Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΙΡΗΝΗ ΒΕΡΓΟΠΟΥΛΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΙΡΗΝΗ ΒΕΡΓΟΠΟΥΛΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Σεπτεμβρίου 2023

Alfred Joyce Kilmer (1886 -1918) /// «Δέντρα» (1913)


   
                                                  Ο  Κίλμερ  φοιτητής στο Κολούμπια, το 1908.



[ *Αφιέρωμα σε όλα τα υπέροχα δάση που χάσαμε αυτό το

καλοκαίρι του 2023]….


Έρευνα και μετάφραση ποιήματος: Ειρήνη Βεργοπούλου


«Trees» (1913)


I think that I shall never see

A poem lovely as a tree.

A tree whose hungry mouth is prest

Against the earth' s sweet flowing breast;

A tree that looks at God all day,

And lifts her leafy arms to pray;

A tree that may in Summer wear

A nest of robins in her hair;

Upon whose bosom snow has lain;

Who intimately lives with rain.

Poems are made by fools like me,

But only God can make a tree.




                                  Το δέντρο Joyce Kilmer, στο Central Park της Νέας Υόρκης, το οποίο φυτεύτηκε αμέσως  μετά το θάνατο του.


Δέντρα


Νομίζω ποτέ δεν θα μπορέσω να δω

Ποίημα τόσο ωραίο σαν ένα δέντρο θαρρώ


Ένα δέντρο με πεινασμένο στόμα να ακουμπά

Σφιχτά πάνω στης γης το στήθος που γλυκά κυλά


Ένα δέντρο που τον Θεό όλη μέρα θωρεί

Και με τα φυλλένια χέρια της κάνει προσευχή


Ένα δέντρο που ίσως το καλοκαίρι φορά

Μια φωλιά κοκκινολαίμηδων στα μαλλιά


Πάνω στον κόρφο της χιόνι έχει απλωθεί

Που μυστικά ζει με τη βροχή


Ποιήματα κάνουν σαν εμένα οι χαζοί

Μα μόνο από το Θεό ένα δέντρο έχει φτιαχτεί.


Ο Άλφρεντ Τζόυς Κίλμερ ήταν Αμερικανός συγγραφέας, ποιητής, δημοσιογράφος, κριτικός και καθηγητής, που ήταν πολύ δημοφιλής στις αρχές του 20ού αιώνα , αλλά του οποίου η γραφή γρήγορα μετά τον πρόωρο  θάνατο του ξεχάστηκε , καθώς θεωρήθηκε παλαιμοδίτικη και ξεπερασμένη, ενώ τα νεότερα τότε ρεύματα  ποίησης εισέβαλλαν στη λογοτεχνία. Ο θάνατος του σε ηλικία 31 ετών στο πεδίο του Ά Παγκόσμιου Πολέμου τον κατέστησε τότε ηρωικό, και διάφορα πάρκα και μικρά γεωγραφικά τοπόσημα αφιερώθηκαν σε αυτόν στη  Νέα Υόρκη και αλλού και κρατάνε το όνομα μου μέχρι σήμερα. Παρόλο που τα γραπτά του δεν άντεξαν τη δοκιμασία του χρόνου, ωστόσο το ποίημα του «Δέντρα», δώδεκα γραμμές σε αυστηρό ιαμβικό τετράμετρο, διδάσκεται μέχρι σήμερα σε όλα τα Αμερικάνικα σχολεία και είναι από τα διασημότερα ποιήματα στην Αμερική, αναγνωσμένο σε όλες τις εκδηλώσεις για τη Φύση και την οικολογία. Ενώ θεωρείται «απλοϊκό», παραμένει πολύ δημοφιλές, σε βαθμό που έχουν φτιαχτεί παρωδίες του, ενώ ο κριτικός και διανοούμενος Γκάι Ντέβενπορτ (1927 -2005) το αποκαλεί «το μοναδικό ποίημα που όλοι απαραίτητα γνωρίζουν». Διάφορες εικασίες έχουν γίνει από την αρχή τη δημοσίευσης του ποιήματος στο περίφημο περιοδικό «Poetry, A Magazine of verse», τον Αύγουστο του 1913 και για δεκαετίες, σχετικά με το ποιο ήταν το δέντρο και η τοποθεσία που έδωσε στον Κίλμερ την έμπνευση να το γράψει.




