Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Καρυωτάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Καρυωτάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2017

Τί καλά που ’ναι στο σπίτι μας τώρα που όξω πέφτει χιόνι!


Χιόνι

Τί καλά που ’ναι στο σπίτι μας
τώρα που όξω πέφτει χιόνι!
Το μπερντέ παραμερίζοντας,
τ’ άσπρο βλέπω εκεί σεντόνι

να σκεπάζει όλα τα πράματα:
δρόμους, σπίτια, δένδρα, φύλλα.
Πόσο βλέπω μ’ ευχαρίστηση
μαζεμένη τόση ασπρίλα!
Όμως κάτου, τουρτουρίζοντας

το κορίτσι εκείνο τρέχει.
Τώρα στάθηκε στην πόρτα μας.
Ψωμί λέγει πως δεν έχει,
πως κρυώνει, πως επάγωσε…
«Έλα μέσα, κοριτσάκι.

Το τραπέζι μας εστρώθηκε
κι αναμμένο είναι το τζάκι.»

Κώστας Καρυωτάκης [ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ, 1919 ‒ 1922]


Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2016

Στο Άγαλμα της Ελευθερίας που φωτίζει τον κόσμο


Λευτεριά, Λευτεριά, σχίζει, δαγκάνει
τους ουρανούς το στέμμα σου. Το φως σου,
χωρίς να καίει, τυφλώνει το λαό σου.
Πεταλούδες χρυσές οι Αμερικάνοι,

λογαριάζουν πόσα δολάρια κάνει
σήμερα το υπερούσιο μέταλλό σου.
Λευτεριά, Λευτεριά, θα σ’ αγοράσουν
έμποροι και κονσόρτσια κι εβραίοι.
Είναι πολλά του αιώνος μας τα χρέη,

πολλές οι αμαρτίες, που θα διαβάσουν
οι γενεές, όταν σε παρομοιάσουν
με το πορτρέτο του Dorian Gray.
Λευτεριά, Λευτεριά, σε νοσταλγούνε,
μακρινά δάση, ρημαγμένοι κήποι,

όσοι άνθρωποι προσδέχονται τη λύπη
σαν έπαθλο του αγώνος, και μοχθούνε,
και τη ζωή τους εξακολουθούνε,
νεκροί που η καθιέρωσις τους λείπει.

             Κώστας Καρυωτάκης ( Ελεγεία και Σάτιρες, 1927)


Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2014

Τί νὰ σοῦ πῶ, φθινόπωρο...



Τί νὰ σοῦ πῶ, φθινόπωρο, ποὺ πνέεις ἀπὸ τὰ φῶτα
τῆς πολιτείας καὶ φτάνεις ὡς τὰ νέφη τ᾿ οὐρανοῦ;
Ὕμνοι, σύμβολα, ποιητικές, ὅλα γνωστὰ ἀπὸ πρῶτα,
φυλλορροοῦν στὴν κόμη σου τὰ ψυχρὰ ἄνθη τοῦ νοῦ.
Γίγας, αὐτοκρατορικὸ φάσμα, καθὼς προβαίνεις
στὸ δρόμο τῆς πικρίας καὶ τῆς περισυλλογῆς,
ἀστέρια μὲ τὸ πρόσωπο, μὲ τῆς χρυσῆς σου χλαίνης
τὸ κράσπεδο σαρώνοντας τὰ φύλλα καταγῆς,
εἶσαι ὁ ἄγγελος τῆς φθορᾶς, ὁ κύριος τοῦ θανάτου,
ὁ ἴσκιος πού, σὲ μεγάλα βήματα· φανταστικά,
χτυπώντας ἀργὰ κάποτε στοὺς ὤμους τὰ φτερά του,
γράφει πρὸς τοὺς ὁρίζοντες ἐρωτηματικά...
Ἐνοσταλγοῦσα, ριγηλὸ φθινόπωρο, τὶς ὧρες,
τὰ δέντρα αὐτὰ τοῦ δάσους, τὴν ἔρημη προτομή.
Κι ὅπως πέφτουνε τὰ κλαδιὰ στὸ ὑγρὸ χῶμα οἱ ὀπῶρες,
ᾖρθα νὰ ἐγκαταλειφθῶ στὴν ἱερή σου ὁρμή.

