Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαδιαμάντης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαδιαμάντης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2021

Τα φαντάσματα του Παπαδιαμάντη

 * Δεν πάει καιρός που ξαναδιάβασα τα Ρόδιν' ακρογιάλια του Αλ. Παπαδιαμάντη με αφορμή τις συναντήσεις μας της Λέσχης Ανάγνωσης του Εύμαρου. Ένα "κοινωνικό μυθιστόρημα" που το προσέγγισα για πρώτη φορά πριν είκοσι χρόνια μια και ο Λάκης Προγκίδης το είχε περιλάβει ως παράδειγμα στο βιβλίο του για την κατάκτηση του μυθιστορήματος, (από τον Παπαδιαμάντη στον Βοκκάκιο). Ένα εξαιρετικό βιβλίο όχι μόνο για τις απόψεις του συγγραφέα για το μυθιστόρημα και τον Παπαδιαμάντη - εν προκειμένω και όσον αφορά τα Ρόδιν' ακρογιάλια δεν συμφωνώ με την ανάγνωσή του - αλλά δεν έχει σημασία γιατί τι θα πει δεν συμφωνώ, συμφωνώ με κάποιες διαπιστώσεις, δεν συμφωνώ με τις γενικεύσεις, βλέπω θαρρώ κάποια πράγματα που εκείνος δεν αναφέρει... ωστόσο το βιβλίο είναι θησαυρός ως αποτύπωση της σπινθηροβόλας σκέψης του συγγραφέως (Λ.Π), του μόχθου και της εποπτείας του για την ιστορία του μυθιστορήματος...

* Το μυθιστόρημα αυτό του Παπαδιαμάντη, το αγάπησα χάρη στον Χριστόφορο Μηλιώνη και την υπογράμμιση στο βιβλίο του για τον Παπαδιαμάντη του χαρακτήρα του Σημαδιακού ως "χρυσομηλιγγάτου" (και στην κορφή αστεράτου). Αυτό με ταξίδεψε σε δικούς μου συνειρμούς, την άλλη όψη του νομίσματος του Σημαδιακού ως Αταίριαστου, του παρδαλού και ιδιόρρυθμου τύπου που έχει ένα πύργο με μπαντερόλια (σημαιάκια) (στα Ρόδιν΄ακρογιάλια) ή είναι ο διπλοκαημός με το πρόβλημα στο μάτι και το αλλόκοτο ντύσιμο (στο ομώνυμο διήγημα) ή είναι σημαδιακός και αταίριαστος όπως ο Σουραυλής στο Μυρολόγι της φώκιας μια φιγούρα αρχέτυπο που με γοητεύει και την έψαξα και με άλλες μορφές στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη (το Μπραϊνάκι (μπαιράκι) το πολύλογο κορίτσι με τις χρυσές πλεξούδες και έξω από αυτά, ο Αούστερλιτς του Ζέμπαλντ, η Μαίριλιν Μονρόε οι δύο μοιραίοι ερωτευμένοι στον πρίγκιπα Ονιέγκιν του Πούσκιν... Κάτι μοιραίο και βαθύ, η ετερότητα στον ίδιο τον Παπαδιαμάντη, η μνήμη που θέλει να απωθήσει ή να ανακαλέσει, κάτι που με μαγεύει και με κάνει να ονειροπολώ για τη δύναμη που έχει η φαντασία και πέννα να ανασύρει από βάθη και πλάτη μορφές μαγνητικές με τις οποίες η ανθρώπινη ψυχή και η δημιουργικότητα αναμετριώνται ακόμα.
* Μια πλευρά που δεν είχα προσέξει μια και είναι γνωστή η αγάπη του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη για τα φαντάσματα, τα στοιχειά, τα δαιμόνια, τα αερικά και τα κρούσματα - όχι μην τον συγκρινετε με τον Πόε είναι ο εαυτός του - και την παράσταση κερδίζει το φάντασμα της αρραβωνιαστικιάς του Αγάλλου, της ξεχασμένης αρραβωνιαστικιάς που σαν να μην αγγίζει το χώμα εμφανίζεται μπροστά του και του ψυθιρίζει όταν αυτός επιστρέφει πια από την ξενητειά στη Σκιάθο Αγάλλο με ξέχασες... Δεν είχα προσέξει λοιπόν το αντιφατικό όραμα του αφηγητή στην αρχή του διηγήματος, την όμορφη εκείνη κοπέλα στο παράθυρο που εκείνος τη βλέπει νύχτα μέσα από τη βάρκα του, με τα κόκκινα χείλη και τα άσπρα της δοντάκια (sic) ναι σωστά θαρρώ θυμίζει τις κοπέλες στην υπηρεσία του Δράκουλα στο μυθιστόρημα του Μπραμ Στόκερ που ο Παπαδιαμάντης είχε μεταφράσει ο Πύργος του Δράκουλα
"Εἶδα τὰ δοντάκια της νὰ λάμπουν, τὰ χείλη της νὰ λουλουδίζουν, τὰ μάγουλά της νὰ μηλολονθοῦν… " τα μάγουλά της μηλονονθούν και ψάξτε τι είναι η μηλολόνθη και θα βρείτε πως είναι το άσπρο σκουλήκι της σήψης των φρούτων γιατί ο ρομαντισμός έχει απλώσει τα πλοκάμια του και όπως ο Coleridge περιγράφει την κυρά της νύχτας τη νύμφη του Θανάτου με το δέρμα λευκό σαν της λέπρας (Her lips were red, her looks were free,
Her locks were yellow as gold:
Her skin was as white as leprosy)
εκεί που λουλουδίζει η ομορφιά τρυπώνει το ακοίμητο σκουλήκι και συνεχίζει με στίχους πεισιθάνατους, τότε της νεότητος που θέλει να ξεχάσει - τι όραμα είδε άραγε; τι τύχη είχε η Περμαχούλα η δικιά του αρραβωνιαστικιά, αυτή που τον απέρριψε και ίσως την καταράστηκε ο αφηγητής όπως υπονοεί ο Σημαδιακός φίλος του Σταμάτης στις συζητήσεις που θέλει να τον κάνει να θυμηθεί
Τὸ σῶμ᾿ αὐτὸ τὸ αἰθέριο στὴ γῆ νὰ μὴ λυγίσῃ
Καὶ τὸ χαμόγελο ποτὲ στὰ χείλη νὰ μὴ σβήσῃ.
Νὰ μὴ φανῇ τὸ κάλλος σου πὼς εἶν᾿ ἀπὸ τὸ χῶμα.
Ὤ, χαῖρε, τοῦ θανάτου, ποὺ μ᾿ ἐπότισες τὸ πόμα.



* Το Σαββατοκύριακο βρήκα στο σπίτι και διάβασα τον Πύργο των Καρπαθίων του Ιουλίου Βερν. Αχ ο διαφωτισμός, αχ η λογική και ο Καρτέσιος έχουν στοιχειώσει το νου του Ιουλίου Βερν. Όσο και αν η ιστορία αυτή με τη νεκρή τραγουδίστρια έχει κάποια σχέση με την προσωπική του ιστορία - όλα γίνονται προμηθεικά ηλεκτρικά, φωνόγραφοι, τηλέφωνα, μετάδοση σήματος, προβολές και φωτογραφίες. Το 1892 το έγραψε.

Ευτυχώς πέντε χρόνια αργότερα, ο Μπραμ Στόκερ έσωσε την τιμή της μαγείας των Καρπαθίων και των στοιχειών τους.
Και ο Παπαδιαμάντης, ξέρουμε πόσο θύμωνε όταν κάποιος προσπαθούσε να σταματήσει τις αφηγήσεις των στοιχειών και των φαντασμάτων...
Εικόνα με την προβολή - φάντασμα - της Στίλα, φιλοτεχνημένη από τον Leon Bennet για την γαλλική έκδοση του Πύργου των Καρπαθίων του 1892

Πόλυ Χατζημανωλάκη
Αναρτήθηκε στο facebook στις 11 Φεβρουαρίου του 2019




Τρίτη 11 Αυγούστου 2020

Το σχοίνισμα του Ομήρου

 

Ανακάλυψα ενα εξαιρετικό αρχείο ηχογραφήσεων στο youtube, όπως αφήνω το χρόνο να δράσει στον σπασμένο μου ώμο. Το πιο πρόσφατο είναι η δημόσια ηχογράφηση της Ιλιάδας στο Εθνικό το 2011. Δεν ξέρω αν θα την ακούσω ολόκληρη, άρχισα από την Ραψωδία Ν, με τη Μάγια Λυμπεροπούλου, που διαβάζει τη μετάφραση του Δ. Μαρωνίτη. Δεν είναι η πρώτη φορά που επιβεβαιώνω ότι ο ήχος, η φωνή χτίζουν καμπαναριά, αποδίδουν με εκπληκτικό τρόπο τις τρεις διαστάσεις. Αφέθηκα στην απόλαυση και στο νοερο ταξίδι με τον Ποσειδώνα, από τη Σαμοθράκη με το ολόχρυσο άρμα του, με τα δελφίνια να χοροπηδούν γύρω του, τις σκηνές της μάχης όπου η ευγένεια και η χάρη της φωνής της σπουδαίας κυρίας Λυμπεροπούλου εξισορροπούσαν τη φρίκη των περιγραφών με τα κομμένα κεφάλια στη σκόνη και δεν θα ανέτρεχα, άρρωστη όπως είμαι στο πρωτότυπο παρά όταν άκουσα κάπου τη λέξη "φιλότιμο" αυτήν την σπουδαία ελληνική λεξη που χρησιμοποίησε ο πρόεδρος Ομπάμα όταν ήρθε στη χώρα μας, να λέγεται από τον Ποσειδώνα όταν είχε πάρει τη μορφή του μάντη Κάλχαντα για να εμψυχώσει τους Αργείους. Μα δεν είναι δυνατόν να μην θελήσω να εξακριβώσω τι μετέφρασε ως φιλότιμο ο Δημήτρης Μαρωνίτης. Πίσω στο πρωτότυπο λοιπον και ανευρέθη," αιδώς και νέμεσις " στο στ.ω120. Το σημειώνω λοιπόν εδώ και αναλογιζόμουν τη δύναμη της αυθεντίας και τη δημιουργικότητα που προεκτείνει τις έννοιες και τις αποχρώσεις μιας έννοιας από την αρχαϊκή εποχή ως σήμερα και πιστεύω καταφέρνει να την αποδώσει όπως θα διαμορφωνόταν στο μέλλον, τι κουμπιά πατούσε ο Κάλχας/Ποσειδών στην ψυχοσύνθεση των πολεμιστών που αργότερα πολύ αργότερα κάποιοι θα αναγνώριζαν σαν ψυχική ταυτότητα...

