Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μενέλαος Λουντέμης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μενέλαος Λουντέμης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2020

"Από τα ποιήματα κρατιέμαι και τα δάκρυά τους..."


Στην Αγγλία, στην πόλη Shropshire, άνοιξε το πρώτο φαρμακείο ποίησης που «συνταγογραφεί» στίχους αντί για φάρμακα και  η πλειοψηφία των ανθρώπων που επισκέπτονται το κατάστημα αναζητούν βοήθεια για να αντιμετωπίσουν τα άγχη και την πίεση της σύγχρονης ζωής. 

Μπορεί να γιατρέψει η ποίηση έναν κόσμο που
"... μετακόμισε στο απάνθρωπο
βολεύτηκε σ' αυτή την προσφυγιά
πήρε μαζί του για εικονίσματα φωτογραφίες δημίων
όργανα βασανιστηρίων για φυλαχτά
μιλάει μόνο με σήματα
μέσ' στην οχλαγωγία της ερημιάς
στις φαντασμαγορίες του τίποτε

Έτσι κι εμείς αδειάσαμε
και μας ψέκασαν με αναισθητικό
έτσι που αποξενωθήκαμε απ' τον πόνο
- αυτό δα είναι κι αν είναι αποξένωση ...-
κι η ποίηση έγινε κραυγή έξω απ' τον πόνο..." ( Βύρων Λεοντάρης , Έτσι που τραύλισα...Ι)

και καθώς 
"... μπροστά μας έχουμε θανάτους
πέσαμε σε κακούς καιρούς και μέρες οργισμένες
χάνουμε τους δικούς μας και μας χάνουν
τρικυμισμένο μας αρπάει το χωματένιο πέλαγος..." ( Βύρων Λεοντάρης, Έτσι που τραύλισα...V)

Ίσως  να μπορεί η ποίηση να γίνει στήριγμα 

"Από τα ποιήματα κρατιέμαι και τα δάκρυά τους" ( Τάσος Πορφύρης , Βουστροφηδόν ΙΙ )

και να γιατρέψει 

" ...Αχ λίγο μέλι Θε μου
Για τις μέσα μας πληγές που περισσεύουν" ( Τάσος Πορφύρης , Οι μέσα μας πληγές)

Αρκεί μια μικρή δόση την ημέρα και 

"Υπομονή. Δεν τελείωσαν όλα.
Σ’ αυτή τη ζωή δεν τελειώνουν όλα.
Ούτε σε μια μέρα. Ούτε σε μια ζωή.
Στην άκρη της νύχτας – για σε το λέω, απελπισμένε –
στην άκρη της νύχτας, πάνω σε κάποιο κλαρί
κρέμεται μια ελπίδα…" ( Μενέλαος Λουντέμης , « Καθαρό πρόσωπο»)

  και ένα Χάρτη για συνταγολόγιο

" Θα' θελα να' χα έναν γεωφυσικό χάρτη της πατρίδας μου
Μ  Ε  Γ  Α  Λ  Ο  Ν
Να την αγκαλιάζει απ' άκρη σ' άκρη στηριγμένον γερά
Στους γρανίτες των βουνών της με καρφιά καταιγίδων
Ώστε τα ποτάμια και τα πελαγίσια νερά να μου
Εξασφαλίζουν πολύχρωμες ανοίξεις και πλωτά καλοκαίρια
Κι όπου ποιητής και μια αναπεπταμένη σημαία
Να χειροκροτεί τον άνεμο καθώς κρατάει άγρυπνα
Τ   Α     Π   Ο   Ι   Η    Μ   Α    Τ    Α
Στα προκεχωρημένα της καρδιάς μας φυλάκια. ( Τάσος Πορφύρης , Χάρτης)

Προσοχή όμως 

" Δύσκολο το εγχείρημα δεν μπορείς να
Περιορίσεις τα ποιήματα σε θεματικές
Ενότητες κάποιοι στίχοι θα περισσεύουν
Γιατί δεν το μπορούν το στρίμωγμα
- Και εν τοιαύτη περιπτώσει βρε αδερφέ
- Διατείνονται - άλλα εννοούμε εμείς
Κι άλλα εισπράττει ο ανθολόγος" ( Τάσος Πορφύρης, Απόπειρα Θεματικού Ανθολογίου)

Τάσος Πορφύρης, Οι μέσα μας πληγές, Ύψιλον / Βιβλία, Αθήνα 2015
Τάσος Πορφύρης, Ισόβια θλίψη, Ύψιλον/ Βιβλία, Αθήνα 2019
Βύρων Λεοντάρης, Εν γη αλμυρά, Έρασμος, Αθήνα 1996
Μενέλαος Λουντέμης, Οι εφτά κύκλοι της μοναξιάς" Άπαντα τα Ποιητικά, Πατάκης, Αθήνα 2010

Η ανάρτηση αφιερωμένη στην καλή μου φίλη Rosa Mund







Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2020

Το ραδιοφωνικό αφιέρωμα του Δαυίδ Ναχμία στο Μενέλαο Λουντέμη



Ένα αφιέρωμα  για τα 40 ΧΡΟΝΙΑ χωρίς τον  ΜΕΝΕΛΑΟ ΛΟΥΝΤΕΜΗ στην εκπομπή 
«Τιμής Ένεκεν» στο Τρίτο Πρόγραμμα. Ακούστηκε το Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2017.

 Αχ ευλοημένα δάκρυα…
Σκέφτομαι… Αν δεν υπήρχαν κι αυτά
πως θα συνεννοούνταν οι καλοί άνθρωποι αναμεταξύ τους;  ~Μενέλαος Λουντέμης

Το Τρίτο Πρόγραμμα αναζωπυρώνει μια πνευματική φλόγα που 40 χρόνια απουσίας στάθηκαν πολύ λίγα για να σβήσουν. Τον Μενέλαο Λουντέμη, που με το έργο του δίδαξε ανθρωπιά και ακεραιότητα. 
Προσπάθησε να πλησιάσει τις ανθρώπινες καρδιές και να τους πει ένα τραγούδι, που θα τους ιστορήσει πόσην αντοχή έχει ο άνθρωπος στην περιπέτεια και τη συμφορά, πόση δύναμη βρίσκει κάθε φορά που βλέπει να του φεύγει η ζωή και πόσοι κόσμοι μπορούν να συνυπάρχουν στην πιο κουρασμένη και αποκαμωμένη ψυχή. 
Ο Λουντέμης, πλούτισε τη λογοτεχνία μας με τις ειλικρινείς εκμυστηρεύσεις του και ανανέωσε τον πεζό λόγο με στοιχεία που ούτε η κοινωνική παρατήρηση μπορούσε να δώσει, ούτε η ποιητική διάθεση που καλλιεργείται στο σπουδαστήριο.
Στο αφιέρωμα μιλάει για πρώτη και μοναδική φορά η Μυρτώ, θυγατέρα του Μενέλαου Λουντέμη, αποκαλύπτοντας άγνωστες και συνταρακτικές λεπτομέρειες για τον συγγραφέα και ακόμα η Δανάη Στρατηγοπούλου που ήταν προσωπική του φίλη, ο ηθοποιός Κώστας Καζάκος, ο εκδότης των βιβλίων του Αριστείδης Κλάδος (Εκδόσεις Δωρικός)  και ο κ. Ζακίνος Φιλοσώφ, διοικητής του στρατοπέδου εξόριστων γυναικών στο νησί Τρίκερι, ο οποίος ήρθε για τη συνέντευξη απ’ το εξωτερικό. Ακούγεται επίσης η φωνή του Μενέλαου Λουντέμη απ’ το ιδιωτικό αρχείο της οικογένειας.
Για την εκπομπή απαγγέλουν οι ηθοποιοί:  Μελίνα Μποτέλλη, Αλμπέρτο Εσκενάζυ, Κώστας Καστανάς, Λήδα Πρωτοψάλτη και  Όλγα Πολίτου. 

Έρευνα – παραγωγή – παρουσίαση: Δαυίδ Ναχμίας

Ο Μενέλαος Λουντέμης γεννήθηκε στις 14 Ιανουαρίου 1912

Πηγή: ΕΡΤ web radio

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2017

Μενέλαος Λουντέμης, ο ποιητής

Ο Μενέλαος Λουντέμης είναι πολύ γνωστός για το πεζογραφικό του έργο, το οποίο υπήρξε πλούσιο και πολύτομο. Γνωστός και για την πολιτική του δραστηριότητα στο χώρο του ΚΚΕ  από τα νεανικά του χρόνια ( στο ΚΚΕ εσωτ. μετά τη διάσπαση του 1968)  και τη συμμετοχή του στην Εθνική Αντίσταση με το ΕΑΜ  που του στοίχισε διώξεις, εξορίες και στέρηση της ελληνικής ιθαγένειας υποχρεώνοντάς τον να ζήσει  για πολλά χρόνια στην πολιτική προσφυγιά. Οι εμπειρίες του από αυτή τη ζωή έχουν αποτυπωθεί στα μυθιστορήματα , αλλά και στα ποιήματά του. Το ποιητικό του έργο είναι λιγότερο γνωστό αν και εκδίδονταν ποιητικές συλλογές του και κατά καιρούς ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί. 
Μια πρώτη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Μενέλαου  Λουντέμη είχε γίνει από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα το 1999 με τίτλο Τα ποιητικά του. Έκδοση εξαντλημένη.
 Πριν λίγο καιρό, τον Ιούνιο του 2016,  μία νέα έκδοση κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη. Πρόκειται για  ένα συγκεντρωτικό τόμο με τίτλο Μενέλαος Λουντέμης , Άπαντα τα ποιητικά, όπου συμπεριλαμβάνονται οι συλλογές:

Κραυγή στα πέρατα( 1954)
Το σπαθί και το φιλί (1967)
Κοντσέρτο για δυο μυδράλλια κι ένα αηδόνι ( 1973)
Οι εφτά κύκλοι της μοναξιάς (1975)
Θρηνολόι και άσμα για το σταυρωμένο νησί (1975)
Πυρπολημένη μνήμη (1975).

