ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ !
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες απο τη ζωή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες απο τη ζωή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

28 Μαρτίου 2026

το Ευθυμογράφημα ... διδάσκει...

 Το Ευθυμογράφημα ... διδάσκει ! [1]


Πρόσεχε, με ποιόν ταξιδεύεις 
Τον περασμένο μήνα είχα πάει στην Πρέβεζα για μια εκπομπή στην τηλεόραση και γύρισα με το αεροπλάνο από τα Γιάννενα.
Κάθε φορά που ταξιδεύω με αεροπλάνο έχω ένα σύστημα. Λέω ψέματα ότι καπνίζω, για να μη με βάλουν δίπλα σε μωρά.
Τα μωρά στο αεροπλάνο είναι σαν τις διαφημίσεις στο Ντάλας. Σου κόβουν το καλύτερο. Πας να κοιμηθείς, κλαίνε. Πας να διαβάσεις, κλαίνε. Πάς να κλάψεις, γελάνε. Είπα λοιπόν ότι καπνίζω και με βάλανε να κάτσω με τους μεγάλους.
Το μόνο κακό σε αυτή την ιστορία είναι ότι ποτέ δεν ξέρεις με πόσο μεγάλους θα σε βάλουν να κάτσεις. Δεξιά μου ήταν μια κυρία που κοιμόταν. Αυτή δεν ήταν πρόβλημα. Αριστερά μου ήταν ένας κύριος που δεν κοιμόταν. Αυτός ήταν πρόβλημα. Θα πρέπει να ήταν μεταξύ εκατό και εκατόν είκοσι. Έμενε, μου είπε, στα Γιάννενα και πήγαινε στην Αθήνα να κοιτάξουν τα μάτια του, γιατί τώρα τελευταία δεν έβλεπε καλά.
Στο αεροδρόμιο με περιμένει η τσούπρα, με πληροφόρησε.
Ποια τσούπρα ; ρώτησα.
Η εγγονή μου.
Ο παππούς στύλωσε το σταχτί βλέμμα του πάνω μου.
Εσύ είσαι παντρεμένος ; με ρώτησε.
Είμαι, είπα.
Έχεις πολλά εγγόνια ;
Αισθάνθηκα να ιδρώνω ξαφνικά. Ηρέμησε, είπα στον εαυτό μου. Αφού σου το ‘πε ο άνθρωπος ότι δε βλέπει καλά.
Όχι, είπα.
Γιατί ; ρώτησε ο παππούς.
Δεν έλαχε, είπα.
Ο παππούς κούνησε το κεφάλι του :
Θες να σου πω τη γνώμη μου ; Ζωή χωρίς εγγόνια είναι σαν ρακί χωρίς μεζέ.
Δεν πίνω ρακί, είπα.
Είχα αρχίσει να ιδρώνω πάλι. Τι θυμώνεις ; Αφού δε βλέπει καλά … ξαναείπα στον εαυτό μου.
Ο κόσμος σήμερα δεν αγαπά τα εγγόνια. Εμένα ο παππούς μου είχε σαράντα επτά εγγόνια. Κι είχαμε και τους Τούρκους τότε στα Γιάννενα!
Ο παππούς στύλωσε πάλι πάνω μου το σταχτί φονικό βλέμμα.
Από την Αθήνα είσαι ή από τα Γιάννενα ;
Από την Αθήνα.
Τότε δε θα πρόλαβες τους Τούρκους, είπε ο παππούς. Εσείς οι Αθηναίοι απελευθερωθήκατε νωρίτερα από μας του Ηπειρώτες.
Αυτό είναι αλήθεια, παραδέχτηκα με ευγνωμοσύνη.
Κακό πράμα οι Τούρκοι, είπε ο παππούς.
Αυτό είναι αλήθεια, ξαναείπα.
Στους Βαλκανικούς πολέμους ήμουνα επιλοχίας, είπε ο παππούς. Πολέμησα στο Μπιζάνι.
Κάρφωσε πάλι το σταχτί βλέμμα επάνω μου. Πρόσεξε, σού ‘ρχεται, είπα στον εαυτό μου.
Εσύ στους Βαλκανικούς πολέμους τι βαθμό είχες ; με ρώτησε ο παππούς.
Άκουσα κάτι σαν λόξυγγα από δεξιά μου. Η κυρία είχε ξυπνήσει και παρακολουθούσε γεμάτη ενδιαφέρον το διάλογο. Είδα την ιπταμένη να είναι κι αυτή σκασμένη στα γέλια. Ο επιλοχίας των Βαλκανικών πολέμων κι εγώ είχαμε γίνει θέαμα του αεροπλάνου.
                                                                      …
Από το Μπιζάνι θα περάσουμε ; ρώτησε ο παππούς.
Όχι απ’ ότι ξέρω.
Κάθε φορά που περνάω από το Μπιζάνι, θυμάμαι εκείνη την κυκλωτική κίνηση που κάναμε το ’12 στον Εσάτ πασά. Τη γράφουν όλες οι εγκυκλοπαίδειες. Μας περίμενε από δεξιά και τον χτυπήσαμε από αριστερά.
Το φονικό σταχτί βλέμμα καρφώθηκε πάλι επάνω μου :
Τον θυμάσαι εσύ τον Εσάτ πασά ;
Όχι πολύ καθαρά, είπα.
Ήσουν έφεδρος τότε ; ρώτησε ο παππούς.
Είδα τον έναν από τους πιλότους να βγαίνει από την καμπίνα και να με πλησιάζει βιαστικά. Μαζί του ήταν η ιπταμένη. Έρχονταν για να μη χάσουν το θέαμα.
Τι γίνεται, θα φτάσουμε καμιά ώρα στην Αθήνα ; ρώτησα τον πιλότο.
Ο πιλότος κοίταξε το ρολόι του.
Σε ένα τέταρτο θα είμαστε στο Ελληνικό, είπε.
Τώρα πού είμαστε ; ρώτησε ο παππούς.
Ο πιλότος έσκυψε και κοίταξε από το φινιστρίνι.
Τώρα περνάμε από την Αράχωβα, είπε.
Εδώ δεν είχε φτάσει ο Εσάτ πασάς, μας καθησύχασε ο παππούς.
Όχι, αλλά είχε φτάσει ο Ομέρ Βρυώνης, είπα.
Ο παππούς γύρισε και με κοίταξε γεμάτος βουβό ενθουσιασμό :
Τον πρόλαβες κι αυτόν, βρε θηρίο ;


