Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Μαρτίου 2020

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ



  
ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΗ:AΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ
  
ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ 

Γυναίκες

…Φτωχές γυναίκες,
μοδίστρες, δακτυλογράφοι, ασπρορουχούδες,
τίμιες ή σπιτωμένες, ακόμα κι άλλες
εκείνες του σκοινιού και του παλουκιού,
γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κουρνιαχτού,
νιώσαμε το φόβο που κρύβεται καμιά φορά
πίσω από την αγνότητα,
την κούραση πίσω από την καλοσύνη ή την αδιαφορία
πίσω απ’ την υπακοή.
Μα πιο πολύ νιώσαμε την αδυναμία που
κρύβεται πίσω απ’ την κακία.
Συχνά μας άφησαν εκείνοι που αγαπούσαμε
πολλές, πάνω στη τρέλα τους, τους ρίξανε βιτριόλι,
οι πιο πολλές βέβαια κλάψαμε, χτυπηθήκαμε,
μα φροντίσαμε σύντομα να βρούμε έναν άλλον,
γιατί τα χρόνια περνάνε…
Αν μας έβλεπε κανείς το βράδυ, όταν μένουμε μονάχες
και βγάζουμε τις φουρκέτες, τις ζαρτιέρες, και κρεμάμε
στην κρεμάστρα το πανωφόρι κι αυτήν τη βαμμένη μάσκα
που μας φόρεσαν, εδώ και αιώνες τώρα, οι άντρες
για να τους αρέσουμε –
αν μας έβλεπαν, θα τρόμαζαν μπροστά σε τούτο
το γυμνό, κουρασμένο πρόσωπο.
Αχ, γυναίκες έρημες,
κανείς δεν έμαθε ποτέ πόση αγωνία κρύβεται πίσω απ’
τη λαγνεία, ή την υστεροβουλία μας.
Και πάντα γυρεύαμε το καλύτερο….
Συχνά καταφύγαμε και στις χαρτορίχτρες,
τρέχουμε στα μέντιουμ να μάθουμε- τι να μάθουμε;
Διαβάζουμε καθημερινά το ωροσκόπιο στις εφημερίδες,
πηγαίνουμε σε διάφορους ύποπτους αστρολόγους…
λοιπόν πού πάμε; Από πού ερχόμαστε; Τι ψάχνουμε
παλεύοντας αιώνια με τα έξω και τα μέσα μας στοιχεία;
Ερχόμαστε απ’ το φόβο και το φόνο, απ’ το αίμα και
την επανάληψη. Ερχόμαστε απ’ την παλαιολιθική αρπαγή-
κι αρχίζουμε την ανθρώπινη φιλία.
Τέλος, ύστερα από πολλά, παντρευόμαστε,
κάνουμε κάμποσες εκτρώσεις, αρκετά παιδιά,
ύστερα έρχεται η κλιμακτήριος, οι μικρονευρασθένειες,
κι ύστερα τίποτα. Όλα καταλαγιάζουν μέσα μας.
Κι επιθυμίες κι αναμνήσεις- αχ περνάει
γρήγορα η ζωή, ούτε το καταλαβαίνεις.
Τα παιδιά ζούνε σ’ ένα δικό τους κόσμο, δε μας ξέρουν
παρά μονάχα σα μητέρες, δεν μπόρεσαν να μας δουν
ποτέ λίγο κι εμάς σαν ανθρώπους-
με τις μικρότητες ή τις παραφορές τους.
Έτσι ζήσαμε. Αγνοημένες και μονάχες μέσα
στο εσωτερικό μας πάθος,
αγνοημένες κι έρημες μέσα στην ιερότητα
της μητρότητάς μας…”

(Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, τ. 1, Κέδρος)

***  
Κωστής Παλαμάς, 
Γυναίκα
Γυναίκα, αν θες αντρίκεια να δουλέψεις
για τον ξεσκλαβωμό σου, δε σε φτάνει
να κάψεις, να σκορπίσεις, να ξοδέψεις

Το χρυσάφι, τη σμύρνα, το λιβάνι
στο νέο βωμό. Μέσα σου πρώτα κάψε
το τριπλό ξόανο που τους δούλους κάνει,

Συνήθεια, κέρδος, πρόληψη. Και σκάψε,
και του παλιού καιρού τα παραμύθια,κι ας είν’ όμορφα, μια για πάντα θάψε…
Α! τα μεστά καμαρωτά σου στήθια
βραχνάς τα πνίγει, πνίχ’ τον, πολεμίστραγια την Αγάπη και για την Αλήθεια.
Πάντα μαζί σου κ’ η Ομορφιά η μεθύστρα.



Η Κική Δημουλά εμπνεύστηκε το «Σημείο αναγνωρίσεως» από το γλυπτό του Κώστα Σεφερλή «Βόρειος Ήπειρος» (1951), στον πεζόδρομο της Τοσίτσα, που εικονίζει τη Β. Ήπειρο με τη μορφή μιας αλυσοδεμένης γυναίκας. 


Κική Δημουλά 

Σημείο Αναγνωρίσεως – άγαλμα γυναίκας με δεμένα χέρια 

Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,

 εγώ σε προσφωνώ γυναίκα κατευθείαν. 

Στολίζεις κάποιο πάρκο.

 Από μακριά εξαπατάς.

 Θαρρεί κανείς πως έχεις ελαφρά ανακαθήσει 

να θυμηθείς ένα ωραίο όνειρο που είδες, 

πως παίρνεις φόρα να το ζήσεις. 

Από κοντά ξεκαθαρίζει το όνειρο: 

δεμένα είναι πισθάγκωνα τα χέρια σου

 μ’ ένα σκοινί μαρμάρινο 

κι η στάση σου είναι η θέλησή σου 

κάτι να σε βοηθήσει να ξεφύγεις

 την αγωνία του αιχμαλώτου. 

Έτσι σε παραγγείλανε στο γλύπτη:

 αιχμάλωτη. 

Δεν μπορείς ούτε μια βροχή να ζυγίσεις στο χέρι σου, 

ούτε μια ελαφριά μαργαρίτα. 

Δεμένα είναι τα χέρια σου. 

Και δεν είν’ το μάρμαρο μόνο ο Άργος.

 Αν κάτι πήγαινε ν’ αλλάξει

 στην πορεία των μαρμάρων, 

αν άρχιζαν τ’ αγάλματα

 αγώνες για ελευθερίες και ισότητες,

 όπως οι δούλοι, 

οι νεκροί 

και το αίσθημά μας, 

εσύ θα πορευόσουνα 

μες στην κοσμογονία των μαρμάρων

 με δεμένα πάλι τα χέρια, αιχμάλωτη.

Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,
εγώ σε λέω γυναίκα αμέσως. 
Όχι γιατί γυναίκα σε παρέδωσε 
στο μάρμαρο ο γλύπτης 

κι υπόσχονται οι γοφοί σου 

ευγονία αγαλμάτων, 

καλή σοδειά ακινησίας.


Για τα δεμένα χέρια σου, που έχεις 

όσους πολλούς αιώνες σε γνωρίζω, 

σε λέω γυναίκα. 

Σε λέω γυναίκα 

γιατ’ είσ’ αιχμάλωτη. 

(Από τη συλλογή «Το λίγο του κόσμου» 1971 –συγκεντρωτική έκδοση «Κική Δημουλά, Ποιήματα», Ίκαρος)

_____
Νίκος Καρούζος
 Μεσονύχτι
 Έξι ποιήματα για το θήλυ 
Μικρή γυναίκα βλέποντας τη συμφορά 
έχουν μεθύσει τα μέλη σου από έρωτα 
που θύεται αγνότερος αντίκρυ στ’ άστρα. 
Κ’ εγώ θα μείνω μια βρόμικη προσευχή
με κρύσταλλα χρωματιστά ψηλά χαμένος. 
(Από τη συγκεντρωτική έκδοση «Νίκος Καρούζος, Τα Ποιήματα», εκδ. Ίκαρος)
Διονύσιος Σολωμός

[...] 


 Iδού, αυτές οι γυναίκες φέρνονται θαυμαστά· 

αυτές είναι μεγαλόψυχες, και λένε ότι μαθαίνουν από μας· 

δε δειλιάζουν, μολονότι τους επάρθηκε η ελπίδα που είχαν 

να γεννήσουν τέκνα για τη δόξα και για την ευτυχία. 

