Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μυθοπλασίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μυθοπλασίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2011

Δαρμοί και πόνοι στα δάχτυλα του Παπαδιαμάντη…



Γύρω στις τέσσερις ξημερώματα, ένα πρωινό του Γενάρη του 2011 ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης φάνηκε να περπατά στο πεζοδρόμιο της Ιπποκράτους, στο ύψος της Καλλιδρομίου. Τον είδε ο ένοπλος φρουρός που έκανε περιπολία έξω από το αστυνομικό τμήμα -  φρούριο της περιοχής και δεν τον αναγνώρισε. Φυσικό θα πείτε, ο φρουρός ήταν δεν ήταν είκοσι χρονών πού να τον ξέρει για να αναρωτηθεί τι δουλειά είχε ο Παπαδιαμάντης τέτοια ώρα μπροστά του. Και τον ίδιο τον Παπαδιαμάντη να ρωτούσες δεν θα ήταν δυνατόν εκείνη τη στιγμή να το εξηγήσει, γιατί είχε χάσει τη μνήμη του. Μη ξέροντας λοιπόν ποιος είναι, δεν ήταν δυνατόν να δώσει εξηγήσεις για το πώς βρέθηκε εκεί, ελαφρά μεθυσμένος…αλλά τελείως ακίνδυνος. Ο φρουρός έπρεπε βέβαια να προσέχει- ούτως ή άλλως υπήρχε και δεύτερος συνάδελφος στο φυλάκιο επί της Καλλιδρομίου –  αρματωμένος σαν αστακός και αυτός. Έτσι τον παρατηρούσε με το βλέμμα  - να ακουμπά στον τοίχο και να κοιτά γύρω του -   χωρίς να μετακινηθεί και χωρίς σχεδόν να ανησυχήσει.
Θα έπρεπε άραγε να ανησυχήσει κανείς με την εμφάνιση του Παπαδιαμάντη στην Καλλιδρομίου τέτοια ώρα και τέτοια εποχή; θα έπρεπε σίγουρα εφ’ όσον βεβαιωμένο ήταν ότι  ο Παπαδιαμάντης είχε φύγει από τη ζωή εδώ και εκατό τόσα χρόνια...Εγώ που το γράφω αυτό το ξέρω και παραξενεύομαι.   Μπορώ να δηλώσω ωστόσο -   με  μια βεβαιότητα που δεν επιδέχεται άλλες αποδείξεις -  ότι ήταν αυτός στα σίγουρα  και ότι στεκόταν εκεί έχοντας χάσει τη μνήμη του…Για την ακρίβεια δεν υπήρχαν  κενές  περιοχές στον μυαλό του από  όπου να  είχε σβηστεί κάθε ανάμνηση. Δεν συνειδητοποιούσε  δηλαδή μια έλλειψη,  αλλά μια υπερπληθώρα αναμνήσεων. Κατακλυζόταν διαρκώς από ασύνδετες εικόνες και  ήχους, ένα ατμόπλοιο να αναχωρεί για Μασσαλία, παιδιά να ψάλλουν τα κάλλαντα των Φώτων, και μια αλλόκοτη επιγραφή στον τάφο μιας γυναίκας στην Αγγλία " Also Georgiana, wife of the above " (1)  του προκαλούσε μια ανησυχία για τη μητέρα του που δεν μπορούσε να θυμηθεί το όνομά της και στους κανόνες του παιχνιδιού ήταν να μην πρέπει  να του το θυμίσω, ούτε το όνομά της ούτε βέβαια ήταν της παρούσης να αναφερθούν αυτά για τον άνεμο  και τη βροχή που δέρνει το σκοτεινό τρυγόνι…Ένας ψίθυρος συνομιλιών βούιζαν στο εσωτερικό του μυαλού του και προκαλούσαν και σε μένα σύγχυση και ζάλη εκείνη τη στιγμή αλλά και μια απίστευτη υπερδιέγερση και συναίσθηση ότι   ζω μια εξαιρετική στιγμή στη ζωή μου. Ένα αλλόκοτο παιχνίδι του χρόνου και της μνήμης,  με μοναδικό μάρτυρα τον ένοπλο φρουρό στην Ιπποκράτους γωνία Καλλιδρομίου. Απέναντί μου ο Παπαδιαμάντης, με σάρκα και οστά να έχει χάσει το δρόμο. Τον πλησίασα και με κοίταξε σαν να γνωριζόμασταν χρόνια, βρισκόταν ολοσχερώς βυθισμένος σε ένα λαγούμι αναμνήσεων όπου δεν μπορούσε να βρει την άκρη…και μου είχε δοθεί η χάρις να βρίσκομαι εκεί και να τον βλέπω…
«Vite, vite…nous excitons la curiosite du public…» (2)  μου μίλησε πρώτα εκείνος και γέλασα κοιτώντας το ένοπλο κοινό μας που άρχισε να περπατά προς το μέρος μας…αρχίσαμε κι οι δυο να γελάμε δυνατά, ανόητα, νευρικά…που σηκώθηκε και ο άλλος από το φυλάκιο και βρεθήκαμε ώσπου να πεις κύμινο μέσα στο κτίριο της ασφάλειας στην Καλλιδρομίου και φυσικά εκείνος δεν θυμόταν ποιος ήταν και δεν είχε ταυτότητα κι εγώ δεν τολμούσα να πω στον αστυνομικό που μας κοίταζε άγρια τι ακριβώς είχε συμβεί, αφού ούτε εγώ μπορούσα να το καταλάβω και αν το έλεγα θα νόμιζαν ότι τους κοροιδεύω…
Μας είπαν να αδιάσουμε τις τσέπες μας και εκείνος άρχισε να βγάζει πενηνταράκια του Όθωνα που ο φρουρός  κοιτούσε έκπληκτος, ένα μικρό μολύβι μάρκας  "schwan" και μια σβούρα με σπάγκο…
Εγώ δεν είχα τίποτε...δεν είχα τσέπες και δεν είχα μαζί μου ταυτότητα αλλά αυτό δεν ήταν σοβαρό, κανείς δεν έδωσε σημασία ούτε μας απείλησε γιατί ήταν η ώρα που είχαν φέρει σουβλάκια από απέναντι και μας έκλεισαν σε ένα κελί μαζί μέχρι να μας ανακρίνουν…

Πρέπει να πάω στη Γαλλία,  μου είπε…έχω κάτι να κάνω εκεί…

Από τη συζήτησή μας κατάλαβα ότι θεωρούσε ότι ήταν ναυτικός  και έπρεπε να τακτοποιήσει μια υπόθεση με την κόρη ενός στενού του φίλου που ζούσε στη Χάβρη…Μου είπε ότι καταγόταν από τη Σμύρνη και από ένα νεανικό λάθος, είχε παρασυρθεί από τις συκοφαντίες είχε διαλύσει τον αρραβώνα του. Έκτοτε είχε μείνει ανύπανδρος έως τα πενήντα του…και τώρα έπρεπε να ταξιδέψει στη Γαλλία, εξάπαντος
Μετά μίλησε για κάτι εκλογές στο νησί και πώς είχαν πειθαναγκάσει τον πατέρα του να τον αρραβωνιάσει με κάποιαν που δεν ήθελε…Δεν ρώτησα ποιο νησί αλλά εθεωρείτο αυτονόητο…
Μετά με ρώτησε αν έχω καπνό για  να στρίψει τσιγάρο…δεν είχα, λυπόμουν πολύ δεν πειράζει μου είπε και μετά το ξέχασε και στάθηκε λίγο σιωπηλός…

Στο κτίριο υπήρχε μια τηλεόραση που έπαιζε στη διαπασών…οι φρουροί μας είχαν ξεχάσει…Ανέφερε μου είπε πως έχει φοιτήσει σε στρατιωτική σχολή και δεν είναι η πρώτη φορά που τον συλλαμβάνουν, έχει κάνει φυλακή στην Αγία Πετρούπολη και πώς η Καινή Διαθήκη που είχε μαζί του τον έκανε να αντλεί όλη τη δύναμη για να αντέξει...

