Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οδυσσέας Ελύτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οδυσσέας Ελύτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 18 Ιουνίου 2021

Το τριζόνι



Κοιμήθηκα κοιμήθηκα
    στου γιασεμιού την ευωδιά
Στων φύλλων το μουρμουρητό
    στων άστρων τον χρυσό γιαλό

Οι άνθρωποι μ' αρνήθηκαν
    κανείς δε μου σιμώνει
Μόνο μου κάνει συντροφιά
    της νύχτας το τριζόνι:

-Έννοια σου λέει έννοια σου
    κι εγώ είμαι δω κοντά σου
Για συντροφιά στην έγνοια σου
    και για παρηγοριά σου

Τρι και τρι τρι και τρι
    τι πικρή που 'ναι η ζωή
Τι γλυκιά και τι πικρή
    τρι και τρι και τρι και τρι

Κοιμήθηκα κοιμήθηκα
    στων Αρχαγγέλων τη σκιά
Στην ερημιά του φεγγαριού
    στο κυματάκι του γιαλού

Τι να 'φταιξα της μοίρας μου
    κι έτσι με φαρμακώνει
Μονάχα μου αποκρίνεται
    της νύχτας το τριζόνι:

-Είμαι μικρό πολύ μικρό
    μα 'ναι ο Θεός μεγάλος
Αυτό ποτέ δε θα σ' το πω
    μήτε κανένας άλλος

Τρι και τρι τρι και τρι
    τι πικρή που 'ναι η ζωή
Τι γλυκιά και τι πικρή
    τρι και τρι και τρι και τρι.

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης 
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεία: Ντόρα Γιαννακοπούλου
Δίσκος: Μικρές Κυκλάδες 

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2020

Γεια σας τι κάνετε; Καλά;

Η Πούλια πόχει εφτά παιδιά
μέσ’ απ’ τους ουρανούς περνά.
Κάποτε λίγο σταματά
στο φτωχικό μου και κοιτά.

Γεια σας τι κάνετε; Καλά;
Καλά. Πώς είναι τα παιδιά;
Τι να σας πω εκεί ψηλά τα
τρώει τ’ αγιάζι κι η ερημιά.

Γι αυτό πικραίνεσαι κυρά, 
δε μου τα φέρνεις εδωνά;
Ευχαριστώ μα `ναι πολλά
θα σου τη φάνε τη σοδειά.

Δώσε μου καν την πιο μικρή
τη Μάγια την αστραφτερή.
Πάρ’ την κι έχε λοιπόν στο νου
πως θά `σαι ο άντρας τ’ ουρανού.

Είπε, και πριν βγάλω μιλιά
μου την καρφώνει στα μαλλιά

Λάμπουνε γύρω τα βουνά, 
τα χέρια μου βγάνουν φωτιά.
Κι η Πούλια πόχει εφτά παιδιά

φεύγει και μ’ αποχαιρετά.

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2019

Το έπος του 1940 στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη




« Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει , να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί από Χειμάρρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σχεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.
Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ’ αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε με στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.
Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδιοι τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία – μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε  δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αεροπλάνα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το’ χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως….» [1]


Η 28η Οκτωβρίου 1940 υπήρξε ένα γεγονός καθοριστικό για την ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη. Ο ίδιος κατατάχθηκε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός στη Διοίκηση του Στρατηγείου Α΄ Σώματος Στρατού. Λίγους μήνες αργότερα , στις 13 Φεβρουαρίου 1941,τον μετέθεσαν στην πρώτη γραμμή .

« Η Αλβανία για τη σωματική μου υπόσταση ήταν μια περιπέτεια αβάσταχτη. Για την ψυχική μου όμως ιστορία είναι μια βαθιά τομή. Λίγοι ξέρουν ότι το κύριο βάρος του πολέμου το σήκωσαν οι ανθυπολοχαγοί και συμβολικά αυτό θέλησα να δείξω, ηρωοποιώντας έναν από αυτούς με το « Άσμα» που έγραψα. Από το άλλο μέρος ο πόλεμος έγινε η αιτία να συνειδητοποιήσω τι είναι ο αγώνας. Ομαδικός πλέον και όχι προσωπικός. Κατάλαβα τι σημαίνει να μάχεσαι ενταγμένος σε μια ομάδα που έχει ορισμένα ιδανικά και μάχεσαι και συ γι’ αυτό» [2]

« Γι’ αυτούς που με φωτιά ή μαχαίρι κίνησαν...

***
Γι’ αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή
Λιώναν το σίδερο, μασούσανε τη γης
Ο Θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο

Κάθε βροντή ένας θάνατος καβάλα στον αέρα
Κάθε βροντή ένας άντρας χαμογελώντας άντικρυ
Στο θάνατο – κι η μοίρα ό,τι θέλει ας πει.

Ξάφνου η στιγμή ξαστόχησε κι ήβρε το θάρρος
Καταμέτωπο πέταξε θρύψαλα μέσ’ στον ήλιο
Κιάλια, τηλέμετρα, όλμοι, κέρωσαν!

Εύκολα σαν χασές που σκίστηκεν ο αγέρας!
Εύκολα σαν πλεμόνια που άνοιξαν οι πέτρες!
Το κράτος κύλησε από την αριστερή μέρια…

Στο χώμα μόνο μια στιγμή ταράχτηκαν οι ρίζες
Ύστερα σκόρπισε ο καπνός κι η μέρα πήε δειλά
Να ξεγελάσει την αντάρα από τα καταχθόνια

Μα η νύχτα ανασηκώθηκε σαν πατημένη oχιά
Μόλις σταμάτησε για λίγο μέσ’ στα δόντια ο θάνατος –
Κι ύστερα χύθηκε μεμιάς ως τα χλωμά του νύχια!

***
Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη
Μ’ ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά
Μ’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στ’ αριστερό του αυτί
Μοιάζει μπαξές που του ‘ φυγαν άξαφνα τα πουλιά
Μοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά
Μοιάζει ρολόι αγγέλου που εσταμάτησε
Μόλις είπανε «γεια παιδιά» τα ματοτσίνορα
Κι η απορία μαρμάρωσε…

Κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη.
Αιώνες μαύροι γύρω του
Αλυχτούν με σκελετούς σκυλιών τη φοβερή σιωπή
Κι οι ώρες που ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες
Ακούν με προσοχή`
Όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκε,
Όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή
Όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή…

***

Έτσι καθώς τινάζεται μέσ’ στη βροχή το δέντρο
Και το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίρα
Κι ένας τρελός δέρνεται με το χιόνι
Και τα δυό μάτια πάνε να δακρύσουν –
Γιατί, ρωτάει ο αιτός, πού’ ναι το παλληκάρι;
Κι όλα τ’ αιτόπουλ’ απορούν πού’ ναι το παλληκάρι!
Γιατί, ρωτάει στενάζοντας η μάνα, πού’ ναι ο γιος μου;
Κι όλες οι μάνες απορούν πού να’ ναι το παιδί!
Γιατί, ρωτάει ο σύντροφος, πού να ‘ ναι ο αδερφός μου;
Κι όλοι οι σύντροφοι απορούν πού να’ ναι ο πιο μικρός!
Πιάνουν το χιόνι, καίει ο πυρετός
Πιάνουν το χέρι και παγώνει
Παν να δαγκάσουνε ψωμί κι εκείνο στάζει από αίμα
Κοιτούν μακριά τον ουρανό κι εκείνος μελανιάζει
Γιατί γιατί γιατί γιατί να μη ζεσταίνει ο θάνατος
Γιατί ένα τέτοιο ανόσιο ψωμί
Γιατί ένας τέτοιος ουρανός εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος!

***

Ήταν γενναίο παιδί `
Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του
Με τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά
Και με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι
( Φτάσανε τόσο εύκολα μέσ’ στο μυαλό 
Που δεν εγνώρισε κακό ποτέ του)
Με τους στρατιώτες του ζερβά – δεξιά
Και την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του
- Φωτιά στην άνομη φωτιά! –
Με το αίμα πάνω από τα φρύδια 
Τα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε
Ύστερα λυώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
Το κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
Και το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο
Και τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας
Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
Δεν έκλαψαν
Γιατί να κλάψουν
Ήταν γενναίο παιδί!

