Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 12 Ιουλίου 2016

ΕΦΥΓΕ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ



                                            





Πέθανε σε ηλικία 87 ετών ο φιλόλογος, μεταφραστής αρχαίων συγγραφέων και δοκιμιογράφος Δημήτρης Μαρωνίτης, χάνοντας τη μάχη με τον καρκίνο.

Ο Δημήτρης Μαρωνίτης γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Περάτωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Πειραματικό Σχολείο της Θεσσαλονίκης και συνέχισε σπουδάζοντας στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Συμπλήρωσε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στη Δυτική Γερμανία με υποτροφία από το ίδρυμα "Humboldt Stiftung", δίπλα στον γνωστό ελληνιστή Βάλτερ Μαργκ.
Το διδακτορικό του δίπλωμα το έλαβε το 1962 από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο όπου και δίδαξε Αρχαία Ελληνικά από το 1963 έως το 1968 ως εντεταλμένος υφηγητής (στη Φιλοσοφική Σχολή). Κατά τη διάρκεια της επταετίας η δράση του ενοχλούσε το στρατιωτικό καθεστώς με αποτέλεσμα συχνά να φιλοξενείται στα κρατητήρια της συμπρωτεύουσας και της Αθήνας. Οι 8 μήνες του εγκλεισμού του από τις αρχές του 73 μέχρι της γενική αμνήστευση άφησαν το σημάδι τους στη Μαύρη γαλήνη, ένα κείμενο που γράφτηκε στο κελί, σε φθαρμένες χαρτοπετσέτες, όταν κατάφερε να βρει ένα μολύβι ο Δ.Ν.Μαρωνίτης. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο του 1973 στο 8ο και τελευταίο τεύχος του περιοδικού Η Συνέχεια, και πρόσφατα, το 2007, στις εκδόσεις Το Ροδακιό.
Μετά την χούντα επανέρχεται και παραμένει καθηγητής από 1975 έως το 1996. Επισκέπτης καθηγητής σε πανεπιστήμια της Γερμανίας, Αυστρίας και Κύπρου και των ΗΠΑ. Από το 1994 έως το 2001 πρόεδρος και γενικός διευθυντής του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, ενώ υπήρξε και καλλιτεχνικός διευθυντής του Κ.Θ.Β.Ε. Η θητεία του όμως, υπήρξε μικρής διάρκειας: από τις 3 Νοεμβρίου 1989 έως τις 12 Σεπτεμβρίου 1990.

Μεταφραστικό 'Εργο

Οι θέσεις και η αγάπη του για την μετάφραση των αρχαίων κειμένων θεμελιώθηκαν στο Πειραματικό σχολείο και πήραν μια πιο στέρεη μορφή στη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης. Ο κατ’ εξοχήν δάσκαλός του τα χρόνια αυτά ήταν ο I. Θ. Kακριδής. Σημαντική επιρροή στα μεταφραστικά του ενδιαφέροντα έπαιξε και ο W. Marg -που εκδίδει και για χρόνια το αρχαιογνωστικό περιοδικό, το Gnomon - όταν, μετά τις προπτυχιακές του σπουδές και εν όψει της εκπόνησης της διδακτορικής του διατριβής για τον Ηρόδοτο,ο Δ. Ν Μαρωνίτης φεύγει στη Γερμανία.
Ο Δ. Μαρωνίτης ασχολήθηκε με τη μετάφραση από τα τριάντα του χρόνια: ξεκίνησε με τη μετάφραση του Ηρόδοτου, και σιγά σιγά αυτή η διαδικασία τού έγινε «έμμονη ιδέα», ασχολούμενος σχεδόν αποκλειστικά με την ενδογλωσσική μετάφραση. Ακολούθησαν οι «Νουβέλες και τα ανέκδοτα» του Ηρόδοτου, μια επιλογή των έργων του Ησίοδου, κάποια αποσπάσματα από τη Σαπφώ, το τελευταίο στάσιμο από τον «Αίαντα» του Σοφοκλή κ. ά.

Σε παλιότερη συνέντευξή του στην «Κ» ο Δημήτρης Μαρωνίτης είχε μιλήσει για την δωδεκαετή Οδύσσεια του...

Πηγή: Καθημερινή

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2013

Ποίηση και ποιητική// του Δημήτρη Μαρωνίτη



 
Δεν πρόκειται για ταυτολογία ούτε για λογοπαίγνιο. Οι όροι του τίτλου εννοούνται γραμματολογικά και πραγματολογικά ακριβείς: στη συγκεκριμένη περίπτωση αντιστοιχούν σε δύο συνώνυμα λογοτεχνικά περιοδικά, σε συνοχή και συνέχεια, με διευθύνοντα τον ανυποχώρητο Χάρη Βλαβιανό. Προηγήθηκε η «Ποίηση», συμπληρώνοντας τριάντα τεύχη σε δεκαπέντε διαδοχικά χρόνια (1992-2007, εκδόσεις Νεφέλη). Ακολούθησε η «Ποιητική» (εκδόσεις Πατάκη), γιορτάζοντας με το δέκατο τεύχος της τα πέντε της χρόνια. Ευοίωνο σήμα: σαράντα σήματα περιοδικής ποίησης και ποιητικής σε είκοσι χρόνια. Αν εξαιρεθεί η «αιωνόβια» «Νέα Εστία», συγκρίσιμα λογοτεχνικά περιοδικά σε διάρκεια χρόνου παραμένουν κυρίως «Το Δέντρο», «Η Λέξη» (που κατέληξε δυστυχώς) και το «Εντευκτήριο» (που συνεχίζεται ευτυχώς, σε πείσμα της οικονομικής ασφυξίας του).

Θυμίζω πως όταν κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος της «Ποιητικής», πριν από κάμποσα χρόνια, ρωτούσα αν η παράλλαξη του τίτλου σημαίνει διεύρυνση και του αντικειμενικού στόχου: από την ποιητική πράξη προς την ποιητική θεωρία, ανοίγοντας τον δρόμο και στο ποιητολογικό δοκίμιο - δικό μας και ξένο. Τα γιορτινό τώρα τεύχος δείχνει πως η αναμενόμενη αναβάθμιση έγινε και συνεχίζεται, ανεβάζοντας, βαθμηδόν τον λογοτεχνικό πήχη. Γεγονός αξιοπρόσεκτο και ασφαλώς αξιέπαινο. Θα επιμείνω.

Εντυπωσιάζουν κατ' αρχήν ο όγκος (παρ' ολίγον 320 σελίδες) και η τυπογραφική αρτιότητα του δέκατου τεύχους, στοιχεία που προϋποθέτουν ασυνήθιστο συλλογικό και ατομικό μόχθο. Συμπληρωματική εξάλλου αρετή αναγνωρίζεται στον εποπτικό καταμερισμό της έντυπης ύλης του, η οποία προβάλλεται στο εξώφυλλο του περιοδικού, μοιρασμένη σε έξι κεφάλαια. Προηγείται η Ποίηση με δεκαεπτά ονομαστικά λήμματα. Επεται το Δοκίμιο με τέσσερα. Μεσολαβεί το Αφιέρωμα στη νεότερη ελληνική ποίηση με δεκαέξι. Ακολουθεί η Κριτική με εννέα και επιβάλλεται το Et cetera με τέσσερα λήμματα.

Με την εξαίρεση του Αφιερώματος και της Κριτικής, στα τρία βασικά κεφάλαια ζυγίζονται ισόρροπα τα πρωτότυπα με τα μεταφρασμένα κείμενα. Υπάρχουν συνάμα και απροσδόκητες εκπλήξεις: προέχει (και δικαίως προτάσσεται) απόσπασμα από το «Canto XLIX» του Εζρα Πάουντ σε ανέκδοτη μετάφραση του Γιώργου Σεφέρη, υπομνηματισμένο επαρκώς από τη Γαλάτεια Δημητρίου.