Κώστας Καρυωτάκης, Ελεγεία και  Σάτιρες


Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

Κ.Γ.Καρυωτάκης , Ένας πρακτικός θάνατος

Κ.Γ. Κα­ρυ­ω­τά­κης

Ἕ­νας πρα­κτι­κὸς θά­να­τος


ΕΝ ΞΕΡΩ τί φο­ροῦ­σε στὸ κε­φά­λι. Τὰ ροῦ­χα της δὲν εἶ­χαν οὔ­τε σχῆ­μα οὔ­τε χρῶ­μα. Ἐμ­πῆ­κε στὸ γρα­φεῖ­ο κρα­τών­τας στὴν ἀγ­κα­λιὰ δυ­ὸ παι­διὰ καὶ σέρ­νον­τας τέσ­σε­ρα. Ἄλ­λο τρα­βοῦ­σε τὸ φου­στά­νι της, ἄλ­λο τὰ μαλ­λιά της. Ἕ­να ἀ­γό­ρι ὣς τρι­ῶν χρο­νῶν ἔ­τρε­με μὲ κά­τι πα­ρά­ξε­να ἀ­να­φι­λη­τά, χω­ρὶς νὰ κλαί­ει. Ὅ­λα μα­ζὶ —φρι­χτὴ συμ­φω­νί­α— ἐκοί­τα­ζαν τὴ μη­τέ­ρα τους ὅ­πως οἱ μου­σι­κοὶ τὸ μα­έ­στρο. Αὐ­τὴ ὅ­μως εἶ­χε ξε­χά­σει τὴν παρ­τι­τού­ρα της σ’ ἕ­να κομ­ψὸ γρα­φειά­κι ἀ­πὸ acajou.
       Στά­θη­κε μπρο­στά μας μὲ ὀρ­θά­νοι­χτα μά­τια. Κά­τι σὰν ψεύ­τι­κο γέ­λιο, μιὰ γκρι­μά­τσα οἴ­κτου πρὸς τὸν ἑ­αυ­τό της, ἐ­ξη­γοῦ­σε τὰ λό­για της. Ἦ­ταν Ἀρ­μέ­νισ­σα. Ὁ ἄν­τρας της ἐ­πέ­θα­νε σ’ ἕ­να χω­ριό, κι ἦρ­θε ἀ­πὸ κεῖ ζη­τών­τας ψω­μὶ γιὰ τὰ παι­διά της. Τώ­ρα πα­ρα­κα­λοῦ­σε νὰ στε­γα­σθεῖ. Κά­ποι­ος ποὺ ἤ­ξε­ρε τὴ γλώσ­σα της τῆς εἶ­πε ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χε που­θε­νὰ θέ­σις. Καὶ κα­θὼς δὲν ἤ­θε­λε νὰ κα­τα­λά­βει, τὴν ἔ­βγα­λαν ἔ­ξω στὸ δι­ά­δρο­μο. Ἔ­μει­νε ξα­πλω­μέ­νη μὲ τὰ παι­διά της ὣς τὸ με­ση­μέ­ρι. Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα, ἡ ἴ­δια ἱ­στο­ρί­α. Ἦρ­θε πολ­λὲς φο­ρὲς ἀ­κό­μη.
       Ἐ­πι­τέ­λους τὴν ἔ­ρι­ξαν σὲ μιὰ ἀ­πο­θή­κη. Τριά­ντα οἰ­κο­γέ­νει­ες προ­σφύ­γων ποὺ ἔ­με­ναν ἐ­κει­μέ­σα εἶ­χαν χω­ρί­σει τὰ νοι­κο­κυ­ριά τους πρό­χει­ρα, μὲ φαν­τα­στι­κοὺς τοί­χους. Μπό­γοι, κα­σέ­λες, κου­βέρ­τες ἁπλω­μέ­νες, ξύ­λα βαλ­μέ­να στὴ γραμ­μή, ἐ­σχη­μά­τι­ζαν τε­τρά­γω­να, τὰ μα­χη­τι­κὰ τε­τρά­γω­να τῆς τε­λευ­ταί­ας ἀ­μύ­νης. Σ’ αὐ­τὲς τὶς φω­λι­ὲς ἀ­κι­νη­τοῦ­σαν ἢ ἐ­σά­λευ­αν πέν­θι­μα σκι­ὲς ἀν­θρώ­πων. Τρεῖς-τρεῖς, πέν­τε-πέν­τε, σκορ­πι­σμέ­νοι ἀ­νά­με­σα σὲ ρυ­πα­ρὰ ροῦ­χα καὶ ὑ­πο­λείμ­μα­τα ἐ­πί­πλων, ἦ­ταν σὰ νὰ ψι­θύ­ρι­ζαν πα­ρα­μύ­θια ἢ νὰ προ­σπα­θοῦ­σαν σι­γὰ ν’ ἀ­πο­τι­νά­ξουν τὸ σκο­τά­δι.
       Τώ­ρα ἡ ἀ­πο­θή­κη φω­τί­ζε­ται ἀ­πὸ ἕ­να κε­ρί. Κά­ποι­ο δέ­μα τυ­λιγ­μέ­νο μὲ κα­θα­ρὸ ἄ­σπρο πα­νὶ ἔ­χει το­πο­θε­τη­θεῖ προ­σε­κτι­κά, κά­θε­τα πρὸς τὸν τοῖ­χο, χά­μου. Εἶ­ναι τὸ μι­κρό­τε­ρο ἀ­πὸ τὰ ἕ­ξι παι­διά τῆς Ἀρ­μέ­νισ­σας, ποὺ πέ­θα­νε λί­γες ὧ­ρες με­τὰ τὴν ἐγ­κα­τά­στα­σή τους. Τ’ ἀδέλ­φια του παί­ζουν ἔ­ξω στὸν ἥ­λιο. Ἡ μη­τέ­ρα, ξα­λα­φρω­μέ­νη, πα­ρα­στέ­κει γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ τὸ μω­ρό της. Οἱ ἄλ­λες γυ­ναῖ­κες τὴ μα­κα­ρί­ζουν, για­τὶ θὰ μπο­ρέ­σει ἀ­πὸ αὔ­ριο νὰ πιά­σει δου­λειά. Εἶ­ναι σχε­δὸν εὐ­τυ­χής. Καί ὁ νε­κρὸς ἀ­κό­μη πε­ρι­μέ­νει μὲ τό­ση ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια…