατέβαλλαν πρωτοφανείς προσπάθειες για να κατασυκοφαντήσουν τον αγώνα του ΚΚΕ, χωρίς να διστάσουν ούτε μπροστά στη διαστρέβλωση γνωστών κειμένων.

Απέναντι σ’ αυτές τις προσπάθειες εμείς βρεθήκαμε τελείως ανυπεράσπιστοι, γιατί μέσα στα απομονωτήρια της Ασφάλειας δεν μας δόθηκε καθόλου ο χρόνος και η δυνατότητα να μελετήσουμε και να συγκεντρώσουμε τα απαραίτητα για την υπεράσπισή μας στοιχεία.

Έτσι υποχρεωθήκαμε να παλαίψουμε κάτω από απαράδεχτα άνισους όρους. Αλλά παρ’ όλα αυτά αποδείχτηκε ότι το ΚΚΕ είναι κόμμα πατριωτικό με τίτλους εθνικούς, που κανένα άλλο κόμμα δεν έχει παρουσιάσει. Γιατί στο βωμό της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας της Ελλάδος έχει προσφέρει φοβερές εκατόμβες.

Και αν δεν υπήρχαν σήμερα οι έμποροι και οι κάπηλοι του μίσους, η συμβολή του ΚΚΕ στην ειρήνευση του τόπου θα είχε εκτιμηθεί όχι μόνον από τους φίλους, αλλά και από τους τίμιους και καλόπιστους αντιπάλους μας.

Γι’ αυτό οι σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος δεν δολοφονούν εμάς. Δολοφονούν την ειρήνευση και την τιμή της Ελλάδας.

29.2.52

           ΝΙΚΟΣ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ»

Τη διάβασα και τη ξαναδιάβασα. Φοβόμουν μήπως είχε τίποτα, που δεν θα μπορούσε να μπει. Γιατί αν επρόκειτο να «δουλέψει ψαλίδι», όπως λέμε στη δημοσιογραφική γλώσσα, δεν θα την έβαζα καθόλου. Τούχα δώσει το λόγο μου, πως θα μπει όπως θα την έγραφε: «Επί λέξει»!

Τώρα, γεμάτος χαρά για την επιτυχία μου, τράβηξα για την εφημερίδα μου. Σκεφτόμουν τη χαρά του διευθυντού μου, του κ. Παπαπολίτη, μόλις θα του την έδινα!

Στο δρόμο σκεφτόμουν, τι περίφημα θάταν αν είχα και μια φωτογραφία του Μπελογιάννη. Όχι μόνον του φυσικά. Κι’ εγώ δίπλα του την ώρα που μούγραφε τη συνέντευξη! Βέβαια, την παρατράβηξα τη φιλοδοξία μου…Θάταν δυνατό να εμφανίσεις το Μπελογιάννη, εκείνες τις στιγμές, να δίνει συνέντευξη με τέτιο πανηγυρικό τρόπο; Κι όμως, η σκέψη μου αυτή είχε τόσο κυριαρχήσει μέσα μου, που δεν μπορούσα να την εγκαταλείψω. Ο νους μου πήγε στην …παρανομία. Ναι, αλλά ήταν κάτι που δεν γινόταν! Σκέφθηκα αμέσως, πως θα μπορούσα να φτιάξω ένα τρυκ! Ένα τρυκ όμως, που να φαινόταν αληθινό, φυσικό. Έτσι, που αν δεν στόλεγαν πως ήταν τρυκ, να μη μπορείς να το αντιληφτείς. Ο νους μου αμέσως πήγε στο βετεράνο του φωτορεπορτάζ. Στο Μήτσο το Φωτεινόπουλο. Ήτανε, και ακόμα είναι, ο πρύτανις του φωτορεπορτάζ. Ήταν ο μόνιμος συνεργάτης μου στο ρεπορτάζ πολλά χρόνια. Από τους ικανότερους και δραστηριότερους. Μ’ είχε βγάλει ασπροπρόσωπο στις πιο δύσκολες αποστολές, στα πιο μεγάλα ρεπορτάζ. Τραβάω λοιπόν στο γραφείο του Φωτεινόπουλου. Στη στοά της «Πρωΐας», όπου βρίσκεται ακόμη και σήμερα.

– Το και το, του λέω, Μήτσο!

– Γίνεται, μου λέει, αρκεί νάχω μια φωτογραφία σου, που να μου διευκολύνει το τρυκ.

Κατεβάζει αμέσως κάτι φακέλλους, με πολλές φωτογραφίες. Τις ψάχνει και σε μια στιγμή σταματάει χαμογελαστός σε μία.

– Αυτή, μου λέει, είναι ό,τι μας χρειάζεται!

Ο Μήτσος διατηρούσε φάκελλο με δικές μου φωτογραφίες απ’ τα αναρίθμητα ρεπορτάζ, στα οποία αυτός ήταν ο σημαντικότερος συντελεστής της κάθε επιτυχίας μου.

– Αυτή είναι, μου λέει, περίφημη.

