Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2010

Η πιο γνωστή ατάκα του ελληνικού κινηματογράφου…ή ο Γιώργος Φούντας στα δίκτυα μιας αόρατης μοίρας


Αποχαιρετήσαμε χτες το Γιώργο Φούντα, τον ηθοποιό, τον πρωταγωνιστή του Ελληνικού κινηματογράφου, που το όνομά του συνδέθηκε με σπουδαίες ταινίες της ιστορίας του, όπως η Μαγική Πόλη , ο Πυρετός στην άσφαλτο, με τη Λάμψη στα μάτια…Τον θυμόμαστε περισσότερο από εκείνη την ατάκα που είχε πει στην Μελίνα Μερκούρη, το περίφημο «φύγε Στέλλα, κρατάω μαχαίρι»
Η ταινία, εμπνευσμένη από το μύθο της Κάρμεν με την πρωταγωνίστρια (Μελίνα Μερκούρη) να ακολουθεί τις δικές της αντιλήψεις για τη ζωή, μια και είναι τραγουδίστρια σε νυχτερινό κέντρο, έφερε σε κρίση τον αγαπημένο της που ήθελε να της επιβάλει τους δικούς του όρους στη σχέση και οδήγησε στην κορύφωση εκείνη, με το «Στέλλα, φύγε...φύγε, Στέλλα, θα σε σκοτώσω...» στην σύγκρουση των δύο αντιθέτων. Γιατί αυτό ενσάρκωσε ο Γιώργος Φούντας με έναν απόλυτο τρόπο.


Τον «Άνδρα» με κεφαλαίο, που ερωτευμένος μέχρι τρέλας, υπακούει σε μια δύναμη ανώτερη και από τον έρωτά του, που του επιβάλει να μην ανεχθεί τους όρους της Στέλλας στη σχέση τους. Και εκείνη με παρόμοιο τρόπο, ανώτερη και από τον έρωτά της θεωρεί την ελευθερία της. Η σύγκρουση αναπόφευκτη και το αποτέλεσμα της, ο φόνος επί σκηνής, με την Στέλλα να ξεψυχά στην αγκαλιά του και να του λέει - καθώς τη μαχαιρώνει - το περίφημο "Φίλα με, Μίλτο...φίλα με…"
Αυτό που μας είχε καθηλώσει σε αυτή την ταινία, ήταν το ύψος και η δύναμη των χαρακτήρων, των ρόλων στην ερωτική σχέση που έπρεπε να παίξουν οι πρωταγωνιστές, που σε τελευταία ανάλυση τους οδηγούσαν στη μοιραία σκηνή του μαχαιρώματος, σαν φορείς και εκφραστές μιας αόρατης μοίρας και ταυτόχρονα η παράλληλη επικοινωνία μεταξύ τους , εν τω μέσω της δραματικής σκηνής, που ανέτρεπε αυτή την δραματικότητα μια προσπαθούσαν να πουν ότι παρ’ όλα αυτά αγαπιούνται, παρ’ όλα αυτά προσπαθούν να σώσουν ο ένας τον άλλον. Γιατί τι άλλο είναι το φύγε, "Στέλλα, φύγε...φύγε, Στέλλα, θα σε σκοτώσω...Στέλλα, δε με ακούς;...κρατάω μαχαίρι..."
που της λέει και το "φίλα με, Μίλτο αγάπη μου" που του λέει αυτή.
Αυτός ο διάλογος διαφυγής από τη μοίρα, είναι και ο μόνος διάλογος μεταξύ τους σε αυτή τη δραματική σκηνή.
Δεν υπήρξε κάτι διαφορετικό εκείνη την ώρα, παρά η προσπάθεια συνενόησης των ανθρώπων μεταξύ τους μήπως και ξεφύγουν από το πεπρωμένο…που είναι αβάσταχτο και δεν αντέχεται.
Το ότι δεν αντέχεται, δεν αντέχει δηλαδή η εποχή μας τέτοιες δραματικές συγκρούσεις είναι που έκανε την επιλογή αυτού του διαλόγου τόσο σημαντική .
Ίσως να είναι η ατάκα του ελληνικού κινηματογράφου που θα μείνει στην ιστορία, του ήρωα, που θέλει να ξεφύγει από το ρόλο του την υστάτη ώρα και ειδοποιεί, και που κάνει το κοινό που έχει δει και ξαναδεί την ταινία, κάποιες φορές να γελά νευρικά και αμήχανα, μην μπορώντας να αντέξει αυτή την κορύφωση…


Εικόνα από:
http://homepage.mac.com/anthonysigalas/greekcinema/tainies/1951/stella/stella.html

Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010

"Μια στιγμή Captain, καπετάνιο μου" ή κοιτώντας τον κόσμο από ψηλά


12 Αυγούστου 2014 (με αφορμή την είδηση του θανάτου του Ρόμπιν Γουίλλιαμς)
Και εγώ όπως όλοι σήμερα, θέλω να εκφράσω, αν έχει σημασία να το κάνει κανείς για κάποιον που δεν γνωρίζει προσωπικά, ότι ο Ρόμπιν Γουίλλιαμς μου ήταν πολύ αγαπητός. Ο ίδιος, οι ρόλοι του, αυτή η καθυσηχαστική περσόνα που ήταν ο καθηγητής Κήτινγκ, ή ο Πήτερ Παν, η κυρία Νταμπφάιρ, ο αγαθός θεραπευτής Μακγκουάιρ… Ο ξεχωριστός Ρόμπιν Γουίλιαμς, είχε βάλει ένα κομμάτι από τον εαυτό του σε όλα αυτά. Μια θέρμη, μια ανθρωπιά, μια ακάματη ενέργεια, εκρηκτική σχεδόν, κάτι δικό του που σαν τον έρωτα που περιγράφει ο Δάντης, θέρμαινε τις ψυχές όσων έβλεπαν τις ταινίες του.
Δυστυχώς το Youtube, έχει τερματίσει το λογαριασμό του φίλου που πρόβαλε ένα απόσπασμα, από την ταινία του Γιώργου Ζερβουλάκου, «Συννεφιασμένη Κυριακή», εκεί που πρωτακούστηκε το γνωστό τραγούδι του Β. Τσιτσάνη και όπου ο Θανάσης Βέγγος ξεροσταλιάζει στο λιμάνι ψάχνοντας για δουλειά κοιτώντας τα πλοία, ώσπου εμφανίζεται κάποιος επιβάτης και του ζητάει στα Αγγλικά, να τον μεταφέρει στο πλοίο του, μια και είναι ο καπετάνιος.
Ο Βέγγος τσακίζεται για να τον μεταφέρει με τη βάρκα του, σκοντάφτει, του πέφτουν οι βαλίτσες και του λέει το αμίμητο, «Μια στιγμή Captain, καπετάνιο μου»…του λέει δηλαδή το γνωστό στίχο του Walt Whitman…
Ανέσυρα ωστόσο από τις πίσω σελίδες των Πινακίδων από κερί, την ανάρτηση αυτή, με αφορμή τη σημερινή μέρα. Τώρα ο Καπετάνιος θα βλέπει πάντα τον κόσμο από ψηλά.

______________________________________________________


Την αρχή από το ποίημα του Walt Whitman,  «Ο Captain my captain» , και ποιος δεν τη ξέρει ...Ακόμα και να μην έχεις  εντρυφήσει στην Αμερικανική ποίηση, και τα μεταξύ υπερβατισμού και ρεαλισμού που υποτίθεται ότι  ανήκει ο ποιητής. Είναι η ταινία του Peter Weir ο κύκλος των χαμένων ποιητών που σου τη μαθαίνει,  αυτή που σκουπίζεις το ποτάμι των δακρύων βγαίνοντας, με τον  Ρόμπιν Γουίλλιαμς στο ρόλο του καλού  καθηγητή   Keating αυτού με τις αντισυμβατικές μεθόδους διδασκαλίας του στο Κολλέγιο του Γουέλτον που έφαγε το κεφάλι του και τον διώξανε…

Από τότε, κυκλοφόρησε πολύ  ο στίχος του Οράτιου, το  Carpe Diem – το μότο του καθηγητή έγινε πια κλισέ…Τόσο πολύ  το επαναλάβαμε…
Ακόμα και το O Captain my captain, ακούστηκε πολύ, από μαθητές κυρίως, που ήθελαν να οικειωθούν την προσφώνηση του Κύκλου των χαμένων ποιητών, των μαθητών της ταινίας προς στο δάσκαλό τους,  όταν τον αποχαιρετούν πια  ανεβασμένοι στα θρανία τους…Αυτό τους το δίδαξε από το πρώτο σχεδόν μάθημα όταν ο ίδιος ανέβηκε στην έδρα του  και τους κάλεσε να ανέβουν και αυτοί.
Για να δουν τον κόσμο από άλλη οπτική γωνία…Να δουν ότι τα πράγματα μπορεί να είναι κι αλλιώς…

Έτσι λοιπόν συμβαίνει συχνά με τα ποιήματα κάποιος στίχος τους, ξεκολλάει και συνδέει την τύχη του με μια άλλη αφήγηση…Έτσι δεν έγινε και με το «Heureux qui, comme Ulysse, a fait un beau voyage» του  Joachim DU BELLAY που πρώτα ο  Σεφέρης στο Πάνω σ’ ‘ένα ξένο στίχο και μετά η Μαριάννα Κορομηλά στο ομώνυμο βιβλίο της το έντυσαν με άλλα χρώματα και το έκαναν δικό τους, έτσι που ξεχάσαμε την αρχική του προέλευση…Έτσι έγινε και με την προσφώνηση O Captain my captain  από το ποίημα του W. Whitman. Με αφορμή τη δολοφονία του προέδρου Λίνκολν,  ο ποιητής κάνει την περίφημη μεταφορά για την Πόλη – Πλοίο, όπου ο  καπετάνιος είναι νεκρός και ο ποιητής τον αποχαιρετά.


