* Δεν πάει καιρός που ξαναδιάβασα τα Ρόδιν' ακρογιάλια του Αλ. Παπαδιαμάντη με αφορμή τις συναντήσεις μας της Λέσχης Ανάγνωσης του Εύμαρου. Ένα "κοινωνικό μυθιστόρημα" που το προσέγγισα για πρώτη φορά πριν είκοσι χρόνια μια και ο Λάκης Προγκίδης το είχε περιλάβει ως παράδειγμα στο βιβλίο του για την κατάκτηση του μυθιστορήματος, (από τον Παπαδιαμάντη στον Βοκκάκιο). Ένα εξαιρετικό βιβλίο όχι μόνο για τις απόψεις του συγγραφέα για το μυθιστόρημα και τον Παπαδιαμάντη - εν προκειμένω και όσον αφορά τα Ρόδιν' ακρογιάλια δεν συμφωνώ με την ανάγνωσή του - αλλά δεν έχει σημασία γιατί τι θα πει δεν συμφωνώ, συμφωνώ με κάποιες διαπιστώσεις, δεν συμφωνώ με τις γενικεύσεις, βλέπω θαρρώ κάποια πράγματα που εκείνος δεν αναφέρει... ωστόσο το βιβλίο είναι θησαυρός ως αποτύπωση της σπινθηροβόλας σκέψης του συγγραφέως (Λ.Π), του μόχθου και της εποπτείας του για την ιστορία του μυθιστορήματος...
Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2021
Τα φαντάσματα του Παπαδιαμάντη
Τρίτη 11 Αυγούστου 2020
Το σχοίνισμα του Ομήρου
Ανακάλυψα ενα εξαιρετικό αρχείο ηχογραφήσεων στο youtube, όπως αφήνω το χρόνο να δράσει στον σπασμένο μου ώμο. Το πιο πρόσφατο είναι η δημόσια ηχογράφηση της Ιλιάδας στο Εθνικό το 2011. Δεν ξέρω αν θα την ακούσω ολόκληρη, άρχισα από την Ραψωδία Ν, με τη Μάγια Λυμπεροπούλου, που διαβάζει τη μετάφραση του Δ. Μαρωνίτη. Δεν είναι η πρώτη φορά που επιβεβαιώνω ότι ο ήχος, η φωνή χτίζουν καμπαναριά, αποδίδουν με εκπληκτικό τρόπο τις τρεις διαστάσεις. Αφέθηκα στην απόλαυση και στο νοερο ταξίδι με τον Ποσειδώνα, από τη Σαμοθράκη με το ολόχρυσο άρμα του, με τα δελφίνια να χοροπηδούν γύρω του, τις σκηνές της μάχης όπου η ευγένεια και η χάρη της φωνής της σπουδαίας κυρίας Λυμπεροπούλου εξισορροπούσαν τη φρίκη των περιγραφών με τα κομμένα κεφάλια στη σκόνη και δεν θα ανέτρεχα, άρρωστη όπως είμαι στο πρωτότυπο παρά όταν άκουσα κάπου τη λέξη "φιλότιμο" αυτήν την σπουδαία ελληνική λεξη που χρησιμοποίησε ο πρόεδρος Ομπάμα όταν ήρθε στη χώρα μας, να λέγεται από τον Ποσειδώνα όταν είχε πάρει τη μορφή του μάντη Κάλχαντα για να εμψυχώσει τους Αργείους. Μα δεν είναι δυνατόν να μην θελήσω να εξακριβώσω τι μετέφρασε ως φιλότιμο ο Δημήτρης Μαρωνίτης. Πίσω στο πρωτότυπο λοιπον και ανευρέθη," αιδώς και νέμεσις " στο στ.ω120. Το σημειώνω λοιπόν εδώ και αναλογιζόμουν τη δύναμη της αυθεντίας και τη δημιουργικότητα που προεκτείνει τις έννοιες και τις αποχρώσεις μιας έννοιας από την αρχαϊκή εποχή ως σήμερα και πιστεύω καταφέρνει να την αποδώσει όπως θα διαμορφωνόταν στο μέλλον, τι κουμπιά πατούσε ο Κάλχας/Ποσειδών στην ψυχοσύνθεση των πολεμιστών που αργότερα πολύ αργότερα κάποιοι θα αναγνώριζαν σαν ψυχική ταυτότητα...