« Με συγκίνηση χαράζω αυτές τις γραμμές…Μνήμη Μενέλαου Λουντέμη…Θυμάμαι τότε που τον πρωτοαντίκρισα ζωντανό μπροστά μου. Γιατί σαν συγγραφέα και ποιητή τον είχα ήδη μέσα στην καρδιά μου… Θα’ ταν Γενάρης του 1949. Μακρόνησος, Τέταρτο Τάγμα πολιτικών κρατουμένων…
Κάποιο απομεσήμερο μπήκε κάποιος στη σκηνή μας.
- Φέρνουν τον Λουντέμη, μας είπε.
- Και πού είναι τώρα;
- Στο λιμανάκι του Αϊ – Γιώργη, σε λίγο ξεκινάνε….
Ένας μικροσκοπικός άνθρωπος προσπαθούσε να σκαρφαλώσει στο απότομο μονοπάτι. Αγκομαχούσε και κούτσαινε, και από πίσω του τον έσπρωχνε ο χωροφύλακας φρουρός για να τα καταφέρει….
Δεν είδα τον Λουντέμη να περνά από μπροστά μου, ούτε τον συνάντησα στο στρατόπεδο. Η συνάντηση και η γνωριμία μας έγινε πολύ αργότερα στο Βουκουρέστι, στα χρόνια της Δικτατορίας. Τον έβλεπα ζωντανό, ζωηρό, γελαστό μπροστά μου. Κι όμως τίποτε δεν μπορούσε να σβήσει  την πρώτη εικόνα, εκείνη της μαύρης πεταλούδας που αγκομαχούσε και σπάραζε στο ανηφορικό μονοπάτι στη Μακρόνησο….» ( από τον πρόλογο του Μίκη Θεοδωράκη γραμμένο στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 1999).

Πλούσια η συλλογή των  ποιημάτων( περισσότερα από 200 ποιήματα )  και η θεματολογία του ποιητή. Ποιήματα  για τον έρωτα, την αγάπη, την εξορία, τους συντρόφους, την κόρη του, τον κόσμο, τα πρόσωπα και τα γεγονότα που σημάδεψαν την εποχή του και επέδρασαν στη σκέψη του και τη ζωή του, δοσμένα με λυρισμό, τρυφερότητα, πόνο,σαρκασμό και καυστικότητα ορισμένες φορές στο σχολιασμό καταστάσεων και πράξεων. Άλλα σε παραδοσιακή μορφή  και άλλα σε νεωτερική, ρεαλιστικά ή συμβολικά , εικονογραφούν, υπαινίσσονται και καταγγέλλουν την κοινωνική αδικία και τις πολιτικές διώξεις, υμνούν πράξεις αντίστασης και αυτοθυσίας , σκιαγραφούν πρόσωπα και προσωπικότητες που αγωνίστηκαν για την αλλαγή του κοινωνικού συστήματος , τόπους και χώρες βασανισμένες και λεηλατημένες, φωτίζουν τα σκοτάδια της καθημερινότητάς μας, γι’ αυτό επίκαιρα και διαχρονικά.

Μια μικρή επιλογή:

Ξέρω πως ολωνών σας
Τρέμει η μεγάλη σας καρδιά
Μην πάθει τίποτα κακό
Κανένα αρχαίο βοτσαλάκι αυτού του τόπου.
Ξέρω τον ένθεο έρωτά σας
Για τις λευκές κοπέλες του Ερεχθείου μας.
Ω, ησυχάστε.
Είναι πολύ καλά, πολύ καλά τα μάρμαρά μας.
Και σας χαιρετούν.
Λίγοι καπνοί τα ενόχλησαν μονάχα.
Και τα πιτσίλισε λιγάκι αίμα.
Κατά τα άλλα merci.
Τίποτα άλλο. Α, ναι.
Είχαμε λίγο σεισμό εδώ.
Λίγα θρύψαλα, λίγες φλόγες…
Μα τόσο πολύ λίγες,
Που δεν πρόφτασαν ούτε καν να μαυρίσουν
Τα πολυαγαπημένα σας μάρμαρα.
Και μόνο εμείς γίναμε δαδιά,
για να φωτολουστεί η γλυκιά σας Ακρόπολη.
Και τώρα, κύριοι, merci ξανά.
Merci, maitres…Μερσί παντού.
Καλή μέρα σας.

ΒΡΟΧΕΡΟ

Βούρκωσε η μέρα…ψιχαλίζει.
Ένα καΐκι στριφογυρίζει σα σαστισμένο παιδί.
Η νοτιά τού ξέσκισε την ποδιά του.
Τώρα θα τ’ αρπάξει απ’ τα μάτια μου,
Τώρα θα το καταπιεί` και πάει
( χάθηκε και το τελευταίο σινιάλο του κόσμου).
Σκεπάζω τα μάτια μου. Καραβάκι…
Αδύναμο φτερό. Πνιγμένο πουλί της θάλασσας.
Μέσα μου σ’ έλεγα «Μυρτώ».
Μυρτώ…Κι έν’ άσπρο φουστανάκι.
Ήρθες, καραβάκι λευκό.
Ήρθες λικνιστικά απ’ το Αιγαίο.
Κουνώντας το πανάκι σου απ’ την πλώρη – 
Σα ρουχαλάκι της κούκλας της.
Και τώρα κυλάς στα γκρεμνά του νερού.
Κυλάς και δε γλιτώνεις.
Κι εγώ δεν έχω παρά δυο βρεγμένα μάτια.
Κι ένα ακρωτήρι…να περιμένω.
Να περιμένω να ξαναγίνει άνοιξη – Αχ, καραβάκι!
Να περιμένω να ξαναγίνει ξαστεριά.



ΒΡΑΔΙΝΗ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Απόψε ήρθε η νύχτα αντάμα με τη βροχή
- Χειροπιασμένες στρίγκλες –
Και μας σύναξε στο τσαντίρι μας νωρίς.
Κουρνιάζουμε άλαλοι, κι αφήνουμε
Μόνη τη βροχή
Να μας μιλάει – ιστορία ψιχαλιστή –
Για κάμπους κι ασημένιες αυλακιές, 
Για τα σπαρτά και για τις παπαρούνες.
Ο μύλος στη ρεματιά – άσπρο τραγούδι –
ν’ αλέθει, ν’ αλέθει τον καρπό.

Ο Βαγγέλης, ο βουνίσιος αδελφός μας, σωπαίνει.
Ακουμπάει στη διχάλα του χεριού του.
Κι ο νους του δρασκελά τη θάλασσα…
Ήταν ξωμάχος, ένας ηλιοκαμένος ποιητής.
Που έσπερνε με το ξινάρι του
Καταπράσινες σελίδες.

Μα τώρα η γη η αγάπη του, τώρα η γη η ψυχή του,
Που τη χτένιζε σα μονάκριβη θυγατέρα,
Τώρα η γη ξενυχτάει κάτ’ απ’ τον ουρανό,
Απότιστη κι ανάλλαγη σαν έρημη εκκλησιά,
Που περιμένει τη λειτουργία των χεριών του.
Τώρα εκεί όλα είναι ένα λείψανο.
Τώρα ο μύλος αλέθει μόνο ερημιά.
Και τ’ αχούρια γεμίζουνε μούχλα.

Τα γράμματα πηγαινόρχονται ογρά.
« Ακριβέ μας, νοικοκύρη μου…ρημάξαμε..»
Κι ο νους τρέχει, τρέχει, τρέχει…
Λαβωμένο πούπουλο, μαζί με το νοτιά.
Αγγίζει σαν εικόνισμα το κατώφλι.
Σκύβει πάνω απ’ τον ύπνο των παιδιών.
Και το πρωί ξαναγυρίζει στο τσαντίρι.

Απόψε ήρθε η νύχτα μαζί με τη βροχή.
Και στα τσαντίρια κοιμηθήκανε τα φώτα.
Νύχτωσε στη θάλασσα, νύχτωσε κι εδώ.
Νύχτωσε κι έξω από τα μάτια.
Και μοναχά στο μαξιλάρι μας
Αγρυπνά ένα ό ν ε ι ρ ο,
Που κοιμάται και ξυπνά μαζί μας.



Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΕΜΕΙΝΕ ΕΞΟΡΙΑ
                                « Απόψε είχαμε πλημμύρα…»
                                                ( Από γράμμα τους)

Ακούστε εσείς.
Εσείς που κοιμηθήκατε κι απόψε στα ζεστά,
σβήνοντας με μια κίνηση το φως.
Σαν τους θεούς που παίζουν τη «Δημιουργία»
(«Γεννηθήτω φως» - και εγένετο). Ακούστε με!

Τούτη την άναρθρη νύχτα που σωπαίνουν οι λύκοι –
γιατί ουρλιάζουν οι άνθρωποι. Ακούστε με.
Εσείς που κοιμάστε αγκαλιά με τα όνειρα.
Εσείς που σας φιλά στο στόμα η Ζωή.
Που σας χαϊδεύει με το μετάξι της. Εσείς.
Ακούστε με!

Λίγες μόνο ώρες απ’ τη στεριά,
και χίλια χρόνια μακριά απ’ την Οικουμένη,
παλεύει ένα ολομόναχο νησί
- πέτρινος αφαλός στο χάος της θάλασσας -, 
στο ασίγαστο Αιγαίο, που σηκώθηκε ορθό.
Και χύθηκε πάνω στα γκρεμνά του.

Απόψε έφτασε εκεί ο Κατακλυσμός,
Ξεκολλημένος απ’ τις αλυσίδες της Μυθολογίας.
Κι έσπασε τους μύλους του νησιού.
Και χόρεψε στην πέτρινη ράχη του
Τον πυρρίχιο της λύσσας.