Ο λιχανός της δεξιάς μου έχει δαρμούς και πόνους, και δυο άλλα μου δάκτυλα πάσχουσιν σκλήρυνσιν του δέρματος. Η μέση μου πονεί…

Άπλωσε σεμνά τα χέρια του στα γόνατά του και είδα τα δάκτυλά του…
Καθαρά, μαλακά…γιατί μου το έλεγε αυτό;

Τον ενοχλούσε η τηλεόραση αλλά δεν ήθελε να παραπονεθεί… έκλεισα με τα χέρια του τα αυτιά του και με κοίταξε στα μάτια…σαν να μου έλεγε δεν αντέχω την κακοφωνία δεν αντέχω, δεν αντέχω, βγάλε με από εδώ…Τι να εξηγήσω σε αυτούς τους ανθρώπους…
Γίνεται μια εκδήλωση για μένα στον Παρνασσό είπε μετά…
Ο τρόπος που μιλούσε δεν μου άφηνε το περιθώριο να καταλάβω αν είχε συναίσθηση του πόσο εξωφρενικό ήταν αυτό που μας είχε συμβεί. Κάποια στιγμή ξέχασε την εκδήλωση, ξέχασε το ταξίδι και θυμήθηκε μια καταπάτηση αγρού και τη διαμάχη και πώς είχε ο ίδιος εμπλακεί στις μηνύσεις εφ’ όσον ήταν απόφοιτος της νομικής…μετά είπε όχι δεν ήταν απόφοιτος - δευτεροετής ήταν -  αλλά δεν ήταν η νομική…ναι η σχολή μηχανικών του υπενθύμισα…όχι η  φιλοσοφική μου είπε…
Μετά είπε για τους πνεύμονές του που πονούν και κάνει αιμοπτύσεις…και όλη την ώρα σκεφτόμουν  ενώ κοίταζα μια νυχτοπεταλούδα να πετάει στη λάμπα του κρατητηρίου δεν σκεφτόμουν δηλαδή,  κάποιος είχε βάλει στο μυαλό μου μια φράση, "οι νύχτες του πέφτουν στην καρδιά μας σαν γιασεμί" …και κάτι για την αμαρτία…ότι μπορούσαμε να περπατήσουμε χωρίς βάρος χωρίς αμαρτία…

Μεταξύ ανθρωπίνης και θείας δικαιοσύνης,  είπε εκείνος κοιτώντας με στα μάτια…

Τη θυμηθήκατε η Φραγκογιαννού τελικά,  του είπα…
Όχι για το Ρασκόλνικοφ μιλώ απάντησε…του έπιασα τότε τα χέρια, αυτό πιστέψτε με έγινε και θυμάμαι το άγγιγμα…ζεστά... στεγνά…αυτή τη φορά ένιωσα το πονεμένο δέρμα στα δάκτυλα και θυμηθήκαμε και το Γιωργή και την Αρχοντούλα και το τυφλό παιχνίδι των δαχτύλων…τότε που έπαιζαν αυτή με τα δυο της χέρια και αυτός με το δάχτυλό του…και γέλασα  και παραλίγο να πω «δω μου φωτίτσα – έλα παραπανίτσα»  και  αυτός δεν αντέδρασε καθόλου στο χαμόγελο και κατάλαβα ότι ενώ αγαπά το Θερβάντες τον Ντίκενς και τον Σέξπηρ έχει παρασυρθεί στους λαβυρίνθους του Ντοστογιέφσκι…

«περί τας αρχάς Ιουλίου, εσπέραν τινά υπερβαλλόντως θερμήν, νέος τις εξήλθεν εκ του μικρού μετ’ επίπλων θαλάμου, όν κατείχεν υπό την στέγην μεγάλης πεντωρόφου οικίας εν τη οδώ Σ…, και βραδέως με αναποφάσιστον ήθος διευθύνθη προς την γέφυραν Κ…» (3)

Ο φρουρός με φώναξε και μου είπε ότι μπορώ να φύγω…έγινε εξακρίβωση…
Τι θα γίνει με τον…είπα χωρίς να μπορώ να ξεστομίσω το όνομά του…
Εκείνος κρατούσε το κεφάλι του στα δυο του χέρια και δεν φαινόταν να νοιάζεται…
Γίνεται έρευνα για μια γριά που τη λήστεψαν και τη δολοφόνησαν  μου είπε ο φρουρός…υπερβολικά εξομολογητικός θα έλεγα…
Πώς να φύγω και να τον αφήσω…
με κοίταξε και μου είπε, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι ξέρω  ότι αυτή η σκηνή είχε παιχτεί ξανά στην ιστορία, τα λόγια του Ιησού προς τον Βαπτιστή, που είπε και ο Ντοστογιέφσκι τότε που  απευθυνόταν στην απαρηγόρητή σύζυγό του λίγο πριν πεθάνει…

Αφέσου, "άφες άρτι"…

Το χέρι του μετέωρο στον αέρα…δεν με άφησε να τον αγγίξω για δεύτερη φορά…

Και ο φρουρός με έβγαλε από το κρατητήριο.  Κατηφόρισα την Ιπποκράτους…ξημέρωνε…οι άνθρωποι είχαν αρχίσει να μαζεύονται στις στάσεις των λεωφορείων για να πάνε στις δουλειές τους…και δεν με ενοχλούσαν οι εξατμίσεις των λεωφορείων…η μέρα μου ελαφριά σαν γιασεμί…


(1) "και η Γεωργιάνα, σύζυγος του ως άνω" από τις Μεγάλες Προσδοκίες του Ντίκενς
(2) Γρήγορα, γρήγορα...ερεθίζουμε την περιέργεια του κοινού  (βλ. Υστερόγραφο γ)
(3) Αρχή από το "Έγκλημα και Τιμωρία" του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, μετάφραση Αλ. Παπαδιαμάντη

Εικόνα από



ΥΓ
α) Το 2001 εντοπίστηκαν σε ένα χαρτοκιβώτιο πεταμένο στα σκουπίδια στην Καλλιδρομίου σχολικά τετράδια του Παπαδιαμάντη, ανέκδοτες επιστολές του και ένα μικρό μολυβάκι μάρκας  schwan. Σε μια από τις επιστολές που απευθύνεται προς την οικογένεια του ανηψιού του αναφέρει ότι θα ήθελε πολύ να κάνει ένα ταξίδι στη Γαλλία.
(πρβλ το δικτυακό τόπο του ΕΛΙΑ:http://www.elia.org.gr/pages.fds?pagecode=08.02.03&langid=1#)
Τη φράση:
β) "Ο λιχανός της δεξιάς μου έχει δαρμούς και πόνους, και δυο άλλα μου δάκτυλα πάσχουσιν σκλήρυνσιν του δέρματος. Η μέση μου πονεί…" τη γράφει στο φίλο του Γιάννη Βλαχογιάννη που τον πιέζει να κάνει πιο γρήγορα με τη μετάφραση του έργου του Ντοστογιέφσκι "¨Εγκλημα και Τιμωρία". 
(http://mkaragiannis.blogspot.com/2007/12/blog-post_17.html)
Τη μετάφραση την έκανε από τα γαλλικά και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ιδεόγραμμα. 
Από αυτή τη μετάφραση είναι και το παράθεμα: "περί τας αρχάς Ιουλίου"
γ) Nous excitons la curiosite du public μαρτυρεί ο Παύλος Νιρβάνας ότι το είπε ο Παπαδιαμάντης, στα γαλλικά, όταν αποφάσισε τελικά να φωτογραφηθεί:

http://dosambr.wordpress.com/2010/11/12/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%B9%CE%B1%CF%83-%CF%86%CF%89%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%B1%CF%83-%E1%BC%A4-%CF%84%CE%BF-%CE%B7%CE%B8%CE%BF%CF%83-%CF%84%CE%BF/

----------
Δημοσιεύτηκε στην Ανθολογία του Μορφωτικού Ιδρύματος της ΕΣΗΕΑ, "Ο Παπαδιαμάντης με τα μάτια νεότερων λογοτεχνών"  (2011)


Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2010

H Έλινορ Ρίγκμπυ και το γυάλινο βάζο της





O πατήρ Μακένζι σκυφτός μαντάρει πάλι τις κάλτσες του. Μόνος στο κρύο πρεσβυτέριο ακούει το κρακ από τα παγωμένα του δάχτυλα…ποιος το περίμενε ότι θα έμενε έτσι στην ιστορία…

Τινάζει ο χώμα από τα χέρια του, επιστρέφοντας από την κηδεία της Έλινορ Ρίγκμπυ και κάθεται χωρίς να βγάλει το πανωφόρι του . Πίνει δυο γουλιές ουίσκι από αυτό που έχει καταχωνιάσει στο γραφείο του και ρίχνει μια τελευταία ματιά στα χαρτιά του…το κήρυγμα με την προφητεία των κοκάλων του Ιεζεκιήλ, τα κόκαλα που τραγουδούν και προφητεύουν. Κανείς δεν θα του δώσει σημασία…
Κανείς δεν σώζεται…

Μόνος ο πατήρ Μακένζι…

Η Έλινορ Ρίγκμπυ πέθανε μόνη στο τραγούδι…Τη θάψανε μόνο με το όνομά της.
Ωστόσο, σ'  ένα τάφο στο νεκροταφείο του Woolton είναι γραμμένη μια επιγραφή στη μνήμη του John Rigby από το Λίβερπουλ… «και η αγαπημένη του σύζυγος Φράνσις» και η Ντόρις ένα νήπιο δύο ετών και η δισέγγονή του η Έλινορ, θανούσα το 1939 ετών σαράντα τέσσερα…

