ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ !
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχ. Ελληνική Μυθολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχ. Ελληνική Μυθολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2 Δεκεμβρίου 2019

Δεκέμβρης...

Δεκέμβρης
Δεκέμβριος είναι ο δωδέκατος και τελευταίος μήνας του ηλιακού μας έτους, αλλά ο δέκατος μήνας, όπως το λέει και το όνομά του (εκ του λατινικού decem = δέκα), από την πρωτοχρονιά της 1ης Μαρτίου, όταν το έτος των Ρωμαίων ήταν δεκάμηνο.
Στο Αττικό αρχαιοελληνικό ημερολόγιο ήταν ο έβδομος μήνας και ονομαζόταν «Ποσειδεών» ή «Ποσειδών» (16 Δεκ. – 15 Ιαν.), προς τιμήν του θεού της θάλασσας Ποσειδώνα. Αυτόν τον μήνα σύμφωνα με τις δοξασίες των Αρχαίων Αθηναίων, ο Ποσειδώνας με την Τρίαινά του, το σύμβολο της δυνάμεως και εξουσίας, συντάρασσε τις θάλασσες και προκαλούσε μεγάλες τρικυμίες όταν θύμωνε μαζί τους' γεγονός που φοβούνταν ιδιαίτερα για τα ταξίδια τους οι ναυτικοί.
Ως προς την πλευρά της αυστηρότητας ο Ποσειδών μπορεί να συσχετιστεί ως θαλασσινός θεός -προστάτης της θάλασσας- με τον δικό μας Άγιο Νικόλαο, ο οποίος τον αντικατέστησε στην πίστη του λαού. Οι Χριστιανοί ναυτικοί μας θεωρούν ότι οι δύσκολες ώρες της θάλασσας οφείλονται στον θυμωμένο άγιο Νικόλαο που είναι αγριεμένος μαζί τους. Για να τον εξευμενίσουν ρίχνουν στα τρικυμισμένα νερά λάδι από το καντήλι του Αγίου, κόλλυβα από αυτά που στέλνουν στην εκκλησία την ημέρα της γιορτής του, ψίχουλα, άρτο ή και μια μικρή εικόνα του. Τα σκορπούν στη θάλασσα και λέγουν: «Αϊ Νικόλα μου, και πάψε την οργή σου!»
Μία «σύγχρονη» ναυτική παράδοση για τον Αϊ Νικόλα τον Κυβερνήτη απ'τη θαλασσινή Μάνη:
«Τα καράβια και τα καϊκια, στα παλιά χρόνια, ταξίδευαν χωρίς τιμόνι (μόνο σε γαληνεμένη θάλασσα). Τη συγκοινωνία από το Διακόφτι στα Βάτικα, απέναντι, την έκανε ένας περάτης, άγνωστος, που δεν ήταν ντόπιος. Κάθε φορά όμως που σηκωνόταν τρικυμία (πολύ συχνά), το καράβι, χωρίς τιμόνι, τσακιζόταν στους βράχους και οι άνθρωποι πνίγονταν. Ο περάτης όμως δεν πάθαινε τίποτε και κάθε φορά παρουσιαζόταν με νέο καράβι. Ήταν δαίμονας που χαιρόταν για το κακό των ανθρώπων. Ώσπου κάποτε μπήκε επιβάτης και ένας γεράκος, με άσπρα μαλλιά και γένια. Κρατούσε και στο χέρι του ένα παράξενο ξύλο, που πλάταινε προς τα κάτω. Το καΐκι συνάντησε πάλι τρικυμία, οπότε ο γεράκος τρέχει και στερεώνει το ξύλο του στο πίσω μέρος, το κρατάει γερά (ήταν το πρώτο τιμόνι) και κυβέρνησε το πλοίο, ώστε να μην τσακιστεί στα βράχια. Οι άνθρωποι σώθηκαν, κι ο περάτης, από το κακό του εξαφανίστηκε. Την ίδια ώρα εξαφανίστηκε κι ο γεράκος, που ήταν ο άγιος Νικόλαος και νίκησε το δαίμονα, μαθαίνοντας και στους ναυτικούς το τιμόνι.»
Τα δημώδη ονόματα του Δεκεμβρίου είναι: Δεκέ(μ)βρης ή Δεκέμηρης, Γιορτινός (λόγω των πολλών εορτών), Αϊ-Νικολιάτης, Χριστουγεννιάτης, Χριστουγεννάς, Χιονιάς, Ασπρομηνάς κλπ.
Στη ζωή των Ελλήνων αγροτών τρεις είναι οι εμπειρίες που προεξάρχουν: το κρύο, το τέλος της σποράς, και η μείωση του φωτός.
Το κρύο συνδέεται με τρεις κυρίως γιορτές στην αρχή του Δεκέμβρη: της Αγίας Βαρβάρας (4), του Αγίου Σάββα (5) και του Αγίου Νικολάου (6) -τα λεγόμενα Νικολοβάρβαρα. Οι παροιμίες λένε: «Βαρβάρα βαρβαρώνει (το κρύο), Αϊ Σάββας σαβανώνει, Αϊ Νικόλας παραχώνει», «Αγία Βαρβάρα γέννησε (το χιόνι), Αη Σάββας το δέχτει κι Αη Νικόλας έτρεξε να πάει να το δαφτίσει (το βάφτισε χιόνι)».
Αλλά και για τη χρονική εγγύτητα των τριών εορτών λέγεται:
«Αγια Βαρβάρα μίλησε και Σάββας αποκρίθει κι Αγιονικόλας έτρεξε να πάει να λειτουργήσει».
Οι γεωργοί θέλουν να ευχαριστήσουν τα ζώα τους (βόδια, άλογα) για τη βοήθεια που τους προσέφεραν στη σπορά και γι'αυτό τα γιορτάζουν στις 18 Δεκεμβρίου, του Αγίου Μοδέστου (στο συναξάρι του αναφέρεται ότι ανέστησε πολλά ζώα). Οι ζευγάδες ράντιζαν με τον αγιασμό τα σπαρμένα χωράφια, έριχναν κόλλυβα στη γη και τάιζαν τα ζώα τους μ'αυτά, αλλά και με άρτο (ύψωμα).
Ο Δεκέμβριος έχει τις μεγαλύτερες νύχτες. «Του Δεκέμβρη η μέρα, καλημέρα – καλησπέρα», λέει μια παροιμία. Ο Ήλιος έχει τώρα τη μεγαλύτερη απόκλιση νότια του ισημερινού, με αποτέλεσμα το βόρειο ημισφαίριο να φωτίζεται πολύ λιγότερο από το νότιο. Από τις 22 Δεκεμβρίου (μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο), η απόκλιση αρχίζει να λιγοστεύει, οπότε στο βόρειο ημισφαίριο η μέρα μεγαλώνει. Με το Ιουλιανό ημερολόγιο, το χειμερινό ηλιοστάσιο έπεφτε το 19ο αιώνα στις 9 Δεκεμβρίου (Αγ. Άννας). Παρετυμολογώντας, λοιπόν, το όνομα του Αγίου Σπυρίδωνα (12) έλεγαν: «Απ'του αγίου Σπυρίδωνα μεγαλώνει η μέρα κατά ένα σπυρί». Και στις 19 παραμονή του Αγ. Ιγνατίου, που η αύξηση του φωτός ήταν πια σημαντική, έλεγαν: «αύριο είναι ο άγιος Αγνάντιος' αγναντεύει ο ήλιος προς το καλοκαίρι».
Οι ευχές όλη τη διάρκεια του Δεκεμβρίου κυριαρχούν και καθορίζουν τόσο τις άφθονες εορτές του μήνα, όπως του Αγίου Ελευθερίου (15) και του Αγίου Διονυσίου (17) όσο και τα επικείμενα Χριστούγεννα (25), την πρώτη μέρα του Δωδεκαημέρου*, καθώς και τη διαβατήρια ώρα της μεταβάσεως στον καινούργιο χρόνο.
Ο Δεκέμβρης είναι ο μήνας με τις μικρότερες μέρες.
Από τα Χριστούγεννα όμως και μετά, αρχίζουν και μεγαλώνουν.
Το κρύο συνδέεται με τρεις κυρίως γιορτές στην αρχή του Δεκέμβρη.
Της Αγίας Βαρβάρας, του Αγίου Σάββα, και του Αη Νικόλα.
Λέγανε παλιά: «Βαρβάρα βαρβαρωνει, αι Σάββας σαβανώνει, αι Νικόλας παραχώνει»!
Στις ορεινές περιοχές της Ηπείρου, της Δυτικής Μακεδονίας, της Ρούμελης, το κρύο συνδέεται και με την γιορτή του Αγίου Αντρέα.
«Ο Αγι Αντρέας έφτασε, το κρύο αντρειεύει».
Ο Δεκέμβρης στην παράδοση μας, έχει και το όνομα Αντριάς (η Ντριάς), λόγω του κρύου.
Η δεύτερη εμπειρία, όπως είπαμε, είναι το τέλος της σποράς.
Εκφράζεται και αυτή με παροιμίες.
Για την σπορά λένε: «Δικεμβρις, δικιος σπόρος», η «Δεκέμβρη δίκαια σπέρνε», και αυτό γιατί ο «ζευγάς», δεν πρέπει να ρίχνει το σπόρο μήτε πολύ αρια , μήτε πολύ πυκνά, γιατί το χώμα είναι αρκετά ποτισμένο από την βροχή, και έτσι δεν υπάρχει πλέον ο φόβος μη τυχόν και δεν φυτρώσει ο σπόρος.
Ένα άλλο έθιμο που τηρούσαν οι παλιοί τον Δεκέμβρη, ήταν που «ευχαριστούσαν» τα ζώα τα οποία τους βοηθούσαν στη σπορά!
Μια ξεχωριστή γιορτή, στις 18 του Δεκέμβρη, είναι του Αγίου Μοδεστου.
Στο Δρυμό, στην γιορτή του αγίου, δίνουν στα ζώα τριμμένους άρτους και αντίδωρο από την εκκλησία, για να φάνε τα ζώα και να γίνουν γερά!
Βέβαια σήμερα, τα ζώα έχουν αντικατασταθει από τα τρακτέρ.
Στη Λήμνο, οι ζευγάδες κάνουν κόλλυβα που τα πηγαίνουν στην εκκλησία και τα διαβάζει ο παπάς, και τα ρίχνουν έπειτα στην «ταγή» για τα ζώα.
Η τρίτη εμπειρία για τον Δεκέμβρη, είναι το φως.
«Του Δεκέμβρη η μέρα, καλημέρα καλησπέρα» έλεγαν οι παλιοί, για να τονίσουν το πόσο μικρές μέρες και μεγάλες νύχτες έχουμε αυτό το μήνα.