Και κάτι ακόμη κλείνοντας το θέμα των λέξεων, της απόδοσης της αναζήτησης ιχνών. Κάποια στιγμή, ο Ποσειδώνας/ Κάλχας, όταν τελειώνει αυτά που έχει να πει, μεταμορφώνεται σε γεράκι, στο στ.63 και εφορμά πετώντας, όπως όταν σηκώνεται από έναν απότομο ψηλό βράχο και πηδά στην πεδιάδα πάνω σε ένα άλλο πουλί. "αιγίλιπος πέτρης" είναι η γενική του απότομου βράχου, είχα πια το πρωτότυπο δίπλα μου, και τι παράξενη λέξη που θυμίζει αιγίδα, για το απότομος και πρόθυμοι οι σχολιαστές του 18ου αιώνα στη google, εξηγούν ότι ούτε οι κατσίκες δεν τον πλησιάζουν, τόσο απόκρημνος είναι. Τόσο σημαντικά δηλαδή τα πάθη του γιδοβοσκού, που έχασε την κατσίκα του γιατί τόλμησε να ανέβη στο βράχο εκείνο, και ναι το Όνειρο στο κύμα και η Γλυκοφιλούσα με τη σωτηρία ή το σχοίνισμα των αιγών είναι ακόμα "του Ομήρου" , ένας κόσμος που διεκδικεί το μερίδιό του στον Παπαδιαμάντη

Εικόνα: Γιδοβοσκός, 1862 Van Gogh

Πόλυ Χατζημανωλάκη


Αναρτήθηκε στο facebook στις 11/08/2017

Τρίτη 3 Ιουλίου 2018

Ο τελευταίος καουμπόυ και το «σημάδι» της Μαίριλυν Μονρόε (Μεγαλοφυείς Αταίριαστοι, σημειώσεις εν προόδω)




Εν αναμονή παραγγελιών από την Αμαζόνα  όπου περιμένω το ημερολόγιο με τα ποιήματα και άλλα αυτόγραφα κείμενα της Μαίριλυν καθώς και μια έγκυρη κατά το δυνατόν βιογραφία της, προσπαθώ να δουλέψω με  ό,τι έχω στη διάθεσή μου.
Ναι είναι αλήθεια ότι μου πέρασε από το μυαλό ότι ίσως θα έπρεπε να της διατεθεί μια θέση στο Λεύκωμα των μεγαλοφυών Αταίριαστων. Μα δεν ήταν ξανθιά ακριβώς – «Ξανθιά» - είναι ο τίτλος της μυθιστορηματικής βιογραφίας της από την Τζόυς Κάρολ Όουτς (εκδ. Καστανιώτη) που αυτή τη στιγμή διαβάζω και παρά το ότι θεωρείται από τη Guardian ανάμεσα στα δέκα καλυτερα βιβλία για τη ζωή της, τόσο καλογραμμένο μυθιστόρημα, έχω επιφυλάξεις για το αν μπορεί κανείς να στηριχθεί εκεί για να βγάλει συμπεράσματα. Και πάλι τι σημασία έχει; Τα ξανθά μαλλιά δεν ήταν αληθινά ήταν μέρος του μύθου και αυτή η ελιά; Αχ αυτή η ελιά στο μάγουλο. Υπάρχουν φωτογραφίες που τη δείχνουν στο πηγούνι, έκανε διάβασα κάποια εγχείρηση και τη μετακίνησε. Αλλά όλα αυτά είναι στα όρια του μύθου και τις πραγματικότητας μα αυτό είναι και οι Σημαδιακοί.  Λογοτεχνικοί ήρωες ή μυθικές προσωπικότητες. Αρχίζω να πιστεύω πως  η Μαίριλυν ήταν «Σημαδιακή», ήταν πανέμορφη όπως ο Σταμάτης στα Ρόδινα Ακρογιάλια, χρυσομιληγκάτη (ξανθιά), ήταν Αταίριαστη γιατί ηταν ξεχωριστή από τη χάρη και το ταλέντο αλλά και την αδυναμία να «σχετιστεί» να ταιριάξει σε μια ανθρώπινη σχέση. Από ανασφάλεια, από την τραυματική εμπειρία του παρελθόντος – τα λόγια είναι του πρώην συζύγου της του Άρθουρ Μίλλερ.

Χτες βράδυ είδα την τελευταία της ταινία τους «Αταίριαστους» - ω ναι με αυτό ακριβώς το όνομα και στα Αγγλικά “misfits” δεν χωρεί αμφιβολία ότι  ο τίτλος είναι πολύ ταιριαστός! Του Τζων Χιούστον η σκηνοθεσία και το σενάριο του Άρθουρ Μίλλερ, το κύκνειο άσμα της Μαίριλυν και του Κλαρκ Γκέημπλ στο ρόλο του τελευταίο καουμπόυ – που αναγκάζεται να παραδεχτεί ότι δεν έχει θέση πια σε αυτόν τον κόσμο – μα πώς θυμίζει την ιστορία με τον Σιούλα τον Ταμπάκο στο «Τέλος της μικρής μας πόλης» του Χατζή που αναγκάζεται στο τέλος να πουλήσει το κυνήγι του;  

Δευτέρα 2 Ιουλίου 2018

Puella Aeterna (Τατιάνα, Χαδούλα, Πήτερ Παν, o Σουραυλής) και η αιώνια εφηβεία αγοριών και κοριτσιών (Μεγαλοφυείς Αταίριαστοι, σημειώσεις εν προόδω)





