Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα XAΡΑΛΑΜΠΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα XAΡΑΛΑΜΠΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 8 Σεπτεμβρίου 2017

notationes/// ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2017 /// XAΡΑΛΑΜΠΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ /// ΚΑΠΝΟΣ




Θυμάμαι τον καπνό του τσιγάρου σου
να τον φυσάς και να τον παίρνει ο αέρας προς τα πάνω,

το τζάμι του αυτοκινήτου που θόλωνε απ’ την ανάσα σου

κι εσύ ζωγράφιζες πάνω του αστεία ανθρωπάκια,

τον ζεστό αχνό απ’ το φλιτζάνι σου

που το ‘φερνες στο στόμα σου προσεκτικά,

έπινες μια μικρή γουλιά και τέντωνες τα χείλη σου

να σ’ τα φιλήσω που καιγόσουν.



Θυμάμαι στο σπίτι στο βουνό

που ξυπνούσαμε το πρωί

και δεν κρατιόσουν, μού ‘λεγες,

μ’ έπαιρνες έξω, πίσω απ’ τους θάμνους,

κατέβαζες με μια σου κίνηση

το παντελόνι σου μαζί με το βρακάκι 

λύγιζες τα πόδια σου, 

και ουρούσες μ’ ανακούφιση,

στον παγωμένο αέρα του πρωινού

κι άχνιζε ανάμεσα στα πόδια σου

ατμός ανέβαινε από μέσα σου

και μου μιλούσες ακατάληπτες κουβέντες

σαν την Πυθία πάνω στον τρίποδα

και μην κοιτάς μου έλεγες,

μα εγώ κοιτούσα και τώρα τα θυμάμαι.

****
Η φωτό είναι παρμένη από
εδώ
***

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2016

notationes /// ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2016-2017 //// XAΡΑΛΑΜΠΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ /// Χαϊκού στο φανάρι




Κι ας έχει ανάψει
πράσινο, δεν ξεκινάω.
Γράφω χαϊκού.


*

Η κομψή ξανθιά
σκαλίζει τη μύτη της
περιμένοντας

*

Πατάει κόρνα
πριν ακόμα ανάψει
πράσινο: βλάκας


*
Αφηρημένος
κοιτάζει δυο κορίτσια
που κουβεντιάζουν

*

Αυτός καπνίζει.
Το μωρό τους τσιρίζει.
Εκείνη κλαίει.

*

Με χαιρετάει
από ένα φιατάκι
το παρελθόν μου.

Τρίτη 19 Ιουνίου 2012

XAΡΑΛΑΜΠΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ/ ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


Πώς καταλαβαίνουμε ότι έφτασε το καλοκαίρι


Άλλοι από τη μυρωδιά του πρώτου γιασεμιού
που σκαρφαλώνει
τα σκουριασμένα κάγκελα μιας μονοκατοικίας,

άλλοι από ένα ιδρωμένο μπράτσο ή έναν ώμο
που μες στο λεωφορείο άγγιξε το δικό τους,
άλλοι απ' τ' αθέριστα στάχια
που γέρνουν κίτρινα στον κάμπο
με το γλυκό αεράκι του μεσημεριού

κι άλλοι απ' τα βαμμένα νύχια στα πόδια
των γυναικών που βιάστηκαν να βάλουν πέδιλα


ή απ' τα φανελάκια και τα χαμηλά τους παντελόνια
που αφήνουν κάτω απ' τη μέση
να διακρίνεται πώς χωρίζουν οι γλουτοί

και πώς ιδρώνει εκεί ανάμεσα το δέρμα τους
που θες να το αγγίξεις με το χέρι σου
και να τ' αφήσεις να γλιστρήσει προς τα κάτω.

Εγώ το καταλαβαίνω απ' τους φίλους μου
που κάθε χρόνο αυτή την εποχή, στα τέλη του Μαΐου,
μου ζητάνε να γράφω για τέτοια πράγματα

κι εγώ τα γράφω.


**************************

Αλλιώς πια συνηθίζουν οι γυναίκες, όπως μαθαίνω,

μα εγώ πώς να ξεχάσω τότε που ξαπλωμένος
με το μάγουλο επάνω στην κοιλιά της
τής χτένιζα μ' ένα χτενάκι πράσινο
το απαλό της ήβης τρίχωμα
κι ανάδινε ως τα ρουθούνια μου
νεράντζι και αλμύρα της θαλάσσης;


****************************

Ένας στίχος του Εύμηλου

Από τα άσπρα πέδιλά της που φορεί
βλέπω τα νύχια της βαμμένα άσπρα και αυτά
κι ένα λεπτό ασημένιο δαχτυλίδι
σ' ένα απ' τα δάχτυλα του αριστερού ποδιού.

Είναι ένα κορίτσι που κάθεται στο τρένο απέναντί μου
κι ακούει από τ' ακουστικά της μουσική
κοιτώντας έξω απ' το παράθυρο
κι ένα χαμόγελο παίζει πάνω στα χείλη της

(τα δάχτυλά της παίζουν με την άκρη των μαλλιών της).

Μου φέρνει στο μυαλό τους στίχους
εκείνου του Εύμηλου για τη Μούσα
που φοράει, λέει, σανδάλια ελεύθερα και καθαρά
και ευνοεί τους ποιητές

και γίνεται έτσι το κορίτσι απέναντί μου
με το χαμόγελο, τα άσπρα βαμμένα νύχια της
και τα λευκά σανδάλια, για λίγη ώρα,
όσο κρατάει τούτη η διαδρομή, η Μούσα μου
για να γράψω τούτους εδώ τους αδέξιους στίχους.