ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ !
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14 Μαρτίου 2026

Όταν η κοινωνία μαθαίνει στα παιδιά της τη βια-Ελένη Σκοτεινιώτη

Ελένη Σκοτεινιώτη, εκπαιδευτικός: Όταν η κοινωνία μαθαίνει στα παιδιά της τη βια

Τα  δελτία ειδήσεων των τελευταίων χρόνων μοιάζουν ολοένα και περισσότερο με καταλόγους κακουργηματικών πράξεων. Ξυλοδαρμοί, κακοποιήσεις, επιθέσεις, ακόμη και φόνοι έχουν γίνει σχεδόν καθημερινό περιεχόμενο της ενημέρωσης. Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι μόνο η συχνότητα αυτών των περιστατικών, αλλά η ταυτότητα των δραστών.
Δεν πρόκειται πλέον για σεσημασμένους εγκληματίες ή για πρόσωπα με βεβαρημένο παρελθόν. Πολύ συχνά οι δράστες είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, νεαρά άτομα χωρίς προηγούμενες ενδείξεις εγκληματικής συμπεριφοράς, που μέσα σε μια στιγμή έντονης ψυχικής φόρτισης προβαίνουν σε πράξεις που υπερβαίνουν κάθε όριο κοινωνικής συμβίωσης.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι αυτή η βία εκδηλώνεται όλο και συχνότερα από εφήβους και ακόμη και από παιδιά. Συμμορίες νεαρών επιτίθενται με μανία σε συνομηλίκους, σε αδύναμους ανθρώπους ή ακόμη και σε ηλικιωμένους. Και όχι μόνο αυτό: πολλές φορές καταγράφουν οι ίδιοι τις πράξεις τους με τα κινητά τηλέφωνα και τις προβάλλουν με καμάρι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Η βία γίνεται θέαμα. Και το θέαμα γίνεται «κατόρθωμα».
Έτσι, σήμερα, κάθε φιλήσυχος πολίτης που κυκλοφορεί σε μια μεγαλούπολη, ιδιαίτερα τις νυχτερινές ώρες, μπορεί εύκολα να αισθανθεί την απειλή μιας ομάδας νεαρών που δοκιμάζουν τα όρια της ανοχής των γύρω τους. Στις πιο «ανώδυνες» περιπτώσεις πρόκειται για λεκτική επιθετικότητα. Όμως, όπως δείχνουν οι στατιστικές, δεν είναι καθόλου απίθανο η κατάσταση να εξελιχθεί σε σωματική βία.
Τα θύματα είναι συνήθως οι πιο αδύναμοι: παιδιά, ηλικιωμένοι, αλλά και κάθε ενήλικος που θα τολμήσει να τους κάνει παρατήρηση.
Πώς όμως φτάσαμε ως εδώ;
Πώς γίνεται μια σημαντική μερίδα της νεολαίας να υιοθετεί μια τόσο απειλητική και απάνθρωπη συμπεριφορά; Και πώς εξηγείται ότι σε μια εποχή που η εκπαίδευση μιλά περισσότερο από ποτέ για ενσυναίσθηση, διαφορετικότητα και σεβασμό, βλέπουμε όλο και περισσότερα περιστατικά βίας με δράστες ανηλίκους;
Οι ειδικοί έχουν προσπαθήσει να δώσουν απαντήσεις. Εκπαιδευτικοί κοινωνιολόγοι, ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί και επιμελητές ανηλίκων έχουν αναλύσει πολλές από τις αιτίες της σύγχρονης κοινωνικής παθογένειας. Ωστόσο, αυτή η γνώση παραμένει συχνά απομονωμένη μέσα στους επιμέρους επιστημονικούς χώρους ή δεν αξιοποιείται από τους θεσμούς που θα έπρεπε να τη μετατρέψουν σε συντονισμένη κοινωνική δράση.
Έτσι, η κοινωνία μένει ουσιαστικά χωρίς μηχανισμούς άμυνας απέναντι στα αντικοινωνικά μηνύματα που κατακλύζουν τους νέους.
Τα μηνύματα αυτά περνούν από πολλούς δρόμους. Άλλοτε εμφανίζονται με το προσωπείο της επαναστατικότητας, άλλοτε με την έλξη της παρανομίας ή με τη γοητεία της επίδειξης δύναμης απέναντι στους αδύναμους.
Η εφηβεία είναι μια ηλικία που αναζητά ένταση, πρόκληση και ταυτότητα. Ο νέος θέλει να ξεχωρίσει, να νιώσει ότι ανήκει σε κάτι ιδιαίτερο και να διαφοροποιηθεί από τον κόσμο των ενηλίκων. Σε άλλες εποχές αυτή η ανάγκη μπορούσε να διοχετευθεί σε μεγάλα ιδανικά – στην κοινωνική δικαιοσύνη, στην ελευθερία, στην αλληλεγγύη.
Σήμερα, όμως, πολλά από αυτά τα ιδανικά έχουν αποδυναμωθεί ή απαξιωθεί.
Το κενό αυτό έρχονται να καλύψουν πρότυπα βίας και επιθετικότητας: η κουλτούρα των ναρκωτικών, της υπερβολής, της επιδεικτικής ισχύος και της υποκουλτούρας που προβάλλεται ως τρόπος ζωής. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η τραπ μουσική, η οποία σε μεγάλο μέρος της εξυμνεί τη βία, τον πλουτισμό χωρίς κόπο και την περιφρόνηση προς κάθε κοινωνικό κανόνα.
Τα συνοδευτικά βιντεοκλίπ παρουσιάζουν συχνά μια εικόνα επιθετικής ανδροπρέπειας: κουκούλες, μαύρα ρούχα, εικόνες έξω από φυλακές ή γήπεδα, ύφος σκληρό και απειλητικό. Για πολλούς νεαρούς ακροατές αυτά μετατρέπονται σε πρότυπα συμπεριφοράς.
Όμως η ευθύνη δεν ανήκει μόνο στη μουσική ή στη μαζική κουλτούρα.
Η πολιτεία απέτυχε να πλησιάσει πολλά από αυτά τα παιδιά και τις οικογένειές τους. Δεν τους πρόσφερε ουσιαστικές διεξόδους, ούτε πρότυπα ζωής που να εμπνέουν πίστη σε θετικές αξίες.
Ταυτόχρονα, ένα μεγάλο μέρος των κοινωνικών και πολιτικών ελίτ έχει συμβάλει, με τον τρόπο ζωής και τη στάση του, στην απαξίωση θεμελιωδών αξιών: της τιμιότητας, της εργατικότητας, της συνέπειας, της αλληλεγγύης και του σεβασμού προς τον συνάνθρωπο.
Συχνά λέγεται ότι «όλα ξεκινούν από την οικογένεια». Όμως η οικογένεια δεν λειτουργεί μέσα σε κοινωνικό κενό. Πολλές οικογένειες δεν στηρίζονται οικονομικά ή κοινωνικά από την πολιτεία, ενώ ταυτόχρονα εκτίθενται καθημερινά σε ένα μοντέλο ζωής που προβάλλεται από τα τηλεοπτικά μέσα.
Τα ριάλιτι, τα πρωινάδικα και η κουλτούρα της showbiz έχουν αναδείξει ως πρότυπα πρόσωπα των οποίων το κύριο χαρακτηριστικό είναι η επιδεικτική επιτυχία και η επιπολαιότητα. Σπάνια προβάλλονται άνθρωποι του μόχθου, συνεπείς εργαζόμενοι ή δημιουργικοί πολίτες που προσφέρουν ουσιαστικά στην κοινωνία.
Το αποτέλεσμα είναι να διαχέεται ένα πνεύμα ατομικισμού, ηδονισμού και στρεβλής κατανόησης της ελευθερίας.
Σε μια τέτοια νοοτροπία, η έννοια του ορίου χάνεται. Τα παιδιά μεγαλώνουν χωρίς σαφή αίσθηση απαγορεύσεων, χωρίς φόβο συνεπειών και χωρίς σεβασμό προς τους κανόνες της κοινωνικής ζωής.
Το σχολείο προσπαθεί συχνά να αντισταθμίσει αυτές τις ελλείψεις. Με το αναλυτικό πρόγραμμα αλλά και με την προσπάθεια των εκπαιδευτικών επιχειρεί να καλλιεργήσει πνεύμα συνεργασίας και αλληλοσεβασμού. Όμως όλο και περισσότερα παιδιά φτάνουν στις σχολικές αίθουσες ήδη φορτισμένα από τα προβλήματα του οικογενειακού και κοινωνικού τους περιβάλλοντος.
Έτσι, το σχολείο καλείται να αντιμετωπίσει καθημερινά συμπεριφορές που αντανακλούν μια βαθύτερη κοινωνική κρίση.
Τα φαινόμενα αυτά δεν περιορίζονται στην Ελλάδα. Πρόκειται για ένα ευρύτερο πρόβλημα των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών. Όμως αυτό δεν δικαιολογεί τη μοιρολατρική αποδοχή τους.
Η αντιμετώπισή τους δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στην οικογένεια ή μόνο στο σχολείο. Απαιτείται συνεργασία όλων των θεσμών: εκπαιδευτικών, κοινωνικών υπηρεσιών, δικαιοσύνης, τοπικής αυτοδιοίκησης και εκκλησίας.
Όταν εντοπίζεται ένα πρόβλημα συμπεριφοράς, οι αρμόδιοι φορείς θα πρέπει να συνεργάζονται άμεσα για να στηρίξουν το παιδί και την οικογένειά του, αλλά και να θέτουν σαφή όρια στην αντικοινωνική συμπεριφορά.
Ταυτόχρονα, είναι απαραίτητο να τεθούν όρια και στον τρόπο με τον οποίο τα μέσα ενημέρωσης παρουσιάζουν τα περιστατικά βίας. Η εμπορευματοποίηση του ανθρώπινου πόνου και η υπερπροβολή εγκληματικών πράξεων στο όνομα της «ενημέρωσης» δεν είναι έκφραση ελευθερίας του Τύπου, αλλά κατάχρηση εξουσίας.
Μια δημοκρατική κοινωνία οφείλει να προστατεύει την οικογένεια και τη νέα γενιά από τέτοιου είδους επιρροές.
Δυστυχώς, πολλοί θεσμοί αποδεικνύονται απρόθυμοι να αναλάβουν το κόστος μιας πραγματικής σύγκρουσης με τα προβλήματα. Οι κυβερνήσεις φοβούνται το πολιτικό κόστος, οι κοινωνικοί φορείς παραλύουν από την κομματοκρατία, ενώ η πνευματική ελίτ συχνά σιωπά.
Έτσι, η κοινωνία αφήνεται να αντιμετωπίσει μόνη της μια κρίση που απειλεί τις ίδιες τις βάσεις της.
Ίσως, λοιπόν, η ελπίδα να βρίσκεται αλλού: σε πρωτοβουλίες πολιτών που θα ξεκινήσουν από τη βάση της κοινωνίας. Σε μικρές κοινότητες ανθρώπων που θα αποφασίσουν να συνεργαστούν για να βελτιώσουν τη ζωή στη γειτονιά τους, στην πόλη τους, στον τόπο τους.
Τέτοιες πρωτοβουλίες δεν είναι εύκολες. Απαιτούν υπέρβαση εγωισμών, διάθεση συνεργασίας και έναν βαθμό κοινωνικού ηρωισμού.
Αν όμως δεν υπάρξει αυτή η κινητοποίηση, τότε η κοινωνία θα συνεχίσει να παρακολουθεί παθητικά την εξάπλωση της βίας, μέχρι τη στιγμή που θα συνειδητοποιήσει ότι το πρόβλημα δεν αφορά πια «κάποιους άλλους», αλλά όλους μας.