Παλαιότερα στο ιστολόγιό μου είχα ασχοληθεί δεν θυμάμαι αν ήταν μόνο με ένα ή περισσότερα κείμενα με το αγόρι που αποφάσισε να μην μεγαλώσει, τον Πήτερ Παν. Όχι μόνο λόγο του θανάτου του Μάικλ Τζάκσον που πολλοί απέδωσαν στον ψυχισμό του μια ιδιότητα που θα την έλεγες σύνδρομο του Πήτερ Παν, αλλά από πολύ νωρίτερα. Και όπως όλοι μας μια αδυναμία στον Μικρό Πρίγκιπα την έχω, το εξωτικό παιδί που εμφανίζεται στην έρημο δίπλα στο αεροπλάνο που έμεινε χωρίς βενζίνη και τον αγαπημένο πιλότο του και του βάζει δύσκολες ερωτήσεις. Η αιώνια εφηβεία αυτών των αγοριών, δεν πέρασε ωστόσο από το μυαλό μου καθόλου όταν πρόβαλα στη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη μια ατέλειωτη εφηβεία της Φραγκογιαννούς . Οι φίλοι που έχουν διαβάσει το «Βωβόν ξύλον» , το βιβλίο μου,  ξέρουν για τι μιλώ και πώς είχα ερμηνεύσει το «ήθος ανδρικόν» που είχε η Χαδούλα σε έναν εγκλωβισμό στην εφηβεία και σε όλες τις ιδιότητες αυτής της διάβασης που βλέπουν οι ανθρωπολόγοι όπως τις περιγράφει στα διαβατικά του έθιμα ο Van Gennep. Τελετές που υπάρχουν στις αρχαϊκές κοινωνίες από όπου είχα τις πηγές μου χρησιμοποιώντας ευρετικά το υλικό των Γάλλων ανθρωπολόγων. Το κείμενο αυτό για τη Φόνισσα το είχα αναρτήσει στις Πινακίδες από κερί και μπορεί κανείς που δεν έχει το βιβλίο (μου) να το βρει και να καταλάβει για τι μιλάμε.
Εκεί βεβαίως υπάρχει και η περίφημη περιπλάνηση στην αγριότητα – από κήπου εις κήπον – που θεωρώ ότι υπάρχει αντιστικτικά σε άλλους γυναικείους χαρακτήρες εξημερωμένους, ενήλικες, που έχουν κάνει τη μετάβαση στην ωριμότητα όπως η Γυφτοπούλα -. Είχα αναφέρει φυσικά όλα τα σχετικά με τους κήπους, τους κηπουρούς και την Εμιλυ Ντίκινσον στον κήπο της, στον αντίποδα της άγρας που κάνει η Φραγκογιαννού.
Γι αυτό με εξέπληξε και με τάραξε  προχτές ο στίχος με τα λόγια της Τατιάνας στον πρίγκιπα Ονιέγκιν του Πούσκιν,  ότι δεν θέλει να παντρευτεί, δεν θέλει να ζει στην πρωτεύουσα και το μόνο που ζητά είναι ένα ράφι με βιβλία και έναν άγριο κήπο (sic). Φυσικά και οι δύο γυναικείοι  χαρακτήρες (Τατιάνα και Χαδούλα)  έχουν παντρευτεί αλλά το φέρουν βαρέως όπως φαίνεται.  Η συνάντησή μου  με την Τατιάνα και ο άγριος κήπος, με κάνουν να επιστρέψω στην (αταίριαστη) Χαδούλα εγκλωβισμένη στην εφηβεία όπως έχω θεωρήσει να μην κοιτάξω κατά πρόσωπο το φονικό των μικρών κοριτσιών αλλά τα άλλα στοιχεία στο περιθώριο που πιστεύω ότι είναι εξ ίσου σημαντικό να τα παρατηρούμε γιατί ενίοτε τα μυστικά είναι εκεί, στα μικρά και τα ασήμαντα κρυμένα. Και φυσικά να θυμίσω στον αναγνώστη του Πρίγκιπα Ονιέγκιν ότι η Τατιάνα δεν ήθελε να παίζει με κούκλες σαν παιδί, δεν ήθελε να μιμηθεί ούτε σαν σε παιχνίδι το ρόλο της μητέρας, να αγκαλιάσει ένα ψεύτικο μωρό. Αχ τα μωρά, τα κοριτσάκια στο όνειρο της Χαδούλας που της ζητούσαν να τα χαϊδέψει, να τα πάρει στην αγκαλιά της…
Δεν ξέρω αν θα περιληφθεί η Χαδούλα στο Λεύκωμα των Αταίριαστων, αταίριαστη par excellence όμως είναι. Θα μπορούσε να την αντιστοιχίσει πάντως κανείς στον Peter Pan και τον Μικρό Πρίγκιπα το θηλυκό τους αντίστοιχο. Aν αυτοί οι δυο όπως έχει γράψει η Μαρί Λουίζ φον Φραντζ στο βιβλίο τους Puer Aeternus το αιώνιο παιδί (ευχαριστώ την Ολβία Παπαηλίου  που μου ανέφερε τον όρο από τις δικά της χωράφια) που προσκολλάται στην εφηβεία και δεν μεγαλώνει, σαν τον Ίακχο – τον Διόνυσο παιδί από την Ελληνική παράδοση, το αντίστοιχο για το κορίτσι είναι η Puella aeterna, που αντιστοιχεί στην Κόρη (την Περσεφόνη) σύμφονα με την Γιουγκιανή ψυχολογία, ή puer Animus, που περιγράφει την αρσενική πλευρά της γυναικείας ψυχής. Έτσι νομίζω κλείνει πιο καλά ο κύκλος ανθρωπολογία και ψυχανάλυση συμφωνούν σε αυτήν την τραγική γυναικεία μορφή με το μουστάκι, που τρέχει από κήπο σε κήπο, είναι πατέρας και μητέρα για τα παιδιά της και κλέβει από τους γονείς της τα «σκυλοδεμένα» νομίσματα όπως οι έφηβοι στην αρχαία Σπάρτη.   

Και πείτε μου τώρα, αυτός ο Σουραυλής, ο Σημαδιακός κι αταίριαστος που έπαιζει τις ανόσιες μελωδίες του σύμφωνα με τη γρια Λούκαινα, αυτός ο αυλητής του Χάμελιν ο παρδαλός που παρέσυρε τα παιδιά (και την Ακριβούλα) , δεν σας θυμίζει αυτό το παράξενο  με το αγόρι που αποφάσισε να μη μεγαλώσει;

Τετάρτη 20 Ιουνίου 2018

Η δηλητηριώδης ευφράδεια του Σατανά και οι Σημαδιακοί στη λογοτεχνία






Από παλιά, χωρίς να μπορώ να το δικαιολογήσω επαρκώς,  είχα την αίσθηση μιας "ομολογίας" ανάμεσα στον James Joyce και τον Παπαδιαμάντη.  Μια αναγνωστική διαίσθηση  που την έπαιρνα και δεν την έπαιρνα στα σοβαρά, αλλά την σημείωνα όποτε μου φαινόταν ότι κάτι τέτοιο εμφανιζόταν μπροστά μου. Έτσι πριν έξι χρόνια, είχα αναρτήσει ένα σχετικό σημείωμα στις Πινακίδες από Κερί, που δεν περιέλαβα βέβαια στο βιβλίο μου για τον Παπαδιαμάντη γιατί δεν μπορούσα να το στηρίξω τότε αλλά ωστόσο με είχε εντυπωσιάσει. Είχα λοιπόν είχα αντιστοιχίσει τα "σπινθηροβολουντα όμματα πίσω από τον φερετζέ" στο 11ο κεφάλαιο του Οδυσσέα του Joyce, το κεφάλαιο που αντιστοιχεί στις  Σειρήνες,  με τα μάτια της καντίνας,  της αρχοντικής Τουρκάλας που είχε δει η Γιάνναινα στη Χτυπημένη και έχασε τη φωνή της από το συγκλονισμό. Οι σκέψεις και οι συνειρμοί με το στόμα - βάραθρο της κολάσεως έχουν αναπτυχθεί επαρκώς στο βιβλίο, αλλά και στην τότε ανάρτηση που παραθέτω στο τέλος,  για κάποιον που θέλει να ακολουθησει το νήμα της σκέψης. 

Αργότερα είχα αναφέρει τον James Joyce σαν έναν από τους "Σημαδιακούς" της λογοτεχνίας, τους διαφορετικούς. Όποιος τον αγαπά και τον  διαβάζει γνωρίζει πως θεωρούσε από νεαρή ηλικία τον εαυτό του διαφορετικό από τους άλλους. Οι Σημαδιακοί αυτοί που τους βλέπω και έξω από το έργο του Παπαδιαμάντη και για αυτό μιλάμε τώρα, πρωτοεμφανίζονται στον Παπαδιαμάντη ωστόσο και όπως το έχει πρώτος επισημάνει ο Χριστόφορος Μηλιώνης είναι και Κσ' ομιληγκατοι, ξανθά μαλλιά και όμορφοι όπως ο Σταμάτης στα Ρόδινα Ακρογιάλια λέει ο Μηλιώνης. Όπως το  πολύλογο κορίτσι με τα ξανθά μαλλιά - λέω εγώ - το Μπραϊνάκι στο Σημαδιακό, όπως ο Αούστερλιτζ του Ζεμπαλντ ξανθός και με κάποιο πρόβλημα στο μάτι. Άλλοτε - αν τους ομοιάσουμε με τον Σημαδιακό του Παπαδιαμάντη έχουν μόνο  το σημάδι, ένα σωματικό ελάττωμα όπως το πρόβλημα στο μάτι του Μιχάλη του Προυσαλή, ή το γυάλινο μάτι του Γιάννη στο "θέλετε να χορεψομε Μαρία" της Μελπως Αξιώτη, το άρρωστο μάτι της μικρής Ελένης στο ποίημα της Άντειας Φραντζή, ο ίδιος ο  James Joyce κάποτε είχε  καλύπτρα στο μάτι - είχε ιρίτιδα και ήταν διαφορετικός θυμίζω μα και ο Van Gogh  ήταν ξεχωριστός, με το κομμένο αυτί...
Όλα αυτά, με τους σημαδιακούς στη λογοτεχνία τα έχω δημοσιεύσει για πρώτη φορά ένα κείμενο για την ομάδα Craft σε μια συλλογική έκδοση με θέμα τι άλλο; την Ετερότητα (έχει περιληφθεί στο "Βωβόν ξύλον')



Επανέρχομαι λοιπόν να συνοψίσω και να προσθέσω κάτι που βρήκα έτσι που προετοιμάζω ένα κείμενο για τον Giacomo Joyce του Άρη Μαραγκόπουλου και βαλθηκα να διαβάζω το Πορτρέτο του Καλλιτέχνη (μετάφραση Μ.Σ. εκδόσεις γράμματα) γιατί αισθάνομαι ότι μου χρειάζεται αυτό το ταξίδι στα κείμενα του Joyce. 
Έτσι λοιπόν, βρήκα κάτι που ενώνει κάποιες άκρες σε αυτήν την διαισθητική αναλογία που παρατήρησα. Στο Πορτρέτο του Καλλιτέχνη λοιπόν, στο κήρυγμα λ  του Ιησουίτη ιερέα στο κολλέγιο που φοιτούσε ο νεαρός Στήβεν Δαίδαλος, εκεί που αναφέρεται για πρώτη φορά στο Non Serviam (Δεν θα υπηρετησω ) την εξέγερση του Εωσφόρου και τη δημιουργία του Αδάμ και της Εύας για να τον αντικαταστήσουν, περιγράφεται και το προπατορικό αμάρτημα. Τούτο γίνεται  σαν να ρίχνει ο Σατανάς το " δηλητήριο της ευφράδειας" στο αυτί της Εύας με την υπόσχεση (βλασφημία υποσχέσεως) που της έδωσε. "Η δηλητηριασμένη γλώσσα του σατανά είχε κάνει το έργο της". Η Πτώση δηλαδή είναι αποτέλεσμα της αλαζονείας του λόγου, της ευφράδειας που τόσο απασχολούσε και τον Παπαδιαμάντη. Αυτό μας πάει στις πολύλογες γυναίκες που παίδευαν ανθρώπους όπως το μπάρμπα Γιαννιό στο " Έρωτας στα χιόνια " η το Μαθιός στη Νοσταλγό, τις ευφραδείς θυγατέρες της Εύας, όπως αποκαλεί αργότερα ο αφηγητής τη Μοσχούλα. Να θυμηθείτε την ευφράδεια - την στωμυλία της Χαδουλας στη Φόνισσα που είχε καταφέρει να κάνει προξενιό στο σπίτι του σκοτωμένου από το γιο της.