Πρώτος βέβαια  ο Πλάτων,  στο 6ο Βιβλίο της Πολιτείας του, είχε κάνει  αυτή τη μεταφορά της Πόλης Πλοίο με τον ηγέτη καπετάνιο στο τιμόνι. Και δεν ήταν μόνο ο Walt Whitman αλλά και ο Οράτιος και ο Longfellow που έγραψαν επίσης ποιήματα για την Πόλη – Πλοίο…


Τα γράφω όλα αυτά, γιατί σήμερα, κάνοντας την γνωστή «πλοήγηση» για κοίτα, κι εδώ μεταφορά… στις σελίδες των φίλων στο  Fb, στάθηκα στη σελίδα ενός νέου φίλου, του  Theo Angel, που μου είχε τραβήξει την προσοχή με ένα σχόλιό του για τον Κάλβο. Και τι να δω!

Τρία ποστς: ένα με το ποίημα του Walt Whitman, ένα με την τελευταία σκηνή από τον κύκλο των χαμένων ποιητών και ένα με ένα απόσπασμα από την ταινία του Γιώργου Ζερβουλάκου, «Συννεφιασμένη Κυριακή» - εκεί πρωτακούστηκε το τραγούδι του Τσιτσάνη – όπου ο Θανάσης Βέγγος ξεροσταλιάζει στο λιμάνι ψάχνοντας για δουλειά  κοιτώντας τα πλοία, ώσπου  εμφανίζεται κάποιος επιβάτης και του ζητάει στα Αγγλικά, να τον μεταφέρει στο πλοίο του, μια και είναι ο καπετάνιος.


Ο Βέγγος τσακίζεται για να τον μεταφέρει με τη βάρκα του,  σκοντάφτει, του πέφτουν οι βαλίτσες και του λέει το αμίμητο, «Μια στιγμή
Captain, καπετάνιο μου»…του λέει δηλαδή το γνωστό  στίχο του Walt Whitman

Αυτό επισήμανε ο νέος μου φίλος σε εκείνη την παλιά ταινία  και το θαύμασα…

Αναρωτιέμαι τώρα, πώς και συνέβη αυτό; σύμπτωση, έτσι το έφερε η κουβέντα; Δεν είμαι σίγουρη…


Αυτό που ξέρω, το ανακάλυψα σε ένα μπλογκ (1), ψάχνοντας να βρω στοιχεία για την ταινία αυτή, που παρεμπιπτόντως λεγόταν  στην αρχή,  πριν ονομαστεί Συννεφιασμένη Κυριακή, «Για το ψωμί και τον έρωτα», ότι ο  Τσιτσάνης είχε γράψει κι άλλο ένα τραγούδι για την ταινία:

Ο καθένας άνθρωπος, μοιάζει με καράβι
που θαλασσοδέρνεται βράδυ και πρωί
Κι ο βαρύς ο πόνος του, το κορμί του σκάβει
ώσπου το λιμάνι του κάποτε θα βρει

Είμαι κι εγώ ένα καράβι τσακισμένο
κι από σένα λίγη αγάπη περιμένω
Στη μεγάλη θάλασσα, που ζωή τη λέμε
μας χτυπούν τα βάσανα με απανθρωπιά

Στη μεγάλη θάλασσα, κάθε μέρα κλαίμε
Όμως υπομένουμε, μα ως πότε πια
Είμαι κι εγώ ένα καράβι τσακισμένο
κι από σένα λίγη αγάπη περιμένω

Εκτός από την πόλη – πλοίο δηλαδή είναι και ο άνθρωπος – πλοίο…

Πολύ πριν το πει ο κύριος Keating δηλαδή, ο Βασίλης Τσιτσάνης είχε ανέβει στο θρανίο του και έβλεπε τον κόσμο αλλιώς…




Υγ

Το ποίημα του  Walt Whitman και μια μετάφραση από τον ΠάνοΧ (2) εδώ:



O Captain my Captain! our fearful trip is done,
The ship has weathered every rack, the prize we sought is won,
The port is near, the bells I hear, the people all exulting,
While follow eyes the steady keel, the vessel grim and daring;
But O heart! heart! heart!
O the bleeding drops of red,
Where on the deck my Captain lies,
Fallen cold and dead.
O Captain! my Captain! rise up and hear the bells;
Rise up--for you the flag is flung for you the bugle trills,
For you bouquets and ribboned wreaths for you the shores a-crowding,
For you they call, the swaying mass, their eager faces turning;
Here Captain! dear father!
This arm beneath your head!
It is some dream that on the deck,
You've fallen cold and dead.
My Captain does not answer, his lips are pale and still;
My father does not feel my arm, he has no pulse nor will;
The ship is anchored safe and sound, its voyage closed and done;
From fearful trip the victor ship comes in with object won;
Exult O shores, and ring O bells!
But I, with mournful tread,
Walk the deck my Captain lies,
Fallen cold and dead.
…………………………………………..

Καπετάνιε! Ω Καπετάνιε μου!
Το φοβερό μας το ταξίδι έχει τελειώσει.
Το πλοίο μας ξεπέρασε τη κάθε αναποδιά
κι η δάφνη που ζητούσαμε κερδήθηκε.
Φτάσαμε στο λιμάνι.
Ακουώ καμπάνες να χτυπούν,
λαό που αναγαλλιάζει,
Κι όλων τα μάτια στρέψανε στ' ακλόνητο σκαρί,
στ' ατρόμητο και βλοσυρό καράβι.

Μα, συ ω καρδιά! καρδιά! καρδιά!
Ώ άλικες, αιμάτινες, κόκκινες σταλαξιές,
Εκεί στη γέφυρα του πλοίου, ο Καπετάνιος μου πεσμένος
κοιμάται κρύος... νεκρός... χαμένος...

Καπετάνιε! Ω Καπετάνιε μου! Σήκω!
τα σήμαντρα ν' ακούσεις που χτυπούνε.
Σήκω! για σενα λάβαρα λυτά ψυχανεμούνε,
για σένα σάλπιγγες, κλαγγές, αχολογούνε,
Για σένα τ' ανθοστόλιστα, τα πλουμιστά στεφάνια,
Για σένα στην ακρογιαλιά συνάχτηκε το πλήθος,
Εσένα πεθυμά ο χοχλασμός ολάκερου λαού
και σε γυρεύει μ' όψη φουντωμένη.

Έλα, έλα, Καπετάνιε μου! Πατέρα αγαπημένε!
Γείρε πάνω στο μπράτσο μου το έρημο κεφάλι.
Σαν όνειρο μου φαίνεται στη γέφυρα πεσμένος,
Και να 'σαι κρύος... νεκρός... χαμένος....

Μα ο Καπετάνιος μου δεν απαντά,
τ' αχείλι του είν' αμίλητο, χλωμό,
πατέρα μου το μπράτσο μου δε νιώθεις
κι ούτε έχεις πια τη θέληση, δεν έχεις πια σφυγμό
Το πλοίο έριξ' άγκυρα ολάγερο, βουβό
κι έχει τελειώσει το ταξίδι το στερνό,
Από το φοβερό του το ξαρμένισμα,
της νίκης το καράβι ξαναγύρισε,
με κερδεμένο τον σκοπό.

Ευφράνου ακρογιαλιά, καμπάνα χτύπα!
Μα 'γω το πένθιμό μου σέρνω βήμα
Στη γέφυρα, που ο Καπετάνιος μου πεσμένος
Κοιμάται κρύος... νεκρός... χαμένος...


Πηγές

Εικόνες από το Ίντερνετ


http://26.media.tumblr.com/bhd7qUZVeq9kn1jbg1I9c0vbo1_500.jpg

Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2010

Σαλβαντόρ και Ιζαμπέλ


Την γνωρίζουμε, την αγαπήσαμε για τα βιβλία της, μια πρώτα από όλα για «Το σπίτι των πνευμάτων»…Με τη μικρή Κλάρα των υπερφυσικών δυνάμεων, τον δυναμικό Εστεμπάν που αποφασίζει τελικά να κάνει οικογένεια, τι περίεργο ζευγάρι, το σίδερο και ο αέρας...