14 Οκτωβρίου 2025

«ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΝΤΑΗΔΕΣ» Από Μάσιμο Σέλις

 «ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΝΤΑΗΔΕΣ» Από Μάσιμο Σέλις

Όταν το κενό της ταυτότητας εκρήγνυται ενάντια στον άλλον.

                              ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΝΤΑΗΔΕΣ

Ο εκφοβισμός ως η άλυτη κραυγή όσων ακόμα δεν ξέρουν ποιοι είναι.
                                              Από τον Massimo Selis

Ο εκφοβισμός συχνά αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα που πρέπει να κατασταλεί ή να διορθωθεί με εκπαιδευτικές παρεμβάσεις. Αλλά ο Massimo Selis μας προσκαλεί να προχωρήσουμε παραπέρα: να εξετάσουμε σε βάθος τι πραγματικά λέει αυτή η βίαιη πράξη και ποιός μιλάει πίσω από τον επιτιθέμενο. Σε αυτήν την ανάρτηση, ο εκφοβισμός γίνεται ο παραμορφωμένος καθρέφτης ενός ριζοσπαστικού και καθολικού ερωτήματος : ποιός είμαι εγώ και τι καλούμαι να κάνω; Ένα ερώτημα που φωνάζει πιο δυνατά στην εφηβεία, αλλά που συχνά παραμένει αναπάντητο ακόμη και στην ενήλικη ζωή, μεταμφιεσμένο σε ακτιβισμό, performance* και συσσώρευση. Το «Είμαστε όλοι νταήδες» είναι επομένως μια απαραίτητη πρόκληση: επειδή η ευθραυστότητα της ακατέργαστης προσωπικής ταυτότητας εκδηλώνεται και σε εκείνους που δεν σηκώνουν ποτέ τα χέρια τους, αλλά ασκούν βία με πιο ανεπαίσθητες μορφές - λεκτικές, κοινωνικές, πολιτισμικές. Ένα κείμενο που εμβαθύνει στην ατομική και συλλογική ψυχή για να φέρει στο φως τις πληγές που κρύβονται πίσω από τη μάσκα του εγώ και να αφυπνίσει την επείγουσα ανάγκη μιας αληθινής εσωτερικής αναζήτησης . (Σημείωμα Σύνταξης)

Το γήινο ταξίδι κάθε ανθρώπου ξεδιπλώνεται γύρω από ένα ερώτημα. Ένα ερώτημα πολύ πιο άβολο, βασανιστικό και βαθύ από ό,τι θα θέλαμε να πιστεύουμε. Πολύ συχνά δεν αναδύεται καν στη συνείδηση ​​ή παραμένει ως μια αμυδρή ανάμνηση στο υπόγειο της νεότητάς μας. Άλλες φορές, βρίσκει μια απάντηση, αλλά είναι διαστρεβλωμένη, ατελής και επιφανειακή. Φοβόμαστε ότι πολύ λίγοι, στις μέρες μας, φτάνουν στην πλήρη λύση του. Το ερώτημα που διαμορφώνει τη ζωή και επιβεβαιώνει την παγκόσμια μοναδικότητά της: 
ποιος είμαι και για τι καλούμαι;