Ενδίδοντας στον πειρασμό, αντιγράφω, δείγματος χάριν, την πρώτη στροφή, ως σήμα φιλόξενης μεταφραστικής γλώσσας, που δοκιμάζει στα δύσκολα το νεοελληνικό φυσικό της: Για τις εφτά λίμνες, κι όχι από χέρι ανθρώπου τούτοι οι στίχοι: / βροχή, άδειο ποτάμι, ένα ταξίδι, / φωτιά από μαργωμένο σύννεφο, χοντρή βροχή στο μούχρωμα, /κάτω από της καλύβας τη σκέπη ήταν ένα φανάρι. / Είναι βαριά τα καλάμια λυγισμένα / και τα μπαμπού μιλούν, θα 'λεγες κλαίνε.

Δεύτερος ποιητικός σταθμός: ο «Τσάρος Σαλτάν» του Αλεξάντρ Πούσκιν (εισαγωγή και μετάφραση της Λένιας Ζαφειροπούλου). Ενισχυμένος από την ενθουσιαστική πρόκριση του Ντμίτρι Σ. Μίρσκι, που αποφαίνεται: «Οσο κανείς μεγαλώνει, τόσο έχει την τάση να βλέπει στον Τσάρο Σαλτάν το αριστούργημα της ρωσικής ποίησης». Τρισέλιδη η ενημερωτική εισαγωγή, δεκατρείς σελίδες το δίστηλο (ομοιοκατάληκτο ανά δίστιχο) κείμενο. Δύσκολο να αποφασίσει ο σημερινός αναγνώστης για την εμβέλεια της σύνθεσης σε άλλη γλώσσα και χώρα. Αφηγηματικό, λαϊκότροπο μυθόδραμα, χρειάζεται ίσως άλλου είδους αναγνωστική εξοικείωση, που μάλλον εδώ μας λείπει.
Η Ζαφειροπούλου ωστόσο (και καλά κάνει) επιμένει στη γοητεία της ρυθμικής του ανέλιξης. Αντιγράφονται τέσσερις στίχοι, για να μη μιλούμε στον αέρα: Πάει το σύννεφο ψηλά. / Το βαρέλι στα νερά. / Η τσαρίνα σαν μια χήρα / κλαίει τη θλιβερή της μοίρα.

Τρίτος, πιο κοντινός, σταθμός: «Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν» του Μπέρτολτ Μπρεχτ, μέσα από πέντε τραγούδια του, σε μετάφραση «πολλών χεριών», καταπώς προειδοποιεί ο Βασίλης Αμανατίδης. Προτάσσοντας μια δισέλιδη εισαγωγή, όπου ομολογεί ευθαρσώς τη μεταφραστική αγωνία του, στο όριο της συμπαθητικής αμηχανίας.

Αντιγράφω την τελευταία στροφή από το «Τραγούδι του όγδοου ελέφαντα»:
Ετσι απ' τα δόντια των επτά δεν έμεινε κανένα / Ενώ του όγδοου, όλα γερά, στη θέση τους βαλμένα. / Ορμάει τότε στους επτά, δαγκώνει, τους ξεσκίζει / Ενώ ο αφέντης πάνω του γελάει και γρυλίζει.

Θυμάμαι το έργο στην αλησμόνητη σκηνοθεσία και μετάφραση του Μίνωα Βολανάκη, σ' εκείνες τις γόνιμες μέρες του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, με την Αλέκα Παΐζη ασύγκριτη στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ολοι και όλα στο μεταξύ έχουν σβήσει, μαζί τους και η συγκεκριμένη μετάφραση. ΄Η μήπως όχι; Θα συνεχίσω την άλλη Κυριακή, γιατί απομένουν και άλλα ριψοκίνδυνα μεταφραστικά παραδείγματα, πλάι στα πρωτότυπα.