Από την καρδιά μου, ξανοίγω δρόμο στον ουρανό για να περάσει ολόλαμπρο το φως των Χριστουγέννων

7 Σεπτεμβρίου 2010

Γιατί το φίδι εγινε το σύμβολο των ιατρών !

 
Το φίδι, το γνωστό σύμβολο-σήμα των γιατρών, σχετίζεται με την ηρωο-λατρεία και με το φιδο-ήρωα Ασκληπιό. Ας τα δούμε όμως από την αρχή. Ο Ασκληπιός, ο "έξοχος ιατρός", ο γιος του Απόλλωνα "ιητρού" από την θνητή Κορωνίδα, φθάνει κάποτε στους τόπους λατρείας του, μεταμορφωμένος σε... φίδι.
Στην Σικυώνα λχ. «φθάνει από την Επίδαυρο τον 5ο αι. πάνω σε άμαξα, που την έσερναν δύο μουλάρια, μεταμορφωμένος σε φίδι» (Παυσανίας 2. 10. 3). Αλλά και στο ιερό της Επιδαύρου σε δύο περιπτώσεις θεραπεύει παίρνοντας τη μορφή φιδιού(Ι).
Κάποιος ασθενής - διαβάζουμε σ’ ένα ίαμα– «με τον του ποδός δάκτυλον υπό του αγρίου έλκεος», δηλαδή με ένα άγριο, «κακόηθες» έλκος στο δάκτυλο του ποδιού του, μεταφέρθηκε με φορείο απ' τους θεράποντες του Ασκληπιού στο άβατο και κει περίμενε.
«Ύπνου δε νιν λαβόντος εν τούτω, δράκων εκ του άβατου εξελθών, τον δάκτυλο ιάσατο ται γλώσσαι και τούτο ποιήσας εις το άβατον ανεχώρησε πάλιν». Κι όταν ναρκώθηκε απ' τον ύπνο, ο ασθενής μισοδιέκρινε το ιερό φίδι να βγαίνει απ' το άβατο, να γλείφει με τη γλώσσα του το άγριο έλκος και στη συνέχεια να ξαναγυρίζει το φίδι στο άβατο ξύπνησε υγιής χωρίς το έλκος.
Εάν δεχθούμε λοιπόν αυτή την λεκτική παραγωγή απ’ την Ασκάλαβος (ερπετό, είδος σαύρας με πιτσιλωτό δέρμα) και ήπιος, τότε Ασκλ-ήπιος είναι ένας όφις που θεραπεύει και καταπραΰνει.
Σ' ένα άλλο ίαμα σχετικό με τη θεραπεία της στειρότητας διαβάζουμε:
«Ανδρομέ-[δα] εκ Κεθυ αυτά περί παίδων  εγκαθεύδ[ουσα] [εδό-]κει εν τω ύπνω δράκων επί της γαστ[ρός],.. Παίδες οι εγένοντο πέντε...».
«Η Ανδρομέδα από τα Κύθηρα .... μίσο ναρκωμένη, για να αποκτήσει τέκνα» (ξάπλωσε κι αυτή μπροστά απ' το άβατο) «είδε στον ύπνο της, πως το φίδι (βγήκε απ' το άβατο) και τυλίχτηκε στην κοιλιά της».... "εγέννησε πέντε τέκνα" [ίαμα 38].
Ο Ασκληπιός σε όλες τις απεικονίσεις του παρουσιάζεται όρθιος ή ένθρονος έχοντας ένα φίδι, δηλαδή τον «άλλο του εαυτό», τυλιγμένο γύρω από τη ράβδο του.
Το όνομα του Ασκληπιού δεν έχει ερμηνευθεί ακόμη. Είναι όμως πιθανό να σχετίζεται με το φίδι. Στην περίπτωση αυτή, το "Ασκλ'" παράγεται από την Ασκάλαβο, που σημαίνει φίδι, σαύρα, ερπετό. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο το «-ήπιος» είναι β' συνθετικό και παράγεται από τη λέξη ήπιος (Πλούτ. 2. 845).
Τι εστί όφις;
Η λέξη όφις είναι ομόριζη της λέξης οφθαλμός. Και οι δύο παράγονται από το θέμα *οπ- του οράω -ορώ: του βλέπω (Μέλλων ενεργ. Όπ-σομαι: όψομαι. Μέλλων παθ. Οπ-θήσομαι; οφθήσομαι, Αορ. παθ. ώφ-θην κλπ.)
Ο όφις απ' την οπ-ή του, οπ-τάζει (βλέπει). Είναι ο αόρατος προ-ορός (-φρουρός) του σπιτιού, ο άγρυπνος θυρα-ωρός (=θυρωρός) ώρα με ψιλή = φρουρά, φυλακή) και τιμα-ωρός; τιμωρός των εχθρών του οίκου.
Η παράδοση για το «φίδι-φυλακα» του σπιτιού, του ναού, του μύλου, της αποθήκης κ.λ.π., είναι πολύ παλαιά. Οι «θεές των όφεων» φυλάνε τις μινωικές αποθήκες των ανακτόρων της Κνωσού (εκεί βρέθηκαν), όπως το ίδιο φυλάει ο Σωσίπολις, ο σωτήρας της πόλης, την Ολυμπία.
Την Αθήνα την προστατεύει ο οικουρός όφις, που ήταν μια «απεικόνιση» του Εριχθονίου φιδο-ήρωα Ερεχθέως. Όταν μάλιστα οι Πέρσες πλησίαζαν στην Αθήνα - γράφει ο Ηρόδοτος - το ιερό φίδι χάθηκε κι έτσι ο λαός τάχθηκε με την άποψη ν’ αδειάσουν την πόλη για να πάνε στην ... Κούλουρη (Ηρόδ.8.4!.2.).
Ο Σωσίπολις και ο οικουρός όφις ταΐζονταν από τις ιέρειες με μελόπιτες, όπως αντίστοιχα οι παλαιοί μυλωνάδες της Σκύρου λ.χ. «... ρίχνανε μεσ’ στην τρύπα του μύλου σταφίδες, σύκα, καρύδια, για να φιλέψουν το φίδι - στοιχειό του μύλου...» (Βλ. Γ. Μέγα, Ελλην. Εορταί και έθιμα της λαϊκής λατρείας, σ.65).
Το φίδι εξ’ άλλου με το να απορρίχνει το δέρμα του, ανανεώνει την ζωτικότητά του κι έτσι γίνεται σύμβολο της αθανασίας, της δύναμης, της αναγέννησης, (με την έννοια της ανανέωσης) και της Ιατρικής.
Το δέρμα του φιδιού, που απορρίχνεται πίσω από το ερπετό, καθώς εκείνο ανανεώνεται, ονομάζεται και γήρας στα αρχαία ελληνικά !!!
Γήρας = δέρμα του φιδιού, φιδοπουκάμισο, αποβαλλόμενο δέρμα φιδιού.
Ο φιδο-ήρωας Ασκληπιός
Γιατί όμως ο Ασκληπιός ήταν φιδο-ήρωας; Δεν ήταν ένας αθάνατος θεός; Όχι. Έκανε κάποτε μία υπέρβαση. Ανάστησε ένα νεκρό και γι’ αυτήν του την πράξη, που διασάλευσε την φυσική τάξη των πραγμάτων, τιμωρήθηκε από τον Δία. Ο Ζευς τον σκότωσε με τον κεραυνό του και σε πολλούς τόπους ετιμάτο ως «νεκρός» ήρωας. Ο νεκρός ήρωας όμως, σύμφωνα με την πρωτόγονη πίστη, εμφανίζεται με τη μορφή του φιδιού. Έτσι εξηγείται η ιδιότητα του φιδο-ήρωα για τον Ασκληπιό, όπου το φίδι είναι ο «δεύτερος εαυτός του».
Αυτό ακριβώς υιοθετεί και το σύμβολο των σημερινών γιατρών.