Μια μεγάλη επιτύμβια στήλη πάνω από τον οικογενειακό τάφο, με τα ονόματα των Ρίγμπυ, στριμωγμένη ανάμεσα στους τάφους και άλλων οικογενειών του Λίβερπουλ Τίτερσιλ, Σίλκοκ, Χώκινς, ΜακΤζένιτι…Δεν βάζουν πια καινούργιους τάφους εκεί, και πάλι δεν μπορείς να τον φανταστείς πιο ευρύχωρο το χώρο…και πώς να παίζανε δηλαδή τα παιδιά στα μνήματα;
Ψέματα λέγανε, δεν παίζανε, ξάπλωναν και ρούφαγαν λίγο ήλιο, κρυφά να μην τους δει ο φύλακας…μακάβρια παιχνίδια πάνω από το χώμα…πάνω στο γρασίδι τα σκαθάρια ο Πωλ και το Τζον να τερετίζουν, κοπάνα από το Κουέρι Μπανκ…Παρακολουθούν τη σκιά τους να μακραίνει τα απογεύματα, ενώ η Έλινορ Ρίγκμπυ έχει αρχίσει να βλαστάνει στο μυαλό τους από τότε…


Τα βράδια έρχονται πάλι εκεί με ένα γυάλινο βάζο, μαζεύοντας πυγολαμπίδες κρύβοντας το αυτοσχέδιο φανάρι κάτω από το πανωφόρι τους, γύρω γύρω στα μνήματα καθιστοί να επιδίδονται σε απρεπείς συζητήσεις επιδεικνύοντας ενίοτε ο καθείς το θησαυρό του, η ουσία της ευτυχίας να είσαι μια στήλη φωτός όποτε θέλεις…και ο νους σου ποτέ να μην είναι στους μοναχικούς ανθρώπους στα παγκάκια…που μαζεύουν το ρύζι από΄τους γάμους στις εκκλησίες…


Όνειρο η Έλινορ Ρίγκμπυ και το όνομά της…
Ζει σε ένα γυάλινο βάζο…


Εικόνες από

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEiTL83_QgrsMMWj70fw89BnV5Tu8fDnUIj_H_8qJpDNhaoRZ_2QAOwUx1jS4uu_k_7ZroV50_uBaMDB327BRVxopOUsRDagSCRh97P5cmHYe5xLYBeRUqgEOpX-sCng3SLFdCI9XROf5kz5/s1600/400000000000000194450_s4-1.png
http://en.wikipedia.org/wiki/File:EleanorRigbyStatue.jpg
http://kimandjason.com/blog/wp-content/uploads/2009/08/firefly_jar.jpg
http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/c/c7/Lennon-McCartney.JPG

Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2010

Με τον Ιαγουάθα στο Βόλο ή ο ζωγράφος Θεόφιλος στη Χώρα των Θαυμάτων

Έχουν περάσει περίπου εκατό χρόνια από το θάνατο του Άγγλου συγγραφέα, κληρικού και μαθηματικού Τσάρλς Ντόγκσον, που οι περισσότεροι τον γνωρίζουν με το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο Λιούις Κάρολ, μια και αναγνωρίζουν σε αυτόν τον συγγραφέα του δημοφιλέστατου μυθιστορήματος, για παιδιά υποτίθεται, της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων



Είναι πια ευρύτερα γνωστό το πάθος του για τις φωτογραφίες μικρών παιδιών, μικρών κοριτσιών δηλαδή, τα οποία φωτογράφιζε με την άδεια των οικογενειών τους, χρησιμοποιώντας τη φωτογραφική του μηχανή στην οποία είχε δώσει το όνομα του μυθιστορηματικού ήρωα του Λονγκφέλλοου, του Ιαγουάθα.


 Για το λεπτό θέμα της φωτογράφισης των κοριτσιών από τον αιδεσιμώτατο Τσαρλς Ντόγκσον και για την ιδιαίτερη αγάπη του για τα νεαρά κορίτσια – ένα από αυτά μάλιστα ήταν και η Άλις Λίντελλ που ενέπνευσε την ηρωίδα της Αλίκης – έχουν γραφτεί πολλά (βλ. καιhttp://stintrypatoulagou.blogspot.com/2009/11/blog-post.htm) Ίσως είναι και άλλα που δεν ξέρουμε που ενδεχομένως αποκαλύπτονται στα ημερολόγιά του.


Ο Κάρολ άφησε μετά το θάνατό του ένα μεγάλο αριθμό επιστολών και δεκατρείς τόμους προσωπικών ημερολογίων, τέσσερις από τους οποίους αγνοούνται σήμερα. Ο πρώτος ξεκινά από το Οκτώβριο του 1853 και η τελευταία καταγραφή σταματά τον Δεκέμβριο του 1897.

Τα ημερολόγια πωλήθηκαν στη Βρετανική βιβλιοθήκη αλλά είναι ελλιπή. Από τους υπόλοιπους εννέα τόμους των ημερολογίων λείπουν εννέα σελίδες. Αυτό βάζει σε υποψίες βέβαια τους οπαδούς του Κάρολ και κάνει αυτούς που τον υποπτεύονται για αμφιλεγόμενες προτιμήσεις σε σχέση με τα νεαρά κορίτσια, να τρίβουν τα χέρια τους. Είμαι της γνώμης ότι κανείς από αυτούς δεν επιθυμεί κατά βάθος να βρεθούν οι χαμένες σελίδες και οι τόμοι των ημερολογίων.

Αυτό είναι κατανοητό βέβαια γιατί θα διέκοπτε μια προσφιλή διαμάχη χρόνων.



Αρχίζω λοιπόν να αφηγούμαι τη δική μου σχέση με την υπόθεση των χαμένων ημερολογίων και ελπίζω οι ειδικοί να διαβάσουν αυτές τις γραμμές και να ασχοληθούν πιο σοβαρά, αν και δεν το πιστεύω, γιατί όπως είπαμε, είμαι της γνώμης ότι κανείς δεν θέλει να βρεθούν τα ημερολόγια--->


Ας αρχίσουμε λοιπόν από την αρχή και από το βιβλιοπωλείο Wrights of Louth Ltd στο Λάουθ του Λινκολνσάιρ. Το Wrighs of Louth, βιβλιοπωλείο και χαρτοπωλείο τράβηξε την προσοχή μου – επισκέφτηκα φυσικά όλα τα βιβλιοπωλεία του Louth πέρυσι το καλοκαίρι και όλα ήταν εξαιρετικά πλούσια εφοδιασμένα – με το απαραίτητο συμπλήρωμα σε τουριστικούς χάρτες και γραφική ύλη – αλλά το συγκεκριμένο τράβηξε την προσοχή μου εξ αιτίας της ανάποδης πινακίδας του. Παράδοση μου είπαν! Τι άλλο! Όταν ο προηγούμενος ιδιοκτήτης ανάρτησε την πινακίδα, νύχτα ήτανε, μεθυσμένοι οι μαστόροι ήτανε, τη βάλανε ανάποδα. Το θεώρησαν μετά γρουσουζιά να το αλλάξουν, και οι επόμενοι που αγόρασαν το μαγαζί δεν θέλησαν να χαλάσουν την παράδοση.



Ακόμα μεγαλύτερη ήταν η χαρά μου όταν συνάντησα εκεί τη Jean μια κυρία ενενήντα και βάλε ετών. Είχαμε γνωριστεί στο λεωφορείο όταν πήγαινα στο Λάουθ και αμέσως με θυμήθηκε, φωτογραφηθήκαμε μαζί και όταν τη ρώτησα τι γύρευε εκεί, η Jean μου είπε το καταπληκτικό «δουλεύω»! Δεν νομίζω ότι το έκανε από ανάγκη – ας μην χαίρονται αυτοί που μαστορεύουν τώρα τα νομοσχέδια για το ασφαλιστικό – αλλά γιατί μάλλον ήθελε να βγαίνει από το σπίτι και να βλέπει ανθρώπους.


Ήταν τόσο χαριτωμένη...Μεταξύ άλλων μου είπε ότι ως μαθήτρια πήγαινε Κατηχητικό στην εκκλησία της Αγίας Μαργαρίτας του Κέντιγκτον,


Εκεί που όπως τώρα ξέρουμε ήταν ο άγνωστος τάφος του Ανδρέα Κάλβου εκεί στην Church Lane με τους πανσέδες όπως έχουμε πει μια άλλη φορά εδώ.


Δεν φαντάζεστε λοιπόν την έκπληξή μου όταν είδα ανάμεσα στα παλιά βιβλία του βιβλιοπωλείου κάποιες φωτογραφίες, που μου φάνηκαν γνωστές πιασμένες σε ένα πράσινο χαρτόνι, με μια μορφή που είχα ξαναδεί αλλά δεν μπορούσα να θυμηθώ από πού...


Από τη φορεσιά, φουστανέλα, φαινόταν ότι ήταν στα σίγουρα Έλληνας.