Τώρα βέβαια έχουν περάσει χρόνια από την ανάγνωση του βιβλίου και δεν μπορώ πια να ξεχωρίσω το πώς τους είχα στη φαντασία μου, από τις φυσιογνωμίες του Τζέρεμι Άιρονς και της Μέριλ Στρηπ στην ταινία. Μετά από το μαγικό παραμύθι των προβλέψεων, της τηλεκίνησης, και των συνομιλιών με τα πνεύματα και το υπερπέραν, το βιβλίο φτάνει στην σκληρή πραγματικότητα των αγνοουμένων στη χώρα της συγγραφέως, που είναι ανιψιά του Προέδρου Αλλιέντε, και φέρει το όνομά του, ό π ω ς και α υ τ ό ς το δ ι κ ό της, μια και ο πρόεδρος ονομάζονταν

Salvador I s a b e l i n o del Sagrado Corazón de Jesús Allende Gossens,
Σαλβαντόρ, Ισαμπελίνο της Αγίας Καρδίας του Ιησού

.
 
Σπουδαία και αγαπημένη συγγραφέας η Ιζαμπέλ Αλλιέντε που το έργο της δεν θα αποτιμήσω τώρα εδώ, μια και το κείμενο αυτό είναι αφιερωμένο στην ανάμνηση του Προέδρου της Χιλής. Αυτό που θα ήθελα να μοιραστώ σήμερα μαζί σας είναι μια σκηνή που έζησα και που θα θυμάμαι σε όλη μου τη ζωή: Πριν τριάντα περίπου χρόνια, στο Παρίσι, το 1982 δηλαδή, στο μεγάλο φεστιβάλ της Humanité, της εφημερίδας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γαλλίας, τότε που η Humanité μπορούσε να κάνει μεγάλο φεστιβάλ.


Περιηγούμαι το χώρο ακούω φωνές, συνθήματα και πλησιάζω κοντά στο περίπτερο της Χιλής, περίπτερο πολιτικών προσφύγων και φοιτητών και τι να δω…Μια μικροσκοπική πανέμορφη φιγούρα, η Ιζαμπέλ, χαμογελαστή, να περιστοιχίζεται από τους πατριώτες της, οι οποίοι φώναζαν ένα μόνο σύνθημα.

Πρεζιντέντ Αλλιέντε, πρεζέντε!
Ο πρόεδρος Αλλιέντε είναι παρών δηλαδή…
 
 
Φορούσε θυμάμαι η Ιζαμπέλ ένα σάλι, μια σάρπα τυλιγμένη γύρω της, όπως αυτή που φορά στη φωτογραφία, και χαμογελούσε γλυκά, στους συμπατριώτες της, οι οποίοι αποθέωναν τη διάσημη συγγραφέα αλλά και την συγγενή του νεκρού τους προέδρου.


Και αυτή ακίνητη, να μη μιλά, να το δέχεται.

Salvador και Isabel del Sagrado Corazon de Chile!
Σαλβαντόρ και Ιζαμπέλ, της Αγίας Καρδίας της Χιλής…


Αναρτήθηκε σήμερα το πρωί στο fb με αφορμή την επέτειο του θανάτου του Προέδρου Αλλιέντε

ΥΓ Αντιγράφω το σχόλιο της More Faith
 
Την Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 1973 γίνεται συγχρονισμένη επίθεση από ξηρά και αέρα στο προεδρικό μέγαρο. Η δημοκρατία καταλύεται και στην εξουσία ανεβαίνει ο Πινοτσέτ. Λέγεται ότι ο Αλιέντε αυτοκτόνησε κατά την είσοδο των στρατιωτών στο προεδρι.κό μέγαρο.


Καλημερα.....
 
 
Φωτογραφίες από το ίντερνετ
http://image.absoluteastronomy.com/images/encyclopediaimages/s/st/stamp_salvador_allende.jpg
http://www.theclinic.cl/wp-content/uploads/2010/01/isabel-allende-photo.jpg
http://img.maniadb.com/images/album/118/118686_f_4.jpg

Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2010

Η ταινία «Κράτησέ με» της Λουκίας Ρικάκη, το τυφλό παιχνίδι των δακτύλων και ο Παπαδιαμάντης

Λίγα πράγματα θα μπορούσα να πω για την ταινία της Λουκίας Ρικάκη «Κράτησέ με», που να μην έχουν ήδη ειπωθεί από τους κριτικούς ή από την ευρύτερη κοινότητα των μπλόγκερς, γραφιάδων, φεησμπουκάδων που η σκηνοθέτης να μην τα γνωρίζει και να μην τα έχει ήδη αναρτήσει στα ιστολόγιά της: για τα δύσκολα μονοπάτια που διάλεξε η ταινία, για την περίεργη πρώτη ύλη της που ήταν τα μηνύματα από το διαδίκτυο τριάντα ανθρώπων που είχαν βιώσει την απώλεια, για την εκκεντρικότητα στη χρήση της τεχνολογίας – κάτι που θύμιζε video art - , για την προσήλωση στην ποίηση…


Δεν είναι λίγοι οι χρήστες του φέησμπουκ που είδαν την ταινία και της έγραψαν αφού θεώρησαν ότι η ταινία ήταν σαρξ εκ της σαρκός τους. Τα μηνύματα αυτά και τα σχόλια των θεατών ήλθαν με e-mail, επαληθεύοντας τη φράση που ακούγεται στην ταινία «η ιστορία σήμερα γράφεται με e-mail». Ο καθένας έγραψε με το δικό του τρόπο για την επίδραση που είχε η ταινία πάνω του και για την συγκίνηση που προκάλεσε αυτός ο ασυνήθιστος, ποιητικός και όχι μόνο χειρισμός του θέματος της απώλειας, τις αλληγορίες για το χώρο και τα φτερά των αγγέλων, για αυτή την αριστοτεχνική σύνθεση σε ένα έργο τέχνης, που δεν κλείνει, αλλά συνεχίζεται από τις παρεμβάσεις και τα σχόλια και μετά την ταινία.

Αυτό μάλιστα που ήταν εκκεντρικό και πρωτότυπο όταν γυρίστηκε η ταινία, η συμμετοχή δηλαδή της κοινότητας των τριάντα ανθρώπων που κατέθεσαν τις προσωπικές τους, τόσο διαφορετικές περιπτώσεις απώλειας, αυτό το μοίρασμα της εμπειρίας, το ξέπλυμά της στη συλλογικότητα έχει γίνει πια με ταχύτατους ρυθμούς μια πρακτική ενσωματωμένη στους νέους κώδικες επικοινωνίας του διαδικτύου.

Με αυτή την έννοια λοιπόν θα ήθελα κι εγώ, μια και μια τέτοια προσπάθεια σύνθεσης τείνει το χέρι – και πιστεύω το πετυχαίνει – σε ένα θεατή όχι απλά καταναλωτή ή τιμητή μιας τέχνης που πειραματίζεται με τη ρευστότητα και τα στεγανά, να καταθέσω στο χαρτί (στο χαρτί;;;) κάποιες παρατηρήσεις που ήρθαν στο νου μου σήμερα το πρωί, αφού αργά χτες το βράδυ παιδευόμουν με τα παιχνίδια των δακτύλων των ηρώων του Παπαδιαμάντη, διαπιστώνοντας κάποια κοινά μοτίβα χειρισμού της απώλειας στο διήγημα «’Ερως - ΄Ηρως» του Αλ. Παπαδιαμάντη (όπου ο ήρως Γιωργής υφίσταται εν μια νυκτί την σπαρακτική γι αυτόν απώλεια του παιδικού του έρωτα) και στην ταινία «Κράτησέ με» της Λουκίας Ρικάκη.



Δεν πρόκειται φυσικά για μια συστηματική και συμπαγή παρουσίαση αλλά για σκόρπια συμπεράσματα από την παράλληλη «ανάγνωση» των δύο σωμάτων: του διηγήματος και της ταινίας. Της ταινίας πρώτα στο Δαναό και του διηγήματος, τυχαία χτες το βράδυ μένοντας αργά…Η ανάγνωση του διηγήματος, ομολογώ ενεργοποίησε το αίσθημα που δημιουργεί η ταινία, την συγκίνηση και την παρηγορία μέσα από τις αλλεπάλληλες αφηγήσεις των συμπρωταγωνιστών που προσπαθούν να διαχειριστούν με την αφήγηση και τον «λόγο» το πλήγμα που προκαλεί η απώλεια.



Αν λοιπόν παρατήρησα κάτι σημαντικό σε αυτές τις δύο παράλληλες αναγνώσεις, είναι ότι ο «Λόγος» είναι που με την απώλεια υφίσταται πριν από όλα το πλήγμα. Τεράστιο πλήγμα.

Οι άνθρωποι συντρίβονται, γίνονται δηλαδή πολλά κομμάτια και αποφασίζουν, «αφού δεν υπάρχει φθόγγος», όχι απλά λέξεις - τόσο πολύ έχει κατακερματιστεί και ο λόγος και οι λέξεις - για να εκφράσουν αυτό που υποφέρουν, να κόψουν στην αρχή την επαφή με το περιβάλλον.