Λοχίας Κίλμερ, λίγο πριν το θάνατο του το 1918, και ως φοιτητής στο Κολούμπια, το 1908.



Πηγές: 

https://en.wikipedia.org/wiki/Trees_(poem)

https://en.wikipedia.org/wiki/Joyce_Kilmer

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2022

ΣΕΙΜΟΥΣ ΧΙΝΙ /// ΜΑΖΕΥΟΝΤΑΣ ΒΑΤΟΜΟΥΡΑ

 


                                        «Μαζεύοντας Βατόμουρα»

                                                         (1966)

 

(σημ : Μια λυρική, μεταφορική  μελαγχολία για τον Αύγουστο, την πορεία προς την ενηλικίωση, την προσμονή, τη  φθορά και τη ζωή)

                              

Του Σέιμoυς  Χίνι (1939 -2013, Νόμπελ λογοτεχνίας 1995)

 

*Το ποίημα ήταν μέρος της ποιητικής συλλογής The Naturalist  -[Ο Φυσιοδίφης], εκδ. 1966,  και ήταν  αφιερωμένο στον Βρετανό ποιητή, δάσκαλο και κριτικό Φίλιπ Χόμπσμπάουμ, στου οποίου την λογοτεχνική ομάδα στο Μπέλφαστ είχε μαθητεύσει μεταξύ άλλων και ο ίδιος ο Χίνι.

 

Mεταφράζει η Ειρήνη Βεργοπούλου

 

Τέλη Αυγούστου, δίνοντας τους πολλή βροχή και ήλιο

Για μια ολόκληρη βδομάδα, τα βατόμουρα γινόντουσαν.

Στην αρχή, μόνο ένα, ένας λείος μαβής θρόμβος

Μέσα στα άλλα, κόκκινο, πράσινο, σαν κόμπος σκληρό.

Έτρωγες εκείνο το πρώτο και η σάρκα του ήταν γλυκιά

Σαν πυκνωμένο κρασί:  του καλοκαιριού το αίμα είχε μέσα του.

Και άφηνε κηλίδες πάνω στη γλώσσα και λαχτάρα για

Μάζεμα. Ύστερα τα κόκκινα όλο μελάνι γίναν  και εκείνη η πείνα

Μας έστειλε όξω με κουτιά για γάλα, κονσέρβες μπιζελιών, βαζάκια μαρμελάδας

Όπου οι θάμνοι γρατζούναγαν  και το υγρό χόρτο ξέβαφε τις μπότες μας.

Γύρω από σανοχώραφα, αγρούς με καλαμπόκι και αυλάκια για πατάτες

Προχωρούσαμε δύσκολα και μαζεύαμε  ώσπου τα κουτιά να είναι γεμάτα,

Μέχρι ο διαρκώς κουδουνιστός τους πάτος να καλυφτεί

Με τα πράσινα , ενώ στην κορφή μεγάλες σταγόνες σαν χάντρες φλέγονταν

Όπως τα μάτια ενός τέρατος. Τα χέρια μας καιγόντουσαν

Από  τσιμπήματα αγκαθιών, οι παλάμες μας κολλούσαν  όπως του Κυανοπώγωνα.

Συγκεντρώναμε τα φρέσκα μούρα στο βουστάσιο.

Αλλά όταν η μπανιέρα γέμιζε βρήκαμε κάτι να τα καλύπτει,

Ένα μύκητα γκρίζο σαν αρουραίο, να κατατρώει την κρυψώνα μας.

Ο χυμός βρώμαγε επίσης. Αφού είχε παρθεί από το θάμνο

Το φρούτο μούχλιαζε από το μύκητα, η γλυκιά σάρκα θα γινόταν ξινή.

Πάντα μου ερχόταν να κλάψω. Δεν ήταν δίκαιο

Που όσα ωραία  γεμίζαμε στις κούτες μύριζαν σαπίλα.

Κάθε χρόνο  ήλπιζα ότι θα βάσταγαν, ήξερα όμως ότι όχι.

 

                  «Blackberry-Picking»

 

Late August, given heavy rain and sun

For a full week, the blackberries would ripen.

At first, just one, a glossy purple clot

Among others, red, green, hard as a knot.

You ate that first one and its flesh was sweet

Like thickened wine: summer's blood was in it

Leaving stains upon the tongue and lust for

Picking. Then red ones inked up and that hunger

Sent us out with milk cans, pea tins, jam-pots

Where briars scratched and wet grass bleached our boots.

Round hayfields, cornfields and potato-drills

We trekked and picked until the cans were full,

Until the tinkling bottom had been covered

With green ones, and on top big dark blobs burned

Like a plate of eyes. Our hands were peppered

With thorn pricks, our palms sticky as Bluebeard's.

 

We hoarded the fresh berries in the byre.

But when the bath was filled we found a fur,

A rat-grey fungus, glutting on our cache.

The juice was stinking too. Once off the bush

The fruit fermented, the sweet flesh would turn sour.

I always felt like crying. It wasn't fair

That all the lovely canfuls smelt of rot.

Each year I hoped they'd keep, knew they would not.





Δευτέρα 18 Μαρτίου 2019

“No, no, poor suff’ring Heart, no Change endeavour /// του John Dryden



Dryden, by John Michael Wright, 1668//
Εικόνα: από τη Wikipedia..


Απόδοση στα ελληνικά και συνοδευτικά στοιχεία:
 Ειρήνη Βεργοπούλου.

Όχι, όχι, καημένη μου καρδιά, μην πασχίζεις να αλλάξεις,
Διάλεξε να κάνεις το σωστό, παρά να την αφήσεις.
Τα γητευμένα μάτια μου κρατούν τόση απ’ την ομορφιά της,
Που μπορώ να αποθάνω για αυτήν, μα όχι να ζω μακριά της.
Ένας τρυφερός της στεναγμός που με κάνει να μαραζώνω
Αρκεί με το παραπάνω για το τίμημα που πληρώνω :
Πρόσεχε, ω σκληρό Ξωτικό, πώς μου χαμογελάς,
Καθώς ήταν με ένα γλυκό σου βλέμμα που με κατανικάς.

2.
Η αγάπη ένα φυλαγμένο  μου έχει  λεπτό χαράς
Και Ετούτη η ίδια είναι που θα τελειώσει τον πόνο μου κατ’ αρχάς.
Και μετά, καμιά μέρα  Ευτυχίας ή Απόλαυσης χωρίς:
Οι καιροί θα φεύγουν γοργά  χωρίς να το κατανοείς.
Ο Έρως θα φυλά την πόρτα σφαλιστά για να μας κάνει τη χάρη,
Ώστε να κρατά τον Χρόνο και τον Θάνατο έξω, όταν είναι να μας πάρει:
Ο Χρόνος και ο Θάνατος θα αναχωρήσουν , πετώντας και μιλώντας,
Η Αγάπη βρήκε τον τρόπο να ζει, θα λένε, τον ίδιο τον θάνατο σκορπώντας.




NO, no, poor suff’ring Heart, no Change endeavour,
Choose to sustain the smart, rather than leave her;
My ravish’d Eyes behold such Charms about her,
I can dye with her, but not live without her
One tender Sigh of hers to see me Languish,         5
Will more than pay the price of my past Anguish:
Beware, O cruel Fair, how you smile on me,
’Twas a kind look of yours that has undone me.

2
Love has in store for me one happy Minute,
And She will end my pain who did begin it;         10
Then no day void of Bliss, or Pleasure leaving,
Ages shall slide away without perceiving:
Cupid shall guard the Door the more to please us,
And keep out Time and Death, when they would seize us:
Time and Death shall depart, and say in flying,         15
Love has found out a way to Live by Dying.




 [Ένα τραγούδι-ποίημα  από το θεατρικό έργο  «Κλεομένης, ο ήρωας της Σπάρτης», του John Dryden, που ανέβηκε στο Βασιλικό Θέατρο το 1692.
Ο John Dryden (1631-1700), σημαντικότατος ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, μεταφραστής και κριτικός λογοτεχνίας του 17ου αιώνα, από τους θεμελιωτές της Αγγλόφωνης γραμματείας.]

Πηγή των αγγλικών στίχων :  www.bartleby.com  και www.theatredatabase.com

****

(*Με αφορμή μια αναφορά στον Ντράιντεν, μέσα στην ταινία «Η Ευνοούμενη»)






Στην ταινία «Η ευνοούμενη» του Γιώργου Λάνθιμου, που παίζεται αυτόν τον καιρό  στους κινηματογράφους, υπάρχουν πολλές σκηνές μέσα στο παλάτι της Βασίλισσας Άννας, όπου βλέπουμε και  τις εκτενέστατες βιβλιοθήκες της, με τους εκατοντάδες τόμους κλασικά, παλιά βιβλία της εποχής. Σε μια  σκηνή, η μία εκ των τριών βασικών ηρωίδων, η Σάρα Τσέρτσιλ - Λαίδη Μάλμπορο, εξοργισμένη με τα τεχνάσματα της εξαδέλφης της Αμπιγκέηλ, ψάχνει στα ράφια της βιβλιοθήκης ανεβασμένη σε σκάλα, και εκσφενδονίζει βαριά βιβλία από εκεί προς την Αμπιγκέηλ, για να την χτυπήσει. Και τη ρωτά έξαλλη, που βρίσκεται ο τόμος με τα ποιήματα του Τζων Ντράιντεν , που η βασίλισσα διαβάζει.

Η ηθοποιός Έμμα Στόουν, ως Άμπιγκέηλ Μάσαμ, στην ταινία «Η Ευνοούμενη»
















Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013

EIΡΗΝΗ ΒΕΡΓΟΠΟΥΛΟΥ///////ΕΝΣΤΟΛΗ

ΠΗΓΗ/ΕΙΡΗΝΗ ΒΕΡΓΟΠΟΥΛΟΥ





Με μπερδεύουν οι στολές, και από παλιά.
Ξέρεις, αυτές που φοράμε, ανάλογα με την περίσταση.
Δεν μπαινοβγαίνουν εύκολα, όπως πι χι, οι φτηνές μασκούλες μας.
Κείνες μωρέ, οι χάρτινες, τα σκαριφήματα τα πρόχειρα,
που είναι πολύχρωμες και μπόλικες, για εναλλαγή,
με το ψιλό λαστιχάκι που εύκολα σπάει ωστόσο,
και δεν τις συγκρατεί καλά.
Οι στολές από την άλλη, είναι βαριές, είναι ολόσωμες,
μας περικλείουν ολόκληρους μέσα.
Και μεις τις αναρτούμε στο κορμί μας σαν πανοπλίες,
στολίζοντάς τες , για να τις μπορούμε, με κάτι χαζά λιλιά,
που τα υπολογίζουμε για πούπουλα,
αλλά είναι όμως σιδερένιοι μεντεσέδες.


 

Με μπερδεύουν οι στολές, γιατί συγχύζεται η ψυχή μου λίγο εντός τους.
Δεν ξέρω αν, με την αντίστοιχη ζωσμένη πάνω μου,
εγώ είμαι στ’ αλήθεια, όταν πάω για δουλειά,
ή εγώ είμαι στ’ αλήθεια όταν ενδύομαι τάχατές μου τον ποιητή.
Ποια φορεσιά μου πάει καλύτερα,
ποια είναι λιγότερο τραχιά, και ποια είναι κάπως υποφερτή,
δεν έχω καταλάβει.



Τρέμω μόνο, μπας και με τραβήξουν βαθύτερα μέσα τους,
ετούτες και οι άλλες , οι διάφορες κουστουμιές.
Μην σφαλίσουν στα μανίκια, και στα μπατζάκια και στους γιακάδες οι μεντεσέδες,
και δεν μπορώ ύστερα καθόλου,
όχι ένστολη,
αλλά ούτε απλά εγώ να είμαι.