Το παλαιότερο κείμενο στις Πινακίδες από κερί εδω και ο πίνακας με την Πτώση είναι του William Blake. 

Κυριακή 6 Μαΐου 2018

Unsung - Όχι πια Αγαπώντας το ρόδο που μαραίνεται στην πόρτα μου


Διαβάζω τώρα για την Έμιλυ Ντίκινσον τους διάφορους κήπους της, τις μεταφορές του κηπουρού και της ποίησης, του παραδείσου – του κήπου της Εδέμ – και κάπου πήρε το μάτι μου για τα άλλα τα άγρια λουλούδια του δάσους, ούτως ή άλλως και η ίδια με ένα τέτοιο ολόλευκο άνθος είχε ταυτιστεί. Έλεγε λοιπόν μια λέξη για αυτά – unsung - ανύμνητα; - τα άνθη που κανείς δεν τα προσέχει, δεν τους μιλάει, δεν τα φροντίζει, δεν τα καλλιεργεί και εκείνη την στιγμή σκέφτηκα – είναι πρόσφατες οι Παπαδιαμαντικές αναγνώσεις – τον άκλαυτο Ελπήνορα που αναφέρει ο Παπαδιαμάντης, το φάντασμα που καλεί τον Οδυσσέα να επιστρέψει, να μην εγκαταλείψει χωρίς νεκρικές τιμές τον φίλο του. Αυτό το «άκλαυτο» που αναφέρει και ο Προγκίδης για το μυρολόγι της φώκιας, Που η φύση μοιρολογεί την Ακριβούλα, που δεν την αφήνει «άκλαυτη». Αυτό το” unsung” της Έμιλυ ήχησε στα αυτιά μου σαν το αντίστροφο. Την οφειλή του ανθρώπου προς τη φύση. Έτσι λοιπόν, βλέποντας αυτό το όμορφο ρόδο στην είσοδο του σπιτιού αυτό σκέφτηκα. Πόσο όμορφο, διασχίζει την ομορφιά μέχρι το τέλος. Έχω δει κι άλλα, εξ ίσου όμορφα να μαραίνονται στους κήπους, αυτό όμως είναι εδώ στο σπίτι μου μπροστά, unsung αν δεν το προσέξω, αν δεν τον θαυμάσω εγώ προσωπικά. Έτσι αισθάνθηκα μέσα στην καρδιά μου μια θέρμη, σαν να μου χαμογέλασε η Έμιλυ Ν. μέσα από την ασπρόμαυρη φωτογραφία της των δεκαέξι χρόνων…







Aναρτήθηκε στο facebook στις 6 Μαΐου 2017 







N

Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2016

Η παραλία της Τρουβίλ του Boudin στην έκθεση του Ερμιτάζ και τα θανατερά τοπία της ανάγνωσης


 Την περασμένη εβδομάδα πέρασα από το Βυζαντινό Μουσείο.  Ήθελα να προλάβω και να δω τα φιλοξενούμενα έργα από το μεγάλο Μουσείο του Ερμιτάζ.  Ίλιγγος  και χαρά όταν περιδιαβαίνεις μια τέτοια συλλογή  -  η φορητή εκκλησία κάποιου Ρωμανώφ, ένα Έρως και Ψυχή του Ροντέν, Καραβάτζιο, Θεοτοκόπουλος – ακόμα και μέρος της «Σιβηρικής» συλλογής του Μεγάλου Πέτρου. Ωστόσο γράφω σήμερα με αφορμή ένα πίνακα ενός Γάλλου τοπιογράφου, του Eugène Louis Boudin  (1824 – 1898) με θέμα την Τρουβίλ, μια παραλία της Νορμανδίας που επέμενε όπως λέγεται να ζωγραφίζει.


Τρουβίλ – Ντωβίλ ανακαλούν τα Γκραντ Οτέλ τους, όχι μόνο καταλύματα διακοπών αλλά και μόνιμα – όσο γίνεται – ενδιαιτήματα καλλιτεχνών και διανοουμένων. Ο Ζέμπαλντ αναφέρει την Μαργκερίτ Ντυράς, μόνιμη  θαμώνα  αυτής της κοινόχρηστης πολυτέλειας.
Σε ένα από αυτά τα ξενοδοχεία θα έμενε με τη γιαγιά του ο νεαρός αφηγητής του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» αν επιχειρούσαν εκείνο το ταξίδι  για τις  φθινοπωρινές διακοπές που σχεδίαζαν.
Εκτός από τις δικές μου φωτογραφίες του πίνακα «Παραλία στην Τρουβίλ (1893)», όπου με το φακό μου προσπάθησα να απομονώσω και να μελετήσω με την ησυχία μου σκηνές και λεπτομέρειες αναζήτησα και άλλες εκδοχές της Τρουβίλ του ιδίου, όπου ο θεατής μπορεί να παρατηρήσει περισσότερο τα σύννεφα. Γιατί από ότι φαίνεται, για τον Προυστ, σημασία έχουν τα σύννεφα και όχι οι χαρακτήρες στην παραλία. Το είχα λησμονήσει εντελώς κατά την επίσκεψή μου στην έκθεση και δεν έστρεψα τον φακό ψηλά. Για τις αποχρώσεις και τα σχήματα των νεφών στην παραλία της Τρουβίλ, που μετατρέπουν όπως είχα γράψει τις σελίδες του βιβλίου σε θανατερό τοπίο της ανάγνωσης. 



Αναφέρομαι σε ένα κείμενο φέτος το καλοκαίρι στη Σκιάθο με αφορμή την ανάγνωση του Α’ τόμου – από τη μεριά του Σουάν, που παραθέτω εδώ:



«Έχω φέρει μαζί μου εδώ στη Σκιάθο, στη μικρή φορητή βιβλιοθήκη των διακοπών, και τον Προυστ. "Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο" στη γνωστή μετάφραση του Παύλου Ζάννα. Από τα βιβλία που δεν θέλεις ποτέ να παραδεχτείς ότι δεν θα διαβάσεις στον προσωπικό σου κύκλο της (μιας) ζωής. Η παραδοχή αυτή - ότι δηλαδή δεν θα το διαβάσεις ποτέ - σε φέρνει τόσο κοντά – αμετάκλητα - στην παραδοχή της θνητότητας – που επίμονα αρνείσαι να διανοηθείς ως τη σύνταξη ενός καταλόγου βιβλίων που δεν θα διαβάσεις. Έτσι λοιπόν επιμένεις σε μέρες και νύχτες ανάγνωσης - από τη μεριά του Σουάν για αρχή - και ξαναδιαβάζω από παλιά υπογραμμισμένες παραγράφους – που ολοσχερώς δεν θυμάμαι από τότε που είχα εγκαταλείψει την ανάγνωση ( ποιος να ξέρει γιατί;) στις εκατόν πενήντα πρώτες σελίδες. Διαβάζω τώρα λοιπόν, στην ησυχία και στη δροσιά της Σκιάθου, και πάλι από την αρχή οι αναμνήσεις μεταξύ ύπνου και ξύπνιου του αφηγητή, οι επισκέψεις στις θείες του, η λαχτάρα για το φιλί της μητέρας του ώσπου φτάνω σε μια παράξενη αναφορά που είναι και η αιτία για αυτό το μικρό σημείωμα. Ο λόγος λοιπόν για ένα μυθικό τόπο διακοπών, το Μπαλμπέκ, τόσο μυθικό όσο και το Κομπραί της παιδικής ηλικίας. Υπάρχει δηλαδή μια και ο συγγραφέας το έχει πλάσει από υπαρκτά μέρη όπου έχει ζήσει ή τα έχει επισκεφτεί. Έτσι διαβάζει κανείς εκπληκτικές λογοτεχνικές περιγραφές του Μπαλμπέκ, μιας ομιχλώδους περιοχής μεταξύ Βρετάνης και Νορμανδίας όπου επρόκειτο να κάνει διακοπές με τη γιαγιά του ο αφηγητής και εσύ μαθαίνεις εκ των υστέρων, μια και δεν μπορεί να βρεις το Μπαλμπέκ σε κανένα χάρτη της γεωγραφίας πως πρόκειται για το Cabourg στην περιοχή της Μάγχης, κοντά στις Τρουβίλ και Ντωβίλ και τα ξενοδοχεία τους και για τις διαμονές των επωνύμων είχε γράψει ο Sebald… Έτσι και εδώ υπάρχει το Grand Hotel de Cabourg που στο δωμάτιο 414 συνήθιζε να μένει ο Προυστ και που οι ξενοδόχοι ισχυρίζονται ότι φιλοξένησε τη συγγραφή κάποιων σελίδων από το Αναζητώντας το χαμένο χρόνο. Από το Grand Hotel του φανταστικού Μπαλμπέκ ο αφηγητής έβλεπε την ακτή, την τεράστια αμμώδη παραλία και έγραψε με τον απαράμιλλο τρόπο που τα κείμενα που διαβάζω τώρα μετατρέπουν σε λεπταίσθητο στοχασμό την εμπειρία των αισθήσεων που είχα ή που θα μπορούσα ποτέ να έχω. Τις επιστρέφουν στον αναγνώστη σαν το πιο πολύτιμο λυρικό κείμενο που θα μπορούσε να διαβάσει ποτέ.
Έγραψε εκεί (λένε οι ξενοδόχοι) και για τα σύννεφα, τα πολύχρωμα σύννεφα, το διαρκώς μεταβαλλόμενο ομιχλώδες τοπίο της περιοχής – μια σπουδή στα σύννεφα – που δεν έχω προλάβει να διαβάσω ακόμα, δεν το έχω εντοπίσει στο πεντάτομο έργο, ούτως ή άλλως έχω μαζί μου μόνο τον πρώτο τόμο και δεν βιάζομαι να τον τελειώσω. Διαβάζω αργά. 