Απόψε βρέχει μαχαίρια η βροχή,
Και σκίζουν τις κοιλιές των τσαντιριών τους.
Ο βοριάς δείχνει ολόισα το νησί.
Και τα κύματα αδειάζουν τις άγριες δεξαμενές τους
Ίσα πάνω του.
Και σκάβουν, σκάβουν την πλαγιά.
( Κι ο κόσμος εγέμισε ρυτίδες…)

Α, τι κυλούν τις νύχτες οι κατεβασιές!
Τι παίρνουν, και τι φέρνουν, και τι κυνηγούν!
Τι μπόγους, τι σοδειές και τι υπάρχοντα!
Τι αίματα, τι δέματα και τι φυλαχτά…
Το γράμμα της μανούλας…που βράχηκε.
Και δε θα διαβάζεται πια.
( Κι ήταν τόσο λίγη η ορθογραφία της…)

Κι όλα αυτά γιατί; Μα γιατί;
Γιατί η ματιά τους είναι απλή και φεγγερή.
Γιατί ζεσταίνει τις πληγές του κόσμου.
Γιατί η μιλιά τους είν’ γλυκιά και ταπεινή.
Σαν την « επί του όρους» ο μ ι λ ί α.

Απόψε πάλι δε θα κοιμηθώ.
Απόψε πάλι θα βραχώ με τους βρεγμένους.
Και θα βογκήξω με τους άρρωστους.
Γιατί η ψυχή μου έμεινε εκεί..
Γιατί ο Γολγοθάς που με κάρφωσε
μου’ δωσε το σταυρό του μαζί μου…

ΑΣ ΜΗ ΜΕΤΡΗΣΟΥΜΕ

Ας μην καθήσουμε να μετρήσουμε
Ποιανού δάκρυα ήταν πιο ζεστά.
Μπορεί πιο ζεστά να’ ναι κείνα
Που δε χύθηκαν ακόμη.

Ας μην καθίσουμε να ρωτήσουμε
Ποιο αίμα ήταν πιο κόκκινο.
Μπορεί πιο κόκκινο να’ ναι
Κείνο που πρόκειται να χυθεί.

Ας μη ρωτήσουμε να μάθουμε
Ποιανού ιδρώτας ήταν πιο καυτός.
Όλοι οι ιδρώτες έχουνε τη γέψη 
που’ χουν τα δάκρυα.

Λοιπόν…Ας μην πνιγόμαστε στους ορισμούς.
Στις χρονικές και κτητικές αντωνυμίες.
(« Σήμερα»… « Χτες»… « Αύριο»…)
Κλάψαμε χτες στην Αφρική
Με τα βασανισμένα μάτια των νέγρων.
Κι αύριο θα κλάψουμε στη Σαϊγκόν
Με τα οργισμένα μάτια των Βιετναμέζων.
Αύριο μπορεί να πέσουμε στο Κογκό
Ή να ιδρώσουμε στην Κούβα.

Γιατί είμαστε από κείνους
Που ιδρώνουνε, πεθαίνουν και κλαίνε
Σε κάθε κορμί που ιδρώνει και κλαίει.
Κρυώνουμε σήμερα στη ζούγκλα.
Ιδρώνουμε αύριο στον Αρκτικό.

Το κορμί μας είναι ένας πλανήτης.
Με όλα μαζί τα κλίματα.
Πόνεσε, κλάψε, πείνα.
Μόνο μην κάνεις τον άλλον
Να πονέσει και να πεινά.
Κι εσύ φημισμένε, εσύ δοξασμένε,
Εσύ δυνατέ…ένα μόνο ξέρε:
Πως όσο ψηλά κι αν ανέβεις,
Ποτέ δε θα φτάσεις το μπόι των χαμηλών
Που θυσιάστηκαν για ψηλά πράγματα!


ΜΗΝ ΕΠΑΙΤΕΙΣ

Ξερό ήταν πάντα το ψωμί σου,
Μάνα Ελλάδα μου.
Στεγνός ήταν πάντα ο κόρφος σου
Κι η αγκαλιά σου
- Μια φτωχική φωλιά
που κούρνιαζε ο πόνος μας.

Στυφό ήταν πάντα το γέλιο σου,
Μάνα μου Ελλάδα μου.
Μοιρολόι ήταν πάντα το τραγούδι σου
και ταχτικό σου σπιτικό –
το κοιμητήρι.

Ξερό ήταν πάντα το ψωμί σου,
Βαριόμοιρη μάνα μας.
Τρέχαμε να το βρέξουμε στις βρύσες μας,
Μα στάζαν πάντα δάκρυα.
Το βρέχαμε στα ποτάμια μας,
Μα στάζαν πάντα αίματα.

Μάνα! Γραμμένο σου ήταν
Και το ψωμί…και το νερό…
Ακόμα και το νερό να ζητιανέψεις.
Μόνο τη λευτεριά, μάνα μου,
Μόνο αυτήν ποτέ,
Ποτέ μη ζητιανέψεις!
( Το’ πε κι ο Κάλβος.)

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ «ΕΦΙΚΤΟΥ»

Οι φωνές δεν ωφέλησαν.
Ούτε οι βουερές διαδηλώσεις
με τα ρυθμικά παραγγέλματα
( για «ελευθερίες» και λοιπά άλλα άχρηστα).
Εγκαινιάστε καλύτερα άλλες μεθόδους.
Π.χ. τη νεκρική σιγή
ή το κλείσιμο στο « καβούκι» σας.

Ναι, έτσι θα’ πρεπε – λέει – να κάνουμε.
Και ν’ αφήσουμε τα μαμούθ ν’ αλέθουν τις Πατρίδες
και να τσαλαπατούν τα οράματά μας.

Οράματα; Μα είσθε τρελοί;
Τα οράματα θρυμματίστηκαν χοντρικώς
από τότε π’ ανακαλύψαμε τη Σελήνη.
Και γι’ αυτό σχηματίσαμε αποσπάσματα
για να εκτελέσουμε όλες τις αυταπάτες.
Α λ ή θ ε ι ε ς; Φέρτε όσες θέλετε.
Αύριο θα τις κρεμάσουμε!

ΒΑΡΙΑ ΠΡΟΣΒΟΛΗ

Με χτύπησαν στη ράχη
με ρόπαλο βαριά
και σφυχτικά μαστίγια
με σιδερένιες γροθιές.
Μα εγώ δε βόγκηξα.

Με χτύπησαν κατάμουτρα
με πέτρες και με κοντακιές
και με σιδερένιες γροθιές.
Και δεν έβγαλα άχνα.

Μα μια μέρα
με χτύπησαν
- γλυκά και προστατευτικά –
στη ράχη…
Και τότε σήκωσα άγρια φωνή!

ΑΛΛΟΔΑΠΟΣ

Ανάμεσα απ’ τα νύχια της νύχτας
παραδέρνω σαν αιχμάλωτο έντομο –
ξένης ιθαγενείας.
Πατέρα είχα έναν τζίτζικα ραψωδό
με τρύπιο παντελόνι.
Και μητέρα την απέραντη Ερημιά.

Επάγγελμά μου την κραυγή
- τ’ απαρηγόρητο τραγούδι της τυράγνιας.
Κι ηλικία; Αν βγάλεις έξω τις νύχτες,
δεν έζησα καθόλου.
Καταδίκη; Μου’ ραψαν τα χείλη
γιατί τάραζα τον ύπνο ενός τυφλοπόντικα Φαραώ
που’ χτιζε τις πυραμίδες του
κάτω απ’ το δέντρο της μοναξιάς μου.

Σ’ αυτό συμφώνησαν ομόφωνα
κι όλοι οι ευαίσθητοι βατράχοι,
κι ένας ιεροκήρυκας ιπποπόταμος
που κήρυττε με πάθος την εγκράτεια.

Και μόνο μια ευγενικιά πεταλούδα,
μη βρίσκοντας άλλη φλόγα να καίει,
τρύπωσε στην καρδιά μου.



Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ

Εχτές η ώρα δώδεκα
( ώρα Αστεροσκοπείου Αθηνών δώδεκα)
έφτασε εδώ ένας ποιητής. Η ώρα δώδεκα.
Φορούσε άσπρη σατακρούτα.
Και γυαλιά του ήλιου Μακ Άρθουρ.
Λίκνισε τα μαλλιά του στο νοτιά…
Ύστερα βύθισε τα μάτια του στον πόνο μας.

« Ταλαίπωροι….Αύριο θα πονέσω και για σας
- εξάπαντος.
Μα για την ώρα τα λουλούδια είναι τόσο ματωμένα!
Κι ο ήλιος βουλιάζει τόσο θεία στο Σαρωνικό!
Ο ηρωισμός – αχ – είναι κι αυτός μια βαρβαρότητα.
Μια βαρβαρότητα. Τίποτε άλλο.
Η ζωή είναι γλυκό μετάξι.
Μόνο μετάξι, τίποτ’ άλλο.
Φτωχέ Λουντέμη, κι εσύ εδώ;
Αχ, ανένδοτε οραματιστή.
Σου πάει τόσο λίγο η πυγμή…
καλήν αντάμωση αύριο – 
στον Ελικώνα!»

Κι έφυγε με την κόμη του κατά το Λαύριο,
κουβαλώντας τ’ ανάλαφρο κεφάλι του 
- φούσκα πλωτή μες στο αίμα.
Κι απ’ όλα όσα γίνονται εδώ,
δεν είδε τίποτα. Τίποτα…Πάρεξ
πως η ζωή είν’ ένα γλυκό μετάξι.
Τίποτ’ άλλο.



Μενέλαος Λουντέμης , Άπαντα τα Ποιητικά, Πατάκης, Αθήνα 2016








Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2016

Κείνο το παγερό βράδυ...