 Στη γωνία της φωτογραφίας διάβασα: "1868, με τον Ιαγουάθα στο Βόλο"! Εκείνη τη στιγμή δεν πήγε ο νους μου παρά στον Ιαγουάθα, τον Ινδιάνο μυθιστορηματικό ήρωα του Λονγκφέλλοου, όχι πως τον έχω διαβάσει αλλά τον είχα δει σε παιδική ταινία κινουμένων σχεδίων (με το γιο μου φυσικά ).

Στην αρχή θεώρησα ότι ο Εγγλέζος περιηγητής που βρέθηκε στο Βόλο, θα φωτογράφησε κάποιον ληστή της εποχής. Μετά όμως, διάβασα παρακάτω:

«Ο Θεόφιλος είναι ένας λαΙκός άνθρωπος. Ένας πριμιτιφ ζωγράφος. Ένας τρελός για τα μάτια του κόσμου, που τον ακούει να λέει παράδοξα πράγματα για τις ζωγραφικές του και που τον βλέπει να τρέχει στους δρόμους, ντυμένος σαν Μέγας Αλέξανδρος.


Αυτό που με τραβά περισσότερο σε αυτόν, παρά το ότι δεν καταλαβαίνω πάντα τα παραφθαρμένα ελληνικά του και χρειάζομαι διερμηνέα, νάναι καλά ο Frederic Villies ο κινηματογραφιστής που μου μεταφράζει - είναι ότι είνα ι κι αυτός τραυλός. ΄Όπως εγώ.


Και ενώ εγώ γλύτωσα από τον εξευτελισμό να χρειάζεται να επιτελώ τη θεια λειτουργία μην προχωρώντας στην ιεραρχία της ιεροσύνης, αυτός υφίσταται τους εξευτελισμούς των μικρών παιδιών για τον τρόπο που μιλάει. Παραλίγο να τον ρίξουν από μια ανεμόσκαλα όπου είχε ανεβεί για να δουλέψει. Με τη βοήθεια του Villies του αφηγήθηκα ιστορίες της Αλικης και αυτός άρχισε να μου φτιάχνει ένα φόλιο με σκίτσα που δεν είναι και άσχημα...



Απλά δεν δέχεται να κάνει το κουνέλι να σταθεί στα πόδια του να κοιτάει το ρολόι. Καθόλου ανθρωπόμορφο. Αλλά δεν μπορώ να του αλλάξω γνώμη.


 Έχει ζωγραφίσει έναν υπέροχο βαλέ σαν Ερωτόκριτο...


....και στο Βασιλιά επιμένει να φορά περικεφαλαία...



Παντού προσθέτει μια γάτα, φαντάζομαι επειδή δεν μπορεί να αποδόσει τη nonsense έννοια του χαμόγελου χωρίς τη γάτα.»



Αν τα κείμενα δεν ήταν πλαστά, ήμουν μάρτυρας μιας μοναδικής συνάντησης στην ιστορία. Χωρις αμφιβολια επρόκειτο για πολύ σημαντικό ντοκουμέντο συνάντησης του Λιούις Κάρολ με το Θεόφιλο. Η επίσκεψη του Κάρολ στην Τουρκοκρατούμενη Θεσσαλια δεν ήταν γνωστή βέβαια, αλλά με δεδομένη την εξαφάνιση των τεσσάρων τόμων από το ημερολόγιό του Κύριος οίδε ποσα άλλα δεν ξέρουμε ακόμη.

Δεν είχα τη δυνατότητα να αγοράσω τις φωτογραφίες, αλλά σας βεβαιώνω αν πάτε στο Wrights of Louth το πιθανότερο είναι να υπάρχουν ακόμη...



Για τη συνάντηση Κάρολ - Θεόφιλου, δεν έχω ακούσει από πουθενά αλλού. Ούτε το ανέφερα ποτέ γιατί ποιος θα με πίστευε…

Δεν ζήτησα, ακριβώς επειδή ήταν πολύ ακριβό το απόκτημα να το φωτογραφίσω, ντράπηκα.




Να όμως που προχτές, που επισκέφτηκα το Μουσείο του Θεόφιλου, είδα μπροστά μου τη ζωντανή μαρτυρία αυτής της συνάντησης. Και δεν εννοώ τους Ερωτόκριτους και τους Βασιλείς με την περικεφαλαία που ο Κάρολ έβλεπε σαν βαλέ και βασιλιά της τράπουλας.


Εννοώ το κουνέλι και τη γάτα που φιγουράρουν στον πινακα που βλέπετε, κάτω από το οικογενειακό τραπέζι,




Αδιάψευστη απόδειξη της επίσκεψης του Θεόφιλου στη Χώρα των Θαυμάτων!


ΥΓ
Αυτή η παλιά ανάρτηση στις Πινακίδες από κερί είναι μια σύνθεση από φωτογραφίες και συνειρμούς που υποστηρίζουν και πλαισιώνουν μια μυθοπλασία, μια φανταστική συνάντηση αξιοσημείωτων ανθρώπων. Με το tag "μυθοπλασίες" την έχω άλλωστε κατατάξει στο μπλογκ. Το χάρηκα τόσο πολύ όταν το έφτιαχνα και το "τεκμηρίωνα" που σε μια άλλη πραγματικότητα, στη χώρα των θαυμάτων αυτό έχει συμβεί...

Κυριακή 1 Αυγούστου 2010

Αιχμάλωτοι του Κάπταιν Νέτχουκ




«Μια φορά κι ένα καιρό σ΄ένα παραμυθένιο δάσος ζούσαν τρία κοριτσάκια η Μωβσκουφίτσα, η Ωραία Θυμωμένη και η Αλίκη από τη χώρα των Τραυμάτων... Τα τρία κοριτσάκια περνούσαν ώρες στο διαδίκτυο κάνοντας τσατ με αναρίθμητους "φίλους" από άλλα παραμύθια...Ώσπου μια μέρα...»

Έτσι άρχιζε η ιστορία, ένα status update στο προφίλ της Julia Fortuni με την πρόκληση να τη συνεχίσουμε, οι φίλοι της στα σχόλια. Παραθέτω παρακάτω μια  υποθετική συνέχεια. Το μεγαλύτερο μέρος, είναι ήδη αναρτημένο σε δυο μακροσκελή σχόλια στο προφίλ της Julia. Το τρίτο μέρος, επειδή είδα ότι άρχισε να μεγαλώνει και επειδή είχα τη διάθεση να του προσθέσω και εικόνες, αποφάσισα να το γράψω κατ’ ευθείαν εδώ, στην Τρύπα του Λαγού. Το λινκ θα το βάλω φυσικά στα σχόλια  της Julia.

A. μέρος

 

Από την άλλη πλευρά της οθόνης, ήρθε ένα μήνυμα από τον Κάπταιν Νέτχουκ που τις καλούσε για ένα ποτό στο πλοίο του. Τους κοινοποίησε φωτογραφίες από το σκάφος του, ένα ένα κρουαζιερόπλοιο με όλες τις ανέσεις, πισίνα, γήπεδο τένις, και δορυφορική σύνδεση στο internet.
Τα κορίτσια είχαν μόλις κάνει add τον Νέτχουκ, επειδή είχαν κοινούς φίλους από τη Χώρα του Ποτέ. Την Ιντερ - μπελ, την Γουέμπυ, την Τάιγκερ Λίλυ...Εν τούτοις δέχτηκαν πρόθυμα την πρόσκληση, χωρίς να ξέρουν ότι το κρουαζιερόπλοιο ήταν στην πραγματικότητα...


Β΄ μέρος

Το κρουαζιερόπλοιο του Νέτχουκ ήταν στην πραγματικότητα μια πλωτή κλινική που «απεξαρτούσε» τα παιδιά από τα παραμύθια, παγιδεύοντας και απομακρύνοντας τους ήρωες των Παραμυθιών. Μη νομίσετε ότι αυτό ήταν δα και τόσο δύσκολο, μια και οι ήρωες ήταν τόσο απασχολημένοι από το καθημερινό τσατ και τα προφίλ τους στο φέησμπουκ που είχαν αλλάξει από μόνοι τους τα ονόματά τους για να ξεφύγουν από την αναγκαστική λογοκρισία των παιδικών ιστοριών και να συνομιλήσουν απερίσπαστοι με τους διάφορους – διάφορες από την άλλη πλευρά της οθόνης.
Έτσι δεν ήταν δύσκολο στο Νέτχουκ να μετατρέψει το πειρατικό του σε μια πλωτή κλινική διαρκούς ανανήψεως  ηρώων παιδικών παραμυθιών.