***

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος…

Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος
Τόσο πιωμένος από φως που φαίνεται η καρδιά του
Φαίνεται μέσ’ στα σύννεφα ο Όλυμπος ο αληθινός
Και στον αέρα ολόγυρα ο αίνος των συντρόφων…
Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο από το αίμα
Στους όχτους του μονοπατιού συνάζονται τα ζώα
Γρυλίζουν και κοιτάζουνε σα να μιλούν
Ο κόσμος όλος είναι αληθινά μεγάλος
Γίγας που κανακεύει τα παιδιά του

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο λένε: το Πάσχα τ’ ουρανού!

***

Λένε γι’ αυτόν που κάηκε μέσ’ στη ζωή

Λένε γι’ αυτόν που μήτε καν επρόφτασε να κλάψει 
Για τον βαθύ καημό του Έρωτα της ζωής

Λένε για το ζεστό κι αχάιδευτο κεφάλι του
Για τα μεγάλα μάτια του όπου χώρεσε η ζωή
Τόσο βαθιά, που πια να μην μπορεί να βγει ποτέ της!» [3]

Στις 26 Φεβρουαρίου 1941 ο Οδυσσέας Ελύτης προσβλήθηκε από κοιλιακό τύφο και μεταφέρθηκε σε πολύ άσχημη κατάσταση στο Νοσοκομείο των Ιωαννίνων. « Ο Ελύτης είναι ένας διασωθείς της ασθένειας του πολέμου και της ασθένειας λόγω πολέμου…» [4]

Καταθέτει ο ποιητής σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Πανσπουδαστική» τον Οκτώβριο του 1962 γι’ αυτήν την περιπέτεια που σημάδεψε το κατοπινό του έργο και τον ώθησε να δει διαφορετικά τη σχέση ανάμεσα στην ποίηση , τον ποιητή και την κοινωνία.

« Τι να έκανα εγώ, ένα χαλασμένο παιδί της Αθήνας. Με κόπο, κόπο ανυπολόγιστο, κατάφερα να είμαι απλώς συνεπής προς την αποστολή μου. Αλλά είδα στα πρόσωπα των στρατιωτών μου τη λάμψη που είναι ικανός ο ελληνισμός ν’ αναδώσει όταν πιστεύει στο δίκιο του. Και γνώρισα από κοντά την αψηφισιά του θανάτου, την ακατάβλητη θέληση της ζωής που έγινε τελικά και δική μου. Στο μέτωπο, αρρώστησα από βαρύτατο τύφο. Τα νερά που πίναμε όπου βρίσκαμε , ανάμεσα στα πτώματα των μουλαριών, ήτανε μολυσμένα. Χωρίς να γνωρίζω τι έχω, χρειάστηκε να κάνω τρία μερόνυχτα με τα πόδια και με ζώο για να βρεθώ σε βατό δρόμο και να διακομισθώ στο Νοσοκομείο των Ιωαννίνων. Έμεινα εκεί σαράντα μέρες με σαράντα πυρετό, ακίνητος, με πάγο στην κοιλιά. Με είχανε αποφασίσει, αλλά εγώ δεν είχα αποφασίσει τον εαυτό μου. Θυμάμαι ότι αρνήθηκα να με μεταφέρουν στον μικρό θάλαμο των ετοιμοθανάτων, όπως κάποιο άλλο βράδυ αρνήθηκα να κοινωνήσω και να εξομολογηθώ στον παπά που μου φέρανε, όταν η κρίση της αρρώστειας έφτασε στο κατακόρυφο. Μόλις αρχίσανε οι βομβαρδισμοί, ανοίγανε το διπλανό μου παράθυρο – μην σπάσουν τα τζάμια και τιναχτούν απάνω μου – και φεύγανε όλοι στα καταφύγια. Έτσι πέρασα όλες τις τρομερές μέρες της Γερμανικής επιθέσεως. Κατάμονος σ’ έναν έρημο θάλαμο, και γεμάτος πληγές από την απόλυτη ακινησία. Και την ημέρα που κρίθηκε ότι είχα γλυτώσει και άρχισε να υποχωρεί ο πυρετός, ήρθε η διαταγή να εκκενωθεί το Νοσοκομείο. Με βάλανε όπως όπως σ’ ένα φορείο, που το χώσανε σ’ ένα φορτηγό αυτοκίνητο. Η φάλαγγα από τα Γιάννενα ως το Αγρίνιο πολυβολήθηκε οκτώ φορές από τα « στούκας». Οι φαντάροι τρέχανε στα χωράφια, όμως εγώ ήταν αδύνατο να σταθώ όρθιος έστω και για μια στιγμή. Τελικά, στο Αγρίνιο, με παρατήσανε σ’ ένα πεζούλι και φύγανε. Μια καλή κοπέλλα, εθελοντής νοσοκόμος με άλλη αποστολή, με βοήθησε και μ’ έσυρε ως το υπόγειο μιας καπναποθήκης, όπου σωριάστηκα κ’ έμεινα τρεις μέρες. Αλλά τα υπόλοιπα δεν έχουν σημασία για τους άλλους. Σημασία έχει ότι « έζησα το θαύμα» και σώθηκα από ένα θαύμα…» [5]

αλλά και τι τον συγκίνησε στο Έπος του Σαράντα

«Πώς να σας το πω: ήταν ό,τι διάβαζα στην πράξη, και μ' ένα σφίξιμο στην καρδιά μην τύχει και δακρύσω, αυτά που με ανία και δυσφορία διάβαζα ώς τότε στα βιβλία και για την ιστορία της χώρας μου. Ηταν μια βίαιη φορά προς τα εμπρός του λαού που είχε κάποτε ηττηθεί, όχι εξ αιτίας του, στη Μικρασία, και που τώρα θα έπαιρνε την εκδίκησή του. Ετσι το έβλεπα εγώ. Σαν άχτι μακροχρόνιο που έβγαινε και ξεθύμαινε. Δεν έπαιζε ρόλο που ο εχθρός ήταν διαφορετικός. Ο εχθρός ήτανε η Τυραννία, ήτανε η μορφή του Άδικου, που την είχαμε υποστεί κάτω από διαφορετικές μορφές επί αιώνες και είχε γίνει μοίρα μας. Αυτή η εξέγερση εναντίον της Μοίρας, χωρίς υπολογισμό, μες στα όλα, αυτή η «όμορφη αφροσύνη», όπως λέω κάπου αλλού, ήτανε που ανέβαζε το γεγονός σε μιαν άλλη σφαίρα, ποιητική. Μέσα μου έγινε μια αναπαρθένευση των τριμμένων εννοιών. Οι λέξεις ξεφουσκώνανε και ξαναγεμίζανε με καθαρή ουσία. Με τη βοήθεια της ουσίας αυτής βρήκα το θάρρος να ξαναπροφέρω λόγια που ώς τότε φοβόμουνα επειδή τα συναντούσα μόνο στα χείλη των κούφιων πολιτικών και των πατριδοκαπήλων.» [6]

Το Μέτωπο του 1940 στην Αλβανία, αλλά και οι κατοπινές εξελίξεις με την Κατοχή, τα Δεκεμβριανά και τον Εμφύλιο ενέπνευσαν τον Οδυσσέα Ελύτη να συνθέσει τα πολύ γνωστά μας έργα « Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολογαχό της Αλβανίας»  και  « Το Άξιον Εστί». Εμπνεύστηκε όμως  ακόμα και έγραψε την «Αλβανιάδα», την « Καλωσύνη στις Λυκοποριές» και τη «Βαρβαρία».

Η « Αλβανιάδα», έργο ημιτελές. Το πρώτο μέρος  δόθηκε για δημοσίευση από τον ποιητή στην « Πανσπουδαστική» συγχρόνως με τη συνέντευξη που παραχώρησε. 