Στους νέους ανθρώπους των οποίων η άνθιση εκρήγνυται μέσα στην τάση προς την ενηλικίωση, αυτό το ερώτημα φαίνεται να εκφράζεται πιο καθαρά, και μερικές φορές ακόμη και με ιδιαίτερη ορμή. Αλλά θα ήταν ένα σοβαρό λάθος αφέλειας να πιστεύουμε ότι αυτή η αναζήτηση τελειώνει στο πρώτο τρίτο της ζωής. Ακριβώς στην ενηλικίωση θα πρέπει να φτάσει πραγματικά στην εκπλήρωσή της, τον εορτασμό του «εσωτερικού γάμου». Και στη συνέχεια κοσκινίζεται και διαμορφώνεται περαιτέρω μέχρι την τελευταία ημέρα που μας δίνεται κάτω από αυτόν τον ήλιο. Η απάντηση, στην πραγματικότητα, βρίσκεται στα βάθη της ψυχής μας και δεν πρέπει να συγχέεται με την έκδηλη «επιφανειακή προσωπικότητα» η οποία, δυστυχώς, αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο των σχέσεων στη σημερινή κοινωνία. Αυτή η προσωπικότητα είναι το αποτέλεσμα των χαρακτηριστικών που βλέπουν οι άλλοι σε εμάς μέσα από αυτά που κάνουμε και αυτά που κατέχουμε. Είναι η πρόσοψη που παρουσιάζουμε στους άλλους, στην κοινωνία. Μια πρόσοψη που καλλιεργούμε μοχθώντας με ακτιβισμό και επιδιώκοντας να συσσωρεύσουμε όσο το δυνατόν περισσότερα, όχι μόνο υλικά, αλλά και πνευματικά, ακόμη και «πνευματικά».

Το αγόρι, βυθισμένο σε αυτό το περιβάλλον, βρίσκει επομένως αυτή την πολιτισμική υποστήριξη για να ξεκινήσει το ταξίδι προς την ανακάλυψη της δικής του ταυτότητας. Διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες, συνθήκες και περιστάσεις οδηγούν σε διαφορετικές εκδηλώσεις, λίγο πολύ εντυπωσιακές, αλλά όλες τους διαταραγμένες, επειδή παρεκκλίνουν από τη σωστή πορεία. Η βία, οι πράξεις εκφοβισμού, είναι μία από αυτές και λόγω της ακραίας και σαφούς φύσης τους μπορούν να μας βοηθήσουν να δούμε τι μας λένε, πέρα ​​από το άμεσο. 

Ας ξεκινήσουμε με μια μεθοδολογική εξέταση που είναι απαραίτητη. Θα μπορούσαμε να ακολουθήσουμε κοινωνιολογικές, ψυχολογικές, παιδαγωγικές και άλλες σκέψεις, διερευνώντας τις ευθύνες των οικογενειών, του περιβάλλοντος, των σχολείων και των συνομηλίκων - όλα αυτά μπορούν σίγουρα να δώσουν εξηγήσεις, αλλά θα παραμέναμε στο πλαίσιο του υπαρξισμού. Εμείς, αντίθετα, επιθυμούμε να ξεκινήσουμε με μια παραδοσιακή, δηλαδή συμβολική, προοπτική για την Πραγματικότητα και την Ιστορία. Μια προοπτική που γνωρίζουμε καλά έχει γίνει ξένη προς τη σημερινή νοοτροπία, ακόμη και, τραγικά, προς εκείνους που θεωρούν τους εαυτούς τους θρησκευόμενους. Αλλά αυτή η συμβολική προοπτική είναι η μόνη ικανή να μας αποκαταστήσει το ανώτερο νόημα των πραγμάτων και των γεγονότων, το πρώτο, αληθινό νόημα που πρέπει να αναζητήσουμε.

Κάθε γεγονός στην ιστορία, είτε ατομικό είτε συλλογικό, πάντα υποδεικνύει ένα «αλλού» που πρέπει επομένως να αναζητηθεί και να διερευνηθεί. Ένα τραγικό χαρακτηριστικό ημών των σύγχρονων, ωστόσο, είναι ότι περιορίζουμε το βλέμμα μας στο συγκεκριμένο και στενό φαινόμενο, αποκλείοντας έτσι την ικανότητα να ερμηνεύσουμε την ιστορία ως «Μεταϊστορία» ή, ακόμα καλύτερα, ως «Ιερή Ιστορία». Και ο άνθρωπος που επιδιώκει να ανακαλύψει τη δική του ιστορία μέσα στην Παγκόσμια Ιστορία δεν μπορεί παρά να ανακαλύπτει με έκπληξη τα σημάδια που εμφανίζονται συνεχώς στην πορεία.

Ξέρουμε πόσο δύσκολο είναι σήμερα να αποδώσουμε αυτή την ανάγνωση της πραγματικότητας σε λίγες μόνο γραμμές, αλλά αξίζει να το προσπαθήσουμε.

Οι σύγχρονες δημοκρατίες βασίζονται στην «αρχή» της απουσίας της Αλήθειας, υπέρ της υπεροχής των αριθμών, της ποσότητας ή των υποτιθέμενων αληθειών που μεταφέρουν οι σύγχρονες βέβηλες επιστήμες. Ακόμα και η θρησκεία περιορίζεται σε λίγους ηθικούς πυλώνες που περιβάλλονται από πολλή συναισθηματικότητα, επομένως η «δική» μας αλήθεια πρέπει να ανακαλυφθεί εκεί έξω. Ονομάζεται συναίνεση, κοινωνική επικύρωση. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να την επιτύχουμε, κάποιοι φαινομενικά ακίνδυνοι, άλλοι λεπτοί και εκλεπτυσμένοι, άλλοι ακόμη πιο μικροπρεπείς και βίαιοι. Οι τελευταίοι είναι που κάνουν τα νέα, αλλά όλοι τους, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, φέρνουν τον θάνατο. «Η επιτυχία σε μια ανταγωνιστική κοινωνία μετριέται με τον αριθμό των ανθρώπων (θυμάτων) που μένουν πίσω», αυτά είναι τα καυστικά αλλά και διαφωτιστικά λόγια του Raimon Panikkar.

Για να «ανέβω», κάποιος άλλος πρέπει απαραίτητα να «κατέβει». Αυτή η μοίρα, την οποία μόνο ο διανοητικός και ηθικός μας εκφυλισμός μπορεί να ανυψώσει σε κανονικότητα, στηρίζεται στους ώμους του ατόμου. Αυτό και μόνο αυτό είναι ο αρχιτέκτονας του δικού του θριάμβου ή της καταστροφής. Ο Panikkar μας διαφωτίζει για άλλη μια φορά: «Σε μια ιεραρχική κοινωνία, μόλις φτάσεις στην ενηλικίωση, έχεις τη θέση σου, η οποία μπορεί να σου δώσει το αίσθημα της ολοκλήρωσης. Σε μια κοινωνία ισότητας, οι υψηλότερες θέσεις είναι θεωρητικά ανοιχτές σε όλους. Αν δεν τις φτάσεις, αφού είχες -θεωρητικά- τις ίδιες ευκαιρίες, σημαίνει ότι είσαι ανίκανος. Πρέπει να εργαστείς σκληρότερα και καλύτερα!»

Τα παιδιά το «αισθάνονται» ήδη. Το αναπνέουν. Επειδή αυτή η σκοτεινή και ανεπαίσθητη δύναμη λειτουργεί κάτω από το δέρμα, στα κανάλια του υποσυνείδητου, για να επιτύχει καλύτερα τον στόχο της. Όλοι προβάλλουμε προς τα έξω για να κερδίσουμε την αξιοπρέπεια με την οποία γεννιόμαστε. Είτε το θέατρο είναι ολόκληρος ο κόσμος είτε απλώς η μικρή ομάδα που έχουμε επιλέξει και στην οποία νιώθουμε «σαν στο σπίτι μας», δεν έχει καμία διαφορά. Πρέπει να κερδίσουμε «τη θέση μας», την αναγνώριση από τους άλλους. Αυτό το περιθώριο ασφάλειας και εκτίμησης που μας κάνει να πιστεύουμε ότι υπάρχουμε, ότι έχουμε βρει την αληθινή μας ταυτότητα. Δεν θα κάνει το ίδιο το αγόρι που έχουμε εκτοξεύσει σε αυτή την κόλαση, την τελική κραυγή της νεωτερικότητας; Θα το κάνει με κάθε όπλο που έχει στη διάθεσή του, ακόμα και το πιο επικίνδυνο. Οποιοδήποτε μέσο είναι επιτρεπτό για τον «θησαυρό» που τον περιμένει.