Οι ήρωες που επέλεγε είχαν ήδη αλλάξει τα ονόματά τους, κρατούσαν όμως υποσυνείδητα κάτι που θύμιζε το χαρακτήρα τους. Στο κρουαζιερόπλοιο, ο Νέτχουκ κατάφερνε να απορροφήσουν σιγά σιγά τα στοιχεία του παλιού χαρακτήρα τους, με πολλούς τρόπους. Στην αρχή το έκανε αναρτώντας σημειώσεις με παιδικά παραμύθια.  Αυτούσια ή παραλλαγμένα, με τον κακό δηλαδή να έχει πάρει το ρόλο του καλού.
Οι ήρωες στην αρχή τα διάβαζαν ευχάριστα γιατί κάπου αναγνώριζαν τον εαυτό τους. Μετά άρχισαν να μην προλαβαίνουν γιατί ο Νέτχουκ αναρτούσε κάθε μέρα πολλές ιστορίες. Θέλοντας να ανταποκριθούν, να βάλουν λάικ και να σχολιάσουν, άρχισαν σιγά σιγά να διαβάζουν με λιγότερη προσοχή, μετά εξασκήθηκαν να διαβάζουν γρήγορα, μετά διαγωνίως παραλείποντας τεράστια κομμάτια από τις ιστορίες για να προλάβουν, μετά δεν προλάβαιναν να ξεχωρίσουν αν είχαν διαβάσει πραγματική ιστορία ή παραλλαγμένη, αν είχαν διαβάσει για τον εαυτό τους ή για κάποιον άλλον, μετά το μάτι τους, πέρναγε ληθαργικά σαν να χάιδευε τη οθόνη, χωρίς να διαβάζουν και στο τέλος, έβαζαν λάικ ψυχαναγκαστικά. 

Στο ενδιάμεσο ο Νέτχουκ τους κοινοποιούσε διάφορα status update με αποφθέγματα του τύπου

«Το σκουλήκι μαζεύεται όταν το πατούν. Αυτό είναι έξυπνο. Με τούτο τον τρόπο μειώνει τις πιθανότητες να το πατήσουν πάλι.»
Ή
«Είναι ο άνθρωπος απλώς ένα λάθος του Θεού; Ή μήπως ο Θεός είναι ένα λάθος του ανθρώπου;»

Ή ακόμα 
«Ό,τι δε με σκοτώνει με κάνει πιο δυνατό»

Που μέσα στη σύγχυση της υπερανάγνωσης δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι ακριβώς επιδίωκε, γιατί αυτά συνοδεύονταν και από αποσπάσματα στίχων από σπουδαίους ποιητές για τον έρωτα, το θάνατο, τη ζωή, την αδικία, την κοινωνία, την κακοποίηση του παιδιού, την οικονομική κρίση  που τους έκαναν σιγά σιγά να μη δίνουν σημασία στο τι λένε και σιγά σιγά να αναρτούν και αυτοί, χωρίς να καταλαβαίνουν τα ίδια ακριβώς update.

Υπήρχαν μηχανές που αναζητούσαν αυτόματα καινούργιους φίλους και τους πρόσθεταν και ο ΝετΧουκ είχε καταφέρει μόλις συμπληρώνονταν οι 5000 του προφίλ να δημιουργείται αυτομάτως και δεύτερο και τρίτο, απεριόριστα που μακρινή σχέση είχαν  πια με τη  μωβσκουφίτσα που λεγόταν Μέριλυν ή την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων που λεγόταν Λόλα. 


Ο Νέτχουκ θεωρούσε ότι είχε πετύχει το σχέδιό του. Λογάριαζε όμως χωρίς τον ξενοδόχο…

Γ΄ Μέρος

Λογάριαζε λοιπόν ο λύκος, ο κάπταιν Νέτχουκ ήθελα να πω,  χωρίς τον  Μάρκο που ήταν εξπέρ στους υπολογιστές… και δεν μιλάμε για τσατ, και μπλοκ και το φέης. Με ονλάιν παιχνίδια ασχολιόταν ο Μάρκος. Είχε παίξει ατέλειωτες ώρες από το πρωτόγονο αλλά γοητεητεύτικό Hobbit που το είχε δοκιμάσει με τη σακαράκα του τον ΖΧ  Spectrum, μέχρι το adventure game Syberia που δεν έχει καθόλου βία καθώς η ηρωίδα, η δικηγόρος Kate Walker, αναζητά απλά τον τελευταίο κληρονόμο (Hans Voralberg) ενός εργοστάσιου παλιών μηχανικών παιχνιδιών  σε έναν απροσδιόριστο τόπο τής Σιβηρίας. 

Όποιος έχει ασχοληθεί έστω και λίγο  με τον κόσμο των ηλεκτρονικών παιχνιδιών μπορεί  να καταλάβει το πώς νιώθει ο δημιουργός ενός αβατάρ που  φέρνει σε πέρας τη μια αποστολή μετά την άλλη, περνά από διαδοχικές εικόνες κόσμων του παιχνιδιού, κλείνει ραντεβού με φίλους του για να πετύχει συνεργασίες που θα τους βοηθήσουν να κερδίσουν το παιχνίδι, αντιμετωπίζει απρόβλεπτους εχθρούς που εισχωρούν από τον έξω κόσμο στο διαδίκτυο και δημιουργεί κατά βούληση, με θεΪκή σχεδόν δύναμη χαρακτήρες με πολλές ζωές και νέα ονόματα. 

Αυτή η δημιουργία χαρακτήρων μοιάζει λίγο με το έργο του συγγραφέα, μια και ο χαρακτήρας πρέπει να ταιριάζει με την υπόθεση και την ιστορία του παιχνιδιού σε οποιαδήποτε φάση της εξέλιξής του, να μπορεί να συνομιλεί και να επικοινωνεί με τους προηγούμενους χαρακτήρες, να μπορεί να μπαίνει στη σωστή κατηγορία και την ιεραρχία των υπολοίπων και σε τελευταία ανάλυση η ζωή του να έχει θετικό αποτέλεσμα στην έκβαση του παιχνιδιού.

Ο Μάρκος είχε αποκτήσει τη μεγάλη του πείρα στις ατέλειωτες ώρες παιχνιδιού ονλάιν στον υπολογιστή του, και είχε πάρει μέρος σε αμέτρητους αγώνες και διεθνή τουρνουά.

Τίποτε όμως δεν τον είχε ετοιμάσει για τις περίεργες περιπέτειες που τον έφεραν αντιμέτωπο με το δίχτυ του Νέτχουκ  στους αγώνες online στην Louisville του Kentucky,  με συμμετοχές παικτών κάθε ηλικίας από όλον τον κόσμο. Οι διοργανωτές του παιχνιδιού είχαν αυτή τη φορά δηλώσει στην προκήρυξη ότι η πίστα του παιχνιδιού που θα είχαν στη διάθεσή τους τα αβατάρ των παιχτών,  θα ήταν μια αναβίωση του Syberia που θα παιζόταν για πρώτη φορά online. Το παιχνίδι θα είχε τροποποιημένες αποστολές και μη αναμενόμενες  καταστάσεις  όπου οι παίχτες θα δημιουργούσαν τους χαρακτήρες τους έχοντας μηδενική πείρα σε υποθέσεις μη βίας.
 


Δεν ήταν σπάνιο να έχεις παιχνίδι υβρίδιο, παιχνίδι που να έχει μετεξελιχθεί δηλαδή σε online από απλό adventure. Το νέο  στο τουρνουά αυτό ήταν μια ασυνήθιστη αποστολή όπου οι παίχτες έπρεπε να επινοήσουν τις οδηγίες χρήσης ξεχασμένων, εγκαταλειμμένων και άχρηστων για την εποχή μας παιχνιδιών και όχι μόνο αυτό να τους δώσουν πόντους ζωής ώστε για να λειτουργήσουν. Αυτό δεν ήταν σπάνιο σε ένα παιχνίδι, το να αναστήσεις δηλαδή με πόντους ζωής έναν ήρωα.  Στην περίπτωση αυτή όμως, έπρεπε να ανακαλύψουν μόνοι τους ποιοι ήταν αυτοί οι πόντοι ζωής που θα έκαναν να ζωντανέψει, ένας αρλεκίνος που πετάγεται από το κουτί του, μια μαιμού που χορεύει χτυπώντας τα ντραμς, ένα τραινάκι που κινείται βγάζοντας καπνό από κάρβουνο, ένα καρουσέλ με αλογάκια και μονόκερους., και ένα μουσικό κουτί με μια χορεύτρια που γύριζε στο ρυθμό της λίμνης των κύκνων…

Για να μην πολυλογούμε, αυτό άλλωστε το ξέρουν όσοι ασχολούνται με τα παιχνίδια online οι συμμαχίες των παιχτών έγιναν, όλες οι γνώσεις τους και η πείρα τους αξιοποιήθηκε, και πράγματι κατάφεραν να φτάσουν να βρουν τον Χανς και το εργοστάσιο. Χρησιμοποιώντας, μια και ήταν επιτρεπτό τις μηχανές αναζήτησης, ανακάλυψαν παλιά προσπέκτους εταιρειών και παλιές φωτογραφίες από περιοδικά, μια και δεν είχαν οι ίδιοι, παρά το ότι είχαν κάποια στιγμή στην κατοχή τους τέτοια παιχνίδια, δεν τα είχαν παίξει ποτέ. Ετσι ψάχνοντας στο διαδίκτυο τελικά κατάφεραν να μάθουν  τις οδηγίες με τις οποίες αυτά παίζονταν, αν κατάφερναν τελικά να τα επαναφέρουν να λειτουργήσουν. Αν έβρισκαν δηλαδή την πηγή ενέργειας που θα γύρναγε τα εικονικά κουρδιστήρια για να συσπειρωθούν, θα φόρτιζε τις εικονικές μπαταρίες που θα έδιναν κίνηση στους μηχανισμούς αυτούς.

