Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα Ντινόπουλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα Ντινόπουλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
21 Οκτωβρίου 2012
Τότε που ο κόσμος ηταν αλλοιώς ! Ντινόπουλος Ιωάννης
Γράφει ο Ιωάννης Ντινόπουλος
...Ετσι πιωμένος που ήτανε, παιδεύτηκε πολύ ν΄ανοίξει την πόρτα..
Προσπάθησε πρώτα με το δεξί, μετά με το αριστερό, μετά κόλλησε το χέρι του κάθετα πάνω στην πόρτα, χτυπώντας την ελαφρά με τη γροθιά του και πάνω στο χέρι του ακούμπησε τώρα το ιδρωμένο του μέτωπο.
Είπε δυό- τρείς φορές "ωχ μανούλα μου" και άλλες πολλές "αχ ρε Σταυρούλα !"
Γνωστά και τα δυό επιφωνήματα που εκφράζουν "σωματικόν τε και ψυχικόν άλγος", όπως θά έλεγε και ο Γαρδίκας.
Το πρώτο συνοδεύεται από το "μάνα μου " ή "μανούλα μου", "μετ΄επικλήσεως βοηθείας" από την πανταχού παρούσα μάνα, ακόμη και στις ερωτικές δυσκολίες των παιδιών της...
Πόσες φορές δεν ακούστηκε από το στόμα της μάνας το:
"Σώπα παιδάκι μου, μην κάνεις έτσι, που θα μου πάθεις τίποτα για μια γυναίκα, λες και χαθήκανε οι γυναίκες !..Θα δείς που θα βρεθεί άλλη καλλίτερη !.. "
Το δεύτερο, το αχ, εκτός από πόνο, εμπεριέχει και παράπονο και απορία και δυσφορία. Βγήκε από τα χείλη όλων των ανδρών, όλες τις εποχές και συνοδεύτηκε από το όνομα όλων των γυναικών, χιλιάδες φορές !...
Ξαναπροσπάθησε και τούτη τη φορά στάθηκε τυχερός. Άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα με τόση χαρά, λές και κατήγαγε νίκη περιφανή !
Έσπρωξε την πόρτα με το τακούνι του, αλλά δεν υπολόγισε σωστά τη δύναμή του και η πόρτα έκλεισε πίσω του με πάταγο. Ο Τάσος σήκωσε τους ώμους και έσκυψε το κεφάλι δαγκώνοντας ταυτόχρονα τα χείλη του...Ήτανε μια μορφή απολογίας, ήτανε μια συγγνώμη για τους γειτόνους που αναστάτωσε...στη μία τη νύχτα..
Ψαχούλεψε στον τοίχο, βρήκε τους δυό διακόπτες και τσάκ το μικρό διαμέρισμα γέμισε φώς !!
Εκεί στο μικρό το χώλ υπήρχε ένας διθέσιος καναπές με ξύλινα μπράτσα και μπροστά του ένα τραπεζάκι σαλονιού που πάνω του ήτανε μια πλαστική γλάστρα με γύψο για να στηρίζει τα ψεύτικα λουλούδια που είχε μέσα...
Σαν τα λόγια της Σταυρούλας, σκέφτηκε...ψεύτικα !..
Στον τοίχο μια μικρή βιβλιοθήκη με καμιά τριανταριά βιβλία, άλλα όρθια και άλλα ξαπλωτά, γεμάτα σκόνη..Με τις σκοτούρες που το δέρνανε είχε πολύ καιρό να τ΄ανοίξει..
Προχώρησε στο κυρίως δωμάτιο, που ήτανε και κρεβατοκάμαρα και σαλόνι και τραπεζαρία..
Είχε ένα καλό μονό κρεβάτι με κομοδίνο, μια ντουλάπα πλαστική που τη στήριζε μεταλικός σκελετός και άνοιγε με φερμουάρ, ένα τραπέζι από φορμάϊκα με κάτι γαλάζια κεντίδια και μεταλικά πόδια χιαστί και δυό καρέκλες καφενείου, ψάθινες. Σε μια γωνιά ένα έπιπλο με τρία-τέσσερα κομμάτια στερεοφωνικού συγκροτήματος και δίπλα δυό μεγάλα καφέ ηχεία..
Τώρα τελευταία, το βάζει συνέχεια και ακούει Μαίρη Λίντα..
Στόν τοίχο το πορτραίτο μιας όμορφης νέας γυναίκας με μαύρα μακριά μαλλιά, μεγάλα μάτια και μεγάλα στήθια...
Μόνο η καρδιά της ήτανε μικρή...
Ο Τάσος την κύτταξε για λίγο και ξαναείπε: Αχ ρε Σταυρούλα ! !
Έβγαλε τα παπούτσια με δυσκολία και στην προσπάθειά του να βγάλει το παντελόνι κόντεψε να πέσει και άρχισε τα "γαλλικά", Σορβόννης παρακαλώ, διανθισμένα με σεξουαλικές προστακτικές...
Έβγαλε τελικά το παντελόνι και το κρέμασε πάνω στην πλάτη της καρέκλας. Από πάνω από το πανελόνι "φόρεσε" το πουκάμισο και έπεσε λιώμα στο κρεβάτι, που γύριζε γύρω-γύρω, μαζί με το ταβάνι !
Άπλωσε το χέρι του και έκλεισε και τους δυό διακόπτες επιστροφής που ήσαντε δίπλα στο κομοδίνο του.
Η γκαρσονιέρα, όμως, ήτανε ισόγεια υπερυψωμένη και από τις γρίλιες της μπαλκονόπορτας έμπαινε φως κάθε φορά που έστριβε αυτοκίνητο στη γωνία.
Το φως έγλυφε τους τοίχους και ξανάβγαινε, μέχρι να στρίψει το επόμενο...
Και κάθε φορά που έμπαινε φως πέρναγε πάνω από το κάδρο και χάϊδευε το πρόσωπο της Σταυρούλας, που τον έκανε να κρατάει τα μάτια ανοιχτά μέχρι να στρίψει το επόμενο αυτοκίνητο...και κάθε φορά της μιλούσε..και της σιγοτραγουδούσε και της παραπονιότανε...
Και ξαφνικά την έχασε, κάποιο εμπόδιο μπήκε μπροστά της...
...όχι-όχι δεν έφταιγε το μεθύσι του, κάποιος του σκίαζε τη Σταυρούλα του...
Ήτανε ένας ψηλός άντρας με μούσι και μακρυά μαλλιά. Τον είδε καθαρά με τα φώτα του αυτοκινήτου που έστριψε τώρα. Φορούσε τζίν παντελόνι και πουκάμισο με μεγάλους γιακκάδες...
-Ποιός είσαι συ ρε φίλε και πως μπήκες μέσα; τον ρώτησε ο Τάσος, χωρίς να φοβηθεί και χωρίς να πάρει απάντηση !
Μεθυσμένος, άφραγκος, ερωτευμένος και προδομένος, τι να φοβηθεί...
-Φίλε, αν μπήκες για λεφτά, μπήκες σε λάθος σπίτι...ξαναείπε ο Τάσος. Δεν υπάρχει μία...
Ο ψηλός άναψε ένα φακό που κρατούσε στο χέρι του και κατευθύνθηκε προς τα ρούχα του Τάσου στην καρέκλα..
-Σου είπα, φίλε, ότι δεν υπάρχει μία και αν ψάχνεις για το κατοστάρικο που είχα χθές, το ήπια κρασί για κείνη, στο λόγο μου στο λέω...
..και είναι αυτή που "κρέμεται" στον τοίχο, και είναι το μόνο που αξίζει εδώ μέσα...αλλά πάρτην σε παρακαλώ γιατί τη βλέπω και πονάω, μ΄ακούς φίλε;
Ο ψηλός του έριξε το φακό στα μάτια και μετά τον έστριψε κατά το κάδρο...ενώ ο Τάσος συνέχιζε το παραλήρημά του...
Πάντως, αν τη δείς πουθενά φίλε, πες της ότι την αγαπάω ακόμα κι ας με έχει πονέσει τόσο...
Αλήθεια, φίλε, σε έχει πονέσει εσένα γυναίκα; σε έχει ξεφτυλίσει και εσύ να συνεχίζεις να την αγαπάς;
Έχεις αδειάσει ποτέ, φίλε, την ψυχή σου στα πόδια μιας γυναίκας, όπως αδειάζει το φορτηγό την άμμο με ανατροπή-καλά το είπα, με ανατροπή φίλε-μπροστά σε νεοαναγειρόμενη οικοδομή; Και αντί αυτή να ψάξει για τους κόκκους χρυσού που έχει η άμμος, η ψυχή μας ήθελα να πω φίλε και η δική μου και η δική σου, ναι και η δική σου, η κυρία να κλωτσά την άμμο προς τα σιφώνια του δρόμου; ! Τι την κλωτσάς κυρία μου την άμμο; τι την κλωτσάς την ψυχή; !
Γι αυτό σου λέω φίλε, δεν παλεύονται οι γυναίκες ...και αν έχεις τσιγάρα, άσε μου κανα δυό, σε παρακαλώ, γιατί ούτε τσιγάρο δεν έχω, τ΄ακούς φίλε; ούτε τσιγάρο! Η φωνή του Τάσου άρχισε να τρέμει από συγκίνηση γιατί εκείνη τη στιγμή του ΄ρθανε τα πικρά της λόγια στο νου και του τρουπήσανε το μελίγγι ...του΄ρθε και εκείνο το κρασί με το μπαγιάτικο μεζέ στο στόμα και έφυγε τρεκλίζοντας για την τουαλέτα...
Εκεί έβγαλε τ΄αντερά του, είπε πάλι ωχ μανούλα μου...