Οι ήρωες του «κράτησέ με» έχουν τα μάτια τους δεμένα με ένα μαύρο μαντήλι… ο Γιωργής τα έχει ανοιχτά αλλά σαν δράκος που δεν βλέπει. Το βλέμμα στρέφεται ένδον.

«Θα έλεγες ότι ανέπνεε προς τα έσω, ότι έζη μόνον ζωήν ενδόμυχον»

«Δι’ αυτόν», γράφει ο Παπαδιαμάντης, «δεν υπήρχε πλέον άσμα, ούτε φθόγγος, ούτε ήχος, ικανός να εκφράσει το τι υπέφερε»



Από το ενδόμυχον λοιπόν, από το βαθύτατα προσωπικό, το μέσα του ανθρώπου από όπου θα αναδυθεί ο φθόγγος και τα σύμβολα του λόγου, ξεκινά η βίωση της απώλειας. Πρώτο βήμα. Και πώς, χωρίς όραση θα συνδεθούν τα ένδον συντρίμμια;

Μα από το αρχετυπικό παιχνίδι των δακτύλων.

Οι ήρωες της ταινίας, ψηλαφούν με τα χέρια τους ένα αντικείμενο που δεν γνωρίζουν τι είναι, μια και τα μάτια τους είναι κλειστά: μια πέτρα, ένα μαχαίρι, μια πυραμίδα, μια ξεραμένη ρίζα δέντρου …Η διαδικασία της αφής, της ψηλάφισης, θερμαίνει το αντικείμενο, κάνει αισθητή την υφή του, τον όγκο του, τις διαστάσεις του. Το περιστρέφουν στα χέρια τους, το χαΪδεύουν με τα δάκτυλά τους και στο τέλος συγκροτούν την ταυτότητά του και αρχίζουν να μιλούν.

Η γλώσσα των δακτύλων είναι η αρχή, και μετά αρχίζει ο μονόλογος, που είναι διακοπτόμενος, συγκινημένος, αλλά η αφήγηση έχει πάρει το δρόμο της. Η αφήγηση που πάντα νικά την απώλεια. Η αφήγηση που είναι ενοποίηση, θεραπεία, συγκρότηση…


Η συγκρότηση του λόγου από τα σύμβολά του γίνεται αισθητή στην ταινία, στον σπαρακτικό μονόλογο της πρωταγωνίστριας στη νοηματική γλώσσα. Το αίσθημα, το κλάμα, γίνεται κίνηση του σώματος, κίνηση της έκφρασης, και χωρίς να είναι ακόμα προφορικός λόγος είναι εν τούτοις επικοινωνία, επικοινωνία ενδόμυχη, προς τον βωβό και κωφό παππού, προς τον νεκρό παππού που χάθηκε…



Το παιχνίδι των δακτύλων λοιπόν, οι χειρονομίες…



Με τον ίδιο τρόπο, στην αρχή της ιστορίας, εν τω μέσω του βαθυτάτου πόνου του, όταν θα αρχίζει να απεργάζεται την εκδίκηση, ο Γιωργής, ένα παιχνίδι δακτύλων φέρνει στο νου του, ένα παιχνίδι δακτύλων τον «δείκτη», που συνήθιζε να παίζει με την Αρχοντούλα, την παιδική του αγάπη:



«Και άλλοτε πάλιν έπαιζαν οι δύο τους “τον δείχτην”, οπού ήτον μία απλή κόκκινη κλωστή, μεταβαλλομένη τεχνηέντως εις την χείρα της μικράς πότε εις πριόνι, πότε εις καράβι, πότε εις τραπέζι, πότε εις τυλιγάδι και εις αργαλειόν.

Και πάλιν άλλοτε έπαιζαν, εκείνη με τα δύο χέρια της, αυτός με το έν δάχτυλον του, το “Δώ' μ' φωτίτσα — έλα παραπανίτσα”, οπότε, καθώς ανέβαινε με το δάκτυλόν του εις το τελευταίον σκαλοπάτι, το σκυλί, το οποίον ενήδρευεν από μέσα από τας δύο παλάμας της, οπού παρίστων

οικίαν, και τα συνημμένα δάκτυλα της σκάλαν, τον έπιανε και τον εδάγκανε και τον εκυνηγούσε, γαύ! γαύ! Ώ της αθώας παιδιάς, οπού είναι κρίμα να μην είναι τις ακόμη παιδί διά να την παίξη!»



Εν αρχή ην ο λόγος…ο λόγος ο άναρθρος…ο λόγος ο σκοτεινός…το τεχνούργημα της τυφλής φαντασίας…η λέξη σύμβολο…η πανίσχυρη λέξη…



Το φως του λόγου στέκεται απέναντι στην απώλεια…η δύναμη των λέξεων, μετά που οι αφηγητές τις αγγίζουν, τις χαϊδεύουν όπως την πέτρα σε σχήμα καρδιάς που μαζεύει η πρωταγωνίστρια από τη θάλασσα, τις λειαίνουν, τόσο που αρχίζουν σιγά σιγά να λάμπουν…

Κυριακή 2 Μαΐου 2010

Η ψήφος των γυναικών, οι χάρτες της ερήμου και χαμένες ταυτότητες πίσω από ονόματα

Για τη Ρίτσα Μασούρα,  αφιερωμένο

 «Στη γνωστή κινηματογραφική ταινία «Ο Άγγλος Ασθενής», Βρετανοί στρατιώτες σημαδεύουν κουκίδες πάνω σε χάρτη, όταν ο ένας ρωτά:
«Μπορούμε, όμως, να διασχίσουμε αυτά τα βουνά;» και ο διπλανός του απαντά:
«Ο χάρτης Μπελ δείχνει ότι μπορούμε», για να προσθέσει: «Ας ελπίσουμε ο κύριος να έχει δίκιο». (7)

Κανονικά θα προσπερνούσαμε αδιάφορα αυτή τη στιχομυθία, περιθωριακή  άλλωστε για την ταινία που έχει θέμα τις αναμνήσεις του "ασθενούς" Ραλφ Φιν, τον έρωτα της ζωής του την Κριστίν Σκοτ Τόμας και την στοργική - και πανέμορφη νοσοκόμα - θεραπεύτρια Ζακλίν Μπινός.  Κι όμως, πίσω από αυτή τη σκηνή στο περιθώριο της ταινίας - μια ταινίας όπου ο ήρωας έχει χάσει το πρόσωπό του και ίσως ένα μέρος της ταυτότητάς του, γράφεται ο απόηχος μιας άλλης τραγικής ιστορίας, μιας άλλης εξαφάνισης προσώπου, της  απώλειας ταυτότητας  του "κυρίου"  Μπελ, του προσώπου πίσω από το όνομα.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή:


Το καλοκαίρι του 1908 ο λόρδος Curzon, πρώην Αντιβασιλεύς των Ινδιών  και ο William Cremer,  πρώην συνδικαλιστής, βουλευτής των Εργατικών, φιλειρηνιστής και κάτοχος του Βραβείου Νόμπελ Ειρήνης (1903) ενώνουν τις δυνάμεις τους και δραστηριοποιούνται σε ένα κοινωνικό ζήτημα που έχει ανακύψει εκείνη την εποχή. Πρόκειται για το δικαίωμα των γυναικών στην Ψήφο,  κάτι που οι γυναίκες έχουν αρχίσει να διεκδικούν.

Οι δύο κύριοι δεν δραστηριοποιούνται βέβαια για να υποστηρίξουν το δικαίωμα των γυναικών να ψηφίζουν. Ο ένας από αυτούς μάλιστα, ο William Cremer, έχει  εκφραστεί δημοσίως για τις γυναίκες λέγοντας ότι είναι ανόητες, ανώριμες, συναισθηματικά ασταθείς και δεν ενδιαφέρονται πραγματικά για τα κοινά.
Έλα όμως που θεωρούν ότι για να έχει αποτέλεσμα η προσπάθειά τους πρέπει να βάλουν μια γυναίκα επί κεφαλής!  Προσεγγίζουν λοιπόν τη διάσημη συγγραφέα Μαίρη Αυγούστα Γουώρντ (1), έντονο κοινωνικό έργο για την εξάλειψη της φτώχειας και την κατάργηση των ανισοτήτων  και της ζητούν να ηγηθεί ενός κινήματος εναντίον της ψήφου των γυναικών.


Η κυρία Μαίρη Αυγούστα Γουώρντ
Η Μαίρη Γουώρντ δέχτηκε την πρόταση και γίνεται πρόεδρος της περίφημης ένωσης με το  όνομα Anti suffrage League.