https://dimodidaskalos.blogspot.com/2011/05/blog-post_18.html

[1] Φρέντυ Γερμανός, «κατάστασις απελπιστική αλλά ΟΧΙ σοβαρή», σ. 131 κ. επ., εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1999

Αναρτήθηκε από ΝΟΜΟΣΟΦΙΑ

Εικόνες : [Α] Εσάτ πασάς _ [Β] Ομέρ Βρυώνης

18 Μαΐου 2021

Η πέτρα που αποκολλήθηκε…

 

Η πέτρα που αποκολλήθηκε…

 Γράφει ο Ιωάννης Ντινόπουλος

Έβαλε τα χέρια του δεξιά και αριστερά από τα μάτια του σαν παρωπίδες και προχώρησε. Η στενή λωρίδα που δένει τις δυο όχτες του ποταμιού δεν θάταν πάνω από είκοσι μέτρα, γυμνή δεξιά αριστερά, χωρίς προστατευτικά !

Σκυφτός-αν και μικρόσωμος- για να μην είναι μεγάλος όγκος στη δύναμη του αέρα που φυσούσε μανιασμένα και για να μη βλέπει την τρομακτική όψη και ορμή του ποταμιού που κυλούσε κάτω απο τα πόδια του , πέρασε γρήγορα στην απέναντι πλευρά.

Λίγο πριν είχε περάσει το κοπάδι του, μια ογδονταριά πρόβατα-όλη του σχεδόν η περιουσία- μαζί με κάτι ξεροχώραφα που τα καλλιεργούσε με τα βόδια για το στάρι της οικογενείας του.

Τώρα που πέρασε το παλιό πέτρινο γεφύρι, γύρισε και κοίταξε το ποτάμι που κυλούσε  πλάι του και τον έπιασε σύγκρυο.

Κυλούσε ορμητικά στον αιώνιο δρόμο του, «όξω για όξω».

Αυτό σημαίνει ότι έβγαινε πολύ έξω από τις συνήθεις γραμμές της κοίτης του , μεταφέροντας το νερό των πηγών δυο ποταμιών που συναντιούνται λίγο πιο πάνω στο Διπόταμο.

Και όλο το νερό από τα ρέματα και τα χαντάκια που έπεσε με  τη δυνατή βροχή όλη τη νύχτα στις δυο οροσειρές δεξιά αριστερά..

Εμείς εκεί λέμε ότι το ποτάμι ήταν κατεβασμένο..

Το νερό έγδερνε το έδαφος στην πορεία του, για αυτό το χρώμα του ήταν πολύ σκούρο καφέ !

Κοίταξε το κοπάδι του που είχε πιάσει την πλαγιά πάνω από το δρόμο και πήγαινε βοσκίζοντας κατά το σπιτάκι τους.

Πάνω ψηλά αριστερά  του…

«Βουνά ορθόστητα ανεβαίνουν προς τον ουρανό, κι ας μάχονται νέφια βαριά να τα 'μποδίσουν. Βράχοι θεόρατοι, άγρυπνοι φρουροί της ερημιάς ,πυργώνονται ως τ' αστέρια, βιγλάτορες ακοίμητοι κόσμου τιτανικού...»

…λέει ο Γυμνασιάρχης Παναγούλιας από τη Βλαχοκερασιά Αρκαδίας.

Έκοψε ο αέρας και από τούτα τα νέφια τα βαριά άρχισε να πέφτει δυνατή βροχή συνοδευόμενη από μπουμπουνητά και αστραπές που φωτίζανε τον τόπο.

Άνοιξε την ομπρέλα του και γύρισε την κουκούλα του να σκεπάσει το κεφάλι του.

Η ομπρέλα ήταν από εκείνες τις μεγάλες και όπως ήταν και αδύνατος έμοιαζε σαν στρατιώτης κάτω από καταφύγιο εκστρατείας !

Τα πρόβατα, που βρίσκονται τώρα στην ίδια ευθεία με τα δεύτερα θεόρατα βράχια, με το που έπιασε η βροχή μαζευτήκανε όλα (λουμπώσανε)  το ένα δίπλα στο άλλο ακίνητα κάτω από κάτι πουρνομαζές …

Και ξαφνικά πύρινες τεθλασμένες γραμμές φωτίσανε το μαύρο ουρανό , που τον ενώσανε με το βράχια πάνω ψηλά, πάνω από το κοπάδι του.

Ένας κεραυνός ,που ο κρότος του έμοιασε με ομοβροντία κανονιών, χτύπησε τον θεόρατο βράχο , τον άγρυπνο φρουρό και βιγλάτορα της ερημιάς…και σείστηκε ο τόπος όλος !

Ένα κομμάτι του βράχου αποκολλήθηκε και άρχισε να κυλά προς το ποτάμι..

Και δεν κυλούσε, πηδούσε, έστω κι αν το βάρος του ήτανε πάνω από δυο  τόνους…

Και όπως πηδά, με την επιτάχυνση βαρύτητας που αποχτά κάθε φορά, σε λίγο -γκρεμίζοντας ό,τι βρίσκεται μπροστά του- θα φτάσει στο ποτάμι με μεγάλο πάταγο, διαταράσσοντας την πορεία του..