«… δεν δημοσιεύτηκε ποτέ. Μεταδόθηκε όμως τον Οκτώβριο του 1956 από το Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών, με απαγγελία Θάνου Κωτσόπουλου και Μήτσου Λυγίζου, ραδιοσκηνοθεσία Νίκου Γκάτσου και μουσική Μάνου Χατζιδάκι. Δεν είχε, απ’ όσο ξέρω, καμιάν απήχηση, μολονότι η ραδιοφωνική παρουσίαση βοηθούσε στην ανάδειξη της ιδιότυπης τεχνικής του. Ίσως να έφταιγα εγώ, ίσως το θέμα. Γεγονός είναι ότι μου έλειψε από κει και πέρα η διάθεση να συνεχίσω ένα έργο με τόσο μεγάλες διαστάσεις. Καλά ή κακά δεν είμαι από τους ποιητές που μπορούν να γράφουν ερήμην του κοινού. Μου χρειάζεται ο « αντίκτυπος». Κάτι περισσότερο: μου χρειάζεται αυτό που λέμε « αόρατη παραγγελία»,η συναίσθηση ότι μια ομάδα ανθρώπων , έστω και μικρή, περιμένει κάτι από μένα. Προχώρησα αρκετά στο δεύτερο μέρος, κ’ ύστερα, ξαφνικά, σταμάτησα. Με τράβηξε το «Άξιον Εστί» που είχε αρχίσει να ωριμάζει μέσα μου και που έμελλε να ηχήσει αλλοιώς. Ωστόσο, μια που αυτό το πρώτο μέρος εξακολουθεί, προσωπικά, να με ικανοποιεί απολύτως κ' έχει εξάλλου πάρει κατά κάποιο τρόπο το βάφτισμα της δημοσιότητας, ευχαρίστως σας το παραχωρώ.» [7]

Ένα μικρό απόσπασμα:

« Ένας άγγελος μ’ αμπέχωνο ανοιχτό
Αγουροξυπνημένος γύριζε τ’ αντίσκηνα
Μοιράζοντας «λάμπες θυέλλης».
Η όργητα δάγκωνε τα σίδερα
Στα ρολόγια μέσα τ’ αργοκίνητα
Σφυροκόποι ατσάλωναν ανόμοιες ώρες…» [8]


Η « Καλωσύνη στις Λυκοποριές» , συνθετικό ποίημα, το οποίο ο Ελύτης έγραψε μέσα στη ναζιστική Κατοχή , το 1943. Η λογοκρισία το έκοψε. Το ποίημα δεν συμπεριλαμβάνεται στο συγκεντρωτικό τόμο των Ποιημάτων του Οδυσσέα Ελύτη που εκδόθηκε από τον Ίκαρο το 2002. Όμως το 1975 ο ποιητής συνεργάστηκε με τον χαράκτη Δημήτρη Παπαγεωργίου, στην Ισπανία, ο οποίος το φιλοτέχνησε με χαρακτικά . Το ποίημα κυκλοφόρησε σε δίγλωσση έκδοση.[9]

« Η Καλωσύνη εδώ που βρέθηκε μες στις λυκοποριές
Πρέπει νάχει μπαρούτι στο σελλάχι της
Και να δαγκάνει κάμες.

***
Ακούγεται από την περπατηξιά σου η δόξα
Όπως ακούγεται απ’ το βρόντημα του μπρούντζου ο ήλιος
Μελαψό παλληκάρι
Που ακουμπάς επάνω στην Ελλάδα
Με το κουράγιο που ακουμπάει στη μπόρα το έλατο
Και σου παν οι αιώνες όπως της πάει της αντρειάς
Το λουλούδι στα δόντια και το μπαμ 
Της πιστολιάς

Πέρασαν μες στη μνήμη σου μνήμες ανέμων
Η φωνή σου σκοτείνιασε σαν δρυμός
Είδες κάτω απ’ τα πόδια σου να ξεκοιλιάζουνται άλογα
Δάση να τρων φωτιές ανθρώπους άνθρωπο

Είδες μια πέτρα τρυπημένη από κραυγή θανάτου
Να σηκώνει τη σκιά της τέρας
Μια γυναίκα με ράμφος και φτερά
Να σπαράζει δείχνοντας ψηλά
Το φεγγάρι στο στόμα της φοβέρας

Τίποτα συ! Μες στην καρδιά του χρόνου
Ζώνεσαι γύρω σου το διάστημα
Μέσα στη χώρα που ονειρεύομαι
Λες, η ματιά του αρνιού σκοτώνει τα τσακάλια,
Μέσα στη χώρα τώρα που ονειρεύεσαι
Μελαψό παλληκάρι

Λέω: Η ελπίδα τόφτασε το μπόι της κορασιάς
Είν’ έτοιμη η καρδιά του αντρός να μαχαιρώσει ατσάλι

Κύττα: σελλώνει ο άνεμος τα όνειρα
Σπίθες πετούν τα πέταλα στο πυρρό νέφος
Η μέρα όπου και νάναι με λούλουδα μηλιάς
Θα βγει να σεργιανίσει πάλι στο αρχιπέλαγος!

***
Τριώνι της θαλλασινής νυχτιάς` Αλετροπόδι
Που σα νεύεις με χρυσούς σταυρούς
Τα πεισματάρικα παιδιά της χίμαιρας`
Και συ εκστατικό μου Ελίκι
Στην ασημένια ζώνη της ματιάς μου
Απόψε
Αγρυπνήσετε
Κι όταν φυσήξει απ’ τα βουνά της ερημιάς η γιαμπολη
Σταλάζοντας πικρά στην υπνωμένη γης
Ακουρμαστείτε τη φωνή του λύκου

Ακουρμαστείτε τη φωνή του λύκου
Σε βάτους που έφτυσαν φωτιά και τώρα κρυώνουν
Σε δέντρα που ματώσαν, σ’ ερημοκκλησιές που ράισαν
Σ’ αγκάθια που φαρμακώσαν ένα φεγγάρι
Ακουρμαστείτε τη φωνή του λύκου
Στις σπαραγμένες σάρκες του γκρεμού
Στα ρίγη που κρυστάλλωσαν τις αγωνίες του λόγγου
Για μια στερνή φορά
Φωνάζω
Ακουρμαστείτε τη φωνή του λύκου

Άστρα, ο χρησμός σας δε θα πάει χαμένος

Παιδιά, ο χαμός, ο χαλασμός, η πείνα
Κι η ανάγκη τρεμοσβυούν στο ψυχορράγημα
Ορθώσετε τ’ αρματωμένα χέρια
Ξετελέψετε
Θάλασσα, χίμαιρα, έκσταση
Ετοιμάσετε τη χώρα σας
Του χάρου τη φωνή δε θα την ανεχτούμε

Η μέρα είναι κοντά που θα ψοφήσει ο λύκος
Που η απονιά θα φάει τις σάρκες της
Που θα βουτήξει σε μια δόξα μύρου το βουνό
Και που η ψυχή θ’ ανάψει από τις μυστικές φλογίτσες σας
Όπως και πριν Τριώδι, Αλετροπόδι, Ελίκι!» [10]


Η « Βαρβαρία» δεν ολοκληρώθηκε


Το 1977 το Εθνικό Θέατρο συμμετέχοντας στον εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου 1940 παρουσίασε μια παράσταση με « ήθος σύγχρονης  τραγωδίας με το ύφος αρχαίας τραγωδίας» [11], η οποία στηρίχτηκε σε αποσπάσματα από διάφορα ποιήματα που εμπνεύστηκε ο Οδυσσέας Ελύτης κυρίως από τον πόλεμο της Αλβανίας. Η επιλογή των αποσπασμάτων έγινε από τους « Προσανατολισμούς», « Το Άξιον Εστί», « Αλβανιάδα» και « Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας».

