Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι μέλισσες του Κάλβου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι μέλισσες του Κάλβου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

Θεοδόσης Πυλαρινός: Οι Μέλισσες του Κάλβου


[Εισήγηση του κ.  Θεοδόση Πυλαρινού, καθηγητού του  τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου,  στην Δημοτική Πινακοθήκη Κερκύρας, στην Κέρκυρα, στις 2/10/2013, στην παρουσίαση του βιβλίου μου "Οι μέλισσες του Κάλβου τριγυρίζουν στα λιβάδια του Λινκολνσάιρ" (εκδόσεις Ταξιδευτής, 2008) μαζί με τους κ.κ. Γεώργιο Κεντρωτή, καθηγητή στο τμήμα Ξένων Γλωσσών Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου και τον Δημήτρη Κονιδάρη, εκδότη του περιοδικού Πόρφυρας]  




 Η Πόλυ Χατζημανωλάκη με το ενδιαφέρον βιβλίο της Οι μέλισσες του Κάλβου που τριγυρίζουν στα λιβάδια του Λινκολνσάιρ μας έδωσε ένα αφηγηματικό έργο πολλαπλά μικτό ειδολογικά. Πρόκειται για μυθιστόρημα, σε κάθε περίπτωση, που εξελίσσεται σε δύο επίπεδα, ένα σύγχρονο και ένα δύο αιώνες πριν, επίπεδα με τη σειρά τους πολυσπόνδυλα, με άλματα από το παρόν στο παρελθόν και αντίστροφα, τα οποία, κινώντας η ίδια τα νήματα ημερολογιακά, τα συνάπτει δημιουργικά. Η δημιουργική αυτή διάθεση, η οποία εδράζεται στην ουσιαστική συνομιλία παρελθόντος-παρόντος συντελεί στη σύγκλιση των δύο επιπέδων που κινείται η υπόθεση του βιβλίου, και στη λογική αποτίμησή τους, που κορυφώνεται σε έναν έμμεσο διδακτισμό, μια σύνδεση των νέων, στους οποίους κυρίως απευθύνεται, με το παρελθόν τους και την αξιοποίηση κάποιων συγκυριών που προσφέρει άφθονες η ζωή, για την αναγνώριση της ελληνικής συνέχειας.
Το μυθιστόρημα αυτό αποτελεί ακόμη ένα κείμενο, όπου η σύγχρονη πολυπολιτισμική ζωή συναντιέται με τον μύθο ενός εμβληματικού έλληνα ποιητή, του Ανδρέα Κάλβου, κοσμοπολίτη στην εποχή του και φορέα ποικίλων πολιτιστικών επιδράσεων. Κοινός τόπος, σημείο συνάντησης των επιπέδων που προανέφερα είναι η περιοχή εκείνη της Αγγλίας, όπου έζησε ως δάσκαλος τα τελευταία του χρόνια ο Κάλβος, στην οποία συνέπεσε να βρεθεί και ο κεντρικός ήρωας της ιστορίας της συγγραφέως, ο μαθητής Πέτρος Ασλάνογλου, σε μαθησιακό πεδίο ευρισκόμενος κι ο ίδιος. Και περαιτέρω όμως, για να δείξουμε σε όλο το εύρος του το ειδολογικό μωσαϊκό του βιβλίου, θα αναφέρουμε ότι οφείλει ένα μέρος του στο ημερολογιακό είδος, αφού ένα τετράδιο της Τζέην Άρρονσον με τις σημειώσεις της για τη ζωή του Κάλβου αποτελεί τη γέφυρα του παρελθόντος με το παρόν.
Και πέρα από αυτά όμως, η ολιγόμηνη φοίτηση του νεαρού Ασλάνογλου στην Αγγλία, στο πλαίσιο της μοντέρνας ασύνορης παιδείας, ενέχει στοιχεία του Bildungsman, του είδους αυτού των μυθιστορημάτων της διαμόρφωσης του χαρακτήρα των ηρώων, όπως αποδίδουμε τον γερμανικό όρο, που έχει επικρατήσει παγκοσμίως, στη γλώσσα μας.
Ως αναμενόμενο αποτέλεσμα της πολυσημίας και ποικιλίας που προανέφερα, έρχεται και το άφθονο διακείμενο, είτε γύρω από το κείμενο με τις καλβικές στροφές στην αρχή των συγχρονικών κεφαλαίων – που τα διαχωρίζουν έτσι από το παρελθόν – είτε με τις πάμπολλες αναφορές στην ελληνική ιστορία και λογοτεχνία, με επίκεντρο πρόσωπα-θυρεούς, όπως ο Γιώργος Σεφέρης, ακόμη και με επιστημονικές αναφορές από ποικίλες επιστήμες, όπως της φυσικής, μηδέ της φιλολογίας ασφαλώς εξαιρουμένης.
Δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς μέσα σ’ αυτά και τη διδακτική στοχοθεσία του βιβλίου, την οποία ήδη υπαινίχθηκα – η περίπτωση του Κάλβου δεν επιλέχθηκε τυχαία. Το μυθιστόρημα αυτό δηλαδή απευθύνεται κυρίως σε νέους, σε εφήβους θα έλεγα, ασχέτως αν διαβάζεται εποικοδομητικά από αναγνώστες κάθε ηλικίας – εξάλλου, η καλή παιδική λογοτεχνία τους φανατικότερους αναγνώστες της τους θήρευσε πάντοτε από τους ώριμους αναγνώστες.
Δεν γνωρίζω σε ποιο βαθμό επιδίωξε η συγγραφέας τον ειδολογικό αυτό πλουραλισμό και συγκερασμό, που σε μερικά σημεία, ιδίως στις παρεμβολές των τετραδίων της Άρρονσον διακόπτοντας τη σύγχρονη ιστορία, δημιουργεί σκόπιμη αβεβαιότητα, όμως το  όλο εγχείρημά της οφείλω να πω ότι είναι επιτυχές – το ότι ο αναγνώστης αγωνιά για το τέλος είναι σαφής ένδειξη αυτού. Κατόρθωσε, με άλλα λόγια, να δώσει ένα μυθιστόρημα που ναι μεν απευθύνεται κυρίως σε νέους, του οποίου όμως η πλοκή και κυρίως η επινόηση της καλβικής εμπλοκής το καθιστά ενδιαφέρον και για τον ενήλικα αναγνώστη. Θεωρώ σημαντικό κλειδί της επιτυχίας της το ότι ο νέος αναγνώστης προσεγγίζει το παρελθόν, επηρεασμένος από την πλοκή του σύγχρονου θέματος και ιδίως την περιπέτεια του νεαρού ήρωα-μαθητή, και αντίστροφα, το ότι ο ενήλικας αναγνώστης εμπλέκεται αναγνωστικά στην σύγχρονης υφής μυθοπλασία, παρακινημένος από τις ήδη υπάρχουσες γνώσεις του για τον βουβό ήρωα, τον Κάλβο, ή όντας φιλοπερίεργος να μάθει τι είναι αυτές οι μέλισσές του, που λειτουργούν ως ευρηματικός αλλά πλασματικός μάλλον, και συνεπώς μυθοπλαστικός, αρμός του σύγχρονου με το παρελθοντικό.
Η ιδιότυπη πλοκή του έργου, μοντέρνα οπωσδήποτε, απαιτεί και γνώσεις και πολύ κόπο, και αυτά τα κατέβαλε ασφαλώς με μεράκι η Πόλυ Χατζημανωλάκη. Αν εξαιρέσουμε τη σύγχρονη ιστορία, που έχει τις πηγές της στην αναστροφή των νέων της εποχής μας με τα γεγονότα που βιώνουν, και συνάμα την εμπειρία της συγγραφέως για τις σπουδές τους, που αποτελεί μέρος της επιστημονικής εργασίας της, η μελέτη της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας, και ειδικότερα η συστηματική έρευνα του βίου και του έργου του Κάλβου, μελέτη που ο γνώστης της νεοελληνικής γραμματείας βλέπει σε πόσο βάθος έχει πάει, πρέπει να τονιστούν εμφατικά.