Και κάτι ακόμη κλείνοντας το θέμα των λέξεων, της απόδοσης της αναζήτησης ιχνών. Κάποια στιγμή, ο Ποσειδώνας/ Κάλχας, όταν τελειώνει αυτά που έχει να πει, μεταμορφώνεται σε γεράκι, στο στ.63 και εφορμά πετώντας, όπως όταν σηκώνεται από έναν απότομο ψηλό βράχο και πηδά στην πεδιάδα πάνω σε ένα άλλο πουλί. "αιγίλιπος πέτρης" είναι η γενική του απότομου βράχου, είχα πια το πρωτότυπο δίπλα μου, και τι παράξενη λέξη που θυμίζει αιγίδα, για το απότομος και πρόθυμοι οι σχολιαστές του 18ου αιώνα στη google, εξηγούν ότι ούτε οι κατσίκες δεν τον πλησιάζουν, τόσο απόκρημνος είναι. Τόσο σημαντικά δηλαδή τα πάθη του γιδοβοσκού, που έχασε την κατσίκα του γιατί τόλμησε να ανέβη στο βράχο εκείνο, και ναι το Όνειρο στο κύμα και η Γλυκοφιλούσα με τη σωτηρία ή το σχοίνισμα των αιγών είναι ακόμα "του Ομήρου" , ένας κόσμος που διεκδικεί το μερίδιό του στον Παπαδιαμάντη
Εικόνα: Γιδοβοσκός, 1862 Van Gogh
Πόλυ Χατζημανωλάκη
Αναρτήθηκε στο facebook στις 11/08/2017
Τρίτη 3 Ιουλίου 2018
Ο τελευταίος καουμπόυ και το «σημάδι» της Μαίριλυν Μονρόε (Μεγαλοφυείς Αταίριαστοι, σημειώσεις εν προόδω)
Δευτέρα 2 Ιουλίου 2018
Puella Aeterna (Τατιάνα, Χαδούλα, Πήτερ Παν, o Σουραυλής) και η αιώνια εφηβεία αγοριών και κοριτσιών (Μεγαλοφυείς Αταίριαστοι, σημειώσεις εν προόδω)
Εκεί βεβαίως υπάρχει και η περίφημη περιπλάνηση στην αγριότητα – από κήπου εις κήπον – που θεωρώ ότι υπάρχει αντιστικτικά σε άλλους γυναικείους χαρακτήρες εξημερωμένους, ενήλικες, που έχουν κάνει τη μετάβαση στην ωριμότητα όπως η Γυφτοπούλα -. Είχα αναφέρει φυσικά όλα τα σχετικά με τους κήπους, τους κηπουρούς και την Εμιλυ Ντίκινσον στον κήπο της, στον αντίποδα της άγρας που κάνει η Φραγκογιαννού.