Όλα στην εποχή μας μιλούν μέσω της γλώσσας της βίας, της κυριαρχίας: κυριαρχία επί της δημιουργίας, μέσω των εμπειρικών επιστημών, της τεχνολογίας και της οικονομίας, και κυριαρχία μέσα στην ίδια την κοινωνία, άτομο επί ατόμου.

Περιορισμένος στις κατώτερες διαστάσεις του, με τα ανοίγματά του προς τους ουρανούς εξαλειμμένα και τη διάνοιά του ατροφική, ο άνθρωπος δεν μπορεί παρά να χρησιμοποιήσει κάθε μορφή κυριαρχίας, πολιτιστικής, κοινωνικής και σωματικής. Ενώ στους νέους αυτό εκδηλώνεται κυρίως μέσω της χρήσης βίας, στους ενήλικες χρησιμοποιεί πιο ανεπαίσθητα και ψευδώς πολιτισμένα όπλα, όπως η κοινωνική κυριαρχία και ο έλεγχος.

Ο σύγχρονος άνθρωπος κυριαρχεί επειδή έχει σταματήσει να στοχάζεται. Επειδή το να στοχάζεται σημαίνει να κατασκευάζει τον εαυτό του, και όσοι δεν το κάνουν, αντίθετα κατασκευάζουν κλουβιά για τους άλλους. Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν βλέπει «διαφανή πραγματικότητα», αλλά μόνο τα εμφανή αποτελέσματα των δικών του πράξεων. Υπάρχει κανείς μόνο σε σχέση με αυτό που κάνει, και όσο περισσότερο κάνει, τόσο περισσότερο αναπτύσσεται στην ύπαρξή του. Η πράξη δεν έχει πλέον αξία από μόνη της - και ποιος σήμερα θα ισχυριζόταν ότι αναγνωρίζει μια τέτοια αξία; - αλλά μόνο στο ποσοτικοποιήσιμο αποτέλεσμά της. Η τεχνοκρατία είναι η δικτατορία της πραγματιστικής λογικής. Η τεχνολογία είναι το ένοπλο σκέλος των λεγόμενων επιστημών, οι οποίες δεν είναι αληθινές επιστήμες επειδή αποκλείουν τη λεπτή διάσταση της δημιουργίας, η οποία είναι αντίθετα αυτό που συντηρεί το Όλο. Η τεχνολογία δεν είναι πλέον τεχνική, δηλαδή το δημιουργικό έργο του ανθρώπου που εργάζεται την ύλη για να δημιουργήσει τάξη και ομορφιά. Η τεχνολογία είναι απλώς ποσοτικός χειρισμός για τα συμφέροντα του ανθρώπου. Μέσω αυτής, ο άνθρωπος αποκαλύπτεται ως κάτι διαφορετικό από τη δημιουργία, κάτι που μπορεί να μελετήσει και στη συνέχεια να προσαρμοστεί στις ανάγκες του χωρίς να θέσει στον εαυτό του όρια. Η διάνοια έχει παραδώσει το σκήπτρο στην απλή λογική, η οποία, μη φωτισμένη πλέον από κάτι ανώτερο από αυτήν, «γεννά τέρατα».

Ο ισχυρότερος, ο πιο ισχυρός κερδίζει στον τεχνολογικό ανταγωνισμό.

Ο αρχηγός της αγέλης μεταφέρει την ίδια έννοια της κυριαρχίας σε ένα πιο άγριο και ενστικτώδες επίπεδο. Όσοι είναι διαφορετικοί πρέπει να διαχωριστούν και να ταπεινωθούν. Δεν υπάρχει χώρος γι' αυτούς, όπως ακριβώς στον κόσμο των ενηλίκων δεν υπάρχει χώρος για ιδέες που δεν «νικούν». Στην ψηφιακή εποχή, οι γελοίες «οπτικοποιήσεις» ισχυρίζονται ότι ορίζουν την αξία των ιδεών και εκείνων που τις μεταφέρουν.

Αλλά τι είναι μια ιδέα;  
Μια ιδέα είναι μια συγκεκριμένη αρχή, όπου η μορφή και το περιεχόμενο ενώνονται αρμονικά· μια μικρή πέτρα σε μια μεγάλη κατασκευή διατεταγμένη σύμφωνα με μη ανθρώπινους νόμους. Και μια ιδέα, για έναν άνθρωπο, είναι τέτοια μόνο στο βαθμό που υπάρχει πραγματική δυνατότητα να μεταφραστεί σε ένα συγκεκριμένο και ορατό έργο. Δεν μπορούμε, επομένως, να αποφύγουμε αυτά τα μοιραία ερωτήματα: 
Υπάρχει μια διαφορετική ιδέα για την τέχνη σήμερα; 
Και μια διαφορετική ιδέα για τη γνώση; 
Κι όμως μια διαφορετική ιδέα για την οικονομία και την εργασία; 
Θα μπορούσαν να προστεθούν και άλλες, προφανώς. Η απάντηση θα φαινόταν αρνητική. Αλλά μια ιδέα που δεν έχει καμία δυνατότητα να μεταφραστεί σε ορατή και ολοκληρωμένη δράση δεν είναι καθόλου ιδέα· είναι απλώς μια φαντασίωση καλή για να χαλαρώνει τους τεταμένους μύες το βράδυ.

Ποιος θα ασπαζόταν ποτέ μια ιδέα που ο κόσμος αρχικά απορρίπτει ως μια χαμένη πρόταση; Επειδή μια διαφορετική ιδέα ενσαρκώνει ένα διαφορετικό όραμα για τη ζωή, για το σύμπαν, για την ανθρωπότητα. Κάποιος μπορεί ακόμη και να χάσει τα πάντα στην προσπάθεια να την υπερασπιστεί και να την πραγματοποιήσει.

Θα μπορούσαμε ακόμα να ανεχτούμε τη φωνή της πλειοψηφίας εναντίον μας· αλλά ας είμαστε ειλικρινείς, όχι αυτή των «φίλων» μας στην επιλεγμένη μας «ομάδα» - πολιτική, κοινωνική ή θρησκευτική. Δεν θα μπορούσαμε να ανεχτούμε να είμαστε μόνοι: θα θέλαμε να φτάσουμε στην ανάσταση χωρίς να περάσουμε από το σκοτάδι του Κήπου των Ελαιών και την ανάβαση του λόφου του Γολγοθά. Μόνο μια δειλή ανθρωπότητα θα μπορούσε να είχε κατασκευάσει την «ηθική της κυριαρχίας».

Εμείς οι ενήλικες αποφεύγουμε εύκολα τους άβολους ανθρώπους, εκείνους με «διαφορετικές» ιδέες. Τελικά, θέλουμε απλώς μια ήσυχη ζωή, που δεν πρέπει να συγχέεται με μια αξιοπρεπή. Θέλουμε να είμαστε προστατευμένοι από τις καταιγίδες της ύπαρξης, και όταν πραγματικά αποφασίσουμε να νιώσουμε καλύτερα και να πάμε κόντρα στο ρεύμα, εντασσόμαστε σε μια μικρή ομάδα που δεν φιλοδοξεί να γίνει η πλειοψηφία. Αυτό είναι απολύτως θεμιτό, φυσικά, αλλά δεν αρκεί να κάνουμε το σωστό. Πρέπει επίσης να το κάνουμε «δίκαια». Αν για μια φορά μπορούσαμε να κοιτάξουμε βαθιά μέσα μας, θα βλέπαμε ότι η ανάγκη να μας αποδεχτούν, να μας αναγνωρίσουν είναι αυτή που μας ωθεί. Το βλέμμα μας είναι πάντα έξω από εμάς, ποτέ μέσα μας.