Πηγές:
Παυσανίας
Πλούταρχος
Ηρόδοτος
Ν. Βαρδιάμπασης
 
Αναρτήθηκε από Μελίτη

Απο το καταπληκτικό ιστολόγιο της φίλης μου της "Μελίτης" 

1 Ιουλίου 2010

Οι τρείς Χάριτες....

OI TΡΕΙΣ ΧΑΡΙΤΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ..
 

OI TΡΕΙΣ ΧΑΡΙΤΕΣ ΑΚΟΥΝ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΝΑ ΤΟΥΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑ - BERTEL THORVALDSEN

  Στην Ακιδαλία πηγή του Ορχομενού, την αφιερωμένη στην Αφροδίτη, γεννήθηκαν οι τρεις παρθένες αδερφές, κόρες του Δία και της Ωκεανίδας Ευρυνόμης, σύμφωνα με την εκδοχή του Ησίοδου που είναι και η επικρατέστερη.

Η Αγλαΐα
(λάμπουσα), η Ευφροσύνη (χαρά της ψυχής) και η Θάλεια (ανθίζουσα τα φυτά).

Σε άλλους συγγραφείς σαν μητέρα των Χαρίτων αναφέρεται η Ήρα, ή η Ευνομία, ή η Αρμονία, ή η Λήθη. Ορισμένοι μάλιστα δίνουν στις Χάριτες αρχαιότερη καταγωγή, λέγοντας πως είναι κόρες του Ουρανού. Άλλοι πάλι γράφουν ότι πατέρας των Χαρίτων ήταν ο Διόνυσος, που τις απόκτησε από την ένωσή του με την Αφροδίτη ή με την Κορωνίδα, ενώ σύμφωνα με μια άλλη παράδοση οι Χάριτες ήταν κόρες του Ήλιου και της Αίγλης "που με τις ακτίνες τους εξωράϊζαν τη φύση, χαροποιούσαν τα έμψυχα και γέμιζαν τη γη και τους ανθρώπους με δώρα και αγαθά".


Από τις πιο εξιδανικευμένες και θελκτικότερες θεότητες που δημιούργησε το Eλληνικό πνεύμα, δεν αποτελούν το θέμα κανενός μύθου που να είναι έστω και λίγο άσεμνος.Οι Χάριτες υπήρξαν από την αρχή θεότητες της φύσης, του φυτικού κόσμου, πηγή κάθε χαράς και κάθε τέρψης όχι μόνο στον άνθρωπο αλλά και στους θεούς. Τα κύρια σύμβολά τους είναι τα λουλούδια και οι καρποί. Η ποίηση, η ρητορική, η μουσική, ο χορός χρωστάνε τη χάρη τους στις Χάριτες που αναφέρονται συχνά μαζί με τις Μούσες με τις οποίες λάβαιναν μέρος σ' όλες τις γιορτές του Ολύμπου.


Οι Χάριτες σχετίζονται με τον Απόλλωνα, τον Διόνυσο, που σύμφωνα με ορισμένους συγγραφείς ήταν πατέρας τους, τις βρίσκουμε δίπλα στην Ήρα, στην Αθηνά, στην Δήμητρα, αλλά κατά τον Παυσανία "οι Χάριτες ανήκουν στην Αφροδίτη περισσότερο από κάθε άλλη θεότητα".


