
Ο Αντόνιο Λούτσιο Βιβάλντι υπήρξε Ιταλός συνθέτης Μπαρόκ μουσικής, βιρτουόζος του βιολιού και ιερέας του 17ου-18ου αιώνα. Γεννήθηκε στο ανεξάρτητο κρατίδιο της Βενετίας στις 4 Μαρτίου 1678, την ημέρα ακριβώς που ένας ισχυρός σεισμός συγκλόνισε την πόλη. Μπορεί και το γεγονός αυτό να ώθησε τους γονείς του να τον βαφτίσουν αμέσως μόλις ήρθε στον κόσμο. Βιογράφοι του ωστόσο αναφέρουν και την περίπτωση να ήρθε στον κόσμο με κάποιο σοβαρό πρόβλημα υγείας. Τελικά, η επίσημη βάφτισή του έγινε δύο μήνες αργότερα στο ναό του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή.Ο Βιβάλντι αντιμετώπιζε ένα χρόνιο πρόβλημα υγείας που αφορούσε στο αναπνευστικό του σύστημα –πιθανόν άσθμα- αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε στη μουσική εκπαίδευση και στις μουσικές δραστηριότητες παρά μόνο κατά την αδυναμία να ασχοληθεί με τα πνευστά. Σε ηλικία 15 ετών (1693) ξεκίνησε τις ιερατικές σπουδές ώστε στα 25 του χρόνια ήταν πλέον ο κόκκινος παπάς. Ένα προσωνύμιο που έλαβε πιθανόν λόγω του χρώματος των μαλλιών του. Ωστόσο ένα χρόνο αργότερα (1704) η κατάσταση της υγείας του άρχισε να επιδεινώνεται και σταμάτησε να λειτουργεί χωρίς όμως να αποποιηθεί την ιδιότητά του ως ιερέας.
Από το Σεπτέμβριο του 1703 ξεκίνησε να διδάσκει βιολί σε ένα από τα τέσσερα δημόσια ορφανοτροφεία της Βενετίας, Pio Ospedale della Pieta, όπου τα αγόρια μάθαιναν να δραστηριοποιούνται εμπορικά και τα κορίτσια λάμβαναν μουσική εκπαίδευση. Οι καλύτερες μάλιστα από τις μικρές παρέμεναν στο ίδρυμα ως μέλη της φημισμένης ορχήστρας του ή της επίσης φημισμένης χορωδίας του. Εκεί ο Βιβάλντι κέρδισε αμέσως την εκτίμηση όλων και του δόθηκε η ευκαιρία να συνθέσει μεγάλο μέρος του συνολικού έργου του όπως κονσέρτα, καντάτες και εκκλησιαστικά κομμάτια.
Η ανανέωση της συνεργασίας του με το ορφανοτροφείο γινόταν σε ετήσια βάση -και ομόφωνα μάλιστα- μέχρι το 1709 οπότε δεν έγινε δεκτή για μία ψήφο. Έτσι καθ΄ όλη τη διάρκεια του 1710 εργάστηκε ως ελεύθερος μουσικός ενώ το 1711 ανακλήθηκε στο Ospedale -και αυτή τη φορά ομόφωνα- από τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου που είχαν το χρόνο να διαπιστώσουν πόσο σημαντική ήταν η παρουσία του.
Είναι γεγονός ότι το ύφος του Βιβάλντι στις όπερες ενόχλησε
ορισμένους συντηρητικούς μουσικούς οι οποίοι δεν παρέλειψαν να εκφράσουν δημόσια και με σχετικά έντυπα τη δυσφορία τους, αν και οι ίδιοι ήταν μάλλον ερασιτέχνες της όπερας. Το φυλλάδιο που κυκλοφόρησε από τον Μπενεντέτο Μαρτσέλο με τίτλο Θέατρο εποχών μοντέρνων παρ΄ όλο που συγγραφικά είναι εξαιρετικό, καυτηριάζει το έργο του συνθέτη του οποίου μία καρικατούρα κοσμεί και το εξώφυλλο.Από το 1718 μέχρι το 1721 ο Βιβάλντι αναλαμβάνει μαέστρος στη Μάντοβα, πατρίδα του Βιργίλιου, μετά από επιλογή του ίδιου του κυβερνήτη Φιλίππου, όπου έγραψε πολλές ακόμη όπερες. Τότε γνωρίστηκε με την Άννα Τζίρο που έμελλε να γίνει και η αγαπημένη του πριμαντόνα. Γύρω από τη σχέση τους αλλά και τη σχέση του συνθέτη με την αδελφή της δημιουργήθηκαν διάφορες ιστορίες, ωστόσο τίποτε δεν αποδεικνύει, από τα στοιχεία που υπάρχουν σήμερα, ότι υπήρχε κάτι παραπάνω από επαγγελματική συνεργασία. Το 1721 παρουσίασε στο Μιλάνο και το ποιμενικό δράμα La Silvia και την επόμενη χρονιά ένα ορατόριο, λίγο πριν βρεθεί στη Ρώμη προσκεκλημένος του Πάπα Βενέδικτου ΙΓ΄ που του ζήτησε να παίξει για τον ίδιο.

























