Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ένα ποίημα του Αντώνη Πυροβολάκη‏. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ένα ποίημα του Αντώνη Πυροβολάκη‏. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2012

Ένα ποίημα του Αντώνη Πυροβολάκη‏


Απόγευμα


Δεν μ' άρεσε το φως του απογεύματος

είχε κάτι από μια θλιμμένη μελωδία,

κάτι από την πυρκαγιά που αφήνει πίσω η κηδεία ενός νέου,

το χρώμα του μεστού λωτού, τα νύχια ενός αρπακτικού που περιμένει.


Δεν μ' άρεσε το φως του απογεύματος

θύμιζε τους αυτόχειρες που απαγχονίστηκαν στις ηλιαχτίδες ,

θύμιζε το χρυσάφι στον αστράγαλο μίας παλλακίδας από τα Γόμορρα ,

που χόρευε μπροστά στο βασιλιά ένα χορό θανάτου

ασθμαίνοντας πυρρά και θειάφι.


Δεν μ' άρεσε το φως του απογεύματος

το κοίταγμα του ουρανού έμοιαζε με εκείνο της οχιάς

η νύχτα με μία κουστωδία από σκοτάδια και ξυράφια

άφηνε πίσω της πληγές

κι εσύ μια μοιχαλίδα σύζυγος ενός συναγερμού,

με το Μορφέα σε μια βρώμικη αγκαλιά δοσμένη

στον ύπνο παραμίλαγες κάτι για φονικά φεγγάρια.


Δε μ' άρεσε το φως του απογεύματος

το καλοκαίρι κερνούσε λεμονάδα δροσερή μαζί με δηλητήριο.

Τα χελιδόνια είχαν φύγει ευτυχώς κι έτσι δεν είδαν

τα λυσσασμένα πρωτοβρόχια να σκυλεύουν το κουφάρι του Αυγούστου.


Δεν μ' άρεσε το φως του απογεύματος

θύμιζε αγάπη κουρσεμένη , καλλιγραφία στο έγγραφο μιας διαθήκης,

ένα όνειρο που αυτομόλησε στο πουθενά,

μια σιγαλιά που κλαίει μ' αναφιλητά μέσα στη κοσμοχαλασιά του δρόμου.


Δεν μ' άρεσε το φως του απογεύματος.

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2011

Ένα ποίημα του Αντώνη Πυροβολάκη‏

Ιφιγένεια


Ένα κορίτσι ονειρεύτηκε Περσίδες κλειδωμένες να αστράφτουν στην καρδιά της.

Τον χρόνο τον επινόησε η τρομολαγνεία του τριαντάφυλλου,

έλεγε και κρυβόταν στη ρωγμή μιας αστραπής.

Των Αθηναίων οι τριήρεις σάλπαραν μ' ένα τσούρμο πεταλούδων για τη λησμονιά

κι εκείνη με το βλέμμα μιας λιακάδας

τα αμαρτήματα της δρόσιζε στο δέρμα των φιδιών,

στα χείλη τηγάνιζε χελιδονόψαρων σιωπές, του ανείπωτου τα εγκαύματα.

Της καταιγίδας τους λυγμούς έχωνε στο πουκάμισο της

και τον πόρνο νόστο που κυλιόταν με αγοραίες αναπνοές,

τα κατά συρροή εγκλήματα της ύπαρξης.

Ακροπατώντας στη σιγή του πεπρωμένου

σοφά ανασκολόπιζε τις εκπνοές των παραθύρων με αιχμηρά κοιτάγματα,

μηνούσε με τα περιστέρια στο χάος να της στείλει το αστέρι του Ιούδα.

Με ξυραφιές στα μπράτσα κι ένα καταρράκτη νου

έψαξε την αθανασία σε ενός νεκρού την αγρυπνία,

ρώτησε ένα φεγγάρι έμεσμα του άπειρου από που απογειώνονται τα διαστημόπλοια

στη χούφτα σφίγγοντας τον αχινό της λήθης.

Βλέπεις είχε πια κουραστεί ζωή να λέει όλα εκείνο το φαφούτικο προσδόκιμο σκοτάδι,

τα ψαροκόκαλα των δίποδων φωνών,

τη λύκαινα του αντικαταθλιπτικού που βύζαξε του θυμικού της τις ξεδοντιασμένες λέξεις.

Αυτό το ποίημα θα τη μαρτυρήσει στους ωκεανούς,

πως ένα χιόνι ήταν με γυναικεία ρούχα.

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011

Ένα ποίημα του Αντώνη Πυροβολάκη‏

Ο  ουραγός  των  λέξεων


Θα με ξεβράσει το κατράμι αυτής της νύχτας
στις ξέρες του αβάστακτου γαλάζιου μιας αυγής
νότια των Μαλβίδων
σακατεμένα αλμπατρός στο διηνεκές θα γράφουν
της ζωής μου τις τροχιές
κι εσύ με μία πινελιά σκοτάδι αντί για πρόσωπο,
κρυμμένος πίσω από του όπιου τη ζάλη
θα ψιθυρίζεις ότι οι τυφώνες γεννιούνται
και ξεφεύγουν μέσα απ' τις ματιές
όσων τρελάθηκαν από αγάπη.
Μια πυρκαγιά από τ' αστέρια ήρθε στο κρεβάτι μου απόψε και
μου εξομολογήθηκε τραυλίζοντας.
'' Τη σκόνη μοναχά να αγαπήσεις , τίποτα άλλο . ''
Στο δεύτερο συρτάρι του γραφείου μου
υπάρχει ένα περίστροφο.
Κανείς δεν πυροβόλησε ποτέ μ' αυτό,
την παρθενιά του κράτησε για μένα.
Ακούω την αδημονία της σιωπής
Το φαύλο κύκλο των λυγμών.
Τις αντοχής μου οι σερπαντίνες
στις αύρες του Ειρηνικού
θα φτερουγίσουν δακρυσμένες
μέσα στης σιγαλιάς τους τη σοφία.
Είμαι ο ουραγός των λέξεων,
που αποσκίρτησε στους στεναγμούς
ξένων σωμάτων
στο σφιχταγκάλιασμα της λησμοσύνης τους,
τις πήρα τις παράχωσα
στα σκοτεινά διάστιχα των ποιημάτων
τις σκόρπισα στα χέρσα χώματα στείρων πνευμάτων,
στις αλυκές ψυχών που απονέκρωσε η οδύνη.
Είμαι ο ουραγός των λέξεων
που αποσκίρτησε στη χώρα όπου
οι ματιές τα λένε όλα.
στο άηχο πένθος ενός πεφταστεριού
που πίσω άφησε επηρμένες αστροφεγγιές
και φράσεις που αρχίζουν μ' ένα βουβό μακάρι
και τελειώνουν μ' ηλιοφώτιστα αναφιλητά.
Αυτό το ποίημα είναι μισοτελειωμένο.
Όχι δεν έδωσα όρκο σιωπής.
Απλά θέλω να σταματήσουμε για λίγο,
άλλο δε μπορώ.