Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατρίσια Χάισμιθ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατρίσια Χάισμιθ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2009

'Ελσα Μοράντε και Πατρίσια Χάισμιθ: η παράξενη αγάπη για τις γάτες

Η Πατρίτσια Χάισμιθ και η Έλσα Μοράντε, αρχόντισσες της λογοτεχνίας, έτρεφαν μια αλλόκοτη – για μας - αγάπη για τις γάτες και ιδιαίτερα τις σιαμαίες. Και μη νομίζετε ότι πρόκειται μόνο για την αμοιβαιότητα αισθημάτων που προβάλλουν οι ζωόφιλοι στα κατοικίδιά τους. Το γεγονός ότι δήλωναν ότι «οι γάτες προσφέρουν στους συγγραφείς κάτι που οι ανθρώπινες συναναστροφές αδυνατούν, τη διακριτική συντροφιά που δεν απαιτεί ανταλλάγματα, (που είναι) ειρηνική και ανήσυχη σαν την ακύμαντη θάλασσα» ας μη μας κάνει να παραβλέπουμε αυτό που εκείνες μπορούσαν να διακρίνουν στα όχι τελείως εξημερωμένα αιλουροειδή. Η Πατρίσια Χάισμιθ μάλιστα, δεν διστάζει στο «εγχειρίδιο του κτηνώδους φόνου για ζωόφιλους» να μετατρέψει το Μινγκ το σιαμέζο γάτο που ζει πολυτελώς στο Ακαπούλκο, σε επίφοβο δολοφόνο, μια και διακρίνει σε αυτόν μια νοσηρή ζήλια για τον εραστή της αφεντικίνας του.

Κάτω από αυτό το βλέμμα, την εκδικητική δηλαδή προοπτική της απόδοσης δικαιοσύνης, η δήθεν αθώα δήλωση της Έλσας Μοράντε ότι «επί της γης οι γάτες εκπροσωπούν τους αγγέλους και οι σιαμέζες τους αρχαγγέλους» αποκτά πλέον αινιγματική σημασία…



Πατρίσια Χάισμιθ

Oι ναυτικοί στα φορτηγά πάντα μια γάτα τρέφουν,
που τη λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί,
κι αυτή, σαν απ' τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι,
περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.



Έλσα Μοράντε

Tα βράδια, όταν η θάλασσα χτυπάει τις λαμαρίνες,
και πολεμάει με δύναμη να σπάσει τα καρφιά,
μέσα στης πλώρης τη βαριά σιγή, που βασανίζει,
είναι γι' αυτούς σα μια γλυκιά γυναίκεια συντροφιά.




Πατρίσια Χάισμιθ


Eίναι περήφανη κι οκνή, καθώς όλες οι γάτες,
κι είναι τα γκρίζα μάτια της γιομάτα ηλεκτρισμό·
κι όπως χαϊδεύουν απαλά τη ράχη της, νομίζεις
πως αναλύεται σ' ένα αργό και ηδονικό σπασμό.





Έλσα Μοράντε


Στο ρεμβασμό και στο θυμό με τη γυναίκα μοιάζει
κι οι ναύτες περισσότερο την αγαπούν γι' αυτό·
κι όταν αργά και ράθυμα στα μάτια τούς κοιτάζει,
θαρρείς έναν παράξενο πως φέρνει πυρετό.




Έλσα Μοράντε


Tης έχουν πάντα στο λαιμό μια μπακιρένια γύρα,
για του σιδέρου την κακήν αρρώστια φυλαχτό,
χωρίς όμως, αλίμονο, ποτέ να κατορθώνουν
να την φυλάξουν απ' το μαύρο θάνατο μ' αυτό.






Γιατί είναι τ' άγρια μάτια της υγρά κι ηλεκτρισμένα
κι έτσι άθελα το σίδερο το μαύρο το τραβά,
κι ουρλιάζοντας τρελαίνεται σ' ένα σημείο κοιτώντας
φέρνοντας δάκρυα σκοτεινά στους ναύτες και βουβά.







Έλσα Μοράντε

Λίγο πριν απ' το θάνατον από τους ναύτες ένας,
―αυτός οπού 'δε πράματα στη ζήση του φριχτά―
χαϊδεύοντάς την, μια στιγμή στα μάτια την κοιτάζει
κι ύστερα μέσ' στη θάλασσα την άγρια την πετά.




Πατρίσια Χάισμιθ



Kαι τότε οι ναύτες, που πολύ σπάνια λυγά η καρδιά τους,
πάνε στην πλώρη να κρυφτούν με την καρδιά σφιχτή,
γεμάτη μια παράξενη πικρία που όλο δαγκώνει,
σαν όταν χάνουμε θερμή γυναίκα αγαπητή.


Οι γάτες των φορτηγών
Νίκος Καββαδίας (Μαραμπού 1990), εκδόσεις ΄Αγρα