Φωτογραφία από το βήμα της εκδήλωσης
Από αριστερά: Γεώργιος Κεντρωτής, Θεοδόσης Πυλαρινός, Δημήτρης Κονιδάρης

Όσον αφορά, ειδικότερα, το συγχρονικό πλαίσιο, αυτό ξεκινά από τα χρόνια περίπου της δικτατορίας και εστιάζει στο σήμερα, παρουσιάζοντας ένα χρονικό διάστημα οικείο και επικοινωνιακά πρόσφορο σε όλες τις ηλικίες των σημερινών αναγνωστών. Οι ήρωές της, σε μήκος τριών γενεών, πείθουν, η πρωτοτυπία δε της εμπλοκής μιας σημαντικής μορφής του παρελθόντος με κοινά χαρακτηριστικά με τους βασικούς ήρωες, αποτελεί έναν όχι συνήθη κρίκο σύνδεσης ετερόκλητων εποχών, πράγμα που πρέπει να λογιστεί στις πρωτοτυπίες του έργου της συγγραφέως. Μάλιστα, η έλλειψη εμφανούς συνοχής αρκετές φορές παρελθόντος-παρόντος, η οποία όμως προϊούσης της πλοκής αποκαθίσταται, κάνει το μυθιστόρημα πιο ελκυστικό και πρωτότυπο.
Ο κορμός, λοιπόν, του έργου είναι μια συνήθης ιστορία, με πολλούς ήρωες. Οι συνθήκες της ζωής έχουν επιδράσει ποικιλότροπα επάνω τους. Ο κεντρικός ήρωας θα γνωρίσει τους δευτερεύοντες ήρωες μέσα από συγκεκριμένα συμβάντα της ζωής τους, θα μας αφήσει να δούμε το περιβάλλον του και πώς τελικά φθάνει στην Αγγλία, από όπου τελικά θα επιστρέψει πρόωρα λόγω ενός ατυχούς συμβάντος, αφού θα παρακολουθήσει μαθήματα σε αγγλικό σχολείο. Δεν πρόκειται να ζήσουμε κάποιο τραγικό γεγονός, αλλά να παρακολουθήσουμε τη ζωή ενός σύγχρονου νέου με ανησυχίες και ευαισθησία, που γεύεται τις εμπειρίες της ζωής και γνωρίζει με την ευκαιρία του ταξιδιού αυτού πολλά πρόσωπα και ωφέλιμα πράγματα, υπό την αιγίδα της εμβληματικής μορφής ενός μεγάλου κοσμοπολίτη ποιητή της ελευθερίας. Ωστόσο, η φαινομενικά απλή αυτή ιστορία εκτυλισσόμενη αναλύει χαρακτήρες, διανοίγει προσδοκίες, παρουσιάζει την ψυχοσύνθεση των σημερινών εφήβων, αναδεικνύει τη σημασία της διάρκειας στον χρόνο.

Θα συμφωνήσουμε με τις πολλαπλές εκδοχές που θέλει, σύμφωνα με το μότο στην αρχή του βιβλίου της, η συγγραφέας να διέπουν την ανθρώπινη ζωή∙ θα συμφωνήσουμε και με το δεύτερο μότο, παραλλάσσοντας λίγο το νόημά του, ότι οι αβαρίες της ζωής είναι σαν τις μέλισσες γύρω από το κερί, και θα συμφωνήσουμε, διότι  το μυθιστορηματικό είδος πρέπει να αποδίδει τη ζωή πιο ρεαλιστικά από ό,τι την ζούμε στην καθημερινότητά της, αφού οι εκρήξεις που πάντα απρόσμενα συμβαίνουν, αλλάζουν τη ροή της και δημιουργούν με την τραγικότητά τους μύθους. Τέτοιος είναι ο παραγωγικός διδακτισμός της συγγραφέως που προανέφερα  –εξάλλου, το αριστοτελικό δι’ ελέους και φόβου του πέρατος της τραγωδίας επίσης σε διδακτισμό, σε μάθηση παραπέμπει.
Νομίζω, για να κλείσω την αναφορά μου στο βιβλίο, ότι με την εμπλοκή στη συνθετότητα της ζωής και στην τυχαιότητα των γεγονότων που μπορούν και αλλάζουν τα δεδομένα, το μυθιστόρημα της Πόλυς Χατζημανωλάκη κερδίζει τον αναγνώστη του. Πρόκειται για ένα καλογραμμένο βιβλίο, με περιπέτεια και ήρωες που προκαλούν τον σημερινό αναγνώστη, με υλικό καλά επεξεργασμένο και συνδυασμένο με την ιστορία δύο γεμάτων αιώνων του ανήσυχου πνεύματος και της οικουμενικότητας θα έλεγα του ελληνικού στοιχείου. Oι μέλισσες του Κάλβου ας θεωρήσουμε ότι είναι τα διαιώνια σύμβολα της φιλοπονίας, της εργατικότητας, της αντοχής εκείνων που τόλμησαν, όπως ο Κάλβος, να υπερβούν το σύνηθες και να αφήσουν το μέλι και το κερί τους όπου γης, με τη βεβαιότητα ότι το άγνωστο αυτό μέλι θα έρθει η ώρα που θα δώσει τη γλύκα του σε όσους αντιληφθούν ότι οι κόποι παράγουν ηδείς καρπούς.

