Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ραμόν Λουλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ραμόν Λουλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2008

Η τελευταία αμφιβολία του Ραμόν Λουλ

O Ramon, Raimundo ή Raymond, Raimundus ή Raymundus Lull ή Lully ή Lullus ή Lulio (1232 - 1315) στην αιωνιότητα είναι μελαγχολικός. Το όνομά του μνημονεύεται μεταξύ των σπουδαίων αλχημιστών, φιλοσόφων, των θεμελιωτών της συνδυαστικής στα μαθηματικά αλλά κυρίως μεταξύ αυτών που πρώτοι άνοιξαν το δρόμο για το όνειρο της τεχνητής νοημοσύνης. Εκείνος όμως δεν συγχωρεί τον εαυτό του για μια παράλειψη.


Το έργο του αναφέρεται στα γραπτά επιφανών ανθρώπων του πνεύματος Για την «σκεπτομηχανή» του έγραψε ένα δοκίμιο ο Μπόρχες (1).
Λέγεται ότι αυτόν εννοεί ο Σουίφτ όταν στα «Ταξίδια του Γκιούλιβερ» περιγράφει μια ξύλινη συσκευή που παράγει τυχαία λέξεις.
Ο Σοπενχάουερ στο βιβλίο του «O κόσμος ως βούληση και παράσταση» περιγράφει και σχολιάζει το περίφημο όραμα θανάτου που είχε ο Λουλ και που τον έκανε να προσχωρήσει στο τάγμα των Φραγκισκανών.
Η Φράνσις Γέητς (2 ) στην «Τέχνη της Μνήμης» εντάσσει τον περίφημό Πίνακά του, την Ars Magna, στην ιδέα της” κινούμενης μνήμης” ή της “μνήμης που ρέει'' και θεωρεί ότι η απόδοση συμβόλων - γραμμάτων στις ιδιότητες του Θεού δεν απέχει πολύ από τις imagines agentes του Κικέρωνα.

Στο «Ρεμπελιό των Ποπολάρων» του Διονυσίου Ρώμα (3), διαβάζουμε πώς ο Σιορ Μπόρτολος προσπαθεί “ για μυριοστή φορά να μεταχειριστεί τη λεπτεπίλεπτη τεχνική της Ars Magna του Ραμόν Λούλη για να λύσει κάποια του απορία”. Ο αναγνώστης θα βρει εκεί μια καταπληκτική περιγραφή του σχήματος και της λειτουργίας της  μηχανής και φυσικά τις γνωστές αμφιβολίες, ίδιες με  αυτές του Μπόρχες για το αν οι συνδυασμοί δίνουν κάτι παραπάνω από μια ταυτολογία. Πχ “ Η Καλοσύνη είναι διαρκής ή η Διάρκεια είναι καλή”.

Με τον Λούλ ασχολείται επίσης  και ο καθηγητής της τεχνητής νοημοσύνης στο Πανεπιστήμιο του Πίτσμπουργκ, ο Π. ΜακΚόρντουκ (4), θεωρώντας τον από τους σκαπανείς της ιδέας του τέλειου αντιγράφου – της μηχανής που θα σκέπτεται μόνη της. Παρά την ρητή εντολή που δόθηκε στο Μωυσή στο όρος Σινά “ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον, ουδέ παντός ομοίωμα" ο Λουλ  αποτόλμησε όχι απλά να κηρύξει το λόγο του Θεού αλλά να κατασκευάσει μια συσκευή που με την αδιαμφισβήτητη ισχύ της θα αποδείκνυε στους αλλόδοξους όχι απλά την ύπαρξη Του - σε αυτόν άλλωστε πιστεύουν και οι Μωαμαθενοί και οι Εβραίοι – αλλά την υπεροχή Του. Την υπεροχή δηλαδή του τριαδικού Θεού, του Θεού των Χριστιανών. Για το λόγο αυτό εντρύφησε με πάθος και υπομονή στα κείμενα των Αράβων σοφών, μαθηματικών και αστρολόγων, ώστε να βρει τα βαθύτερα θεμέλιά τους και να τα ανατρέψει. Εκεί όμως ήταν που συναντήθηκε με την περίφημη επινόηση των Αράβων. Οι Άραβες διέθεταν ήδη την zairja, έναν αστρολογικό πίνακα με τον κύκλο και τις τριγωνικές συνδέσεις μεταξύ πλανητών κυβερνητών και ζωδίων. Ο Λουλ εφάρμοσε την ιδέα των συνδιασμών των ιδιοτήτων των πλανητών που είχαν βρει οι Άραβες στις ιδιότητες του Θεού. Ήλπιζε με αυτό τον τρόπο όμως ότι οι Άραβες, βλέποντας ότι χρησιμοποιεί ένα δικό τους σχήμα, θα δέχονταν να εξετάσουν τα επιχειρήματά του – επιχειρήματα ενός «αντικειμενικού» αυτομάτου, ενός ειδώλου που σκέφτεται, μιας μηχανής.
Με τον ίδιο τρόπο επιστράτευσε και την Καβάλλα – τη μυστική επιστήμη της δύναμης των συμβόλων και των αριθμών των Εβραίων αποδίδοντας γράμματα – σύμβολα στις ιδιότητες του Θεού. Μελέτησε την σοφία της Καβάλλας και μάλιστα “δανείστηκε” την ιδέα του ιερού δέντρου των Σεφιρώθ για να προτείνει το δικό του Arbor scientiae.

Την εποχή που ο Μπόρχες έγραφε το δοκίμιό του για την σκεπτομηχανή του Ραμόν Λουλ, δεν είχαν δημοσιευτεί αρκετά από τα κείμενα του Καταλανού σοφού και έτσι η προέλευση της από την αραβική zairja και την Καβάλλα δεν ήταν ακόμα γνωστή στους μελετητές. Έτσι ο Μπόρχες γράφει:
“Αγνοούμε - και θα συνεχίσουμε να αγνοούμε, γιατί είναι ριψοκίνδυνο να ελπίζουμε ότι μπορεί να μας το αποκαλύψει αυτή η παντογνώστις μηχανή – πού γεννήθηκε αυτή η μηχανή”
και κάνει υποθέσεις – που ο ίδιος βέβαια παραδέχεται ως μη ευλογοφανείς – για την προέλευσή της από μια πιο σύνθετη μηχανή που όμως δε σώθηκε, που θα είχε κατασκευάσει ο ίδιος ο Λουλ.
Αυτό όμως που στην αιωνιότητα απασχολεί τον Λουλ δεν είναι το αν τελικά μετεστράφησαν οι Άραβες και οι Εβραίοι από τη δύναμη των επιχειρημάτων της μηχανής του. Ο ίδιος που “δανείστηκε” τις ιδέες τους ίσως να έχει αυτός μεταστραφεί και να μην είναι απόλυτα σίγουρος για το ότι δεν πρόκειται τελικά για τον ίδιο Θεό. Ο θεός του Ισλάμ, ο Ιεχωβά και ο Πατήρ ίσως να αποτελούν την τριαδική υπόσταση του Θεού του. Αυτές οι απόψεις και η υποτιθέμενη ανακάλυψη του αιθέρα αλλά και η αντίθεσή του στο δια των όπλων κήρυγμα του λόγου του Θεού - στις σταυροφορίες - ήταν που ανησύχησαν τον Πάπα Γρηγόριο τον 11ο που καταδίκασε τις αιρετικές απόψεις του. Ο Ραμόν Λουλ καταδικάστηκε και από το διάδοχο του, τον Πάπα Παύλο τον 4ο και μόνο επί Πίου του 9ου στα 1958 αποκαταστάθηκε και ονομάστηκε Πεφωτισμένος Διδάκτωρ – Doctor Illuminatus.

Ο Ραμόν Λουλ, στα νιάτα του ήταν τροβαδούρος (5) και παρά το ότι συμμετείχε σαν σύμβουλος στην αυλή του Ιακώβου του ΙΙ της Αραγονίας, δεν εγκατέλειψε ποτέ το πάθος του να συνθέτει τραγούδια για να γοητεύει τρυφερές πυργοδέσποινες. Και αυτό ακόμα και όσο ήταν παντρεμένος με τη Μπιάνκα Πίκανυ και είχε δυο παιδιά το Ντομίνγκο και τη Μαγκνταλένα. Δεν σταμάτησε ποτέ να θαυμάζει και να ερωτεύεται.

Είναι λυπημένος όχι γιατί τα εγκατέλειψε όλα αυτά μετά από ένα όραμα "θανάτου". Λέγεται ότι τη στιγμή που τραγουδούσε με ερωτική έκσταση το τραγούδι του, μια οπτασία με τον Ιησού αιωρούμενο εμφανίστηκε μπροστά του και τον έκανε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και να γίνει μοναχός του τάγματος των Φραγκισκανών. Τι απέγιναν η γυναίκα του και τα παιδιά του; Τους σκέφτεται, τους νοιάζεται και νοσταλγεί. Όχι πως μετανιώνει για τις τότε απιστίες του, ούτε για τη μετέπειτα ζωή του, τη ζωή ερωτικής αποχής των καλογέρων,  για τα βιβλία που έγραψε, για τις αποστολές στη Βόρεια Αφρική και το λιθοβολισμό του από τον όχλο, για τις μελέτες για την Αλχημεία και τη Βοτανική, και φυσικά τη σκεπτομηχανή και το δέντρο της Επιστήμης... Ανησυχεί μήπως ο Θεός στη βιασύνη του να τον καλέσει στις τάξεις των μαθητών του δεν προνόησε και δεν έστειλε σπίτι του τον Άγγελο που θα τον αντικαθιστούσε, όπως γίνεται στις οικογένειες που έχουν μοναχούς. Μήπως έπρεπε ο ίδιος να φροντίσει, εφαρμόζοντας για μια ακόμα φορά τις τέχνες του, να στείλει σπίτι του το αντίγραφο του, το σκεπτόμενο είδωλό του που θα έμενε πιστός στην Μπιάνκα για όλη τους στη ζωή...


(1) Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Η «σκεπτομηχανή» του Ραμόν Λουλ, στα Δοκίμια, Μετάφραση Επιμέλεια, Σχόλια:Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2007
(2) Frances Yates, The Art of Memory, Pimlico 1966
(3) Διονυσίου Ρώμα, «Το Ρεμπελιό των Ποπολάρων» επιμέλεια Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Το ΒΗΜΑ βιβλιοθήκη, Αθήνα
(4) P. Mc Corduck, History of Artificial Intelligence στο http://dli.iiit.ac.in/ijcai/IJCAI-77-VOL2/PDF/083.pdf
(5) "http://en.wikipedia.org/wiki/Ramon_Llull%3C/div%3E%3Cdiv%20style='clear: both;'>