Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΙΡΗΝΗ ΒΕΡΓΟΠΟΥΛΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΙΡΗΝΗ ΒΕΡΓΟΠΟΥΛΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Μαρτίου 2018

Emily Dickinson (1830-1886) /// Dear March - Come in - ( no1320)

Πίνακας: "Γυναίκα με παπαρούνες", 'Εντβαρντ Μουνχ, 1919.




Απόδοση στα Ελληνικά:  Ειρήνη Βεργοπούλου

 Dear March - Come in -               
How glad I am -
I hoped for you before -
Put down your Hat -      
You must have walked -
How out of Breath you are -       
Dear March, how are you, and the Rest -
Did you leave Nature well -       
Oh March, Come right upstairs with me -
I have so much to tell -

I got your Letter, and the Birds -              
The Maples never knew that you were coming -
I declare - how Red their Faces grew -  
But March, forgive me -               
And all those Hills you left for me to Hue -         
There was no Purple suitable - 
You took it all with you -             

Who knocks? That April -
Lock the Door -
I will not be pursued -
He stayed away a Year to call    
When I am occupied -   
But trifles look so trivial              
As soon as you have come
               
That blame is just as dear as Praise        
And Praise as mere as Blame –

 ****

Καλέ μου Μάρτη - 'Ελα μέσα
Πόσο χαρούμενη είμαι-
'Ηλπιζα για σένα πριν-
Βγάλε το καπέλο σου-
Πρέπει να περπάταγες-
Πόσο ξέπνοος είσαι-
Καλέ μου Μάρτη, πως είσαι, και τα Λοιπά-
'Αφησες στην ησυχία της τη Φύση-
Ω, Μάρτη, 'Ελα, πάμε πάνω μαζί-
'Εχω τόσα πολλά να σου πω-

‘Ελαβα το Γράμμα σου, και τα Πουλιά-
Τα Σφεντάμια δεν είχαν ιδέα ότι ερχόσουν-
Το δηλώνω –πόσο Κόκκινα έγιναν τα Πρόσωπά τους-
Αλλά Μάρτη, συγχώρα με-
Και όλοι εκείνοι οι Λόφοι που άφησες εμένα να τους Βάψω-
Δεν υπήρχε το κατάλληλο Μωβ-
Το πήρες εσύ όλο μαζί σου-

Ποιος χτυπά;  Εκείνος ο Απρίλης-
Κλείδωσε την Πόρτα-
Δεν αφήνω να με καταδιώκουν-
‘Εμεινε ένα Χρόνο μακριά χωρίς νέα-
‘Όταν είμαι απασχολημένη-
Αλλά οι τσακωμοί μοιάζουν τόσο ασήμαντοι
Από τη στιγμή που έχεις έλθει
Που η κατηγόρια είναι το ίδιο γλυκιά όσο ο ‘Επαινος
Και ο ‘Επαινος τόσο λίγος, όσο η Κατηγόρια.




***

Τρίτη 22 Αυγούστου 2017

Στην αρχή, και πριν το τέλος: τρία ποιήματα της Σύλβια Πλαθ, από την εφηβεία της έως και λίγο πριν την «φυγή» της.








       Στην αρχή, και πριν το τέλος: 
τρία ποιήματα της Σύλβια Πλαθ, από την εφηβεία της έως και λίγο πριν την «φυγή» της.




Κείμενο, έρευνα και απόδοση ποιημάτων: Ειρήνη Βεργοπούλου.






Η βασανισμένη αλλά ιδιοφυής Σύλβια Πλαθ (1932-1963),  δεν παύει να συγκινεί το κοινό της ποίησης, αλλά και να αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο μέσα από τις καινούργιες και συνεχιζόμενες εκτιμήσεις των κριτικών και από τις έρευνες, τα ανανεωμένα άρθρα  και  τις αποτιμήσεις του σημαντικού έργου της. Αυτόν τον καιρό  για παράδειγμα “τρέχει” στην Ουάσινγκτον μια έκθεση με αντικείμενα από τη ζωή της και ζωγραφιές της ιδίας, ενώ ένα μεγάλο συνέδριο για αυτήν προετοιμάζεται στο Ωλστερ της Ιρλανδίας για τον Νοέμβριο.

Τα δείγματα του πηγαίου και τεράστιου ταλέντου της στη γραφή, όπως και η βαθιά ευαισθησία της πάνω στα πράγματα, στις αισθήσεις, στη ζωή, μα και οι αρχές της κατάθλιψής της δυστυχώς που θα την ταλάνιζε για πάντα, όλα αυτά λοιπόν ήταν εμφανή από τα εφηβικά της χρόνια. Για όσους, και είναι πολλοί, αγαπούν την ποιητική της έκφραση, είναι εξόχως συγκινητική η ανάγνωση των  πολλών γραμμάτων που  η Σύλβια  έγραφε προς την οικογένειά της στα χρόνια από την εφηβεία έως και το τέλος της ζωής της, και τα οποία τα εξέδωσε συγκεντρωμένα σε τόμο η μητέρα της Ωρέλια Πλαθ το 1975, υπό το τίτλο «Γράμματα στο σπίτι: Αλληλογραφία 1950-1963». Στα γράμματα αυτά, μπορεί να παρακολουθήσει κανείς τον τρόπο που ήδη συνελάμβανε την πραγματικότητα η νεαρή Πλαθ, ποιες ήταν οι ανησυχίες της, και πώς εξελισσόταν η σκέψη της.

Σε ένα μικρό και απλό ποίημα που έγραψε περίπου στα 17 της, και το οποίο η Ωρέλια περιλαμβάνει στον πρόλογο της έκδοσης, η Σύλβια έγραφε:









You ask me why I spend my life writing?

Do I find entertainment?

Is it worthwhile?

Above all, does it pay?

If not, then, is there a reason? …



I write only because

There is a voice within me

That will not be still.





Με ρωτάς γιατί περνώ τη ζωή μου γράφοντας;

Αν βρίσκω διασκέδαση;

Αν αξίζει;

Και πάνω από όλα, αν πληρώνομαι για  αυτό;



Αν όχι, τότε, υπάρχει λόγος;…

Γράφω μόνο επειδή
Υπάρχει μια φωνή μέσα μου.







      Μετά το σχολείο, η Πλαθ ενεγράφη στο Κολέγιο Σμιθ στη Μασαχουσέτη, όπου αμέσως τα ποιήματά της διακρίθηκαν και εντυπωσίασε. Από τότε υπάρχει και το παρακάτω ζωγραφικό σχέδιο (από κάποια Stookie Allen) που την απεικονίζει, το οποίο  είχε αναρτηθεί στον πίνακα ανακοινώσεων του Κολεγίου και  που μιλά για «Εφηβικούς θριάμβους», αφού δυο ποιήματα της νεαρής φοιτήτριας είχαν ήδη δημοσιευτεί σε πανεθνικής εμβέλειας περιοδικά.






 Κάνοντας ένα χρονικό άλμα μπροστά, ξέρουμε ότι ύστερα από πολλή “κατάθεση” νου και ψυχής στην ποίηση, αφήνοντάς μας παρακαταθήκη εξαίρετα γραπτά, η Σύλβια θα αυτοκτονούσε εισπνέοντας υγραέριο, εγκλωβισμένη σε μια μόνιμη κατάσταση κατάθλιψης, που η ύπαρξη των δυο παιδιών της δεν μπορούσε να αναχαιτίσει. ‘Ένα σύνολο από 274 ποιήματά της συγκέντρωσε ο σύζυγός της Τεντ Χιούτζ στο συγκεντρωτικό τόμο The Collected Poems  το 1981, και ο οποίος τόμος βραβεύτηκε με το Πούλιτζερ ποίησης.


Στον τόμο αυτό, υπάρχουν και δυο ποιήματα που η Σύλβια συνέγραψε λίγες μόλις μέρες πριν αυτοκτονήσει και τα οποία, παρόλη την απαισιοδοξία και μελαγχολία που την κατέτρυχε, σφύζουν ωστόσο από ζωηράδα, εικόνες, και θετική στάση απέναντι στη ζωή. 






KINDNESS



Kindness glides about my house.

Dame Kindness, she is so nice!

The blue and red jewels of her rings smoke

In the windows, the mirrors

Are filling with smiles.



What is so real as the cry of a child?

A rabbit’s cry may be wilder

But it has no soul.

Sugar can cure everything, so Kindness says.

Sugar is a necessary fluid,



Its crystals a little poultice.

O kindness, kindness

Sweetly picking up pieces!

My Japanese silks, desperate butterflies,

May be pinned any minute, anesthetized.



And here you come, with a cup of tea

Wreathed in steam.

The blood jet is poetry,

There is no stopping it.

You hand me two children, two roses.





Καλοσύνη

Η καλοσύνη γλιστρά ολόγυρα στο σπίτι μου

Η Κυρά Καλοσύνη, είναι τόσο γλυκιά!

Τα μπλε και κόκκινα πετράδια των δακτυλιδιών της καπνίζουν

Στα παράθυρα, οι καθρέπτες

Γεμίζονται με χαμόγελα.



Τι είναι τόσο πραγματικό όσο η κραυγή ενός παιδιού;

Η κραυγή ενός λαγού μπορεί να είναι πιο άγρια

Αλλά δεν έχει ψυχή.

Η Ζάχαρη μπορεί να γιάνει τα πάντα, λέει η Καλοσύνη.

Η Ζάχαρη είναι ένα αναγκαίο υγρό,

Οι κρύσταλλοί της ένα μικρό κατάπλασμα.

Ω καλοσύνη, καλοσύνη

Γλυκά που μαζεύει από κάτω τα κομμάτια!

Τα γιαπωνέζικά μου μεταξωτά, απελπισμένες πεταλούδες,

Μπορεί να καρφιτσωθούν ανά πάσα στιγμή, αναίσθητες.



Και έρχεσαι λοιπόν, με ένα φλιτζάνι τσάι

Στεφανωμένη με τον ατμό.

Το αίμα που ξεπηδά είναι η ποίηση,

Δεν το σταματά τίποτε.

Μου δίνεις και δυο παιδιά, δυο τριαντάφυλλα



*****


BALLOONS

Since Christmas they have lived with us,
Guileless and clear,
Oval soul-animals,
Taking up half the space,
Moving and rubbing on the silk

Invisible air drifts,
Giving a shriek and pop
When attacked, then scooting to rest, barely trembling.
Yellow cathead, blue fish —
Such queer moons we live with

Instead of dead furniture!
Straw mats, white walls
And these traveling
Globes of thin air, red, green,
Delighting

The heart like wishes or free
Peacocks blessing
Old ground with a feather
Beaten in starry metals.
Your small

Brother is making
His balloon squeak like a cat.
Seeming to see
A funny pink world he might eat on the other side of it,
He bites,
Then sits
Back, fat jug
Contemplating a world clear as water.
A red
Shred in his little fist.




Μπαλόνια

Από τα Χριστούγεννα είναι που ζουν μαζί μας,
Άδολες και κατακάθαρες,
Οβάλ αδελφές ψυχές,
Που καταλαμβάνουν το μισό χώρο,
Κινούνται και τρίβονται στο μετάξι

Αόρατα ρεύματα αέρος
Βγάζουν μια στριγκλιά και σκάνε
‘Όταν τους επιτεθείς, ύστερα λακίζουν για να ξεκουραστούν, ίσα που τρέμουν.
Κίτρινο κεφάλι γάτας, μπλε ψάρι-
Με τέτοια αλλόκοτα φεγγάρια ζούμε.

Αντί για ψόφια έπιπλα!
Ψάθινα χαλάκια, άσπροι τοίχοι
Και αυτές οι περιφερόμενες
Σφαίρες αέρα, κόκκινες, πράσινες,
Ικανοποιώντας

Την καρδιά σαν ευχές ή σαν ελεύθερα
Παγώνια που ευλογούν
Το πάτωμα με ένα φτερό
Στολισμένο με στρασάκια.
Ο μικρός σου
Αδελφός κάνει
Το μπαλόνι του να τσιρίζει σαν γάτα.
Φαίνεται θέλει να δει
‘Έναν αστείο ροζ κόσμο που θα μπορούσε να φάει στην άλλη του πλευρά.
Δαγκώνει,
Μετά κάθεται
Πίσω,  σαν βαριά κανάτα
Αναλογιζόμενος έναν κόσμο καθάριο σαν νερό
‘Ένα κόκκινο
Κουρελάκι στη μικρή του γροθιά.


****

Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013

ΕΙΡΗΝΗ ΒΕΡΓΟΠΟΥΛΟΥ///// Τα καπάκια από τις μπύρες.






 

                                







Ο Ιούλης στο Μπάφι δεν καψάλιζε ποτέ πολύ, γιατί είχε ολόγυρα τότε πρασινάδα και πάμπολλα νερά.  Από κάτι στραβές, χοντρές σωλήνες του δήμου , μπορούσες να ξεδιψάσεις με τόσο μπόλικο και κρυστάλλινο  βουνίσιο νερό , που σου πόναγε απρόσμενα το λαιμό η δύναμή του ,  σαν  να  καιγόσουν  από  το  πάγωμα.
‘Οταν κουραζόμασταν πια από τη βόλτα και είχαμε ιδρώσει, ο πατέρας μου μας έλεγε να κοντοσταθούμε λίγο στο μονοπάτι μέσα στο μικρό δάσος, εκεί που ήταν μια  γερτή κατασκευή  από  όπου   και  ανάβλυζε με χοντρή ροή το νερό,   ερχόμενο   από τα ψηλά  με ορμή και ασταμάτητα.  ’Εσκυβε πρώτος αυτός για να πιει,  και έμοιαζε σαν να απέδιδε τιμές και να προσκυνούσε τον κρουνό. ‘Υστερα, σαν να ακολουθούσε η οικογένεια μια ιεροτελεστία, μας έδειχνε η μάνα μου σε μένα και στον αδελφό μου πώς να δροσιστούμε   και  εμείς  με προσοχή, χωρίς να βρέξουμε τα ρούχα μας από τη φόρα του υγρού.
Τελευταία από όλους δροσιζόταν αυτή, με μικρές και σύντομες πάντα γουλίτσες, μετρημένη   καθώς  είναι σε όλα της, αφού πρώτα οι άλλοι τρεις είχαμε καλά ξεδιψάσει.

Αυτή η στάση – προσκύνημα γινόταν κάθε φορά που μας πηγαίναν οι γονείς μας εκδρομή και περίπατο στο Κρυονέρι. Η εκδρομή μας φαινόταν συναρπαστική μεταξύ άλλων και επειδή για να πάμε μπαίναμε σε πραγματικό τρένο, που το θωρούσαμε σαν γιγαντιαία απομίμηση των παιχνιδιών τρένων μπαταρίας που είχαμε σπίτι , και τρελαινόμαστε να παίζουμε μαζί τους,    επάνω  στην  τάβλα  με τις καρφωμένες ράγες. Εκείνα τα χρόνια, όχι   και τόσο πολύ μακρινά, δεν ήταν απαραίτητο όλες οι οικογένειες να έχουν αυτοκίνητο, έτσι  κι εμείς που δεν είχαμε, ήταν φυσιολογικό.
Μετά το περπάτημα και το ξεδίψασμα, καταλήγαμε σταθερά σε μια τοπική ταβέρνα. Παραδίπλα   είχε  και  μια   υποτυπώδη παιδική χαρά, από αυτές με τις δυο σανίδες με σκουριασμένες αλυσίδες που περνάγανε   παινεσιάρικα  για κούνιες, και μια εντελώς φαγωμένη από τη λύσσα του χρόνου τσουλήθρα,  με  τσίγκινες  ακίδες,  που εύκολα μπορούσε να σου ξεσκίσει τα πόδια. Αλλά για μας, έξη και επτά χρόνων τότε, η τσουλήθρα ήταν όμορφη, το ίδιο και οι  πρόχειρες  κούνιες.

Καθόμασταν λοιπόν να φάμε, εκεί στην ταβέρνα, και ο πατέρας , μερακλής   πάντα στο καλό φαγητό, παράγγελνε πολλά πιάτα και ορεκτικά.  Μέχρι να έρθουν οι παραγγελίες, καθόμουν χάμω , στο έδαφος με τα χαλίκια, πράγμα που πάντα εκνεύριζε πολύ την μητέρα μου.  ’Εχωνα τα χέρια μου μέσα στο παχύ στρώμα χαλικιού, και γδερνόντουσαν οι μικρές παλάμες μου, γδερνόντουσαν και τα εξάχρονα, αμάθητα ποδαράκια μου με τα αγύμναστα μαλακά,  βελουτέ  γόνατα του παιδιού της πόλης. ‘Ασπρες γινόντουσαν  εν  τέλει  οι παλάμες μου από το χαλίκι, και εξοργισμένη μου καθάριζε τα χέρια η μάνα μου μετά, με βρεγμένη χαρτοπετσέτα.

Αλλά εγώ είχα το θησαυρό μου. ‘Εψαχνα να βρω όλο και περισσότερα καπάκια μπύρας. Τρελαινόμουν για τα καπάκια από τις μπύρες. Μα πόσα πολλά ήτανε,  τα  άτιμα.  Πολύχρωμα, εκατοντάδες από αυτά, από όλες τις μάρκες μπύρας που υπήρχαν τότε .  Βγαλμένα, καρατομημένα από τα γυάλινα μπουκάλια με τις ζωηρές ετικέτες. Οι σερβιτόροι   άνοιγαν  τις μπύρες με άψογη επιδεξιότητα και τεχνική, με το ένα χέρι, ισορροπώντας τες ευέλικτα στο   ένα πόδι τους,  ενώ  με  το  άλλο χέρι  κρατούσαν δίσκο  και  με  το  άλλο  πόδι  στηριζόντουσαν,  και σε όλη την ατμόσφαιρα ακουγόταν διαρκώς ένα ‘πλοπ’ – ‘πλοπ’ -’πλοπ’.  Και γέμιζε το έδαφος κάτω καπάκια πολλά.  ’Αλλα λιωμένα, πατημένα από καιρό και ισοπεδωμένα, ένα  με  το  τσιμέντο,  σα σφραγιδούλες να  έχουν  γίνει.  ’Αλλα όμως φρέσκα, με τα δαντελένια δοντάκια τους  σαν γιρλάντα, ανώτερα   σε  αξία   κι από νομίσματα πειρατών. Και εγώ να τα μαζεύω, να τα χώνω το ένα μέσα στο άλλο,να φτιάχνω μασούρια, να τα μετράω,να νιώθω τόσο πλούσια σε χρήματα όσο δεν ένιωσα έκτοτε ποτέ στη ζωή μου. ‘Ηταν ο θησαυρός μου, και ήταν τόσο εύκολο, τόσο καθαρό, και ήταν μόνο για κάποιες Κυριακές.
Μια τέτοια Κυριακή, έφτιαχνα τα μασούρια μου, χωμένη κάτω από το τραπέζι, βλέποντας μόνο τα πόδια της μάνας μου, του πατέρα μου, του αδελφού μου, και των σερβιτόρων που πηγαινοέρχονταν γοργά. ‘Ακουγα και το μουρμουρητό από τις κουβέντες των υπολοίπων θαμώνων, από τις παραγγελίες και τις οδηγίες των γκαρσονιών για την κουζίνα, και τα τσιριχτά γέλια άλλων παιδιών στις κούνιες. Το φαί μας το είχαμε τελειώσει. Ως συνήθως, ο μπαμπάς θα μας έβαζε μετά αινίγματα και λογοπαίγνια, όπως για το φίδι που είναι ‘όφις’ στην καθαρεύουσα και ‘όφφις’ στα αγγλικά….
Κάποια στιγμή, απότομα, ενώ μετρούσα ‘νομίσματα’, η φασαρία ολόγυρα μειώθηκε πολύ.
Σαν να μείνανε από οξυγόνο και ανάσα οι πάντες.
Βγήκα από κάτω από το τραπέζι, ορθώθηκα, ίσιωσα τη φουστίτσα μου και κοίταξα να δω τί γίνεται. Τους είδα όλους να κοιτάνε προς το δρόμο που περνούσε μπρος από την ταβέρνα. ‘Αλλοι να κοιτάνε ευθεία όπως κάθονταν, και άλλοι να έχουν γυρίσει τον κορμό τους προς τα κει. Από κάπου μακρύτερα σαν να άκουγα μια καμπάνα να χτυπάει που και που, και ο ήχος της συνέπεσε με τον ήχο από το συριγμό των φρένων του τρένου που ερχόταν στο σταθμό ,και  από  το   φαλαινίσιο  ξεφούσκωμα του φουγάρου του.

Μια ομάδα ανθρώπων έρχονταν από το δρόμο προς εμάς. ‘Ητανε σιωπηλοί και με κατεβασμένα πρόσωπα. Οι πελάτες της ταβέρνας κοίταγαν την πομπή αμίλητοι για μερικά λεπτά ενώ οι περιπατητές δεν κοίταγαν πουθενά, απλά προχωράγανε. Μετά περάσανε από μπροστά μας. Είδα κάτι μεγάλα στρογγυλά πρωτομαγιάτικα στεφάνια ,   με  άρπες  σημαιούλες  μακρουλές,   και  γράμμτα  επάνω, να τα κρατάνε ψηλά με κάτι ξύλα, και   γυναίκες  με  μαύρα  να  προχωράνε  αγκαζέ,  και  άντρες  με  κοντομάνικα  άσπρα  πουκάμισα και  μαύρα  παντελόνια,  ιδρωμένοι   στο  στέρνο, χωρίς  γραβάτες.

Η πορεία παρέμενε αθόρυβη, μόνο κάτι γυναίκες που μου φαίνονταν γιαγιάδες ,πίσω από ένα ξύλινο κουτί που κάποιοι το κουβαλάγανε στα χέρια, κλαίγανε. Μερικοί θαμώνες   στην  ταβέρνα κάναν το σταυρό τους χωρίς να καταλαβαίνω το γιατί, και δεν ήξερα αν έπρεπε να τον κάνω και γω.
Γύρισα προς τη μαμά μου, και, μέσα στη σχεδόν σιωπή, είπα δυνατά : “γιατί κλαίνε;”
Αλλά δεν πήρα απάντηση. Μόνο ο αδελφός μου, που ήταν επτά χρόνων αλλά τόσο σοβαρός, που έμοιαζε πιο πολύ με νάνο σαραντάχρονο, παρά για επτάχρονο, είχε πλέξει τα χέρια του μπροστά του,   είχε  κατεβάσει  το  κεφάλι,   και γύρισε θυμωμένα προς εμένα και μου είπε : “Σσσσσσ!!…σκάσε!!”

Ξανακοίταξα προς την ομάδα ντροπιασμένη, και συνάμα ένιωσα μια μελαγχολία να βαραίνει τα παιδικά σπλάχνα μου, αλλά δεν ήμουν σίγουρη γιατί. ‘Ηθελα να σκύψω και να κρυφτώ πάλι κάτω από το τραπέζι.
Η πορεία τώρα είχε προσπεράσει εμάς και σε λίγα λεπτά χάθηκαν στην καμπή του δρόμου.
Οι παρέες και οι οικογένειες γύρισαν πολύ γρήγορα στο φαί τους και το μουρμουρητό από τις κουβέντες και ο μεταλλικός θόρυβος από τα μαχαιροπήρουνα ξανάρχισε.

“Τί στεφάνια ήταν αυτά μαμά;”…..ρώτησα, αλλά πάλι δεν πήρα απάντηση. Μου σκούπισε τα χέρια με τη βρεγμένη χαρτοπετσέτα, και επέστρεψα στο φαγητό μου, που είχε κρυώσει.
Προς το παρόν,   η  θλίψη  είχε  περάσει απλά ξυστά από μπρος μας, και είχε χαθεί στη στροφή του δρόμου.

Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

ΕΙΡΗΝΗ ΒΕΡΓΟΠΟΥΛΟΥ///ΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑ/// Οι χαλκομανίες της Μ.Πέμπτης.



“Δεν είναι μόνο τα γόνατα που ματώνουν, είναι και τα αυγά”.
Τούτη την σκέψη έφτιαξε το μυαλό της, με το που άνοιξε με τα δακτυλάκια της το ήδη ραγισμένο τσόφλι του αυγού, και αποκαλύφτηκε η ψίχα από μέσα. Το ασπράδι είχε λερωθεί από την πορφυρή μπογιά, το μισό αυγό είχε γίνει κόκκινο, και μάλιστα, εκεί που ήταν από πάνω τα σπασίματα του κελύφους, το διέτρεχαν τώρα γραμμές άλικες, ολόιδιες με φλέβες ανοιγμένες. “Για δες”, σκέφτηκε, “σαν να τρέχει αίμα απ’ το άσπρο, όπως κι απ’ τα γόνατά μου όταν τα γδέρνω”.
Η μάνα της είχε πριν δυο ώρες βγάλει δυο ντουζίνες από αυγά από την κατσαρόλα. Τα έπιανε με την τρυπητή κουτάλα τρία τρία και τα απίθωνε στη μεγάλη πιατέλα παραδίπλα, ενώ εκείνα άχνιζαν, και τα τζάμια των παραθύρων της κουζίνας είχαν θολώσει από το βράσιμο. Της είχε πει η μάνα της να περιμένει οπωσδήποτε πρώτα να κρυώσουν , και να μην τα πιάσει πιο πριν, γιατί θα καιγόταν στα δάκτυλα και θα έπρεπε μετά να της κάνει “φου φου” για να μην κλαίει.
Τώρα είχαν κρυώσει αυτά, και η μάνα τα είχε ήδη γυαλίσει ένα ένα με ένα πανάκι νοτισμένο με λάδι. Σιχαινόταν η μικρή τη μυρωδιά του ξυδιού την ώρα που το νερό κόχλαζε. Δεν το ήθελε με τίποτα το ξύδι στις σαλάτες και στις φακές, και παρακάλαγε τους μεγάλους να μην της το βάζουν, και ας “έκανε καλό”, όπως της έλεγαν.
Και τώρα, που στο σχολείο στα θρησκευτικά ,έμαθε ότι οι Ρωμαίοι στρατιώτες έβαλαν στην άκρη του δόρατος ξύδι για να κεντρίσουν τα πλευρά του Χριστού στο Σταυρό, τόσο χειρότερα ανακατευόταν που το μύριζε , και με τη φαντασία της έβλεπε εικόνες με εκατόνταρχους να κάνουν κακά πράγματα και τους αποστόλους να κλαίνε από δίπλα.
Τα φρεσκοβαμμένα αυγά γυάλιζαν λαμπρά μετά την επάλειψη με λάδι από τα ικανά χέρια της μητέρας, και ήταν κρύα και στεγνωμένα τώρα, έτοιμα να δεχτούν την τελική παρασημοφόρηση, δουλειά που είχε ανατεθεί λοιπόν στη μικρή. Της είχαν πάρει για το καθήκον αυτό από το μπακάλικο δεκάδες μικρές χαλκομανίες, και θα τις κόλλαγε τώρα, μία μία και υπομονετικά, πάνω στα αυγουλάκια.
‘Ηταν μακρόστενα ωοειδείς αυτές, και τόσο δα μικρούλες , ωστόσο μπορούσε να δει καθαρά τις ζωγραφιές επάνω, που ήταν δυο ειδών. Η μια ζωγραφιά ήταν ο Χριστός με τα άμφιά του να ευλογεί, και ένας ήλιος με ακτίνες να λάμπει από πίσω, ενώ η άλλη ζωγραφιά ένας Χριστός με έναν κόκκινο μανδύα και τον Σταυρό στο χέρι να ίπταται. Στη μια ζωγραφιά ο Χριστός ήταν καστανός και στην άλλη ξανθός. ‘Οταν είχε ρωτήσει τους γονείς της τι χρώμα τελικά είχαν από τα δύο τα μαλλιά του Ιησού, δεν πήρε ικανοποιητική απάντηση.
Τώρα , ενώ η μάνα ξάπλωσε να ξεκουραστεί, άρχισε να παίρνει ένα ένα αυγό και να κολλάει τις χαλκομανίες επάνω. Μερικές τις κατάφερνε καλά, άλλες έμπαιναν στραβά γιατί γλίστραγαν, άλλες κόβονταν και χάλαγε η εικόνα. Είχε πάρει ρητή εντολή να μην φάει κανένα βαμμένο αυγό γιατί “θα έβγαζε σπυριά αν τα έτρωγε πριν την Ανάσταση”, και ακόμα, να μην ξεφλουδίσει κανένα, για να μείνουν όλα ανέπαφα για το πασχαλινό τραπέζι.
Αλλά την έτρωγε η περιέργεια. Μερικά αυγά είχαν συγκρουστεί μεταξύ τους στο βράσιμο, και ήταν ήδη τραυματισμένα, πονεμένα, με τσακισμένο το κέλυφος, έτοιμα να παραδώσουν το πνεύμα, μετά από αυτό που περάσανε στο πουργκατόριο της κατσαρόλας. Ενώ τους έβαζε τις χαλκομανίες, δεν άντεξε στον πειρασμό να σπάσει το ετοιμόρροπο τσόφλι στο πιο ταλαιπωρημένο . Θα της έμενε το κουσούρι τούτο μια ζωή : μόνιμα θα έψαχνε να διακρίνει τι βρίσκεται κάτω από το κέλυφος των πραγμάτων.
‘Εξυσε το ήδη σπασμένο τσόφλι λοιπόν, και το είδε το ψαχνό από κάτω καταματωμένο, πληγιασμένο, με τις φλέβες να χάσκουν ανοιχτές και να αιμορραγούν, και το ασπράδι να είναι το μισό κόκκινο, και ακόμα – ακόμα, κιτρινομωβ στον πάτο, εκεί που ξεμυτούσε ο πετρωμένος κρόκος. Τα αυγά ομολογούσαν με τα βασανιστήρια όλα τα μυστικά τους.
Δεν είχε ακόμα παραστάσεις από άλλες, πιο δυσάρεστες αιμορραγίες,ή βάσανα, και τη Μ.Πέμπτη αυτή, το μόνο αηδιαστικό και ενοχλητικό ήταν η αίσθηση του ξυδιού που γέμιζε την ατμόσφαιρα.
Ο μόνος μόχθος της ζωής ήταν το σχολειό, τα διαβάσματα, και η ορθογραφία που ήταν κοπιαστική, μα πανέμορφη, γεμάτη πνεύματα και τόνους. Βέβαια είχαν μια περίεργη αγριάδα και στις τάξεις οι καιροί, κάπου στις αρχές του ’70, ( και εκτός και από την έξω από το σπίτι αγριάδα, που η μικρή δεν ήταν σε θέση να την κατανοήσει) : οι δάσκαλοι βαράγανε με βέργα τα μικρά χεράκια των μαθητών, λες και τα χεράκια αυτά, που ακόμα αμαρτίες πάνω τους δεν έφεραν, έπρεπε για κάτι σοβαρό να λογοδοτήσουν και τιμωρηθούν. Η ίδια δεν έτρωγε ποτέ ξύλο, αλλά τη μια και μοναδική φορά που τις της έβρεξε η κυρία, νόμιζε για μέρες μετά ότι η βέργα άφησε σημάδι στην παλάμη της. Τελικά ήταν δυο παράλληλες γραμμές, από τις φυσικές γραμμές που είναι ζωγραφισμένες στα χέρια των ανθρώπων , αυτές ‘της μοίρας’.
Στο υπόλοιπο του απογεύματος, απελευθερωμένη μέσα στις διακοπές του Πάσχα από τα μαθήματα , αλλά και από τις έγνοιες για οποιοδήποτε μελλούμενο, ή για οποιαδήποτε ‘Μεγάλη Παρασκευή’ πλην εκείνης της επομένης ημέρας, συνέχισε να εφαρμόζει τις χαλκομανίες με επιμέλεια, κρύβοντας άτσαλα το ανοιγμένο αυγό σε μερικές χαρτοπετέτες, πετώντας το ύστερα στα σκουπίδια, έχοντας την αφελή εντύπωση ότι η μητέρα της δεν θα το ανακάλυπτε εκεί.