Όπως μας πληροφορεί ο Όμηρος στην Ιλιάδα, στην Ακιδαλία πηγή του Ορχομενού οι Χάριτες έλουζαν τη θεά, την αρωμάτιζαν και την έντυναν με τον "αμβρόσιο πέπλο" που τον ύφαιναν οι ίδιες.


Οι Χάριτες λατρεύτηκαν σε όλη την Ελλάδα και σε όλο τον γνωστό αρχαίο κόσμο, αλλά, σύμφωνα με την παράδοση, η λατρεία τους ξεκίνησε από τον Μινύειο Ορχομενό. Εδώ υπήρχε και το αρχαιότερο ιερό τους. Είχε κτιστεί σε πολύ παλιά εποχή από το βασιλιά του Ορχομενού Ετεοκλή, γιό του Κηφισού ή του Ανδρέως. Τρεις πέτρες που πέσανε από τον ουρανό λατρεύτηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα σαν προσωποποιήσεις των Χαρίτων και μόνο στα χρόνια του Παυσανία αφιερώσανε στις θεές πραγματικά αγάλματα. Το ιερό τους βρισκότανε στα περίχωρα του αρχαίου Ορχομενού, κοντά σ' ένα ναό του Διόνυσου (λίγο πιο πάνω από το θολωτό τάφο του Μινύα) και στην Ακιδαλία πηγή. Οι καλλιεργητές της περιοχής φέρνανε στο ναό "δίκην" δεκάτης, ένα μέρος από τη σοδειά τους.


Από
athanospaschos

13 Νοεμβρίου 2008

Βελλερεφόντης


ΒΕΛΛΕΡΕΦΟΝΤΗΣ
Velerefontis-535
O Βελλεροφόντης είναι ένας ήρωας της ελληνικής μυθολογίας που γνωρίζει στη ζωή του τη δόξα και την ευτυχία, υψώνεται στη σφαίρα του θεϊκού μεγαλείου, απ' όπου όμως διώκεται παρασυρμένος από τις ανθρώπινες αδυναμίες του. Στον ποιητικότατο μύθο του Βελλεροφόντη αναγνωρίζουμε την αδυναμία του ανθρώπινου γένους να ορίσει τη ζωή του. Ο άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να παραμείνει στα όρια των δυνάμεών του, που με κανέναν τρόπο, κανείς θνητός, δεν μπορεί να ξεπεράσει. Ούτε ακόμη κι ο Βελλεροφόντης, ο ευνοούμενος και αγαπητός στους θεούς. Η αγάπη και η συμπάθειά τους γρήγορα μεταβάλλεται σε θυμό κι οργή, που οδηγεί τον ήρωα στο τραγικό τέλος.
Γεννημένος στην Κόρινθο, γιος του Γλαύκου, εγγονός επομένως του τραγικού Σίσυφου, αναγκάστηκε να παλέψει με αιμοβόρα θηρία και ανελέητους ανθρώπους. Το πρώτο του σημαντικό κατόρθωμα ήταν όταν κατάφερε να επιβληθεί στον Πήγασο. Το πανέμορφο φτερωτό άλογο, γεννημένο από τη Μέδουσα και τον Ποσειδώνα, θα συντροφεύει για πάντα τον ήρωα.
Θα του παρασταθεί σ' όλες τις δύσκολες στιγμές, θα τον βοηθήσει να ξεπεράσει τις δοκιμασίες, είναι όμως αυτός που θα τον "γκρεμίσει" από την ευδαιμονία στη μοναξιά και τη δυστυχία.
Μολονότι θνητός ο Βελλεροφόντης, ήταν τόσο όμορφος και γεροδεμένος που οι αρχαίοι Έλληνες δεν μπορούσαν παρά να συνδέσουν το όνομά του με τους αθάνατους θεούς του Ολύμπου. Έτσι η παράδοση τον θέλει γιο του Ποσειδώνα να γεννιέται από το λαιμό της αποκρουστικής Μέδουσας τη στιγμή που την αποκεφαλίζει ο Περσέας. Με την αστείρευτη φαντασία τους οι Έλληνες συνέδεσαν τον Βελλεροφόντη και τον Πήγασο, το περήφανο άλογο και τον πανέμορφο αναβάτη του και με συγγένεια αίματος.
Κάποιος φόνος που διέπραξε ο Βελλεροφόντης, τον ανάγκασε να εγκαταλείψει την πατρίδα του την Κόρινθο και να καταφύγει στο βασιλιά της κοντινής πόλης, της Τίρυνθας. Ο Προίτος τον δέχτηκε και τον εξάγνισε από το έγκλημά του. Με τον ερχομό του στον Προίτο, το κουβάρι που του έπλεξε η μοίρα του αρχίζει να ξετυλίγεται κι ο Βελλεροφόντης είναι υποχρεωμένος να το ακολουθήσει.Η θεϊκή ομορφιά του δεν άφησε ασυγκίνητη τη γυναίκα του Προίτου. Με τα κάλλη του σαγήνεψε άθελά του την Αντεια που αποφάσισε να τον κατακτήσει. Ευθύς και τίμιος, όμως, ο όμορφος Βελλεροφόντης δε δέχτηκε τον έρωτά της κι αρνήθηκε να ενδώσει. Η βασίλισσα τυφλωμένη από πάθος για εκδίκηση, με πονηριά και πανουργία που χαρακτηρίζει τη γυναίκα που δεν κατάφερε να κερδίσει τον εκλεκτό της, τον συκοφάντησε στον άνδρα της: "Πρέπει να πεθάνεις εσύ Προίτε ή να σκοτώσεις τον Βελλεροφόντη· θέλησε να με παρασύρει σ' έρωτα χωρίς τη θέληση μου". Η οργή του Προίτου μεγάλη. Στην κοινωνία των αρχαίων Ελλήνων υπήρχαν κάποιοι ιεροί και απαράβατοι νόμοι. Πώς μπορούσε ο Προίτος να παραβιάσει το θεσμό της φιλοξενίας και να φονεύσει αυτόν που ο ίδιος εξάγνισε από φόνο;
Η λύση που σοφίστηκε για να τον εξοντώσει ήταν να τον στείλει στον πεθερό του, στη Λυκία. Μαζί, του έδωσε ένα γράμμα όπου του έλεγε να σκοτώσει τον απεσταλμένο.
Ο Βελλεροφόντης ωστόσο για καλή του τύχη ξέχασε να δώσει το γράμμα στο βασιλιά από την αρχή. Έτσι έγινε δεκτός με όλες τις τιμές που αρμόζουν σ' ένα φιλοξενούμενο. Για το βασιλιά της Λυκίας, ο όμορφος νέος, που του έστειλε ο Προίτος, ήταν επίσημος προσκαλεσμένος του, που έπρεπε, όπως ορίζει ο Ξένιος Δίας, να τον σέβονται και να τον περιποιούνται· πόσο διαφορετική ήταν όμως η πραγματικότητα; Ο Βελλεροφόντης είχε έρθει όχι ως επισκέπτης αλλά ως μελλοθάνατος. Όταν τη δέκατη μέρα της παραμονής του διάβασε ο βασιλιάς την επιθυμία του γαμπρού του, βρέθηκε σε δύσκολη θέση· δεν μπορούσε ο ίδιος να σκοτώσει το φιλοξενούμενό του. Μπορούσε όμως να τον οδηγήσει στο θάνατο ζητώντας του το ακατόρθωτο: να εξοντώσει τη Χίμαιρα, ένα φοβερό τέρας με τρία κεφάλια, ένα από λιοντάρι, ένα από κατσίκα και ένα από δράκοντα, και σώμα που συνδύαζε αυτές τις τρεις φύσεις. Ο υπάκουος Βελλεροφόντης έπρεπε να παλέψει και να εξοντώσει το αιμοβόρο αυτό τέρας, σε μια δοκιμασία που από τη μια έθετε σε κίνδυνο τη ζωή του, από την άλλη όμως του έδινε την ευκαιρία ν' αποδείξει τη γενναιότητά του και τη θεϊκή καταγωγή του. Κι αυτό γιατί κανείς θνητός δε θα μπορούσε να εξοντώσει το ανελέητο θηρίο μόνος του, χωρίς τη βοήθεια των θεών.
Οι παντοκράτορες θεοί γνωρίζοντας την άδικη κατηγορία της ’ντειας και ξέροντας καλά τα ευγενικά συναισθήματα του συνεσταλμένου Βελλεροφόντη, του πρόσφεραν με προθυμία τη βοήθειά τους. Ο πατέρας του ο Ποσειδώνας του χάρισε ως πολύτιμο βοηθό το γιο του, τον Πήγασο. Ήταν όμως δύσκολο να ημερέψει το ατίθασο άτι και δεν τα κατάφερε παρά μόνο με τη βοήθεια της Αθηνάς που του έδωσε ένα χρυσό χαλινάρι. Μ' αυτό συγκράτησε την επιθετική ορμή του αλόγου και το εκπαίδευσε για να το οδηγεί σε νικηφόρες μάχες.
Με το φτερωτό Πήγασο δεν ήταν δύσκολο να εξοντώσει την τρομερή Χίμαιρα, στέλνοντας το θάνατο από ψηλά με τα βέλη του. Κατορθώνοντας να βγει ζωντανός απ' αυτή τη δοκιμασία, ο βασιλιάς τον έστειλε ενάντια στο φοβερό λαό των Σολύμων και έπειτα ενάντια στις πολεμοχαρείς Αμαζόνες. Γυρίζοντας δοξασμένος κι από τις δυο εκστρατείες αντιμετώπισε τους πιο άξιους πολεμιστές της Λυκίας που του είχαν στήσει ενέδρα για να τον σκοτώσουν.
Βγαίνοντας πανηγυρικά νικητής ο Βελλεροφόντης απ' όλες αυτές τις δοκιμασίες δεν μπορούσε ο βασιλιάς παρά να υποκλιθεί στο ατρόμητο παλικάρι, αναγνωρίζοντας πως είναι απόγονος θεών. Μη έχοντας τώρα το θάρρος να κοιτάξει στα μάτια το θεϊκό ήρωα, του διάβασε το γράμμα του Προίτου, που είχε σταθεί αιτία για όλες τις περιπέτειές του. Μετανιωμένος του πρόσφερε την κόρη του Φιλονόη για γυναίκα και το μισό του βασίλειο.
Αναπόφευκτη είναι όμως η μοίρα των ανθρώπων να δεσμεύονται και να μην μπορούν να ξεφύγουν από τις αδυναμίες και τα πάθη τους. Μέσα τους πάντα φωλιάζουν συναισθήματα, όπως η αγάπη, η ζήλια, το μίσος, η εκδίκηση. Θέλοντας να εκδικηθεί τον Προίτο ο τολμηρός Βελλεροφόντης, απήγαγε την ’Αντεια με σκοπό να τη μεταφέρει στο βασίλειό του. Της είπε πως δέχεται τον εαυτό της, την άρπαξε στην αγκαλιά του, την έβαλε πάνω στο φτερωτό άτι και το διέταξε να ξεκινήσει. Την ώρα που ταξίδευαν πάνω από τη θάλασσα η ’Αντεια έπεσε και βυθίστηκε στην αγκαλιά του απέραντου θαλάσσιου κόσμου. Ήταν άραγε αυτή η τιμωρία του Προίτου και της συζύγου του για τις περιπέτειες που του δημιούργησαν; Ή μήπως ήταν τιμωρία των θεών για την παράνομη πράξη των δυο ερωτευμένων νέων;
Ξαφνικά δείχνει πως αλλάζει η διάθεση των θεών απέναντι στον ήρωα. Πριν ήταν συμπαραστάτες του, τώρα εμφανίζονται ως τιμωροί του. Ακόμη και το αγαπητό του άλογο, ο αθάνατος Πήγασος, σημαδεύει τα τραγικά γεγονότα που οδηγούν τη ζωή του σ' όλο και πιο άσχημη εξέλιξη: η πτώση της ’Αντειας θυμίζει τη δική του πτώση.
Ίσως τα κατορθώματα του "φούσκωσαν" τον εγωισμό και την περηφάνια του και τον έκαναν να πιστέψει πως μπορεί αυτός, ένας θνητός, να πλησιάσει τη μακρινή ουράνια κατοικία των αθανάτων. Ίσως να ήταν η πίκρα και η απογοήτευση που ώθησαν τη ψυχή του σ' αυτό το τόλμημα.
Σκληρή και ανελέητη ήταν η θεϊκή τιμωρία. Παράφορη μανία, σταλμένη από τον πατέρα των θεών Δία, κατέλαβε τον Πήγασο. Το θεϊκό άλογο γκρέμισε τον τολμηρό Βελλεροφόντη την ώρα που πετούσε στ' ανεφέλωτα ουράνια.
Το φοβερό γκρέμισμα ανάγκασε τον άλλοτε πανέμορφο καβαλάρη να περιφέρεται μέχρι το τέλος της ζωής του κουτσαίνοντας, χωρίς τη συντροφιά των ανθρώπων, που άλλοτε τόσο απλόχερα του δινόταν.