Πράγματι, ήταν περίφημη. Ήταν μια φωτογραφία, την ώρα που έπαιρνα συνέντευξη – δεν βάζει ο νους σας ποιανής – της Τασούλας Πετρακογιώργη, στην Κρήτη…Της Τασούλας, πούχε λίγο πριν συνταράξει το Πανελλήνιο τότε η απαγωγή της απ’ τον Κώστα Κεφαλογιάννη! Την έκοψε, πήρε και μια πρόσφατη φωτογραφία του Μπελογιάννη από τη δίκη, που φαινόταν στο εδώλιο, την ώρα που κάτι σημείωνε, τις ταίριαξε κι’ έκανε ένα αριστουργηματικό « μοντάζ»!…Την τύπωσε και σε λίγο μου παρουσιάζει ένα τέλειο φωτογραφικό τρυκ, όπως άλλωστε βλέπετε. Πού να φανταζόμουν πως η φωτογραφία αυτή και η συνέντευξη του Μπελογιάννη, κυρίως όμως η φωτογραφία αυτή, θα ξεσήκωνε την επομένη τόσο θόρυβο!

Τόσο χαλασμό κόσμου!

Αναστατώθηκε ο Αμερικανός πρεσβευτής Πιουριφόι, ο ατλαντικός αρχιστράτηγος Αϊζενχάουερ, που εκείνες τις μέρες βρισκόταν στην Αθήνα, μαζί με τον αρχηγό της Νότιας πτέρυγας του ΝΑΤΟ, τον Αμερικανό ναύαρχο Κάρνεϋ, η κυβέρνηση ολόκληρη, ο πρωθυπουργός Πλαστήρας, ο αντιπρόεδρος Σοφοκλής Βενιζέλος, όλες οι αρχές, η Ασφάλεια, το Στρατο δικείο…Άσε οι ξένοι δημοσιογράφοι, που χάλασαν, στην κυριολεξία, κι’ αυτοί τον κόσμο και οι συνάδελφοί μου! Με το δίκιο τους. Ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε!

Το τι επακολούθησε, απ’ τα χαράματα, μόλις κυκλοφόρησε η εφημερίδα, με τη συνέντευξη και τη φωτογραφία, δε λέγεται!…

Θα σας δώσω μια πιστή περιγραφή των όσων διαδραματίστηκαν τότε, που μούβγαλαν «ξυνή» τη χαρά μου, από την επιτυχία μου αυτή.

Η συνέντευξη με τη φωτογραφία δημοσιεύτηκε την ίδια Κυριακή, 9 του Μάρτη, του 1952, στην «Αλλαγή». Η εφημερίδα έγινε ανάρπαστη! Δεν προλάβαινε να τυπώνει φύλλα. Το βράδυ, στις 10, πουλιότανε στα περίπτερα της Ομονοίας σε δεκαπλάσια τιμή από την κανονική. Δεν υπήρχε, πλέον, στα περίπτερα ούτε μία για δείγμα!

Ο Αμερικανός πρεσβευτής Πιουριφόι, στις 9 το πρωί, ζήτησε να επικοινωνήσει στο τηλέφωνο με τον πρωθυπουργό. Ο πρωθυπουργός Πλαστήρας, που δεν είχε διαβάσει ακόμα τις πρωινές εφημερίδες, αιφνιδιάστηκε κυριολεκτικά, μόλις άκουσε την οργισμένη φωνή του Πιουριφόι να διαμαρτύρεται μ’ ένα τρόπο ανεπίτρεπτο προς ένα, αν μη τι άλλο, ηλικιωμένο άνθρωπο, που τον ξύπνησε πρωί – πρωί, τον πρωθυπουργό της χώρας!

Ο Πλαστήρας τον διαβεβαίωσε πως δεν είχε ιδέα του πράγματος! Άλλωστε, του είπε, δεν έχω διαβάσει ακόμα πρωινά φύλλα…

Τον ησύχασε πως, μόλις κατατοπισθεί, θα τον ενημέρωνε για τις απόψεις της Κυβέρνησης!

Ο Πλαστήρας, αφού διάβασε τη συνέντευξη κι’ είδε και τη φωτογραφία, κατατοπίστηκε από τον κ. Παπαπολίτη, τον διευθυντή κι’ ιδιοκτήτη της εφημερίδας, που καθησύχασε τον πρωθυπουργό, πως δεν έχει γίνει τίποτε, που να δικαιολογεί την οργή και την παρέμβαση του κ. πρεσβευτή(!!!).

Και αμέσως ο Πλαστήρας επήρε στο τηλέφωνο τον Πιουριφόι στον οποίο εξήγησε ότι δεν βλέπει να υπάρχει θέμα. Ο Πιουριφόι, που ήταν άριστα κατατοπισμένος από τις υπηρεσίες του περί του ατόμου μου, αξίωσε να απολυθώ αμέσως από το υπουργείο Εξωτερικών ( το Γραφείο Τύπου), στο οποίο ήμουν τότε επί συμβάσει υπάλληλος.

Πρωί – πρωί την επομένη, ημέρα Δευτέρα, καταφθάνει στο σπίτι μου ένας κλητήρας του υπουργείου Εξωτερικών και μου επέδωσε την απόλυσή μου από τη θέση μου, την οποία υπόγραφε ο υπουργός Ανδρέας Ιωσήφ. ( Η Διεύθυνση Τύπου υπαγόταν στο υπουργείο Εξωτερικών , τότε, μετά την κατάργηση του υφυπουργείου Τύπου και Τουρισμού). Προσπάθησα να επικοινωνήσω μαζί του, χωρίς να το κατορθώσω.