Και πείτε μου τώρα, αυτός ο Σουραυλής, ο Σημαδιακός κι αταίριαστος που έπαιζει τις ανόσιες μελωδίες του σύμφωνα με τη γρια Λούκαινα, αυτός ο αυλητής του Χάμελιν ο παρδαλός που παρέσυρε τα παιδιά (και την Ακριβούλα) , δεν σας θυμίζει αυτό το παράξενο με το αγόρι που αποφάσισε να μη μεγαλώσει;
Τετάρτη 20 Ιουνίου 2018
Η δηλητηριώδης ευφράδεια του Σατανά και οι Σημαδιακοί στη λογοτεχνία
Από παλιά, χωρίς να μπορώ να το δικαιολογήσω επαρκώς, είχα την αίσθηση μιας "ομολογίας" ανάμεσα στον James Joyce και τον Παπαδιαμάντη. Μια αναγνωστική διαίσθηση που την έπαιρνα και δεν την έπαιρνα στα σοβαρά, αλλά την σημείωνα όποτε μου φαινόταν ότι κάτι τέτοιο εμφανιζόταν μπροστά μου. Έτσι πριν έξι χρόνια, είχα αναρτήσει ένα σχετικό σημείωμα στις Πινακίδες από Κερί, που δεν περιέλαβα βέβαια στο βιβλίο μου για τον Παπαδιαμάντη γιατί δεν μπορούσα να το στηρίξω τότε αλλά ωστόσο με είχε εντυπωσιάσει. Είχα λοιπόν είχα αντιστοιχίσει τα "σπινθηροβολουντα όμματα πίσω από τον φερετζέ" στο 11ο κεφάλαιο του Οδυσσέα του Joyce, το κεφάλαιο που αντιστοιχεί στις Σειρήνες, με τα μάτια της καντίνας, της αρχοντικής Τουρκάλας που είχε δει η Γιάνναινα στη Χτυπημένη και έχασε τη φωνή της από το συγκλονισμό. Οι σκέψεις και οι συνειρμοί με το στόμα - βάραθρο της κολάσεως έχουν αναπτυχθεί επαρκώς στο βιβλίο, αλλά και στην τότε ανάρτηση που παραθέτω στο τέλος, για κάποιον που θέλει να ακολουθησει το νήμα της σκέψης.
Όλα αυτά, με τους σημαδιακούς στη λογοτεχνία τα έχω δημοσιεύσει για πρώτη φορά ένα κείμενο για την ομάδα Craft σε μια συλλογική έκδοση με θέμα τι άλλο; την Ετερότητα (έχει περιληφθεί στο "Βωβόν ξύλον')
Κυριακή 6 Μαΐου 2018
Unsung - Όχι πια Αγαπώντας το ρόδο που μαραίνεται στην πόρτα μου
Διαβάζω τώρα για την Έμιλυ Ντίκινσον τους διάφορους κήπους της, τις μεταφορές του κηπουρού και της ποίησης, του παραδείσου – του κήπου της Εδέμ – και κάπου πήρε το μάτι μου για τα άλλα τα άγρια λουλούδια του δάσους, ούτως ή άλλως και η ίδια με ένα τέτοιο ολόλευκο άνθος είχε ταυτιστεί. Έλεγε λοιπόν μια λέξη για αυτά – unsung - ανύμνητα; - τα άνθη που κανείς δεν τα προσέχει, δεν τους μιλάει, δεν τα φροντίζει, δεν τα καλλιεργεί και εκείνη την στιγμή σκέφτηκα – είναι πρόσφατες οι Παπαδιαμαντικές αναγνώσεις – τον άκλαυτο Ελπήνορα που αναφέρει ο Παπαδιαμάντης, το φάντασμα που καλεί τον Οδυσσέα να επιστρέψει, να μην εγκαταλείψει χωρίς νεκρικές τιμές τον φίλο του. Αυτό το «άκλαυτο» που αναφέρει και ο Προγκίδης για το μυρολόγι της φώκιας, Που η φύση μοιρολογεί την Ακριβούλα, που δεν την αφήνει «άκλαυτη». Αυτό το” unsung” της Έμιλυ ήχησε στα αυτιά μου σαν το αντίστροφο. Την οφειλή του ανθρώπου προς τη φύση. Έτσι λοιπόν, βλέποντας αυτό το όμορφο ρόδο στην είσοδο του σπιτιού αυτό σκέφτηκα. Πόσο όμορφο, διασχίζει την ομορφιά μέχρι το τέλος. Έχω δει κι άλλα, εξ ίσου όμορφα να μαραίνονται στους κήπους, αυτό όμως είναι εδώ στο σπίτι μου μπροστά, unsung αν δεν το προσέξω, αν δεν τον θαυμάσω εγώ προσωπικά. Έτσι αισθάνθηκα μέσα στην καρδιά μου μια θέρμη, σαν να μου χαμογέλασε η Έμιλυ Ν. μέσα από την ασπρόμαυρη φωτογραφία της των δεκαέξι χρόνων…
Aναρτήθηκε στο facebook στις 6 Μαΐου 2017
Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2016
Η παραλία της Τρουβίλ του Boudin στην έκθεση του Ερμιτάζ και τα θανατερά τοπία της ανάγνωσης
Σε ένα από αυτά τα ξενοδοχεία θα έμενε με τη γιαγιά του ο νεαρός αφηγητής του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» αν επιχειρούσαν εκείνο το ταξίδι για τις φθινοπωρινές διακοπές που σχεδίαζαν.