Eμείς λοιπόν μπορούμε να μάθουμε απ’ αυτές 


και να τες λατρεύουμε έως την ύστερην ώρα.....


(Από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους)






















Πέμπτη 25 Απριλίου 2019

-ΝΙΚΟΣ Κ Α Ρ Ο Υ Ζ Ο Σ, «Το Πάσχα των Πιστών»








“Κύριε λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής.
Άστρα και χώμα σε βαστάζουν…. 
Μεριάζουν άφωνα τα σκότη και διαβαίνεις,
ανέγγιχτη τον κόσμον αγγίζει μουσική 
και της καρδιάς τα πέταλα ροδίζουν,
άνθος όμορφο ζεσταίνεται στον ήλιο. 
Λευκάνθηκαν οι άνθρωποι στο αίμα του αρνίου. 
Θεέ μου ανέρχεσαι λυπημένος, 
αν και για όραση εξακολουθείς να έχεις τη συγχώρηση.
Ω θλίψη των ματιών του Κυρίου μου,
της αιωνιότητας ο κάματος,
έχω πολύ συνεργήσει για να υπάρχεις, 
είναι πολύ σ᾽ εμένα το μερίδιο της ανομίας.
Ανοίγει ένα τριαντάφυλλο, πάω και το ρωτώ: 
Πού έκρυψαν τον ήλιο;
Πλησιάζω τη θάλασσα και της λέω:
Είσαι βαθειά και με τα μυστικά μεγάλη σου η σχέση. 
Λυτρώνεται ο άνθρωπος; 
Απαντά το λουλούδι: «Θα χαθούμε» 
κι η θάλασσα με αχ αναταράζεται.”



(ΝΙΚΟΣ Κ Α Ρ Ο Υ Ζ Ο Σ, Το Πάσχα των Πιστών, Νέες Δοκιμές, 1954)

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013

ΝΟΤΑΤΙΟΝΕS///MAΡΤΙΟΣ 2013///ΠΟΙΗΜΑΤΑ


 



Νίκος Καρούζος 


ΜΥΘΟΣ ΜΕΛΑΝΟΜΟΡΦΟΣ

Τα έντομα δεν είναι μελοποιοί
πρωταγωνιστούν εκείθε στην άνθηση.
Τ’ αστέρια δεν είναι ελπιδοφόρα
χειροτερεύουν επίσημα στου Σύμπαντος
τη διαστολή.
Κάνετε τόπο στο μαύρο δεν είναι πενεστεία
είναι ο βραχμανικός πλούτος
το πρώην μη-χρώμα το νυν χρώμα το εσαεί
παντοδύναμο.
Δεν είναι σκλάβος; ο πενέστης του φωτός
το μαύρο; είναι ο ύπνος του έρωτα;
Το μαύρο δεν είναι κέντημα είναι εξουσίαση
καταλεί τις μορφές-ακουαρέλες.
Αλλά και λάδια να τανε το μαύρο ξέρει
τις ανυπαρξίες.
Αλίμονο σας πτωχόμουσοι.