Ανάμεσα στα θεριά  της φύσης ο μικρόσωμος τσοπάνης γύρισε την ομπρέλα του αριστερά και κοίταξε κατά τον ουρανό…

Έβγαλε την κουκούλα από το κεφάλι του και- σαν ασκητής τώρα και όχι σαν στρατιώτης- έκανε το σταυρό του, ασκεπής παρακαλώντας Την Παναγία να του σώσει το κοπάδι..

Η πέτρα πήδηξε δυο φορές ακόμη και τη στιγμή που θα φτάσει πάνω στο κοπάδι του χτύπησε με τη μια της πλευρά, που ήταν μυτερή, στο μαλακό έδαφος, έκανε λίγα μέτρα σέρνοντας τον όγκο της πάνω στο βρεγμένο χώμα ανοίγοντας μεγάλο αυλάκι, που της απορρόφησε όλο της το βάρος και την ορμή και έμεινε κολλημένη εκεί …

Ο αδύνατος  άντρας ξανάκανε το σταυρό του την ώρα που ένα δάκρυ του ενώθηκε με τη βροχή που τον χτυπούσε στο πρόσωπο…

 Η πέτρα είναι ακόμη εκεί για να μαρτυρά και στους πιο δύσπιστους ότι κανένας φυσικός λόγος και νόμος δεν μπορούσε να την σταματήσει έτσι,  με τέτοια φόρα που είχε πάρει, στην απότομη πλαγιά λίγα μόνο μέτρα από το κοπάδι του πατέρα μου….

 

 

7 Ιανουαρίου 2020

Το στεφανοχάρτι ! !

Σαν χρονογράφημα-Το στεφανοχάρτι !
Το αφήγημα είναι κάποιες δεκαετίες πάρα πίσω, τότε που αρκετοί συμπατριώτες μας Μεσσήνιοι ταξίδευαν στην Αθήνα με το τρένο, τις περισσότερες φορές από κάποια ανάγκη για αρρώστιες κλπ. Τότε που παπατζήδες κορόιδευαν τους επαρχιώτες στις παρόδους της οδού Αθηνάς με το «Εδώ παπάς, εκεί παπάς, που είναι ο παπάς» και άλλα τέτοια κόλπα.
Ο άνθρωπός μας από την Μεσσήνη (παλιά λεγόταν Νησί από τους πολλούς βάλτους) και ολίγον αφελής, κοιμόταν σε κάποιο λαϊκό ξενοδοχείο της Ομόνοιας και τα πρωινά ανέβαινε στα νοσοκομεία, πότε με τον ηλεκτρικό και πότε με τα λεωφορεία. Σ΄ αυτές τις διαδρομές πρόσεξε πως πολλοί επιβάτες δεν πλήρωναν εισιτήριο, αλλά έδειχναν στο εισπράκτορα κάποιο χαρτί. 
Απορημένος γι΄ αυτό, ρώτησε τον διπλανό του συνεπιβάτη τι χαρτί είναι αυτό που δείχνουν και δεν πληρώνουν εισιτήριο (Ήτανε κάρτα διαρκείας). Ο συνεπιβάτης του, αφού τον… έκοψε καλά-καλά του είπε πως αυτό που δείχνουν είναι το… στεφανοχάρτι του γάμου τους. 
-Δηλαδή αν έχω το χαρτί μαζί μου δεν θα πληρώνω εισιτήριο, ξαναρώτησε για να σιγουρευτεί.
-Και βέβαια δεν θα πληρώνεις, τον… διαβεβαίωσε ο εξυπνάκιας, ο Αθηναίος. 
Στο επόμενο ταξίδι στην Αθήνα, ο συμπατριώτης μας πήρε μαζί του και το στεφανοχάρτι και σαν μπήκε στο λεωφορείο, αυτή τη φορά δεν έβγαλε εισιτήριο- όπως τον ορμήνεψαν- και στον εισπράκτορα έδειξε το… στεφανοχάρτι!
Κοίταξε το χαρτί ο εισπράκτορας, κοίταξε και τον αφελή Νησιώτη (από τη Μεσσήνη) επιβάτη και αφού του έβγαλε εισιτήριο, του είπε πως αυτό το χαρτί είναι για να… επιβαίνει δωρεάν μόνο στη γυναίκα του και όχι να καβαλικεύει δωρεάν το λεωφορείο! 
Η κακόγουστη φάρσα και τα ειρωνικά χαμόγελα των επιβατών, έκαναν το συμπατριώτη μας να κατεβεί στην πρώτη στάση καταντροπιασμένος.-

Από το βιβλίο Αναδρομές στο χρόνο, του Δημήτρη Βαλαβάνη-ΚΑΛΑΜΑΤΑ 2006.

13 Νοεμβρίου 2019

Πραγματικός εκπαιδευτικός !

Ένας νεαρός κύριος συναντά έναν ηλικιωμένο.

-Με θυμάστε;
-Όχι.
-Υπήρξα μαθητής σας.