                                                                                          Θ. Πυλαρινός




Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Ονειρεύτηκα πως συνάντησα πάλι τον Ανδρέα Κάλβο





Μια βραδιά ονειρεύτηκα πως συνάντησα πάλι τον Ανδρέα Κάλβο. Βρισκόμουν στην Αίγυπτο, στις Πυραμίδες. Εκείνος, οδηγούσε μια άμαξα σαν άρμα και η μορφή του ήταν όπως περιγράφεται στο διαβατήριό του: Ανάστημα 5 πόδια και 6 ίντσες, μαλλιά μαύρα, μύτη λίγο χοντρή, μέτωπο απογυμνωμένο, γένια μαύρα, πιγούνι στρογγυλό, πρόσωπο ωοειδές, χροιά φυσική. Σταμάτησε την άμαξα που οδηγούσε και μου είπε. Ανεβείτε. Θα σας οδηγήσω στις πηγές του Νείλου.
Φυσικά και ανέβηκα στην άμαξά του, δεν υπήρχε περίπτωση να το χάσω αυτό. Και στο όνειρο ακόμη γνώριζα, ότι οι πηγές του Νείλου είναι μια αυταπάτη, μια μάταια ελπίδα. Υποτίθεται ότι βρίσκονται στη λίμνη Βικτώρια, στην περιοχή που ανήκει στην Ουγκάντα. Ο Ανδρέας Κάλβος όμως, με διαβεβαίωσε ότι εκείνος γνώριζε τις «μυστικές» πηγές. Ήταν πολλές, πλήθος και δεν μπορούσες να τις εντοπίσεις στο χάρτη. Καταλάβαινες όμως την παρουσία τους από τους υδρατμούς που γέμιζαν την ατμόσφαιρα, όταν ακολουθούσες αργά με το δάχτυλο τη ροή του ποταμού. Το χαρτί του χάρτη σγούραινε από την υγρασία και δεν μπορούσες πια να τον διπλώσεις.
Ο ήλιος ήταν έτοιμος να δύσει και τα χρώματα της Δύσης στην Αφρική διατηρούνται ώρες μετά στον ορίζοντα…
Όταν ξύπνησα δεν θυμόμουν τη συνέχεια του ονείρου, δεν θυμόμουν την χροιά της φωνής του. Εκ των υστέρων είπα, ότι είχε μια ελαφριά Βρετανική προφορά αλλά αυτό μάλλον το φαντάστηκα. Φαντάστηκα επίσης ότι μου μίλησε για τη μοναξιά του τόσα χρόνια απομονωμένος στο Λάουθ της Αγγλίας, εκεί που ήταν ο τάφος του, άγνωστος χρόνια τώρα, αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια, γιατί εγώ τον είδα νέον, ούτε τριάντα ετών δεν ήταν σαν να είχε βγει από ταινία των αδελφών Ταβιάνι, εξόριστος καρμπονάρος, στο άνθος της ηλικίας του.

Σκέφτομαι παραστάσεις άστρων κι εγώ
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες
ή όπως εκείνες που είχαν πλεγμένη τη φωνή σου
Στο στερέωμα του Αφρικάνικου ουρανού
Για να ξυπνά με την ιδέα σου ο Σεφέρης
Η σιωπή εγώ, η μυστική ευτυχία της συνάντησης
Αγαπημένο πνεύμα
Να καλύψω το κενό και την αυθαιρεσία του ονείρου πρέπει
μια ιστορία να μαστορέψω, να αναπληρώσω ό, τι λείπει
Θησαυρίζοντας από τις Ωδές
τη βαρύτητα των συμβόλων να αλαφρύνω
σαν πουλί που μετακινείται τη νύχτα στον ύπνο του
Να μυρίσω βραδινό ουρανό
Πνεύμα ανέμων
Ζefiro torna
φιλεί το ίδιον κύμα...
ως ελαφρά όνειρα βρέφους
οι ελπίδες των θνητών
διαλύονται
Στήθος παρθένων
Βάθος πελάγου

Πάμε στις πηγές του Νείλου,
Να πάμε…
Στο βάθος


Πόλυ Χατζημανωλάκη
Ιούνιος 2013



Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2010

Ας βάψουμε το τσάι μας κόκκινο!



Ρίχτηκε με τα μούτρα στην εργασία για τα έντομα γιατί κατάλαβε ότι ο Λέοναρντς θα είχε στραμμένο ένα ακοίμητο μάτι πάνω του. Πέρασαν  από το νου του  οι αλογομέρμηγκες και ο μυρμηγκολέων. Σκέφτηκε να κάνει μια μελέτη για αυτούς και να την παρουσιάσει στον Λέοναρντς. Αυτά τα όντα ήταν ότι πρέπει για μια ανθολογία φανταστικών ζώων σαν αυτή των Dungeons and dragons. Όσο και να τον γοήτευε η ιδέα του προσπάθησε να μην παρασυρθεί. Θα έδινε λάθος σήμα στον κόσμο εδώ και δεν θα είχαν άδικο αν θεωρούσαν ότι θέλει να κάνει τον έξυπνο. Κατάλαβε ότι παίζει «εκτός έδρας», όπως θάλεγε ο πατέρας του, και τέτοιου είδους πρωτοβουλίες δεν θα του έβγαιναν σε καλό.  Έψαξε λίγο στο internet και φυσικά βρήκε πολλά: σκορπιούς, αράχνες, σκαθάρια, πεταλούδες, ψείρες με τα οποία θα μπορούσα να ασχοληθεί, αλλά δεν μπορούσε να καταλήξει σε κάτι που να τον τραβάει κάπως περισσότερο. Οι σκορπιοί και οι αράχνες θα ήταν αρκετά συναρπαστικές  επιλογές μια και αρκετές φορές είχαν δανείσει τα ανατομικά τους χαρακτηριστικά – κεντριά και δαγκάνες - στα  όντα  που γοήτευαν τα παιδιά της ηλικίας του και προκαλούσαν αποτροπιασμό στους μεγάλους. Οι αράχνες του δάσους Νήλγουντ στο Χόμπιτ και η Σήλομπ,  η γιγάντια αράχνη στη σπηλιά της Κίριθ -  Ούγκολ  στον Άρχοντα των δαχτυλιδιών, θα ήταν ένας λόγος να ασχοληθεί μαζί τους, αλλά ο καθηγητής είχε τονίσει – όχι αρθρόποδα που δεν ανήκουν στα έντομα.