******** 


Νίκος Καββαδίας



YARA YARA

Καθώς αποκοιμήθηκες φύλαγε βάρδια ο κάβος.
Σε σπίτι μέσα, ξέχασες προχτές το φυλαχτό.
Γελάς, μα εγώ σε πούλησα στο Rio για δυο centavos
κι απέ σε ξαναγόρασα ακριβά στη Βηρυτό.
Με πορφυρό στα χείλη μου κοχύλι σε προστάζω.
Στο χέρι το γεράκι σου και τα σκυλιά λυτά.
Απάνωθέ μου σκούπισε τη θάλασσα που στάζω
και μάθε με να περπατώ πάνω στη γη σωστά.
Κούκο φορούσες κάτασπρο μικρός και κολαρίνα.
Ναυτάκι του γλυκού νερού.
Σε πιάνει μην το πεις αλλού σα γάτα η λαμαρίνα
Και σε σαστίζει ξαφνικό προβέτζο του καιρού.
Το ντύμα πάρε του φιδιού και δος μου ένα μαντίλι.
Εγώ, - και σ' έγδυσα μπροστά στο γέρο Τισιανό.
Βίρα, Κεφαλλονίτισσα, και μάινα το καντήλι.
Σε λόφο γιαπωνέζικο κοιμάται το στερνό.
Σου πήρα από τη Νάπολη μια ψεύτικη καμέα
κι ένα κοράλλι ξέθωρο μαζί.
Πίσω απ'το φριγκορίφικο στην άδεια προκυμαία
Έβενος, - γλώσσα της φωτιάς, στο βάθος κρεμεζί.
Φώτα του Melbourne. Βαρετά κυλάει ο Yara Yara
ανάμεσα σε φορτηγά πελώρια και βουβά,
φέρνοντας προς το πέλαγος, χωρίς να δίνει δυάρα,
του κοριτσιού το φίλημα, που στοίχισε ακριβά.
Γερά την ανεμόσκαλα. Καφέ για τον πιλότο.
Λακίζετε, αλυσόδετοι του στεριανού καημού.
Και σένα, που σε κέρδισα μιανής νυχτιάς σε λότο,
σμίγεις και πας με τον καπνό του γκρίζου ποταμού.
Μια βάρκα θέλω, ποταμέ, να ρίξω από χαρτόνι,
όπως αυτές που παίζουνε στις όχθες μαθητές.
Σκοτώνει, πες μου, ο χωρισμός; - Ματώνει, δε σκοτώνει.
Ποιος είπε φούντο; Ψέματα. Δε φτάσαμε ποτές.

Melbourne 1951 

******** 
 



ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΥΜΝΟΣ ΔΟΞΑΣΤΙΚΟΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ Π' ΑΓΑΠΟΥΜΕ

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε σαν τα ρόδια
έρχονται και μας βρίσκουνε
τις νύχτες
όταν βρέχη
με τους μαστούς τους καταργούν τη μοναξιά μας
μεσ' τα μαλλιά μας εισχωρούν βαθειά
και τα κοσμούνε
σα δάκρυα
σαν ακρογιάλια φωτεινά
σα ρόδια

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε κύκνοι
τα πάρκα τους
ζουν μόνο μέσα στην καρδιά μας
είν' τα φτερά τους
τα φτερά αγγέλων
τ' αγάλματά τους είναι το κορμί μας
οι ωραίες δεντροστοιχίες είν' αυτές οι ίδιες
ορθές στην άκρια των ελαφρών ποδιών
τους
μας πλησιάζουν
κι είναι σαν μας φιλούν
στα μάτια
κύκνοι

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε λίμνες
στους καλαμιώνες τους
τα φλογερά τα χείλια μας σφυρίζουν
τα ωραία πουλιά μας κολυμπούνε στα νερά τους
κι ύστερα
σαν πετούν
τα καθρεφτίζουν
- υπερήφανα ως ειν' -
οι λίμνες
κι είναι στις όχθες τους οι λεύκες λύρες
που η μουσική τους πνίγει μέσα μας
τις πίκρες
κι ως πλημμυρούν το είναι μας
χαρά
γαλήνη
είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε
λίμνες

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε σαν σημαίες
στου πόθου τους ανέμους κυματίζουν
τα μακρυά μαλλιά τους
λάμπουνε
τις νύχτες
μεσ' στις θερμές παλάμες τους κρατούνε
τη ζωή μας
είν' οι απαλές κοιλιές τους
ο ουράνιος θόλος
είναι οι πόρτες μας
τα παραθύρια μας
οι στόλοι
τ' άστρα μας συνεχώς ζούνε κοντά τους
τα χρώματά τους είναι
τα λόγια της αγάπης
τα χείλη τους
είναι ο
ήλιος το φεγγάρι
και το πανί τους είν' το μόνο σάβανο που μας αρμόζει :
είν' οι γυναίκες που αγαπούμε σαν σημαίες

είν' οι γυναίκες που αγαπούμε δάση
το κάθε δέντρο τους είν' κι ένα μήνυμα του πάθους
σαν μεσ' σ' αυτά τα δάση
μας πλανέψουνε
τα βήματά μας
και χαθούμε
τότες είν'
ακριβώς
που βρίσκουμε τον εαυτόνε μας
και ζούμε
κι όσο από μακρυά ακούμε νάρχωνται οι μπόρες
ή και μας φέρνει
ο άνεμος
τις μουσικές και τους θορύβους
της γιορτής
ή τις φλογέρες του κινδύνου
τίποτε - φυσικά - δε μπορεί να μας φοβίση
ως οι πυκνές οι φυλλωσιές
ασφαλώς μας προστατεύουν
μια που οι γυναίκες π' αγαπούμε είναι σα δάση