Έχουμε έναν τρομερό φόβο να είμαστε μόνοι. Είναι ο μεγαλύτερος, ανεξήγητος φόβος της ανθρωπότητας. Η Αλήθεια μπορεί να κατοικεί σε έναν μόνο άνθρωπο, ενώ όλοι οι άλλοι καταδικάζουν τους εαυτούς τους σε βέβαιο θάνατο, αλλά εμείς δεν το πιστεύουμε πλέον αυτό. «Πρέπει να υπάρχουν ακόμα στοιχεία· αυτή η κοινωνία δεν μπορεί να είναι τόσο άρρωστη!» σκεφτόμαστε. Κι όμως, υπάρχει, στα θεμέλιά της, στους νόμους που την υποστηρίζουν, στη μορφή που καθιστά κάθε χειρονομία απάνθρωπη!

Το αγόρι το διαισθάνεται, το αντιλαμβάνεται πιο βάναυσα από εμάς, ότι όσο πιο γρήγορα ξεκαθαρίσει την κυριαρχία του πάνω στους άλλους, ξεκινώντας από τους αδύναμους και τους «διαφορετικούς», τόσο πιο γρήγορα θα αποκτήσει την ταυτότητα που απαιτεί ο κόσμος από αυτόν. Και θα κάνει εκείνους των οποίων η ευαισθησία, ο χαρακτήρας, η διάνοια και τα σωματικά και ψυχολογικά χαρακτηριστικά είναι πέρα ​​από τα συνηθισμένα, να καταλάβουν ότι δεν υπάρχει χώρος γι' αυτούς.

Η βία είναι, πρώτα και κύρια, μια γρήγορη και αλάνθαστη άσκηση για τον καθορισμό της ταυτότητας κάποιου. Ο αρχηγός της αγέλης βρήκε αμέσως τη θέση του στον κόσμο. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν είναι δεδομένη, αλλά επιτυγχάνεται μέσω καθαρά εξωτερικής κατάκτησης. Υπάρχω ως αφέντης. Το ίδιο ισχύει και για τους ενήλικες: 
Η σωματική βία δεν είναι απαραίτητη. η κοινωνική θέση μιλάει από μόνη της.

Δεν έχει νόημα να κρύβουμε πίσω από δικαιολογίες ότι δεν είναι όλα τα παιδιά έτσι, ότι διαφορετικές αξίες μεταδίδονται στις οικογένειές μας. Αυτό παραμένει σε υπαρξιακό επίπεδο. Αλλά όταν ένα φαινόμενο παίρνει τόσο μεγάλη κλίμακα, τότε, για όσους έχουν εκπαιδευτεί με την παραδοσιακή σοφία, είναι ένα «σημάδι» που πρέπει να αποκρυπτογραφηθεί, ένα σημάδι που μας μιλάει, που μιλάει για εμάς . Κάτι που υπερβαίνει αυτούς τους νέους ανθρώπους λειτουργεί μέσα τους.

Ας κοιτάξουμε λοιπόν κατάματα αυτούς τους νεαρούς «νταήδες», γιατί αντανακλούν τα δικά μας ενήλικα πρόσωπα, αυτά που έχουμε επιδιώξει να απαλλάξουμε από τη σωματική βία για να χρησιμοποιήσουμε μια άλλη, όχι λιγότερο τρομερή μορφή. Είναι ο καθρέφτης, η πιο τέλεια ενσάρκωση της κοινωνίας μας, κάθε μάσκα έχει πέσει. Ο κομφορμισμός** που έχει καταπιεί τα πάντα. Πολιτικός, πολιτιστικός, θρησκευτικός κομφορμισμός.

Τι λοιπόν; Απελπισία; Να αποδεχτούμε αυτή τη βία που δεν κάνει καμία παραχώρηση, που έχει καταργήσει κάθε οίκτο και αφήνει χώρο μόνο για τους νικητές;  
Αυτός είναι ο άνθρωπος της τελικής νεωτερικότητας. Ο άνθρωπος χωρίς διάνοια.

Ή μήπως να δεχτούμε, ως ανθρωπότητα, να κοιτάξουμε επιτέλους τον εαυτό μας στον καθρέφτη; Να αναγνωρίσουμε ότι η Ιστορία είναι ένας θαυμαστός θεϊκός λόγος στον οποίο μπορούμε να διακρίνουμε τις κλήσεις μας, ακόμα και όταν μας φέρνουν εκπλήξεις και πόνο; Ξέρουμε ότι δεν είναι εύκολο, γιατί πριν από οτιδήποτε άλλο, πρέπει να εγκαταλείψουμε τη νοοτροπία που μας οδήγησε τους τελευταίους αιώνες. Πρέπει να επιστρέψουμε στο να είμαστε άνθρωποι του νου. Να νιώσουμε ότι υπάρχει μια συλλογική ευθύνη και επομένως και μια συλλογική εξιλέωση. Σε εμάς η θέληση και η ειλικρινής διάθεση, στον Θεό τη Χάρη.
 
Μάσιμο Σέλις

 
 
**"κομφορμισμός"

Η λέξη αυτή είναι γαλλική (conformisme < conformiste) και τη χρησιμοποιούμε όταν θέλουμε να περιγράψουμε την προσαρμογή ενός ατόμου στις απαιτήσεις και στους τύπους συμπεριφοράς της ομάδας στην οποία ανήκει, ακόμα και αν δεν το εκφράζουν.

 Το "performance" 

σημαίνει απόδοση, επίδοση ή παράσταση, ανάλογα με το περιβάλλον. Αναφέρεται στην ποιότητα ή στον τρόπο που εκτελείται μια εργασία, μια δραστηριότητα ή ένας ρόλος, είτε πρόκειται για άνθρωπο, μηχανή, σύστημα ή ακόμη και για μια θεατρική ή καλλιτεχνική δράση.  

17 Σεπτεμβρίου 2025

Αδέκαστος...

 Αδέκαστος

Αδέκαστος

Όλα αυτά που διαβάζουμε για τη λειτουργία και τις παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη, μάς φέρνουν στο νου το επίθετο αδέκαστος.

Αδέκαστος είναι αυτός που δεν μπορεί να διαφθαρεί μέσω δωροδοκίας. Επειδή, όμως, η δωροδοκία δεν είναι πάντα υλική, ο αδέκαστος ταυτίζεται με εκείνον που σε κάθε περίπτωση ασκεί το λειτούργημά του, χωρίς να επηρεάζεται από πρόσωπα, περιστάσεις, καταστάσεις. Με άλλα λόγια ενεργεί χωρίς να αφουγκράζεται τον παλμό της κοινωνίας.(παρένθεση δική μου: και το κοινό περί δικαίου αίσθημα;) Κι αυτό γιατί ο αδέκαστος καθοδηγείται από το νόμο και πράττει πάντα σύμφωνα με αυτόν.