« Μέσα από το «Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» και το «Άξιον Εστί» ξετυλίγεται όλο το μέγα θάμα, το ελληνικό κι ανθρώπινο μαζί, της « Αλβανιάδας». Και μνήμη ζωντανή απλώνεται σε μια παναρμόνια τοιχογραφία, πραγματική και υπερούσια μαζί. Τα πεζά κείμενα ιστορούν την αληθινή περιπέτεια του πολέμου. Και η ποιητική έξαρση εικονίζει την υπερπραγματιστική εξακόντιση της ψυχής του μαχητή ποιητή. Κανένας ψευτοηρωισμός  δεν χωρεί εδώ. Το μέγεθος του αληθινού ηρωισμού αναδύεται από το μέγεθος της θυσίας. Και το θάμα βλασταίνει από τις βαθιές ριζωμένες στην Ελληνίδα φύση ρίζες του ανθρώπου, που εξυψώνεται ως την ισοθέωση της ελευθερίας με την αξία και τος κάλλος της» [12]

Εδώ το ηχητικό της παράστασης του Εθνικού Θεάτρου και εδώ οι συντελεστές της παράστασης
Πηγές:
[1] Απόσπασμα από το Ανάγνωσμα Πρώτο . Οδυσσέα Ελύτη, Το Άξιον Εστί, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, Αθήνα 1977, 9η έκδοση
[2] Από το άρθρο του Χρήστου Σιάφκου, Το φως, η αρχή και το τέλος. Δημοσιευμένο στην έκδοση της Ελευθεροτυπίας Οδυσσέας Ελύτης ( 1911 – 1996) και στη σειρά «λέσχη  αθανάτων».
[3] Αποσπάσματα από το έργο: Οδυσσέα Ελύτη, Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, Αθήνα 1981, 6η έκδοση
[4, 8 ] Από το άρθρο του Βασίλη Κ. Καλαμαρά, Η διαρκής λυρική επαναμάγευση. Δημοσιευμένο στην έκδοση της Ελευθεροτυπίας Οδυσσέας Ελύτης ( 1911 – 1996) και στη σειρά «λέσχη  αθανάτων».
[5, 6,7 ] Από το άρθρο του Δημήτρη Γκιώνη «Έζησα το θαύμα της Αλβανίας». Ο Οδυσσέας Ελύτης, η ημιτελής «Αλβανιάδα» και η συμμετοχή του στον αγώνα. Δημοσιευμένο στην «Ελευθεροτυπία» το Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011.
[9] Οι πληροφορίες για το έργο Η καλωσύνη στις Λυκοποριές από εδώ
[10]  Τα αποσπάσματα από το έργο Η καλωσύνη στις Λυκοποριές εδώ
[11, 12] Από την κριτική του Μπάμπη Κλάρα στην εφημερίδα « Η Βραδυνή» δημοσιευμένο στις 30/10/1977. Αρχείο Εθνικού Θεάτρου.



Πέμπτη 13 Απριλίου 2017

ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το ρόπτρο-σκαραβαίος 
το παράτολμο δόντι μες στο ψύχος του ήλιου 
ο Απρίλης που ένιωσε ν' αλλάζει φύλο 
της πηγής το μπουμπούκι ό,τι που ανοίγει

Το χειράμαξο γέρνοντας με το 'να πλάι 
μια χρυσόμυγα που άναψε φωτιά στο μέλλον 
του νερού η αόρατη αορτή που πάλλει 
και γι' αυτό ζωντανή κρατά η γαρδένια

ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ τα οικόσιτα της Nοσταλγίας 
τα λουλούδια τα νήπια της βροχής που τρέμουν 
τα μικρά και τετράποδα στο μονοπάτι 
τ' αψηλά στους ήλιους και τα ρεμβοκίνητα

Τα σεμνά με την κόκκινη αρρεβώνα 
τα κομπάζοντας έφιππα μες στους λειμώνες 
τα σε καθαρό ουρανό εργασμένα 
τα στοχαστικά και τα χιμαιροποίκιλτα


Το Κρίνο, το Τριαντάφυλλο, το Γιασεμί 
ο Μενεξές, η Πασχαλιά, ο Υάκινθος 
το Γιούλι, το Ζαμπάκι, το Αστρολούλουδο

Οδυσσέας Ελύτης, Το Άξιον Εστί

Σάββατο 18 Μαρτίου 2017

Το φως στον Οδυσσέα Ελύτη

Το κείμενο που ακολουθεί το βρήκα ανάμεσα σε παλιές μαθητικές σημειώσεις, τότε που μαθήτρια στην ΣΤ' Γυμνασίου ( σημερινή Γ' Λυκείου) μαζί με μια ομάδα συμμαθητών μου προετοιμάζαμε μιαν εκδήλωση για το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη. Δεν υπάρχει βιβλιογραφική αναφορά και δεν θυμάμαι αν το είχα αντιγράψει από κάποιο βιβλίο ή αν το είχα μαγνητοφωνήσει και στη συνέχεια απομαγνητοφωνήσει από κάποια ραδιοφωνικό αφιέρωμα. Θυμάμαι μόνο τη χρονιά, 1978. 
Το μεταφέρω αυτούσιο από το μαθητικό χειρόγραφο σε ανάμνηση όμορφων σχολικών δραστηριοτήτων σήμερα, ημέρα θανάτου του ποιητή ( 18 Μαρτίου 1996)





ΤΟ ΦΩΣ ΣΤΟΝ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ
Το φως κατάφαση ζωής στον Οδυσσέα Ελύτη ζωντανεύει στον ποιητή την Γένεση και τον κάνει να νοιώθει καινούριος. Ο μικρός κόσμος είναι μια αντιγραφή του μεγάλου. Δεν παίζει με τις ιδέες, συγκεκριμενοποιεί όλα τα πράγματα ακόμα κι αυτό το διάχυτο φως στον κόσμο.
Ο Τάσος Λιγνάδης είναι ένας μοναδικός μελετητής του Ελύτη και το απόσπασμα  από το βιβλίο του " ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ΤΟΥ ΕΛΥΤΗ " ρίχνει φως σε ερμηνείες του, που θα φώτιζαν ως ένα σημείο το βαθύτερο κόσμο του ποιητή και προσθέτει μια πολύ σημαντική αλήθεια στο αινιγματικό των λέξεων, ιδιαίτερα όπου επισημαίνεται το απόλυτο του έρωτα και η ένωση των ανθρώπων. Γράφει χαρακτηριστικά ο Λιγνάδης στον πρόλογο του βιβλίου του: " Ό,τι έχουμε και δεν έχουμε βρίσκεται  σ' αυτό το χώμα, ό,τι ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ, ό,τι στ' αλήθεια ανέπαφο το φυλάει η γη, που έχει στοιχειώσει μέσα στα ζωντανά φαντάσματά της, ίσκιοι, ευχές στην πέτρα, κομμένα κεφάλια και χέρια σε μάρμαρο, όστρακα κραυγών σε πηλό, η κεντημένη κυρά - Πηνελόπη, η Αρετούσα σαν άδειο παράθυρο, η λυγερή του τραγουδιού και του Άδη, τα πουλιά και οι ιερείς, οι χαιρετισμοί στο ρόδο αμάραντο, τα οστά μας άνθη της αύριον, οι άγιοι αχειροποίητοι και τα ακονίσματα και τα τέρατα και τα σημεία και το λιγοστό νερό και οι σάτυροι και οι νύμφες και ό,τι άλλο μας κάνει να νοιώθουμε " ποιος αλήθεια ο κόσμος που υπερέχει, ποιο το ΝΥΝ και ποιο το ΑΕΙ του κόσμου"
Ο Ποιητής κατορθώνει να εντάξει τη δική του διάθεση μέσα σε μια ολοκάθαρη ποίηση χωρίς αυτό να φαίνεται, όπως όταν ένα; άνθρωπος του λαού που στοχάζεται λαϊκά, και αυτό είναι πιο σημαντικό σαν αποτέλεσμα από το να παίρνει κανείς απόφαση να μιλήσει για το λαό. Μια φωνή άμεση, ζεστή, ανθρώπινη, ίσια στην καρδιά του ανθρώπου χωρίς προσχήματα και άλλα σχήματα λόγου.
Και πάλι θα αναφερθώ στην αριστουργηματική δουλειά του Τάσου Λιγνάδη για τον Ελύτη, γιατί μ' αυτή την αναφορά μπορώ σαφέστερα να τονίσω όλες εκείνες τις πτυχές σ' έναν ποιητή, που λατρεύει το φως και υμνεί τον έρωτα σαν κάτι απόλυτο, μια συμμετοχή και μια συνύπαρξη με τον κόσμο σ' όλο του το μεγαλείο. Γράφει λοιπόν ο Λιγνάδης στην πολύτιμη μελέτη του: " Μαζί με το σκοτεινό νερό, οι ρίζες τραβούν του βάθους ολοένα, εκεί που φθάνουν αλληλέγγυες η ζωή και η ποίηση. Μέσα σ' αυτά τα ωραία φαντάσματα, το πιο ωραίο, η αρχαία όρχηση πάνω στους τάφους επιβεβαιώνει την ίδια την ζωή. Μνήμη είναι η ιθαγένεια, χωρίς την μνήμη δεν υπάρχει τίποτε, κι ας λένε...Μόνο όταν θυμάσαι υπάρχεις στ' αλήθεια. Μόνο όταν υπάρχεις στ' αλήθεια, είσαι αλήθεια λεύτερος. Ελευθερία μονάχη είναι η μνήμη μας. Αλλοίμονο αν τη στερηθούμε! Πάνω σ' αυτή σαν σε τεντωμένο σκοινί ισορροπούμε και υπάρχουμε". Εδώ σταματάει το απόσπασμα από το βιβλίο του Τάσου Λιγνάδη που τόσο καίρια φωτίζει τον ποιητή.
Ξαναγυρίζω στις ρίζες της ποίησης για να ολοκληρώσω την εικόνα ενός εραστή της χαράς, της ζωής, που λατρεύει το φως και υμνεί τον έρωτα στην απολυτότητά του. Είναι τόσο δεμένος με την ίδια τη ζωή, που κάθε του ανάμειξη έχει τον ρυθμό και την ανάσα του κόσμου. Ζει ερωτικά από πολύ κοντά ό,τι γεννιέται και ό,τι χάνεται, ό,τι είναι τώρα και δεν θα είναι ύστερα από λίγο. Νοιώθει την εσωτερική λειτουργία αυτής της φαινομενικής ροής, γίνεται ένα αιώνιο ΕΙΝΑΙ. Ο ποιητής ζώντας τις πρόσκαιρες στιγμές της ζωής, τα πράγματα, που τον περιστοιχίζουν, εκφράζει με απόλυτη κατάφαση και με θριαμβικό ύφος αυτό το αιώνιο ΕΙΝΑΙ. Είναι ολόκληρος ένας ύμνος για τη ζωή, για την ποίηση, για την αιωνιότητα ζώντας γνήσια τη γεύση τους και τη σάρκα του, τελικά το νόημα της ζωής.
Ξαναγυρίζω μοιραία στην αποκαλυπτική μελέτη του Τάσου Λιγνάδη για τον Ελύτη, που βοηθάει στην κατανόηση του δρόμου, που θα πρέπει να ακολουθήσει κανείς στην οποιαδήποτε ανάλυση που θα επιχειρούσε με σεβασμό και με τεντωμένες κεραίες για την ανακάλυψη του χώρου του ποιητή. Γράφει λοιπόν χαρακτηριστικά ο Τάσος Λιγνάδης στον πρόλογό του ανάμεσα στα άλλα; " Πέρα από την αναγκαστική σκοινοβασία της εποχής δεν είμαστε πια εμείς, είμαστε όχι οι άλλοι. Αυτό θα ήταν τουλάχιστον μια ευγενής αποδοχή αυτοκτονίας, είμαστε οι δήθεν άλλοι, σκιάχτρα ζωής, τέρατα νοθείας, βάρβαροι ήχοι, βλάσφημα μέτρα, ό,τι το αλλόκοτο, μάταιο και κίβδηλο, είμαστε οι πλεγματικοί δυτικοειδείς, ένοχοι πίθηκοι της Βαλκανικής των τύψεων. Ξέρω η αγάπη ούτε επιβάλλεται, ούτε νομοθετείται: ανοίγονται πάντως προς αυτή μονίμως δύο δρόμοι: ο δρόμος της μαϊμούς και ο δρόμος των δένδρων. Η μαϊμού μιμείται στις κατασκευές του τον ξυλουργό, που θαυμάζει, δεν κατασκευάζει όμως τίποτε η μαϊμού κι ας το νομίζει. Ο άλλος δρόμος είναι διπλής κατεύθυνσης· οδός άνω και κάτω, από την γη στον ουρανό και αντίστροφα. Για να πας στον ουρανό πρέπει να ταπεινωθείς στην όποια γη σου πρώτα· αυτό κάνουν τα δένδρα, αυτό πρέπει να κάνουμε και μεις. Χωρίς την μνήμη του χώματος η ποίηση μένει χρυσή παρωπίδα θανάτου".
Ο ποιητής προβάλλει το θέμα της ελευθερίας της συγκεκριμένης αυτής ελευθερίας, που βρίσκεται πάντα σε συνάρτηση με το γενικότερο ανθρώπινο νόημα. Είναι ένα είδος ανάστασης του λαού με συμβολικές προεκτάσεις ώσπου να νικηθεί ο θάνατος και να επικρατήσει ο ύμνος της ζωής. Έχει μια δική του χώρα, στην οποία πορεύεται ο ποιητής και ο λυρισμός του έχει μια μελαγχολία, έτσι που τον ακολουθούν παντού μνήμες του από συγκεκριμένους έρωτες κι η νοσταλγία ως της ευδαιμονία και ο πόνος για μιαν επιστροφή. Η εφιαλτική πραγματικότητα ενός ρεαλισμού γυμνού εξαφανίζεται εντελώς μπροστά σ' αυτή την άνοιξη και το φως.
Η Γένεση είναι μια φυσική, μια αναπότρεπτη ανάγκη, για να φαίνεται ακόμα πιο ωραίος, ο ωραίος κόσμος, μπροστά στο χάος που οπωσδήποτε θα ακολουθήσει. Η ποίηση του Ελύτη θα μπορούσε, χωρίς διακρίσεις και επιμέρους αντιθέσεις, να είναι ολόκληρη μια κραυγή ζωής και ένα δοξαστικό για το φως και την πληρότητα αυτής της γης. Δοξάζει το φως της ζωής, τη χαρά, τη δόξα του ήλιου, τα ανθρώπινα έργα, τη θάλασσα και τα νησιά της, τα έθιμα και τις παραδόσεις και τους ανέμους, που στην ποίησή του σχεδόν προσωποποιούνται. Υμνεί τον έρωτα και την απολιθωμένη εικόνα  των μεσημεριών, του ύπνου, του ανθρώπου μέσα στο ζεστό καλοκαίρι. Η ζωή αποκτάει ονόματα και πρόσωπα, γίνεται η μάνα των ονείρων, αλαφροπάτητη, άγια αγκαλιά της μοναξιάς, την βλέπει να ακολουθεί την τροχιά των ανέμων, μόνη αυτή άγια, προφητική και αινιγματική είναι η ίδια η ζωή. Η ζωή σ' όλο της το μεγαλείο δένεται με τον άνθρωπο, τον έχει δικό της, τον καταξιώνει σαν πρόσωπο του Θεού, αφού Θεός και Άνθρωπος και Αγάπη είναι μια σύμπτωση ευτυχισμένη και μια σύγχρονη περιπέτεια της μνήμης.
Θα μπορούσαμε σαν συμπέρασμα να πούμε ότι ο Ελύτης κατορθώνει να τραγουδάει ελληνικά, τολμάει να έχει στην ποίησή του μια μνήμη από τα πράγματα του χώρου, είναι έτσι πάντα αναπάντεχα σύγχρονος, εντελώς απελευθερωμένος από την όποια δέσμευση στιχουργική ή άλλη. Έχει ένα είδος θαυμασμού, που αγγίζει την έκσταση και μια καθαρότητα, που μας κερδίζει την ψυχή και το μυαλό άμεσα κι όλα αυτά μέσα από μια εφηβεία θα λέγαμε, μια νεότητα κι ένα φυσικό θαύμα.



Παρασκευή 8 Απριλίου 2016

Οδυσσέα Ελύτη, Ωδή στον Picasso


Α΄

Όπως όταν 
                 βάζουν φωτιά σ' ένα φυτίλι τρίχινο
Τρέχοντας ύστερα μακρυά οι άνθρωποι των λατομείων
Και κάνουνε σινιάλα σαν τρελλοί
Και μια ριπή του ανέμου άξαφνη σέρνει στις ρεματιές τα ψάθινα καπέλα τους -
Όπως όταν
                ένα βιολί ολομόναχο παραμιλάει μέσα στα σκοτεινά
Μελαγχολικά η καρδιά του ερωτευμένου ανοίγει την Ασία της -
Οι παπαρούνες μες στη λάμψη της χειροβομβίδας
Και τα πέτρινα χέρια μες στις ερημιές που ασάλευτα και 
            τρομερά δείχνουν κατά την ίδια θέση πάντα
Φωνάζουν:
Σημαίνουν:
   Η ζωή δεν είναι ερημητήριο
   Η ζωή δεν αντέχει στη σιωπή
   Με θερμοπίδακες και με χιονοστιβάδες πάει ψηλά ή κυλιέται
              χαμηλά και ψυθιρίζει λόγια αγάπης
Λόγια που ό,τι κι αν πουν δε λεν ποτέ τους ψέμματα
Λόγια που ξεκινούν πουλιά και φτάνουν " πυρ αιθόμενον"
Γιατί δεν έχει δυο στοιχεία ο κόσμος - δε μοιράζεται
Παύλε Πικασσό - κ' η χαρά με τη λύπη στο μέτωπο του ανθρώπου
            μοιάζουν juego de luna y arena - σμίγουν
            εκεί που ο ύπνος
Αφήνει να μιλούν τα σώματα - εκεί που ζωγραφίζεις
Το Θάνατο  ή τον Έρωτα
Ίδια γυμνούς και ανυπεράσπιστους κάτω απ' τα τρομερά
          ρουθούνια του Βοριά
Γιατί έ τ σ ι  μ ό ν ο  υπάρχεις.

Αλήθεια Πικασσό Παύλε υ π ά ρ χ ε ι ς
Και μαζί με σένα εμείς υπάρχουμε
Ολοένα χτίζουν μαύρες πέτρες γύρω μας - αλλά συ γελάς
Μαύρα τείχη γύρω μας - αλλά συ με μιας
Ανοίγεις πάνω τους μυριάδες πόρτες και παράθυρα
Να ξεχυθεί στον ήλιο κείνη αχ η πυρόξανθη κραυγή
Που μ ' έρωτα παράφορο μεγαλύνει και διαλαλεί τ' αέρια, τα υγρά,
             και τα στερεά του κόσμου ετούτου
Έτσι που να μη μάχεται πια κανένα το άλλο
Έτσι που να μη μάχεται πια κανείς τον άλλον
Να μην υπάρχει εχτρός
Πλάι - πλάι να βαδίζουν το αρνί με το λεοντάρι
Κ' η ζωή - αδερφέ μου - ωσάν τον Γουαδαλκιβίρ των άστρων
Να κατρακυλάει με καθαρό νερό και με χρυσάφι
Χιλιάδες λεύγες μες στα όνειρά της
Χιλιάδες λεύγες μες στα όνειρά μας...


Β΄

Έτσι μπαίνει το μαχαίρι στη σάρκα - κ΄η άχνα του ζεστού
            ψωμιού έτσι ανεβαίνει. Αλλά
Το τρίξιμο της αψηλής οξιάς
Στα βουνά που ο Κεραυνός σεβάστηκε - Αλλά και
Τα πλήθη στις πλατείες που τρικυμίζουν με μαντήλια κόκκινα
Πρωτομαγιά -τέκων
Τα μεγάλα μαύρα μάτια σου ζεστοβολούν τον κόσμο
Μέσα τους λιάζεται η Μεσόγειος και τεντώνουν τον τραχύ 
           λαιμό τους οι αίγαγροι των βράχων
Αγερομπασιά
Τα πλατειά μαλλιάρα στήθη σου σα θειαφισμένο αμπέλι
Και το δεξί το χέρι σου έντομο μυθικό
Πάει κ' έρχεται στ' άσπρα χαρτιά, στο φως και στο σκοτάδι
Πάει κ' έρχεται βουΐζοντας
Και ξεσηκώνει χρώματα και σχήματα
Όχι μόνο απ' αυτά που βάζουν οι νοικοκυρές το Μέγα Σάββατο
           στα ράφια τους
Θύμησες φεγγαριού των αρρεβωνιασμένων
Όλο πούλιες χρυσές και ρόμβους ρόδινους
Αλλά κι απ' τ' άλλα που μπορεί να δει κανείς όταν τον πιάνει
          ένα βαθύ μεράκι
Μέσα στα καροτσάκια των παιδιών
Μέσα στις σούστες τις διπλές των ντελμπεντέρηδων
Μέσα στ' αυγά της χελώνας
Μέσα στις όχεντρες που δέρνονται με τη νοτιά
Ή ακόμη μες στα δάση των Ηπείρων τ' απέραντα
- Πέφτοντας η νύχτα -
Όταν οι μαύροι σταυροπόδι γύρω απ' τη φωτιά ψάλλουν όλοι μαζί
          το "αλληλούια " με τις φυσαρμόνικες...

Τ' είναι αυτό λοιπόν που δεν καίγεται - τ' είναι αυτό που αντέχει
Στα μεγάλα υψίπεδα του Έρωτα, στα χαμένα μνημεία των Αζτέκων
Στο λειψό φεγγάρι, στον γεμάτο ακανθοφόρο ήλιο - τ' είναι
           αυτό που δε λέγεται
Όμως κάποτε σε στιγμές περίσσειας θεϊκής φανερώνεται
Πικασσό: με το θάμπος που ξεχύνει ο Γαλαξίας στο άπειρο
Πικασσό: με το πείσμα που γυρνάει κατά το Βορρά η μαγνητική βελόνα
Πικασσό: καθώς καίει ο χάλυβας μες στα χυτήρια
Πικασσό : καθώς χάνεται στα βάθη ένα θωρηκτό ανοικτής θάλασσας
Πικασσό: μες στο ασύμμετρο της υπερρεαλιστικής χλωρίδας
Πικασσό: μες στο ευσύνοπτο της χιλιομετρικής πανίδας
Πικασσό: Παλόμα
Πικασσό: Ιπποκένταυρε
Πικασσό: Guernica


Γ΄

Νικά η περήφανη καρδιά τα μαύρα σκότη - και τον γόρδιο
          κόβει δεσμό των πραγμάτων καθώς ξίφος η περήφανη καρδιά
Είναι σπουδαίο πράγμα ο άνθρωπος, μόνο να το σκέφτεσαι
Τα στάχυα όταν οσφραίνονται τον ουρανό
Είναι η κοπέλλα που κυττάει μέσα στα μάτια πάλι τον αγαπημένο της
Είναι η γλυκειά κοπέλλα που λέει " σ' αγαπώ"
Την ώρα που οι μεγάλες πολιτείες
Γυρίζοντας αργά πάνω στον άξονά τους
Δείχνουν τετράγωνα παράθυρα κακοφωτισμένα
Λείψανα παλιών ανθρώπων με τριγωνικά κεφάλια που 
                στριφογυρίζουν τόνα μάτι τους
Κλίμακες μες στις κλίμακες διαδρόμους μες στους διαδρόμους
ΚΙΝΔΥΝΟΣ
ΑΔΙΕΞΟΔΟΣ
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ
Ο μισός αλογάνθρωπος ο απαγωγέας καλπάζει - κ' η γυναίκα 
          με τη γιγαντιαία πατούσα
Στον αέρα - τεντώνει τα οριζόντια μπράτσα της
έτη μετά Χριστόν πικρά
Παρά λίγη καρδιά θάταν ο κόσμος άλλος
Θάτανε άλλη του κόσμου η εκκλησιά
Όμως να - ο καλός Σαμαρείτης κλαίει λησμονημένος και στα 
           πόδια του πάλι δένει ρίζα παμπάλαιη δρακοντιά