Γιατί όμως δέχτηκε η Μαίρη Γουώρντ;

Πώς μια γυναίκα που ήταν μορφωμένη όχι μόνο γιατί ήταν κόρη πανεπιστημιακού και σύζυγος πανεπιστημιακού θεώρησε ότι οι όμοιές της δεν έπρεπε να συμμετέχουν στα κοινά;

Το τέλος του 19ου αιώνα και η αρχή του 20ου βρίσκουν τη Βρετανική Αυτοκρατορία να συνεχίζει να επεκτείνεται με νέες κτήσεις και αποικίες. Αλλες δυνάμεις θεωρούν ότι δεν έχουν αρκετό μερίδιο στην διανομή των νέων εδαφών και η σκιά του πολέμου απλώνεται στην Ευρώπη. Η  Μαίρη παρακολουθεί  την ανάπτυξη της χώρας με τρόμο. Τη θεωρεί άλμα το κενό  και δεν έχει και τόσο άδικο γιατί αυξάνονται η ευθύνες για τη διατήρηση των εδαφών και τα προβλήματα για τη διαχείριση και τη διοίκηση γίνονται είναι όλο και πιο πολύπλοκα.

Το πρώτο από τα προβλήματα που σκέφτηκε να λύσει ήταν η ανισότητα στην εκπαίδευση.
Το άλλο ήταν η φασαρία με την Ψήφο των γυναικών.

Μια και μιλάμε για ανισότητα στην εκπαίδευση μου έρχεται αυτομάτως στο νου μια σκηνή που περιγράφει η Βιρτζίνια Γουλφ στο «΄Ενα δικό σου δωμάτιο».

Πρόκειται για τη σκηνή της αποπομπής της σπουδαίας αυτής συγγραφέως από τον περίβολο ενός Κολλεγίου της Οξφόρδης. Παρασυρμένη από την αναταραχή των σκέψεων στο μυαλό της, μια και σκεφτόταν κάτι που σκόπευε να γράψει για τον Θάκεραι, πάτησε κατά λάθος το πράσινο γρασίδι που προορίζονταν για τους καθηγητές και τους άρρενες σπουδαστές του Κολλεγίου. Όχι μόνο δεν την άφησαν να μπει στη βιβλιοθήκη για να εξακριβώσει αν οι αλλαγές σε ένα χειρόγραφο του Θάκεραι έγιναν προς όφελος του ύφους ή του νοήματος - απόλυτα σεβαστός προβληματισμός εάν επρόκειτο για έναν άνδρα πανεπιστημιακό - αλλά την έδιωξαν και από τον περίβολο.

Η Μαίρη Γουώρντ δεν θέλει να το δει αυτό. Δεν θέλει να δει την ανισότητα που υπάρχει στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση και τις άλλες αδικίες ανάμεσα στα  δυο φύλα. Ίσως θεωρεί ότι η στελέχωση των αποικιακών υπηρεσιών με μεσαίους και κατώτερους υπαλλήλους επείγει περισσότερο για τη διατήρηση των εδαφών και τον εκπολιτισμό των «αγρίων». Όσο για την αγωνία των γυναικών να αναδείξουν τα δικά τους θέματα σε μια ακμάζουσα αυτοκρατορία, είναι μάλλον αφορμή για να τους πει να γυρίσουν «Στο Σπίτι».

Ποιο Σπίτι;
Στο Σπίτι έλεγαν το χώρο των συγκεντρώσεων κατά της ψήφου των γυναικών.


Καρτ - ποστάλ εναντίον του δικαιώματος της ψήφου των γυναικών


«Τα προβλήματα αυτά είναι προβλήματα των ανδρών και μπορούν να λυθούν μόνο από το μόχθο και την ειδική γνώση των ανδρών οι οποίοι φέρουν αυτό το φορτίο και πρέπει να αφεθούν απερίσπαστοι να τα λύσουν χωρίς να παρεμποδίζονται από την πολιτική απειρία των γυναικών»¨
Γράφει στους Τάιμς (2) στις 27 Φεβρουαρίου του 1909

Είχε μάλιστα τολμήσει να υπερασπιστεί αυτές τις απόψεις στο μοναδικό κολλέγιο θηλέων του Καίμπριτζ το Girton και φυσικά εισέπραξε έκπληκτη (;) τις αποδοκιμασίες του ακροατηρίου. Αυτό που εντυπωσιάζει δεν είναι ότι  την αποδοκίμασαν, αλλά το ότι η Μαίρη εξεπλάγη γιατί πίστευε ότι έχει δίκιο.

Η Μαίρη Γουώρντ δεν ήταν βέβαια η μόνη γυναίκα που υποστήριζε αυτές τις θέσεις Επιφανές μέλος της Λίγκας εναντίον της ψήφου των γυναικών ήταν η κυρία Γερτρούδη Μπελ (3). Η Γερτρούδη Μπελ ήταν απόφοιτος της Οξφόρδης στην Ιστορία νομίζω η πρώτη γυναίκα απόφοιτος, γνωστή για τη δράση της στη Μέση Ανατολή (4) όπου είχε "εργαστεί"  ως κατάσκοπος των Βρετανικών Μυστικών Υπηρεσιών, ως διπλωμάτης και ως αρχαιολόγος. Η Μπελ ήταν η μεταφράστρια του Πέρση ποιητή Χαβίζ (5) και επίσης σπουδαία χαρτογράφος – εκείνη ήταν που είχε χαρτογραφήσει τους χάρτες της ερήμου του Ιράκ. Η Μπελ μαζί με το Λώρενς της Αραβίας βρίσκονταν πίσω από την ίδρυση της Χασεμιτικής δυναστείας στην Ιορδανία και πίσω από την ίδρυση του κράτους του Ιράκ. Λέγεται μάλιστα ότι αυτή κρυβόταν πίσω από την εξέγερση των Αράβων κατά το 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο.



Η Γερτρούδη Μπελ στο Ιρακ το 1909 σε ηλικία 41 ετών

Πώς εξηγείται πάλι αυτό; Μια χειραφετημένη στην πολιτική – αλλά όχι και στην προσωπική της ζωή γυναίκα – αποφασίζει να πείσει τις άλλες, τις όμοιές της, να πάνε σπίτι τους ενώ εκείνη θα συνέχιζε άνετα να συνομιλεί με τους άνδρες φίλους της.
Δεν πρέπει μάλλον να τις θεωρούσε ακριβώς όμοιές της.

Σε ένα εξαιρετικό κείμενο της Ρίτσας Μασούρα στην Καθημερινή (7) , κείμενο που αποτελεί και τη μοναδική αναφορά στα Ελληνικά για τη Γερτρούδη Μπελ, διαβάζουμε γλαφυρότατες περιγραφές για το πώς εκείνη μπορούσε με άνεση να συνομιλεί πίνοντας τσάι με τους άνδρες φίλους της όπως ο Γουίνστον Τσώρτσιλ, ο Τ.Ε. Λώρενς ή τους Άραβες φυλάρχους που της είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη. Είχε βλέπετε το βαθμό του ταγματάρχη στο Βρετανικό στρατό, συμμετείχε με πάθος στις τύχες της Αυτοκρατορίας και του κόσμου αλλά πρέπει ίσως να έφερε βαρέως την ανεξαργύρωτη γυναικεία της ταυτότητα. Δεν δεχόταν να παραχωρηθεί το ελάχιστο δικαίωμα της συμμετοχής στα κοινά στις άλλες γυναίκες.

Δεν είχα την ευκαιρία – εκτός από τις μεταφράσεις κάποιων ποιημάτων του Hafiz - να διαβάσω άλλα κείμενά της. Είμαι της γνώμης όμως, ότι δεν θα χαρακτήριζε τις γυναίκες ανόητες, ανώριμες, και συναισθηματικά ασταθείς όπως ο William Cremer.

Θέλω να πιστεύω πως η Γερτρούδη Μπελ είχε περισσότερο γούστο και στυλ. Δεν αποκλείεται βέβαια να ένιωθε τόσο πλεονεκτικά με τη δική της πνευματική και πολιτική υπεροχή, που ίσως να έκρυβε κάποια περιφρόνηση για τις άλλες γυναίκες.

Ίσως πρέπει να δούμε δίπλα δίπλα τη Μαίρη και τη Γερτρούδη για να καταλάβουμε γιατί αγωνίζονταν να κλείσουν τις γυναίκες στα σπίτια τους.
Το λέω γιατί πιστεύω πως και οι δυο τους δεν είχαν ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς τους με την γυναικεία τους ταυτότητα στην εποχή των κτήσεων και της δόξας της Αυτοκρατορίας. Την εποχή που έκανε τη Βιρτζίνια Γουλφ να γράφει για την υποθετική αδελφή του Σαίξπηρ, που είχε περισσότερο ταλέντο από τον αδελφό της, αλλά που οι συνθήκες την έκαναν όταν έφτασε στο Λονδίνο για να βρει την τύχη της ως θεατρικός συγγραφεύς, να χαθεί  για πάντα μια και σαν νέα και μόνη κοπέλα χωρίς εισοδήματα, βρέθηκε ανυπεράσπιστη  και σκεπάστηκε από το σκοτάδι και τη βουή των κακόφημων δρόμων  της πρωτεύουσας. Όπως και η Βιρτζίνια,  η Μαίρη και η Γερτρούδη παιδεύονται από αυτή τη γυναικεία τους  ταυτότητα. Με αντιφατικό και διαφορετικό τρόπο η καθεμία, ώσπου με διαφορετικό τρόπο, οι δυο τελευταίες  αποφασίζουν να την απεμπολήσουν.