Αναφέρομαι σε ένα κείμενο φέτος το καλοκαίρι στη Σκιάθο με αφορμή την ανάγνωση του Α’ τόμου – από τη μεριά του Σουάν, που παραθέτω εδώ:
Έγραψε εκεί (λένε οι ξενοδόχοι) και για τα σύννεφα, τα πολύχρωμα σύννεφα, το διαρκώς μεταβαλλόμενο ομιχλώδες τοπίο της περιοχής – μια σπουδή στα σύννεφα – που δεν έχω προλάβει να διαβάσω ακόμα, δεν το έχω εντοπίσει στο πεντάτομο έργο, ούτως ή άλλως έχω μαζί μου μόνο τον πρώτο τόμο και δεν βιάζομαι να τον τελειώσω. Διαβάζω αργά.
Να όμως και που εδώ, πριν ακόμα επισκεφτεί ο νεαρός αφηγητής το Μπαλμπέκ ακούει τον λογοτεχνίζοντα μηχανικό και οικογενειακό φίλο Λαγκραντέν να περιγράφει το περίεργο ρόδινο του ουρανού και την φρίκη ενός θανατερού τοπίου, αποτρέποντάς τον να το επισκεφτεί νέος. Ο συνομιλητής αναφέρεται στις περιγραφές του τοπίου που έκανε ο Ανατόλ Φρανς (πρόκειται για βιβλίο Pierre Nozieres του Ανατόλ Φρανς, διαβάζουμε στις σημειώσεις της Ελληνικής έκδοσης). Στις σελίδες του Ανατολ Φρανς ο αναγνώστης της εποχής ίσως έχει ήδη βρει τις φρικιαστικές περιγραφές του αρχαϊκού αυτού τοπίου που αποπνέει το θάνατο – από τα πολλά ναυάγια που συνέβησαν στην περιοχή. Ο Λαγκραντέν υπενθυμίζει στον συνομιλητή του, πως ο Ανατόλ Φρανς αντιστοιχίζει την περιοχή αυτή με την χώρα των Κιμμερίων στην Οδύσσεια. Την περιοχή δηλαδή στην άκρη του Ωκεανού που γινόταν το πέρασμα στον Κάτω Κόσμο, στον Άδη.
Ομολογώ πως το μικρό αυτό απόσπασμα με έκανε να νιώσω μιαν ασυνήθιστη ταραχή. Δεν γνώριζα κανέναν μέχρι τώρα να αντιστοιχίζει περιοχή με την Χώρα των Κιμμερίων εκτός από … την αφεντιά μου, όταν είχα διαβάσει έτσι τα σημάδια, την ομίχλη κυρίως και το περίεργο φως το ήλιου που θάμβωνε την γρια Λούκαινα στο μυρολόγι της φώκιας του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, εκεί που κατηφόριζε από το λόφο του Κοιμητηρίου με την αβασταγή με τα ρούχα, μοιρολογώντας. Είχα γράψει ένα κείμενο πριν μερικά χρόνια στις Πινακίδες από κερί, θεωρώντας ότι εκείνη η περιοχή είναι σημαδιακή. Εκεί γίνονται περίεργες ανταλλαγές ανάμεσα στους δύο κόσμους. (Το βάραθρο του θανάτου και αντηχείο του Κοχυλιού στο "Μυρολόγι της φώκιας" του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, εδώ: http://waxtablets.blogspot.gr/2011/02/blog-post_08.html) Και να που οι μεταφορές και οι χάρτες της Οδύσσειας, άλλη μια φορά στοιχειώνουν τη λογοτεχνία και δημιουργούν περίεργα περάσματα και συνδέσεις ανάμεσα στους κόσμους και τα τοπία. Είχα πει λοιπόν ότι ο Παπαδιαμάντης μας δείχνει την Χώρα των Κιμμερίων και επιμένω ακόμα. Το κάνει βέβαια με όλα τα σημάδια και τις αντιστοιχίσεις. Όχι ευθέως. Με τη διαμεσολάβηση του αναγνώστη του που θα τα αναγνωρίσει κάτι που είχε επιχειρήσει να κάνει εκείνο το παλιό (μου) κείμενο.
Εν Σκιάθω λοιπόν, - τι όμορφο σημάδι - η ανάγνωση του Προυστ να υπενθυμίζει παλιές αναγνώσεις του εδώ, να αποκαλύπτει πάλι τις ιδιότητες των τόπων που αντιστοιχίζονται, αναδιπλώνονται, και νοηματοδοτούνται από τις ίδιες ή παρόμοιες ιδιότητες. Τα θανατερά τοπία. Ο Όμηρος. Ο θάνατος η θνητότητα, η εμμονή με τον Παπαδιαμάντη μια επιστροφή στο τοπίο της ανάγνωσης, ένας κύκλος που κλείνει.
Πόλυ Χατζημανωλάκη, Σκιάθος 11 Αυγούστου 2016»
Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2016
Τα μονοπάτια των τραγουδιών στην Πεποικιλμένη του Αλ. Παπαδιαμάντη
Ένα μικρό σχετικά μέρος του βιβλίου του Τσάτγουιν είναι αφιερωμένο στην παιδική του ηλικία, στην ποιητική ανθολογία της Βρετανικής ποίησης που μάθαινε να αποστηθίζει με τη θεία του την εποχή του Β΄Παγκοσμίου πολέμου όταν ήταν παιδί, τα μυστικά που κρύβουν τα μονοπάτια στα ποιήματα. Δημιουργούνταν εντός του εξ απαλών ονύχων ένα αρχαϊκό τρόπον τινά υπόβαθρο, μια μυστική επιστήμη, που με τη γλώσσα των μεταφορών και της ποίησης ανασκάπτει και φωτίζει άγνωστες διαδρομές και δημιουργεί χάρτες ακόμα και στους Αντίποδες.
Μύθοι τραγουδιστοί που περπατούνται, ανταλλαγές τραγουδιών ανάμεσα σε περιοχές, ένας πολύτιμος ιερός κόσμος που σχεδόν έχει χαθεί και που η ανθρώπινη προσπάθεια προσέγγισής του συγκινεί και συνεπαίρνει.
Ο ονειροχώρος, ο τόπος που είναι στοιχειωμένος από πνεύματα που τραγουδιώνται δεν είναι μόνο στους Αντίποδες ωστόσο. Προτείνω να διαβαστεί υποψιασμένα η Πεποικιλμένη του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Μια ιστορία που με αφορμή τα εννιάμερα από την Κοίμηση της Παναγίας, ο Αλέξανδρος (αφηγητής) που ζει με τις αδελφές του στη Σκιάθο αποφασίζει με ένα φίλο να εκπληρώσει το τάμα του και να περπατήσει μέχρι την Παναγιά την Κεχριά ώστε να ψάλει την Πεποικιλμένη.
Η διαδρομή είναι μια χαρτογράφηση της Σκιάθου – του Βαραντά το ρέμα, ο Μεγάλος Ανήφορος, οι Σακαλάροι μέχρι τον Προφήτη Ηλία το πλάτωμα στο οροπέδιο.
Ο τόπος «κροτίζει» λέει ο αφηγητής. Είναι δηλαδή γεμάτος στοιχειά. Μια ιδιότητα του πεδίου των πνευμάτων ενσωματωμένη στον χώρο. Σαν να είναι αντηχείο από όπου θα ακουστούν οι απόκοσμες, θεσπέσιες φωνές που προκαλούν τον τρόμο. Και οι δυο προσκυνητές προχωρούν ψάλλοντας. Ο κυρ Αλέξανδρος την Πεποικιλμένη και ο Κωστής από ότι φαίνεται όσα τροπάρια ξέρει.
Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2016
To σκοτεινόν ζώον στη σπηλιά στη Φόνισσα και η χαμένη αθωότητα του αναγνώστη
Το εμπόδισμα της βάρκας από τη φώκια, προάγγελος ίσως της σκηνής με τη γολέτα στο μυρολόγι της φώκιας, που βολταντζάρει και δεν μπορεί να βγει από το λιμάνι; Κάτι που εμποδίζεται δηλαδή , με βαρύ ψυχολογικό φορτίο; (ένα κείμενο για αυτό το καραβάκι –«…εκείνο το καραβάκι» έχω δημοσιεύσει στο συλλογικό τόμο της ομάδας CRAFT – (5)
(1) Ιδιόρρυθμος και παρδαλός, Σημαδιακός κι Αταίριαστος. Ξαναδιαβάζοντας τον Παπαδιαμάντη με αφορμή την παράσταση της Ηωάννας Σπανού, εδώ: http://waxtablets.blogspot.gr/2015/02/blog-post.html
(4) Πρβλ. «τεράστια κόκκαλα θαλασσίων όφεων, φωκών, καρχαριών και άλλων εναλίων θηρίων, τα οποία είχε ξεφαντώσει κατά καιρούς ο μέγας και κραταιός όρνις των θαλασσών»,
Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016
Κι εγώ σοκάκι είμαι - μεταφράζοντας Edward Thomas υπέρ αναμνήσεως Αλ. Παπαδιαμάντη
![]() |
| To ημερολόγιο του Edward Thomas ανοιχτό στην τελευταία εγγραφή Απρ. 1917 |
Όπως ο Όσιπ Μάντελσταμ, για παράδειγμα, που συνέθετε τα ποιήματά του βαδίζοντας.
| Χειρόγραφα του Αλ. Παπαδιαμάντη από το γραφείο του στο Μουσείο Παπαδιαμάντη |
Το αβυθομέτρητο
Δάσος όπου όλοι χάνουν
Το δρόμο τους, όσο ευθύ
ή με γυρίσματα, αργά ή γρήγορα
δεν μπορούν να διαλέξουν
Που από το πρώτο χάραγμα της αυγής
Μέχρι το χείλος του δάσους
Ξεγελούσαν τους ταξιδιώτες
Τώρα θολώνουν
Και μέσα τους αυτοί βυθίζονται.
Η απελπισία, τελειώνει η φιλοδοξία
Κάθε χαρά και κάθε βάσανο
Όσο γλυκό ή πικρό
Εδώ τελειώνει σε έναν ύπνο τόσο πιο γλυκό
όσο πιο ευγενική ήταν η αποστολή
Ούτε πρόσωπο με αγαπημένη θωριά
Που δεν θα άφηνα τώρα
Για να στραφώ προς στο άγνωστο
Πρέπει να μπω και να φύγω μόνος
Δεν ξέρω πως.
Τα συννεφιασμένα φυλλώματα χαμηλώνουν
Μπροστά απλωσιά την απλωσιά
Ακούω τη σιωπή του και υπακούω
Ότι πρέπει να χάσω το δρόμο μου
Και τον εαυτό μου
Παρασκευή 1 Μαΐου 2015
Παπαδιαμάντης νεωτερικός: Την Πρωτομαγιά φυτρώνουν επιστολές στους κήπους (Ο κήπος είναι βιβλίον)
Ο κήπος είναι βιβλίον – πρβλ. «Η βοή της γραμμένης αράδας στο χωράφι» γιατί τον διαβάζεις και σε διαβάζει, ο κήπος είναι βιβλίον γιατί όταν τον παρατηρείς προσεκτικά σε ανταμείβει με κείμενα και με επιστολές.
Αυτό συνέβη στην όμορφη Ματή στο διήγημα «Θέρος – Έρος» μια θεσπέσια Πρωτομαγιά, όταν συνοδευόμενη από τη γριά ψυχοκόρη Φωτεινή ξεκινά την περιδιάβαση στους κήπους. Θα κάνουμε πως δεν βλέπουμε τον αισθησιασμό του διηγήματος, το ξύπνημα της φύσης, τόσο έντονο και βίαιο που κάνει και τον σαλό βοσκό τον Αγρίμη να συνειδητοποιήσει ότι είναι «άρρην» και να προσπαθήσει να την κάνει να τον ακολουθήσει και στο τέλος να αποπειραθεί την βιάσει, και να στρέψουμε την προσοχή μας σε ένα παράξενο άνθος του κήπου. Εκεί όπως δίπλα στα σκο- ρόδα – να αναζητάμε και στα οπωρικά την ομορφιά; - υπάρχει ένα κηπάκι με φυτεμένες πικρές αγκινάρες. Πρέπει να τις ξεφυλλίσεις - φύλλο φύλλο για να τις φας – τετράδια του κήπου, μαυρίζουν τα δάχτυλά σου, πικραίνεσαι καμιά φορά, αυτή είναι η αιτία που απαγορεύεται στα παιδιά του διηγήματος, τα αδέλφια της να κόψουν και τις φάνε μόνα τους: "ἐμελέτα νὰ φάγῃ κρυφὰ ἀπὸ τὴν Φωτεινήν, ἥτις θὰ τὸν ἐμάλωνε, φοβουμένη μὴ ἦτο πολὺ πικρά, καὶ φαρμακωθῇ τὸ παιδίον." Πόσο θυμίζει ο απαγορευμένος καρπός του κήπου, οι αγκινάρες, τον γηραιό καλόγερο Χόρχε στο όνομα του Ρόδου του Ουμπέρτο Έκο, που ξεφυλλίζει με μαυρισμένα δάχτυλα την χαμένη πραγματεία περί γέλιου του Αριστοτέλη. Αν το κάνεις θα σε πάρουν είδηση από τα δάχτυλά σου που θα μαυρίσουν. Και οι δυο συγγραφείς αναφέρονται στο ίδιο βιβλίο, την Αποκάλυψη του Ιωάννη, που τρώγεται, που είναι πικρό όταν το καταπίνεις. Φάρμακον. Όπως το κείμενο του Ντεριντά. Και εκεί ανάμεσα ο πιο απαγορευμένος από όλους τους καρπούς, το επιστόλιον. Αντί να κόψει αγκινάραν (ο μικρός αδελφός) «εύρε λευκόν χαρτίον, κείμενον…» – εύρε κ ε ί μ ε ν ο ν δηλαδή στον κήπο, επί «κομψού κοκκινωπού χάρτου γραμμένον.
Η επιστολή του Έρωτα, έτσι αποκαλεί τον νεαρό Κωστή η γραία Φωτεινή, αυτόν που έχει ερωτοκτυπηθεί με την κόρη της αφεντικίνας της, και που σε πολλά μοιάζει – χωρίς να ταυτίζεται απολύτως με τον Παπαδιαμάντη. Εγκατέλειψε τις σπουδές του στο Γυμνάσιο, γύρισε στο νησί για μερικά χρόνια, πήρε τέλος το απολυτήριο του Γυμνασίο γενειοφόρος. Όπως και ο Μαθιός στη Νοσταλγό, όπως ο Παπαδιαμάντης άλλωστε γνωρίζουμε γιατί είχε μια διαφωνία με ένα καθηγητή του.
Για το σκανδαλιστικό θέμα των ερωτικών επιστολών που βρίσκονται στα χέρια των μικρών αγοριών έχει ξαναγράψει ο Παπαδιαμάντης στον Σημαδιακό – πρβλ. «τααγόρια μεταξύ τους: η παιδική του περιέργεια περί τα ερωτικά δεν ανεπαύετο» – όπου συζητούν και υποθέτουν τι θα μπορούσε να περιέχει η επιστολή προς το Μπραϊνάκι. Οι δυο ξάδελφοι σε εκείνο το διήγημα, ο Αλέκος και ο Σωτήρος, συνθέτουν οι ίδιοι την επιστολή εκείνη, χρησιμοποιώντας αποσπάσματα από τον Σκανδαλώδη Έρωτα και την Φιλομειδή Αφροδίτην, τα δύο συλλογάς του Γαλατά. Δεν χρειάζεται να την ανοίξουν. Μπορούν μόνοι τους να φανταστούν τι γράφει:
Έχουμε την τύχη να διαβάσουμε ολόκληρη την επιστολή, που περιέχει ένα λυρικό μέρος με στίχους – που άρεσε και αγαπήθηκε όπως φαίνεται από τους μετέπειτα αναγνώστες του διηγήματος και μελοποιήθηκαν αποσπάσματά της – εικόνα αχειροποίητη, τα μάτια τα ψιχαλιστά. Μνημειώθηκε ένα υπερβολικά λυρικό κείμενο, που ο Παπαδιαμάντης αποκαλεί «σύρραμα», αποδίδοντας την πατρότητα σε άλλον στιχοπλόκον, με τον ίδιον τρόπον που είχε συνταχθεί ίσως και η επιστολή του Σημαδιακού. Η τέχνη του «Έρωτα» δεν εξαντελείται όμως μόνον στην επιστολογραφία, την γοητεία, στη γενναιότητα, στην συρραφή. Είναι όλα μαζί, είναι και η συγκυρία, η τύχη, η επιμονή, τα λόγια της μάγισσας τον έκαναν να βρίσκεται κοντά της, έφεραν ώστε να ορμήσει και να την σώσει από τα χέρια του επίδοξου βιαστή, του Αγρίμη – του σαλού και μογιλάλου βοσκού που την ήθελε δική του.
Το «σύρραμα» μπορεί να είναι βεβαίως και η υπογραφή του Παπαδιαμάντη, στο ποίημα. Εφόσον «συρράπτης επιφυλλίδων» ήταν και ο ίδιος. «Πιθανόν όμως να ήσαν συγκολλημένοι και παραποιημένοι αλλαχόθεν», πιθανόν να θέλει να κρυφτεί ταπεινά, να μην θέλει να εκθέσει τα «βρυχώντα αισθήματα» που έχει εκθέσει αλλού.
Ὦ Ματούλα, Ματούλα μου, ποὺ μοῦ μάτωσες τὴν καρδούλα μου, μοῦ εἶπεν ἡ μάγισσα ὅτι τρέχεις κίνδυνον, καὶ ἀπεφάσισα νὰ σὲ φυλάγω ἀπὸ πλησίον, ὅπως στενάζω τόσους χρόνους τώρα διὰ σὲ ἀπὸ μακράν». Ἂν τὸ εὕρῃς, Ματούλα μου, τὸ γράμμα, καλά, μὴ θυμώνῃς πολύ, ἀρκεῖ ὅτι δὲν ἐλπίζω ποτέ, ἀλλοίμονον! νὰ σὲ ἀπολαύσω». Ἐὰν τὸ εὕρῃ ἡ Φωτεινή, Ματούλα μου, εἰπέ της, ἂν δὲν θέλῃς νὰ ψευσθῇς λέγουσα ὅτι δὲν εἶναι ἰδικόν μου, εἰπέ της τὴν ἀλήθειαν, ὅτι σὺ δὲν μὲ ἀγαπᾷς, καὶ ὅτι ἐγὼ εἶμαι παράτολμος, αὐθάδης καὶ ἄθλιος.»
Έτσι και η Ματή, κρύβει την επιστολή – «ἔσπευσε νὰ κρύψῃ τὸ γράμμα εἰς τὸν κόλπον της», μια ανταπόκριση, καθρέφτισμα στο κάλεσμα του εραστή – εικόνα αχειροποίητη μεσ’ την καρδιά μου σ’ είχα…
Το Πνεύμα της Επιστολής, Paul Klee





