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε σαν λιμάνια
(μόνος σκοπός
προορισμός
των ωραίων καραβιών μας)
τα μάτια τους
είν' οι κυματοθραύστες
οι ώμοι τους είν' ο σηματοφόρος
της χαράς
οι μηροί τους
σειρά αμφορείς στις προκυμαίες
τα πόδια τους
οι στοργικοί
μας
φάροι
- οι νοσταλγοί τις ονομάζουν Κ α τ ε ρ ί ν α -
είναι τα κύματά τους
οι υπέροχες θωπείες
οι Σειρήνες τους δεν μας γελούν
μόνε
μας
δείχνουνε το δρόμο
- φιλικές -
προς τα λιμάνια : τις γυναίκες που αγαπούμε

έχουνε οι γυναίκες π' αγαπούμε θεία την ουσία
κι όταν σφιχτά στην αγκαλιά μας
τις κρατούμε
με τους θεούς κι εμείς γινόμαστ' όμοιοι
στηνόμαστε ορθοί σαν άγριοι πύργοι
τίποτε δεν είν' πια δυνατό να μας κλονίση
με τα λευκά τους χέρια
αυτές
γύρω μας γαντζώνουν
κι έρχονται όλοι οι λαοί
τα έθνη
και μας προσκυνούνε
φωνάζουν
αθάνατο
στους αιώνες
τ' όνομά μας
γιατί οι γυναίκες π' αγαπούμε
την μεταδίνουν
και σ' εμάς
αυτή
τη θεία τους
ουσία

 
 
******** 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ


Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές


Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές
αν μάλιστα τυχαίνει να μένουμε στην ίδια πόλη
να τους βλέπουμε που και που
γιατί εκεί που ζούμε ήσυχοι
βέβαιοι πως ζούνε κι αυτοί - ξεχασμένοι έστω -
εκεί έρχεται το μαντάτο τους.


Οι καλοί ποιητές μας φεύγουνε μια μέρα
όχι γιατί πεθαίνουνε
από έμφραγμα ή από καρκίνο
αλλά γιατί φυτρώνουνε στα βλέφαρά τους
λουλούδια τρομερά.


Ανοίγουνε κιτάπια στην αρχή
πάνε μετά στον οφθαλμίατρο
ρωτάνε κηπουρούς βοτανολόγους
η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά
λόγια φοβισμένα κι αόριστα
οι περαστικοί κι οι γείτονες σταυροκοπιούνται.


Έτσι σιγά σιγά οι ποιητές μαζεύονται
αποτραβιούνται σπίτι τους
ακούγοντας δίσκους παλιούς
γράφοντας λίγο
όλο και πιο λίγο
πράγματα μέτρια.
Στο μεταξύ μες στην κλεισούρα
τα τρομερά λουλούδια αρχίζουν να ξεραίνονται
και να κρεμάνε
κι οι ποιητές δε βγαίνουν πια
μήτε για τα τσιγάρα τους στο διπλανό περίπτερο.
Μόνο σκεβρώνουνε κοντά στο τζάκι
ζητώντας την απόκριση από τη φωτιά
που πάντα ξεπετάει στο τέλος μια της σπίθα
κι αυτή γαντζώνεται
στα ξεραμένα φύλλα πρώτα
ύστερα στα ξερά κλαριά
σ' όλο το σώμα
και τότε λάμπει το σπίτι
λάμπει ο τόπος
για μια μόνο στιγμή


κι αποτεφρώνονται.

 

******** 

 
 Παντελής Μπουκάλας

«Ρήματα»


Στην ξενιτιά της γλώσσας

Τυχαία ώρα. Τυχαία πλατεία. Τυχαία Ελλάδα.

Πάντως Κυριακή,/ τότε που δέεσαι το χρόνο να ειρηνέψει.

Στα παγκάκια, μισοί να κάθονται, μισοί ανεβασμένοι.