-Τι κάνεις; Με τι ασχολείσαι;
-Έγινα κι εγώ καθηγητής.
-Κρίνεις ότι είσαι καλός στη δουλειά σου;
-Η αλήθεια είναι πως ναι. Εσείς με εμπνεύσατε και ήθελα να σας μοιάσω.
Περίεργος ο ηλικιωμένος κύριος, ρωτά να μάθει τι του έμεινε στο μυαλό και τον ενέπνευσε σε τέτοιο βαθμό ώστε να θέλει να γίνει κι ο ίδιος καθηγητής. Και ο νεαρός του διηγείται την ακόλουθη ιστορία.
-Κάποια μέρα ένας συμμαθητής μου – που ήταν και φίλος μου – ήλθε στην τάξη και μου έδειξε ένα πανέμορφο καινούργιο ρολόι που είχε στην τσέπη του. Δεν άντεξα στον πειρασμό και κάποια στιγμή του το έκλεψα. Σε λίγο, αντιλήφθηκε ότι το ρολόι έλειπε από την τσέπη του και αμέσως ενημέρωσε τον καθηγητή που μας δίδασκε εκείνη την στιγμή στην τάξη, που ήσασταν εσείς. Εσείς, λοιπόν, απευθυνθήκατε στην τάξη και είπατε:
- Το ρολόι κάποιου συμμαθητή σας εκλάπη κατά την διάρκεια του τρέχοντος μαθήματος. Όποιος το έκλεψε, παρακαλώ να το επιστρέψει αμέσως.
-Ντράπηκα τόσο πολύ την ταπείνωση μπροστά στους συμμαθητές μου, που δεν τόλμησα να αποκαλυφθώ. Έπειτα εσείς κλείσατε την πόρτα, μας είπατε όλοι να σταθούμε όρθιοι και ότι θα ψάχνατε τις τσέπες όλων μας μέχρι να το βρείτε. Αλλά θέσατε και μια προϋπόθεση. Ότι έπρεπε να έχουμε όλοι μας τα μάτια μας κλειστά για να μην δούμε τον ένοχο. Έτσι και συνέβη. Όταν φτάσατε σε μένα, το βρήκατε στην τσέπη μου και το πήρατε. Όμως συνεχίσατε το ψάξιμο στις τσέπες όλων και όταν τελειώσατε, μας είπατε «Και τώρα, μπορείτε να ανοίξετε τα μάτια σας όλοι. Το ρολόι βρέθηκε!» Δεν αναφέρατε ποτέ το όνομά μου στην τάξη και ούτε μου σχολιάσατε ποτέ το περιστατικό σε προσωπικό επίπεδο. Περίμενα να με επιπλήξετε και να μου κάνετε κατήχηση, αλλά τίποτε από αυτά δεν συνέβη. Εκείνη την ημέρα σώσατε την αξιοπρέπειά μου για πάντα. Εκείνη ήταν η πιο ντροπιαστική μέρα της ζωής μου όλης και μου δώσατε με τον τρόπο σας ένα ηχηρό μάθημα. Θυμηθήκατε τώρα το περιστατικό κ. Καθηγητά;
-Ναι, ακούγοντάς σε, τα θυμήθηκα όλα. Αλλά υπάρχει κάτι που δεν θυμάμαι και αυτό είσαι εσύ, γιατί κι εγώ είχα τα μάτια μου κλειστά όταν σας έψαχνα  όλους!!!

ΗΘΙΚΟ ΔΙΔΑΓΜΑ: Αν πρέπει να ταπεινώσεις κάποιον μπροστά στα μάτια όλων των συμμαθητών του για να τον συνετίσεις, τότε όχι μόνον δεν λέγεσαι εκπαιδευτικός, απλά, δεν είσαι. Τέτοιοι καθηγητές χαράζουν ψυχές και μένουν ανεξίτηλα χαραγμένοι στη μνήμη των μαθητών.

http://boraeinai.blogspot.com/2019/11/blog-post_12.html
Facebook/ Kostas Termentzoglou

26 Ιανουαρίου 2016

Η γυναίκα μου μού πρότεινε να βγω με άλλη γυναίκα....-(Μή βιάζεστε...!)

Η γυναίκα μου μού πρότεινε να βγω με άλλη γυναίκα.
Γνωρίζω πολύ καλά πως την αγαπάς, μου είπε μια μέρα ξαφνιάζοντάς με.