Να όμως και που εδώ, πριν ακόμα επισκεφτεί ο νεαρός αφηγητής το Μπαλμπέκ ακούει τον λογοτεχνίζοντα μηχανικό και οικογενειακό φίλο Λαγκραντέν να περιγράφει το περίεργο ρόδινο του ουρανού και την φρίκη ενός θανατερού τοπίου, αποτρέποντάς τον να το επισκεφτεί νέος. Ο συνομιλητής αναφέρεται στις περιγραφές του τοπίου που έκανε ο Ανατόλ Φρανς (πρόκειται για βιβλίο Pierre Nozieres του Ανατόλ Φρανς, διαβάζουμε στις σημειώσεις της Ελληνικής έκδοσης). Στις σελίδες του Ανατολ Φρανς ο αναγνώστης της εποχής ίσως έχει ήδη βρει τις φρικιαστικές περιγραφές του αρχαϊκού αυτού τοπίου που αποπνέει το θάνατο – από τα πολλά ναυάγια που συνέβησαν στην περιοχή. Ο Λαγκραντέν υπενθυμίζει στον συνομιλητή του, πως ο Ανατόλ Φρανς αντιστοιχίζει την περιοχή αυτή με την χώρα των Κιμμερίων στην Οδύσσεια. Την περιοχή δηλαδή στην άκρη του Ωκεανού που γινόταν το πέρασμα στον Κάτω Κόσμο, στον Άδη. 



Ομολογώ πως το μικρό αυτό απόσπασμα με έκανε να νιώσω μιαν ασυνήθιστη ταραχή. Δεν γνώριζα κανέναν μέχρι τώρα να αντιστοιχίζει περιοχή με την Χώρα των Κιμμερίων εκτός από … την αφεντιά μου, όταν είχα διαβάσει έτσι τα σημάδια, την ομίχλη κυρίως και το περίεργο φως το ήλιου που θάμβωνε την γρια Λούκαινα στο μυρολόγι της φώκιας του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, εκεί που κατηφόριζε από το λόφο του Κοιμητηρίου με την αβασταγή με τα ρούχα, μοιρολογώντας. Είχα γράψει ένα κείμενο πριν μερικά χρόνια στις Πινακίδες από κερί, θεωρώντας ότι εκείνη η περιοχή είναι σημαδιακή. Εκεί γίνονται περίεργες ανταλλαγές ανάμεσα στους δύο κόσμους. (Το βάραθρο του θανάτου και αντηχείο του Κοχυλιού στο "Μυρολόγι της φώκιας" του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, εδώ: http://waxtablets.blogspot.gr/2011/02/blog-post_08.html) Και να που οι μεταφορές και οι χάρτες της Οδύσσειας, άλλη μια φορά στοιχειώνουν τη λογοτεχνία και δημιουργούν περίεργα περάσματα και συνδέσεις ανάμεσα στους κόσμους και τα τοπία. Είχα πει λοιπόν ότι ο Παπαδιαμάντης μας δείχνει την Χώρα των Κιμμερίων και επιμένω ακόμα. Το κάνει βέβαια με όλα τα σημάδια και τις αντιστοιχίσεις. Όχι ευθέως. Με τη διαμεσολάβηση του αναγνώστη του που θα τα αναγνωρίσει κάτι που είχε επιχειρήσει να κάνει εκείνο το παλιό (μου) κείμενο.
Εν Σκιάθω λοιπόν, - τι όμορφο σημάδι - η ανάγνωση του Προυστ να υπενθυμίζει παλιές αναγνώσεις του εδώ, να αποκαλύπτει πάλι τις ιδιότητες των τόπων που αντιστοιχίζονται, αναδιπλώνονται, και νοηματοδοτούνται από τις ίδιες ή παρόμοιες ιδιότητες. Τα θανατερά τοπία. Ο Όμηρος. Ο θάνατος η θνητότητα, η εμμονή με τον Παπαδιαμάντη μια επιστροφή στο τοπίο της ανάγνωσης, ένας κύκλος που κλείνει.

Πόλυ Χατζημανωλάκη, Σκιάθος 11 Αυγούστου 2016»

______________________________________________________

Οι φωτογραφίες (μου)  του πίνακα του Boudin (παραλία της Τρουβίλ 1893) εδώ: 










Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2016

Τα μονοπάτια των τραγουδιών στην Πεποικιλμένη του Αλ. Παπαδιαμάντη





Τα μονοπάτια των τραγουδιών (Songlines)  ή ονειρογραμμές των Αβορίγινων της Αυστραλίας έγιναν στους μη ειδικούς γνωστά από το ομώνυμο βιβλίο του Μπρους Τσάτγουιν και αναφέρονται στον τρόπο που χαράσσουν περπατώντας την καταγωγική τους μυθολογία. Ο τόπος δηλαδή είναι συνδεδεμένος με συγκεκριμένα τραγούδια και ο Αβορίγινας έχει την τάση να περιπλανάται τραγουδώντας το δικό του που τον συνδέει με τον τόπο του. Μύθος καταγωγής, δημιουργίας και ταυτόχρονα χάρτης του χωροχρόνου, του ονειροχρόνου θα λέγαμε. Ο Τσάτγουιν έζησε ένα διάστημα μαζί με τους Αβορίγινες στην Αυστραλία  και προσπάθησε όσο ήταν δυνατόν να τους καταλάβει. Η ιδέα του μονοπατιού του τραγουδιού  είναι μια μεταφορά που επινόησε για να φέρει κοντά τους δυο πολιτισμούς και να κάνει όσο γίνεται πιο κατανοητή στο βιβλίο του και βασίζεται στις λόγιες παραδόσεις της Βρετανικής ποίησης. ( Το βιβλίο ευτυχώς υπάρχει ακόμα και κυκλοφορεί η ελληνική του μετάφραση από τις εκδόσεις Χατζηνικολή)
Ένα μικρό σχετικά μέρος του βιβλίου του Τσάτγουιν είναι αφιερωμένο στην παιδική του ηλικία, στην ποιητική ανθολογία της Βρετανικής ποίησης που μάθαινε να αποστηθίζει με τη θεία του την εποχή του Β΄Παγκοσμίου πολέμου όταν ήταν παιδί, τα μυστικά που κρύβουν τα μονοπάτια στα ποιήματα. Δημιουργούνταν εντός του εξ απαλών ονύχων ένα αρχαϊκό τρόπον τινά υπόβαθρο, μια μυστική επιστήμη, που με τη γλώσσα των μεταφορών και της ποίησης ανασκάπτει και φωτίζει άγνωστες διαδρομές και δημιουργεί χάρτες ακόμα και στους Αντίποδες.
Μύθοι τραγουδιστοί που περπατούνται, ανταλλαγές τραγουδιών ανάμεσα σε περιοχές, ένας πολύτιμος ιερός κόσμος που σχεδόν έχει χαθεί και που η ανθρώπινη προσπάθεια προσέγγισής του συγκινεί και συνεπαίρνει.
Ο ονειροχώρος, ο τόπος που είναι στοιχειωμένος από πνεύματα που τραγουδιώνται δεν είναι μόνο στους Αντίποδες ωστόσο. Προτείνω να διαβαστεί υποψιασμένα η Πεποικιλμένη του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Μια ιστορία που με αφορμή τα εννιάμερα από την Κοίμηση της Παναγίας, ο Αλέξανδρος (αφηγητής) που ζει με τις αδελφές του στη Σκιάθο αποφασίζει με ένα φίλο να εκπληρώσει το τάμα του και να περπατήσει μέχρι την Παναγιά την Κεχριά ώστε να ψάλει την Πεποικιλμένη.
Ο φίλος του με άλογο ο Αλέξανδρος με τα πόδια. Ξεκινούν χωριστά και κάποια στιγμή συναντώνται.  

Η διαδρομή είναι μια χαρτογράφηση της Σκιάθου – του Βαραντά το ρέμα, ο Μεγάλος Ανήφορος,  οι Σακαλάροι μέχρι τον Προφήτη Ηλία το πλάτωμα στο οροπέδιο.
Ο τόπος «κροτίζει» λέει ο αφηγητής. Είναι δηλαδή γεμάτος στοιχειά. Μια ιδιότητα του πεδίου των πνευμάτων ενσωματωμένη στον χώρο. Σαν να είναι αντηχείο από όπου θα ακουστούν οι απόκοσμες, θεσπέσιες φωνές που προκαλούν τον τρόμο. Και οι δυο προσκυνητές προχωρούν ψάλλοντας. Ο κυρ Αλέξανδρος την Πεποικιλμένη και ο Κωστής από ότι φαίνεται όσα τροπάρια ξέρει.
Ο αλαφροϊσκιωτος Κωστής ωστόσο «ακούει» τον αντίλαλο. Ο Αλέξανδρος δεν εκροτιζόταν, τουλάχιστον «όχι και τόσο» γιατί έχει στο νου του την Πεποικιλμένη.
Η συνέχεια της διαδρομής είναι μια ακολουθία συγχίσεων, συσκοτισμών, ασάφειας για το δρόμο που μεν Κωστής  δεν γνωρίζει γιατί δεν έχει εκεί δουλειές ο δε Αλέξανδρος έχει λησμονήσει γιατί έχει να πάει εκεί δέκα χρόνια. Όλα έχουν αλλάξει, έχουν μετακινηθεί τα όρια, οι ιδιοκτησίες. Μια σύγχυση όπως τότε με τα Δαιμόνια στο Ρέμα που είχε χαθεί στην παιδική του ηλικία, μια αλληγορία και πάλι όλης του της ζωής όπως όταν έλεγε το Δαντικό «έχει χαθεί δι’ εμέ η ευθεία οδός»
Το κέντρο βάρους της διαδρομής είναι «Η πεποικιλμένη», το πάθος του να την πει, που τον σώζει μέχρι να φτάσει, ένα ξεχείλισμα απώλειας και ένας επανασυντονισμός στο κέντρο.




Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2016

To σκοτεινόν ζώον στη σπηλιά στη Φόνισσα και η χαμένη αθωότητα του αναγνώστη


Γράφτηκαν πολλά για εκείνη τη φώκια (1) που εθέλχθη από τον ήχον της φλογέρας του Σουραυλή του βοσκού και βγήκε παρά έξω στα ρηχά και "ετέρπετο εις τον ήχον και άρχισε να λικνίζεται στα κύματα" στο «Μυρολόγι της φώκιας» του Αλ. Παπαδιαμάντη. Το ερώτημα ήταν βεβαίως η άφωνη γλώσσα της, το μοιρολόγι που τραγούδησε για τη μικρή πνιγμένη Ακριβούλα του διηγήματος και που κάποιος ψαράς, που γνώριζε τη γλώσσα της είχε μεταφράσει. Νιώθει κανείς ακόμα φρίκη όταν διαβάζει εκείνη την τελευταία φράση –« Κ᾿ ἡ φώκη, καθὼς εἶχεν ἔλθει ἔξω εἰς τὰ ρηχά, ηὗρε τὸ μικρὸν πνιγμένον σῶμα τῆς πτωχῆς Ἀκριβούλας, καὶ ἤρχισε νὰ τὸ περιτριγυρίζῃ καὶ νὰ τὸ μυρολογᾷ, πρὶν ἀρχίσῃ τὸ ἑσπερινὸν δεῖπνόν της.»
Αυτό, μετά μάλιστα από την παρατήρηση που έκανε ο Χριστόφορος Μηλιώνης για τα δάκρια των φωκών (2), ότι δηλαδή όπως γράφει ο Μακρυγιάννης, την παράδοση οι φώκες με τα δάκρυά τους βρέχουν τα σώματα των θυμάτων τους μέχρι να σαπίσουν και να μπορέσουν να τα φάνε. Αμφίσημη η σκηνή σαν την φράση του (ανθρωποφάγου) Χάνιμπαλ Λέκτορ στη Σιωπή των Αμνών του Χάρρις. I have a friend for dinner - Εχω ένα φίλο για δείπνο - που δεν αποκλείει ο φίλος να είναι το δείπνο. Διάβασα προσφάτως μια εισήγηση στα Πρακτικά ενός Παπαδιαμαντικού Συνεδρίου (3) που προσπαθεί να διαλευκάνει αν η φώκια έφαγε ή όχι την Ακριβούλα, αν η Ακριβούλα δηλαδή ήταν το νυχτερινό της δείπνο. Η απάντηση του εισηγητή είναι όχι.
Η αλήθεια είναι ότι χάσαμε εμείς οι αναγνώστες την αθωότητά μας, μετά την παρατήρηση του Μηλιώνη. Κάθε φορά που θα διαβάζω αυτήν την φράση του διηγήματος, νιώθω πια μια φρίκη που δεν απαλύνεται όσα επιχειρήματα περί του αντιθέτου να έχει παραθέσει ο καλός εισηγητής. Για την φώκια κατοικίδιο, για τις καλές σχέσεις φώκιας ανθρώπων από την αρχαιότητα, για την συμπάθεια προς τις φώκιες την εποχή του Παπαδιαμάντη, το ταλαιπωρημένο ζώο που εξανάγκαζαν να κάνει ακροβατικά στα τσίρκα. Μακάρι.
Είδα μάλιστα σε πρόσφατο ταξίδι μου στη Ρόδο, το σκελετό μιας φώκιας που βρέθηκε στο λιμάνι σε τάφο του 1ου αιώνα μ. Χ. μαζί με τα μέλη μιας οικογένειας. Ήταν δηλαδή κατοικίδιο.


Πιστεύω ωστόσο πως όσο και να είναι η φώκια στον Παπαδιαμάντη "ζώο σκοτεινό" - και δεν εννοώ την αγριότητα από τους σκελετούς από φώκιες που βρίσκονταν στη φωλιά του αετού στη Φόνισσα (4) - υπάρχει ήδη από τη Φόνισσα μια σκηνή που αδελφοποιεί την φώκια με την Ακριβούλα και θέτει μια διαφορετική προοπτική στην εμφάνιση του θαλασσίου θηλαστικού, μια κοινή μοίρα, τον θάνατο. Αναφέρομαι στην εμφάνιση μιας άλλης φώκιας, ζωντανής, τον κίνδυνο που προκάλεσε στους ψαράδες και την ρεαλιστικότατη - αιματηρή - περιγραφή της βίας που ασκήθηκε πάνω της, κατά το το τέλος του μυθιστορήματος, εκεί που η Χαδούλα έχει καταφύγει στη σπηλιά με τις δύο εισόδους.
Αφηγούνται, λέει, ότι κάποτε είχε μπει μια βαρκούλα σε εκείνη τη σπηλιά. Ο ένας από τους δυο ναυβάτες ήθελε να ψαρέψει καραβίδες, ο άλλος είχε βγει και είχε ανέβη πιο ψηλά για να μαζέψει κρίταμα. Στην επιστροφή όμως δεν μπορούσαν να βγουν γιατί μια φώκια είχε φράξει το στόμιο. Η βάρκα «εκάθισεν επάνω εις μίαν φώκην ζωντανήν φράττουσαν ακριβώς το πλάτος του στομίου. Το σκοτεινόν ζώον ανεταράσσετο, ήσπαιρεν, η μικρά σκάφη επάλλετο, έτρεμε, και δεν ημπορούσε να υπάγη ούτε εμπρός ούτε οπίσω. Ο ναυβάτης ο εντός της βάρκας εκτύπησε την φώκην μ' ένα πέλεκυν, την αιμάτωσε, το κύμα εκοκκίνησε επ' ολίγον. Η φώκη ήσπαιρεν εν αγωνία. Ο νεαρός αλιεύς κατώρθωσε να σφίγξη τον λαιμόν με μίαν θηλειάν, και καλέσας τον άλλον σύντροφόν του εις βοήθειαν κατώρθωσε τη βοηθεία αυτού, με κίνδυνον να βουλιάξη η φελούκα, ν' ανασύρη επάνω την φώκην.»

Το εμπόδισμα της βάρκας από τη φώκια, προάγγελος ίσως της σκηνής με τη γολέτα στο μυρολόγι της φώκιας, που βολταντζάρει και δεν μπορεί να βγει από το λιμάνι; Κάτι που εμποδίζεται δηλαδή , με βαρύ ψυχολογικό φορτίο; (ένα κείμενο για αυτό το καραβάκι –«…εκείνο το καραβάκι» έχω δημοσιεύσει στο συλλογικό τόμο της ομάδας CRAFT – (5)


Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Εδώ νομίζω έχουμε την μεταφορική περιγραφή μιας γέννας. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψιν μας την αναλογία σκάφους –παιδιού, μια μεταφορά που υπογραμμίζει ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης στη Φόνισσα: "— Δεν έχω.... να μου σκαρώση κανένα πρωιμάδι... αυτή η Στριγλίτσα! είχεν ειπεί. Βλέπετε, την μεταφοράν του ρήματος την ελάμβανεν από το επάγγελμα της συντεχνίας. («Σκαρώνω καράβι» ισοδυναμεί με το «ναυπηγώ ναυν»)" (6) ίσως η αιματηρή έξοδος από την σπηλιάν να είναι παριστάνει μεταφορικά μια δύσκολη γέννα, ίσως έναν ατελέσφορο τοκετό, μια έκτρωση. Η φώκια εμποδίζει τον τοκετό αλλά υφίσταται βία, την τσεκουρώνουν, της σφίγγουν τον λαιμό με την θηλιά. Όπως συμβαίνει και στα κορίτσια που πνίγει η Φόνισσα. Είναι η τελευταία της εικόνα, η τελευταία ανάμνηση που θα έχει η Φραγκογιαννού πριν το θάνατό της. Η φώκια που την εμποδίζει, η Φώκια που ενοχλεί όπως ενοχλούν με την ύπαρξή τους τα κορίτσια, η φώκια που βγαίνει από τη μέση. Η φώκια είναι ο καθρέφτης, το είδωλο των νεκρών κοριτσιών. Μια αδελφοσύνη δηλαδή έχει ήδη αναπτυχθεί από τη Φόνισσα, ανάμεσα σε αυτήν και την νεκρή Ακριβούλα του μελλοντικού διηγήματος. Η φώκια στο τέλος θα τραγουδήσει το αμφίσημο «μυρολόγι»
(2) Χριστόφορος Μηλιώνης, Σημαδιακός κι Αταίριαστος, εκδ. Νεφέλη, 2002
(3) Δημήτρης Βλαχοδήμος, "Η γυναικεία ταυτότητα στο Μυρολόγι της Φώκιας", Γ΄Διεθνές Συνέδριο για τον Παπαδιαμάντη
(4) Πρβλ. «τεράστια κόκκαλα θαλασσίων όφεων, φωκών, καρχαριών και άλλων εναλίων θηρίων, τα οποία είχε ξεφαντώσει κατά καιρούς ο μέγας και κραταιός όρνις των θαλασσών»,
(5)Πόλυ Χατζημανωλάκη, "...Εκείνο το καραβάκι", Craftbook II, Συλλογική έκδοση, Μικρές Εκδόσεις 2015
(6)Εργασία ολοήμερος και κρότος και ωδίνες ως τικτούσης: η μαγική τέχνη της ναυπηγικής στον Παπαδιαμάντη, περιοδικό Φηγός, έκδοση Περιφέρειας Ηπείρου, Β΄Εξάμηνο 2011, τεύχος 31, σελ. 159 - 165