Οι παίχτες είχαν βρεθεί σε πρωτοφανή δυσκολία, μια και η έκβαση του αγώνα είχε να κάνει με χαρακτήρες, πώς αλλιώς να τα πεις τα παιχνίδια που έπρεπε να μπουν στην «υπόθεση», στην ιστορία του παιχνιδιού, χωρίς όμως να έχουν από κάποιου να πιαστούν.
Το τουρνουά παρά λίγο να καταποντιστεί. Οι παίχτες είχαν αρχίσει να θυμώνουν με τους διοργανωτές και ήταν έτοιμοι να τα παρατήσουν, να μπουν στα αεροπλάνα τους και να φύγουν εξοργισμένοι. 

Τότε ήταν που στο μυαλό του Μάρκου, σφηνώθηκε η ιδέα ότι είχε βρει τη λύση στο πρόβλημα που τους απασχολούσε. Ζήτησε τάιμ άουτ από τους διοργανωτές και κάλεσε γενική συνέλευση των παικτών. Τους είπε ότι πίστευε  η διαφορετική φύση αυτών των παιχνιδιών ήταν και η πηγή της ενέργειας που θα τα έκανε να λειτουργήσουν.  Μέχρι τώρα γνώριζαν ότι κάθε χαρακτήρας που δημιουργούσαν «ταίριαζε» στο παιχνίδι, γιατί είχε δημιουργηθεί με προσοχή στις ιδιότητές τους βέβαια, αλλά πάντα σε συνάρτηση με την υπόθεση της αποστολής στην οποία θα ήταν χρήσιμος. Αντλούσε δηλαδή την ενέργειά του από τις σκέψεις των παικτών τη συγκεκριμένη στιγμή. Οι νέοι χαρακτήρες είχαν σχέση με κάποιου είδους αναμνήσεις από την παιδική ηλικία των παικτών. Αυτές οι αναμνήσεις όμως είχαν συρρικνωθεί σε κάποιες απροσπέλαστες περιοχές της μνήμης τους, για να μην πούμε ότι είχαν διαγραφεί πλήρως. Αυτό δεν είχε γίνει μόνο από την ενασχόληση των παιχτών με τον κυβερνοχώρο αλλά και με το ότι οι αρχετυπικές μορφές των ηρώων των παραμυθιών είχαν εγκαταλείψει τη μνήμη των ανθρώπων, παγιδευμένες στο κρουαζιερόπλοιο του Νετχουκ. Ο Μάρκο και οι άλλοι είχαν παρατηρήσει κάποια δημοφιλή αλλά κοινότοπα προφίλ  Μέριλυν και Λόλα που είχαν δημιουργηθεί πρόσφατα, καθώς και την εξαφάνιση της μωβσκουφιτσας και της Αλίκης στη Χώρα των τραυμάτων.  Στην προσπάθειά τους να ενεργοποιήσουν τη μνήμη τους, σκόνταφταν πράγματι σε αυτά τα περίεργα ονόματα που ήταν άδεια κελύφη χωρίς περιεχόμενο. Κατάλαβαν ότι κάτι περίεργο είχε συμβεί στον κυβερνοχώρο που είχε τελικά συνέπειες και στη μνήμη τους.  Επειδή τους ήταν αδύνατον εκείνοι να θυμηθούν, έβαλαν μπροστά το ιστορικό ιστού για την κίνηση λογαριασμού στο φ’εησμπουκ και διαπίστωσαν μια περίεργη μετακίνηση λογαριασμών σε δορυφορικό ντομέην, είδαν την αλλαγή ονομάτων και συνειδητοποίησαν τι είχε συμβει. Η διαγραφή τομέων της μνήμης της παιδικής τους ηλικίας είχε άμεση σχέση με την εξαφάνιση αυτών των χαρακτήρων, τη μετονομασία τους. Βρήκαν ότι ο δορυφορικός σέρβερ ήταν σε ένα πειρατικό κρουαζιερόπλοιο, αδύνατο να εντοπιστεί μια και ήταν στη διάσταση της χώρας του ποτέ.
Μπορούσαν όμως να στείλουν e-mail στα περίεργα αυτά προφίλ και να τους ζητήσουν τη βοήθειά τους.
Ο Νετχουκ δεν ήταν κανένας αφελής και είχε φροντίζει να φτάνουν τεράστιες ποσότητες σπαμ μηνυμάτων στους πρώην ήρωες των παραμυθιών ώστε να αποφεύγουν  να ανοίγουν τα μηνύματα. Ήταν τόσο βαριεστημένοι άλλωστε που δεν έμπαιναν στον κόπο και να τα διαβάσουν. Αυτό ήταν χειρότερο από το να μπλοκάρεις κάποιον, πράγμα που θα δημιουργούσε υποψίες.

Ο Μάρκος και η παρέα του τότε σκέφτηκαν κάτι διαφορετικό. Κοινοποίησαν τη φωτογραφία του καρουσέλ, χωρίς λόγια,  στους χαρακτήρες αυτούς, με την ελπίδα να τους τραβήξουν το ενδιαφέρον. Πράγματι. Η φωτογραφία πήρε πολλά λάικ, όπως και αυτή του τραίνου, και του αρλεκίνου. Όταν ανάρτησαν την φωτό μιας βασίλισσας του σκακιού, η Λόλα, πρώην Αλίκη, ένιωσε ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον και σχολίασε τη φωτογραφία. Τους είπε ότι στην ιστορία της η βασίλισσα αυτή ζούσε ανάποδα στο χρόνο.

Ποια ιστορία; Ρώτησε ο Μάρκος. Των τραυμάτων, απάντησε η Λόλα. Μα δεν με λένε Λόλα…Τελικά θυμήθηκε το ταξίδι της στη χώρα των θαυμάτων, και τον τρελό καπελά και το τσάι στην τρύπα του Λαγού και το κέηκ…Πίτα ήταν είπε η Μέριλυν. Που την πήγαινα στη γιαγιά μου, και ήταν σκοτεινά και δεν έβλεπα…δεν έφταιγε αυτό είπε ο Λύκος. Είχα μεταμφιεστεί σε γιαγιά. Και με τα κατσικάκια πάλι είχα αλλάξει τη φωνή μου και είχα βάλει αλεύρι στα πόδια μου. Μα τι γυρεύω εδώ με αυτό το όνομα είπε ο Αλαντίν.
Η συζήτηση άναψε για τα καλά. Δεν χρειάστηκε να δοθούν εξηγήσεις μια καθώς κάθε χαρακτήρας σχολίαζε κάτι από τις φωτογραφίες που είχαν αναρτηθεί, οι σκοτεινές περιοχές της μνήμης των παιχτών σαν να φωτίζονταν αμυδρά, αφηγήσεις παραμύθια, δράκοι, ξωτικά, λύκοι, γουρουνάκια, εμφανίζονταν φευγαλέα και μετά έτρεχαν να κρυφτούν γρήγορα πίσω από τους τοίχους. 

Η επιστροφή των ηρώων ήταν πια γεγονός. Δεν χρειάστηκε να επιστρατευτεί ο κροκόδειλος, ούτε να γίνουν μονομαχίες με τον κάπταιν με το Γάντζο. Δεν έφερε αντίρρηση στην αποχώρηση των ηρώων από το πλοίο του. Σαν να μην ήταν κάτι σπουδαίο, ενώ ξέρουμε τι μέσων είχε μετέλθει για να τους παρασύρει και να εμποδίσει την επικοινωνία τους με τον έξω κόσμο. Ίσως αυτός ήταν ο τρόπος του. Ήξερε να αποδέχεται την ήττα του και να σχεδιάζει την επόμενη απαγωγή.

Ας γυρίσουμε όμως στο Μάρκο και τους συμπαίχτες του στο τουρνουά της Louisville
Σαν σκονισμένη και αραχνιασμένη σοφίτα έμοιαζε η περιοχή της παιδικής ηλικίας στη μνήμη τους.  Ως εκ θαύματος, εκεί που μιλούσε με την Αλίκη,  στο πίσω μέρος του μυαλού του Μάρκου ακούστηκε το σφύριγμα ενός τραίνου.  Ένας νεαρός μεξικανός  συμπαίχτης  δίπλα του ήταν βέβαιος πως άκουσε τη μουσική από ένα καρουσέλ. 