Αλβανοί./ Τώρα μιλάνε δυνατά/ και ξαναβρίσκουν όσα έκρυψε

φοβισμένος ο καιρός της σιωπής./ Ξενιτεμένοι μες στη γλώσσα τους.



Οι εδραίοι δεν της αποδίδουν σημασία,/ καν δεν τη διακρίνουν

Γι αυτό κι ελευθερώνει ερμητικό τον ήχο της.

Στο θάλαμο τηλεφωνούν. Φιλιππινέζοι. Μάλλον.

Διπλά ξενιτεμένοι αυτοί/ της γλώσσας και του δέρματος

δεσμεύουν τη φωνή τους/ αθόρυβοι διασχίζουν το ακίνητο βλέμμα μας.



Συλλέκτης μάταιος επεισοδίων/ παίρνεις να γράφεις σιωπηρά,

δίχως χαρτί ή μολύβι,/ λες ξαναλές τις φράσεις μη χαθούν,

έχει ραγίσει ο ρυθμός,/ κομπιάζει η μνήμη.

Εκείνο το βαρύ το αγενεαλόγητο: «Πατρίδα του ποιητή η γλώσσα του»

σου τρώει το νου τον φαρμακώνει.

Μα ποια πατρίδα./ Λέξεις και λέξεις και πάλι λέξεις.

Ιθαγενής του κενού,/ μετράς, διπλή- τριπλή η ξενιτιά της γλώσσας/ όταν γράφεται.

Να μένεις έξω μακριά απ’ ό,τι πόθησες/ ό,τι σχεδίασες πριν το αναθέσεις στα ρημάτια.

Να μένεις έξω μακριά/ απ’ όσους δεν νοούν τη γλώσσα σου

σε άλλον ήλιο γεννημένοι.
Έξω μακριά κι απ’ ους ομόγλωσσους/ που διασχίζουν την παλιλλαλία σου αδιάφοροι.

Μια ξενιτιά η πατρίδα σου./ Σαν έρωτα που τον ζητάς/ μόνον για να τον χάσεις. 
ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ,Adieu.[...]

ΙV

Ό,τι είδαμε,ό,τι ποθήσαμε
στις πιό κρυφές μας ώρες
κάποτε έρχεται λάμποντας στο σκοτάδι
κι αθόρυβα μπαίνει στη ζωή μας.

Στο όνομα αυτής της νύχτας
που πάλι σε μένα σε χαρίζει
έλα,καλή μου,
έλα εσύ,της ομορφιάς η ωραία,
τους θεούς που μας φθονούν ας εξοργίσουμε
με τη λάμψη των σωμάτων μας.

V

Δεν είμαι άνθρωπος κοινός.
Ένας ερωτευμένος είμαι.

Σε σκέφτομαι όχι σαν κάποιος που σκέφτεται
αλλά σαν ο ένας που αγαπάει.

ΧΙΙ

Το βράδι απόψε είναι γλυκό.
Στον κήπο ανθίζει νέο πάθος.
Μια μέθη ωραία με πολιορκεί.
Ο άνεμος,της ορμής ψάλλει τον ύμνο.
Λάμπει το βλέμμα σου
από το φως του έρωτά μας.
Τίποτα δεν προσμένει πια η ψυχή.
Τώρα μπορώ να πεθάνω ευτυχισμένος.
Θα έχω ζήσει πολύ
μετά απ'αυτήν την ώρα
της άπληστης αγάπης.

Είσαι το όνειρο που μ ' εξαγνίζει.

ΧΙΙΙ

Βλέφαρα
χείλη
ένα πρόσωπο,
γύρω του
όλα τα μικρά
γνώριμα αντικείμενα
που δίνουν σ'αυτό το πάθος
το φωτεινό του σχήμα.
Είμαι εδώ για να δοξάσω εσένα,
το αιώνιο μαργαριτάρι της ζωής.
Είμαι εδώ γιατί ένας έρωτας μεγάλος
μιά βαθιά θλίψη
μας δίνεται μονάχα μιά φορά.

ΧΙV
(έντεκα τριαντάφυλλα για σένα)

Η ιδιοφυία μου δεν είναι
παρά ένας έρωτας.
Ο δικός σου.



********