Στο μεταξύ, επήγα στον πρωθυπουργό Πλαστήρα, που με ειδοποίησαν πως με ζητούσε επειγόντως.

– Τι μπελά μου άναψες, βρε παιδί μου, μου λέγει μόλις με αντίκρυσε!

– Κύριε Πρόεδρε, με συγχωρείτε, του λέω, αλλά δεν βλέπω γιατί σας άναψα μπελά!

ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ: Μα δεν τους ξέρεις, μου λέει εκνευρισμένος, αυτούς! Αφορμή ζητάνε να μας δημιουργούν ζητήματα!

– Μα για ποιο λόγο, κ. Πρόεδρε; τον ξαναρωτάω με υψωμένη κι εγώ τη φωνή μου. Γιατί πραγματικά δεν έβλεπα πού υπήρχε το θέμα, που να δικαιολογεί την οργή και την αγανάκτηση του Πιουριφόι.

– Να, έτσι! μου απαντά με οργή, ενώ πραγματικά έτρεμε σύγκορμος. Δεν μπορούν , συνέχισε, να καταλάβουν ( οι Αμερικάνοι) πώς είναι δυνατόν η κυβέρνηση να δίνει άδεια σ’ένα δημοσιογράφο, να παίρνει συνέντευξη και να φωτογραφίζεται μ’ ένα «κατάσκοπο»(!).

– Μα αυτά που λέει στη συνέντευξή του ο Μπελογιάννης, δεν είπε περίπου τα ίδια στην απολογία του κ. Πρόεδρε;

– Άλλο η απολογία, μου απαντά και άλλο μία πανηγυρική συνέντευξη. Και μάλιστα, μου προσθέτει, σε μία εφημερίδα που μετέχει, σχεδόν, στην κυβέρνηση!

Όπως κατάλαβα, ο Πλαστήρας είχε την εντύπωση πως με τις «πλάτες» του αδελφού του διευθυντού μου, του Σάββα Παπαπολίτη, που ήταν τότε υπουργός Εμπορίου , θα πήρα τη συνέντευξη.

– Μα δεν μούδοσε η κυβέρνηση καμμιά άδεια, κ. Πρόεδρε!

Του εξήγησα πώς την πήρα τη συνέντευξη, του εξήγησα πως ήταν μια ολότελα δική μου, επαγγελματική υπόθεση, χωρίς η κυβέρνηση να έχει καμμιά ανάμιξη. Ακόμα του εξήγησα πως η φωτογραφία ήταν τρυκ.

– Μα δεν είναι δυνατόν, μου λέει, απορώντας, η φωτογραφία αυτή να είναι τρυκ!

– Μάλιστα κ.Πρόεδρε, είναι τρυκ! Είναι δυνατόν να έπαιρνα αυτή τη φωτογραφία μέσα στην αίθουσα του στρατοδικείου; Και συνέχισα: Αυτοί, στην πατρίδα τους επιτρέπουν σε κοινούς εγκληματίες και σε θηριώδεις γκάγκστερς, να δίνουν συνεντεύξεις και να ποζάρουν σαν ήρωες, σ’ όλες τις εφημερίδες τους!

– Άσε, μου λέει, τι κάνουν αυτοί στην πατρίδα τους! Εδώ είναι άλλο θέμα. Είναι σκοπιμότητες…Δεν μπορείτε να το καταλάβετε; Εδώ αγωνίζομαι να σώσω τα κεφάλια τους (εννοούσε τα κεφάλια του Μπελογιάννη και του άλλου), να μην έχουμε άλλα αίματα!…Δεν αντέχει άλλο ο τόπος. Μη μου δημιουργείτε, λοιπόν, ζητήματα.

– Μα κ. Πρόεδρε…Με συγχωρείτε, του λέω. Η συνέντευξη αυτή δεν λέει τίποτα που να πειράζει τους Αμερικανούς…Αντίθετα, τους βοηθάει στην πολιτική τους. Δεν λέει πως η Ελλάδα πρέπει να γίνει αληθινή δημοκρατία. Αφού , επιτρέπει σ’ ένα ίσως μελλοθάνατο να φωτογραφίζεται και να δίνει συνεντεύξεις, αυτό δεν θα πει πως είμαστε χώρα δημοκρατική;

– Άντε, πήγαινε, μου λέει κουρασμένος πια, βρέστον τον Πιουριφόι να του ανοίξεις το κεφάλι, να του τα βάλεις μέσα!

Πραγματικά, επήγα στην πρεσβεία. Έδωσα την κάρτα μου στο διευθυντή του Γραφείου Τύπου. Μετά από δεκάλεπτη αναμονή, ένας ξερακιανός Αμερικανός, που ήταν ο δεύτερος Γραμματέας της πρεσβείας, με πλησίασε και μ’ ένα στυγνό και αυστηρό ύφος, με έβαλε στο γραφείο του κ. πρεσβευτή. Από το ύφος του κατάλαβα πως ήθελε να με δει. Λες και με περίμενε.

Ο Διευθυντής Τύπου ήξερε σχεδόν θαυμάσια ελληνικά και του μετέφραζε τα λόγια μου, ενώ όρθιος στεκόταν ο γραμματέας και ο διευθυντής του Γραφείου Τύπου.

Αμέσως μου πρόσφερε τσιγάρο. Ένα « Πόλμαν». Ο ίδιος δεν κάπνισε. Ο γραμματέας έσπευσε να μου το ανάψει.