πηγή:

Η Αργώ και το πλήρωμά της

  
Ο Ιάσονας λοιπόν καταγόταν, όπως προαναφέρθηκε, από την ίδια γενιά του Φρίξου. Ο πατέρας του Αθάμας ήταν αδερφός του Σαλμονέα, παππού του Ιάσονα. Κοινός γενάρχης: ο Αίολος. Γι' αυτό ο Πελίας επινόησε το σατανικό εκείνο σχέδιο, για την αποστολή του Ιάσονα στην Κολχίδα και, παράλληλα, για την εξόντωσή του. Θέλησε να τον παρουσιάσει σαν ηθικά υπεύθυνο για την ικανοποίηση της ψυχής του Φρίξου, που ζητούσε, τάχα, να επιστρέψει το χρυσόμαλλο δέρας στην οικογένεια των απόγονων του Αιόλου, αφού ο ίδιος, λόγω ηλικίας, ήταν αδύνατο να αναλάβει μια τέτοια αποστολή. Ο Ιάσονας, καθώς ήταν θαρραλέος και ριψοκίνδυνος χαρακτήρας και η πείρα της ζωής του έλειπε, που θα μπορούσε να τον βοηθήσει να δει και να σταθμίσει τους κινδύνους, δέχτηκε με προθυμία την πρόταση του θείου του και άρχισε τις σχετικές προετοιμασίες. 
Μια τέτοια μακρινή και επικίνδυνη αποστολή, για να έχει επιτυχία, χρειαζόταν ένα γοργό και ανθεκτικό καράβι και πλήρωμα με παλικαριά που θα αψηφούσαν τους κινδύνους και θα ήταν έτοιμα ακόμα και τη ζωή τους να θυσιάσουν γι' αυτόν το σκοπό. Πώς όμως ένας άπειρος νέος, χωρίς τεχνικές και ναυτικές γνώσεις, θα μπορούσε να κατασκευάσει ένα τέτοιο καράβι; Και με ποια κίνητρα θα ήταν δυνατό να πείσει και έτσι να συγκεντρώσει τους συντρόφους του πληρώματος; 

  Η Αθηνά, η θεά της σοφίας, προστάτιδα της γενιάς των απόγονων του Αιόλου, προσφέρθηκε αμέσως να βοηθήσει. Με τις αλάνθαστες υποδείξεις της και την άγρυπνη επιστασία της έγινε το έργο. Η ίδια, άλλωστε, έκοψε ξύλο από την περίφημη "Δωδωνέα δρυ", ιερή βελανιδιά, που είχε την ιδιότητα να μιλά, και το έδωσε στον Ιάσονα, για να το χρησιμοποιήσει, μαζί με ξύλα κουκουναριών από το Πήλιο, για την κατασκευή του καραβιού. Μ' αυτόν τον τρόπο θα ήταν δυνατό να γνωρίζουν από πριν τους επικείμενους κινδύνους της θάλασσας, αφού το θαυματουργό ξύλο θα τους προειδοποιούσε σχετικά. Η ίδια θεά ύφανε επίσης από μόνη της τα πανιά του καραβιού και μύησε με προθυμία στη ναυτική τέχνη τα παλικαριά του πληρώματος. Υποσχέθηκε, τέλος, ότι θα συνοδεύσει η ίδια την αποστολή, για να δείχνει το δρόμο που έπρεπε ν' ακολουθηθεί. 