Υ.Γ. Ευχαριστώ το φίλο μου τον Ιδομ για τις πολύτιμες αναμνήσεις του για τον ΖΧ Σπέκτρουμ και το Σαιμπήρια που "έκλεψα" από το μπλογκ του. (Ο κακός Νετχουκ δεν με αφήνει να αλάξω πληκτρολόγιο για να σας δώσω τη ρέφερανς. Οψόμεθα)



Αναδημοσίευση από την τρύπα του λαγού (http://stintrypatoulagou.blogspot.com/2010/08/nethook.html)

Τετάρτη 14 Ιουλίου 2010

Τέττιξ ο πληβείος: Μια καλοκαιρινή ιστορία


Με ενοχλεί η ιστορία του Αισώπου, τότε δηλαδή που το πεινασμένο τζιτζικάκι ζητά από τα μερμήγκια λίγη τροφή και αυτά αντί να του δώσουν το ρωτούν περιφρονητικά γιατί δεν μάζευε τροφή το καλοκαίρι.

«Οὐκ ἐσχόλαζον, ἀλλ᾿ ᾖδον μουσικῶς.»

απαντά με ειλικρίνεια το τζιτζικάκι, «δεν προλάβαινα γιατί τραγουδούσα». Αλλά τα μερμήγκια, άκαρδα, γελούν και του λένε. «Αν τραγουδούσες το καλοκαίρι, χόρευε τώρα, το χειμώνα.»

Δεν μόνο είναι που έχω σε μεγάλη εκτίμηση τη μουσική και το τραγούδι, που στο μύθο του Αισώπου φαίνεται να μην έχει καμιά αξία μπροστά στη συλλογή των προς το ζην, δεν είναι δηλαδή ότι προτιμώ την τύχη ενός τζίτζικα που τραγουδά κι ας πεθάνει πεινασμένος – λέμε τώρα – αλλά νομίζω πρέπει να γίνει γνωστό ότι αυτή η απόφαση των ταπεινών τζιτζίκων δεν πάρθηκε έτσι αβασάνιστα. Παρά το ότι οι τζίτζικες είχαν το προνόμιο να είναι προικισμένοι με μια εξαίσια φωνητική συσκευή, δυο κοιλότητες χωρισμένες με μια μεμβράνη, ένα το όργανο που ακόμα και τώρα συγκεντρώνει το ενδιαφέρον των επιστημόνων, είχαν δηλαδή το χάρισμα, δεν είχαν σκοπό να τραγουδούν. ΄Ηθελαν να συγκεντρώσουν τροφή από τη λύμφη των δέντρων για να έχουν για το χειμώνα. Δεν ήταν δηλαδή μόνο τα μερμήγκια που σκέφτονταν την επιβίωση. Ήταν και τα τζιτζίκια.



Έλα όμως που ένας νεαρούλης τέτιγγας, πληβείος και αυτός, τους έλεγε: «έχουμε αυτό το χάρισμα και θα το αφήσουμε να πάει χαμένο;» Θυμάστε τι είχε πει το δαιμόνιο στον Σωκράτη; «Μουσικήν ποίει», δεν του είπε να εργάζεσαι σκληρά! Και τι τύχη είχε ο Σωκράτης; Ρωτούσαν τα τζιτζίκια; Δεν πέθανε στην ψάθα;

Τέτοια και άλλα τους έλεγε για να τα πείσει, όπως ας πούμε ότι θα το μετανιώσουν αν αφήσουν τη μικρή τους ζωή του εντόμου να αναλωθεί στη συλλογή τροφής και να μην κάνουν κάτι για να ευχαριστήσουν και τον εαυτό τους και τα άλλα πλάσματα του θεού γύρω τους…Τα τζιτζίκια στο τέλος πείστηκαν, άφησαν κατά μέρος τη δουλειά και το έριξαν στο τραγούδι, εν γνώσει τους ότι δεν θα έχουν τροφή το χειμώνα αλλά με την ελπίδα ότι όλοι αυτοί που τους άκουγαν και ευφραίνονταν και τους έλεγαν τι ωραία που τραγουδάτε τζιτζικάκια μου, χωρίς εσάς δεν υπάρχει καλοκαίρι, θα τους φρόντιζαν ίσως. Αλλά και πάλι δεν τους ένοιαζε. Θα εκπλήρωναν τον προορισμό τους. Και η αλήθεια είναι ότι ένιωθαν υπέροχα τραγουδώντας. Τόσο που πολλές φορές ξεχνούσαν να ρουφήξουν το χυμό που ήταν εκεί μπροστά τους.



Αυτή την ιστορία την έχουμε ξεχάσει μια και η κοινωνία μας έχει θεοποιήσει τον υλικό πλούτο εις βάρος της τέχνης και του πνεύματος και θυμόμαστε μόνο τον απαξιωτικό μύθο του Αισώπου, περιφρονώντας την αυτοθυσία του τζιτζικιού για την τέχνη της μουσικής και υπερτιμώντας τα υλικά αγαθά και φυσικά το φαγητό.



Υπάρχουν βέβαια και φωτεινές εξαιρέσεις, όπως για παράδειγμα ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Ποιητής, που με ένα στίχο του στο Άξιον Εστί – στο Ορατόριο – αποτίει φόρο τιμής στο νεαρό εκείνο τζίτζικα:



«ένας τζίτζικας που έπεισε χιλιάδες άλλους»





Πηγές εικόνων από το Internet

http://fineartamerica.com/images-medium/the-joy-of-summer-vladislav-tchevtchenko.jpg
http://www.dailypainters.com/images/origs/526/marsh_house.jpg
http://www.raffaelecappieri.com/summer-paintings-0112.jpg

Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010

Η διπλή ζωή των Αζάρο



Υπάρχει μια φυλή στην  Αφρική που επειδή βρίσκεται απομονωμένη σε ένα οροπέδιο κοντά στη  λίμνη Τ., κατάφερε να διατηρήσει τα έθιμά της ανέπαφα παρά την επέλαση του Δυτικού Πολιτισμού.
Είναι οι Αζάρο.
Με το πέρασμα του χρόνου οι Αζάρο  ανέπτυξαν ένα περίπλοκο συμβολισμό στην καθημερινή  ζωή, που σπάνια τον συναντά κανείς σε άλλον  πολιτισμό. ΄Ολα βασίζονται βεβαίως  σε ανταλλαγές – συναλλαγές θα λέγαμε καλύτερα -  με τον κόσμο των πνευμάτων και λεπτές ισορροπίες που έχουν εισχωρήσει με την πολύπλοκη μορφή τελετουργιών και απαγορεύσεων στην καθημερινή τους ζωή στις σχέσεις ανάμεσα στα δύο φύλα, στις τελετές μύησης, στο κυνήγι και την αναζήτηση τροφής, σε ό, τι μπορεί κανείς να φανταστεί.  Το πιο σημαντικό από όλα όμως είναι ότι όλα αυτά συνδέονται με μια περίεργη η εμμονή  που έχουν στο συμβολισμό των  διδύμων.  Το ζεύγος αυτό,  με τον περίπλοκο συμβολισμό ομοίου και αντιθέτου που κλείνει μέσα του, είναι ο πυρήνας όλων των άλλων συμβόλων και των τελετουργιών του πολιτισμού τους.
Ο καθένας πιστεύει  ότι υπάρχει το αντίγραφό του και κατοικεί σε ένα χωριό  - αντίγραφο του χωριού τους στην άλλη μεριά του οροπεδίου – σε ένα σπίτι αντίγραφο του σπιτιού τους με μια γυναίκα αντίγραφο της δικής τους – μία μόνο  γιατί η μονογαμία είναι από τα βασικά χαρακτηριστικά των Αζάρο.
Ούτως ή άλλως στο ίδιο το χωριό τα σπίτια χτίζονται δυο δύο και την ίδια αρχιτεκτονική διάταξη ισχυρίζονται ότι τηρούν και στο χωριό αντίγραφο.

Στις προσευχές και στις δεήσεις που κάνουν στα πατρογονικά πνεύματα, δέοντα πάντα και για τον όμοιό τους και εύχονται μακροημέρευση και ευτυχία και για αυτόν και για την οικογένειά του. Όταν αγοράζουν ένα ζώο, παίρνουν από τον έμπορο και το ξύλινο ομοίωμά του, για να ισορροπήσουν το γεγονός ότι ο όμοιός τους στο άλλο χωριό μπορεί να μην έχει κάνει ακόμα μια τέτοια αγορά. Στην περίπτωση που «εκείνος» θα προβεί σε μια τέτοια ενέργεια, είναι βέβαιοι ότι με παρόμοιο τρόπο θα ισορροπήσει το γεγονός, αφιερώνοντας και σ’ αυτούς ένα ειδώλιο.