Όλα του τραβούσαν το ενδιαφέρον  σε κάποιο βαθμό,  ιδιαίτερα οι φωτογραφίες τους σε μεγέθυνση,  αλλά αυτό τον είχε μπερδέψει και δεν μπορούσε να καταλήξει. Φαινόταν πολύ σκεφτικός  όταν κατέβαινε τη σκάλα πηγαίνοντας στην κουζίνα,  το γνωστό καταφύγιο κάποιου που έχει πρόβλημα,  όταν διασταυρώθηκε με τον Ιάκωβο,  που έβγαινε από τη βιβλιοθήκη του. Ο Ιάκωβος τον κοίταξε παραξενεμένος. Ο Μπρένταν έλειπε και εκείνος διάβαζε ως συνήθως εφημερίδες. Κάθε πρωί έφταναν στην πόρτα τους οι τοπικές εφημερίδες και οι Τάιμς. Τα περιοδικά, εκτός από το Νάτιοναλ Τζεογκράφικ που ήταν συνδρομητής, τα διάλεγε μόνος του από ένα κέντρο τύπου στην Νιουμάρκετ. Ο Πέτρος του είπε ότι προσπαθεί  να διαλέξει ένα έντομο για την  εργασία που είχε στη βιολογία. Την ώρα εκείνη του ήρθε σαν αστραπή  ότι αυτό το σπίτι έχει το οικογενειακό του έντομο. Πώς και δεν του είχε περάσει από το μυαλό πριν μιλήσει η σχέση της Τζέην με τις μέλισσες;
«Ετοίμαζα τσάι», είπε ο Ιάκωβος, «θέλεις να μου κάνεις παρέα;»

 Ήταν δυνατόν να απορρίψει τέτοια τιμητική πρόσκληση στη βιβλιοθήκη; Παρά το ότι είχε γίνει αναγνωστήριο εφημερίδων και περιοδικών, εξακολουθούσε να είναι χώρος απαραβίαστος όπου έμπαινες χτυπώντας ή αν σε καλούσαν. Κάτι του έλεγε ότι αυτή η πρόσκληση προκλήθηκε από τη αναφορά στην εργασία για τα έντομα. Κάθισε λοιπόν στη μια από τις δύο πολυθρόνες  και ο Ιάκωβος σέρβιρε το τσάι. Μετά με μια μικρή λαβίδα άνοιξε ένα κουτί που ήταν μέσα στο δίσκο και έπιασε ένα μικρό σκούρο σβώλο,  σαν φακή και τον έριξε στο φλιτζάνι του.
«Προς τιμήν όλων των εντόμων, ας βάψουμε το τσάι μας κόκκινο». Έριξε ένα τέτοιο σβώλο και στο τσάι του Πέτρου. Όπως κατέβαινε  στον πάτο του φλυτζανιού,  άφηνε πίσω του μια κόκκινη κηλίδα σαν σταγόνα από μελάνι που απλωνόταν στο τσάι. 
«Είναι κρεμέζι, το μικρό αποξηραμένο κατσαριδάκι»

Ο Πέτρος δεν είχε βέβαια και πολύ διάθεση να πιει το τσάι με το αποξηραμένο έντομο,  αλλά δεν ήθελε να κάνει το δύσκολο και έτσι έφερε το φλιτζάνι στα χείλη του για να πιει μια γουλιά μετά από τον Ιάκωβο. Ευτυχώς δεν κατάλαβε καμιά διαφορά.


Ο Ιάκωβος πήρε από ένα ράφι της βιβλιοθήκης ένα μικρό βιβλιαράκι και κάθισε στην άλλη πολυθρόνα. 
«Μια παλιά έκδοση των ωδών του Κάλβου», είπε. Ο Πέτρος δεν θα παραξενευόταν – μόλις είχε μάθει για τον Ναμπόκοφ, το Ρώσο λογοτέχνη που ανακάλυψε ένα νέο είδος πεταλούδας  - αν μάθαινε ότι και ο Κάλβος είχε κάνει κάποια παρόμοια ανακάλυψη.


«Το βιβλίο αυτό ανήκει σε κάποιο φίλο που είχε μια ιδιαίτερη αγάπη για τον Ανδρέα Κάλβο», είπε. «Είχε μάλιστα ένα δικό του τρόπο να διαβάζει τα ποιήματά του.  Ήταν φυσικά απολύτως ερασιτεχνικός και ιδιόμορφος τρόπος. Είχε όμως  τη δύναμη να μεταδίδει και στους άλλους ένα μέρος από το πάθος του». Ο Πέτρος τον παρακολουθούσε προσηλωμένος. Είχε καταλάβει ότι ο Ιάκωβος επρόκειτο να κάνει αποκαλύψεις και προσπαθούσε να βρει τον τρόπο να είναι απόλυτα ειλικρινής χωρίς να καταφύγει σε μια προσωπική εξομολόγηση.

«Είχε παρασυρθεί από τη μαγεία ενός κόσμου σκοτεινού και μεγαλειώδους που είχε ανακαλύψει στους στίχους του Κάλβου. Εκεί έβλεπε φαντάσματα καραβιών που πετούσαν σαν τον ιπτάμενο Ολλανδό, άκουγε συνομιλίες με νεκρούς που βγαίνουν από ανοιχτούς τάφους, παρακολουθούσε τις πομπές με τις ψυχές των νεκρών που ανέβαιναν σαν ομίχλη στον ουρανό…Στις έρημες πεδιάδες αντηχούσαν καλπασμοί αλόγων και κλαγγές όπλων. Άλλοτε πάλι η τρικυμισμένη θάλασσα έφερνε στην επιφάνεια συντρίμμια από τα ναυάγια και τα σώματα των νεκρών…»

Σταμάτησε για μια στιγμή και κοίταξε έξω από το παράθυρο.
«Δεν υπήρχε μόνο η σκοτεινή πλευρά. Σ’  αυτό τον κόσμο είχαν θέση σκηνές γεμάτες νοσταλγία από την πατρίδα του, εικόνες με δροσερά κορίτσια που κάνουν βαρκάδα στο σμαραγδένιο νησί του… Νοσταλγία για το πατρικό νησί όταν ο ναύτης που ακουμπά στην πρύμνη και αναχωρεί από εκεί την νύχτα, με την φαντασία του βλέπει το νησί του λουσμένο στο χρυσό φως της μνήμης...» 