Αδέκαστος, τον αδέκαστον ο αρχικός μας τύπος, σύνθετη λέξη με δυο συνθετικά, το α - το στερητικό και το ρήμα δεκάζω (διαφθείρω μέσω δωροδοκίας). Μία πιθανή ετυμολογική ερμηνεία θέλει το δεκάζω να προέρχεται από το ομηρικό δέκομαι, που δεν είναι άλλο από το ρήμα δέχομαι. Όποιος δεκάζεται, συνεπώς, δέχεται δώρα, άλλοτε μεγαλύτερα, άλλοτε μικρότερα. Το ρήμα δεκάζω και δεκάζομαι στην Αρχαιότητα χρησιμοποιούνταν, για να δηλώσει κυρίως τη διαφθορά των δικαστών.

Στο σημείο αυτό, αξίζει να αναφερθεί ότι ο πανεπιστήμων Αριστοτέλης παραδίδει ότι ο Άνυτος, στρατηγός των Αθηναίων κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου και μετέπειτα ένας από τους δικαστές στη δίκη του Σωκράτη, ήταν ο πρώτος που δωροδόκησε δικαστές. Το 409 π.Χ, τον είχαν στείλει οι Αθηναίοι στην Πύλο, που ανήκε στη σφαίρα επιρροής της Αθήνας, να βοηθήσει τους Πυλίους που πολιορκούνταν από τους Λακεδαιμονίους. Εκείνος, λόγω θαλασσοταραχής, δεν μπόρεσε να προσεγγίσει και γύρισε άπρακτος. Γλίτωσε, όμως, την καταδίκη, γιατί δεν έπεσε σε αδέκαστους δικαστές. Τους πλήρωσε και κηρύχθηκε αθώος. Μετά, άλλαξαν τα πράγματα και βρέθηκε εκείνος στη θέση του δικαστή, στη δίκη του Σωκράτη. Ήταν ένας από τους τρεις κατηγόρους του τραγικού φιλοσόφου. Πρόσθεσε ένα ακόμη στα κρίματά του, αυτό του να οδηγήσει στο δικαστήριο τον «απάντων σοφώτατον».

Σήμερα, το επίθετο το χρησιμοποιούμε και για τους διαιτητές των αγώνων, όταν είναι αδέκαστοι, για τους πολιτικούς που πολύ θα θέλαμε να είναι αδέκαστοι, για τη δικαιοσύνη εν γένει. Ακόμη, αδέκαστη μπορεί να είναι η κρίση μας και η άποψή μας, δηλαδή αμερόληπτη, αντικειμενική.

Ο ιστορικός με τη σειρά του οφείλει να είναι αδέκαστος, να εξετάζει τις πηγές των γεγονότων, να τα αξιολογεί και να αποφαίνεται αδέκαστα (εδώ η χρήση είναι επιρρηματική), χωρίς να παίρνει θέση.

Αλλά και καθημερινό ζητούμενο είναι το αδέκαστο του χαρακτήρα των προσώπων που μας περιβάλλουν. Αναζητάμε ακέραιους και άμεμπτους.

Μέχρι να τους βρούμε, σας παραθέτουμε τα αντώνυμα του λήμματος: διεφθαρμένος, δωροδοκούμενος, εξαγορασμένος, μεροληπτικός, υποκειμενικός, ανήθικος, φαύλος. Ένα αντώνυμο σε πιο λαϊκή εκδοχή, πουλημένος και σε λίγο πιο λόγια γλώσσα, αργυρώνητος.

 https://www.liberal.gr/glossari/adekastos

16 Σεπτεμβρίου 2025

Ο θεσμός της προίκας...και η κατάργησή της !

 Ο θεσμός της προίκας

3


4             2

5

Το αναχρονιστικό έθιμο που προκάλεσε κοινωνική κατακραυγή και καταργήθηκε το 1983.

«Ο γαμπρός μου ζητάει προίκα και δεν μπορώ να τη δώσω» – «Να τον διώξεις» – «Και να μείνει το κορίτσι μου στο ράφι;» Αυτή ήταν μια κλασσική συζήτηση πατεράδων που είχαν κορίτσια της παντρειάς και έπρεπε να δώσουν στον γαμπρό την προίκα που τους ζητούσε.

Ο θεσμός της προίκας, που έχει τις ρίζες του στην αρχαία Ελλάδα και έφτασε στην νεότερη Ελλάδα ως κωδικοποιημένος νόμος, αποτελούσε εφιάλτη για την ελληνική οικογένεια.

Οι γυναίκες αντιμετωπίζονταν ως προϊόντα προς αγοροπωλησία, μια συναλλαγή που ήταν άκρως ταπεινωτική για το γυναικείο φύλο. Το παζάρεμα γινόταν βάσει στρατηγικής. Ο γαμπρός έθετε τους όρους και εάν ήταν συμφέρουσα η πρόταση, γινόταν δεκτή η συμφωνία του γάμου.

Φυσικά, στη μειονεκτική θέση βρίσκονταν οι φτωχότερες οικογένειες που δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν στην κόρη τους ή τις κόρες τους μια μεγάλη προίκα για να τις αποκαταστήσουν, με κίνδυνο τα κορίτσια να μείνουν …στο ράφι, όπως έλεγαν.

Και από την άλλη, οι πλούσιοι γινόντουσαν πλουσιότεροι, καθώς προτιμούσαν να αλληλοπαντρεύονται για να μεγαλώνουν τις φατρίες τους.

Οι γονείς κάθε κοπέλας προσπαθούσαν να συλλέξουν την προίκα της, από τότε που ήταν μικρή μέχρι να έρθει κάποιος και να την ζητήσει σε γάμο. Η προίκα ήταν ο βασικός παράγοντας για να έρθει το ζευγάρι «εις γάμο κοινωνία» και υπερτερούσε έναντι του φυσικού κάλλους της κοπέλας ή των συναισθημάτων του γαμπρού προς τη μέλλουσα σύντροφό του.

Ως «προίκα» χαρακτηριζόταν οτιδήποτε θα εξασφάλιζε μια πιο άνετη ζωή στον γαμπρό, από κοσμήματα και μετρητά, μέχρι διαμερίσματα και κτήματα. Στις περισσότερες περιπτώσεις η προικοδότηση ήταν μια ανεπίσημη πράξη που γινόταν με τα λόγια, αλλά υπήρχαν και τα επίσημα προικοσύμφωνα, που ήταν μέρος συμβολαιογραφικής πράξης.

Πάρα πολλές υποθέσεις έχουν απασχολήσει κατά καιρούς τον Τύπο, με επίδοξους γαμπρούς- απατεώνες, με φονικά λόγω μη διασφάλισης της προίκας και ληστείες.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο λεγόμενος αθηναίος Αρσέν Λουπέν- ήρωας από το μυθιστόρημα «Αριστοκράτης Λωποδύτης»– που ροκάνιζε τις προίκες των κοριτσιών και μετά… «στρίβειν δια του αραββώνος».

Εμφανιζόταν ως γαμπρός-λαχείο μέσα από αγγελίες συνοικεσίων, με πολλά πτυχία, καλή θέση σε μια μεγάλη εταιρεία και ακριβό αυτοκίνητο και έτσι κέρδιζε των ενδιαφέρον των επίδοξων θυμάτων του.

Επίσης, σε άλλα δημοσιεύματα παλιών εφημερίδων, αναφέρονται περιστατικά φονικού σε ζευγάρια, όπου ο άντρας σκότωσε την γυναίκα του επειδή δεν του έδωσε η οικογένειά της την προίκα που του είχαν υποσχεθεί.

Ο θεσμός της προίκας είχε προκαλέσει έντονες διαμαρτυρίες και είχε γίνει αφορμή για διάφορες εκστρατείες. Η επανάσταση κατά της προίκας όμως, ξεκίνησε από 17 κοινότητες της Ρούμελης, με πρωτοστάτη έναν ασπρομάλλη αγρότη εν ονόματι Κώστα Κίτσο, από το χωριό Άγιος Γεώργιος.

Πήρε την πρωτοβουλία να συντάξει ένα υπόμνημα προς τη βασίλισσα Φρειδερίκη ικετεύοντάς την να αναλάβει πρωτοβουλία για την «κατάργησιν της προικός θραύουσα ούτω τα δεσμά, των αλυσοδεμένων εκ ταύτης οικογενειών και μεταδίδουσα την χαράν, την ευτυχίαν και την ελπίδα εις αυτάς».

Σιγά -σιγά όλη η Ελλάδα ξεσηκώθηκε για την κατάργηση του θεσμού της προίκας. Τα πρώτα βήματα έγιναν τον Ιούλιο του 1978 όταν συστάθηκε μια ειδική νομοπαρασκευαστική επιτροπή υπό τον ομότιμο καθηγητή της Νομικής Αθηνών Α. Γαζή, με σκοπό την κατάργηση των νόμων 1403-1404 του Αστικού Δικαίου που αφορούσαν στην προίκα και αντιτίθεντο στις αρχές περί ίσων δικαιωμάτων των δύο φύλων του Οικογενειακού Δικαίου του Συντάγματος.

Η επιτροπή τολμηρά είπε «όχι στην προίκα» και ζήτησε την κατάργηση του θεσμού, αναφέροντας ότι οι γονείς δεν θα υποχρεούνται να δίνουν προίκα στα κορίτσια, αλλά να παρέχουν στα παιδιά τους -αγόρια και κορίτσια- όλα τα απαραίτητα εφόδια για το νέο ξεκίνημα στο γάμο τους.

Ωστόσο, η οριστική κατάργηση της προίκας έγινε το 1983 με την ισχύ του νόμου 1329/83 που όριζε ότι και οι δύο σύζυγοι υποχρεώνονται να συμβάλλουν, ανάλογα με τις δυνάμεις τους στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, στο πλαίσιο της ισότητας, καταργώντας τη προίκα και εκσυγχρονίζοντας έτσι το οικογενειακό δίκαιο.

olympia.gr Πηγή

30 Ιουνίου 2025

Το ακριβό περιδέραιο...

   

Το φοράμε όλοι. Είναι βαρύ, παλιό κι αθέατο. Έχει για στολίδια του χαρές, λύπες, φόβους, ντροπές, επιθυμίες, προσδοκίες, ματαιώσεις, γεννητούρια, γάμους και απώλειες, τα «πρέπει» και τα «μη» των γεννητόρων της γενιάς μας.
Την επόμενη φορά, λοιπόν, που θα συναντήσεις κάποιον, μη βιαστείς να τον χαρακτηρίσεις. Σκέψου για μια στιγμή το περιδέραιο που είναι κρυμμένο στο λαιμό. Το δικό του και το δικό σου.

 Νικόλας Χατζηδήμος

Σημείωση δική μου:

Και έρωτες, βεβαίως βεβαίως... 

Και πόσο θα ήθελα ένα στολίδι, από το περιδέραιο που κοσμεί το λαιμό σας, κυρία μου, να είναι ένα δικό μου κομμάτι...

..που μπορεί και να είναι δηλαδή, ανεξάρτητα από την δκή μου την επιθυμία ! 

Ι.Β.Ν. 


7 Μαΐου 2025

Μεταξωτοί άνθρωποι ...

 Μεταξωτοί άνθρωποι !

του Γιάννη Τριάντη
Το είχε πει σε μια συνέντευξή του ο αείμνηστος Νίκος Καρούζος: «Μεταξωτοί άνθρωποι». Μιλούσε για κάποιους χωρικούς που είχε συναντήσει στη Λέσβο. Αγράμματοι ήταν, αλλά σοφοί. Και, προπάντων, τρυφεροί με τους άλλους. Απαλοί, χωρίς γωνίες που κόβουν, χωρίς καχυποψία, δίχως έπαρση και επιθετική ειρωνεία που πληγώνει. Μεταξωτοί άνθρωποι...
Μού ’μεινε αυτός ο χαρακτηρισμός. Χαράχτηκε μέσα μου. Κι από τότε ένα νέο κριτήριο λειτουργεί στις αξιολογήσεις μου για τους ανθρώπους: η συμπεριφορά και η στάση τους σε «ασήμαντα» πεδία της καθημερινότητας. Αυτά που συνήθως τα προσπερνάμε ή δεν τα παρατηρούμε, γιατί δεν μας απασχόλησαν ποτέ οι εκφάνσεις της «μεταξωτής συμπεριφοράς»... Βέβαια οι άνθρωποι δεν συγκροτούν ως χαρακτήρες ένα συμπαγές όλον, αλλά ένα αντιφατικό σύνθεμα, στο οποίο συνυπάρχουν «μεταξωτά» στοιχεία και ακάνθινες απολήξεις. Γι’ αυτό και είναι κάπως παρακινδυνευμένα τα άμεσα και οριστικά συμπεράσματα για το «είναι» των ανθρώπων...
Παρ’ όλα αυτά, προσωπικά, διακινδυνεύω την εξαγωγή συμπερασμάτων παρατηρώντας μικρές «ασήμαντες» κινήσεις στις παρέες, στον εργασιακό χώρο και στο «δάσος» του καθεμέρα, όταν συγχρωτίζομαι με αγνώστους. Και συνήθως δεν πέφτω έξω. Διότι τα γνωρίσματα αυτά αποκαλύπτουν πειστικά τον εσωτερικό κόσμο του άλλου. Τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό... Φερ’ ειπείν, «σκλαβώνομαι» από εκείνους που δεν ορμάνε να πιάσουν την καλύτερη θέση στο τραπέζι μιας ταβέρνας. Θεωρώ την κίνηση αυτή απότοκο καταγωγικής ευγένειας και γενναιοδωρίας, η οποία αδιαφορεί για το ιδιωφελές και συμφέρον. Αντίθετα, οι άνθρωποι που σπεύδουν φουριόζοι για μια καλή θέση καταχωρίζονται μέσα μου σαν αρπακτικά. Και – τό ’χω παρατηρήσει – έτσι συμπεριφέρονται, σαν αρπακτικά, και σε άλλα ζωτικά και κρίσιμα πεδία...
Η μεταξωτή συμπεριφορά δεν παραπέμπει απαραιτήτως – η κυρίως – στο σαβουάρ βίβρ και στους «καλούς τρόπους» εν γένει. Τέμνεται σε κάποιες περιπτώσεις, αλλά δεν αποτελεί αποτύπωμα διδαχθείσης μεθόδου για το φέρεσθαι. Εδώ, το «μετάξι» είναι αυτοφυές ή προϊόν δουλεμένου χαρακτήρα. Είναι ο τρόπος που ο άλλος βλέπει τους συνανθρώπους του. Είναι η θέαση του κόσμου χωρίς τα εγωιστικά γυαλιά του προσωπικού ωφελιμισμού. Είναι, ευρύτερα, η υποταγή του ατομικού συμφέροντος στη συλλογικότητα, χωρίς βέβαια η «μεταξωτή συμπεριφορά» να φτάνει σε σημείο υπονόμευσης προσωπικών δικαιωμάτων και δικαίων. Κανένας δεν έχει δικαίωμα να αδικεί τον εαυτό του... Όμως, προσέξτε μια λεπτή απόχρωση: ποτέ ένας «μεταξωτός άνθρωπος» δεν νιώθει κορόιδο, όταν άλλοι τον προσπερνούν – στη σειρά μιας καντίνας η στην ιεραρχία – χρησιμοποιώντας αθέμιτα μέσα και μεθόδους. Το «άφες αυτοίς» είναι ριζωμένο μέσα του. Αποτελεί μέρος του αξιακού του κώδικα. Ξέρει τι γίνεται στην «αγορά». Αλλά συνειδητά δεν συμμετέχει στο εξοντωτικό αυτό παιχνίδι. Απέχει χωρίς να κλαυθμηρίζει. Γιατί, εκτός από μετάξι, τέτοιοι άνθρωποι διαθέτουν και ένα σκληρό κοίτασμα, που τους επιτρέπει να είναι ταυτόχρονα στωικοί και γρανιτένιοι.
Ένας από αυτούς έγινε φίλος μου – και το κατάλαβα από την πρώτη στιγμή ότι θα συμβεί αυτό. Πρώτη μέρα στη μονάδα γύρισε από τη σκοπιά και μπήκε στη σειρά για φαγητό. Ήταν τρίτος από το τέλος. Τότε ακούστηκε ο μάγειρας να λέει ότι έμειναν μονάχα δύο μερίδες. Ο Κωστής πλησίαζε, ήταν ένας από τους δύο τυχερούς. Αλλά μόλις άκουσε τον μάγειρα, έφυγε αθόρυβα παραχωρώντας τη θέση του στον επόμενο. Έτσι. Αθόρυβα, αυτοθυσιαστικά, γενναιόδωρα, χωρίς να το κάνει θέμα...
Οι «μεταξωτοί άνθρωποι», λοιπόν. Που μιλούν ελάχιστα για τον εαυτό τους. Που χαίρονται με τις επιτυχίες των άλλων. Που δεν σπεύδουν χαιρέκακα να «κάνουν πλάκα», δήθεν χαριεντιζόμενοι, με εξωτερικά γνωρίσματα που πονάνε τους άλλους... Εκείνοι, που δεν σπερμολογούν διακινώντας φήμες. Εκείνοι που υπερασπίζονται σθεναρά κάποιον απόντα όταν λοιδορείται σε μια παρέα, χωρίς να είναι φίλος τους, αλλά επειδή νιώθουν ότι αδικείται... Οι μεταξωτοί άνθρωποι. Όσοι προσέχουν τι λες, και δεν είναι ωσεί παρόντες στην κουβέντα, με το μυαλό τους στο τι θα πουν οι ίδιοι για να εντυπωσιάσουν. Άνθρωποι με ανοιχτούς πόρους και πλατιά καρδιά... Υπεράνθρωποι; Όχι. Απλώς, μεταξωτοί... Φαίνονται από μακριά. Αρκεί να προσέξεις «μικρές», «ασήμαντες» κινήσεις στο φέρεσθαι των ανθρώπων…
https://trelogiannis.blogspot.com/2025/05/blog-post_392.html