Την ώρα που εσύ θηρίο
Εσύ Παύλε Πικασσό
Πικασσό Παύλε που μες στ' αμάραντα μάτια σου
Χώρεσες όσα δε μπόρεσε να χωρέσει ο Θεός μέσα σ' εκατομμύρια
               στρέμματα φυτεμένης γης
Δουλεύεις το πινέλλο σου σα να τραγουδάς
Σα να χαϊδεύεις λύκους ή σα να καταπίνεις πυργαγιές
Σα να πλαγιάζεις νύχτα - μέρα με μια γυναίκα νυμφομανή
Σα να πετάς πορτοκαλλόφλουδες στη μέση ενός γλεντιού
Ενώ εσύ θυελλοχαϊδεμένε
Πικασσό Παύλε αρπάζεις τον Θάνατο από τους καρπούς των χεριών
Και τον παλεύεις ωσάν ωραίο κ' ευγενικό Μινώταυρο
Που όσο χάνει εκείνος το αίμα του τόσον εσύ αντρειεύεσαι
Παίρνεις περνάς αφήνεις ξαναπιάνεις
Λουλούδια, ζώα, φιλιά, ευωδιές, κοπριές, κοτρώνια και διαμάντια
Για να τα εξισώσεις όλα μέσα στο άπειρο καθώς η ίδια η κίνηση
             της γης που μας έφερε και που θα μας πάρει
Και ζωγραφίζεις για σένα και για μένα
Και ζωγραφίζεις για όλους τους συντρόφους μου
Και ζωγραφίζεις για όλα τα χρόνια που πέρασαν που περνούν και
           που θα περάσουν!
                                                                         Golfe Juan 1948



Δημοσιεύτηκε στην ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ , Μηνιαία Επιθεώρηση Τέχνης, στο τεύχος 33-34 του Ιουλίου - Αυγούστου 1986, το αφιερωμένο στον Πάμπλο Πικάσο

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2015

Με το λύχνο του άστρου στους ουρανούς εβγήκα...

Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη
Μουσική :Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Με το λύχνο του άστρου στους ουρανούς εβγήκα
στο αγιάζι των λειμώνων στη μόνη ακτή του κόσμου
πού να βρω την ψυχή μου το τετράφυλλο δάκρυ!

Τα κορίτσια μου πένθος για τους αιώνες έχουν
Τ΄ αγόρια μου τουφέκια κρατούν και δεν κατέχουν
πού να βρω την ψυχή μου το τετράφυλλο δάκρυ!

Σάββατο 1 Αυγούστου 2015

Αύγουστε μήνα και Θεέ ...


Ο Αύγουστος ελούζονταν μες στην αστροφεγγιά
κι από τα γένια του έσταζαν άστρα και γιασεμιά 

Αύγουστε μήνα και Θεέ σε σένανε ορκιζόμαστε
πάλι του χρόνου να μας βρεις στο βράχο να φιλιόμαστε 

απ' την Παρθένο στον Σκορπιό χρυσή κλωστή να ράψουμε
κι έναν θαλασσινό σταυρό στη χάρη σου ν' ανάψουμε 

Ο Αύγουστος ελούζονταν μες στην αστροφεγγιά
κι από τα γένια του έσταζαν άστρα και γιασεμιά.

                                               Οδυσσέας Ελύτης

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ!

Κυριακή 21 Ιουνίου 2015

"Μέρα στιλπνή αχιβάδα της φωνής που μ' έπλασες..."


Μέρα στιλπνή αχιβάδα της φωνής που μ' έπλασες
Γυμνόν να περπατώ στις καθημερινές μου Κυριακές
Ανάμεσ' από των γιαλών τα καλωσόρισες
Φύσα τον πρωτογνώριστο άνεμο
Άπλωσε μια πρασιά στοργής
Για να κυλήσει ο ήλιος το κεφάλι του
Ν' ανάψει με τα χείλια του τις παπαρούνες
Τις παπαρούνες που θα δρέψουν οι περήφανοι άνθρωποι
Για να μην είναι άλλο σημάδι στο γυμνό τους στήθος
Από το αίμα της αψηφισιάς που ξέγραψε τη θλίψη
Φτάνοντας ως τη μνήμη της ελευθερίας.

Είπα τον έρωτα την υγεία του ρόδου την αχτίδα
Που μονάχη ολόισια βρίσκει την καρδιά
Την Ελλάδα που με σιγουριά πατάει στη θάλασσα
Την Ελλάδα που με ταξιδεύει πάντοτε
Σε γυμνά χιονόδοξα βουνά.

Δίνω το χέρι στη δικαιοσύνη
Διάφανη κρήνη κορυφαία πηγή
Ο ουρανός μου είναι βαθύς κι ανάλλαχτος
Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα
Ό,τι αγαπώ, βρίσκεται στην αρχή του πάντα

                                 Οδυσσέας Ελύτης, Ήλιος ο Πρώτος (ΙΙΙ)