 Έτσι εξηγούν την παρέλαση από  άγνωστα ζώα και  πουλιά, καθώς  δέντρα όπως οι μαγκρόβιες,  που δεν φυτρώνουν στο οροπέδιο,  και όμως αυτοί τα βλέπουν στον ύπνο τους. Είναι όσα βλέπει ο «όμοιός» τους στην άλλη πλευρά της κοιλάδας που στον ύπνο του του στέλνουν αετούς και φίδια του βουνού – ποτέ όμως μάμπα γιατί δεν θέλουν να τον τρομάξουν…

Πηγές εικόνων από το διαδίκτυο



Κυριακή 18 Απριλίου 2010

Ο έρωτας από την πλευρά του αηδονιού







Ήταν μια φορά ένα αηδόνι, έγραψε ο Όσκαρ Ουάιλντ, που άκουσε κρυφά έναν ερωτευμένο σπουδαστή να αναζητά ένα κόκκινο ρόδο για να το χαρίσει στην αγαπημένη του ώστε να κερδίσει τον έρωτά της. Αυτό ήταν πολύ δύσκολο καθώς ήταν χειμώνας και δεν υπήρχαν παρά ελάχιστα ρόδα και αυτά δυστυχώς δεν ήταν κόκκινα. Το αηδόνι προσπαθεί να κάνει τα αδύνατα δυνατά και για το σκοπό αυτό, καταφέρνει με το τραγούδι του να αναστήσει μια παγωμένη τριανταφυλλιά. Ο μόνος τρόπος ήταν να τραγουδά - όλη τη νύχτα - καθώς ένα αγκάθι θα καρφωνόταν όλο και πιο βαθιά στην καρδιά του ώστε με το αίμα να δώσει ζωή στο ημιθανές φυτό. Στο τέλος όντως ανθίζει ένα ωχρό ρόδο που γίνεται ως εκ θαύματος πορφυρό από το αίμα του.



Το πορφυρό ρόδο δηλαδή γεννιέται από αυτήν την μυστηριώδη μετάγγιση και την ένωση του αηδονιού με το φυτό. Ο Όσκαρ Ουάλντ μας αφήνει να υποθέσουμε ότι η αφοσίωση του αηδονιού στον ερωτευμένο ήταν αυτό που του έδωσε τη δύναμη να αντέξει το μαρτύριο του αργού θανάτου και να κατασκευάσει με το τραγούδι του ένα ολόκληρο ρόδο. Αυτό είναι το θαύμα που συντελείται με την ομορφιά και την αισθητική απόλαυση της μουσικής, όπως  και όταν  κανείς κατασκευάζει με τα ποιήματα εικόνες και με τα ονόματα ρόδα.



Η ιστορία αυτή είναι γραμμένη φυσικά από την πλευρά των ανθρώπων που θεωρούν ότι πουλιά και λουλούδια και η φύση όλη είναι πλασμένη ώστε εκείνοι να μπορούν να τη θαυμάζουν όποτε θέλουν ή κατά βούληση να αδιαφορούν.

Τι άλλο δηλαδή να ήθελε να πει  «Το τριαντάφυλλο και το αηδόνι» αφού στο τέλος η κοπέλα απορρίπτει τον έρωτα του σπουδαστή και αυτός πετά το αιμάτινο ρόδο του στο δρόμο – αυτό που με τόσο πόνο δημιουργήθηκε - για να το πατήσουν οι ρόδες μιας περαστικής άμαξας; Με αποτροπιασμό διαβάσαμε στο τέλος ότι ο φοιτητής απογοητευμένος, απέρριψε τον έρωτα και στράφηκε στη μελέτη της μεταφυσικής και της φιλοσοφίας.



Θρηνήσαμε φυσικά για το δύστυχο αηδόνι, κομπάρσο σε ένα γελοίο έρωτα, μια και γελοίος ήταν και ο σπουδαστής και φαντασμένη η καλή του και όλοι από μέσα μας σκεφτήκαμε, ακόμα και αν δεν το παραδεχτήκαμε φανερά, διαβάζοντας τις μεγάλες φράσεις για τον έρωτα του Όσκαρ Γουάιλντ, ότι το αηδόνι πήγε στράφι, πως ήταν αδικοχαμένο. Σαν να πέθανε δηλαδή για την αφηρημένη ιδέα του έρωτα γενικώς. Ακόμα και του ανεκπλήρωτου. Ακόμα και του γελοίου.

Όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά αν τα δούμε από την πλευρά των πουλιών. Εκεί το αηδόνι ήταν ο πρωταγωνιστής και ο έρωτας δεν ήταν καθόλου ανεκπλήρωτος.

Το αηδόνι δεν νοιαζόταν και τόσο για το σπουδαστή όπως φαίνεται εκ πρώτης όψεως στην ιστορία. Το αηδόνι ήταν κρυφά ερωτευμένο με την τριανταφυλλιά – για αυτό άρχισε να ενδιαφέρεται για την υπόθεση όταν άκουσε πως κάποιος ζητούσε ρόδα - και ο θάνατός του ήταν ο τρόπος που είχαν επινοήσει – το πουλί και το φυτό - για να σμίξουν ερωτικά.




Τo  "αηδόνι εραστής" , γράφει ο Πούσκιν στον Ευγένιο Ονιέγκιν. «όλη τη νύχτα τραγουδάει και κάνει την τριανταφυλλιά να ανθίζει»

Οι ποιητές γνωρίζουν για αυτή την παράξενη αγάπη του αηδονιού για την τριανταφυλλιά. Αυτήν την αγάπη, ο Όσκαρ Ουάιλντ προσπάθησε να τη συγκαλύψει και να την παρουσιάσει σαν αυτοθυσία και σαν αγάπη του αηδονιού για τον σπουδαστή και την αγάπη του σπουδαστή για την κοπέλα.




Όσοι έχουν ακούσει το κελάηδισμά τους που είναι τόσο διαφορετικό από των άλλων πουλιών καταλαβαίνουν πως με τον ένα τόνο του, δηλαδή το επαναλαμβανόμενο τουκ – τουκ – τουκ – μπορεί να κάνει κάθε είδος βλάστησης να ανατριχιάσει από ευτυχία καθώς παραδίνεται σαν σε νάρκη και σαν να την καλύπτει ένα μαγικό παραλυτικό δίχτυ, σε μια αναπόληση. Εκεί η ανάσα των φύλλων, τα θροΐσματα και τα κλαδιά που σπάνε, αρθρώνουν κινήσεις, χειρονομίες και αισθήματα που αναδεύουν την ανεξιχνίαστη φυτική μνήμη καθώς ψηλαφούνται με τη φωνή του που εισχωρεί σε εκείνα τα βάθη.

Όταν κατά τη μαγική ιεροτελεστία του τραγουδιού, το αηδόνι, γυρίσει το τραγούδι του στον άλλο τόνο, αυτόν που αποτελείται από δύο συλλαβές εγρήγορσης που αυτοί που ξέρουν λένε πως είναι παράκληση, προσκλητήριο για να ξυπνήσουν όλα – εκεί η βλάστηση ανταποδίδει τις εικόνες. Η γλώσσα της ξυπνά και η μνήμη της ανθίζει.

Έτσι γεννήθηκε το ρόδο της ιστορίας: Καρπός του έρωτα της τριανταφυλλιάς και του αηδονιού. Όλα τα αηδόνια ονειρεύονται να μπορούσαν να ζήσουν ένα τέτοιον έρωτα με την τριανταφυλλιά τους. Έναν έρωτα που εκπληρώνεται από το επώδυνο εκείνο τρύπημα του αγκαθιού στην καρδιά του αηδονιού.

Και δεν είναι μόνο ο Πούσκιν:


«Η Ματή έκοψε λευκόν ρόδον κι’ εκόσμησε το παρθενικόν στήθος της», γράφει ο  Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο Θέρος – Έρως. «Η αηδών, η λιγεία ψάλτρια, βλέπουσα το ωραίον εκείνο άνθος επί τοιαύτης γάστρας φυτευθέν, θα ηρωτεύετο με διπλούν έρωτα το χαριτωμένον εκείνο ρόδον»



Πηγές εικόνων από το διαδίκτυο:

http://www.helpforenglish.cz/cetba/literarni-dila-v-originale/pics/nightingale_rose.gif
http://studentmag.files.wordpress.com/2009/03/oscar_wilde.jpg
http://www.feedbooks.com/book/21.png?t=20090916120644
https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhbF5A1NlU3zmL8MHM4brXd2U_qjzeNyqFQ4Ebqvg_yntYxIx2HMmOwFUYwdlLMPgcW6wYMtaGrM8TzNkLFNJ4u7_X5d5XddCuDoy44QE7GMmk8ktfiy8yPq82BeD9pSBXNVR4kb_i4rR4/s400/b+and+w+brighton+_Nightingale+to+Post.jpg
http://th06.deviantart.net/fs16/300W/i/2007/214/7/f/The_Nightingale_and_the_Rose_by_thenumber42.jpg
http://www.hunter.cuny.edu/classics/russian/russianlinks/tropinin-pushkin-compressed.jpg
http://1.bp.blogspot.com/_8c7c3mr8ITw/SSbJ83UdO7I/AAAAAAAAAeo/7SoVJ0Bph6M/s400/oneiro_sto_kyma_papad.JPG