  Το καράβι κατασκευάστηκε, σύμφωνα με την παράδοση που τότε επικρατούσε, για πενήντα κωπηλάτες. Πρωτομάστορας ήταν ο ξυλουργός Άργος, γι' αυτό και ονομάστηκε "ΑΡΓΩ". Άλλωστε, στην αρχαία ελληνική γλώσσα η λέξη "αργός" έχει τελείως διαφορετική σημασία απ' ό,τι στη σημερινή της χρήση. Σημαίνει "ταχύς, γρήγορος". Και πραγματικά. Η "Αργώ" είχε όλες τις αρετές: Ήταν ανθεκτική στα κύματα, εύστροφη και γρήγορη. Ο Ιάσονας μετά έστειλε κήρυκες σ' όλη την Ελλάδα για να ζητήσει παλικάρια ικανά για να στελεχώσουν το καράβι. 

Για μια τέτοια αποστολή τα κίνητρα, φυσικά, δεν ήταν μονάχα ηθικά, δηλαδή η ενεργός συμπαράσταση στην αποκατάσταση της δικαιοσύνης και η αλληλεγγύη σε κάποιον ομόφυλο για την επιτυχία ενός απώτερου στόχου του. Μπορούσαν να είναι πολλά και διάφορα, ανάλογα με τις πεποιθήσεις, την ιδιαιτερότητα του χαρακτήρα και τις επιδιώξεις του καθενός. Ωστόσο, υπήρχε κάτι κοινό στους ανθρώπους της εποχής εκείνης. Η λαχτάρα για την περιπέτεια. Η περιπέτεια για την περιπέτεια. Η γνώση για τη γνώση. Το καινούριο, το άγνωστο, το απόμακρο, το πρωτόγνωρο, με την πηγαία ομορφιά και την ακαταμάχητη μαγεία που ασκούν στην ψυχή του ανθρώπου, τραβούσαν, σαν μαγνήτης, τους Έλληνες εκείνης της εποχής, που πιθανότατα, μπορεί να χρονολογηθεί γύρω στο 13ο αιώνα π.Χ., έναν αιώνα δηλαδή πριν από την περίφημη τρωική εκστρατεία.

Οι αντιλήψεις, άλλωστε, που επικρατούσαν τότε, καλλιεργούσαν τις φιλοδοξίες του λαού για υπερπόντιες αναζητήσεις, για μια καλύτερη τύχη. Καθώς τέτοια ταξίδια, με τα πενιχρά τεχνολογικά δεδομένα που διέθεταν και την πειρατεία που οργίαζε, ήταν επικίνδυνα και επίπονα, όσοι είχαν την απαραίτητη τόλμη και το κουράγιο ν' αναλάβουν και να φέρουν σε αίσιο πέρας μια τέτοια αποστολή, εκτός των υλικών οφελών που είχαν, συγκέντρωναν την εκτίμηση, το σεβασμό και την αναγνώριση όλων, μικρών και μεγάλων. Τους αποδίδονταν τιμές ηρώων και η δόξα τους δεν είχε πρόσκαιρο χαρακτήρα. Τους ακολουθούσε και μετά το θάνατό τους. 

Αλλά η δόξα εκείνη της επιτυχίας δε θα έμενε μονάχα σ' αυτόν το θνητό κόσμο. Θ' ακολουθούσε τους ήρωες και στον Άδη, όπου η ζωή ήταν αιώνια. Αυτά λοιπόν τα κίνητρα πυροδότησαν τον ενθουσιασμό πολλών εκλεκτών νέων απ' όλα τα μέρη της Ελλάδας, που έσπευσαν να καταταγούν στο πλήρωμα της Αργώς. 

Τελικά επιλέχτηκαν 50 απ' αυτούς, οι ικανότεροι, μερικοί από τους οποίους ήταν ημίθεοι, δηλαδή είχαν θεϊκή καταγωγή. Ενδεικτικά μπορούν ν' αναφερθούν οι γιοι του Δία Ηρακλής και Διόσκουροι (Κάστορας και Πολυδεύκης), οι γιοι του Ποσειδώνα Εύμαινος από το Ταίναρο και Περικλύμενος από την Πύλο και οι δίδυμοι από τη Μεσσηνία Ίδας και Λυγκέας, οι γιοι του Ερμή Εχίονας και Έρυτος, ο Αιθαλίδης, κήρυκας των Αργοναυτών, οι γιοι του Απόλλωνα Φιλάμμονας (που ήταν αοιδός) και Ίδμονας (που ήταν μάντης). 

Επίσης πήραν μέρος ο Ορφέας, ο θεσπέσιος μουσικός από τη γενιά του Απόλλωνα ο μάντης Μόψος, που τον είχε διδάξει ο Απόλλωνας, ο Πηλέας και ο Τελαμώνας, γιοι του Αιακού και εγγονοί του Δία, ο Άδμητος, που ήταν ξάδερφος του Ιάσονα και μάλιστα και ο γιος του Πελία Άκαστος, που ήρθε χωρίς τη θέληση του πατέρα του.

argonautes