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016

Κι εγώ σοκάκι είμαι - μεταφράζοντας Edward Thomas υπέρ αναμνήσεως Αλ. Παπαδιαμάντη


To ημερολόγιο του Edward Thomas ανοιχτό στην τελευταία εγγραφή Απρ. 1917
Ο Edward Thomas ήταν ένας Βρετανός ποιητής που σκοτώθηκε στην Γαλλική πόλη Arras στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ήταν σπουδαίος πεζοπόρος και ίσως με τις διαδρομές του προσπαθούσε να αντιμετωπίσει μια κατάθλιψη. Πολλά μπορεί να σκεφτεί κανείς και να συσχετίσει για τους ποιητές που περπατούν.
Όπως ο Όσιπ Μάντελσταμ, για παράδειγμα, που συνέθετε τα ποιήματά του βαδίζοντας.
Υπέρ αναμνήσεως του Κυρ Αλέξανδρου σήμερα, δοκίμασα όπως μπορούσα να μεταφράσω το ποίημα του Thomas, Lights Out; να σβήσουν τα φώτα, Συσκότιση, όπου φτάνοντας στην άκρη του Ύπνου (ή του θανάτου στην πραγματικότητα μια και το ποίημα αυτό ήταν το τελευταίο που έγραψε πριν σκοτωθεί), χάνονται τα όρια και μπερδεύονται τα μονοπάτια.
Χειρόγραφα του Αλ. Παπαδιαμάντη από το γραφείο του στο Μουσείο Παπαδιαμάντη


Για τον Κυρ Αλέξανδρο λοιπόν αυτό το ποίημα, που είχε πει κάποτε ότι είχε χαθεί για αυτόν η ευθεία οδός, σαν νεαρός αφηγητής στα Δαιμόνια στο Ρέμα ή "κι εγώ σοκάκι είμαι, ζωντανό σοκάκι" στον
Έρωτα στα χιόνια, σαν μπαρμπα Γιαννιός που ξαπλώνει στο χιόνι να κοιμηθεί για πάντα.


Συσκότιση
Έφτασα στα όρια του ύπνου
Το αβυθομέτρητο
Δάσος όπου όλοι χάνουν
Το δρόμο τους, όσο ευθύ
ή με γυρίσματα, αργά ή γρήγορα
δεν μπορούν να διαλέξουν
Όλοι οι δρόμοι και τα μονοπάτια
Που από το πρώτο χάραγμα της αυγής
Μέχρι το χείλος του δάσους
Ξεγελούσαν τους ταξιδιώτες
Τώρα θολώνουν
Και μέσα τους αυτοί βυθίζονται.
Εδώ τελειώνει η αγάπη
Η απελπισία, τελειώνει η φιλοδοξία
Κάθε χαρά και κάθε βάσανο
Όσο γλυκό ή πικρό
Εδώ τελειώνει σε έναν ύπνο τόσο πιο γλυκό
όσο πιο ευγενική ήταν η αποστολή
Δεν υπάρχει κανένα βιβλίο
Ούτε πρόσωπο με αγαπημένη θωριά
Που δεν θα άφηνα τώρα
Για να στραφώ προς στο άγνωστο
Πρέπει να μπω και να φύγω μόνος
Δεν ξέρω πως.
Το ψηλό δάσος πυργώνεται
Τα συννεφιασμένα φυλλώματα χαμηλώνουν
Μπροστά απλωσιά την απλωσιά
Ακούω τη σιωπή του και υπακούω
Ότι πρέπει να χάσω το δρόμο μου
Και τον εαυτό μου
Edward Thomas (1878 - 1917), Lights Out
Μετάφραση Πόλυ Χατζημανωλάκη Ιανουάριος 2015



Παρασκευή 1 Μαΐου 2015

Παπαδιαμάντης νεωτερικός: Την Πρωτομαγιά φυτρώνουν επιστολές στους κήπους (Ο κήπος είναι βιβλίον)




Ποιος δεν θυμάται τον αινιγματικό κήπο του Μπαρμπα Γιαννιού στην Μαυρομαντηλού. Μπορεί να ήταν κήπος, μπορεί και να μην ήταν. Μεταξύ ουρανού και θαλάσσης, αινιγματικός, με τις γραμμές τις οργωμένες, τις αράδες της γραφής, τα σήματα λυγρά που ο Μπαρμπα Γιαννιός δάβαζε ή τον διάβαζαν  σε εκείνο το διήγημα. Ας αφήσουμε όμως την εσαεί αναζήτηση αυτού του κήπου προς το παρόν – «Να ποιος ήταν ο κήπος του Μπαρμπα Γιαννιού: με την ανάγνωση του Παπαδιαμάντηεξανθρωπίζομαι»  – και ας σταθούμε σε εκείνη τη φράση «ο κήπος ήτο βιβλίον» που γράφει ο Παπαδιαμάντης και την ιδέα του κηπουρού που σκύβει επίπονα και καλλιεργεί – και γράφει – και ας την χαρούμε για μια φορά, όχι μόνο ως μεταφορά, αλλά ως κυριολεξία.
Ο κήπος είναι βιβλίον – πρβλ. «Η βοή της γραμμένης αράδας στο χωράφι» γιατί τον διαβάζεις και σε διαβάζει, ο κήπος είναι βιβλίον γιατί όταν τον παρατηρείς προσεκτικά σε ανταμείβει με κείμενα και με επιστολές.
Αυτό συνέβη στην όμορφη Ματή στο διήγημα «Θέρος – Έρος» μια θεσπέσια Πρωτομαγιά, όταν συνοδευόμενη από τη γριά ψυχοκόρη Φωτεινή ξεκινά  την περιδιάβαση στους κήπους. Θα κάνουμε πως δεν βλέπουμε τον αισθησιασμό του διηγήματος, το ξύπνημα της φύσης, τόσο έντονο και βίαιο που κάνει και τον σαλό βοσκό τον Αγρίμη να συνειδητοποιήσει ότι είναι «άρρην» και να προσπαθήσει να την κάνει να τον ακολουθήσει και στο τέλος να αποπειραθεί την βιάσει, και να στρέψουμε την προσοχή μας σε ένα παράξενο άνθος του κήπου. Εκεί όπως δίπλα στα σκο- ρόδα – να αναζητάμε  και στα οπωρικά την ομορφιά; - υπάρχει ένα κηπάκι με φυτεμένες πικρές αγκινάρες. Πρέπει να τις ξεφυλλίσεις -  φύλλο φύλλο για να τις φας – τετράδια του κήπου, μαυρίζουν τα δάχτυλά σου, πικραίνεσαι καμιά φορά, αυτή είναι η αιτία που απαγορεύεται στα παιδιά του διηγήματος, τα αδέλφια της να κόψουν και τις φάνε μόνα τους: "
ἐμελέτα νὰ φάγῃ κρυφὰ ἀπὸ τὴν Φωτεινήν, ἥτις θὰ τὸν ἐμάλωνε, φοβουμένη μὴ ἦτο πολὺ πικρά, καὶ φαρμακωθῇ τὸ παιδίον."   Πόσο θυμίζει ο απαγορευμένος καρπός του κήπου, οι αγκινάρες, τον γηραιό καλόγερο Χόρχε στο όνομα του Ρόδου του Ουμπέρτο Έκο, που ξεφυλλίζει με μαυρισμένα δάχτυλα την χαμένη πραγματεία περί γέλιου του Αριστοτέλη. Αν το κάνεις θα σε πάρουν είδηση από τα  δάχτυλά σου που θα μαυρίσουν. Και οι δυο συγγραφείς αναφέρονται στο ίδιο βιβλίο, την Αποκάλυψη του Ιωάννη, που τρώγεται, που είναι πικρό όταν το καταπίνεις. Φάρμακον. Όπως το κείμενο του Ντεριντά. Και εκεί ανάμεσα ο πιο απαγορευμένος από όλους τους καρπούς, το επιστόλιον. Αντί να κόψει αγκινάραν (ο μικρός αδελφός)  «εύρε λευκόν χαρτίον,  κείμενον…» – εύρε κ ε ί μ ε  ν ο ν δηλαδή στον κήπο, επί «κομψού κοκκινωπού χάρτου γραμμένον. 