– Πώς έγινε αυτό; με ρωτάει αμέσως μετά.

– Ποιο; τον ρώτησα.

– Μπελογιάννης, μου λέει…

– Δεν καταλαβαίνω, του λέω, γιατί αυτός ο θόρυβος…Εγώ είμαι επαγγελματίας δημοσιογράφος κι έκανα τη δουλιά μου, όπως την έβλεπα, από τη δική μου σκοπιά, τη σκοπιά της επικαιρότητας. Έπειτα η φωτογραφία…

Δεν με άφησε να τελειώσω τη φράση μου και με ρώτησε κοφτά:

– Δεν σας βοήθησε σ’ αυτό η κυβέρνηση;

– Καθόλου, του απάντησα. Έκανα, όπως θάκαναν οι δημοσιογράφοι στη χώρα σας…

– Γιες!…μου απαντάει, ενώ έξυνε το κεφάλι του, με συλλογή…

Εκείνη τη στιγμή τον ειδοποίησαν, πως σε λίγο έρχεται στην πρεσβεία ο ατλαντικός αρχιστράτηγος. Έκοψε απότομα την κουβέντα, με παράτησε, μου λέει καλά, ευχαριστώ.

Έφυγα, με την πεποίθηση πως η υπόθεση θάπαιρνε τέλος.

Την επομένη το πρωί , πήγα στον Πλαστήρα να τον ενημερώσω.

Είδα στο σπίτι του πολύ κόσμο να πηγαινοέρχεται και τους υπουργούς του να καταφθάνουν ο ένας πίσω απ’ τον άλλον…Επίσης και γιατρούς. Ο Πλαστήρας αρρώστησε βαριά. Κατά το επίσημο ανακοινωθέν που εκδόθηκε αργότερα, είχε προσβληθεί « από ημιπληγία του αριστερού ημιμορίου του σώματος, με επέκταση των ημιπληγικών φαινομένων μέχρι των κάτω άκρων…»

Και οι γιατροί συνέστησαν πλήρη αποχή από τα προεδρικά του καθήκοντα, επί τρίμηνο. Από κείνη την ώρα, ο Βενιζέλος θα τον αναπληρούσε στα προεδρικά του καθήκοντα…

Η αρρώστεια του ήταν ίσως μοιραία. Αν ο Πλαστήρας δεν «αχρηστευόταν» εκείνες τις μέρες, πιθανόν δεν θα γινόταν η εκτέλεση, αν και οι Αμερικανοί επέμεναν. Η αρρώστεια του έγινε αφορμή να σταματήσει και το θέμα της συνέντευξής μου από την πλευρά του Πιουριφόι…

Σάββατο 12 Ιουλίου 2014

O Pablo Neruda για τον Μπελογιάννη


ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ Ο ΗΡΩΣ
Έτσι ανάμεσα
στους κίονες,
ο Μπελογιάννης.
Δωρική είναι η άλως
όλη φως γύρω
στους κροτάφους του
το έγκλημα
δεν το φωτίζουν αυτοκίνητα.
Είναι ολόκληρος
πλανήτης, είναι αστέρι
πορφυρό,
είναι η πύρινη λάμψη
της αρχαίας και της νέας 
φλόγας
της γης...
Πέφτει, τον πυροβόλησαν
από το Πεντάγωνο,
σφαίρες που 
διαπερνάνε
τη θάλασσα
για να καρφωθούνε στο 
υπέρλαμπρο στήθος του,
σφαίρες μαζεμένες
από υπάνθρωπα αγκάθια
για να τις μπάσουν στο
λευκοπράσινο
σπήλαιο 
της Ελλάδας, 
πιτσιλίζοντας με αίμα
τα φύλλα της ακάνθου.



Pablo Neruda, Το σπασμένο κιονόκρανο, Άπαντα(τ.3), μτφρ. Δανάη Στρατηγοπούλου, Εκδόσεις Άλμπατρος

12 Ιουλίου του 1904 γεννήθηκε ο Χιλιανός συγγραφέας και ποιητής Pablo Neruda, βραβευμένος με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας και το Βραβείο Λένιν.

Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

Το χαμόγελο σου, Νίκο Μπελογιάννη, δε θα μπορέσει κανείς να μας το πάρει πίσω...

Ποιος έχει γλώσσα να το πει και χέρι να το γράψει: ΣΚΟΤΩΣΑΝ το ΝΙΚΟ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗ. Το σκότωσαν το παλικάρι, πάει. Μαζί του εκτελέσανε και τον Μπάτση, τον Καλούμενο και τον Αργυριάδη...Το έγκλημα έγινε στην Αθήνα στο " συνήθη τόπο ", ξημερώνοντας η 30 Μάρτη, σε μέρα και ώρα απαγορευμένα που και αυτοί οι Γερμανοί κατακτητές το σεβάστηκαν. Κυριακή 4 και 10΄μέσα στο πηχτό σκοτάδι, υπό το φως των προβολέων, μήπως και φρίξει η μέρα.
Κι ούτε ένας αρμόδιος δε βρέθηκε να παραδεχτεί πως αυτός έδωσε την εντολή. Όλοι ανεύθυνοι. 

" Αθώος ειμί του αίματος τούτου"

Κι ως το' μαθε ο κόσμος πήρε τους δρόμους, έτρεχε με γαρίφαλα και μύρα να πλύνει το νωπό αίμα εκείνου που τους ξανάδωσε την ελπίδα.

" Σκότωσαν το Νίκο Μπελογιάννη! Σκότωσαν το Νίκο Μπελογιάννη!"
" Σκοτώνεται ποτέ ο ήλιος;"

Δάκρυα, τριγμοί και σεισμοί και όρκοι.

 " Κοιμήσου ήσυχος Νίκο, εμείς αγρυπνούμε..."

Εκατομμύρια άνθρωποι σ΄ όλη την υφήλιο υψώνουν τις γροθιές τους. Εκατομμύρια κάνουν ευλαβικά το σταυρό τους. Κι η γροθιά με το σταυρό ανταμώνουν εκεί που η καταλύτρα βία γκρεμίζει τα θεμέλια της ανθρωπιάς. Σκότωσαν έναν άνθρωπο κι ανάστησαν μια ιδέα. Θάνατος δεν υπάρχει όταν η ζωή σου γίνεται ένα μ' εκατομμύρια ζωές που μάχονται για την ανθρώπινη ανάσταση.
Πένθιμα εμβατήρια και παιάνες από τη Μόσχα, το Πεκίνο, το Πιογκ - Γιαγκ, τη Ρώμη, το Παρίσι...τα σταυροδρόμια της Ανατολής, της Ασίας, της Ευρώπης...


...Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους
το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη.

Οι δολοφόνοι κρύβονται πίσω απ' τα μαχαίρια τους
Τραβηχτείτε πέρα, δολοφόνοι. Τραβηχτείτε πέρα.

Σάλεψε η γη. Σάλεψαν τ' αγκωνάρια του ουρανού.
Σάλεψε το δοκάρι του σπιτιού.
Σάλεψε η κρεμασμένη λάμπα.

Τι ώρα νάναι λοιπόν; Τι ώρα νάναι
...παιδί μου να θυμάσαι.

Οι στίχοι του Γιάννη Ρίτσου ανταμώνονται στους αιθέρες με τους στίχους όλων των μεγάλων βάρδων της γης. Κι ο Πωλ Ελυάρ λέει μπρος σ' εκατομμύρια Γάλλους που κλαίνε από οργή και συγκίνηση:

" Ο Μπελογιάννης είναι νεκρός. Δε θυσίασε τίποτα απ' την τιμή και την ελπίδα μας για ένα αύριο φωτεινό. Χαμογελούσε...Ποτέ δε θα μπορέσουμε να μετρήσουμε αυτούς που έδωσαν τη ζωή τους όπως εκείνος, όπως ο Περί, η Ζώγια...Είναι πάρα πολλοί, ξαναγεννιούνται συνεχώς...Η δύναμή τους είναι μεταδοτική. Βαδίζουν μπρος από το μέλλον...Όλα μπορούν να ξεχαστούν, όχι η δική τους εμπιστοσύνη στη ζωή..."

Αχ, και δυο σπαραγμένες γυναίκες, η μάνα του και η μάνα του παιδιού του, ριγμένες η μια πάνω στο νωπό μνήμα, κι η άλλη πίσω από τα σίδερα του απομονωτηρίου της Καλλιθέας...


Ποιος μπορεί να πει πως οι σφαίρες του εκτελεστικού
άφησαν ανέγγιχτη την δική μου καρδιά...

Πιάνει η Έλλη την πένα που την άφησε εκείνος και γράφει, ονοματίζει έναν έναν τους ενόχους. Δυο γράμματα έγραψε κι έπεσε σ' άγρια σιωπή αναμετρώντας πόσο βαρύ θα ' ναι να ζήσει...Κι η μάνα του Νίκου να θρηνεί διακριτικά: Γιε μου! Γιε μου! Ήλιε μου, σπλάχνο μου ακριβό, που δεν εχόρτασα τη θωριά σου...Πώς θα χωρέσει τη ζωντάνια σου η μαύρη γης...

Δεν κλαίγαν τον ήρωα, μα το γιο και τον άντρα, το ψιλομελάχρινο παλικάρι, τα νιάτα του, την καρδιά του...Και κάναν ευκή, τούτη η χώρα να πάψει να τρώει τα τέκνα της κι ουδέ ήρωες ουδέ προδότες να φτιάχνει. Μόνο ανθρώπους, νιάτα ψυχωμένα, χαρούμενα κι υπεύθυνα όπως εκείνος.

Το χαμόγελο σου, Νίκο Μπελογιάννη, δε θα μπορέσει κανείς να μας το πάρει πίσω. Δεν ήσουνα άνθρωπος, μα μια γενιά, ένα κίνημα που νίκησε την ήττα του...



Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, Κέδρος 1985, 26η έκδοση

Σάββατο 30 Μαρτίου 2013

Μελετάτε, ερευνάτε, δημιουργείτε...

Στις 30 Μαρτίου του 1952 οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα ο Νίκος Μπελογιάννης. Στα τριάντα χρόνια από την εκτέλεσή του εκδόθηκε το βιβλίο , Νίκος Μπελογιάννης , Κείμενα από την απομόνωση.

Η Έλλη Παππά, η σύντροφός του, γράφει στην Εισαγωγή του βιβλίου:
" Η μελέτη αυτή έχει μια μεγάλη, και πολύ χαρακτηριστική ιστορία. Γιατί ξεκίνησε μέσα στα μπουντρούμια της Ασφάλειας, στους ατελείωτους μήνες της απομόνωσης, από τη σύλληψή μας ως την πρώτη δίκη. Το γράψιμό της ολοκληρώθηκε στη φυλακή της Κέρκυρας, όπου είχε μεταφερθεί ο Νίκος, όταν τελείωσε η πρώτη δίκη, ως τη μεταφορά του και πάλι στα απομονωτήρια της Ασφάλειας, το Γενάρη του ' 52, για τη δεύτερη δίκη.
Το κείμενο για την Έλληνική Νομαρχία"
    
       [...] Στην απομόνωση της Ασφάλειας είχαμε αναπτύξει ένα πυκνό "σύστημα επικοινωνίας" με διάφορα μέσα: από το ...βήχα, που έδινε συνεχώς το " στίγμα", που έλεγε ότι βρισκόμαστε στο κελλί και είμαστε καλά - ή όταν έπαυε ν' ακούγεται, ότι κάπου έχουν πάρει τον ένα, κι η επιστροφή του στο κελλί, και ο καθησυχαστικός τόνος του βήχα έφερνε την είδηση πως τίποτα κακό δεν έγινε - ως την αλληλογραφία με σημειώματα, που ανταλλάσσαμε πολλές φορές τη μέρα, με σύστημα που ο Νίκος είχε επινοήσει. Αυτή η αλληλογραφία ήταν αρκετά οδυνηρή, ιδιαίτερα για το Νίκο που δεν κάπνιζε. Γιατί για πολλούς μήνες δεν είχαμε μολύβι, δεν θέλαμε να ζητήσουμε από κανένα φρουρό για να μην κινήσουμε υποψίες για την αλληλογραφία μας, και έτσι γράφαμε με την κάφτρα των σπίρτων, που τα καίγαμε με αναμμένο τσιγάρο. Για να γραφτεί ένα σημείωμα χρειαζόταν να καούν αρκετά τσιγάρα, έτσι, που το κατάκλειστο κελλί φλόμωνε από τον καπνό. Ο Νίκος άρχισε αιφνίδια να προμηθεύεται τσιγάρα (στην αρχή είχε ένα μικρό μολυβάκι, που το είχε βρει στα σκουπίδια) και αυτό έδοσε ...μεγάλη χαρά στους ασφαλίτες. Που έδοσαν μάλιστα, και σχετικό σχόλιο σε κάποια εφημερίδα, πως τα νεύρα του Μπελογιάννη...σπάσανε, αφού άρχισε να καπνίζει!
Χαρακτηριστικά αποκόμματα, φυλαγμένα με επιμέλεια

     Όσο περνούσε ο καιρός, τα γράμματα που ανταλλάσσαμε μεγάλωναν, δεν ήταν πια ένας στοιχειώδης τρόπος επικοινωνίας, αλλά μια πραγματική ανταλλαγή πολλών σκέψεων. (Για να εξασφαλίσουμε το απαραίτητο χαρτί, ψάχναμε μανιωδώς στο βαρέλι των απορριμάτων, μαζεύαμε βρώμικα χαρτιά, τα πλέναμε και τα στεγνώναμε, και με τον ίδιο τρόπο μαζεύαμε κομμάτια εφημερίδων, κι έτσι κάτι μαθαίναμε από τον έξω κόσμο). Μέσα απ' αυτή την αλληλογραφία βγήκε κάποια στιγμή η ιδέα πως λείπει μια ιστορία της ελληνικής σκέψης, στη διαδρομή της από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας. Ο Νίκος πρότεινε να τη γράψουμε εμείς, και μάλιστα ν' αρχίσουμε τη δουλιά αμέσως , μέσα στην απομόνωση. Ένας από τους φρουρούς είχε αποχτήσει κάποια οικειότητα μαζί μας, εκτιμούσε τη στάση μας , όπως έλεγε. Ο Νίκος τού άνοιξε κουβέντα για βιβλία, εκείνος είπε πως αγαπούσε το διάβασμα και τα καλά βιβλία, ο Νίκος τού πρότεινε να μας αγοράζει βιβλία και αφού τα διαβάζουμε, να του τα χαρίζουμε. Δέχτηκε. Άρχισε να φέρνει βιβλία, πρέπει να έκανε μ' αυτό τον τρόπο μια καλή μικρή βιβλιοθήκη. Τα διαβάζαμε, ανταλλάσσαμε κρίσεις και σκέψεις - ιδιαίτερα είχαμε ασχοληθεί με το Βυζάντιο από την αρχή.
Σημειώσεις από το κελλί της απομόνωσης

     Όταν με πήραν εμένα από την Ασφάλεια, τέλος Ιούλη του '51, ο Νίκος συνέχισε τη μελέτη. Καθώς είχε μείνει σχεδόν μόνος του[...] είχε κάποια μεγαλύτερη άνεση να προμηθεύεται βιβλία. Μου έστειλε κι εμένα μια παρτίδα στη φυλακή, με πολλές σημειώσεις στα περιθώρια. έτσι άρχισε να παίρνει μορφή η μελέτη του για τις ρίζες της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Στη φυλακή της Κέρκυρας , στο ελάχιστο διάστημα που έμεινε εκεί, μπόρεσε να τη  γράψει, σαν ένα κεφάλαιο της μεγάλης μελέτης πάνω στην ιστορία της ελληνικής σκέψης, που θα γράφαμε μαζί αν ζούσαμε βέβαια. Αυτό το "αν ζούσαμε" ήταν η μόνιμη επωδός σε κάθε σχέδιο, μα αυτό δεν εμπόδιζε να κάνουμε σχέδια και να τα βάζουμε σε εφαρμογή, κι αυτό είναι νομίζω , που έχει σημασία: Ότι ο Νίκος Μπελογιάννης μπόρεσε, μέσα στην απομόνωση της Ασφάλειας, να ξεκινήσει ένα τόσο μεγάλο σχέδιο και να προλάβει να ολοκληρώσει έστω και ένα του κεφάλαιο.

Τώρα για την έκδοση. Στα απομονωτήρια της φυλακής της Καλλιθέας, σ' εκείνες τις τριάντα μέρες του Μάρτη , υπήρξαν κάποιες στιγμές αισιοδοξίας, θα έλεγα. Στιγμές που φαινόταν ότι μπορούσε και να μη φτάσουν ως την εκτέλεση. Σε μια απ' αυτές τις στιγμές ο Νίκος μού είπε: " Αν τελικά σωθούμε, εμένα θα με πάνε μάλλον στην Κέρκυρα. Γι' αυτό, φρόντισε εσύ από του Αβέρωφ να βγει αυτή η μελέτη, για να τη στείλουμε κι έξω, σ' αυτούς που πήραν μέρος στη διεθνή εκστρατεία". Ανάφερε μερικά ονόματα , όπως του Αρχιεπισκόπου του Καντέρμπουρυ και του Έρεμπουργκ. Και πρόσθεσε μ' εκείνη την περιπαιχτική διάθεση , που δεν τον άφηνε ποτέ: " Για να δουν πως είμαστε και γραμματισμένοι άνθρωποι". Φυσικά, η σκέψη του ήταν πολύ πιο σοβαρή, ήθελε να πει πως οι άνθρωποι που πάσχισαν για τη σωτηρία του έπρεπε να δουν πως οι Έλληνες κομμουνιστές ήταν κάτι περισσότερο από απλά θαρραλέοι ή αποφασισμένοι αγωνιστές και , βέβαια, βρίσκονταν πολύ μακριά από την εικόνα των "κατασκόπων", που η αμερικανοκρατία πάσχιζε να δόσει.

Το εξώφυλλο του τετραδίου με τη σφραγίδα των φυλακών της Κέρκυρας και το πρόχειρο τετράδιο με τη μελέτη για τις " Μακρινές Ρίζες"

Ήρθε η 30 του Μάρτη . Εμένα μου  " χάρισαν " τη ζωή. Με μεταφέρανε πίσω, στις φυλακές Αβέρωφ. Η σκέψη να πραγματοποιήσω τις τελευταίες επιθυμιές του Νίκου, τις μεγάλες και τις μικρές, φυσικό ήταν αν μη με αφήνει. Έτσι , και για τη μελέτη αυτή, σκέφτηκα πως σωστό ήταν να εκδοθεί τότε, όπως , μού είχε πει να κάνω, αν ζούσα. Το είπα στο Μηνά Γαλέο, το δικηγόρο μας, και σ' έναν άλλο φίλο. Βγήκε το βιβλίο, με πολλή αγάπη και φροντίδα από τους ανθρώπους που το ανάλαβαν, αλλά με ορισμένα μειονεκτήματα. Ο Μηνάς, που ήταν από τη Σαλαμίνα, σκέφτηκε να βάλει το ψευδώνυμο "Μ.Κουλουριώτης", ώστε να αναλάμβανε την αυτός την ευθύνη, αν η έκδοση κινούσε κάποιες υποψίες. Τούτο το ψευδώνυμο και η τελευταία σελίδα του βιβλίου, όπου οι αράδες μπήκαν σε σχήμα αναποδυγυρισμένης πυραμίδας, έκαναν απογοητευτική την εμφάνισή του. Ίσως να με επηρέασαν οι σχετικές κρίσεις, που μου διαμήνυσαν σύντροφοι απ' έξω , πως " έτσι , όπως βγήκε αυτό το βιβλίο , δεν συμβάλλει στο μεγαλείο του Νίκου". Είπα στο Μηνά να μην κυκλοφορήσει. Δεν το στείλαμε και στους ανθρώπους έξω. Έμειναν λίγα αντίτυπα, όσα είχαν πάρει το δρόμο των βιβλιοπωλείων.

    Αυτή είναι η ιστορία της μελέτης για τις Πρώτες Μακρινές Ρίζες της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, που θα ήταν ένα κεφάλαιο από τη μεγάλη μελέτη που θα γραφόταν, αν ζούσε ο Νίκος Μπελογιάννης. Κατά καιρούς , ύστερα από τη μεταπολίτευση, διάφοροι εκδότες ενδιαφέρθηκαν για μια επανέκδοση. Ένας, μάλιστα, ήθελε να κάνει μια ωραία έκδοση με στοιχεία της κάσας. Του είχα δόσει κι έναν μικρό πρόλογο για το πώς γράφτηκε , γιατί νομίζω πως αυτό είναι τόσο σημαντικό όσο κι η ίδια η μελέτη: δίνει μαι πλευρά από την προσωπικότητα του Νίκου, την πολύπλευρη, που συνθέτει τον ολοκληρωμένο κομμουνιστή[...]