Louise De Hem - An old woman( 1888)
Όλο το σουλούπι της γριάς έμοιαζε σαν ένα παλιό τσουβάλι γεμάτο ξύλα. Κάποιο μπαούλο με κλειστά μυστικά...Κάτι τέτοιο. Κάθε πρωί μάς το περνούσαν τα λιγνά της πόδια απ' την αυλή του χωριάτικου σπιτιού που με φιλοξενούσε. Κάτω απ' την τσιγκελωτή της μύτη σώπαινε ένα στόμα, πεισματάρικα κλειστό και στενό σα μια χαραματιά.
Τα παιδιά λέγανε " η Χρύσω η μουρλή!" και παίρνανε δρόμο. Συνηθισμένα καμώματα συνηθισμένης ηλικίας. Ο κινηματογράφος του χωριού.
Δυο φορές έβγαινε απ' το σπίτι της, δυο παραστάσεις είχε το χωριό. Είναι περίεργο. Η ονοματισμένη "μουρλή" ούτε τρέλες έκανε ούτε παραξενιές. Μα έτσι είναι. Όπου οι άνθρωποι δεν βρίσκουν την τρέλα, βρίσκουν την αφορμή της.
Έβλεπες το χωριατόκοσμο να ξεκαρδίζεται μπροστά στην περήφανη αυτή δυστυχία, στα κλειστά μάτια και στο στόμα και συμφωνούσες άλλη μια φορά με το σοφό λόγο, πως "την τρέλα και τη γνωστικάδα πιο πολύ μας τη δίνουνε παρά την έχουμε".
- Γιατί την τρελάνατε; ρωτούσα τις γειτόνισσες.
Στην αρχή με κοιτούσαν κείνες χάσκοντας. Ύστερα:
- Μμ...γιατί της αρέσει. Η μουρλαμάρα, γιε μ', είνι σαν τον ταμπάκο. Τον γεύτηκες δυο βολές; Πάει δεν είνι για να τον κόψεις.

Έτσι, ανάμεσα απ' το γενικό κέφι, τα τραβολογήματα και τα γέλια των συγχωριανών της περνούσε η γριά, ισκιερή σαν τη νύχτα, άνοιαστη κι ατάραχη, σαν από ξένο κόσμο, περνούσε μπρος απ' τις πόρτες του χωριού` και με την ίδια ξεγνοιασιά που δεχότανε και τ' αναμπαίγματα των χωριανών, δεχότανε τα ελέη τους.
Την είχανε συνηθίσει σαν το ταχυδρομικό τραίνο, που περνάει την ταχτική του ώρα, για να πάρει και ν' αφήσει. Να πάρει ψωμί και ν' αφήσι γέλιο.
Φορούσε ένα ξασπρισμένο φακιόλι στο κεφάλι, που κατέβαινε ως το σουβλί της μύτης της και της σκέπαζε τα μάτια, τ' αυτιά και τα τσουλούφια. Πίσω από κει δεν μπορούσες ούτε να τη μαντέψεις.
Τις βροχερές μέρες το θέατρο άλλαζε σκηνοθεσία.
Η βροχή έριχνε λάδι στη φωτιά. Ήταν μια ασυνήθιστη απόλαυση να βλέπεις, σιγουρεμένος πίσω απ' το τζάμι σου, τη μουρλή να βαδίζει με την τραγική της αξιοπρέπεια ανάμεσα στις υγρές κλωστές του νερού, σαν την πυργοδέσποινα ανάμεσα απ' τις χάντρινες πόρτες της.
Δεχότανε τα χειμωνιάτικα δώρα τ' ουρανού, καθώς και τα καλοκαιρινά, καρτερική σαν την πέτρα κι αδιάφορη σαν την άψυχη ουσία. Μα και γι' αυτή την άψυχη ουσία αισθάνονται πολλές φορές οι άνθρωποι πόνο, και μόνο γι' αυτή τη γριά που - ποιος ξέρει; - μπορεί και να μην ήταν ολότελα άψυχη, δεν αιστάνθηκαν ποτέ ούτε την παραμικρή συμπόνια, ούτε το τόσο δα ράγισμα καρδιάς.
Κόνευε σ' ένα ρημαγμένο σπίτι, που τη νύχτα ούρλιαζε ο αέρας και του κυνηγούσε τα κεραμίδια κι έστηνε πόλεμο φοβερό με τις ξεριζωμένες πόρτες, που βροντούσαν στα πρεβάζια τους και γκρέμιζαν τ' αγκωνάρια και τους ασβέστηδες. Οι αφέντες αυτού του σπιτιού είχαν ξεκληριστεί απ' το χάρο. Το σπίτι άδειασε απ' τις ψυχές. Κι ευτύς η αχαλίνωτη λαϊκή φαντασία το γέμισε βρυκολάκους και φαντάσματα. Είχαν περίεργες συνήθειες εκεί μέσα αυτά τα φαντάσματα. Άλλοτε έκαναν μέσα στις άδειες σάλες του σπιτιού ολονύχτιες βεγγέρες και μπάλους κι άλλοτε καυγάδες και ξυλοδαρσίματα.
Η Μαργιωρή η Κρανού, που είχε τη μύτη της χωμένη μες στα ξένα μυστικά και το χέρι της μες στον κόρφο της, δουλειά δεν είχε και δουλειές σκάρωνε. Μάζευε γύρω της τα κουτοθήλυκα του χωριού και τους ιστορούσε με τρομάρες και γουρλώματα το τούτο και το κείνο. Το πως "χτες τα τελεσίμια κάνανε κουτρουβάλες στα σκαλιά". Ή ότι "στολίζανε τη μουρλή τη νύφη και την παντρολογούσαν - λέει - με το τελευταίο παλικάρι του σπιτιού, τον Τζελή ( ένα τριαντάφυλλο...). Θεός σχωρές τον κι αυτόν..."
Γι' αυτόν τον Τζελή είχε το χωριό να λέει πολλά. Πρώτα κι αρχή για τα κάλλη του. Και κατόπι για τα νιάτα του, για τα πολλά του νιάτα...τα πάρα πολλά του...Και κατόπι για την κυπαρισσένια κορμοστασιά του...Και τη λαλιά του που έπαιρνε κεφάλια...
" Εσείς δεν τον φτάσατε, κούτσικά μου, έλεγε στα λιανοκόριτσα. Αρωτάτε τσι μανάδες σας και να σας ειπούνε: ποιανής φυλλοκάρδια έμειναν άκαφτα. Ε,...πάει...πόθανε...Από τι; Ό,τι ξέρετε, ξέρω. Είχε απομείνει ο στερνός στο σπίτι. Ούλους, έναν - έναν τους ξύλωνε ο χάρος. Στο ύστερο απόμεινε αυτός, ο Τζελής. Στητός, κυπαρίσσι. Τα κορίτσια πλάνταξαν, δάρτηκαν, στέναξαν κατ' απ' τα παραθύρια του...Τίποτα! Του πέταξαν γαρούφαλα μοσκοβολιστά, ψιλοκεντημένα μαντιλάκια, κιλίφια, ταμπακιέρες...Κείνος τ' άψήφησε ούλα. Ούλα...Και πήγε κι έκλεισε τα μάτια του κάτ' απ' το χώμα. Χορτάριασε πια του ζάβαλη το νημούρι του. Οι συνομήλικές του άλλες παντρεύτηκαν κι άλλες στραβογέρασαν. Ποια να τον θυμηθεί; Εδώ αστοχιούνται οι ζωντανοί. Τους αποθαμένους ερωτάς; Ε, άιτε, σύρτε τώρα τσι δ' λεις σας, γιατί θα καψαλιστεί το μαγείρεμα σας. Άι..."
Κι η Μαργιώρα η Κρανού έχωνε πιο βαθιά το χέρι στον κόρφο της και πάγαινε να φαφλατίσει σ' άλλη γειτονιά.
Τώρα, γιατί ακριβώς παντρολογούσαν  τη μουρλή μ' αυτόν τον Τζελή, ήταν πράμα που η Κρανού δεν το εξηγούσε. Το θεό με το νου, λέει, τον βρήκανε. Γιατί τάχα ν' απομείνει η Χρύσω οξ' απ' το σεβντά κεινού του καρδιοκλέφτη του λεβέντη;
Είχα ρωτήσει τους χωριανούς για τα μάτια του Τζελή και πήρα την απόκριση πως ήσαν λαμπερά, λαμπερά...που σε κοιτούσαν και σου κοβόταν η ανάσα.
Τα καϋμένα τα μάτια του Τζελή!...Τόσο λαμπερά και να σβήσουν τόσο νωρίς...
Το σπίτι, λέγανε, έμεινε από τότε κατάκλειστο, γιατί κανείς, κανείς δε θέλησε να κατοικήσει. Κι όλα τ' αγαθά του απόμειναν μες στις κλειστές κάμαρες. Και κείνες, ο μόνος που τις ανοιγόκλεινε, ήταν ο αγέρας. Σ' αυτό το σπίτι ύστερ' απ' τον πεθαμό του Τζελή πήγε να κατοικέψει η Χρυσώ κι ο κόσμος - τι να' κανε; - την παρανόμιασε "μουρλή", γιατί ποιος γνωστικός θα δρασκέλαε το κατώφλι του στοιχειωμένου σπιτιού;
Ναι, και πριν απ' αυτό ήταν η Χρυσώ ολομόναχη, ναι, άκληρη` γιατί το βιός της, το πολύ βιός της, της το πούλησε και το κουβάλησε κάτω στις πολιτείες και το' παιξε και το' πιε, κι από τότε ρεύει στη φυλακή...ο αδερφός της. Μα, όσο και να πεις, ο φόβος - φόβος είναι. Ένα ντάμι θα βρεσκότανε στο χωριό να σταλίσει το κορμί της, ένα φτωχόπαιδο θα βρεσκότανε να την κουκωλωθεί (και την λαχτάριζαν τόσα και τόσα!) Και κείνη η κακοκέφαλη πήγε και κλείστηκε μέσα στο ρημαδιακό με τ'
 αερικά και μουγγάθηκε και κουφάθηκε κι απόμεινε τρελή.
- Δεν ακούει;
-Τσ!
- Δε μιλάει;
- Τσ!
- Δεν κοιτάει;
- Τσ! Τσ! Τσ!
Τι ζει, τι δε ζει, το ίδιο είναι. Και σαν περπατάει τι; Ανεμίζεται, σαν το φρόκαλο, που το κυλάει ο αέρας.
Σε μια, λέει, απ' τις κάμαρες του σπιτιού κρεμότανε κι η κιθάρα του Τζελή, που την έπαιζε τη νύχτα ο αγέρας κι η μουρλή μερακλωνότανε. Μα το μεράκι της με το ξημέρωμα πάγαινε περίπατο και την ξανάπιαναν πάλι οι μουγγαμάρες της. Πέρναε με το καλαθούνι της κρεμασμένο στο καλαμόχερο, και τα μωρούδια πηλαλάγανε το κατόπι της και της πετάγανε μέσα ξεροκόμμματα και πέτρες και μαγαρισιές. Μα της μουρλής δεν της πικραίνεται με τέτοια η καρδούλα. Νοικοκυραίοι του μυαλού τους είναι, γνωστικοί άνθρωποι, μπορούν να κάνουν και κακοκεφαλιές. Αν δεν είναι για τους γνωστικούς οι παλαβάδες, τότε για ποιανούς είναι; Για τους μουρλούς; Αμ δε!