-Η ζωή είναι πολύ σύντομη, αφιέρωσέ της χρόνο.
-Μα εγώ ΕΣΕΝΑ αγαπώ, της είπα έντονα.
-Το ξέρω. Εξίσου όμως αγαπάς κι εκείνη.
Η άλλη γυναίκα, την οποία η γυναίκα μου ήθελε να επισκεφθώ, ήταν η μητέρα μου, χήρα εδώ και χρόνια. Όμως οι απαιτήσεις της δουλειάς και των παιδιών με ανάγκαζαν να την επισκέπτομαι αραιά και που.
Εκείνο το βράδυ της τηλεφώνησα και την προσκάλεσα έξω σε δείπνο και μετά για κινηματογράφο.
-Τι συμβαίνει; Είσαι καλά; με ρώτησε.
Η μητέρα μου είναι από τους ανθρώπους που εκλαμβάνει ένα νυχτερινό τηλεφώνημα ή μια αναπάντεχη πρόσκληση ως αρχή κακών μαντάτων.
-Νόμιζα πως θα ήταν καλή ιδέα να περνούσαμε λίγο χρόνο μαζί, της απάντησα. Οι δυο μας μόνοι… Τί λες; 
Σκέφθηκε λιγάκι και απάντησε:
-Θα το ήθελα πολύ.
Εκείνη την Παρασκευή, καθώς οδηγούσα μετά το γραφείο για να πάω να την πάρω, αισθανόμουν περίεργα. Ήταν ο εκνευρισμός που προηγείται ενός ραντεβού… Και πώς τα φέρνει η ζωή, όταν έφθασα στο σπίτι της, παρατήρησα πως και η ίδια ήταν φοβερά συγκινημένη!
Με περίμενε στην πόρτα φορώντας το παλιό καλό της παλτό , είχε περιποιηθεί τα μαλλιά της και ήταν ντυμένη με το φόρεμα με το οποίο είχε εορτάσει την τελευταία επέτειο του γάμου της. Το πρόσωπό της χαμογελούσε, ακτινοβολούσε φως, όπως το πρόσωπο ενός αγγέλου.
-Είπα στις φίλες μου ότι θα βγω με το γιο μου και όλες τους συγκινήθηκαν, μου είπε καθώς έμπαινε στο αυτοκίνητό μου. Δεν μπορούν να περιμένουν μέχρι αύριο για να μάθουν τα πάντα για τη βραδυνή έξοδό μας.
Πήγαμε σε ένα εστιατόριο όχι από τα καλά, αλλά με ζεστή ατμόσφαιρα. Η μητέρα μου με έπιασε από το μπράτσο σαν να ήταν "Η Πρώτη Κυρία της χώρας."
Μόλις καθήσαμε, έπρεπε εγώ να της διαβάσω τον κατάλογο με τα φαγητά. Το μόνο που "έπιαναν" τα μάτια της ήταν κάτι μεγάλες φιγούρες.
Μόλις έφθασα στη μέση του καταλόγου, σήκωσα το πρόσωπό μου. Η μαμά μου καθόταν στην άλλη άκρη του τραπεζιού και με χάζευε. Ένα νοσταλγικό χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της. 
-Εγώ ήμουν αυτή που σου διάβαζε τον κατάλογο, όταν ήσουν μικρός, θυμάσαι;
-Ήρθε η ώρα, λοιπόν, να ξεκουραστείς και να μου επιτρέψεις να σου ανταποδώσω τη χάρη, απάντησα.
Κατά τη διάρκεια του γεύματος είχαμε μια ευχάριστη συζήτηση, τίποτα το εξαιρετικό, απλά το πώς περνάει ο καθένας μας κάθε μέρα.
Μιλούσαμε για ώρες, που τελικά χάσαμε την ταινία στον κινηματογράφο.
-Θα βγω μαζί σου την επόμενη φορά, αν μου επιτρέψεις να κάνω εγώ την πρόταση, μου είπε η μητέρα μου καθώς την επέστρεφα στο σπίτι. Την φίλησα, την αγκάλιασα.
-Πώς πήγε το ραντεβού; θέλησε να μάθει η γυναίκα μου μόλις μπήκα στο σπίτι εκείνο το βράδυ.
-Πολύ όμορφα, σ΄ευχαριστώ. Περισσότερο κι απ΄ό,τι περίμενα, της απάντησα. 
Μερικές μέρες αργότερα η μητέρα μου "έφυγε" από ανακοπή της καρδιάς. Όλα συνέβησαν τόσο γρήγορα, δεν μπόρεσα να κάνω τίποτα.
Λίγο καιρό μετά, έλαβα έναν φακέλο από το εστιατόριο όπου είχαμε δειπνήσει η μητέρα μου κι εγώ. Μέσα είχε ένα σημείωμα που έγραφε: 
"Το δείπνο είναι προπληρωμένο. Ήμουν σχεδόν βέβαιη πως δεν θα μπορούσα να παρευρεθώ, κι έτσι πλήρωσα για δύο άτομα, για σένα και τη σύζυγό σου. Δεν θα μπορέσεις ποτέ σου να αισθανθείς τί σήμαινε εκείνη η βραδιά για μένα. Σε αγαπώ!"
Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα τη σπουδαιότητα του να είχα πει εγκαίρως "ΣΕ ΑΓΑΠΩ".
Συνειδητοποίησα ακόμη τη σπουδαιότητα του να δίνουμε στους αγαπημένους μας το χρόνο που τους αξίζει. Τίποτα στη ζωή δεν είναι και δεν θα είναι πιο σημαντικό από την οικογένεια σου. Αφιέρωσε χρόνο σ΄αυτούς που αγαπάς, γιατί αυτοί δεν μπορούν να περιμένουν. 
Εάν ζει η μητέρα σου… Απόλαυσε τη στιγμή. 
Εάν δεν ζει… Να τη θυμάσαι... 
Εάν έχεις μητέρα… Προώθησε αυτό κείμενο.
Αμέσως θα κάνεις κάποιον να αισθανθεί κάτι για κάποια που ξέχασε, για αυτό το υπέροχο ον που αποκαλείται… ΜΗΤΕΡΑ! 
Και να θυμάσαι πάντοτε: 
Ο χρόνος ποτέ δεν συγχωρεί!


Σημείωση δική μου:
Αν δάκρυσε κανείς...
...τα δάκρυα δεν ομορφαίνουν...μόνον τα μάτια...όπως λένε...
Ομορφαίνουν ,κυρίως, την ψυχή...και τη λειαίνουν...και τη γλυκαίνουν...και τη ζεσταίνουν...
Ι.Β.Ν.

1 Δεκεμβρίου 2015

Η βόμβα που δεν έσκασε μπροστά στην Αγία Τράπεζα στον πόλεμο του 1940 !