Οδυσσέας Ελύτης , Σύγχρονοι ποιητές 2, Άκμων , Αθήνα 1979 , 2η έκδοση

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2015

Γιάννης Κοντός, Ο δικός μου Οδυσσέας Ελύτης

Στις 18 Μαρτίου του 1996 έφυγε από τη ζωή ο Οδυσσέας Ελύτης. 
Ψάχνοντας σε ράφια και συρτάρια υλικό για ένα μικρό αφιέρωμα βρήκα μια ειδική έκδοση  του περιοδικού Αντί αφιερωμένη στον ποιητή.Είναι το τεύχος 492 της περιόδου Απριλίου - Μαΐου 1992. Ανάμεσα στα ενδιαφέροντα άρθρα ξεχωρίζω έναν μονόλογο με τίτλο Ο δικός μου Οδυσσέας Ελύτης. Είναι του πρόσφατα χαμένου ποιητή Γιάννη Κοντού:
" Μόνος στα δεκαεννιά μου χρόνια πήγα στον " Ίκαρο" και αγόρασα τις " Έξι και μία τύψεις για τον ουρανό". Τραβήχτηκαν τα νερά και είδα τα ελληνικά να αχνίζουν σε ερημικές παραλίες. Έκλαιγα και δεν ήξερα πού βάδιζα. Τα βράδια στο στενό κρεβάτι μου, ξάγρυπνος κοιτούσα στο βάθος να λάμπει το ποίημα. Στην αρχή κρατούσα το λυρισμό, δεν έβλεπα πιο μέσα, δεν μπορούσα. Αγαπούσα και ήρθαν κορίτσια με τη μουσική. Το μαύρο πίσω από τη σελήνη δεν το έβλεπα, έπιανα όμως μέταλλο τα απογεύματα, με τα ποιήματά σου, να με τυραννάνε και να θέλω να πάω σε δάσος να κρυφτώ. Τότε ήτανε που τα λιοντάρια μού γλείφανε τον ουρανό για να βρέξει και έβρεχε και έπαιρνε το σπίτι μου και πήγαινε στη θάλασσα και στον κόσμο. Πέφτανε πορτοκάλια και ρολόγια από τα δέντρα και εκείνο το :" Κει που με μιάς τους έριξε το ασάλευτο" και το άλλο: " Το' να χέρι μπρος, έλεγες, πολεμούσε ν' αρπαχτεί απ' το μέλλον" και το χέρι μου ετοιμαζότανε να πιάσει χώμα, να γράψει. Όμως ήξερα λίγα. Με έμαθες γραμματική, συντακτικό, χρώματα, πετρώματα, κόμματα και τελείες. Αλεπάλληλες νύχτες να ακούω θορύβους και τις μυρωδιές των λέξεών σου, στους " Προσανατολισμούς" και στον " Ήλιο τον πρώτο". Λέξεις τσακμακόπετρες και η θάλασσα να είναι η ίσκα. Πολλά σώματα και φιλιά αντέγραψα από σένα και γίνανε οι δικοί μου πραγματικότητα.
Θυμάμαι πόσο δυνατά φώναζα στην αγορά κάθε μεσημέρι
" Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα
όλα τα δάχτυλα
Σιωπή"
δεν άκουγε κανείς τίποτα. Άκουγα όμως εγώ και βάθαινε το πηγάδι μέσα μου και άρχιζε να αναβλύζει νερό και ουρανό. Έπινα χωρίς σταματημό και πίνω μέχρι σήμερα. Και μόνο γι' αυτό το πηγάδι πρέπει να σε μνημονεύω κάθε μέρα στο φαγητό μου. Περάσανε τα χρόνια, τα σύννεφα και οι Ελλάδες, μεγάλωσα κι άρχιζα να σε παρακολουθώ. Εσύ δεν με έβλεπες. Περνούσα κάτω από το σπίτι σου , στεκόμουνα στην γωνία, κοιτούσα, ξεχνούσα τα δικά μου ραντεβού. 
Μιλούσα και το μάτι μου κοιτούσε στο βάθος εσένα. Η ποίηση με είχε πάρει σε επικίνδυνα μέρη, βραχώδη, ισορροπούσα σε λίγα εκατοστά γης. Μια φορά σε είδα να στρίβεις τη γωνία Σκουφά και Αμερικής και έμεινα να κοιτάζω τον αέρα και το ανάγλυφο ποίημα " Θάνατος και ανάστασις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου". Αυτό το ποίημα το διάβασα μαζί με φίλους πολλές φορές στο ραδιόφωνο στις 29 Μαΐου στην Επέτειο της Αλώσεως. Ήξερα ότι χρόνια μετρούσες τα χρώματα και το φως στις αρχαίες τοιχογραφίες της Σαντορίνης , της Κρήτης. Ήξερα ότι ο Πρίγκηπας των Κρίνων έβγαινε από τη φθορά στην Κνωσσό και μιλούσατε με τις ώρες. Άλλη φορά, τη Μεγάλη Παρασκευή, σε είδα στον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη μόνο, με τη λαμπάδα σου και κάτω εκεί που πατούσες στο πεζοδρόμιο να πετάγεται χόρτο, γιατί ήτανε Απρίλιος και η Άνοιξη έσπαγε την πέτρα. Μετά από χρόνια έγραψες " Το Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου" και σκόρπια στο μυαλό μου ποιήματα και στίχοι:  " Μόλις σήμερα βρήκα το θάρρος και ξεσκέπασα το κηπάκι σαν φέρετρο" ή " Ολοένα τ' άλογα μασούν λευκά σεντόνια και εισχωρούν θριαμβευτικά μέσα στον Απρίλιο" ή " Ολοένα οι κάκτοι μεγαλώνουν κι ολοένα οι άνθρωποι σα να' ταν αιώνιοι".
Εκείνη η φωτογραφία με τα γένια στον πόλεμο και το "Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας", μνήμες και αρυτίδωτη ησυχία πριν τον πόλεμο.
Η γενιά του ' 30 είναι μέσα στους δασκάλους μου. Το περίεργο όμως, και το αντίθετο στο χρόνο είναι ότι εσένα δε σε είδα ποτέ σαν δάσκαλο, αλλά σαν συνομήλικό μου που υπήρχες κάπου και μεγαλώναμε μαζί. Λένε ότι οι ποιητές δεν έχουν ηλικία. Αλλά εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε ένα φαινόμενο διαρκές της γλώσσας και της φυλής. Όπως στο ποίημα " Μικρή πράσινη θάλασσα" :
" Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ
Που θα' θελα να σε υιοθετήσω
να σε στείλω σχολείο στην Ιωνία
Να μάθεις μανταρίνι και άψινθο"
και παρακάτω...
" Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ
Για να σε κοιμηθώ παράνομα
Και να σε βρίσκω βαθιά στην αγκαλιά σου
Κομμάτια πέτρες τα λόγια των Θεών
Κομμάτια πέτρες τα αποσπάσματα του Ηράκλειτου".
Τα δάκτυλα σου πατάνε τα πλήκτρα και ακούγοντα: τα κόκκινα, οι ώχρες, τα μπλε, τα φρέσκο σε μεγάλες επιφάνειες, τα βιολετί, τα λευκά. Το κάθε γράμμα με τη θερμότητα και τον αέρα που πρέπει, όπως στο στίχο: " τα κορίτσια η πόα της ουτοπίας" . Η φύση σε ξέρει και την ξέρεις και όπως αντιστρέφεται ο δίσκος του ήλιου φέρνει το μαύρο πάνω μας " άσε τους κριτικούς να μιλάνε μόνο για το φως, τη θάλασσα και άλλα που εισέπραξαν λάθος". 
Τα ποιήματά σου στο Μικρό Ναυτίλο, εκείνο το
 " Τα παιδικά μου χρόνια είναι γεμάτα καλαμιές. 
Ξόδεψα
πολύν άνεμο για να μεγαλώσω. 
Μόνον έτσι όμως έμαθα να ξεχωρίζω τους πιο ανεπαίσθητους συριγμούς,
 να ακριβολογώ μες στα μυστήρια .
Μία γλώσσα όπως η ελληνική όπου άλλο πράγμα είναι η αγάπη
κι άλλο πράγμα ο έρωτας`
άλλο η επιθυμία κι άλλο η
λαχτάρα`
άλλο η πίκρα κι άλλο το μαράζι`
άλλο τα σπλάχνα κι άλλο τα σωθικά".
Και τα ανοιχτά χαρτιά, πυκνός λόγος κρυφά μονοπάτια, κολάζ ψυχής, ματιά, βίος σωμάτων και η ποίηση πλατυτέρα και καθημερινή δουλειά χειρωνακτική. Τα μικρά και τα μεγάλα του κόσμου, συνέχεια ζωής, έρωτα και γλώσσα ελληνική.
Στα Ετεροθαλή και το ποίημα που ήξερα απ' έξω:
" Απόψε βράδυ Αυγούστου οχτώ
Ναυαγισμένο στα ρηχά των άστρων
Το παλιό μου σπίτι με τα σαμιαμίθια
Και το χυμένο το κερί στο κομοδίνο επάνω
Πόρτες παράθυρα ανοιχτά
Το παλιό μου σπίτι αδειάζοντας
φορτίο της ερημιάς μέσα στη νύχτα"
και παρακάτω...
" Μονοθροεί και συνθροεί τα φύλλα
Μονολογεί στην αρμαϊκή του απόκοσμου:
-Παιδί παιδάκι με τα καστανά μαλλιά
Σου' μελλε  να χαθείς εδώ για να σωθείς μακριά"
Και από το Φωτόδεντρο μέσα στο σπίτι μου να ακούω συνέχεια: 
" Έτσι για κάτι ελάχιστο που μήτε το έλαβα ποτέ
Μια λάμψη έστω
Κυριολεκτικά πουλήθηκα
"Διέξ το μύρτον" που θα 'λεγε  κι ο Αρχίλοχος". Και άλλα και άλλα και στίχοι και φτερά και βιβλία και τον ώμο σου στο μισοσκόταδο και να κερδίζω πιθαμή την πιθαμή την πραγματικότητα, τη φράση, την πατρίδα μου. Στο τελευταίο σου βιβλίο, εκείνο το Υστερόγραφο των Σαββάτων:
" Σσσς...πια τίποτε` τίποτε άσπρο ή λείο πια τίποτε
Μεθυστικό, μελωδικό, τίποτε κανένα φωτισμένο από το πίσω
μέρος
Νέφος ή συντροφιά του ανθρώπου έστω
Κάτι πένθιμο, λιποθυμιστικό, ύστερα που η Μέρα των Παθών
Πήρε να γέρνει με το πλάι αργά και να βυθίζεται".
Θα μπορούσα να μιλάω μέρες, νύχτες και χρόνια για τα ποιήματά σου και να σημειώνω εκατοντάδες παραθέματα που με συντροφεύουν στη ζωή μου, αλλά σταματάω εδώ και πάω κοντά στη χόβολη με λέξεις, πέτρες και εικόνες για να ζεσταθώ και εγώ με άλλους και δεν ξεχνώ: όπου με βρίσκει το κακό όπου και να θολώνει ο νους μου, θα μνημονεύω το όνομά σου.
                                                                                              Φεβρουάριος΄92