Μια μέρα στο μουντό, λασπιάρικο χωριό έπεσε η λιακάδα. Ας ήταν καλά κι αυτός ο ήλιος που  καιρούς καιρούς το θυμάται` αλλιώς το χωριό θα μούχλιαζε. Στο προσηλιακό χαμηλό παραθύρι μας ήρτε τ' απογεματάκι ο ήλιος και μας έκρουσε το τζάμι. Κι εμείς του ανοίξαμε. Είχαμε αποφάει` και το λίγο κρασί κι ο ήλιος, μας άναψε ένα ψιλό ψιλό κέφι` και του λόγου μου, που το' χα το μεράκι στην τσέπη, ξεκρέμασα μια παλιοκιθάρα, που είχαν κρεμασμένη στον τοίχο, και το πήρα. Κείνη ακριβώς τη στιγμή περνούσε απ' το στενορύμι η Χρυσώ - και...- θαμαστά τα έργα σου, Κύριε! - κείνη η μολολή, η βουβή, η μαγγουφιάρα! στάθηκε απ' όξω απ' το παράθυρο και...- πρώτη βολά έβλεπε τέτοιο πράμα το χωριό - κοίταξε...
Αυτό ήταν! Την άλλη μέρα το χωριό σείστηκε. Άλλοι λέγαν, ότι η μουρλή γνωστίκεψε, άλλοι ότι "σημάδεψε" το σπίτι, για να τ' αβασκάνει. Κι άλλοι ό,τι τους έκοβε το ξερό τους. Ωστόσο το πράμα δεν είχε συνέχεια. Η παράσταση σταμάτησε εκεί. Μα οι λιακάδες κείνου του χωριού είναι σαν το Μαρτιάτικο χιόνι. Ρίχνει ο ήλιος μια ματιά πάνου στα κεραμίδια, πάει το βράδυ να κοιμηθεί και το πρωί ξεχνάει να ξαναγυρίσει. Την κατοπινή νύχτα κατηφορίζει απ' τον Έλυμπο ένα τέτοιο χιόνι, ένας τέτοιος χαλασμός, που δεν απομένει ζουντανό αξεπάγιαστο κι άσπαστο κεραμίδι. Ο Βοριάς έτρωγε τα λυσσακά του. Τις φωτιές τις έπιασε αχορταγιά. Τρώγανε στην καθισιά τους από δυο στοίβες ξύλα και πάλι δεν έλεγαν να ζεστάνουν. Οι νοικοκυρές βγάλανε από τους γιούκους και τις βελέντζες της εφεδρείας. Οι χωριανοί που ένιωθαν πόνο για τα δέντρα, για το ποτάμι και για το μύλο, που τουρτούριζαν χωρίς φωτιά στις ρεματιές, ξέχασαν να συμπονέσουνε τη Χρυσώ. Και μόνο, σαν του το θύμισα, κάνανε " ο - χου ου " και πάλι ξανακαθίσανε στ' αυγά τους, γιατί η συμπόνια τους ήταν με λόγια.
- Ζωντανή ψυχή είναι, τους φωνάζω. Δεν έχετε καμιά βελέντζα, κάνα παλιό σκουτί;
- Σκουτιά όσα θέλεις, καλέ μου. Μα ποιος της τα πάει;
- Τόσα παλικάρια και "ποιος θα της τα πάει;"
- Οι παλικαροσύνες δεν περνούνε με τα φαντάσματα. Τ' αερικό δεν έχει λαρύγγι να του στρίψεις. Σε σφαντάζει, σου παίρνει τη λαλιά σου κι ύστερα τρέχα χάλευέ την. Από ποιον;
- Λοιπόν θα πάω εγώ!
- Ήμαρτον, Παναγιά μου! Δάσκαλε κάτσε κει που κάθεσαι. Γιατί, καψερέ μου, άμα πάθεις δεν ξεπαθαίνεις!
- Είπα θα πάω! Ποιος μου δείχνει το δρόμο; ( Όλοι κοκάλωσαν). Χρήστο! Πετρούσιε! Γιαννή! Γιαννή! δε σ' είχα για τόσο φοβιτσιάρη. Εσύ μωρέ, είσαι που ξετρύπωσες τη λυκοφωλιά; Και τό' χεις και το παινεύεσαι. Κρίμα στις λεβεντιές σου!
Ο Γιαννής έξυσε το γόνατό του, έβηξε και σηκώθηκε:
- Έχει αέρα όξου, σκοτίδα. Δε βαστάει λύχνος.
- Έχω φακό μαζί μου.
- Δεν σβάει;
- Μην κάνεις το κουτάβι, όχι. Έλα ζαλικώσου τα σκουτιά και πάμε.
Τυλιχτήκαμε γερά και βγήκαμε. Ο Γιαννής ψιλόβριζε από μέσα του το χιόνι και τις λακούβες και μάζευα τις βρισιές εγώ, γιατί το καταλάβαινα, ότι ήταν δικές μου. Τέλος, κάποτε φτάσαμε. Τη στιγμή που δρασκελούσα το κατώφλι, ένα ορμητικό μπουκάρισμα του βοριά σώριασε κάτι βαρύ πάνω στο δώμα. Σα στράφηκα να δω το συνοδό μου, ανακάλυψα ότι ήμουν μόνος. Το μόνο που ξεχώριζα μέσα στο χιόνι ήταν ένα ςμαύρος σωρός μες στην αυλή.
- Γιαννή! του φωνάζω. Γιαννή! Τι γυναικεία καμώματα είν' αυτά; Ντροπή.
Κι έσκυψα να τον ξεκουνήσω. Ο " Γιαννής" ήταν ρούχα. Τα ρούχα που κουβαλούσε και που παράτησε, για να το βάλει στα πόδια.
Τώρα το ξέρω. Ο Γιαννής στο σπίτι θα τους είπε τα καθέκαστα κι όλοι θα λένε "κλάφτον".
Και ξέρω πως δε θα το λένε με συμπόνεση, γιατί θα είναι όλοι σύμφωνοι, πως τα φταίει το κεφάλι μου.
Υποχρεώθηκα να σηκώσω τα σκουτιά και να τ' ανεβάσω μόνος μου απάνω. Τα σκαλιά γκρίνιαζαν σα γατιά που τα ξεκουνάς απ' το χουζούρι τους. Οι αέρηδες παίζανε κυνηγητό από κάμαρα σε κάμαρα και ούρλιαξαν σαν τ' άγρια ζώα που πάνε να σπαραχτούνε. Τύχαινε κάποτε να συγκρουστούν απάνω σε καμιά πόρτα και τη σώριαζαν κάτω με πάταγο. Ανθρώπινη όμως  φωνή πουθενά. Ω, σίγουρα θα την είχαν ξεκάνει τα κρύα τη γριά. Παίρνω τις κάμαρες με τη σειρά. Η ερήμωση ήταν γενική. Φτάνω και σε μια ακριανή που κοιτούσε κατά το Νοτιά. Εκεί η λύσσα της αφεντιάς του ήταν λιγάκι καταπραϋμένη. Η οργή του ξεθύμαινε κατά το ανοιχτό χαγιάτι. Ο φακός του χεριού μου έκανε το γύρο της κάμαρας, κι ανακάλυψε μια ακαταστασία απερίγραπτη. Το πάτωμα ήταν γεμάτο συντρίμματα και ράκη. Και καταμεσής σ' αυτή την καταστροφή, ορθή σα μια μαρτυρική Νίκη, η Χρυσώ! Μα μια νίκη ουδέτερη, απ' αυτές που ανήκουν μόνο στον εαυτό τους, γιατί κι οι δυο αντίπαλοι που τη διεκδικούσαν είχαν πέσει κάτω απ' τα ίδια τους τα χτυπήματα. Τα μάτια της "τρελής" δεν είχαν καμιά σχέση με την παραφροσύνη. Ήταν δυστυχισμένα και λογικά. Τόσο δυστυχισμένα που μόνο λογικά μπορούσαν να είναι. Το φακιόλι , που τόσο ζηλότυπα πριν της τα σκέπαζε, είχε πάρει τη θέση του. Ήταν πια ολοφάνερο. Η τρελή γριά δεν ήταν γριά και διόλου τρελή. Με είχαν πιάσει κάτι φοβερές ανατριχίλες, φόβοι εφιαλτικοί πως ξεχάστηκα μέσα σ' ένα τρομαχτικό όνειρο και δεν ήταν για να ξαναξυπνήσω. Έπιασα με αγωνία τα ρούχα μου, τα μαλλιά μου. Ετοιμάστηκα να μπήξω μια φωνή. Και μου φαίνεται πως κράτησα την ανάσα μου να φωνάξω. Και πως φώναξα. Μα η φωνή που βγήκε δεν ήταν διόλου δική μου και διόλου αντρική. 
- Ήρτες πια; έλεγ' η φωνή. Ήρτες πια; Τζελή...Τζελή μου...Ήρτες;
Κι η Χρυσώ, με λαχτάρα , με τινάγματα, με αναφιλητά και γέλια έπεσ' απάνω μου και μου τύλιξε τη μέση και κύλησε στα γόνατά μου...Αιστάνθηκα το χέρι μου να το καίνε κάτι φιλιά και δάκρυα...Και μαζί κάτι χέρια κοκαλωμένα και κρύα σαν το μάρμαρο να με σφίγγουνε σαν ατσαλένιες αρπάγες.
Πάγωνα...("Τζελή...Τζελή μου..." έκραζε ακόμη η φωνή εκεί κάτω στα πόδια μου).
Ξάφνου ο τρόμος μ' έκανε δυνατό. Με δυο σκληρές κλωτσιές ξελευτερώνω τα πόδια και ξεχύνομαι με ποδοβολητά κατά τις σκάλες. Οι πόρτες και τ' αγκωνάρια με πετροβολούσαν. Ο αέρας πήγαινε να ξεθεμελιώσει το χωριό. Τσίγκοι και λιθάρια και θυρόφυλλα με κυνηγούσαν σαν τον αφορισμένο. Και μέσα σ' αυτόν το χαλασμό τα σπαραγμένα ξεφωνητά της Χρυσώς: " Τζελή...Τζελή...Τζελήήήή!..." Της Χρυσώς που τώρα πια τρελάθηκε...


Μενέλαος Λουντέμης , Τα πλοία δεν άραξαν , διηγήματα, Δωρικός, έκδοση 4η.

"Ο Λουντέμης είναι μοναδικό φαινόμενο αυτοδίδακτου και αυτοδημιούργητου συγγραφέα στα Γράμματά μας. Προικισμένος με γνήσιο πολύπλευρο ταλέντο και με μεγάλη, ακαταμάχητη θέληση, κατόρθωσε, όσο κανείς άλλος, να κατανικήσει τα εμπόδια και τα χτυπήματα της αχάριστης ζωής του και ν' αναδειχθεί έξοχος συγγραφέας απ' την πρώτη κιόλας εμφάνισή του.
Ποιητής και πεζογράφος, που η πρόζα του αστράφτει από δύναμη εκφραστική και ποιητική πνοή απαρομοίαστη μοναδικής πρωτοτυπίας και αναπτύσσεται σε λόγο αδρό, πλούσιο , γοργό και παραστατικό μ' ένα αφηγηματικό δαιμόνιο που συναρπάζει , ζωντανεμένο από διαλόγους που αποκαλύπτουν την ψυχή των ηρώων του και διαγράφουν αληθινούς τύπους, παρμένους απ' τη ζωή.

Με το πρώτο του κιόλας βιβλίο, τη συλλογή διηγημάτων " Τα πλοία δεν άραξαν", που με την εμφάνισή τους χάρισαν στο συγγραφέα τους το Α' Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας (1938), ο Μενέλαος Λουντέμης μπαίνει πρωτότυπα και δυναμικά στο χώρο της πεζογραφίας, φέρνοντας μαζί του μια καινούργια και πολύπτυχη θεματική και αφηγηματική πνοή. Περιπλανιέται στα πεζοδρόμια και στα καταγώγια της αστικής ζωής, τρυπώνει μέσα στις πολύβουες φλέβες της, ψάχνει μέσα στην πιο πνιχτική σκόνη , μέσα στο πιο μολυσμένο βούρκο, ανακαλύπτοντας ανθρώπους περιθωριακούς, κολασμένους και τυραννισμένους, που ωστόσο κάπου μέσα τους σιγοκαίει ακόμα μια κάποια φλόγα ελπίδας" ( από το οπισθόφυλλο)

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2015

Μ. Λουντέμης: «Οι λύκοι ανεβαίνουν στον ουρανό»

 Επιμέλεια: ofisofi //atexnos

Ήταν ήσυχα και τούτη τη βραδιά εδώ στην ταράτσα. Κάπου η πόλη βούιζε πνιχτά. Από καιρό σε καιρό μια κραυγή ανέβαινε ψηλά, ζυγιζότανε τρέμοντας στο κενό και ξανάπεφτε νεκρή. Από πάνω έβρεχε ψιλό φως ο γαλαξίας. Στις βαθιές σπηλιές του βράχου κούρνιαζαν λουφαγμένα τα πουλιά, και πάνω του ο Παρθενώνας λεύκαζε σαν κρύος σκελετός.
Η Ρηνούλα ακούμπησε στο πεζούλι να ξανασαίνει. Είχαν λυθεί οι αρμοί της με το πηγαινέλα , απ’ τη νύχτα ως την άλλη τη νύχτα. Το σπίτι ήταν θεόρατο, κουρασμένο, τραβηγμένο παράμερα απ’ τ’ άλλα μες στην καρδιά του Λυκαβηττού. Μόνο τούτο το καλοκαίρι ξεθάρεψε να το ζυγώσει ένα άλλο αρματωμένο ακόμη απ’ τις σκαλωσιές.
Η Ρηνούλα τριγύριζε μέσα στο άδειο σπίτι σαν παιδί χαμένο μέσα στο Παραμύθι. Βίζιτες δεν περνούσαν στο κατώφλι. Η κυρία το μεταχειριζότανε σαν ξενοδοχείο. Και μοναχά ο κύριος κλεινόταν τα βράδια στο σαλόνι με κάτι φίλους του και χαρτοπαίζανε…χαρτοπαίζανε ασταμάτητα, ώσπου να χλομιάσουν τα τζάμια απ’ το πρώτο φέγγος της αυγής.
Ήταν πολλές οι δουλειές σε κείνο το σπίτι, πολύ το κοψομέσιασμα` κι’ η ψυχή της Ρηνούλας  μ ι ά. Αυτή θα το κουμαντάριζε, αυτή θα το συγύριζε. Θα το κανάκευε σαν το μικρό παιδί τα κουκλοπάνια του. Το είχε κιόλας αγαπήσει – ίσως γιατί κανείς άλλος δεν το πρόσεχε. Τόχε έτσι σα φιλενάδα, σαν εκκλησίτσα που της έκανε τάμα τον εαυτό της. Και πώς να μην τ’ αγαπά ύστερα από τόσο ιδρό και τόσο κλάμα πούχυσε μες στις άδειες κάμαρές του; Πηγαινορχότανε σα μικρή σαΐτα στον αργαλειό, πέρα – δώθε, πέρα – δώθε…Έμπαινε στις κάμαρες, κύλαγε στην κουζίνα, πρόβαλε στο μπαλκόνι…Κι ‘ανεβοκατέβαινε τη σπειρωτή του σκάλα, σαν μερμηγκάκι στο βότσαλο. Το βράδυ ήταν ένα μικρό λείψανο` κι ανέβαινε στον ουρανό της, στο λευκό καμαράκι της ταράτσας, να πεθάνει. Μα ούτε κι’ αυτό της ήταν βολετό. Ο κύριος είχε τα ξενύχτια του κάτου. Στρωνότανε αντικριστά με κάτι φίλους του στο τραπέζι και τον έπαιρνε μαζί τους η αυγή. Είχαν κι’ αυτοί το ίδιο κόψιμο. Βραχνοί, μυρωδάτοι κι’ αμίλητοι. Βρικολάκιαζαν όλη τη νύχτα σαν κριματισμένοι. Είχαν βαθιές ολονυχτίες μπροστά στους Ρηγάδες και στις Ντάμες σαν τους θρήσκους μπροστά στα κονίσματα…Και τα θυμιάτιζαν, τα θυμιάτιζαν με τα τσιγάρα τους, ως το πρωί.
Ένεκα που οι κύριοι ήταν αργοσάλευτοι, ένεκα που το χαρτί τούς ζάλιζε, δεν άπλωναν το χέρι τους ούτε στο τόσο. Κι’ έπρεπε να ξενυχτάει κάπου γύρω τους η Ρηνιώ και νάχει τ’ αφτιά της έτοιμα, μην την κράξουνε με το κουδούνι, πότε για πιοτά και πότε για τσιγάρα. Το κουδουνάκι του κυρίου την ξετρύπωνε όπου κι’ αν πήγαινε να σταθεί, ακόμα και στον ουρανό της. Παντού είχαν κρεμασμένο κι’ απόνα στριγγλιάρικο κουδούνι που την έκραζε με τόνομά της.
Μα τώρα μπορούσε να ξανασάνει για καμιά ώρα. Τους τάχε όλα στα χέρια τους. Μπορούσε ν’ ακουμπήσει στο πρεβάζι και ν’ ακούσει την ανάσα της Αθήνας. Να δώσει το νέο της πρόσωπο να της το χαϊδέψει ο Σαρωνικός. Ν’ αναθυμηθεί τα πάθια της. Τους δικούς όλους στο χώμα. Το ξεριζωμένο βιός τους, που τους τόκαψε όλο η φωτιά και τα τουφέκια.
Στάθηκε βαριά η ζέστη σήμερα. Πνιγούρα. Κι’  ο ήλιος δάγκανε σα σκύλος. Δίπλα στο γιαπί, βούιζαν ολημερίς οι χτιστάδες και τα μαστορόπουλα, ανεβοκατεβαίνοντας τις σκαλωσιές, με λάσπες και μπετά. Έχτιζαν κι’ άλλη σπιταρόνα, στερέωναν κι’ άλλη σπειρωτή σκάλα, για να την ανεβαίνουν και να λαχανιάζουνε κι’ άλλα κουρασμένα ποδαράκια.
Τα βράδια καναδυό χτίστες ξενυχτέρευαν εκεί για να γλιτώσουνε τα ναύλα – έμεναν έεεε…στην άκρη του κόσμου, στην Κοκκινιά – και στρώνουνταν κάτου απ’ τ’ άστρα και κουβέντιαζαν ήσυχα ήσυχα  και λυπημένα. Είχαν να λένε τα δικά τους. Για το ξεροφάι , τη σφίξη, την αναδουλειά. Έκοβαν από δω, μερεμέτιζαν από κει…το μεροκάματο μικρό, δεν τάφερναν βόλτα. Προχτές – λέει – η κερά του ενός, του Γιάννη, έπεσε. « Έχει όγκος», είπαν οι γιατροί. Ανεβοκατέβα, Γιάννη, τις ξένες σκάλες, παρακάλα, βρίσε…τέλος. Έσωσε και τη βάλανε στο « Πολιτικό». Μα τα μωρά γύριζαν στο μαχαλά σαν τα κουτάβια, ώσπου τα συμμάζεψε μια γειτόνισσα. Ερημιές…
Ήταν μετρημένοι άνθρωποι. Ρουφούσαν το βράδυ τα τσιγάρα τους και μελετούσαν τα καθέκαστα του κόσμου. Γιατί τούτο είν’ έτσι και γιατί κείνο αλλιώς. Ποιο είναι το πρεπούμενο και ποιο το άδικο.
Τ’ άκουγε η Ρηνούλα απ’ την ταράτσα της και συφώναγε μαζί τους. « Ναι» έλεγ’ από μέσα της. « Ναι, ναι…κι’ αμ’ πώς!»…Είχαν δίκιο κείνες οι φωνές – φωνές μοναχά ήταν, σουσούμια δεν έβλεπε. Μια φορά όμως ό,τι και να πεις, οι φωνές ήταν γλυκιές, κι η Ρηνούλα έλεγε μέσα της : π α τ ε ρ ά δ ε ς…
« Έγερνε , έτσι, το κεφαλάκι της κι’ ήταν σα ν’ ακουμπάει στα γόνατα κάποιου απ’ αυτούς με τις φωνές – κεινού που είχε την πιο βραχνή.
Το εξώφυλλο της δεύτερης έκδοσης (1965)
Το εξώφυλλο της δεύτερης έκδοσης (1965)
Ήταν ήσυχα, λοιπόν, πολύ ήσυχα και τούτη τη βραδιά εδώ πάνου στην ταράτσα. Η Ειρήνη είχε σιγουρέψει κάτου τις δουλειές της, κι’ ήρθε κι’ ακούμπησε τους αγκώνες στο πεζούλι, και περίμενε ν’ ανέβει η δροσιά.
Αντίκρυ στο γιαπί είχαν κι’ απόψε αϋπνίες. Οι μιλιές τους σιγανές έσκιζαν τα δυό μέτρα που τη χώριζαν κι’ έφταναν καθαρές στον ουρανό της. Έβαλε αφτί. Τρεις φωτιές ζυγωμένες η μια στην άλλη, μιλούσαν ήσυχα και μυαλωμένα.
– Εγώ, έλεγ’ η μεσιανή φωτιά – ό,τι θέλεις εσύ πες. Καιρό το πασπατεύω στο μυαλό μου. Οι μανάδες…Τέλεψε. Αν οι μανάδες σηκώσουνε φωνή, δεν έχει πόλεμο.
– Και γιατί όχι κι’ οι πατεράδες; αποκρίνεται η δεύτερη φωτιά. Γιατί όχι κι’ οι γυναίκες; κι’ οι αδερφές; Στο χέρι των φτωχών είναι.
– Έτσι είναι…έτσι. Πρέπει να συφωνήσεις, Γιάννη, λέει σκύβοντας η μεσιανή φωτιά.
– Ναι…δε λέω όχι…κάνει η Τρίτη φωτιά. Μα να λέμε πάλε και την αλήθεια; Πότε ο φτωχός πήγε σύμφωνα με το συφέρο του;
– Ναι…ναι, Γιάννη…αποσώνει η δεύτερη.

Μα ο Γιάννης έσβησε. Πέρασαν έτσι λίγα λεπτά αμίλητα. Τώρα απόμεναν μόνες οι δυο φωτιές, να κλείνουν η μια στην άλλη το ματάκι.
– Λοιπόν…λέει ξαφνικά η τρίτη φωτιά και ξανανάβει.
Μα η Ρηνούλα δεν πρόφτασε ν’ ακούσει τη συνέχεια. Το κουδουνάκι την έκραξε νευριασμένο. Άφησε λυπημένη την ταράτσα της και κατέβηκε.
Μα παράξενο…Οι κύριοι δεν έπαιζαν τούτη τη φορά, κι’ είχαν και λιγοστέψει. Η Ρηνούλα έδωσε λίγο αφτί. Την ίδια κουβέντα είχαν και κείνοι. Τι παράξενο. Γιατί μιλούν όλο γι’ αυτό; Π ό λ ε μ ο ς; Αχ το ήξερε τι ήταν ! Ρημάδι ήταν κι΄ αυτή. Αποκαϊδάκι του πολέμου. Την ώρα που δρασκέλιζε το κατώφλι πρόφτασε ν’ ακούσει τα λόγια τους. Μιλούσε ένας παχύς με σκοτωμένα κρέατα, φορτωμένος δακτυλίδια. Τον θυμόταν κι’ απ’ άλλες βραδιές. Είχε κάτι φουσκωμένα τριχωτά αφτιά και βλέφαρα μουντά και πεσμένα. Τον αντίσκοβε ο κύριος με τη συνηθισμένη του υγρή προφορά χτυπώντας δυνατά τα σύμφωνα. Τέλος απόσωσε ο άλλος:
– Εν πάση περιπτώσει….Κι’ όπως και να το κάνεις…μέχρις ότου βρεθεί κάτι άλλο καλύτερο, ο πόλεμος είναι η μόνη δυνατή λύσις.
Η Ρηνούλα τον κοίταξε γουρλωμένη. « Τέτοιος είναι ο πόλεμος!» έκανε μέσα της.
Προχώρησε δειλά μέσα και στάθηκε αντίκρυ τους.
– Ειρήνη, έκανε ο κύριος οκνά, μα δεν προχώρησε. Το μάτι του ξεχάστηκε πάνω στο μπουστάκι της και βάλθηκε να το ψαχουλεύει. Ένα χρόνο που την είχε στο σπίτι του, παραδομένος στα χαρτιά, δεν είχε πάρει τον κόπο να την προσέξει. Το ίδιο έκαναν κι’ οι άλλοι. Βουλιαγμένοι στις πολυθρόνες τους άρχισαν να την κοιτάζουν ρεμβά. Πρώτη φορά την πρόσεξαν. Κάτω απ’ το λινό της ρούχο είχε αρχίσει ν’ ανθίζει.
– Τι να φέρω; ρωτά για να ξεγαντζώσει από πάνω της τα μάτια του;
– Φέρε…λέει ο κύριος, πάντα ξεχασμένος απάνω της. Η φωνή του δεν κυλούσε, στέγνωσε. Γάντζωσε στο καρύδι του κι’ έπεσε πίσω.
– Τι;
– Φέρε…ψήσε τρία μπιφτέκια. Κατόπι…Κατέβα στο υπόγειο. Δεξιά είναι οι μποτίλιες. Ή μάλλον…στάσου να πάμε μαζί.
– Ξέρω! είπε ξαφνιασμένο το Ρηνάκι. Πάω γω. Ξέρω!

Και τινάχτηκε λαφιασμένη έξω. Πριν βγει πρόφτασε να δει τα μάτια τους να τρέχουν σα λιμασμένα νύχια πάνω στην άδετη σάρκα της, κι’ ανατρίχιασε. Πώς να γλυτώσει ένα μοναχό απροστάτευτο άχερο ζωσμένο από τόση αχόρταγη φωτιά;
Όσην ώρα δούλευε άκουε πίσω της τις σκεπασμένες μιλιές. Πήγε αυτά που της ζήτησαν και τινάχτηκε αμέσως έξω. Είχε προφτάσει μονάχα να δει με την άκρη του ματιού της ότι ρίχτηκαν με δίψα στο κρασί. Στην κουζίνα πάλεψε να καταλαγιάσει την καρδιά της, και κάτι άρχισε να καταφέρνει. Μα σε λιγάκι το κουδούνι κύλησε σα φίδι και την ξανακάλεσε.
Με την πρώτη ματιά που έριξε μέσα κατάλαβε. Ο αέρας μύριζε βαριά λαγνεία. Άρρωστη βουλιμία έπνιγε το δωμάτιο. Η ετοιμόρροπη σάρκα ετοιμαζότανε να επιτεθεί, σαν τη σφήκα που δαγκάνει και ψοφώντας.
– Ρηνούλα…είπε πνιχτά ο κύριος.
Πρώτη φορά άκουσε τ’ όνομά της χαϊδευτικά μέσα σ’ αυτό το σπίτι.
– Ρηνούλα…ξανάκανε ο κύριος κι’ η φωνή του έτρεμε να λιώσει.
– Τι είναι κύριε;…λέει κρυώνοντας.
– Ρηνούλα…κάνουν τώρα όλοι. Ρηνούλα…έλα να κάτσεις κοντά μας. Έλα Ρηνούλα…εδώ.

Η φωνή τους ήταν τρυφερή, γιομάτη θέρμη κι’ ανυπομονησία. Ο παχύς με το κόκκινο μάτι έσυρε το βλέμμα του κατά την πόρτα. « Θα την κλείσουν!» σκέφτηκε η Ρηνούλα και ρίχτηκε αλαφιασμένη πίσω.
– Όχι ! λέει και βρέθηκε στο κατώφλι.
Από κει τους κοίταξε για τελευταία φορά. Ήταν σαν ερεθισμένοι βούβαλοι που βγαίνουν από βούρκο. Της φάνηκε πως σηκώθηκαν ορθοί, με τα πιασμένα τους λαιμά, και πως χίμηξαν απάνω στο λίγο της κορμάκι βρωμώντας αίμα και πόθο βαρύ. Ήταν όλο δόντια. Μάτια. Και καπνό.
– Οι λύκοι! Έκανε να ξεφωνίσει.
Και ξύπνησαν μέσα της οι χειμωνιάτικες ιστορίες του παππούλη, για τους λύκους, που χιμούσαν στα κοπάδια τους και τάκοβαν…Για τ’ αλαλητά των αρνιών μεσ’ στο πούσι…και για τα αίματα.
Τρελή έπεσε έξω, έτρεξε στο διάδρομο, και μπήκε παραζαλισμένη στην κουζίνα. Από κει άρχιζε η σπειρωτή σκάλα. Δεν υπήρχε άλλος δρόμος. Τα λιγνά της πόδια τρέχουν, κροτούν στα σιδερένια σκαλιά. Και φτάνει στον ουρανό της. Ακούμπησε στο πεζούλι κι’ έπιασε την καρδιά της. Κοντανάσαινε κιόλα σαν τρομαγμένο βετούλι. Έβαλε αφτί κατά το γιαπί. Και ξάφνου χλιαρή άχνα χύθηκε στην ψυχή της. Οι εργάτες συνέχιζαν την ειρηνική τους κουβέντα. Αυτοί θα την έσωζαν…Μα πώς να τους το πει; Και η ώρα δεν την έπαιρνε. Σε λιγάκι, σε μια στιγμή, οι λύκοι θ’ ανέβαιναν και στον ουρανό της. Να λεκιάσουν τον κατάλευκο κόσμο της, να βρωμίσουν την ανέγγιχτη μοσκοβολιά του.
Με δειλή, γοργοτρέμουλη φωνούλα, σίμωσε στο πεζούλι. Ετοιμάστηκε να φωνάξει, μα ντράπηκε κι’ έβηξε. Ο βήχας όμως την ξεθάρρεψε κι’ έκανε να ξαναδοκιμάσει.
– Μπάρμπα…λέει κλαφτά…Μπαρμπάδες…πστ…πστ!
Η φοβισμένη φωνή φτάνει απέναντι και τους σταματάει.
Μια φωτίτσα σηκώθηκε κοκκινωπή και προχώρησε ως το περβάζι.
– Τι είναι; ρωτά ανήσυχα. Τι τρέχει εκεί; Ποιος φωνάζει;
– Μπάρμπα…λέει ξανά κλαφτά, φοβάμαι, εδώ…Θα…Με κυνηγούν.
– Ποιος σε φοβερίζει, κόρη μου; Για έλα πιο κοντά να μου το πεις. Τι σου κάνουνε; Ποιοι;