Η βόμβα που δεν έσκασε μπροστά στην Αγία Τράπεζα στον πόλεμο του 1940 
«Αυτό το οποίο θα σας πω τώρα έγινε την πρώτη Κυριακή του Δεκέμβρη: 
Ήταν και η τελευταία μου μέρα στο μέτωπο, γιατί κατά το μεσημέρι τραυματίστηκα. Ξημερώνοντας, λοιπόν, η Κυριακή μάς βρήκε να κατεβαίνουμε μια πλαγιά, στην οποία είχαμε φτάσει απ’ την προηγούμενη μέρα.
Όλο το Σάββατο ο παππούλης [π. Αχίλλειος, στον πόλεμο του ‘40] εξομολογούσε και μας είπε, όσοι ήθελαν, μπορούσαν να κοινωνήσουν την άλλη μέρα. Το Σύνταγμά μας θα έμπαινε σε καινούργιες μάχες. Σαν ξημέρωσε, το χιόνι είχε πάψει να πέφτει. Μερικοί στρατιώτες είχαν στολίσει με ελάτια και αγριορύκια, τα οποία είχαν κόψει από ένα χωριό, το μέρος στο οποίο θα έμπαινε η Αγία Τράπεζα. Το μάτι κουραζόταν να βλέπει αυτήν την απέραντη λευκότητα. Ο διοικητής, οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες, όλοι συγκεντρωθήκαμε όσο μπορούσαμε ο ένας κοντά στον άλλον. Τα ψαλσίματα αντιλαλούσαν στα γύρω υψώματα. 
Είχε προχωρήσει η Λειτουργία αρκετά, όταν ακούσαμε ξαφνικά τον βόμβο πολλών αεροπλάνων και φάνηκαν σε λίγο στο βάθος καμιά πενηνταριά. Δεκαεπτά από τα δεξιά μας, είκοσι από πίσω μας, δώδεκα κατ΄ ευθείαν πάνω μας. Ξαπλωθήκαμε όλοι αμέσως, σαν να ήμασταν ένας άνθρωπος, μέσα στο χιόνι. Οι αναπνοές μας σταμάτησαν. Έλεγες πως σταμάτησαν και οι καρδιές μας. 
Η Λειτουργία φυσικά διεκόπη. Έσβησαν απότομα τα ψαλσίματα. Έσβυσε και το θυμιατό. Οι βόμβες όργωναν γύρω μας το παχύ στρώμα του χιονιού. Σφύριζαν και βογγούσαν από πάνω μας σαν μανιασμένα τεράστια φίδια του ουρανού κι έσκαζαν με τον συνηθισμένο φοβερό τους κρότο που ξεκούφαινε. Φαίνεται πως μας είχαν καταλάβει, γιατί πρώτη φορά επέμεναν τόσο πολύ να ξεφορτώσουν συγκεντρωμένες τις βόμβες. 
Ξαφνικά ένα τρομερό βουητό, σα να σηκώθηκε απότομα δυνατός αέρας, σίφουνας σωστός, μας έκανε όλους να ανατριχιάσουμε, καθώς ήμασταν χωμένοι μέσα στο χιόνι. Μια τεράστια βόμβα στρίγγλισε πάνω από τα κεφάλια μας και σφηνώθηκε μέσα στο χιόνι μπροστά, μα ακριβώς μπροστά στην Αγία Τράπεζα, χωρίς να σκάσει. Αν έσκαζε θα μας έκανε κομμάτια. Θα σκότωνε ποιος ξέρει πόσους από εμάς, καθώς ήμασταν μαζεμένοι ο ένας κοντά στον άλλον. Αυτή ήταν και η τελευταία βόμβα την οποία έριξαν. Θα νόμισαν πως μας έκαναν σμπαράλια και σηκώθηκαν και έφυγαν… 
Πήραμε μια βαθειά ανάσα όλοι μαζί που ακούστηκε σαν στεναγμός. Σηκώσαμε σιγά τα κεφάλια μας περιμένοντας να αντικρύσουμε νεκρούς και τραυματίες. Να δούμε το χιόνι κοκκινισμένο από αίμα συντρόφων μας, κορμιά λιωμένα και σκορπισμένα απ’ τις βόμβες που έσκασαν. Ο καθένας μας δεν πίστευε πώς και ο ίδιος ήταν γερός. Κουνούσαμε τα χέρια μας και τα ποδάρια μας για να νοιώσουμε αν ήταν κολλημένα στο κορμί μας. Δεν είχαμε το θάρρος να σηκωθούμε ακόμη εντελώς όρθιοι. Έβλεπες ένα γύρω να φυτρώνουν σαν μανιτάρια μονάχα κεφάλια κι άκουγες ερωτήματα γεμάτα απορία: Ζεις, ωρέ Θανάση; Ζεις, Σταμάτη, και συ ζεις; Είσαι καλά; Ολόκληρος; Και συ Δημητρό; Ο ένας δεν μπορούσε να πιστέψει για τον άλλον πως ζούσε. 
Πρώτος σηκώθηκε ο ιερέας. Τον είδαμε πώς σήκωσε τα χέρια του στον ουρανό κι έκανε το σταυρό του. Κύτταξε γύρω του ερευνητικά και φώναξε δυνατά: 
- Σηκωθείτε όλοι να ευχαριστήσουμε το Θεό. Ζούμε όλοι. Δόξα τω Θεώ. 
Όπως ορμούσαμε στη μάχη, σαν μας έδιναν το σύνθημα, έτσι πεταχτήκαμε όλοι πάνω με αλαλαγμούς χαράς. Ούτε μια μύτη δεν είχε ανοίξει κανενός. Το χιόνι ήταν λευκό, κατάλευκο, χωρίς μια σταγόνα αίμα. Ολόγυρά μας μόνο ήταν γεμάτο λάκκους, πιτσιλισμένο με χώματα και πέτρες. Όλοι γονατιστοί συνεχίσαμε τη Λειτουργία. Θαύμα, μεγάλο θαύμα, έλεγαν όλοι». 
(Ελένη Κούκκου, στο: Δημακοπούλου Θεοδώρου, ο Πατήρ Αχίλλειος Παπαθανασόπουλος (1891-1975), στο «Η μητέρα μας Εκκλησία» αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ σελ. 347-350) 

15 Νοεμβρίου 2015

Ο Μουρλοπαναγιώτης...

Γράφει ο Ιωάννης Ντινόπουλος

Ήτανε ένας "μουρλός" που τον ελέγανε Παναγιώτη..
ή μάλλον ήτανε ένας Παναγιώτης που λέγανε πως ήτανε "μουρλός"..