Και το κάνουν αυτό η μια αποδεχόμενη τον τέλειο ρόλο της συζύγου και η άλλη αποφασίζοντας ανύπαντρη και ανέραστη να βγει μαχητικά στον πολιτικό στίβο.

Η Μαίρη Γουώρντ, αθόρυβα αλλά αποτελεσματικά, αποσύρεται στο συζυγικό της ρόλο με τόσο ακραίο τρόπο σε σημείο να γίνει αόρατη και χωρίς όνομα. Υπογράφει δηλαδή με το ονοματεπώνυμο του συζύγου της: Κυρία Χάμφρευ Γουάρντ.

Αφαιρεί το Μαίρη δηλαδή από το όνομά της και γίνεται η κυρία του Κυρίου. Αντρικό όνομα, γενική κτητική.

Για την Γερτρούδη, διαβάσαμε στο άρθρο της Ρίτσας Μασούρα την περιθωριακή – αλλά πολύ ενδιαφέρουσα - αναφορά από την ταινία Άγγλος Ασθενής στην αρχή της ανάρτησης με τους δυο Βρετανούς στρατιώτες να συζητούν:
«Ο χάρτης Μπελ δείχνει ότι μπορούμε. Ας ελπίσουμε ο κύριος να έχει δίκιο».

Μπορεί το λάθος αυτό να ξέφυγε από τους δημιουργούς της ταινίας. Κάποιοι είπαν ότι ήταν ηθελημένο. Γεγονός είναι πάντως ότι οι δυο φαντάροι δεν θα μπορούσαν να διανοηθούν ότι μια γυναίκα είχε διασχίσει την έρημο του Ιράκ και είχε περάσει όλη της τη ζωή με μηχανορραφίες, κατασκοπεία, και υποκίνηση εξεγέρσεων στην Ανατολή. Ηθελε να έχει τον έλεγχο και την εξουσία - πραγματική και συμβολική - στις χώρες της ερήμου. Γιατί τι άλλο παρά συμβολικός έλεγχος των αχανών εκτάσεων της ερήμου δεν ήταν η χαρτογράφησή τους; (6).

Και τώρα η άμμος της λήθης αφήνει στο διάλογο των συμπατριωτών της, αυτών στους οποίους έπρεπε να εμπιστεύεται το έθνος τις τύχες του, μόνο ένα όνομα ο χάρτης Μπελ – όχι πια το δικό της - και μια άλλη ταυτότητα: αυτός ο κύριος.


Ταγματάρχης Μπελ λοιπόν. Ένας από αυτούς.





Ένας χάρτης της Γερτρούδης Μπελ. Η διαδρομή της είναι σημειωμένη με κόκκινο
(1) http://en.wikipedia.org/wiki/Mary_Augusta_Ward
(2) http://www.spartacus.schoolnet.co.uk/Wward.htm

(3) http://en.wikipedia.org/wiki/Gertrude_Bell
(4)James Buchan, ‘Miss Bell lies in the sand. The Extraordinary life of Gertrude Bell” στο

http://www.guardian.co.uk/world/2003/mar/12/iraq.jamesbuchan

(5)Ο Σέρολκ Χολμς, μια φθαρμένη γραφομηχανή και ο Πέρσης ποιητής Χαβίζ στο http://waxtablets.blogspot.com/2008/08/blog-post_17.html

(6) Εd. Said, Οριενταλισμός Η πιο προκλητική σύγχρονη πολιτισμική μελέτη: Μια έντονη πολεμική της αντιμετώπισης που παραδοσιακά επιφυλάσσει η Δύση στην Ανατολή, Μετάφραση Φώτης Τερζάκης, εκδόσεις Νεφέλη 1996

(7) Ρίτσα Μασούρα, Πρόσωπα, εφημερίδα Καθημερινή στο http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_24/06/2007_231537

Οι χάρτες της Γερτρούδης Μπελ στο

http://www.presscom.co.uk/ammap/amumap.html
(8) http://richkleber.com/family/rich/moviereviews/moviereviews/movieimages/englishpatient.jpg
(9) http://a0.vox.com/6a00c225240649549d00d4141e3c30685e-500pi
ΥΓ. (είχα αναρτήσει πριν δυο χρόνια ένα ποστ με τίτλο ¨Η ψήφος των γυναικών, οι χάρτες της ερήμου και η "υπόθεση ταυτότητας" της Γερτρούδης Μπελ". Είχα την ευκαιρία να σκεφτώ περισσότερο και να ξαναδουλέψω το κείμενο με σκοπό να το μεταφράσω  για την αγγλόφωνη εκδοχή των Πινακίδων από Κερί. Κατά την αναθεώρηση αυτή είδα με διαφορετικό φως κάποια θέματα, για αυτό και αποφάσισα να ξαναγράψω σχεδόν όλο το κείμενο από την αρχή)

Τετάρτη 21 Απριλίου 2010

Ζάχαρη στο τσάι σας: όνειρα σε άλλη γλώσσα – ΙΙ



Κάποιος γνωστός δημοσιογράφος είπε ότι αν στη θεματολογία μιας εφημερίδας μπει η Κύπρος, αυτό αποτελεί εγγύηση για τη μείωση της κυκλοφορίας της κατά 30 με 40 τοις εκατό. Αυτή τη στιγμή μου διαφεύγει το όνομά του.

Οι λόγοι είναι πολλοί και δεν είναι του παρόντος να τους αναλύσουμε. Κυρίως θα τους αναζητήσουμε στις αποκλίνουσες διαθέσεις Ελλαδιτών και Κυπρίων μετά την Μεταπολίτευση. Οι μεν ήθελαν να ζήσουν τις ευφρόσυνες συνέπειες της απαλλαγής από τη δικτατορία, οι δε βίωναν τις συνέπειες της εισβολής, των εκτοπίσεων, των αγνοούμενων…Αυτό ήταν η αιτία του χάσματος που κρύβεται πίσω από τη δυσθυμία της πλειοψηφίας των συμπολιτών μας να ακούσουν για την Κύπρο. Και παρά την συναισθηματική εγγύτητα στην οποία είχαμε βρεθεί πριν την Ανεξαρτησία της Κύπρου, τώρα, η αναφορά στο Κυπριακό προκαλεί μια ανομολόγητη συχνά ενόχληση, σε αρκετούς από μας. Για να μην πούμε για το σχέδιο Ανάν και τη γνωστή πάλι διάθεση να κλείσει το θέμα.

Για το λόγο αυτό, μου προκάλεσε έκπληξη που η Λουκία Ρικάκη επέλεξε σαν χώρο για μια ταινία – ντοκυμαντέρ με θέμα την συνύπαρξη μικρών μαθητών – μεταναστών σε ένα σχολείο σε μια χώρα υποδοχής και την προσπάθεια – τον μόχθο καλύτερα της εκπαιδευτικής κοινότητας να τα αγκαλιάσει, να τα μορφώσει, να τα εντάξει, να τα αγαπήσει, κοντά στην νεκρή ζώνη της Πράσινης Γραμμής στη Λευκωσία της Κύπρου.


Το θέμα ούτως ή άλλως δύσκολο και ευαίσθητο και η Κυπριακή συνθήκη το έκανε ακόμα δυσκολότερο, μια και στα πλάνα φαινόταν καθαρά η Τουρκοκυπριακή σημαία να ανεμίζει στον Πενταδάκτυλο, κάποτε σκηνές από την εισβολή (από την ταινία του Κακογιάννη υποθέτω) , τα έρημα σπίτια στη νεκρή ζώνη, ερειπωμένα σπίτια από τα κατεχόμενα, το φυλάκιο στην οδό Λήδρας…Σκηνές έντονα  καθαρά Κυπριακές που πιστεύω όμως ότι όχι μόνο δεν ήταν τροχοπέδη στην εκδίπλωση του θέματος της υποδοχής των προσφύγων, αλλά αντιθέτως έδωσε το δικό μας βιωματικό ανάλογο. Πόλεμος, καταστροφή, ξεριζωμός – αυτά έχουν συμβεί και σε μας αλλά και αντίστροφα δια στόματος των μεταναστών που έρχονταν από χώρες όπου συνέβησαν πολεμικές συρράξεις – «αυτό έχει συμβεί και σε μας», μπορούμε να τους καταλάβουμε τους Κυπραίους.
Η Κυπριακή ιδιαιτερότητα δημιούργησε δηλαδή το κοινό τραυματικό παρελθόν από όπου παρά την οικονομική ανάπτυξη η Κύπρος δεν έχει ακόμα συνέλθει. Και η Κυπριακή ιδιομορφία, η πολυπλοκότητα της ιστορίας της - αποικιοκρατία, αγώνες για Ένωση, ανεξαρτησία, πραξικόπημα εισβολή - δύσκολα προσλαμβάνονται από τον «ξένο» αλλά και πάλι κάτι καταλαβαίνει και με τον τρόπο του προσπαθεί να προσλάβει και να το αφηγηθεί.

Πριν την ταινία είχα γράψει για το συναίσθημα επιστροφής στην παιδική ηλικία που μου προκάλεσε η επίσκεψη στο σχολείο της Φανερωμένης στην Κύπρο και την μάταιη – στιγμιαία – αίσθηση της ανάκτησης του χαμένου χρόνου. Με αυτές τις προϋποθέσεις πήγα να δω την ταινία, ελπίζοντας και πάλι σε μια παρόμοια αίσθηση και με θετική διάθεση φυσικά για όλα τα άλλα, τα εύθυμα και καλοπροαίρετα στιγμιότυπα του τρέηλερ για την «κυρία που βγάζει κάμερα».

Θέλω να σας πω πως η ταινία με πήγε πέρα από τις προσδοκίες μου. Με πήγε μπροστά στη ζωντανή πραγματικότητα του παρόντος.
Λυτρωτικές και αλλεπάλληλες αφηγήσεις των παιδιών. Οι ιστορίες τους, επικαλύπτονταν. Σε διάφορες γλώσσες η ιστορία της προσφυγιάς, της δυστυχίας του δεν έχει γυρισμό.
Οι γονείς που ξεδιπλώνουν μπροστά στο φακό την ταλαιπωρία τους, την αγωνία τους αλλά και τα παιδιά που έχουν ζήσει την προσαγωγή του πατέρα στην αστυνομία, την καχυποψία των ντόπιων, την εχθρότητα άλλων παιδιών, όλων αυτών που θεωρούν ότι ο ξένος είναι παρείσακτος…
Και το σχολείο, μια μικρή Πολιτεία, μια αγκαλιά όπου τα παιδιά θα νιώσουν ότι συνυπάρχουν, ότι ανήκουν, ότι τα αγαπούν και όπου τα αποδέχονται για αυτό που είναι. Διαφορετικά, πολύχρωμα.
Δεν θα σταθώ στα μαθήματα, στα παιχνίδια, στα αστεία… αυτά που κάνουν ζωντανό ένα σχολείο αλλά πρώτα από όλα στη δύναμη των αφηγήσεων, της περιγραφής της καινούργιας ζωής και των ερμηνειών που έδιναν. Ο καθείς και η δική του και η κάθε εκδοχή πολύτιμη. Πώς τα μαλάκωσε η κυρία που βγάζει κάμερα, πώς τα ξεκλείδωσε και τα έκανε να την εμπιστευτούν και να της μιλήσουν;


Από την Περβίν την Τουρκάλα που το έσκασε από τη χώρα της για να μπορέσει να πάει σχολείο και γράφει σε ένα τετράδιο με τη βοήθεια της δασκάλας της την ιστορία της – η ιστορία που τελικά θα πάρει το βραβείο Unesco για την Κύπρο – και που θα κάνει τη δασκάλα να αναθεωρήσει τις απόψεις της για τον ίδιο της το ρόλο. Η δασκάλα που επένδυσε εμπιστοσύνη στο κορίτσι αυτό – πίστεψε δηλαδή ότι η ιστορία του έχει αξία - για να το κάνει να αφηγηθεί, μετέφρασε με τη βοήθεια μιας συμμαθήτριας το κείμενο για να την καταλάβει και στο τέλος εκτός από τα βήματα της Περβίν να ενταχθεί, η ίδια παραδέχεται ότι από αυτή την εμπειρία έχει μετατοπιστεί


Αυτό το θεωρώ ως τη μεγαλειώδη στιγμή της ταινίας. Αυτή την ομολογία που γίνεται ακόμα σημαντικότερη, όταν η δασκάλα παραδέχεται ότι δεν ξέρει αν μπορεί να ξαναδιδάξει ιστορία. Για τα παιδιά αυτά που το καθένα τους είναι φορέας και μιας διαφορετικής μαρτυρίας αναταραχών, συγκρούσεων – «ιστορία είναι ότι αναπαύει το κάθε παιδί».



Αγάπη, αποδοχή του άλλου, αποδοχή της διαφοράς.

Το μάθημα των θρησκευτικών, όπου οι μαθητές χωρίς φόβο καλούνται να καταθέσουν τις απόψεις τους για το αν υπάρχει ψυχή, αν υπάρχει μετά θάνατον ζωή και τόσα άλλα και όπου ακούγονται με σεβασμό από τη δασκάλα όλων των λογιών οι μυθολογίες με κυρίαρχη τη μετεμψύχωση προς μια κατάσταση οικονομικής ευμάρειας όπου όλοι θα μεταβούν οικογενειακώς, οι προτροπές του διευθυντή να μη φοβούνται κανένα Θεό μπαμπούλα και τιμωρό και η επίσκεψη στο τζαμί όπου παρακολουθούν με περιέργεια την προσευχή των ‘άλλων» , οι οποίοι άλλοι είναι πρόθυμοι να δώσουν στη δασκάλα αφειδώς εξηγήσεις και ερμηνείες στα τελετουργικά… είναι επίσης από τις πιο δυνατές στιγμές της ταινίας.

Δεν είναι τέλεια τα πράγματα και η κοινωνία δεν είναι μόνο το σχολείο. Η πίκρα των παιδιών για την απόρριψη εκφράζεται, αλλά και το πείσμα για τη διατήρηση της ταυτότητάς τους.


«Είμαι αυτός που είμαι και δεν θα αλλάξω για κανέναν» δηλώνει ένας μικρός μαθητής από τη Ρωσία.
«Όταν κοιμάμαι ονειρεύομαι Αρμένικα» δηλώνει ο Ραφαέλος από τη Γεωργία.

Να ζεις στο παρόν, να κοιτάς μπροστά σου αλλά να αντλείς τη δύναμη από αυτό που είσαι. Αυτό είναι για μένα το στοίχημα αυτού του εγχειρήματος.
Η μικρή Βαβέλ των ονείρων της Φανερωμένης να μην είναι απαραίτητα μοναξιά και απομόνωση. Να είναι δημιουργία, πολυμορφία, σύνθεση μέσα από την Ύβρη – πάντα η Βαβέλ ήταν πρόκληση για την αντοχή και την ανοχή μας στη διαφορά.

Η ταινία της Λουκίας Ρικάκη ήταν μια υπέροχη σπουδή στην επικοινωνία, στην κατανόηση στο μόχθο της αγάπης με τέτοια ευαισθησία και χιούμορ που κατάφερε καταρχήν εμάς τους θεατές της μιας βραδιάς να βάλουμε αυτά τα παιδιά στην καρδιά μας.

Ο άνθρωπος είναι σαν ένας κύβος ζάχαρη. Τον βάζεις στο τσάι σου και νομίζεις ότι του δίνει γεύση. Όταν όμως το καταλάβεις έχεις πια λιώσει.

Αυτά είναι τα λόγια της Περβίν.

Η ιστορία της Φανερωμένης είχε γεύση. Ήταν γλυκιά και πικρή. Είχε ουσία είχε θάρρος ειλικρίνεια και ανθρωπιά. Αξίζει που λιώσατε κυρία Ρικάκη!




Πηγές εικόνων από το Ίντερνετ:
http://lh5.ggpht.com/_TXdnLKoYLHQ/Ss6la0Z3NqI/AAAAAAAAATU/tty57198Ck0/s800/hot-tea-540x380-thumb-500x351.jpg
https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhTbvmjDXzPgSl0s6-3R0aSPVp8d0rrY3KA03RPRG-bY-bWkHoCihxjFS9J9KjqECyUhhP6fdhJFhvT21bsx2mBMxRkepSNTDfYDHUeLshgPa2YQcdxCk28CKz5Fd0DPSVnO_WEWVfM_R1r/s400/IMG_2086pervin.jpg

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEi06pH4nMRxruD7Q8XpWSIYDWivpYmjcwHJG54E7D9BaaYYBeDywRprw7PBzmQzaKBnDCKFmaIT9TPBAQZEQHrcb6hStZTjwyoPj9q3pRuXEc7KnqPlJjuRTtj9E0d8fD5KU1bsoFSTTBwH/s400/IMG_3232music.jpg
https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjiXPkbowW659NB0bbpLwh_Ih-DFpS5xBgwVybppNmnNC9-q0FFLeAi6HXWR-xjArWf1umJh5LspIUegSgbZ2c8M6cuW2rqTR72C5djdqDEVNMWhNX8bP5cRrQ3kawIrfMDOr0_PNSSKURP/s400/IMG_0867pervin.jpg
https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEiU1XcSX81WrkqH6BUpfGogXZ7V_EN09l71T1YWO3wI8_BoGMKCCdF9worlP59xROP1RZkocIV8O2q3tdwraAAZoDk8yB10vBp5pDCcg2O91H9peibaZ2Lty-zZPg8wesz0AV8Ee26aIie8/s400/IMG_3104froso.jpg
https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjEej8KS_wXuiScDmxWKQqQ3oHgACP5XLOKWieyfPOxWbX_PynxNMYbU6zv-9dNdX4t8l_ZfL4wiLLn14XKJ7Xul4jZ4p6WvAzQuSQe2VhGoYv4aAcV7248bAhOQB7oWinQYPSF4ZLjeqsq/s400/6%CE%9F%CE%9D%CE%95%CE%99%CE%A1%CE%91+copy.jpg
http://farm3.static.flickr.com/2341/1981391685_c5a956a44f.jpg

Κυριακή 11 Απριλίου 2010

Όνειρα σε άλλη γλώσσα


Πριν μερικούς μήνες, ήμουν στη Λευκωσία, και περνώντας έξω από το σχολείο της Φανερωμένης, μπήκα απρόσκλητη…Το χούι του εκπαιδευτικού βλέπετε…



Μου εντυπωσίασαν οι επιγραφές στις αίθουσες οι ζωγραφιές των παιδιών στα ταμπλώ. Κρυφάκουσα λίγο ένα μάθημα Χημείας…είδα τους τύπους στον πίνακα και ένοιωσα το ουφ των παιδιών.






Το κτίριο της Φανερωμένης, κάποτε Γυμνάσιο Θηλέων νομίζω, είχε στα μάτια μου ένα παράξενο κύρος, κάτι σαν δεκαετία του εξήντα στην Ελλάδα. Μου θύμισε τα παιδικά μου χρόνια όπως κανένα σχολείο στην Ελλάδα δεν μπορεί.




Δεν ρώτησα τίποτε περισσότερο, έβγαλα κάποιες φωτογραφίες και έφυγα συγκινημένη.




Τώρα, με έκπληξη μαθαίνω ότι εκεί γίνεται ένα θαύμα σε πολλές γλώσσες.

¨
Εννοώ το θαύμα ή το όνειρο για τους τριακόσιους μικρούς μαθητές του σχολείου  και την ταινία "Όνειρα σε άλλη γλώσσα" της Λουκίας Ρικάκη που προβάλλεται στην ταινιοθήκη της Ελλάδος Παρασκευή 16 Απριλίου και Δευτέρα 19 Απριλίου στις 10:10 μ.μ

 (Η διεύθυνση είναι Ιερά Οδός 48 και Μεγάλου Αλεξάνδρου 134-136)

Δείτε ακόμα:
 http://breathofairfilm.blogspot.com/
http://waxtablets.blogspot.com/2009/09/blog-post.html

Κυριακή 4 Απριλίου 2010

Η παράξενη αγάπη των κηπουρών για τους κήπους τους



Ο Τζάστιν Κουέηλ (Ralph Fiennes)  στην ταινία του Fermando Meirelles «O Επίμονος Κηπουρός (που βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Τζον Λε Καρρέ) είναι ένας διπλωμάτης στην Βρετανική Πρεσβεία στο Ναϊρόμπι. Ο Τζάστιν είναι τρελά ερωτευμένος με τη γυναίκα του,  την Τέσσα (Rachel Weisz), ακτιβίστρια και προστάτιδα των κατοίκων της χώρας στην οποία ζουν.

Ο Τζάστιν εκτός από την Τέσσα έχει άλλη μια μεγάλη αγάπη: τον κήπο του. Τον φροντίζει με αφοσίωση, τον προσέχει σαν να είναι παιδί του.  Σαν χαρακτήρας ίσως να μην τραβούσε ποτέ την προσοχή μας, αν η δολοφονία της γυναίκας του και ενός συντρόφου της σε μια αποστολή δεν τον αποσπούσαν από την παλαιομοδίτικη και χαμηλών τόνων απασχόλησή του για να τον ρίξουν σε μια τραγική περιπέτεια. Ο Τζάστιν στην ταινία, καταφέρνει, να αποκαλύψει  τη διαπλοκή  της διεφθαρμένης γραφειοκρατείας της χώρας του με το κύκλωμα της φαρμακοβιομηχανίας στην Αφρική.  

Η ταινία του Βραζιλιάνου Meirelles, στην οποία ο Diego – Quemada – Diez ο σκηνοθέτης του “Θέλω να γίνω πιλότος" ήταν τότε οπερατέρ, γυρίστηκε στο Loyangalani,  μια περιοχή κοντά στη λίμνη Τουρκάνα στη Βόρεια Κένυα



και στην παραγκούπολη της Κιμπέρα.


Ο καλοπροαίρετος αρχικά Τζάστιν, που δεν είναι δυνατόν να διανοηθεί την  εμπλοκή και την ανοχή της υπηρεσίας του στα κυκλώματα των παράνομων δοκιμών φαρμάκων για τη φυματίωση  με πειραματόζωα τους κατοίκους της Αφρικής, κυκλώματα που τη δράση τους έχει αρχίσει να αποκαλύπτει η Τέσσα και οι φίλοι της, επιμένει να βρει την άκρη ως το τέλος. Η πορεία αυτή του κηπουρού, από την καθημερινή και ιδιωτική φροντίδα του κήπου στην αναζήτηση απαντήσεων για το θάνατο της γυναίκας του και σιγά στη σύγκρουση με τις δυνάμεις που ενόχλησε η δράση της,  είναι το θέμα της ταινίας. Ο Τζάστιν οδηγείται και αυτός αναπότρεπτα στο θάνατό του, μετά την επιμονή του να φροντίσει με αυτοθυσία, όπως και η Τέσσα το «δημόσιο κήπο».

Το ενδιαφέρον στην ταινία είναι ότι τη μάχη  με το κακό δεν τη δίνει ένας σούπερ ήρωας αλλά ένας φιλήσυχος άνθρωπος, ένας άκακος Βρετανός από καλή οικογένεια, ένας αφοσιωμένος κηπουρός. Αυτή η τελευταία του ιδιότητα, η πιο παρεξηγημένη από όλους γιατί κανείς, παρά μόνο αν το έχει νιώσει δεν μπορεί να μοιραστεί το πάθος και την αφοσίωση ενός κηπουρού για τα άνθη του, την ιδιαίτερη ευαισθησία της ψυχής του που την έχει τάξει να φροντίζει τα όντα που ανήκουν στο βασίλειο των φυτών.


Μια αποκλειστική σχέση, όπου ο ένας ανήκει στον άλλο, όπως συνέβη και με την Έμιλυ Ντίκινσον, που έγκλειστη στον κήπο της φρόντιζε τα κρινάκια, τους ναρκίσους, και τις πεονίες της με παράξενη προσήλωση, καλλιεργώντας ταυτόχρονα τους στίχους της για την αιωνιότητα και κρύβοντάς τους βαθιά ώστε να μην βρεθούν παρά μόνο μετά το θάνατό της. Ίσως, αυτός ο χλοερός τόπος του κηπουρού, γεμάτος μυστήριο αποκαλύπτει άλλες συγγένειες και άλλους προορισμούς. Ίσως ο Τζάστιν και η Έμιλυ να ήταν αφιερωμένοι στο θάνατό τους περισσότερο από όσο μπορούμε εμείς να υποψιαστούμε.



Ίσως
το φυτικό βασίλειο, να είναι,
όπως λέει ο Μπόρις Πάστερνακ *,
ο πιο στενός γείτονας του βασιλείου του θανάτου. Εδώ, στη χλόη ανάμεσα στα δέντρα των νεκροταφείων, μέσα στα βλαστάρια των λουλουδιών που ξεπετάχτηκαν από το χώμα, συγκεντρώνονται, πιθανόν, τα μυστικά της μεταμόρφωσης και τα αινίγματα της ζωής που μας βασανίζουν. Η Μαρία δεν αναγνώρισε από την πρώτη στιγμή τον Ιησού όταν βγήκε από τον τάφο και τον πέρασε για κηπουρό. «Εκείνη δοκούσα ότι ο κηπουρός εστί… »
(*) Μπόρις Πάστερνακ, Δόκτωρ Ζιβάγκο, Μετάφραση Μαρία Τσαντσάνογλου, Εκδόσεις Ποταμός


Πηγές εικόνων από το Ίντερνετ:


http://www.drylandskenya.org/images/n750504799_374172_4278.jpg
http://www.wildlifesafarisinafrica.com/wp-content/uploads/laketurkana1.jpg
http://i165.photobucket.com/albums/u56/franceswoodhams/Kibera.jpg
http://project810.files.wordpress.com/2007/11/1-dickinson.jpg http://www.blogger.com/post-create.g?blogID=6234716624233114493
http://amadeo.blog.com/repository/177540/473218.jpg

http://www.theage.com.au/ffximage/2005/11/17/2_Constant_051116092413370_wideweb__300x375.jpg
http://blogs.cgdev.org/globalhealth/files/2009/08/constant_gardener2.jpg
http://wesmagruder.files.wordpress.com/2009/01/poster1____.jpg