     [...]Δεν ξέρω αν θα ξενίσει πολλούς αυτό που θα πω, μα το έχω σκεφτεί πολλές φορές, πως αυτή η δουλιά του Νίκου Μπελογιάννη δίνει μιαν απάντηση σ' αυτό που λέγεται σήμερα " ανθρώπινη μοναξιά". Αν μπορούμε να μιλήσουμε για μοναξιά, τότε μπορούμε να μιλήσουμε και για την "αποθέωσή" της: την Απομόνωση.

" Πρόσεχε. Η απομόνωση είναι το χειρότερο βασανιστήριο", μου έγραφε ο Νίκος σε ένα από τα πρώτα του γράμματα, μόλις μπορέσαμε να επικοινωνήσουμε. Όταν σκέφτομαι εκείνα τα τσιμεντένια κλουβιά, του Νίκου φωτισμένο νύχτα μέρα μ' ένα απαίσιο, εκτυφλωτικό λαμπιόνι, το δικό μου κατασκότεινο, με μοναδική πηγή φωτός ένα μακρινό λαμπιόνι στο διάδρομο , που έστελνε λίγο μακρινό φως στο ταβάνι, μέσα από το άνοιγμα με τα σιδερένια κάγκελα που ήτανε πάνω από την πόρτα, και να σ' έχουνε εκεί , μήνες και μήνες, τότε λέω και ξαναλέω πως  " η ανθρώπινη μοναξιά" μπορεί ν' αρχίσει εκεί όπου τελειώνουνε τα όρια της ανθρώπινης δημιουργικότητας, εκεί όπου στομώνει η ικανότητα του ανθρώπου να αλλάζει τους όρους της ζωής του, εκεί όπου εξαντλείται η μαχητικότητα και αρχίζει η παραδοχή της ήττας.

     Κάπου εδώ βρίσκεται η ανθρώπινη σημασία της δουλιάς του Νίκου Μπελογιάννη, που έρχεται σήμερα ολόκληρη, σ' όλα της τα στάδια στη δημοσιότητα.

    Η πολιτική σημασία πάει πιο πέρα. Μπορεί να την αναζητήσει κανείς στο ότι ο κομμουνιστής - εξ ορισμού - τείνει να είναι ο άνθρωπος που τίποτε από τα ανθρώπινα δεν του είναι ξένο, και γι' αυτό πασκίζει να κατακτήσει ό,τι είναι πιο ανθρώπινο στον άνθρωπο[...]

    Όσο για την ιστορική σημασία αυτής της δουλιάς, δεν ξέρω πώς θα την εκτιμήσει ο αυριανός - μπορεί και ο σημερινός- ιστορικός. Θα' λεγα, ωστόσο, πως ένα σημείο της δεν πρέπει να παραμελήσει ο ιστορικός: το πως οι Έλληνες κομμουνιστές δουλεύανε μέσα στις πιο φριχτές συνθήκες της βίας, της τρομοκρατίας, της καταστολής, της διαστρέβλωσης της πραγματικότητας και των ιδεών, για να περισώσουνε την επιστημονική έρευνα και να την αντιπαρατάξουνε στη σκοταδιστική ιδεολογία της δεξιάς, για να ξεθάψουνε τη δημοκρατική - και τη δημοτική - παράδοση αυτού του τόπου και να την κάνουνε - μακριά από κάθε στείρα αναβίωση- όπλο παντοδύναμο στα χέρια του λαού που μάχεται για το δικό του αύριο.


Η σελίδα με τα συμπεράσματα από το τετράδιο με το τελικό κείμενο της μελέτης για τις "Μακρινές Ρίζες"

    Δε θα' θελα εδώ να σταθώ στο τι μπορεί να πει ή να μην πει η φιλολογική και η ιστορική έρευνα για τη δουλιά αυτή του Νίκου Μπελογιάννη, για την αξιοπιστία και την επάρκεια των πηγών του, για την επιστημοσύνη της μεθοδολογίας του. Σίγουρα είναι πολύ διαφορετικό να δουλεύεις μέσα στις "ιδεώδεις" συνθήκες ενός σπουδαστηρίου από τη δουλιά που μπορείς να κάνεις μέσα στα μπουντρούμια της Απομόνωσης και στις φυλακές, όταν μάλιστα ο θάνατος είναι ο μόνιμος φρουρός του κελλιού σου. Κι όμως , αυτό δε μειώνει την αξία των συμπερασμάτων και των τοποθετήσεών του.

Μέσα σ' όλα αυτά, νομίζω πως βρίσκεται η σημασία της μελέτης του Νίκου Μπελογιάννη για την Ιστορία της Ελληνικής Σκέψης. [...] από τις σημειώσεις, τις αποδελτιώσεις, τα σχόλιά του βγαίνει ένα μήνυμα[...] :
 Μελετάτε, ερευνάτε, δημιουργείτε, μη δεχτείτε ποτέ πως είσαστε δέσμιοι και ηττημένοι του ιμπεριαλισμού, του συστήματος, ή οποιουδήποτε άλλου δαίμονα της εποχής μας - και της εποχής σας "



Νίκος Μπελογιάννης, Κείμενα από την Απομόνωση, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1983, 2η έκδοση

Οι φωτογραφίες από το βιβλίο