Τον "Μουρλοπαναγιώτη" τονε θυμάμαι τότε, εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ΄70, στα πρώτα γυμνασιακά μου χρόνια. Γύρναγε με ένα τράστο στον ώμο, (υφαντό σακίδιο) γεμάτο με τα υπάρχοντά του και με ό,τι άλλο σήκωνε το μυαλό του και χώραγε η ψυχή του. Λένε πως καταγότανε από ΄να χωριό όξω από την Πάτρα και πως ήτανε συσπουδαστής της αείμνηστης δασκάλας μου. Λένε ακόμα ότι είχε την ατυχία να "ευτυχήσει πλανηθείς" ως ερωτευμένος και ότι όταν εκείνη- μια συσπουδάστρια της παρέας τους- τον άφησε, δεν άντεξε την προδοσία και την απόρριψη, άφησε και αυτός τον "κοινωνικό" κόσμο, πήρε τα βουνά...μουρλάθηκε και κοιμότανε σε αχεριάδες (αχυρώνες)

Θυμάμαι που τα παιδιά τού πετάγανε χαλίκια και κάποιοι μεγάλοι τονε βρέχανε με το λάστιχο το καλοκαίρι και έτσι μικροί και μεγάλοι γελάγανε με τα αλλόκοτα χοροπηδητά του, στην προσπάθειά του να αποφύγει το νερό, να μη γίνει λούτσα όπως έλεγε, και με τις κινήσεις των χεριών του που τα ΄φερνε στο πρόσωπο για να αποφύγει τα χαλίκια και τις πέτρες...

-Μη ρέ,.. σταματείστε ρέ... τι σας έκαμα ρέ; παλιανθρώποι....έλεγε !

Τώρα, ρητορικό βέβαια το ερώτημα, ποιός θεωρείται μουρλός; αυτός που φοβάται την κακία των μικροβασανιστών του ή οι μικροβασανιστές που απολαμβάνουνε τις αντιδράσεις κάποιου ταλαίπωρου από τη βία που ασκούν πάνω του και από το φόβο που του προκαλούνε ; ! !
Αυτή τη συμπεριφορά οι σύγχρονοι ειδικοί την είπανε μπούλινγκ...ενώ οι συντοπίτες μου τη λέγανε παλιανθρωπιά...

Οι Ντιναίοι τον "εμαζεύανε" και τον εφιλεύανε ...
Θυμάμαι μια φορά που ήρθε στο σπίτι μας στα Ντινέϊκα και του βάλανε οι δικοί μου να φάει σε πιάτο...και που εξέφρασε την απορία που θα έτρωγε κι αυτός μια φορά...σαν άνθρωπος...
Του είπανε μάλιστα να ξαπλώσει για μεσημέρι εκεί στον καναπέ της μικρής σάλας και του βάλανε και μαξηλάρι, το οποίο δε χρησιμοποίησε γιατί είχε συνηθίσει για μαξηλάρι τις παλάμες του ενωμένες...
Όταν ρωτήθηκε από τον πατέρα μου γιατί δεν κοιμάται, του απήντησε ότι δεν τον αφήνει ο "παλιόκοσμος"...

Οι "παλιανθρώποι" κι ο "παλιόκοσμος" όμως, φαίνεται πως δεν τελειώνουνε ποτέ...

Σήμερα, μάλιστα, το μπούλινγκ από τους παλιανθρώπους έχει περάσει... σε άλλα επίπεδα και ασκείται εις βάρος όλων σχεδόν των Ελλήνων...
Και οι "παλιανθρώποι" δεν είναι αγράμματοι που χαριεντίζονται και μικρά παιδιά. Είναι εγγράμματοι Έλληνες και ξένοι που...φοράνε επώνυμα ρούχα και ακριβά αρώματα..
...Και δεν είναι μικροβασανιστές αλλά "βασανιστές και δήμιοι" ...και γελάνε με τις αντιδράσεις όλων εμάς που χοροπηδάμε σαν τον Μουρλοπαναγιώτη για να αποφύγουμε τα ποτάμια των προβλημάτων που ρίξανε στα πόδια μας, και γελάνε μ΄ αυτούς που τους παρασέρνουνε τα ρεύματα και χάνονται και πάνε...και γελάνε που για αρκετό κόσμο τα υπάρχοντά τους -σε λίγο- θα χωράνε σε ένα τράστο σαν εκείνο του Μουρλοπαναγιώτη και γελάνε που κάποιοι Έλληνες δεν έχουνε ούτε αχεριάδες να τρουπώσουνε (απαγκιάσουνε από το κρύο ) και γελάνε που δεν μας αφήνουνε να ησυχάσουμε και να κοιμηθούμε, όπως εκείνον τότε στη μικρή τη σάλα στα Ντινέϊκα ...

γιατί... μας τρουπήσανε το μυαλό και την ψυχή με το τσαγκαρόσουγλο...
...και όλα αυτά για το καλό μας ...
...και για τη Δημοκρατία μας...
...και για την Ευρώπη μας...
...και για τις τράπεζες μας...
...και για το ευρώ μας...
...και για την ευημερία των συστημάτων μας...

...και όχι των ανθρώπων...

Μου ΄ρχονται συνεχώς, λοιπόν, στο μυαλό οι κουβέντες του Μουρλοπαναγιώτη...

"Μη ρέ..σταματείστε ρέ..,τι σας κάμαμε ρέ...παλιανθρώποι.." δε θα ζήστε χίλια χρόνια ρέ...παλιανθρώποι...
Αποδομήσατε (για να μην πω τίποτα άλλο με την ίδια κατάληξη) την ελληνική κοινωνία, παλιανθρώποι, φτάνει πιά...
 
Ι.Β.Ντινόπουλος

6 Οκτωβρίου 2015

ΤΟ ΩΤΟΣΤΟΠ, Ο «ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ» ΟΔΗΓΟΣ ΚΑΙ ΤΟ… ΧΑΙΜΑΛΙ, (NAZAR)

Γράφει ο Νίκος Χειλαδάκης
Το να κάνεις ωτοστόπ σε μια χώρα όπως η Τουρκία, στις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα και μετά από ένα στρατιωτικό πραξικόπημα, σίγουρα δεν είναι καθόλου φρόνιμο. Ο φίλος μου όμως ο Μπ, επέμενε πως μόνο έτσι μπορείς να γνωρίσεις την χώρα στο «πετσί της» και όπως συνήθως με είχε παρασύρει για άλλη μια φορά.
Μόλις είχαμε βγει από την πόλη της Β… όπου μας είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση τα πολλά μικρά παιδιά με τις χαρακτηριστικές μαύρες ποδιές τους πήγαιναν σαν στρατιωτάκια στο σχολείο και στηθήκαμε σε μια παρακαμπτήριο κάνοντας ωτοστόπ στην μεγάλη εθνική αρτηρία προς την πρωτεύουσα.
Τα φορτηγά περνούσαν χωρίς να σταματούν αν και οι οδηγοί μας κοιτούσαν περίεργα. Σε λίγο σταμάτησε ένα σιτροέν από εκείνα τα παλιά μοντέλα με την χαρακτηριστική μούρη. Ο οδηγός άνοιξε την πόρτα και μας κάλεσε ευγενικά να μπούμε λέγοντας, «Yabanci ;». Απάντησα, Evet, και κάθισα μπροστά ενώ ο Μπ κάθισε στο πίσω κάθισμα.
Καθώς ξεκινήσαμε παρατήρησα κρεμασμένο στο καθρεφτάκι στο παρμπρίζ ένα μεγάλο χαϊμαλί που μου θύμισε τα δικά μας κομποσκοίνια, μια μικρή καλλιγραφημένη επιγραφή που έγραφε, «Maşallah» και ένα μεγάλο μάτι για φυλακτό. 
-Αυτά τα έχετε για να σας προστατεύουν από τα δυστυχήματα, τον ρώτησα. Ήξερα ότι στην Τουρκία τα αιματηρά δυστυχήματα είναι καθημερινό φαινόμενο. Εκείνος μου απάντησε καταφατικά και με κοίταξε περίεργα.
Συζητώντας μάθαμε πως τον έλεγαν Μ…, ήταν επιθεωρητής εκπαιδεύσεως και πήγαινε σε μια μικρή πόλη για να επιθεωρήσει το τοπικό σχολείο. Μετά από λίγο με ρώτησε ξαφνικά, 
-Εσείς στην Ελλάδα τι βάζετε για φυλακτό στα αυτοκίνητα ; 
-Εμείς, του απάντησα, συνήθως βάζουμε ένα κομποσκοίνι, μια εικόνα της Παναγίας, ή ενός Αγίου Προστάτη.
Αυτός έμεινε περίεργα σκεπτικός και μετά από λίγο χαμήλωσε ταχύτητα έστριψε σε μια παρακαμπτήριο και σταμάτησε. Γύρισε και με κοίταξε και τότε παρατήρησα έκπληκτος πως τα μάτια του ήταν σχεδόν βουρκωμένα. Τότε, αναπάντεχα ξεκούμπωσε μέσα από το σακάκι του το πάνω κουμπί του πουκαμίσου του και από μέσα είδα με έκπληξη καρφιτσωμένο στην φανέλα του ένα φυλακτό, όπου πάνω του ήταν ζωγραφισμένος πολύ αμυδρά, μόλις που φαίνονταν, ένας…μικρός σταυρός.
Αμέσως μετά και πριν καλά προλάβουμε να συνέρθουμε από την πρώτη έκπληξη, άνοιξε το ντουλαπάκι του συνοδηγού κα έβγαλε από εκεί ένα παλιό, πολύ φθαρμένο, κάτι σαν πορτοφόλι. Το άνοιξε και από μέσα έβγαλε μια παμπάλαια και πολύ φθαρμένη εικόνα της… Παναγίας.
Μας την έδειξε και είπε συγκινημένος 
–Είναι του πατέρα μου, (Eski Rum», είπε με χαμηλή φωνή. Εμείς τον κοιτούσαμε αποσβολωμένοι. Αυτός μετά από λίγες σιωπηλές στιγμές γεμάτες ένταση, σαν να συνήρθε από κάτι, έβαλε την φωτογραφία μέσα στο πορτοφόλι και το έβαλε ξανά στο ντουλαπάκι ενώ κούμπωσε το πουκάμισο του.
-Εγώ δυστυχώς πρέπει να στρίψω στον περιφερειακό, μας είπε, γι’ αυτό και θα πρέπει να κατεβείτε. Από εδώ θα μπορέσετε εύκολα να βρείτε μέσο για να πάτε στην Άγκυρα. Παρακαλώ, να ξεχάσετε ότι είδατε.
Κατεβήκαμε από το αμάξι και ο Μ. έβαλε μπρος και γρήγορα εξαφανίστηκε σαν τον ήλιο που είχε χαθεί εκείνη την ώρα πίσω από κάτι σύννεφα.
Μείναμε για λίγο σαστισμένοι από το γεγονός και μετά συνεχίσαμε την πορεία μας. Το επεισόδιο μας είχε ταράξει και ο Μ, θα έμενε ανεξίτηλος στην μνήμη μας.
Ω Ρωμιοσύνη, Ρωμιοσύνη! Ποτέ δεν πέθανες στην άγια γη της Μικράς Ασίας!
«Από τις περιηγήσεις δυο Ελληνορθόδοξων στα βάθη της Ανατολίας»
(Περισσότερες λεπτομέρειες, φωτογραφίες και ονόματα, για ευνόητους λόγους παραλείπονται).

ΝΙΚΟΣ ΧΕΙΛΑΔΑΚΗΣ
Δημοσιογράφος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος