Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γ.Σβώλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γ.Σβώλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Απριλίου 2013

Τα κοντσέρτα του Μπετόβεν σε φορτεπιάνο. Συνέντευξη με τον Γιώργο Πέτρου.

Το τριήμερο 12-14 Απριλίου, στην αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» του Μεγάρου Μουσικής, η Καμεράτα υπό τον Γιώργο Πέτρου θα συνοδεύσει εννιά Έλληνες πιανίστες που θα παρουσιάσουν όλες τις συνθέσεις του Μπετόβεν για πιάνο και ορχήστρα. Μοιρασμένα σε τρεις βραδιές, θα ακουστούν τα πέντε γνωστά κοντσέρτα για πιάνο, το τριπλό κοντσέρτο για βιολί, τσέλο και πιάνο, η αυθεντική πιανιστική μεταγραφή του κοντσέρτου για βιολί από τον ίδιο τον Μπετόβεν, μια σύγχρονη ενορχήστρωση νεανικού κοντσέρτου του Μπετόβεν από Φίλιππο Τσαλαχούρη και η Φαντασία για πιάνο, ορχήστρα και χορωδία. Όλα τα έργα θα αποδοθούν σε όργανα εποχής, συνεπώς θα ηχήσουν όπως τα πρωτάκουσαν ο συνθέτης και το κοινό του πριν περίπου 200 χρόνια στην Βιέννη. Για το ιδιαίτερα ενδιαφέρον αυτό εγχείρημα μιλήσαμε αναλυτικά με τον αρχιμουσικό και πιανίστα Γιώργο Πέτρου.



Γιώργος Πέτρου
Γιώργος Πέτρου

Ι.ΣΒΩΛΟΣ: Πότε ξεκίνησε να παίζει η Καμεράτα σε όργανα εποχής;
Γ.ΠΕΤΡΟΥ: Αν δεν κάνω λάθος, πριν τρία χρόνια, το 2009.
ΙΣ: Τότε θα’ λεγα ότι διατρέξατε μάλλον γρήγορα την απόσταση από τότε που οι συναυλίες σας με όργανα εποχής συνιστούσαν μια εκκεντρικότητα, ένα αξιοπερίεργο της ελληνικής μουσικής ζωής, στο να προτείνετε πλήρη προγράμματα, έως και ολόκληρους κύκλους όπως αυτός με τα πιανιστικά κοντσέρτα του Μπετόβεν.

Κυριακή 20 Μαΐου 2012

Νυχτερινές και άλλες μουσικές από την ΚΟΑ

Του  Γ.Σβώλου 
αναδημοσίευση από www.classicalmusic.gr/?p=1092
Μία ακόμη πολύ καλή συναυλία ακούσαμε από την ΚΟΑ τις προάλλες (27/4/2012). Η βραδιά ήταν εντεταγμένη στον κύκλο «Μότσαρτ + 1». Το πρόγραμμα περιλάμβανε την δημοφιλή «Μικρή νυχτερινή μουσική», το «Κοντσέρτο για πιάνο αρ.22» και την «Συμφωνία αρ.36, του Ληντς» του Μότσαρτ, έργα άπαντα γραμμένα στο κλείσιμο του 18ου αιώνα, ανάμεσα στα οποία ακούστηκε σε παράθεση η «Μικρή νυχτερινή μουσική» (1954) του Ιταλού Λουίτζι Νταλλαπίκολα Στις εντυπώσεις από την συναυλία κυριάρχησε η ευχάριστη διαπίστωση ότι η ΚΟΑ μπορεί επιτέλους να παίζει Μότσαρτ πετυχαίνοντας ένα κάθε άλλο παρά συμβιβαστικό αποτέλεσμα. Οι προηγούμενοι καλλιτεχνικοί διευθυντές σπάνια μόνον περιλάμβαναν συνθέσεις του «αγαπημένου των θεών» και, γενικότερα, συνθετών παλαιότερων του Μπετόβεν στα προγράμματα του συνόλου. Αυτό είχε ως αποτελέσματα αφ’ ενός την ελλειπή αντιπροσώπευση ενός σοβαρού κλάσματος του βασικού ρεπερτορίου, αφ’ ετέρου ότι οι μουσικοί της ορχήστρας είχαν ελάχιστες ευκαιρίες να αντλήσουν το αυτονόητο όφελος από την εμπειρία της αναμέτρησης με τις προδιαγραφές εκτέλεσης αυτής της μουσικής. Η συνέπεια αυτού του τελευταίου ήταν φανερή στο ενδημικό έλλειμμα συντονισμού και ακρίβειας που υπονόμευε γενικώς την απόδοση της ΚΟΑ. Αντίστροφα, λοιπόν, φαίνεται ότι άρκεσε μόλις μία καλλιτεχνική περίοδος δουλειάς επάνω στο Μότσαρτ ώστε το σύνολο να αποκτήσει τον εσωτερικά ισορροπημένο, συντονισμένο ήχο που διαθέτει τώρα. Επιπλέον, η συνειδητή καθοδήγηση της διάπλασης των εκτελέσεων αυτών των έργων προς την ιστορική ερμηνευτική καλλιέργησε περαιτέρω την απόδοση των μουσικών.
Λουίτζι Νταλλαπίκολα, Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ
Λουίτζι Νταλλαπίκολα, Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012

Αθηναϊκό “fringe”

Έχουμε αναφερθεί ξανά στην βαθμιαία ανάδυση νέων, περιφερειακών μουσικών χώρων, που, ως προς το μέγεθος, το προβαλλόμενο ρεπερτόριο αλλά και το κοινό προς το οποίο αποτείνονται, ουδεμία σχέση έχουν με «παραδοσιακές» αίθουσες συναυλιών όπως το Μέγαρο, ο «Παρνασσός», το Ινστιτούτο Γκαίτε ή αίθουσες ρεσιτάλ ωδείων όπως του «Φίλιππος-Νάκας» ή του “Athenaeum”. Τους νέους αυτούς χώρους θα χαρακτηρίζαμε ως “fringe” (περιθωριακούς), με το ειδικό περιεχόμενο και τους θετικούς συσχετισμούς που φέρει ο όρος αυτός στην Δύση. Πρωτοεμφανίστηκαν πριν δύο-τρία χρόνια καταθέτοντας τις συνειδητά εκκεντρικές προτάσεις τους με πολύ ενδιαφέροντα χρονισμό, την ίδια στιγμή που μείζονες θεσμοί και κεντρικοί χώροι εκδηλώσεων άρχιζαν να πλήττονται από τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης. Ασφαλώς, ουδείς θα ισχυριζόταν ότι η παρέμβασή τους αναστατώνει την τοπογραφία ή διαταράσσει διαμορφωμένες βασικές ισορροπίες της αθηναϊκής μουσικής ζωής. Ωστόσο, τα όσα συμβαίνουν εκεί συνιστούν καλομελετημένες μίκρο-αντι-προτάσεις. Συχνά, μάλιστα, το ενδιαφέρον τους ισομοιράζεται ανάμεσα στα ίδια έργα και στον τρόπο που αυτά συνδυάζονται μεταξύ τους ενεργοποιώντας συνειρμούς, φωτίζοντας συγγένειες, παραπέμποντας σε εξωμουσικά συμφραζόμενα κλπ. Τέλος, ας μη γελιόμαστε: στη χώρα μας ο ιστορικός (δηλαδή ο προ του 1950) μουσικός μοντερνισμός εξακολουθεί να θεωρείται απαγορευτικά δύσπεπτος, ενώ -για να θυμηθούμε λίγο τον Μπρεχτ!- η πρόσληψη της σοβαρής μουσικής συνεχίζει να συντελείται κυρίως ως  «γαστριμαργική» απόλαυση και πολύ λιγότερο ως πολιτιστικό γεγονός με προεκτάσεις. Συνεπώς η δυνατότητα να ακούσει κανείς ζωντανά σπάνιο ρεπερτόριο, και μάλιστα έξυπνα διασυνδεδεμένο με ιστορικά ή σύγχρονα συμφραζόμενα, λειτουργεί πολλαπλώς θετικά: ως σωτήρια παρακαμπτήριος που δίνει διεξόδους, προσφέρει ευκαιρίες να κερδηθεί χαμένος χρόνος και να καλυφθούν χρόνια ελλείμματα εκσυγχρονισμού, ξαναχαρίζει στην ακρόαση της σοβαρής μουσικής την ζωογόνο αίσθηση της συνάφειας με το παρόν και της περιπέτειας, του απροσδόκητου και του επικίνδυνου…

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2011

Ασφαλής ρομαντισμός

Ηχοι ζωντανοί
Η Βασιλική Φιλαρμονική Ορχήστρα «Κοντσερτχεμπάου» του Αμστερνταμ, υπό τον αρχιμουσικό Αντρις Νέλσονς, ήταν το δεύτερο σημαντικό ευρωπαϊκό συμφωνικό σύνολο του κύκλου «Μεγάλες ορχήστρες - Μεγάλοι μαέστροι» που ακούσαμε στο Μέγαρο Μουσικής τον Νοέμβριο.Η ολλανδική ορχήστρα, διεθνώς διάσημη για τη διαφάνεια, τις ισορροπημένες δυναμικές και τον εξαιρετικό πλούτο του ήχου της, έδωσε δύο συναυλίες με κοινό πρόγραμμα που συνδύασε δύο ρομαντικά έργα με τη μουσική ενός από τα εμβληματικά χοροδράματα του 20ού αιώνα (22 και 23/11/2011).
Η διεύθυνση του 33χρονου Λετονού αρχιμουσικού ήταν ακριβής και ως κινησιολογία ιδιαίτερα θεαματική, εξωστρεφής και... χορευτική. Ομως, συνολικά, δεν υπήρξε ούτε ιδιαίτερα εκφραστική ούτε περιπετειώδης: απλώς κινήθηκε εκ του ασφαλούς, ορίζοντας ερμηνείες στις οποίες ο εξαίσιος ήχος του ολλανδικού συνόλου πρωταγωνίστησε ως πρώτη ύλη δίχως να αξιοποιηθεί περαιτέρω.

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2011

Νύχτες μπαρόκ


«Παρνασσός»: Τρίο «Λίγκετι», Αλεξάνδρα Νομίδου, Παναγιώτης Τζιώτης. «Ωνάσειο»: Ο κόντρα τενόρος Μ.Ε. Τσέντσις, ο αρχιμουσικός Γιώργος Πέτρου και η Καμεράτα. Μέγαρο Μουσικής: Ο τσελίστας Πίτερ Βίσπλεβεϊ (ΜΑΤΘΑΙΟΥΔΑΚΗΣ)
Ηχοι ζωντανοί
Το «Ωνάσειο» φιλοξένησε ακόμη δύο βραδιές μουσικής μπαρόκ. Ασφαλώς, η αύξουσα επένδυση βαρύνει ιδιαίτερα, όμως οι υπεύθυνοι ας φροντίσουν την ακουστική με επαρκή ανάπτυξη ανακλαστήρων επί σκηνής: ειδικά στα όργανα εποχής είναι απαραίτητοι.
 Στις 6/11/2011 η Καμεράτα έπαιξε υπό τον Γιώργο Πέτρου συμπράττοντας με τον κόντρα-τενόρο Εμάνουελ Τσέντσις. Ενας εκ των απολύτως κορυφαίων στον τομέα του, ο Τσέντσις τραγούδησε άριες του Χέντελ από τις όπερες «Ταμερλάνος», «Ρινάλντο», «Αλέξανδρος», «Αλτσίνα» και «Ιούλιος Καίσαρας».
Ευαισθησία
Η μετάκληση είχε δημιουργήσει στους ενημερωμένους φίλους του μπαρόκ υψηλές προσδοκίες που ικανοποιήθηκαν μερικώς μόνον, αφού λόγω ασθένειας ο διάσημος Κροάτης μονωδός δεν μπόρεσε να αναπτύξει το τραγούδι του ανεμπόδιστα. Απολαύσαμε, ωστόσο, τις ποιότητες μιας ωραίας, θαυμαστά ομοιογενούς φωνής με γεμάτες χαμηλές νότες και, ειδικά στις αργές, λυρικές άριες, μοναδικής ευαισθησίας και ποιότητας έκφραση.

Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011

Κριτικές για την" Κρητικοπούλα" του Σ.Σαμαρά που παρουσιάζεται στη Λυρική





Η «Κρητικοπούλα» κατόρθωσε να φέρει αισθήματα ευφορίας
Του Νικου Bατοπουλου
ΠΡΕΜΙΕΡΑ. Η ελληνική οπερέτα φαίνεται να κέρδισε άλλη μία νίκη στη Λυρική Σκηνή, με την «Κρητικοπούλα» του Σπυρίδωνος Σαμάρα, τη νέα παραγωγή, που έφερε ξανά στο προσκήνιο αυτό το ευφρόσυνο έργο του 1916. Πήγα επιφυλακτικός, αλλά με πολλή περιέργεια, για να δω πώς μπορεί να ανέβηκε αυτή η ενετο-κρητική «φαντασία», χωρίς να είναι κιτς, χωρίς να είναι καρικατούρα. Δύσκολο το στοίχημα του σκηνοθέτη Πέτρου Ζούλια. Αλλά από τα μέσα της πρώτης πράξης και μετά, καθώς είχα πλέον εξοικειωθεί με τη φολκλορική εικονογραφία, και την είχα αποδεχθεί ως πύλη σε έναν διασκεδαστικό κόσμο, αντιλήφθηκα ότι μπροστά μου ξετυλιγόταν ένα γαϊτανάκι χαράς.
Δύσκολα θα φανταζόμουν ότι δεν θα χόρταινα να ακούω την εύθυμη μουσική του Σαμάρα, να πλημμυρίζει τις αισθήσεις με τα υπέροχα χορωδιακά και ντουέτα. Και ακόμη πιο δύσκολο να φανταστώ ότι ένα έργο του 1916 θα έκανε το κοινό να φύγει με τόσα χαμόγελα. Είναι το «δώρο» που αφήνει η παράσταση στον κόσμο. Με έκανε να σκεφτώ ότι η αποκατάσταση του έργου (προϊόν μεγάλης έρευνας) ανοίγει δρόμους, όχι μόνο μουσικής παιδείας, αλλά εθνικής αυτογνωσίας. Δεν μπόρεσα να αποφύγω αυτή την απόχρωση.
Αλλά, η παράσταση της «Κρητικοπούλας» είναι πρωτίστως ένα καλλιτεχνικό και όχι ένα ιδεολογικό προϊόν. Αναπτύσσεται με σοφία, καθώς οι ήρωες είναι «ήρωες» και οι «αντι-ήρωες», αυτό που πρέπει. Στην πρεμιέρα, ο Γιάννης Χριστόπουλος ως Παύλος έδειξε ότι ξέρει να κρατάει τον πρώτο ρόλο, η φωνή του φθάνει με ωραίους κυματισμούς στο κοινό. Η Γεωργία Ηλιοπούλου, ως Αρετή, η Κρητικοπούλα που έγινε «παλικάρι», έγινε αγαπητή στη σκηνή, είχε και ρόλο αβανταδόρικο. Η Τζούλια Σουγλάκου, στον κωμικό ρόλο της Δούκισσας, τα έδωσε όλα. Η Μαρία Μητσοπούλου, στον κλασικό ρόλο της Κοντέσσας, ήταν ωραία παρουσία, το κομψό αντίβαρο στον τραχύ αλλά ερωτικό Παύλο. Αριστος Κρητίκαρος, ο Δημήτρης Σιγαλός ως Μιχάλης, συμπαθής ο Παύλος Μαρόπουλος ως αββάς, ευέλικτος και ευχάριστος, ο Γιώργος Ματθαιακάκης ως Δούκας. Ο Φουρλάνος του Κωστή Ρασιδάκη, με μεγάλη κομψότητα, χάρη και ερμηνευτική ικανότητα. Μαέστρος, ο έμπειρος Ηλίας Βουδούρης. Εξοχη η χορωδία υπό τη διδασκαλία του Νίκου Βασιλείου.
Η «Κρητικοπούλα» είναι ένα έργο που μιλάει για «τομές». Ενας Επτανήσιος γράφει για την Κρήτη, που είναι στο μεταίχμιο αυτοκρατοριών αλλά και πρόσφατα ενωμένη με την Ελλάδα, την εποχή που γράφτηκε το έργο (1916). Η «Κρητικοπούλα» ενώνει τη Δύση και την Ανατολή, δύο μουσικές παραδόσεις και ενδυματολογικούς κώδικες. Σατιρίζει «χοντροκομμένα» την εξουσία και ευτελίζει με χάρη τον «ηρωισμό». Υπογείως αλλά προοδευτικά στεντορείως, προχωρεί σε συμφιλίωση καθώς η αγάπη και το δόγμα ότι «οι άνθρωποι παραμένουν στη βάση τους ίδιοι» θριαμβεύουν. Στο τέλος, υπάρχει η ψευδαίσθηση πυροτεχνημάτων. Ευφορία.
Παραστάσεις 19, 20/11 και 1, 4/12

Η επιστροφή της «Κρητικοπούλας»

Ηχοι ζωντανοί
Περίπου ογδόντα χρόνια είχε να δοθεί ολόκληρη σε σκηνική μορφή «Η Κρητικοπούλα» του Σπύρου Σαμάρα (1861-1917). Γραμμένη σε κλίμα εθνικής ευφορίας μετά τους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους και την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, η χαριτωμένη κωμική 
πρωτοανέβηκε στο Δημοτικό Θέατρο της Αθήνας το 1916.

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2011

Εξαίρετος Μότσαρτ

Ηχοι ζωντανοί
Ο βιολιστής Σέρτζιου Ναστάσα  
    Καθώς προχωράμε βαθύτερα στη νέα 
    καλλιτεχνική   περίοδο οι μουσικοί θεσμοί 
    εκδιπλώνουν ταυτόχρονα τα προγράμματά 
    τους προτείνοντας μια αδιέξοδη... 
    καραμπόλα προσφορών που προκαλεί 
    πονοκέφαλο στους φιλόμουσους.
                                          
    Στο ζοφερό τοπίο των ημερών, η ριζικά ανανεωμένη 
    ΚΟΑ υπό τον Βασίλη Χριστόπουλο κέρδισε 
  θριαμβευτικά ακόμη μία μάχη στο μέτωπο της μουσικής (4/11/2011). 
Μέρος του κύκλου «Μότσαρτ + 1», η βραδιά στην αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» περιελάμβανε έργα Μότσαρτ σε αντιπαράθεση προς μια μοντερνιστική σύνθεση του Γερμανού Μπερντ Αλόις Τσίμερμαν. Και πάλι αποκομίσαμε άριστες εντυπώσεις που οφείλονταν στην έκδηλη, εντυπωσιακή αναβάθμιση της ποιότητας του ορχηστρικού ήχου, στο υφολογικά ενημερωμένο στίγμα των ερμηνειών -μείζον βήμα για ένα σύνολο ώς τώρα ανυποψίαστο ως προς τέτοιες εκλεπτύνσεις!- και επιπλέον στο θαυμάσιο παίξιμο του σολίστα.
Στο πρώτο μισό της βραδιάς ακούστηκαν η εισαγωγή στην όπερα «Ντον Τζοβάνι» και το «Κοντσέρτο για βιολί αρ.5» του Μότσαρτ. Η πρώτη δόθηκε συναρπαστικά, με θυελλώδη ορμή και οξύτητα καθώς ταιριάζει στο πρωτορομαντικό της στίγμα, παρ' ότι οι εξαιρετικά υψηλές ταχύτητες μοιραία «θόλωσαν» κάπως τη σαφήνεια της φραστικής.

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2011

Μάγεψε ο ωραίος τενόρος

                                 Ο Γιόνας Κάουφμαν τραγουδά στο Μέγαρο Μουσικής (ΑΚΡΙΒΙΑΔΗΣ) Ηχοι ζωντανοί
Μερικώς θύμα των επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης έγινε το πολυαναμενόμενο ρεσιτάλ του Γιόνας Κάουφμαν, που πραγματοποιήθηκε στην κατάμεστη αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» του Μεγάρου Μουσικής.
Προγραμματισμένο για τις 20/10, συνέπεσε με την ψήφιση του επίμαχου πολυνομοσχεδίου στη Βουλή και την απεργία της ΑΔΕΔΥ, στην οποία συμμετείχαν οι μουσικοί της ΚΟΑ. Ετσι, τον διεθνή Γερμανό τενόρο συνόδεψε στο πιάνο ο προσωπικός του πιανίστας Στελάριο Φαγκόνε αντικαθιστώντας τα ακυρωμένα εμβόλιμα ορχηστρικά αποσπάσματα με κομμάτια των Σοπέν και Λιστ.
Οι εντυπώσεις ήσαν απολύτως αναμενόμενες, με πολλά θετικά αλλά και κάποιες σημειακές επιφυλάξεις. Γεννημένος στο Μόναχο, ο 42χρονος Κάουφμαν ξεκίνησε να τραγουδά ρεπερτόριο λυρικού τενόρου για να μετακινηθεί βαθμιαία σε πιο δραματικούς ρόλους. Διαθέτει εξαιρετικά φωνητικά προσόντα και «λατινικό» σκηνικό παρουσιαστικό που μαγνητίζουν τα ακροατήρια εξίσου σε αίθουσες συναυλιών και λυρικές σκηνές. Η απήχησή του αποτυπώνεται εύγλωττα στο εντυπωσιακό άπλωμα διεθνούς σταδιοδρομίας και στην αύξουσα δισκογραφία σε CD και DVD. Παρ' ότι στις τρέχουσες περιοδείες του παρουσιάζει κυρίως προγράμματα με γερμανικό λιντ, στην Αθήνα πρόσφερε μόλις έξι άριες ιταλικού βερισμού των Πονκιέλι, Τσαντονάι, Τσιλέα, Μασκάνι, Τζορντάνο και Λεονκαβάλο.
Πλην μίας ήσαν όλες σύντομες και χιλιοακουσμένες, ενώ σε αυτές πρόσθεσε ένα μοναχικό και παράταιρο απόσπασμα της βαγκνερικής «Βαλκυρίας». Το τραγούδι του ήχησε άψογο, με φωνή υγιέστατη, ηχοχρωματικά διφυή μεν αλλά δίχως ασυνέχειες, θερμή σαν βαρύτονου στη χαμηλή περιοχή και λαμπερή τενορίστικη στην υψηλή. Επιπλέον, διαθέτοντας τέλεια τεχνική και έλεγχο, διέπλασε ιδιαίτερα εκλεπτυσμένες διακυμάνσεις δυναμικής τις οποίες αξιοποίησε σε έκφραση ιδιαίτερης ευαισθησίας. Μαγεμένο, το ενθουσιώδες ακροατήριο παρέβλεψε ότι ο ωραίος τενόρος εξευγένισε στο έπακρο το ρεπερτόριο του βερισμού ακυρώνοντας την αίσθηση του ακατέργαστου συναισθήματος και της εκφραστικής τραχύτητας που κατ' εξοχήν το χαρακτηρίζει.

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2011

Ερωτευμένοι με την όπερα

                                              «Ελιξίριο του έρωτα» σε σκηνοθεσία Στ. Φασουλή
Ηχοι ζωντανοί
Με δυνατές δόσεις Ντονιτσέτι ξεκινά η φθινοπωρινή καλλιτεχνική περίοδος για τους φίλους της όπερας. Αφ' ενός η κρατική ΕΛΣ -το επίθετο αυτό δεν είναι πάντα προς ψόγον!- σήκωσε αυλαία με ένα καινούργιο «Ελιξίριο του έρωτα» σε σκηνοθεσία του Σταμάτη Φασουλή (14/10/2011), αφ' ετέρου ο ΑΝΤΕΝΝΑ, εξασφαλίζοντας για την Ελλάδα τις «ζωντανές» αναμεταδόσεις υψηλής ευκρίνειας (HD) από τη νεοϋορκέζικη Μητροπολιτική Οπερα, πρόσφερε την «Αννα Μπολένα» σε σκηνοθεσία Ντέιβιντ Μακ Βίκαρ (15/10/2011).
«Ελιξίριο του έρωτα» σε σκηνοθεσία Στ. Φασουλή. Οι δύο παραστάσεις δόθηκαν διαδοχικά, σε απόσταση μόλις 24 ωρών, στο «Ολύμπια» και στο Μέγαρο Μουσικής αντίστοιχα. Καθώς η σύγκριση θα ήταν άνευ νοήματος, προτιμάμε να εστιάσουμε πραγματιστικά στις διαφαινόμενες θετικές προοπτικές: πρώτον, ότι η οικονομική κρίση αποκαθιστά μία προ εικοσαετίας ξεχασμένη, βαναύσως διαταραγμένη ισορροπία επαναφέροντας εκ των πραγμάτων την ΕΛΣ ως μοναδικό αξιόμαχο, τακτικό παραγωγό ζωντανών παραστάσεων όπερας στην Ελλάδα· δεύτερον, ότι η δυνατότητα να δουν οι Ελληνες έντεκα φετινές παραστάσεις της ΜΕΤ συνιστά ασυζητητί πολύτιμη ευκαιρία να καλυφθούν σημαντικά κενά σε προσλαμβάνουσες παραστάσεις και ενημέρωση.
«Ελιξίριο του έρωτα»
Ο Μύρων Μιχαηλίδης προσκάλεσε τον Φασουλή να σκηνοθετήσει την εναρκτήρια παραγωγή της ΕΛΣ επιθυμώντας να φέρει «καινούργιο αέρα» -και κοινό- στο «Ολύμπια». Προσπερνώντας το αναμενόμενο τσίτωμα της πρεμιέρας, που ασφαλώς θα φύγει στις επόμενες παραστάσεις, θα λέγαμε ότι η επιλογή δικαιώθηκε. Ο έμπειρος θεατρικός σκηνοθέτης προσέδωσε στο δημοφιλές «Ελιξίριο» ελαφράδα και παιχνιδιάρικη δραματουργική κλιμάκωση επιθεώρησης ή μιούζικαλ.

Κυριακή 7 Αυγούστου 2011

"Τα θερινά ραντεβού της όπερας"

«Πάρσιφαλ» σε σκηνοθεσία Στέφαν Χέρχαϊμ, στο Φεστιβάλ του Μπάιροϊτ.

Κάθε χρονιά, καθώς ολοκληρώνεται η τακτική καλλιτεχνική περίοδος των ευρωπαϊκών λυρικών θεάτρων, ανοίγει ένας άλλος, διαφορετικού τύπου και περιεχομένου κύκλος πυρετώδους δράσης για την όπερα, αυτός των θερινών φεστιβάλ. 

«Πάρσιφαλ» σε σκηνοθεσία Στέφαν Χέρχαϊμ, στο Φεστιβάλ του Μπάιροϊτ. Από τη μια μέρα στην άλλη, ένας ολόκληρος κόσμος αποτελούμενος από ορχήστρες, μουσικούς, τραγουδιστές, χορωδούς, αρχιμουσικούς, χορευτές, σκηνοθέτες, σκηνογράφους, φωτιστές και εκατοντάδες άλλων ανθρώπων του θεάτρου, που υπηρετούν αφανώς τις υποστηρικτικές ειδικότητες μιας οπερατικής παραγωγής, συρρέουν από διάφορα μέρη στους χώρους των θερινών φεστιβάλ για να συνεργαστούν στις τελικές φάσεις προετοιμασίας των παραστάσεων.
Στις προκαθορισμένες ημερομηνίες, όταν οι παραπάνω θα έχουν ολοκληρώσει τη συνεργασία τους, πλήθη φίλων της όπερας σπεύδουν από διάφορες χώρες για να παρευρεθούν στα πολυαναμενόμενα -συνήθως και ακριβοπληρωμένα!- ραντεβού με τα ανεπανάληπτα αυτά γεγονότα που είναι οι φεστιβαλικές παραστάσεις. Γιατί είναι τόσο σημαντικές αυτές οι συναντήσεις; Τι τις κρατάει ζωντανές; Σίγουρα κάτι πολύ παραπάνω από το περιστασιακό «ένα βράδυ στην όπερα» ή την παρακολούθηση της ματαιόδοξης παρέλασης κοινωνικών και καλλιτεχνικών διασημοτήτων.