Ναί, και αχ ρε Σταυρούλα είπε, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του, πήρε την πετσέτα στα χέρια του και γύρισε πάλι τρεκλίζοντας στο κρεβάτι του, όπου και σωριάστηκε, ανίκανος πλέον ούτε να σκεφτεί....
*******************************
Θα είχε ανέβει ο ήλιος τρείς οργιές τ΄αψήλου, πού 'λεγε η γιαγιά μου, όταν ξύπνησε ο Τάσος την άλλη μέρα...Στη αρχή ένοιωθε σα χειρουργημένος στο χώρο ανάνηψης...μέχρι να λειτουργήσει η ακετυλοχολίνη και να εξασφαλίσει συνειδητότητα...
Ανακάθησε στο κρεβάτι, ακούμπησε τους αγκώνες του στα γόνατά του και με τις παλάμες του έπιασε το κεφάλι του που πήγαινε είκοσι οκάδες...
Θυμήθηκε ότι χθές τα ήπιε πάλι για κείνη, και ότι γύρισε μεθυσμένος και άφραγκος στο σπίτι...και σήμερα Κυριακή, σκέφτεται πούθε θα ΄σάξει, που λένε στο χωριό μου...δηλαδή ποιά κατεύθυνση θα ακολουθήσει. Σε ποιό φίλο ή συγγενή θα πάει να φάει, ή να πιεί έναν καφέ ή να δανειστεί κανά δυό κατοστάρικα μέχρι το τέλος του μήνα που θα πληρωθεί. Η θα πάει στου κυρ -Κώστα, εκεί στην οδό Ολυμπίας, να φάει βερεσέ, ήτανε γνωστός και η φασολάδα έκανε δώδεκα δραχμές..αλλά για τσιγάρα;
Για τσιγάρα; για κάτσε ! κάτι θυμήθηκε από την απροσδόκητη νυχτερινή επίσκεψη και γύρισε να δεί αν υπάρχουν τα ρούχα του εκεί στην καρέκλα...
Ναί, εκεί ήσαντε, και αυτό που ασπρίζει πάνω στο τραπεζάκι τι είναι;
Σηκώθηκε και πλησίασε το τραπεζάκι από φορμάϊκα με τα μεταλικά χιαστί πόδια...
Πάνω του, δίπλα στα κεντίδια τα γαλάζια, ένα πακέτο καρέλια κασετίνα...
Ο Τάσος το πήρε στα χέρια του, ήτανε σχεδόν γεμάτο, δυό-τρία τσιγάρα λείπανε από μέσα...
..και από κάτω από το πακέτο ήτανε ένα χιλιάρικο διπλωμένο στα δύο...
Ο Τάσος κρατούσε για αρκετά λεπτά με το ένα χέρι το πακέτο και με το αλλο το χιλιάρικο...
...και εκεί βουρκωμένος-κυττάζοντας τη Σταυρούλα- ψιθύρισε:
Σ΄ευχαριστώ ρε φίλε ! Σε ευχαριστώ !...
Ήσαντε τα "δώρα του νυχτερινού του επισκέπτη", που μπήκε στο σπίτι του να τον κλέψει...και τον βρήκε σε κακά χάλια...
...εκεί, στα μέσα της δεκαετίας του΄70...
...τότε που οι άνθρωποι ήσαντ' αλλοιώς...
Ντινόπουλος Ιωάννης
(Δικαιώματα κατοχυρωμένα)
Labels:
Διηγήματα Ντινόπουλου
29 Ιουνίου 2012
Η ψηλή απο την Αμαλιάδα ! Απο τον Ντινόπουλο Ιωάννη
Γράφει ο Ιωάννης Ντινόπουλος
Γιατί η ασφαλής άφιξη στον προορισμό μας δεν είναι ποτέ απολύτως δεδομένη !
Εγώ πάντως και ευχαριστώ λέω και κάποια πράγματα προσέχω όταν μετακινούμαι με υπεραστικά λεωφορεία .
Το πρώτο που προσέχω είναι το λεωφορείο και αν αυτό ειναι καινούργιο, το ταξείδι θα είναι και άνετο και ασφαλές.
Το δεύτερο ειναι ο οδηγός , που σημαίνει οτι αν ειναι νέος θα εχει ταχύτερα αντανακλαστικά και λιγότερη αλαζονεία, αυτή του "βετεράνου" που είναι και η αιτία για τα περισσότερα ατυχήματα. Θέλω ομως να επισημάνω οτι και οι στόλοι των ΚΤΕΛ των νομών που χρησιμοποιώ ειναι καινούργιοι και οι οδηγοί τους πεπειραμένοι και ευγενείς.
Το τρίτο που με ενδιαφέρει ειναι η θέση και ζητάω πάντα μιά απο τις πρώτες.
Και τελευταία- που όμως δεν μπορώ να κάνω κάτι για αυτό- είναι το ποιός θα είναι ο συνταξειδιώτης μου ! Ποιός δηλαδή θα καθήσει δίπλα μου ! Θα μου πείτε τι σημασία εχει αυτό; Ταξιδέψτε εσείς απο την Αμαλιάδα ως την Αθήνα με μια συμπαθή τσιγγάνα 140 κιλών και με μόνιμη αποχή απο το νερό ή με ενα δίμετρο μοντέλο που κάθισε δίπλα μου την τελευταία φορά και βρείτε μόνοι σας τη διαφορά !
Το δεύτερο ειναι ο οδηγός , που σημαίνει οτι αν ειναι νέος θα εχει ταχύτερα αντανακλαστικά και λιγότερη αλαζονεία, αυτή του "βετεράνου" που είναι και η αιτία για τα περισσότερα ατυχήματα. Θέλω ομως να επισημάνω οτι και οι στόλοι των ΚΤΕΛ των νομών που χρησιμοποιώ ειναι καινούργιοι και οι οδηγοί τους πεπειραμένοι και ευγενείς.
Το τρίτο που με ενδιαφέρει ειναι η θέση και ζητάω πάντα μιά απο τις πρώτες.
Και τελευταία- που όμως δεν μπορώ να κάνω κάτι για αυτό- είναι το ποιός θα είναι ο συνταξειδιώτης μου ! Ποιός δηλαδή θα καθήσει δίπλα μου ! Θα μου πείτε τι σημασία εχει αυτό; Ταξιδέψτε εσείς απο την Αμαλιάδα ως την Αθήνα με μια συμπαθή τσιγγάνα 140 κιλών και με μόνιμη αποχή απο το νερό ή με ενα δίμετρο μοντέλο που κάθισε δίπλα μου την τελευταία φορά και βρείτε μόνοι σας τη διαφορά !
Ειχα τη θέση 1, ακριβώς πίσω από τον οδηγό και κάθισα σ΄αυτήν λίγα λεπτά πρίν ξεκινήσει το λεωφορείο για Αθήνα. Εδεσα και τη ζώνη ασφαλείας , αφού μου παρέχεται ως υπηρεσία και περιμέναμε τον οδηγό , ο οποίος απ΄ο,τι ειδα ηταν ενας νέος γύρω στα 30. Το λεωφορείο ειχε σχεδόν γεμίσει , αλλά η θέση δίπλα μου ηταν ακόμη κενή !
Ξαφνικά μπαίνει μέσα από τη μπροστινή πόρτα μια νεαρά γύρω στο ένα και εννενήντα.. Ειχε κυματιστά μαλλιά, κοντή φούστα , μακριά πόδια , ψηλά τακούνια και...(μήν περιμένετε αλλες περιγραφές) απευθυνόμενη σε μένα με νάζι- σίγουρη για την υπεροχή της -...
....-Καλέ αυτή είναι η θέση δύο;
Δεν απήντησα, απλά κούνησα καταφατικά το κεφάλι και στριμώχτηκα προς τον τοίχο (το παράθυρο εννοώ) και για να της δώσω όσο πιό πολύ χώρο να βολέψει αυτά τα μακριά πόδια και να μην ακουμπήσω καθόλου πάνω της. Σε αυτές τις γυναίκες δεν μιλάς , δεν κοιτάς, δεν ακουμπάς. Σε κάθε περίπτωση θα αποβεί σε βάρος σου και θα τους ανεβάσεις και τις μετοχές, καθιστώντας τες ακόμη πιό επικίνδυνες....
Τόσο μακριά πόδια, όμως, δεν βολεύονται εύκολα... Ευτυχώς που το προστατευτικό πίσω απο τον οδηγό έφτανε ως τη μέση της δικής της θέσης και θα δείτε τι εννοώ. Ξεκίνησε, λοιπόν, το λεωφορείο, το οποίο αν και υπερσύγχρονο και με οθόνη τεσσάρων παραθύρων δίπλα στο τιμόνι, που ο οδηγός εβλεπε όλους τους επιβάτες, είχε και κάποια από εκείνα τα "πονηρά" καθρεφτάκια αριστερά και δεξιά για ειδικές...αποστολές !
Η κυρία άνοιξε ένα βιβλίο και προσπάθησε να βολευτεί. Γύρισε πλάτη σε μένα και έβαλε το αριστερό πόδι πάνω στο άλλο και γέμισε ο διάδρομος με το πόδι της. Όταν γύρισε πρός το μέρος μου και έβαλε το δεξί πόδι πάνω στο αριστερό, το πόδι της βγήκε υποχρεωτικά εξω απο το προστατευτικό που σας έλεγα και το τακούνι της γόβας της κυρίας έφτασε στο ριζαύτι του οδηγού. (Το κάθισμα του οδηγού είναι σε πολύ πιό χαμηλό επίπεδο απ΄αυτό των επιβατών )
Αυτές οι εναλλαγές της θέσης της στο κάθισμα και των ποδιών της, του ενός πάνω στο άλλο, γίνονταν συνεχώς, αλλά ο οδηγός δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ όταν το τακούνι της "έπαιζε" μεταξύ του αυτιού και ματιού του !
Δεν φαντάζομαι βέβαια να έκανε το ίδιο, ο οδηγός εννοώ, εαν επρόκειτο για αθλητικό παπούτσι μαθητού ή για άρβυλο φαντάρου !
Θυμήθηκα -και χαμογέλασα- την ιστορία που μου ΄λεγε ένας φίλος, του οποίου η πολυκατοικία στην οποία έμενε είχε κοινό ακάλυπτο με αλλες τρείς πολυκατοικίες και σε κάποια απ΄αυτές έμενε ένας περίεργος μεσήλικας, ο οποίος έκανε συνεχώς παρατηρήσεις ή έφερνε "το εκατό" εάν κάποιος παραβίαζε το ωράριο κοινής ησυχίας έστω και για λίγο. Αυτός όμως, ο ίδιος, δεν διαματρυρήθηκε ποτέ για κάποια κυρία που "έσκουζε" ώρα του μεσανύχτου, λές και τη σφάζανε στό γόνατο ή όταν "έδινε οδηγίες" στο συνοδό της... πως να την φτάσει στον έβδομο ουρανό σε άπταιστα "γαλλικά"...
Και μετά μου μιλάς για ισότητα, μου έλεγε... !
Τέλος πάντων, η κυρία άλλαζε θέση σώματος και ποδιού και έκλεινε ή άνοιγε το βιβλίο και εγώ παρακολουθούσα τη διαδρομή και τη βροχή που μαστίγωνε το παράθυρό μου και το παρμπρίζ του λεωφορείου ακριβώς μπροστά μου, βυθισμένος στις σκέψεις μου.
Θα κοντεύαμε στην Κόρινθο όταν είδα μπροστά μας σταματημένα αυτοκίνητα και διαπίστωσα ότι ο οδηγός μας δεν είχε κόψει ταχύτητα. Τώρα, θες η βροχή; θές οι λάμπες των στόπ του αυτοκινήτου μπροστά μας να ήταν καμμένες; θές ο νεαρός οδηγός να "έπεσε" πάνω στην αλλαγή των ποδιών της κυρίας και να προσπαθούσε να διακρίνει χρώμα "εν τω βάθει;" Θού, Κύριε, φυλακήν τω στοματί μου...
...Ήμουν σίγουρος ότι θα τα πάρουμε, κατά το κοινώς λεγόμενον, παραμάζωμα και με τη σιγουριά της ζώνης ασφαλείας που είχα φορέσει, έβαλα το αριστερό μου χέρι κόντρα στην κόγχη του παραθύρου και με το δεξί μου χέρι, που πέρασε κάτω από το στήθος της κυρίας, έπιασα αστραπιαία το μπράτσο του καθίσματός της, τη στιγμή ακριβώς που άρχισαν τα δυνατά φρεναρίσματα και οι επιγονατήσεις του βαρέως οχήματος...
Με το πρώτο φρενάρισμα ακούστηκαν φωνές γυναικών και θόρυβος αντικειμένων που πέφτανε από το χώρο των μικροαποσκευών πάνω απο τα καθίσματα. Ακολούθησαν κι άλλα φρεναρίσματα και άλλες φωνές γυναικών και αλλες συνεχόμενες επιγονατήσεις...
Το σώμα της νεαρής γυναίκας, με την κινητική ταχύτητα που είχε,-δε θυμάμαι και ποιό πόδι ειχε πάνω σε ποιό- έπεσε με μεγάλη δύναμη πάνω στο χέρι μου και φοβήθηκα οτι θα μου το σπάσει. Τη συγκράτησα όμως, γιατί θα έβγαινε από το παρμπρίζ αφήνοντας πάνω στο ταμπλώ καμμιά γόβα για διακοσμητικό. Πήρα το χέρι μου τότε μόνον, όταν βεβαιώθηκα ότι είχαμε σταματήσει τελείως, λίγα μόλις εκατοστά από το σταματημένο μπροστά μας αυτοκίνητο.
Το σώμα της νεαρής γυναίκας, με την κινητική ταχύτητα που είχε,-δε θυμάμαι και ποιό πόδι ειχε πάνω σε ποιό- έπεσε με μεγάλη δύναμη πάνω στο χέρι μου και φοβήθηκα οτι θα μου το σπάσει. Τη συγκράτησα όμως, γιατί θα έβγαινε από το παρμπρίζ αφήνοντας πάνω στο ταμπλώ καμμιά γόβα για διακοσμητικό. Πήρα το χέρι μου τότε μόνον, όταν βεβαιώθηκα ότι είχαμε σταματήσει τελείως, λίγα μόλις εκατοστά από το σταματημένο μπροστά μας αυτοκίνητο.
Ο οδηγός σηκώθηκε, ρώτησε αν χτύπησε κανείς και απολογήθηκε, λέγοντας ότι δεν τα έκανε αυτός τα απότομα φρεναρίσματα αλλά ο αυτόματος πιλότος. Λειτούργησαν, μας είπε, οι εξωτερικοί αισθητήρες στη θέα σταθερού αντικειμένου στην πορεία μας και άρχισε αυτόματα να φρενάρει. Πάντως, είπε, αν το αυτοκίνητο δεν ήταν υπερσύγχρονο, ως καινούργιο, δεν γνωρίζω ποιό θα ήταν το αποτέλεσμα. Και πάλι συγγνώμη, είπε !
Τότε ζήτησα και εγώ συγγνώμη από την κυρία που- ερήμην της - λειτούργησα προστατευτικά γι αυτήν, ακουμπώντας την !
Τότε ζήτησα και εγώ συγγνώμη από την κυρία που- ερήμην της - λειτούργησα προστατευτικά γι αυτήν, ακουμπώντας την !
-Μα τί λέτε; μου είπε ! Αν δε βάζατε το χέρι σας, αν δεν με πιάνατε, θα με ψάχνατε τώρα στις σκεπές των αυτοκινήτων μπροστά μας !
Σε κάποια κυρία που είχε χτυπήσει στη μύτη παρεσχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες από τη γιατρό που καθόταν στη θέση 4 και πολλοί μαζί βοηθήσανε στο να μαζευτούν τα προσωπικά μικροαντικείμενα μιας άλλης κυρίας, της οποίας είχε αδειάσει η τσάντα πέφτοντας από το χώρο των μικροαποσκευών . Το τι είχε μέσα στην τσάντα της αυτή η χριστιανή... μόνον γυναίκες μπορούν να το φανταστούν...
...........................................
Κάπου εκεί στο "Παλατάκι" στο Αιγάλεω η κυρία ζήτησε να κατέβει.
Κατέβηκε, λοιπόν, παίρνοντας μαζί της τα κυματιστά της μαλλιά, την κοντή της φούστα, τα μακριά της πόδια και τα ψηλά της τακούνια !
Και άφησε πίσω της μιάν απογοήτευση για την έλλειψη στοιχειώδους ευγενείας. Δεν είπε ευχαριστώ, όχι σε μένα, αλλά ούτε στον οδηγό, δεν είπε γειά σας, δεν χαμογέλασε, δεν επιβεβαίωσε την υπεροχή της, μείωσε το δίμετρο-με τα τακούνια- ανάστημά της....κρίμα !
Έκανα ένα πικρόχολο σχόλιο που το προσυπογράψανε όλοι, εκεί γύρω στα μπροστινά καθίσματα που είχαν παρακολουθήσει τη σκηνή.
Εμάς τους Ελληνες, είπα, μας ενώνουν πολλά πράγματα, μεταξύ των οποίων ο κίνδυνος και ο "φραμπαλάς" !
Και πρίν από λίγο είχαμε και από τα δυό ...
Άρα αυτή η κοπέλα δεν είναι Ελληνίδα ή δεν είναι Αμαλιαδαία, γιατί οι πατριώτισσές μου είναι και όμορφες αλλά και ευγενείς.
Ναί ! και ευγενείς ...και είναι αυτό που πολλαπλασιάζει και την ομορφιά και την θηλυκότητα όλων των γυναικών, όλων ! ! !
Ιωάννης Ντινόπουλος
Labels:
Διηγήματα Ντινόπουλου
25 Ιουνίου 2012
Η σπάλα και... ο Ασημάκης από τον κάμπο ! Ντινόπουλος Ιωάννης
Γράφει ο Ιωάννης Ντινόπουλος
Τον Ασημάκη τον γνώρισα πρίν από πολλά χρόνια. Ήμουν νεαρός, μαθητής στο Γυμνάσιο της Αμαλιάδος τότε και ο Ασημάκης θα είχε περάσει τα 70. Παρ' όλα τα βάσανα και τα χρόνια που βάραιναν την πλάτη του διατηρούσε και το παράστημά του και το χιούμορ του και κυρίως για μένα- που είχα ακούσει τόσα πολλά γι αυτόν - διατηρούσε και ένα "άρωμα" από τους παππούδες μου, που δεν είχα γνωρίσει..
Είχε φιλία με τους παππούδες μου που εχρονολογείτο από τη δεκατία του ΄40, τότε που ο τόπος μας εζησε έναν πόλεμο, μιά κατοχή και έναν εμφύλιο σπαραγμό ! Σε εκείνη τη δύσκολη δεκαετία ο Ασημάκης βάφτισε και κάποιο μέλος της οικογένειας και έτσι η φιλία των ανδρών ενισχύθηκε και με τη συγγένεια της κουμπαριάς. Ο Ασημάκης επισκεπτόταν τακτικά το συνοικισμό των Ντιναίων και έβλεπε τους φίλους και κουμπάρους του !
Θα ήταν Ιούνιος-δεν ξέρω ποιάς χρονολογίας ακριβώς - όταν ο Ασημάκης βρέθηκε και πάλι κοντά στους παππούδες μου (τον παππού μου και τον αδερφό του)
Εκείνη την ημέρα, που συνέβη και το περιστατικό που σας διηγούμαι, θα έτρωγε στο δικό μας το σπίτι. Η γιαγιά μου είχε μαγειρέψει αρνί κοκκινιστό κατσαρόλας (μάλλον τέντζερη και όχι κατσαρόλας) με χυλοπίτες, τσιγαρισμένο με φρέσκο βούτυρο. Στο τραπέζι υπήρχε τυρί, αυτό που λένε σήμερα φέτα, πεντανόστιμο ψωμί, αυτό που λένε οι πρωτευουσιάνοι ζυμωτό, και κρασί από το βαγένι, από το αμπέλι του παππού μου στην Μπουκούτα. Δηλαδή ένα τραπέζι πλούσιο ακόμη και για τα σημερινά δεδομένα. Και όλα δικής τους παραγωγής. Τα μόνα αγορασμένα σε εκείνο το τραπέζι ήταν το αλάτι και το πιπέρι !
Εκείνη την ημέρα, που συνέβη και το περιστατικό που σας διηγούμαι, θα έτρωγε στο δικό μας το σπίτι. Η γιαγιά μου είχε μαγειρέψει αρνί κοκκινιστό κατσαρόλας (μάλλον τέντζερη και όχι κατσαρόλας) με χυλοπίτες, τσιγαρισμένο με φρέσκο βούτυρο. Στο τραπέζι υπήρχε τυρί, αυτό που λένε σήμερα φέτα, πεντανόστιμο ψωμί, αυτό που λένε οι πρωτευουσιάνοι ζυμωτό, και κρασί από το βαγένι, από το αμπέλι του παππού μου στην Μπουκούτα. Δηλαδή ένα τραπέζι πλούσιο ακόμη και για τα σημερινά δεδομένα. Και όλα δικής τους παραγωγής. Τα μόνα αγορασμένα σε εκείνο το τραπέζι ήταν το αλάτι και το πιπέρι !
Στόν Ασημάκη είχαν βάλει δυό μεζέδες κρέας και χυλοπίτες που ξεχείλιζαν από το πιάτο. Υπήρχε μια αντίληψη, που ισχύει ακόμη και σήμερα στον τόπο μου την ορεινή Ηλεία, ότι όσο πιο πολύ φάει ο φιλοξενούμενος τόσο πιο πολύ αποδέχεται τη φιλοξενία και άρα τόσο πιό πολύ ανεβάζει τις "μετοχές" του φιλοξενούντος, για αυτό και πιέζουν τον φιλοξενούμενο να φάει περισσότερο !
Μου θυμίζει ένα "κομμάτι" από τον Επιτάφιο του Περικλέους..."κτώμεθα γαρ τους φίλους ουκ ευ πάσχοντες αλλά δρώντες. Ασφαλέστερος γαρ ο δράσας την χάριν, ώστε οφειλουμένην δι ευνοίας ω δέδωκε σώζειν, κλπ..."
Ό ένας από τους δυό μεζέδες στο πιάτο του Ασημάκη ήταν η σπάλα, γιατί εθεωρείτο καλός μεζές αφ' ενός και γιατί ο Ασημάκης εθεωρείτο άριστος οιωνοσκόπος αφ' ετέρου, γνώριζε δηλαδή να "διαβάζει" τη σπάλα !
Αφού κάμανε το Σταυρό τους μαζί με τις συνηθισμένες ευχές, "καλώς όρισες κουμπάρε", "καλώς σας βρήκα, ο Θεός το καλό " κλπ, αρχίσανε να τρώνε, εκτός από τον Ασημάκη...που είχε πιάσει τη σπάλα με το αριστερό του χέρι απο "την ωμογλήνη που συντάσσεται με την κεφαλή του βραχιόνιου οστού" και με το πιρούνι που κρατούσε στο δεξί προσπαθούσε να καθαρίσει από πάνω της το κρέας...
-Τι τα τηράς τα κόκκαλα Ασημάκη μου, φάει, θα κρυώσει το φαϊ, του είπε ο παππούς μου..
Ο Ασημάκης δε μίλησε καθόλου, αφού καθάρισε καλά τη σπάλα, τη γύρισε ανάποδα και την έφερε από την πλευρά της ανοιχτής πόρτας, κοιτάζοντάς την στο φώς σαν σύγχρονος ακτινοδιαγνώστης...
-Θα φάω, κουμπάρε, απάντησε στον παππού μου, αλλά θα μου πείς πρώτα ποιός είναι ο καλύτερός σου φίλος !
-Χμ, έκαμε ο παππούς μου ! Όταν ήμουν νεώτερος, Ασημάκη μου, και πιό δυνατός είχα αρκετούς φίλους, τώρα όμως που αρχίζω να γερνάω δεν μου απόμεινε άλλος εκτός απο σένα !
Πάτ, πετάχτηκε σαν ελατήριο από την καρέκλα του ο Ασημάκης και όπως ήτανε και ψηλός, παρα-λίγο να βαρέσει το κεφάλι του στο πατερό* !
-Το λές αλήθεια κουμπάρε; τον ξαναρώτησε...
-Στο Σταυρό που κάμαμε, απάντησε ο παππούς μου...
-Φεύγωω...είπε ο Ασημάκης, το σπίτι μου καταστράφηκε !!!! και βγήκε γρήγορα από την ανοιχτή πόρτα...
Μείνανε όλοι άφωνοι, βγήκανε έξω, αλλά ο Ασημάκης είχε καβαλήσει το μαύρο αλογό του με την δερμάτινη σέλα και την όμορφη πλουμιστή χανάκα* και έτρεχε προς τον κάμπο...
Ξαναμπήκανε μέσα στενoχωρημένοι, όταν τον είδανε να σκαπετάει* καλπάζοντας στου Αρνιακού* ...
......................................
......................................
Εκείνη την ημέρα, λίγο πρίν φέξει, μπήκαν οι Άλλοι στο χωριό του Ασημάκη. Είχαν "στριμωχθεί" πολύ και ήσαν αποφασισμένοι για όλα...Έπρεπε να κάνουν επίδειξη ισχύος...
Αυτοί, από δώ, πιαστήκανε στον ύπνο...
.......................................
Ήταν ακόμα μέρα όταν ο Ασημάκης έφτασε στο χωριό του, κάπου τριάντα πέντε χιλιόμετρα μακρυά απο τα Ντιναίικα...
Παντού μύριζε καμμένο...
Σε κάνα-δυό σπίτια του χωριού είχε καταρρεύσει η σκεπή από τη φωτιά και σε κάποια άλλα έβγαινε καπνός από τα μουτζουρωμένα παραθύρια που χάσκανε ορθάνοιχτα...
Όσοι είχανε γλυτώσει από τη θηριωδία της ιδεολογίας των Άλλων και είχαν ξεπεράσει το πρώτο σόκ, προσπαθούσαν να βγάλουν από τη γράνα* τους σκοτωμένους συγγενείς και συγχωριανούς τους...
Κάποιες γυναίκες με ξέπλεκα μαλλιά και με το τσεμπέρι* τυλιγμένο στο λαιμό χτυπούσανε το στήθος τους και κυττάγανε τον ουρανό...
Σκηνές αλλοφροσύνης...
...σαν σε Αρχαία τραγωδία...
Ένα από τα καμμένα σπίτια ήτανε και του Ασημάκη και ανάμεσα σ΄αυτούς, που βγάλανε από τη γράνα με τα βάτα, ήτανε η γυναίκα του Ασημάκη και ο αδερφός του ! Μόνο που η γυναίκα του δεν είχε "φάει" τη χαριστική βολή, εκεί στην άκρη του όχτου* που τους είχανε μαζέψει και τους πυροβολήσανε και έτσι "ανέζησε " με πολύ κόπο και στάθηκε στα πόδια της μετά από πολύ καιρό..
.....................................
Δε ρώτησα ποτέ αν ο Ασημάκης ανήκε ιδεολογικά σε Αυτούς ή τους Άλλους και δεν θα καταθέσω τη γνώμη μου για το ποιός έφταιγε. Δεν είναι αυτό το ζητούμενό μου και δεν είμαι ούτε ιστορικός, ούτε δικαστής...
Εκείνο που ξέρω μετά βεβαιότητος είναι ότι, την ώρα που οι Άλλοι πυροβολούσανε Αυτούς, ενα μπουλούκι πουλιά φτερακίξανε* τρομαγμένα, όπως ακριβώς και στο "ποτάμι" του Σαμαράκη !
Το ίδιο τρομαγμένη φτεράκιξε και η καρδιά του Ασημάκη όταν "διάβασε" με τόσες λεπτομέρειες τη σπάλα στο πιάτο του, από το αρνί του παππού μου, για την τραγωδία που συντελέστηκε στο χωριό του και στο σπίτι του ...
Ιωάννης Ντινόπουλος
Πηγή μου: Από τις διηγήσεις του πατέρα μου που, νεαρός τότε, ήταν μπροστά στο "διάβασμα" της σπάλας από τον Ασημάκη.
*πατερό=ένα από τα μεγάλα δοκάρια που πατούσανε δεξιά αριστερά στον τοίχο και πάνω τους στηριζότανε η αρματωσιά της σκεπής. Γνωστό και από την έκφραση "κολοκύθια στό πάτερο"
*χανάκα=δερμάτινο περιλαίμιο που από μέσα είχε βελούδο κόκκινο ή μπλέ και ήταν στολισμένο με χάντρες. Κοσμούσε το λαιμό στα νέα και όμορφα αλογα, ειδικά όταν "φορούσαν" εφίππιον (σέλλα )
*Σκαπετάω=χάνομαι στο βάθος του δρόμου ή του ορίζοντα, εξαφανίζομαι...
*Σκαπετάω=χάνομαι στο βάθος του δρόμου ή του ορίζοντα, εξαφανίζομαι...
*Αρνιακού=Τοποθεσία μετά τα Ντιναίικα στο δρόμο για το Πανόπουλο, ίσως από το όνομα παλιού ιδιοκτήτη της περιοχής
*γράνα= χαντάκι δίπλα στο το δρόμο, ή στην άκρη στο χωράφι
*τσεμπέρι=μαντήλι, συνήθως καφέ, που το φορούσανε οι γυναίκες στο κεφάλι και το δένανε κάτω απο το λαιμό.
*όχτος=αντίστοιχο της όχθης, το μεταίχμιο του ισιώματος και του κεκλιμένου του εδάδους, συνήθως κοντά σε ρεμματιά
*φτεράκιξε=φτερούγισε ξαφνιαμένο, τρομαγμένο
Labels:
Διηγήματα Ντινόπουλου
10 Μαΐου 2012
Η βρύση στο Πετρωτό !
Η Βρύση του Πετρωτού
Γράφει ο Ιωάννης Ντινόπουλος
Φωτογραφίες Ιωάννης Ντινόπουλος
Φωτογραφίες Ιωάννης Ντινόπουλος
Η ηλικία της μεγάλη και η δροσιά της διαρκής...Και η ιστορία της είναι μεγάλη και ακόμη μεγαλύτερη η λίστα των ανθρώπων που ξεδίψασαν, σκύβοντας πάνω στον πέτρινο κούτουλα ή κάνταλό της, χρόνια τώρα ! Κοντά στο Κάστρο της Οχιάς και δίπλα στο πέτρινο γεφύρι -το Πετρωτό- πάνω σε δρόμο στρατηγικής σημασίας, αλλά αποχαρακτηρισμένης πλέον διαβάθμισης, περιμένει τον περαστικό να τον ξεδιψάσει και να τον ταξιδέψει στην ιστορία της...
Το ποτάμι ο Πηνειός και το πέτρινο γεφύρι, το πετρωτό
Το νερό της σταθερό σε ποσότητα χειμώνα -καλοκαίρι και τότε που το νερό του ποταμιού που περνάει μπροστά της σε τρομάζει με τη βουή και τον όγκο του και το καλοκαίρι που το νερό του ποταμιού είναι ελάχιστο ή δεν κυλάει καθόλου στην ξεραμένη κοίτη του. Κανείς δεν μπόρεσε να εξηγήσει το φαινόμενο της σταθερής ποσότητας νερού που βγάζει, λές και κάποια κρυφή ή μυστική στρόφιγγα είναι ρυθμισμένη κάπου βαθειά στη γή, απ΄όπου έρχεται το στοιχείο ζωής , το νερό, που φτάνει ως τα χείλη της !
Εφτασα δίπλα της μετά από διαδρομή μιάς και πλέον ώρας με τα πόδια, ανάμεσα από ανθισμένα σπάρτα, ασφάκες, σφερδούκλια, τρικοκκιές, αρκουδόβατα και λογής λογής αγριολούλουδα και χορτάρια...
Ναί, και αυτή χορταριασμένη, αλλά πάντα φιλόξενη, περιμένει υπομονετικά να δροσίσει και να ξαποστάσει όποιον τη χρειάζεται !
Χάϊδεψα με συγκίνηση τον πέτρινο τοίχο της και ακουμπώντας και τα δυό μου χέρια πάνω της έσκυψα και ήπια νερό...Καμιά σχέση με πλαστικά μπουκάλια και πλαστικά συναισθήματα, ένωσα τις παλάμες μου, τις γέμισα με νερό και έπλυνα το πρόσωπό μου και τα μάτια μου, που είχαν βουρκώσει...
"Νίψον ανομήματα", θυμήθηκα, και ξανάριξα νερό, δεν θυμάμαι πού, αν αυτή τη φορά ήταν στο πρόσωπο ή την ψυχή μου...
Η στρούγκα ή ο,τι εχει απομείνει απ΄αυτήν
Οι τρείς μεγάλες ιτιές που κάνανε ίσκιο γύρω της για τους ανθρώπους αλλά και για τα πρόβατα που σταλίζανε το καλοκαίρι, δεν υπάρχουν πιά. Και εδώ και σαράντα περίπου χρόνια έχει να περάσει απ΄εκεί ο ταχυδρόμος από τη Δίβρη, για να μοιράσει γράμματα στους Ντιναίους. ( Ο αείμνηστος ο Λάμπης ο Σκουρλέτης )
Υπάρχει μόνον ο πλάτανος μπροστά από τη στρούγκα, αλλά δε βρήκα τη μεγάλη πέτρα την επίπεδη, όπου πάνω της ήταν χαραγμένο επιτραπέζιο παιχνίδι, που παίζαμε διαλέγοντας μικρά πολύχρωμα ποταμολίθια..
Η βρύση χτίστηκε το 1934 απο Ντιναίους των Τσιπιάνων. Αυτοί ήσαν οι εντολείς- εργοδότες και κατασκευαστής -τεχνίτης πέτρας- ήταν ο αείμνηστος Ιωάννης Τζουβάλας (Μαστορογιάννης) από τη Δίβρη. Η μάλλον δεν ήταν από τη Δίβρη, εκεί έμενε..κανείς δεν ξέρει από που καταγόταν. Κάποιοι λένε πως ήταν Ηπειρώτης φυγόδικος...Τέλος πάντων, αυτός είχε φτιάξει πολλά σπίτα στην περιοχή και βρύσες και μαντριά...
Τότε οι άνθρωποι, λένε, πως φυλάγανε τα χρήματά τους στη Γή, που "λειτουργούσε" ως μορφή Τράπεζας, όπως λένε και οι κυνηγοί θησαυρών...
Κάποιων άλλων εργαζομένων τα χρήματα τα φύλαγε ο εργοδότης τους, ο πιό έμπιστος εργοδότης τους..
Ετσι είπανε και για τον Τζουβάλα, ότι τα χρήματά του για την κατασκευή της βρύσης-ίσως και άλλα ακόμη -τα φυλάγανε οι Ντιναίοι στα Τσίπιανα και ότι τάχα με τον πόλεμο του ΄40, που χαθήκανε τα λεφτά, χαθήκανε και του Τζουβάλα.
Τώρα, πως γίνεται από το 1934 που χτίστηκε η βρύση να μην έχει πάρει ακόμη τα λεφτά του ο Τζουβάλας, εξι χρόνια μετά, μου φαίνεται πολύ περίεργο...
Και αυτό ειπώθηκε για να δικαιολογηθεί η καταστροφή της εντοιχισμένης μαρμάρινης πλάκας και του περιεχομένου της πάνω απο τη βρύση. Λένε δηλαδή ότι πέρασε από εκεί κάποτε ο γιός του Τζουβάλα και για να εκδικηθεί αυτούς που -τάχα- δεν πληρώσανε τον πατέρα του, έσβησε με σφυρί τa αναγραφόμενα στην πλάκα-επιγραφή.
Η αλήθεια, αγαπητοί μου, είναι άλλη. Ενας συγγενής και φίλος των Ντιναίων λένε ότι έσβησε το περιεχόμενο της πλάκας και κυκλοφόρησε την πιό πάνω δικαιολογία.
Θάθελα να τον αναφέρω να τον μάθετε, αλλά θα του κάνω μεγάλη χάρη. Θα τον κάνω έναν μικρό Ηρόστρατο* και ενώ κανείς δεν θα ξέρει ποιός έχτισε τη βρύση, θα γνωρίζουν ολοι ποιός κατάστρεψε την επιγραφή με τα ονόματα των κτητόρων της .
Για να μείνει στην αιωνιότητα το όνομα αυτών που κατασκεύασαν τη βρύση και ξεδίψασε ...στα δροσερά της χείλη κόσμος και κοσμάκης !...
Ντινόπουλος Ιωάννης
Τότε οι άνθρωποι, λένε, πως φυλάγανε τα χρήματά τους στη Γή, που "λειτουργούσε" ως μορφή Τράπεζας, όπως λένε και οι κυνηγοί θησαυρών...
Κάποιων άλλων εργαζομένων τα χρήματα τα φύλαγε ο εργοδότης τους, ο πιό έμπιστος εργοδότης τους..
Ετσι είπανε και για τον Τζουβάλα, ότι τα χρήματά του για την κατασκευή της βρύσης-ίσως και άλλα ακόμη -τα φυλάγανε οι Ντιναίοι στα Τσίπιανα και ότι τάχα με τον πόλεμο του ΄40, που χαθήκανε τα λεφτά, χαθήκανε και του Τζουβάλα.
Τώρα, πως γίνεται από το 1934 που χτίστηκε η βρύση να μην έχει πάρει ακόμη τα λεφτά του ο Τζουβάλας, εξι χρόνια μετά, μου φαίνεται πολύ περίεργο...
Και αυτό ειπώθηκε για να δικαιολογηθεί η καταστροφή της εντοιχισμένης μαρμάρινης πλάκας και του περιεχομένου της πάνω απο τη βρύση. Λένε δηλαδή ότι πέρασε από εκεί κάποτε ο γιός του Τζουβάλα και για να εκδικηθεί αυτούς που -τάχα- δεν πληρώσανε τον πατέρα του, έσβησε με σφυρί τa αναγραφόμενα στην πλάκα-επιγραφή.
Η αλήθεια, αγαπητοί μου, είναι άλλη. Ενας συγγενής και φίλος των Ντιναίων λένε ότι έσβησε το περιεχόμενο της πλάκας και κυκλοφόρησε την πιό πάνω δικαιολογία.
Θάθελα να τον αναφέρω να τον μάθετε, αλλά θα του κάνω μεγάλη χάρη. Θα τον κάνω έναν μικρό Ηρόστρατο* και ενώ κανείς δεν θα ξέρει ποιός έχτισε τη βρύση, θα γνωρίζουν ολοι ποιός κατάστρεψε την επιγραφή με τα ονόματα των κτητόρων της .
Η επιγραφή, λοιπόν, έγραφε:
"ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΠΑΝΑΓΟΥ
ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ.
ΕΡΓΟΝ ΝΤΙΝΑΙΩΝ
ΕΝ ΕΤΕΙ 1934"
Για να μείνει στην αιωνιότητα το όνομα αυτών που κατασκεύασαν τη βρύση και ξεδίψασε ...στα δροσερά της χείλη κόσμος και κοσμάκης !...
Ντινόπουλος Ιωάννης
*Ο Ηρόστρατος ήταν Αρχαίος Έλληνας παροιμιώδης εμπρηστής από την Έφεσο.
Προκειμένου, όπως είχε δηλώσει, να μείνει το όνομά του στην Ιστορία έφθασε στο σημείο να πυρπολήσει το 356 π.Χ. τον Ναό της Αρτέμιδας στην Έφεσο. Οι Εφέσιοι συνέλαβαν αυτόν και τον θανάτωσαν και απαγόρευσαν τη μνεία του, η οποία όμως διατηρήθηκε, στηλιτεύοντας πάντα την ανόσια πράξη του.
Labels:
Διηγήματα Ντινόπουλου
19 Δεκεμβρίου 2010
Το σενάριο ! Ι.Β.Ντινόπουλος
Το σενάριο !
Αν φαντάζεστε τον δήμιο κάναν αξύριστο, άγριο και με ουλή στο μέτωπο ή το πηγούνι, απατάστε πλάνην οικτράν ...
Όπως πέσανε όλα τα ανδρικά κάστρα, έτσι και αυτό...
Σήμερα μπορείτε να συναντήσετε ως "δήμιο υπηρεσίας" μια πανέμορφη γυναίκα με πολύ προσεγμένο ντύσιμο και βάψιμο. Με φουλάρι στό λαιμό και γόβα στιλέττο...έτοιμη για εκτέλεση καθήκοντος !
Σήμερα μπορείτε να συναντήσετε ως "δήμιο υπηρεσίας" μια πανέμορφη γυναίκα με πολύ προσεγμένο ντύσιμο και βάψιμο. Με φουλάρι στό λαιμό και γόβα στιλέττο...έτοιμη για εκτέλεση καθήκοντος !
Έτσι ήταν και η κυρία που συνάντησα στα γραφεία της τηλεόρασης, όπου είχα κάνει αίτηση για δουλειά !
-Θα μας φέρετε και ένα σύντομο σενάριο, μου είπε πολύ αυστηρά, γραμμένο από σάς, αληθοφανές, πειστικό και αδημοσίευτο ! Θα προστεθεί στο βιογραφικό σας και θα τα ξαναπούμε, μου είπε και σηκώθηκε να μου δείξει...την εξοδο !
Βγαίνοντας από το γραφείο της το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν αν αυτή η γυναίκα συνευρίσκεται ερωτικά με κάποιον, ποιός θα μπορούσε να είναι αυτός και πόση ώρα χρειάζεται για να...ξεπεζέψει πρώτα απο το καλάμι που καβαλάει...
Θού, Κύριε, φυλακήν τω στοματί μου, είπα, εγώ εδώ ήρθα για δουλειά και όχι για σχόλια και ψυχαναλύσεις γυναικών...
Αληθοφανές κυρία μου το θέλετε; Αληθινό σενάριο θα σας φέρω εγώ ! Kαι μάλιστα απ΄αυτά τα καταπληκτικά σενάρια που γράφει η ίδια η ζωή ! Φτάνει να κατεβώ στίς πιάτσες των απόκληρων...Εκεί όπου η Λάχεσις και η Άτροπος παραβγαίνουν στο ποιά από τις δυό θα πονέσει περισσότερο τους ανθρώπους...
Βέβαια κάποιες κατηγορίες τις απέκλεισα εκ των προτέρων, για ευνόητους λόγους...
Κατέληξα στο να αναζητήσω κάποιον μπεκρή, όπου η χρήση οινοπνεύματος θα του είχε χαλαρώσει τον έλεγχο και άρα θα μπορούσε να μιλήσει για τη ζωή του, πολύ πιό ευκολα, σε έναν αγνωστο !
Έπρεπε, όμως, να ντυθώ κι εγώ ανάλογα σαν μπεκρής, να μυρίζω οινόπνευμα, να κόβω το"ρό" σαν τους Γάλλους και σαν τους μεθυσμένους, να προσποιούμαι λόξυγκα και να έχω και κάνα ψευτοσενάριο στο μυαλό μου από τη δική μου -υποτίθεται- πονεμένη ζωή !
Μόνο και μόνο για το αξίωμα του ..."όμοιος ομοίω αεί πελάζει..", αν χρειαστεί...
Μόνο και μόνο για το αξίωμα του ..."όμοιος ομοίω αεί πελάζει..", αν χρειαστεί...
****************
-Μπορώ να καθήσω; τον ρώτησα !
-Και δε κάθεσαι, μου είπε, σάμπως δικό μου είναι το παγκάκι; Από που είσαι ρε παιδί, με ρώτησε, αφού κατέβασε πρώτα το μπουκάλι με το κρασί απο τα χείλη του
-Μη με ρωτάς από που είμαι του απάντησα, αλλά τι μπορεί να κουβαλάει αυτή η ταλαίπωρη η πλάτη μου !
- Α, μπα ; ! Για ρίξε ένα τσουβάλι ρε παλληκάρι να το ζυγιάσουμε ! μου είπε, και να το συγκρίνουμε αν θες με κάνα δικό μου...Άκου εκεί πόσα βαστάει η πλάτη του!
Κατάλαβα ότι πρέπει να του πω μια δική μου ιστορία για να μου διηγηθεί κι εκείνος μια μεγαλύτερη ή μια πιο πονεμένη ή μια πιό "βαρειά" ...
Φαίνεται πως ήμουν σε καλό δρόμο και άρχισα την διήγησή μου:
-Εγώ, κύριος, αγαπώ τους ανθρώπους και ας έχω εξουσία στα χέρια μου...Ξέρεις πόσες φορές έχω πεί τι ωραίος ανθρωπος; Όχι, κύριος, επειδή φοράει κουστούμι Αρμάνι, αλλά επειδή έχει μυαλό Νίνα Ρίτσι και καρδιά Πιέρ Γκαρντέν, κατάλαβες; Και για την εξουσία, που σου λέω, μην ψάχνεις αστέρια στις επωμίδες μου, αλλά κάτω απο το γιακκά, όπως γίνεται και με τους αξιωματικούς στις πολεμικές επιχειρήσεις...
Πολεμική επιχείρηση είναι η ζωή, κύριος...Θα δείς σε λίγο που θα σηκώσω το γιακκά, που θα τελειώσω τον πόνο μου ηθελα να πώ...
Πολεμική επιχείρηση είναι η ζωή, κύριος...Θα δείς σε λίγο που θα σηκώσω το γιακκά, που θα τελειώσω τον πόνο μου ηθελα να πώ...
Ναί, κύριος και τις γυναίκες τις αγαπώ...κι ας εχω εξουσία...
..εκεί κόμπιασα λίγο και τον είδα να μου προτείνει να πιώ απο το μπουκάλι του. Ήμουν σίγουρος ότι περιμένει με ενδιαφέρον να τελειώσω για να ...ζυγιάσουμε κι ένα από τα δικά του τσουβάλια-βάρη...
Αυτό που χρειαζόμουν δηλαδή...
Εβγαλα απο το τρύπιο φαρδύ σακκάκι μου ένα μπουκαλάκι ρετσίνα, είπια δυό γουλιές και συνέχισα...
-Εγώ κύριος ήμουν παντρεμένος με μια πολύ όμορφη γυναίκα και την αγαπούσα πολύ...κι ακόμα, κύριος, την αγαπάω, με παρακολουθείς;
-Για κύλα το πιο γλήγορα ρε παλληκάρι, μου είπε και έκανε και την ανάλογη κίνηση με το χέρι του...
-Εφυγε, κύριος, έφυγε, σαν "κυρία"... Μια μέρα ντύθηκε με κείνο το όμορφο κίτρινο φόρεμα που της πήγαινε καταπληκτικά και έφυγε για μια επίσκεψη στη θεία της... Ακόμη την περιμένω, κύριος, και ας ξέρω πως δε θα ξαναρθεί...και να ξέρεις, κύριος, ότι όσο πιό όμορφη είναι μια γυναίκα με τόσο λιγότερες ενοχές αφήνει τον αντρα της...
Από τότε μισώ θανάσιμα το κίτρινο...έφυγα από την Αθήνα γιατί δεν μπορούσα να βλέπω τα ταξί και τα τρόλεϋ...
Δεν αγόρασα ποτέ μου μπανάνες από τότε...ούτε κίτρινα λεμόνια, μόνον πράσινα...
Ηρθα εδώ στην πόλη σου και νοίκιασα μια γκαρσονιέρα εκεί στην πλατεία...Αλλά έχω πρόβλημα σοβαρό, γιατί το φθινόπωρο κιτρινίζουν τα φύλλα της ιτιάς που είναι μπροστά μου και τρελαίνομαι, κατάλαβες κύριος;
Αφού, να φανταστείς, πήγα και αγόρασα πινελάκια ζωγράφων και πράσινο χρώμα, αγόρασα και μια σκάλα διπλή, σαν αυτή που έχουν οι τεχνίτες του ΟΤΕ, και άρχισα να βάφω τα φύλλα της ιτιάς πράσινα, ένα -ένα..πρίν κιτρινίσουν και πέσουν !
Ξανάφερε το μπουκάλι στο στόμα και ...μήπως σε κουράζω ; τον ρώτησα !
-Είπαμε πατριώτη ότι θα ζυγιάσουμε δυό τσουβάλια, ένα του καθενού, για προχώρα, για προχώρα...
-Την πρώτη μέρα, κύριος, που έβαφα τα φύλλα γελάγανε στο καφενείο...τη δεύτερη τους άκουσα να λένε : "Μα καλά, τι κάνει ο μαλάκας "! και την τρίτη μέρα, κύριος, μου κουβαλήσανε το εκατό ! Ναι το εκατό !
Μαζί με εναν δικό σας απο δώ, σύμβουλος νομίζω ότι δήλωσε, με πήγανε στο ψυχιατρείο. Στο τρελοκομείο κύριος, τ΄ακούς; επειδή έβαφα τα φυλλαράκια της ιτιάς πράσινα και μάλιστα με δικά μου λεφτά !
-Γιατί ήρθες εδώ ρε φίλε ; με ρώτησε ο γιατρός !
-Δεν ήρθα γιατρέ μου, του είπα, με φέρανε !
-Γιατί; έδειρες καμμία;
-Θα μπορούσε γιατρέ μου, πιό παλιά βέβαια, αλλά δεν το ΄κανα !
-Τότε; έβρισες κανέναν;
-Οχι γιατρέ μου, κανέναν, απλά έχω μια απέχθεια στο κίτρινο, κατάλαβες; Πως έχουν κάποιοι έλειψη φωσφορικής διυδρογενάσης, γιατρέ μου, και δεν μπορούν να μυρίσουν ναφθαλίνη; Κάπως έτσι κι εγώ ! Μεγάλη απέχθεια στο κίτρινο ! Κάτι μου λείπει εμένα ...και δεν μπορώ να βλέπω το κίτρινο! Το μόνο κίτρινο που αντέχω, γιατρέ μου, είναι αυτό από τα σπάρτα, τίς ασφάκες και τα σφάλαχτα που ανθίζουν στο χωριό μου...
-Πάρτε τον, είπε ο επιστήμων...
Εμεινα μαζί τους πάνω από μήνα, δε θυμάμαι ακριβώς..Μου δίνανε τρία χαπάκια την ημέρα, τους παρακάλεσα "πρός Θεού, όχι κίτρινα..." και όταν έφυγα, κύριος, μου δώκανε ένα χαρτί με κάτι ακαταλαβίστηκους ψυχιατρικούς όρους...σαν αυτά που ζητάνε οι δικηγόροι απο κάποιους πελάτες τους για να μπερδεύουνε τους δικαστές...Τρελόχαρτο, κύριος, τρελόχαρτο...που έχει τόση δύναμη-η εξουσία που σου ΄λεγα-που ούτε το απολυτήριο Στρατού, ούτε το πτυχίο Πανεπιστημίου μου εξασφαλίσανε...
Τώρα μπορώ να δέρνω όποιον θέλω, κύριος, χωρίς κυρώσεις...χωρίς !
Απλά θα με πηγαίνουν για λίγο πάλι "μέσα" και θα μου ανανεώνουν την ισχύν....γιου νόου;...
-Δηλαδή, αν την δείς μπροστά σου τώρα δε θα τη δείρεις; με διέκοψε !
-Οχι. Οχι, κύριος, δε θα τη δείρω. Θα την αγκαλιάσω, αν μου το επιτρέψει, θα την φιλήσω και θα ...
και θα της τραγουδήσω:
"Σε ικετεύω φύγε, τα χείλη θα ματώσω, να μη φωνάξω σ΄αγαπώ, να μη φωνάξω μείνεεε..."
"Σε ικετεύω φύγε, τα χείλη θα ματώσω, να μη φωνάξω σ΄αγαπώ, να μη φωνάξω μείνεεε..."
Ζούσα τόσο έντονα αυτά που του 'λεγα, που τα μάτια μου γεμίσανε δάκρυα...
Ξαφνικά σηκώθηκε, έβγαλε το παλιό σακκάκι και το καπέλο, ξεκόλλησε το ψεύτικο μουστάκι του, χτένισε λίγο τα μαλλιά με τα δάχτυλά του και μου ειπε :
-Φίλε μ΄ έσωσες. Η ιστορία σου ήταν καταπληκτική. Μια βδομάδα ξεροσταλιάζω εδώ ν΄ακούσω ένα σενάριο ζωής, "αληθοφανές, πειστικό και αδημοσίευτο". Διεκδικώ μια θέση στην τηλεόραση. Το κρασάκι σου θα προπληρωθεί για ενα εξάμηνο...Καλή σου νύχτα !
-Φίλε μ΄ έσωσες. Η ιστορία σου ήταν καταπληκτική. Μια βδομάδα ξεροσταλιάζω εδώ ν΄ακούσω ένα σενάριο ζωής, "αληθοφανές, πειστικό και αδημοσίευτο". Διεκδικώ μια θέση στην τηλεόραση. Το κρασάκι σου θα προπληρωθεί για ενα εξάμηνο...Καλή σου νύχτα !
Εμεινα αφωνος...
Πρίν χαθεί στο σκοτάδι του φώναξα !
- Ρε σύ, κύριος, τι τίτλο θα βάλεις;
- Ρε σύ, κύριος, τι τίτλο θα βάλεις;
-"Κίτρινον το μισητόν" μου αποκρίθηκε και χάθηκε μέσα στη νύχτα !...
Ι.Β.Ντινόπουλος
(Δικαιώματα κατοχυρωμένα)
Σημείωση:
Ευχαριστώ τη φίλη μου Ελένη Αντωνακοπούλου για την ιδέα που μου εδωσε με το..κίτρινο
Το σκίτσο ειναι απο το διαδίκτυο
Labels:
Διηγήματα Ντινόπουλου
15 Μαΐου 2010
Η "ιεροτελεστία" του καφέ τη δεκαετία του ΄60....
Γράφει ο Ιωάννης Ντινόπουλος
...Ελάτε να φτιάξουμε έναν καφέ της παλιάς εποχής, όπως τον φτιάχνανε τότε ... και που αποτελεί για μένα μια από τις παιδικές μου παραστάσεις !
1/ Ο καφές αγοραζόταν από το παντοπωλείο του χωριού μας σε κόκκους πράσινους..
2/ Για να "αβγατίσει" ή για να γίνει πιο γευστικός, προσθέτανε και λίγα ρεβύθια ή λίγα σπυριά στάρι ή κριθάρι...
3/ Παίρνανε το καφουρτιστήρι σε σχήμα κυλίνδρου, όπως το βλέπετε στη φωτογραφία, όπου από τον αξονά του περνούσε μια σούβλα. Υπήρχε μια μικρή συρταρωτή "πορτούλα" που ανοίγοντάς την βάζανε μέσα τον καφέ μαζί με το συμπληρωματικό υλικό, και κλείνοντάς την.....
4/...ακουμπούσανε την άκρη της "σούβλας" στην πυροστιά που την τοποθετούσαν στο πίσω μέρος του τζακιού, με αναμμένη τη φωτιά, ώστε να κάνει αρκετά κάρβουνα, και αρχίζανε να γυρίζουν τη "σούβλα"....έτσι...
5/...Ετσι ώστε ο κύλινδρος με το περιεχόμενο να βρίσκεται ακριβώς πάνω από τη φωτιά..
Σταματούσανε κάπου -κάπου για να ελέγξουν-ανοίγοντας την πορτούλα με τη μασιά- αν πήρε χρώμα ο καφές....
6/ Αφου καφουρδιζόταν ο καφές και μοσχοβολούσε το σπίτι ολόκληρο από το αρωμά του, τον αδειάζανε πάνω σε μια πετσέτα (αυτές τίς μπλέ ή κόκκινες καρώ...) για να κρυώσει λίγο...
μετά παίρνανε το μύλο του καφέ, βγάζανε το χερούλι και το καπάκι, τον ρυθμίζανε να κόβει ψιλά η πιό χοντρά, ανοίγοντάς τον στη μέση και στρίβοντας μια βίδα που ηταν στο κάτω μέρος του πάνω κομματιού του μύλου. Το κάτω μέρος ηταν ο αποθηκευτικός χώρος του μύλου για τον κομμένο πλέον καφέ που επιτυγχανόταν με την περιστροφή του χερουλιού...
7/ Βάζανε από το φρεσκοκομμένο καφέ στο μπρίκι, με ανάλογο νερό και ζάχαρη και "ψηνόταν" στη θράκα. Σερβιριζόταν σε χοντρό φλυτζάνι η σε κείνα τα φλυτζάνια που εφεραν πολύ ομορφες εγχρωμες παραστάσεις...
Απ' ό,τι θυμάμαι απο τα παιδικά μου χρόνια ...
Υγ. Πάρτε κάνα καφουρτιστήρι στο σπίτι, αχρείαστο να είναι....αλλά ας υπάρχει καλού- κακού, μιάς και οι αγελάδες παραγίνανε ισχνές " ρε παιδί μου...", που λέει και ο φίλος ο Θοδωράκης...
Ι.Β.Ντινόπουλος
Labels:
Διηγήματα Ντινόπουλου
24 Οκτωβρίου 2009
Ο ρομαντικός καβαλάρης ....Ι.Ντινόπουλος
Είχε αρχίσει να σουρουπώνει, όταν ο ξένος μπήκε καβάλα στο αλογό του σ΄ένα κεφαλοχώρι της περιοχής μου.
Έδεσε το αλογό του σε ένα δέντρο δίπλα στο δρόμο, κατέβασε μια δερμάτινη τσάντα σαν την ταχυδρομική και κοίταξε τα δυό πρώτα σπίτια που ορθώνονταν μπροστά του, δεξιά και αριστερά από το δρόμο...
Στο λίγο φως του λυκόφωτος που είχε απομείνει πρόσεξε ότι το ένα είχε πολλά λουλούδια στο μπαλκόνι του και άρα σκέφτηκε ότι οι ανθρωποί του θα είναι περισσότερο ευγενείς...
Ανέβηκε τα σκαλιά του, λοιπόν, και χτύπησε το μπρούτζινο ρόπτρο δυό-τρεις φορές...Τόκ, τόκ, τόκ...
Η πότρα άνοιξε και μπροστά του εμφανίστηκε μια νέα και πανέμορφη γυναίκα...
Για λίγα δευτερόλεπτα δεν μίλησε κανείς...Ίσως και ο νέος να άρεσε τόσο πολύ στην ωραία γυναίκα, όσο άρεσε και εκείνη σε αυτόν...
Τη σιωπή έσπασε αυτός, που κοιτώντας την στα μάτια της είπε:
- Αν είστε μόνη, οι αρχές μου μου επιβάλλουν να φύγω...Αν όμως μένει κι άλλος στο σπίτι σας, τότε θα σας παρακαλούσα να με φιλοξενήσετε...
Είμαι ξένος, ψυχολόγος ερευνητής και...
-Περάστε, του είπε η νέα και όμορφη γυναίκα, δεν μένω μόνη μου, τα υπόλοιπα μου τα λέτε μέσα.
Μπήκε διστακτικός και κοιτούσε να δεί και κάποιον άλλον...
-Μένω με τον σύζυγό μου, του απήντησε εκείνη βλέποντας την αμηχανία του, ο οποίος ηταν κουρασμένος και έχει ξαπλώσει...
Η εγκληματικότητα ήταν άγνωστη τότε και ο κόσμος άνοιγε πολύ εύκολα τα σπίτια του...
Ενώ σήμερα που γίναμε πολιτισμένοι ...τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ...
Σε λίγο είχε εξοικειωθεί κάπως ο ξένος και μιλούσε με την κυρία...
η οποία, όμως, πάνω στα ελάχιστα και διαφανή ρούχα που φορούσε, έβαλε μια ρόμπα την οποία ή ξέχασε ή δε θέλησε να κουμπώσει...Καλλίτερα να μην τη φορούσε καθόλου...γιατί ούτε τα καλλίγραμμα πόδια της, ούτε το καταπληκτικό σε αναλογία και στητό της στήθος έκρυψε...Απεναντίας !
Χωρίς να την αδικώ, νομίζω ότι προκαλούσε τον ξένο και απολάμβανε τη λαγνεία με την οποία την κοιτούσε...
Στο μεταξύ τον είχε ρωτήσει να του ετοιμάσει φαγητό και χωρίς να παρεξηγήσω και αυτόν, ναι θα της έλεγε, έστω και αν είχε φάει πρίν απο λίγο...όπως και της είπε...
Το να σε περιποιείται μια νέα και όμορφη γυναίκα είναι απόλαυση μοναδική !
(Θα 'λεγα ότι και το αντίθετο-το να περιποιείται, δηλαδή, ένας άντρας μια νέα και όμορφη γυναίκα, είναι ακόμη πιο όμορφο !)
Η κυρία άρχισε να πηγαινοέρχεται στην κουζίνα, στρώνοντας το τραπέζι του ξένου, με τη ρόμπα πάντα ανοιχτή...
Κανά δυο φορές, μάλιστα, αφήνοντας πράγματα πάνω στο τραπέζι ακούμπησε το στήθος της-εντελώς τυχαία ! - στον ώμο του ξένου και τον έκανε να ανατριχιάσει...
Αφού του έστρωσε το τραπέζι, κάθησε δίπλα του ακουμπώντας τα πόδια της στην καρέκλα του και άρχισε να τον ρωτάει διάφορα πράγματα για την επιστήμη του, για την έρευνα που κάνει κλπ, χωρίς να κουμπώσει ...την ευλογημένη τη ρόμπα...
Μάλιστα όπως είχε καθήσει δίπλα του, εκείνο που φορούσε σα γιαλιστερό μισοφόρι είχε ανεβει τόσο ψηλά, που του ανθρώπου δεν του πήγαινε μπουκιά κάτω...
Το αρωμά της τον μέθυσε πολύ πιο πολύ απο το λίγο κρασί που ήπιε...
...άπλωσε το χέρι του και... ό,τι βρέξει ας κατεβάσει σκέφτηκε...και - κατά τον αείμνηστο Παπαγιαννόπουλο- τη "χούφτωσε" για τα καλά...
Τράβηξε το χέρι του μόνον όταν η κυρία έβγαλε μια δυνατή κραυγή (στριγγλιά)...
Ο ξένος μαζεύτηκε και περίμενε τον...κεραυνό που θα ακολουθούσε...
Πετάχτηκε πάνω ο σύζυγός της που κοιμότανε, αυτή έκλεισε τη ρόμπα μέχρι επάνω ως σεμνή κυρία (!!!!)
και...
-Τι συμβαίνει ρε γυναίκα; μου έκοψες το αίμα με τη φωνή σου, ποιός είναι ο κύριος;
...Ενα - ένα, άντρα μου, του είπε εκείνη, να συνέλθω γιατί φοβήθηκα τόσο πολύ !
Ο κύριος είναι επιστήμονας και είναι φιλοξενούμενός μας, αλλά βάζοντάς του ψάρι να φάει πνίγηκε με ενα κοκκαλάκι και τρόμαξα τόσο πολύ...Σου ζητώ συγγνώμη που σε αναστάτωσα...
Οι δυό αντρες συστηθήκανε (αφού του ξένου ήρθε η καρδιά στη θέση της) και καθήσανε μέχρι αργά συζητώντας εγκάρδια...
Εκεί ο ξένος του είπε πως αντικείμενό του είναι η ψυχολογία και ότι κάνει μιαν έρευνα, κάτι σαν "χαρτογράφηση της ψυχής των γυναικών" ας πούμε, καταγράφοντας τις διακυμάνσεις της συμπεριφοράς τους, που έκανε τον οικοδεσπότη να γελάσει...
-Εδώ αγαπητέ, του είπε, είναι αδύνατον να "χαρτογραφήσουμε" ο καθένας μας την ψυχή της γυναίκας του και εσυ νομίζεις οτι μπορείς να το κάνεις για πολλές γυναίκες; που πάς ρε φίλε, που πάς ; δεν μου μοιάζεις για αφελής !...
Η κυρία αφού έστρωσε το κρεβάτι του ξένου, παρακολούθησε για λίγο τη συζήτησή τους και ...απεσύρθη διακριτικά...
Φώτισε ο Θεός την ημέρα, που λένε και στο χωριό μου, και ο ξένος, που αμφιβάλλω αν έκλεισε μάτι όλη τη νύχτα, χαιρέτησε, υποκλήθηκε ευγενικά στην κυρία και έφυγε από το σπίτι που φιλοξενήθηκε...φορτωμένος με σκέψεις...
χωρίς να ξέρει πιο δρόμο να ακολουθήσει...
Πήρε ένα δρόμο στη τύχη που περνούσε απο ποτάμι...
Εκεί ο ξένος ξεπέζεψε από το αλογό του, κοίταξε για λίγο την κοίτη του ποταμού και άρχισε μια -μια τις σελίδες της μελέτης του να τις πετά στο ποτάμι.
..και είχε πολλές σελίδες, πάρα πολλές...πολύ καιρό τώρα έκανε την ερυνά του... η χθεσινή θα ήταν η τελευταία του καταγραφή...
Όμως αυτή η γυναίκα άλλαξε ψυχολογία τρείς τέσσερις φορές μέσα σε λίγα λεπτά ! Και ήταν και τόσο όμορφη, καλή της ώρα...!
Τον προκάλεσε απροκάλυπτα, απήλαυσε τη λαγνεία του, τον κάρφωσε -όταν η ίδια τον οδήγησε σε αποκλίνουσα συμπεριφορά - τον κάλυψε με πολύ ψύχραιμο και αριστουργηματικό τρόπο και του ξανάκλεισε το μάτι με νόημα λίγο πριν πάει για υπνο , "σκαζοντάς" του και ένα γλυκύτατο χαμόγελο !
Πόσο δίκιο, λοιπόν, είχε ο άντρας της όταν του έλεγε, χωρίς να ξέρει τι είχε προηγηθεί:
-Που πάς ρε φίλε, που πάς;...
Σημείωση:
Τυχαίο περιστατικό ως "συγγενής παράστασις" μου ανέσυρε στη μνήμη αυτό το παραμύθι από τα παιδικά μου χρόνια...
Τυχαίο περιστατικό ως "συγγενής παράστασις" μου ανέσυρε στη μνήμη αυτό το παραμύθι από τα παιδικά μου χρόνια...
Αν κάποιοι από σάς, κύριοι, συναντήσατε ασύμμετρες διακυμάνσεις στη συμπεριφορά γυναικών, θα είναι τελείως συμπτωματικό...
Και εσείς κυρίες μου, μη με "πυροβολείτε", ένα παραμύθι έγραψα, ένα παραμύθι...
Ι.Ντινόπουλος
Labels:
Διηγήματα Ντινόπουλου
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)