Ο Ιάκωβος συνέχισε αυτό που ήθελε να πει μια και ο Πέτρος, διακριτικά, απέφυγε να κάνει οποιοδήποτε σχόλιο.
«Κάποια στιγμή αυτός ο φίλος άρχισε να ασχολείται με τη μελισσοκομία. Πίστευε ότι και ο Κάλβος είχε κάποια ιδιαίτερη σχέση με τις μέλισσες και στην ποίηση και στην ζωή του. Άρχισε λοιπόν, όπως με ένα δικό του τρόπο διάβαζε τις Ωδές να φροντίζει και να παρατηρεί τις μέλισσες».
« Ο Κάλβος ασχολήθηκε με τις μέλισσες εδώ στο Λάουθ;»
« Σύμφωνα με το φίλο μου είχε ασχοληθεί με τις μέλισσες και κατά την πρώτη περίοδο που ήρθε στην Αγγλία πριν ακόμα να γράψει όλα τα ποιήματα των Ωδών. Κατά τη γνώμη του, αυτή η δραστηριότητα ταίριαζε απολύτως στην ιδιοσυγκρασία του επαναστάτη και στην ποίησή του. Είχε μάθει ότι τότε ο Κάλβος βοηθούσε έναν εξόριστο Ιταλό γιατρό να βγάλει ένα περιοδικό που  ονομαζόταν  L’ Αpe Ιtaliana – Ιταλική Μέλισσα. Ήταν ένα περιοδικό ποικίλου περιεχομένου, που περιλάμβανε εκτός από λογοτεχνικά και επιστημονικά άρθρα. Ο τίτλος του,  εκτός από τη νύξη που έκανε στον επαναστατικό ή το λογοτεχνικό συμβολισμό της μέλισσας, αποτελούσε και αναφορά σε μια συγκεκριμένη  ποικιλία μέλισσας, την ιταλική, που θεωρείται πιο  ήμερη από τη φύση της και επομένως είναι πιο εύκολο να την εκτρέφεις. Με παρόμοιο όνομα  κυκλοφορούσε ένα ελληνικό περιοδικό στο Παρίσι, και αργότερα μετά την απελευθέρωση κυκλοφόρησαν τέτοια περιοδικά στην Αθήνα  και στην Πάτρα. Συμπωματικά, η  εισαγωγή αυτού του είδους  μέλισσας στην Αγγλία έγινε την ίδια εποχή που ο Κάλβος και οι φίλοι του προσπαθούσαν να εκδόσουν αυτό το  περιοδικό. Ο φίλος μου πίστευε ότι οι Ιταλοί σύντροφοι του Κάλβου στο Λονδίνο πρέπει να είχαν κάποια σχέση με αυτή την εισαγωγή. Χρησιμοποιούσαν τότε μικρά χάρτινα κουτάκια με τρύπες για να μεταφέρουν τις μέλισσες. Έτσι πίστευε ότι θα έφεραν τις βασίλισσες από την Ιταλία στην Αγγλία και κατάφεραν, βάζοντάς τις στις κυψέλες  να εισάγουν την ποικιλία αυτή εδώ. Δεν είχε όμως όλες τις αποδείξεις που χρειαζόταν γιατί δεν είχε μπορέσει να βρει ούτε ένα τεύχος αυτού του περιοδικού».

Σταμάτησε για μια στιγμή να μιλάει. Ο Πέτρος βρήκε την ευκαιρία να εκφράσει κάποιες επιφυλάξεις. Υπήρχε κάτι στην ιστορία αυτή που του φαινόταν αταίριαστο.  Οι μέλισσες ήταν κατά τη γνώμη του καθώς πρέπει έντομα. Εργατικά, νοικοκυρεμένα και το προϊόν που φτιάχνουν είναι γλυκό. Άντε να είναι γλυκά τα λόγια ενός ποιητή – όμως δεν το έβρισκε και τόσο συναρπαστικό ως έντομο που θα μπορούσε εμπνεύσει έναν επαναστάτη. Πως ήταν δυνατόν αυτό; Μπορούσε να καταλάβει τη μελισσοκομία σαν ασχολία ενός ηλικιωμένου που έχει αποτραβηχτεί στην επαρχία, αλλά οι  μέλισσες σύμβολο των επαναστατών; Ο Ιάκωβος προσπάθησε να απαντήσει, ανατρέχοντας στο παρελθόν του ποιητή.

«Ο Κάλβος όταν ζούσε στην Ιταλία είχε υπάρξει καρμπονάρος. Ανήκε σε μια επαναστατική οργάνωση για την απελευθέρωση της Ιταλίας από τον αυτοκράτορα της Πρωσσίας, που ήταν εμπνευσμένη και στα σύμβολα και στο οργανωτικό της από τις μυστικές εταιρείες των τεκτόνων και των πεφωτισμένων που δρούσαν στην Ευρώπη εκείνη την εποχή και παλαιότερα.»

«Όπως η Φιλική Εταιρία»
«Ναι. Τελετουργικό μύησης, συνθηματικά σύμβολα αναγνώρισης, οργάνωση σε τριάδες, ιερείς και Αποστόλους.»

«Τα ξέρω αυτά.»
«Η φιλοσοφία των τεκτονικών στοών, όπως λέει άλλωστε και το όνομά τους – κτίστες – ήταν η ανέγερση του ναού του Σολομώντα.»
«Στην Ιερουσαλήμ;»
«Άλλοι το εννοούσαν κυριολεκτικά – ίσως αυτό συνδέεται με κάποιο τρόπο με την επίσκεψη στους Αγίους Τόπους αλλά και με τις σταυροφορίες – και άλλοι το εννοούσαν συμβολικά σαν μια διαδικασία προσπάθειας και αρετής»
«Οι μέλισσες χτίζουν τις κηρήθρες τους», είπε ο Πέτρος. 
« Και θησαυρίζουν το μέλι με κόπο, όπως ο τέκτονας θησαυρίζει τη σοφία. Και όλα αυτά συνδέονται με σύμβολα του θανάτου και της αναγέννησης – οι κυψέλες που έχουν σχήμα τάφου – οι μέλισσες που είναι σαν ψυχές που πηγαινοέρχονται στον κάτω κόσμο – το σύμβολο των καρμπονάρων είχε μια νεκροκεφαλή και ένα σταυρό»
«Και οι στίχοι των ποιητών ρέουν σαν μέλι από το στόμα τους», συμπλήρωσε ο Πέτρος.

«Το μέλι αυτό συνδέεται με τις Μούσες – έχει θεϊκή προέλευση. Λέγεται πως ο Πίνδαρος ξύπνησε ένα πρωί και είχε το χάρισμα της ποίησης γιατί οι μέλισσες του είχαν σφραγίσει το στόμα μέλι,  όπως και με την τέχνη της μαντικής του μελιού που κατά το μύθο οι ΤΡΙΕΣ  δίδαξαν στον Ερμή».
Άνοιξε το βιβλίο των Ωδών και άρχισε να διαβάζει, κοιτώντας τον Πέτρο ερευνητικά  για να δει αν μπορούσε να παρακολουθήσει. Σταματούσε πότε πότε για να εξηγήσει μια λέξη που θεωρούσε ότι θα ήταν άγνωστη. Ο χρωματισμός της φωνής του ήταν και αυτός μια εξήγηση και ο Πέτρος είδε ότι καταλάβαινε πολύ περισσότερα από ότι άλλες φορές.  Από τη μια στιγμή στην άλλη, είχε ζωντανέψει εκείνος ο κόσμος όπου οι Μούσες αποθέτουν στα χείλη του Ομήρου το «θείον μέλι». Εκεί τα «αυγερινά πλήθη των μελίσσων»  πετούσαν πάνω από μια λίμνη με το αεράκι της άνοιξης. Ο ποιητής ταξίδευε στο Αιγαίο και το Ικάριο πέλαγος και υμνούσε την  Κάλυμνο που «τρέφει τας μελίσσας με αθέριστα άνθη» και βγάζει το καλύτερο μέλι  όπως αναφέρει και ο Βιργίλιος στα Γεωργικά.  Άλλοτε η ανάμνηση της ευδαιμονίας στην πατρική γη αναδυόταν με την εικόνα αναρίθμητων μελισσών, τα «έθνη των μελίσσων», που ξεχύνονταν από τις κυψέλες της Πάργας.

Κάποτε η επίκληση της αρετής και της αγάπης για την υπεράσπιση της ελευθερίας γίνεται ικεσία προς τις «αιώνιες μέλισσες» να μην εγκαταλείψουν το μέλι που με τόσο κόπο έχουν θησαυρίσει. Ο αναπόφευκτος θάνατος αμφισβητεί και υπονομεύει το έργο τους όταν με χαμηλό βόμβο επιστρέφουν φορτωμένες στην κυψέλη.

Μια φωνή από τον κάτω κόσμο ακούγεται να λέει πως «Κόπος ανυπόφερτος είναι η ζωή. Οι ελπίδες, οι φόβοι του κόσμου/οι χαραί και το μέλι/σας βασανίζουν».  Εκείνη την ώρα πάντως οι μέλισσες του Κάλβου τριγύριζαν στα λιβάδια του Λίνκολνσάιρ και ο Ιάκωβος όρθιος, παρασυρμένος στην ανάγνωση, με τις κινήσεις των χεριών του σαν να έστρωνε τα φύλλα σε ένα στεφάνι με αθέριστα άνθη, ένα στεφάνι για τη Τζέην φυσικά. 

Από το μυθιστόρημα "Οι Μέλισσες του Κάλβου τριγυρίζουν στα λιβάδια του Λινκολνσάιρ", εκδ. Ταξιδευτής

Πηγές από το Ίντερνετ:


http://farm3.static.flickr.com/2700/4403754257_5334cc0aff_o.jpg

Η ασπρόμαυρη φωτό του 1992 με τον τάφο του Ανδρέα Κάλβου, είναι από το βιβλίο του Λεύκιου Ζαφειρίου, "Ο βίος και το έργο του Ανδρέα Κάλβου" από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, 2006
Την άλλη, την έγχρωμη, την έχω τραβήξει εγώ το 2009. 

Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2010

Με τον Ιαγουάθα στο Βόλο ή ο ζωγράφος Θεόφιλος στη Χώρα των Θαυμάτων

Έχουν περάσει περίπου εκατό χρόνια από το θάνατο του Άγγλου συγγραφέα, κληρικού και μαθηματικού Τσάρλς Ντόγκσον, που οι περισσότεροι τον γνωρίζουν με το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο Λιούις Κάρολ, μια και αναγνωρίζουν σε αυτόν τον συγγραφέα του δημοφιλέστατου μυθιστορήματος, για παιδιά υποτίθεται, της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων



Είναι πια ευρύτερα γνωστό το πάθος του για τις φωτογραφίες μικρών παιδιών, μικρών κοριτσιών δηλαδή, τα οποία φωτογράφιζε με την άδεια των οικογενειών τους, χρησιμοποιώντας τη φωτογραφική του μηχανή στην οποία είχε δώσει το όνομα του μυθιστορηματικού ήρωα του Λονγκφέλλοου, του Ιαγουάθα.


 Για το λεπτό θέμα της φωτογράφισης των κοριτσιών από τον αιδεσιμώτατο Τσαρλς Ντόγκσον και για την ιδιαίτερη αγάπη του για τα νεαρά κορίτσια – ένα από αυτά μάλιστα ήταν και η Άλις Λίντελλ που ενέπνευσε την ηρωίδα της Αλίκης – έχουν γραφτεί πολλά (βλ. καιhttp://stintrypatoulagou.blogspot.com/2009/11/blog-post.htm) Ίσως είναι και άλλα που δεν ξέρουμε που ενδεχομένως αποκαλύπτονται στα ημερολόγιά του.


Ο Κάρολ άφησε μετά το θάνατό του ένα μεγάλο αριθμό επιστολών και δεκατρείς τόμους προσωπικών ημερολογίων, τέσσερις από τους οποίους αγνοούνται σήμερα. Ο πρώτος ξεκινά από το Οκτώβριο του 1853 και η τελευταία καταγραφή σταματά τον Δεκέμβριο του 1897.

Τα ημερολόγια πωλήθηκαν στη Βρετανική βιβλιοθήκη αλλά είναι ελλιπή. Από τους υπόλοιπους εννέα τόμους των ημερολογίων λείπουν εννέα σελίδες. Αυτό βάζει σε υποψίες βέβαια τους οπαδούς του Κάρολ και κάνει αυτούς που τον υποπτεύονται για αμφιλεγόμενες προτιμήσεις σε σχέση με τα νεαρά κορίτσια, να τρίβουν τα χέρια τους. Είμαι της γνώμης ότι κανείς από αυτούς δεν επιθυμεί κατά βάθος να βρεθούν οι χαμένες σελίδες και οι τόμοι των ημερολογίων.

Αυτό είναι κατανοητό βέβαια γιατί θα διέκοπτε μια προσφιλή διαμάχη χρόνων.



Αρχίζω λοιπόν να αφηγούμαι τη δική μου σχέση με την υπόθεση των χαμένων ημερολογίων και ελπίζω οι ειδικοί να διαβάσουν αυτές τις γραμμές και να ασχοληθούν πιο σοβαρά, αν και δεν το πιστεύω, γιατί όπως είπαμε, είμαι της γνώμης ότι κανείς δεν θέλει να βρεθούν τα ημερολόγια--->


Ας αρχίσουμε λοιπόν από την αρχή και από το βιβλιοπωλείο Wrights of Louth Ltd στο Λάουθ του Λινκολνσάιρ. Το Wrighs of Louth, βιβλιοπωλείο και χαρτοπωλείο τράβηξε την προσοχή μου – επισκέφτηκα φυσικά όλα τα βιβλιοπωλεία του Louth πέρυσι το καλοκαίρι και όλα ήταν εξαιρετικά πλούσια εφοδιασμένα – με το απαραίτητο συμπλήρωμα σε τουριστικούς χάρτες και γραφική ύλη – αλλά το συγκεκριμένο τράβηξε την προσοχή μου εξ αιτίας της ανάποδης πινακίδας του. Παράδοση μου είπαν! Τι άλλο! Όταν ο προηγούμενος ιδιοκτήτης ανάρτησε την πινακίδα, νύχτα ήτανε, μεθυσμένοι οι μαστόροι ήτανε, τη βάλανε ανάποδα. Το θεώρησαν μετά γρουσουζιά να το αλλάξουν, και οι επόμενοι που αγόρασαν το μαγαζί δεν θέλησαν να χαλάσουν την παράδοση.



Ακόμα μεγαλύτερη ήταν η χαρά μου όταν συνάντησα εκεί τη Jean μια κυρία ενενήντα και βάλε ετών. Είχαμε γνωριστεί στο λεωφορείο όταν πήγαινα στο Λάουθ και αμέσως με θυμήθηκε, φωτογραφηθήκαμε μαζί και όταν τη ρώτησα τι γύρευε εκεί, η Jean μου είπε το καταπληκτικό «δουλεύω»! Δεν νομίζω ότι το έκανε από ανάγκη – ας μην χαίρονται αυτοί που μαστορεύουν τώρα τα νομοσχέδια για το ασφαλιστικό – αλλά γιατί μάλλον ήθελε να βγαίνει από το σπίτι και να βλέπει ανθρώπους.


Ήταν τόσο χαριτωμένη...Μεταξύ άλλων μου είπε ότι ως μαθήτρια πήγαινε Κατηχητικό στην εκκλησία της Αγίας Μαργαρίτας του Κέντιγκτον,


Εκεί που όπως τώρα ξέρουμε ήταν ο άγνωστος τάφος του Ανδρέα Κάλβου εκεί στην Church Lane με τους πανσέδες όπως έχουμε πει μια άλλη φορά εδώ.


Δεν φαντάζεστε λοιπόν την έκπληξή μου όταν είδα ανάμεσα στα παλιά βιβλία του βιβλιοπωλείου κάποιες φωτογραφίες, που μου φάνηκαν γνωστές πιασμένες σε ένα πράσινο χαρτόνι, με μια μορφή που είχα ξαναδεί αλλά δεν μπορούσα να θυμηθώ από πού...


Από τη φορεσιά, φουστανέλα, φαινόταν ότι ήταν στα σίγουρα Έλληνας.

 Στη γωνία της φωτογραφίας διάβασα: "1868, με τον Ιαγουάθα στο Βόλο"! Εκείνη τη στιγμή δεν πήγε ο νους μου παρά στον Ιαγουάθα, τον Ινδιάνο μυθιστορηματικό ήρωα του Λονγκφέλλοου, όχι πως τον έχω διαβάσει αλλά τον είχα δει σε παιδική ταινία κινουμένων σχεδίων (με το γιο μου φυσικά ).

Στην αρχή θεώρησα ότι ο Εγγλέζος περιηγητής που βρέθηκε στο Βόλο, θα φωτογράφησε κάποιον ληστή της εποχής. Μετά όμως, διάβασα παρακάτω:

«Ο Θεόφιλος είναι ένας λαΙκός άνθρωπος. Ένας πριμιτιφ ζωγράφος. Ένας τρελός για τα μάτια του κόσμου, που τον ακούει να λέει παράδοξα πράγματα για τις ζωγραφικές του και που τον βλέπει να τρέχει στους δρόμους, ντυμένος σαν Μέγας Αλέξανδρος.


Αυτό που με τραβά περισσότερο σε αυτόν, παρά το ότι δεν καταλαβαίνω πάντα τα παραφθαρμένα ελληνικά του και χρειάζομαι διερμηνέα, νάναι καλά ο Frederic Villies ο κινηματογραφιστής που μου μεταφράζει - είναι ότι είνα ι κι αυτός τραυλός. ΄Όπως εγώ.


Και ενώ εγώ γλύτωσα από τον εξευτελισμό να χρειάζεται να επιτελώ τη θεια λειτουργία μην προχωρώντας στην ιεραρχία της ιεροσύνης, αυτός υφίσταται τους εξευτελισμούς των μικρών παιδιών για τον τρόπο που μιλάει. Παραλίγο να τον ρίξουν από μια ανεμόσκαλα όπου είχε ανεβεί για να δουλέψει. Με τη βοήθεια του Villies του αφηγήθηκα ιστορίες της Αλικης και αυτός άρχισε να μου φτιάχνει ένα φόλιο με σκίτσα που δεν είναι και άσχημα...



Απλά δεν δέχεται να κάνει το κουνέλι να σταθεί στα πόδια του να κοιτάει το ρολόι. Καθόλου ανθρωπόμορφο. Αλλά δεν μπορώ να του αλλάξω γνώμη.


 Έχει ζωγραφίσει έναν υπέροχο βαλέ σαν Ερωτόκριτο...


....και στο Βασιλιά επιμένει να φορά περικεφαλαία...



Παντού προσθέτει μια γάτα, φαντάζομαι επειδή δεν μπορεί να αποδόσει τη nonsense έννοια του χαμόγελου χωρίς τη γάτα.»



Αν τα κείμενα δεν ήταν πλαστά, ήμουν μάρτυρας μιας μοναδικής συνάντησης στην ιστορία. Χωρις αμφιβολια επρόκειτο για πολύ σημαντικό ντοκουμέντο συνάντησης του Λιούις Κάρολ με το Θεόφιλο. Η επίσκεψη του Κάρολ στην Τουρκοκρατούμενη Θεσσαλια δεν ήταν γνωστή βέβαια, αλλά με δεδομένη την εξαφάνιση των τεσσάρων τόμων από το ημερολόγιό του Κύριος οίδε ποσα άλλα δεν ξέρουμε ακόμη.

Δεν είχα τη δυνατότητα να αγοράσω τις φωτογραφίες, αλλά σας βεβαιώνω αν πάτε στο Wrights of Louth το πιθανότερο είναι να υπάρχουν ακόμη...



Για τη συνάντηση Κάρολ - Θεόφιλου, δεν έχω ακούσει από πουθενά αλλού. Ούτε το ανέφερα ποτέ γιατί ποιος θα με πίστευε…

Δεν ζήτησα, ακριβώς επειδή ήταν πολύ ακριβό το απόκτημα να το φωτογραφίσω, ντράπηκα.




Να όμως που προχτές, που επισκέφτηκα το Μουσείο του Θεόφιλου, είδα μπροστά μου τη ζωντανή μαρτυρία αυτής της συνάντησης. Και δεν εννοώ τους Ερωτόκριτους και τους Βασιλείς με την περικεφαλαία που ο Κάρολ έβλεπε σαν βαλέ και βασιλιά της τράπουλας.


Εννοώ το κουνέλι και τη γάτα που φιγουράρουν στον πινακα που βλέπετε, κάτω από το οικογενειακό τραπέζι,




Αδιάψευστη απόδειξη της επίσκεψης του Θεόφιλου στη Χώρα των Θαυμάτων!


ΥΓ
Αυτή η παλιά ανάρτηση στις Πινακίδες από κερί είναι μια σύνθεση από φωτογραφίες και συνειρμούς που υποστηρίζουν και πλαισιώνουν μια μυθοπλασία, μια φανταστική συνάντηση αξιοσημείωτων ανθρώπων. Με το tag "μυθοπλασίες" την έχω άλλωστε κατατάξει στο μπλογκ. Το χάρηκα τόσο πολύ όταν το έφτιαχνα και το "τεκμηρίωνα" που σε μια άλλη πραγματικότητα, στη χώρα των θαυμάτων αυτό έχει συμβεί...

Παρασκευή 16 Απριλίου 2010

Οι καταπόρφυροι πανσέδες της Church Lane, κοντά στον τάφο του Ανδρέα Κάλβου


Θα σας εξομολογηθώ ένα περίεργο συμβάν που μου συνέβη πριν τρία χρόνια και που αν δεν με έπεισε ότι πρέπει κανείς, όταν γράφει, να εμπιστεύεται το ένστικτό του και όχι μόνο τη λογική, μου έδειξε πάντως, πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι η πραγματικότητα διέπεται από άγνωστους ακόμα νόμους.

Επρόκειτο λοιπόν να γράψω για τη διαδρομή με το ποδήλατο του δεκαεπτάχρονου Πέτρου Ασλάνογλου, του μυθιστορηματικού μου ήρωα στις Μέλισσες του Κάλβου. Ο Πέτρος διασχίζει κάποια στιγμή με το ποδήλατό του τα λιβάδια του Λίνκολνσάιρ.

Στο Λάουθ του Λίνκολνσάιρ έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Ανδρέας Κάλβος με την Αγγλίδα γυναίκα του, που ήταν διευθύντρια ενός οικοτροφείου θηλέων. Ο ίδιος εκεί δίδασκε γαλλικά και μαθηματικά. Στο Λάουθί βρίσκεται και ο τάφος του, στην Αγία Μαργαρίτα του Κέντιγκτον, ξεχασμένος για εκατονπενήντα τόσα χρόνια, ώσπου να τον εντοπίσει γύρω στα 1939 ένας Κύπριος ερευνητής, ο Αντώνης Ιντιάνος.



Ο Πέτρος, φιλοξενούμενος ενός ιδιόρρυθμου καθηγητή μαθηματικών, του Ιάκωβου Λογιάδη, πρόκειται να φοιτήσει σε ένα γκράμαρ σκούλ αυτής της κωμόπολης. Ανάμεσα σε άλλα που του συμβαίνουν και περιγράφονται στο βιβλίο (χτυποκάρδια στα θρανία, θεατρικές παραστάσεις με την ιστορία της Ποκαχόντας, καταδίωξη των κλεφτών του μελιού) επιδίδεται και σε ποδηλατικές εξορμήσεις. Η συνηθισμένη του διαδρομή είναι Λάουθ – Κέντιγκτον καλά μελετημένη για το σκοπό αυτό από τους χάρτες και το Google – Earth καθώς από τα οδοιπορικά δοκίμια του Σεφέρη, όταν το 1960, ως πρέσβης της Ελλάδας στο Λονδίνο ήταν παρών στην ανακομιδή των οστών του Κάλβου. Είχα τη δυνατότητα να επισκεφτώ και να περπατήσω στο Λάουθ μετά την έκδοση του βιβλίου. Ανορθόδοξο αλλά αυτό είναι η αλήθεια.



Σε αυτή τη διαδρομή λοιπόν, ο νεαρός διασχίζει τα λεγόμενα Πανωτόπια (Wolds) λοφώδεις εκτάσεις που αναμενόταν να είναι επίπεδες και καλλιεργημένες με δημητριακά, σύμφωνα με την έρευνα στο Ίντερνετ και τις τουριστικές φωτογραφίες. Θεώρησα απαραίτητο λοιπόν να περιγράψω τι έβλεπε ο Πέτρος στο δρόμο του προς την Church Lane όπου ήταν ο τάφος του ποιητή, δηλαδή αυτή την ομοιόμορφη πρασινάδα των λιβαδιών, μια και η εποχή ήταν Απρίλιος και τα στάχια δεν θα είχαν ακόμα ωριμάσει.



Έκλεισα λοιπόν τα μάτια και προσπάθησα να φέρω στο νου μου το καταπράσινο λιβάδι. Για να το περιγράψω. Έλα όμως που κάθε φορά που έκλεινα τα μάτια μου, μου ερχόταν στο νου, αντί για λιβάδι, μια εικόνα από ήμερους καλλιεργημένους πανσέδες;

Βρε εξαφανιστήστε έλεγα, θέλω να φανταστώ τα λιβάδια του Λινκολνσάιρ. Πράσινα.


Θέλω ένα λιβάδι δίπλα στο δρόμο να είναι καθαρό, να το πω βόρειο, ομοιόμορφα πράσινο, όχι διάστικτο από την πολυχρωμία των μωβ και κίτρινων άγριων λουλουδιών που συναντάς στις ελληνικές εξοχές. Να σκέφτεται ο ήρωάς μου ότι όλα εδώ είναι σοβαρά και επιβλητικά και ότι η φύση δεν είναι παιχνιδιάρα, δεν αστειεύεται.

Εννοείται ότι έτσι ακριβώς ήταν το λιβάδι στη διαδρομή. Το επιβεβαίωσα πηγαίνοντας. Στη φωτογραφία φαίνεται κίτρινο γιατί η δική μου επίσκεψη έγινε τον Ιούλιο.

Έλα όμως που δεν μπορούσα να το φέρω έτσι στο μυαλό μου γιατί αυτοί οι ενοχλητικοί πανσέδες εμφανίζονταν συνέχεια μπροστά μου προκλητικά. Πανσέδες στη διαδρομή, στα χωράφια είναι αδύνατον φυσικά να συναντήσεις. Έτσι αποφάσισα να περιγράψω τη σκηνή «με το χέρι» θα έλεγα. Κάπως βιασμένα. Σαν να έπρεπε να είναι έτσι.


Το εντυπωσιακό δεν είναι λοιπόν ότι η διαδρομή δεν ήταν έτσι. Όχι. Τα χωράφια ήταν όπως έπρεπε να είναι.

Στρίβοντας όμως στην Church Lane, στο τέλος της διαδρομής, διακόσια μέτρα από την εκκλησία της Αγίας Μαργαρίτας, ακριβώς κάτω από την ταμπέλα του δρόμου, τι να δω:

Κάποιος είχε φυτέψει πανσέδες. Καταπόρφυρους και μωβ πανσέδες. Όπως τους είχα δει με τα κλειστά μάτια. Αλλά όχι εκεί που τους είχα φανταστεί, κατά τη διάρκεια δηλαδή της διαδρομής αλλά στο τέλος της.

Τους φωτογράφισα για να τους δείτε.


ΥΓ
Το κείμενο αυτό αναρτήθηκε χτες στο προφίλ μου στο  Facebook.