Η επιστολή του Έρωτα, έτσι αποκαλεί τον νεαρό Κωστή η γραία Φωτεινή, αυτόν που έχει ερωτοκτυπηθεί με την κόρη της αφεντικίνας της, και που σε πολλά μοιάζει – χωρίς να ταυτίζεται απολύτως με τον Παπαδιαμάντη. Εγκατέλειψε τις σπουδές του στο Γυμνάσιο, γύρισε στο νησί για μερικά χρόνια, πήρε τέλος το απολυτήριο του Γυμνασίο γενειοφόρος. Όπως και ο Μαθιός στη Νοσταλγό, όπως ο Παπαδιαμάντης άλλωστε γνωρίζουμε γιατί είχε μια διαφωνία με ένα καθηγητή του.
Για το σκανδαλιστικό θέμα των ερωτικών επιστολών που βρίσκονται στα χέρια των μικρών αγοριών έχει ξαναγράψει ο Παπαδιαμάντης στον Σημαδιακό – πρβλ. «τααγόρια μεταξύ τους: η παιδική του περιέργεια περί τα ερωτικά δεν ανεπαύετο» – όπου συζητούν και υποθέτουν τι θα μπορούσε να περιέχει η επιστολή προς το Μπραϊνάκι. Οι δυο ξάδελφοι σε εκείνο το διήγημα, ο Αλέκος και ο Σωτήρος,  συνθέτουν οι ίδιοι την επιστολή εκείνη, χρησιμοποιώντας αποσπάσματα από τον Σκανδαλώδη Έρωτα και την Φιλομειδή Αφροδίτην, τα δύο συλλογάς του Γαλατά. Δεν χρειάζεται να την ανοίξουν. Μπορούν μόνοι τους να φανταστούν τι γράφει:
«―Ἐγὼ νὰ σοῦ πῶ τί θὰ γράφῃ. «Ψυχή μου, μάτια μου, καρδιά μου, συκώτι μου» καὶ ὕστερα θὰ ἔχῃ κάτι στίχους ἀπὸ τὰ βιβλία ποὺ σοῦ εἶπα: «Εἶσαι καρπὸς τοῦ ἔρωτος, παιδὶ τῆς Ἀφροδίτης», ἢ «Ἔχεις ἀνάστημα μικρόν, ἀλλὰ ψυχὴν μεγάλην, ὡς ἄρωμα πολύτιμον εἰς πάγχρυσον φιάλην» καὶ ὕστερα θὰ λέγῃ, «Ἀπὸ τὰ μπεντένια πέφτω, πέφτω γιὰ νὰ σκοτωθῶ, κ᾽ ἡ ἀγάπη μου φωνάζει, πιάστε τον γιὰ τὸν Θεό!». Αὐτὰ θὰ γράφῃ.»

Εδώ, στο Θέρος - Έρος ο συντάκτης της επιστολής, δεν πρέπει να την έχει διανθίσει με εκφράσεις από τέτοια αναγνώσματα.  Το κείμενο το πεζογραφικό είναι βιωματικό, εξομολογητικό, απελπισμένο. Αναφέρεται σε ένα σφίξιμο του χεριού - ανεπίτρεπτο όπως υποψιάζεται η αναγνώστρια της επιστολής υπονοούμενο -  μια σκηνή όπου συγκινημένος και ενθουσιασμένος είχε σφίξει το χέρι της θείας της αντί της ανεψιάς.

Έχουμε την τύχη να διαβάσουμε ολόκληρη την επιστολή, που περιέχει ένα λυρικό μέρος με στίχους  – που άρεσε και αγαπήθηκε όπως φαίνεται από τους μετέπειτα αναγνώστες του διηγήματος και μελοποιήθηκαν αποσπάσματά της – εικόνα αχειροποίητη, τα μάτια τα ψιχαλιστά. Μνημειώθηκε ένα υπερβολικά λυρικό κείμενο, που ο Παπαδιαμάντης αποκαλεί «σύρραμα», αποδίδοντας την πατρότητα σε άλλον στιχοπλόκον, με τον ίδιον τρόπον που είχε συνταχθεί ίσως και η επιστολή του Σημαδιακού. Η τέχνη του «Έρωτα» δεν εξαντελείται όμως μόνον στην επιστολογραφία, την γοητεία, στη γενναιότητα, στην συρραφή. Είναι όλα μαζί, είναι και η συγκυρία, η τύχη, η επιμονή, τα λόγια της μάγισσας τον έκαναν να βρίσκεται κοντά της, έφεραν ώστε να ορμήσει και να την σώσει από τα χέρια του επίδοξου βιαστή, του Αγρίμη – του σαλού και μογιλάλου βοσκού που την ήθελε δική του.

Το «σύρραμα» μπορεί να είναι βεβαίως και η υπογραφή του Παπαδιαμάντη, στο ποίημα. Εφόσον «συρράπτης επιφυλλίδων» ήταν και ο ίδιος. «Πιθανόν όμως να ήσαν συγκολλημένοι και παραποιημένοι αλλαχόθεν», πιθανόν να θέλει να κρυφτεί ταπεινά, να μην θέλει να εκθέσει τα «βρυχώντα αισθήματα» που έχει εκθέσει αλλού.


Ιδού λοιπόν η επιστολή:

Ὦ Ματούλα, Ματούλα μου, ποὺ μοῦ μάτωσες τὴν καρδούλα μου, μοῦ εἶπεν ἡ μάγισσα ὅτι τρέχεις κίνδυνον, καὶ ἀπεφάσισα νὰ σὲ φυλάγω ἀπὸ πλησίον, ὅπως στενάζω τόσους χρόνους τώρα διὰ σὲ ἀπὸ μακράν». Ἂν τὸ εὕρῃς, Ματούλα μου, τὸ γράμμα, καλά, μὴ θυμώνῃς πολύ, ἀρκεῖ ὅτι δὲν ἐλπίζω ποτέ, ἀλλοίμονον! νὰ σὲ ἀπολαύσω». Ἐὰν τὸ εὕρῃ ἡ Φωτεινή, Ματούλα μου, εἰπέ της, ἂν δὲν θέλῃς νὰ ψευσθῇς λέγουσα ὅτι δὲν εἶναι ἰδικόν μου, εἰπέ της τὴν ἀλήθειαν, ὅτι σὺ δὲν μὲ ἀγαπᾷς, καὶ ὅτι ἐγὼ εἶμαι παράτολμος, αὐθάδης καὶ ἄθλιος.»

Εἰκόν᾽ ἀχειροποίητη, ποὺ στὴν καρδιά μου σ᾽ εἶχα,
κ᾽ εἶχα γιὰ μόνο φυλαχτὸ…


Εἰκόν᾽ ἀχειροποίητη, ποὺ στὴν καρδιά μου σ᾽ εἶχα,
κ᾽ εἶχα γιὰ μόνο φυλαχτὸ μιὰ τῆς κορφῆς σου τρίχα.

Ὀνείρατα στὸν ὕπνο μου μαυροφτερουγιασμένα,
σὰν περιστέρι στὴ σπηλιὰ μ᾽ ἐτάραξαν γιὰ σένα.

Κίνδυνο, μαῦρο σύννεφο, οἱ μάγισσες μοῦ λένε·
τ᾽ ἀηδόνια αὐτὰ ποὺ κελαδοῦν μοῦ φαίνονται νὰ κλαῖνε.

Νὰ σὲ χαρῇ κ᾽ ἡ ἄνοιξη μαζὶ μὲ τὰ λουλούδια,
ὁπού ᾽ναι σὰν ἀμέτρητα ζωγραφιστὰ τραγούδια(!)

Σὺ στὸ σκολειὸ δὲν ἔμαθες νὰ γράφῃς ραβασάκια·
στὰ χείλη σου τὰ ρόδινα ποῦ τά ᾽βρες τὰ φαρμάκια;

Στὰ μάτια τὰ ψιχαλιστὰ πὄχ᾽ ἔρωτας καρτέρι,
πόσο μεθύσι μέθυσα ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει.

Τὰ μάτια τὰ ψιχαλιστὰ γύρνα σ᾽ ἐμέ, πουλί μου,
ἀγάπη μου περήφανη, ἀγάπη διαλεχτή μου.

Κι αὐτὸ τὸ μορφοδούλικο, τὸ τιμημένο χέρι,
ἂν ἔσφιξε ἢ τό ᾽σφιξαν ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει.

Τὴ χάρη σου τὴ σπλαχνικὴ μὴ μ᾽ ἀρνηστῇς, ἀρνί μου,
ἀγάπη μου αἰώνια, ἀγάπη μου στερνή μου.


Η επιστολή επιτελεί τον προορισμό της. Αυτό το ξέρουμε πολύ πριν συγκατατεθεί η Ματή στον γάμο με τον Κωστή, «καλύτερ᾽ αὐτός, παρὰ ἄλλος», λέει στους δικούς της που την ρωτούν αν θα δεχόταν να τον πάρει, αφού την ζήτησε σε γάμο, ως σωτήρας μετά τον βιασμό. Το ξέρουμε γιατί  - να θυμηθούμε τον Φαίδρο και την επιστολήν που κρύβει στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο «υπό την χλαίνα» - τον συμβολικό γάμο με τον εραστή κάτω από τα ρούχα που υποδεικνύει ο Ντεριντά στο Πλάτωνος Φαρμακεία, ή τόσους και τόσους εραστές που έχει υποκαταστήσει μια επιστολή – θα κοιμηθώ με το γράμμα σου γράφει η Μαρίνα Τσβετάγεβα στα γράμματα στον Ελικώνα

Έτσι και η Ματή, κρύβει την επιστολή – «
ἔσπευσε νὰ κρύψῃ τὸ γράμμα εἰς τὸν κόλπον της», μια ανταπόκριση, καθρέφτισμα στο κάλεσμα του εραστή – εικόνα αχειροποίητη μεσ’ την καρδιά μου σ’ είχα…



Εικόνες:
Το Πνεύμα της Επιστολής, Paul Klee
Ο Ιωάννης δέχεται και τρώει το ιερό βιβλίο, Προραφαραηλιτης άγνωστος δημιουργός
Γυναίκα με αγκινάρα, Πάμπλο Πικάσο