Οι άλλες δυο φωτιές που σώπαιναν παράμερα τώρα σηκώθηκαν. Κίνησαν σαν μικρά φαναράκια κι’ ήρθαν κοντά στην άλλη.
– Τι’ ναι Γιάννη; ρωτά η μια φωτιά την άλλη.
– Το κοριτσάκι απ’ αντίκρυ…αποκρίνεται η πρώτη φωτιά. Κάποιοι κάτι του κάνουν…κάτι το πιλατεύουν.

Η φωνή του κοριτσιού ξανασύρθηκε απ’ αντίκρυ τώρα σπαραχτικότερη.
– Σώστε με, μπαρμπάδες…Σώστε με…Σώστε με….γλήγορα!
Οι τρεις φωτιές τινάχτηκαν ψηλά σαν κόκκινα φεσάκια σε διαδήλωση. Ύστερα ένα μαδέρι βρόντηξε. Κάτι ακούστηκε να σέρνουν ορμητικά. Το μαδέρι ήρθε κι’ έστησε πλώρη αντίκρυ της κι’ αμέσως μετά – μ’ ένα έι – χοπ! – τόστειλαν να γεφυρώσει τα δυό δώματα.
-Έλα …πούσαι; ακούστηκε η μαλακιά φωνή του Γιάννη. Μικρό…πούσαι παιδί μου;
– Εδώ μπάρμπα…λέει κλαμένη η φωνούλα.
– Πάτα!

Το Ρηνάκι ζυγιάστηκε. Πάτησε. Μα ξανάκανε πίσω.
– Κρατάμε μείς. Πάτα.
Πάτησε. Ένα σκοτάδι έγινε μεσ’ στην ψυχή της. Τα μάτια της έκλεισαν. Έσφιξε τις μικρές της γροθιές κι’ έκανε το μεγάλο δρόμο.
Σ’ ένα λεπτό, μισοπεθαμένη, ήταν στα χέρια τους. Τη δέχτηκαν κείνοι σαν πουλί, σα σπλάχνο δικό τους. Σαν ένα μήνυμα τρυφερό και βαρυσήμαντο. Της σκούπισαν απαλά τα μάτια, την καλόπιασαν…
– Πού είμαι; …ρωτούσε κείνη, ακόμα ζαλισμένη.
– Σώπα… Σώπα κόρη μου, της λέει ο μπάρμπα Γιάννης, μη σκας. Σκούπισε τα ματάκια σου και πες μας πώς σε λένε;
– Ειρήνη λέει γοργά το κορίτσι. Σώστε με. Σώστε με…Εκεί…Κείνοι…

Οι εργάτες είχαν καταλάβει.
– Σώπα, Ρηνάκι…λέει ο γέρος τρυφερά. Σώπα, κόρη μου. Τώρα που έπεσες στα χέρια της Αργατιάς, τώρα σώπα Ερηνάκι…Τώρα θα σε γλιτώσουμε…
Lountemis 8

 …και η περιπέτεια του συγγραφέα του
 Βρισκόμαστε στα 1956. Λίγα μόλις χρόνια μετά το τέλος του εμφυλίου με εκατοντάδες αριστερούς και κομμουνιστές στις φυλακές και τις εξορίες. Ο Μενέλαος Λουντέμης ήδη βρίσκεται αρκετά χρόνια στην εξορία (από το 1947 που συνελήφθη)  Ικαρία, Μακρόνησος, Αη – Στράτης ,αλλά εξακολουθεί να γράφει  και να καταγγέλει τις βάναυσες συνθήκες εγκλεισμού και εκτοπισμού, την ανυπαρξία ελευθερίας  και στοιχειώδους δημοκρατίας και να αρνείται να υπογράψει δήλωση. Τα βιβλία  του γίνονται ανάρπαστα.
Στο διήγημα « Οι λύκοι ανεβαίνουν στον ουρανό», που περιέχεται στο βιβλίο Βουρκωμένες μέρες(1953), ο Λουντέμης σκιαγραφεί με μελανά χρώματα τα αφεντικά της Ρηνούλας παρουσιάζοντας τα ως χαρτοπαίκτες, με κτηνώδη συμπεριφορά και ψυχρά συναισθήματα με μόνο ενδιαφέρον την καλοπέρασή τους χωρίς κανένα ηθικό ενδοιασμό.
Η Ρηνούλα είναι αντιπροσωπευτικός τύπος κοριτσιού που ορφάνεψε εξ αιτίας του πολέμου και κατέληξε να δουλεύει υπηρέτρια σε ένα πλούσιο σπίτι. Ήταν συνηθισμένο φαινόμενο τα χρόνια εκείνα τα φτωχά και ορφανά κορίτσια να παραδίνονται σε πλούσια σπίτια με την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής. Τις περισσότερες φορές όμως βρίσκονταν αντιμέτωπα με την κακή μεταχείριση και την εξαντλητική δουλειά. Δεν είναι καθόλου υπερβολή ότι πολλά από αυτά έπεφταν θύματα των σεξουαλικών ορέξεων των αφεντικών τους.
Το μικρό κορίτσι μπροστά στον κίνδυνο βιασμού ζητάει τη βοήθεια των οικοδόμων που δουλεύουν και διανυκτερεύουν στο απέναντι από το σπίτι γιαπί.
«- Σώπα, Ρηνάκι…λέει ο γέρος τρυφερά. Σώπα, κόρη μου. Τώρα που έπεσες στα χέρια της Αργατιάς, τώρα σώπα  Ερηνάκι…Τώρα θα σε γλιτώσουμε…»
 Ο τρόπος που ο Λουντέμης προβάλλει τη συμπεριφορά των πλουσίων και των εργατών – οικοδόμων θεωρήθηκε υπονομευτικός και διχαστικός για την ενότητα του ελληνικού λαού και κατηγορήθηκε ότι καλλιεργεί το μίσος ανάμεσά τους. Οι κατήγοροι υποστήριξαν ότι ο συγγραφέας διαβάλλει την αστική τάξη και ανυψώνει την εργατική  μέσα από τα πρόσωπα του διηγήματος. Οι κατηγορίες επεκτάθηκαν και στα άλλα διηγήματα της συλλογής Βουρκωμένες μέρες με αποτέλεσμα ο Λουντέμης , εξόριστος και άρρωστος, να προσαχθεί σε δίκη με την κατηγορία της αντεθνικής δράσης και της εσχάτης προδοσίας.
Ο Μενέλαος Λουντέμης παραδέχθηκε ότι είναι ένοχος, όχι  όμως για όσα έγραψε για τους φτωχούς και αδικημένους ανθρώπους  αλλά για όσα δεν έγραψε και για τους λόγους που δεν τα έγραψε καθώς ο ίδιος γνώρισε, αγάπησε και μοιράστηκε μαζί τους  χαρές και  πίκρες , ταυτίστηκε με αυτούς και ήταν οι μόνοι που βρέθηκαν δίπλα του στις δύσκολες ώρες.
Χαρακτηριστική του αντικομμουνιστικού κλίματος , των αυθαιρεσιών, των προκατασκευασμένων κατηγοριών , του φανατισμού υπήρξε η αγόρευση του Εισαγγελέα που πρότεινε να κατασχεθεί και να καταστραφεί το βιβλίο Βουρκωμένες μέρες και ο Λουντέμης να καταδικασθεί σε θάνατο!. Δείγμα μιας εποχής που η ανθρώπινη ζωή στηνόταν πολύ εύκολα και για ασήμαντη αφορμή στον τοίχο.
Η γελοία κατηγορία εξουδετερώθηκε από  μια ακόμα πιο γελοία απόφαση. Αθωώθηκε ο συγγραφέας χωρίς όμως να αφεθεί ελεύθερος αλλά καταδικάστηκε το βιβλίο διότι περιείχε « αδίκους αιτιάσεις κατά του κρατούντος κοινωνικού καθεστώτος» και διατάχθηκε η δήμευση των αντιτύπων που είχαν κατασχεθεί.
Τρεις μήνες αργότερα με νέα δίκη αθωώθηκε και το βιβλίο « Βουρκωμένες μέρες» .
Στη Σινάια με τον Στάθη Δρομάζο τη δεκαετία του 1960 
Στη Σινάια με τον Στάθη Δρομάζο τη δεκαετία του 1960

1. Το διήγημα είναι το πρώτο από τη συλλογή διηγημάτων του Μενέλαου Λουντέμη ,Βουρκωμένες μέρες, εκδόσεις Δωρικός, Αθήνα 1977, 9η έκδοση
2. Οι πληροφορίες για τη δίκη αντλήθηκαν από το βιβλίο του Λάμπρου Ζιώγα, Η δίκη του Μενέλαου Λουντέμη, εκδόσεις « Ολυμπία» Κ. Στρουμπούκη (αχρονολόγητο)