6 Μαρτίου 2025

ΟΤΑΝ ΣΤΑ 35 ΗΣΟΥΝ ΣΤΗΝ "ΔΕΥΤΕΡΗ ΝΕΟΤΗΤΑ" ΚΑΙ ΣΤΑ 40 "ΓΕΡΩΝ"!

ΟΤΑΝ ΣΤΑ 35 ΗΣΟΥΝ ΣΤΗΝ "ΔΕΥΤΕΡΗ ΝΕΟΤΗΤΑ" ΚΑΙ ΣΤΑ 40 "ΓΕΡΩΝ"!
Μερικές φορές σερφάροντας στο ιντερνέτ βρίσκεις μερικά κείμενα πραγματικά διαμαντάκια.
Ένα από αυτά είναι το  "Μια φορά και έναν καιρό" Του ΝΙΚΟΥ ΑΜΜΑΝΙΤΗ ο οποίος διαθέτει μια πραγματικά γνήσια σατιρική  πένα. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο ΠΑΡΟΝ της 21-1-2007 

Το παραθέτω ολόκληρο για να το απολαύσετε.
Τη νύχτα της 17ης Μαΐου του σωτηρίου έτους 1908, ο κύριος Αλέξανδρος Παπαρδελόπουλος του Γεωργίου, ετών 26, επάγγελμα έμπορος, αισθάνθηκε κάτι απροσδιόριστα φουντώματα που τον αφύπνισαν και τα οποία απέδωσε στην ποσότητα της παλαμίδας που έφαγε το βράδυ. Επειδή όμως η ώρα παρήρχετο, όχι όμως και το φούντωμα, αντί ν' αρχίσει να μετρά προβατάκια, όπως συνήθιζε σε παρόμοιες περιστάσεις για να ξανακοιμηθεί, επροτίμησε να επιδοθεί σε διαγνώσεις για τα πιθανά αίτια της αδιαθεσίας του, μη αποκλειομένων των παθολογικών. Εν πρώτοις άρχισε να ανατρέχει στο ιστορικό του θανάτου των γονέων του, μήπως ανακαλύψει κάποια κληρονομική προδιάθεση.
Δυστυχώς, η προσφιλής του μητέρα δεν απέθανε λόγω γήρατος, αλλά αρκετά νέα, από επιλόχιο πυρετό κατά την ενάτη γέννα της, ως γνωστόν δε «οι επιλόχιοι πυρετοί» δεν κληρονομούνται από τους άρρενας απογόνους. Αντιθέτως ο πατέρας του απεβίωσεν από τροχαίο. Γέρος άνθρωπος, στα σαράντα του, χούφταλο δηλαδή, εβάδιζε αφηρημένος στην οδό Πινακωτών*, κι ένα λαντώ** που ερχόταν με φρηνήρη καλπασμό τον παρέσυρε και Θεός σχωρέσ' τον.
Έγραψαν τότε οι εφημερίδες «Ακρόπολις» του Βλ. Γαβριηλίδη και «Χρόνος» του Ι. Διάκου: «Άμαξα από ρυτήρος*** ελαύνουσα παρέσυρε τεσσαρακοντούτη γέροντα. Ο ατυχής γέρων, μεταφερόμενος εις το νοσοκομείον, εξέπνευσεν…» Άρα, ούτε εδώ υπήρχε θέμα κληρονομικότητος. Υπήρχε κι ένας θείος του, ο Βενιαμίν της οικογενείας της μάνας του, συνομήλικός του περίπου, χρυσό παλικάρι.
Αυτόν τον πυροβόλησαν για «λόγους τιμής». Το αστυνομικόν δελτίον ήταν σαφές: -»περιφερόμενος ασκόπως έξωθι οικίας δυνάστου πατρός, όστις υπέθεσεν ότι «έκαμε εργολαβίας» μετά της θυγατρός του, τον επυροβόλησε και τον άφησεν άπνου…» Με την ανάμνηση αυτού του γεγονότος ο κ. Αλέξανδρος ανεφώνησε: «Εύρηκα» με τον ίδιο τρόπο που ανεφώνησε το «Εύρηκα» και ο Αρχιμήδης στο μπάνιο του, με μόνη διαφορά ανάμεσά τους ότι το σπίτι του κ. Αλέξανδρου δεν είχε μπάνιο εκ κατασκευής. Οι «λόγοι τιμής του δυνάστου πατρός» έδωσαν τη λύση στο πρόβλημα του φουντώματος, του φουσκώματος και των άλλων κατά καιρούς φουσκωμάτων του άγρυπνου Αλέκου: Ήταν ερωτευμένος με μία θεσπέσια νεάνιδα την οποίαν έβλεπε καθημερινώς στον ύπνο του και σπανίως στον ξύπνιο του, όταν δε τη συναντούσε καθ' οδόν εκείνη κατέβαλε το βλέμμα (το μισό) διότι η μητέρα της την είχε συμβουλεύσει να κοιτάζει στη γη όταν συναντιέται με άνδρες. Ενίοτε συμπλήρωνε: «Δεν ξέρεις τι σου είναι αυτοί!» Έτσι ο κύριος Αλέξανδρος πήρε τη μεγάλη απόφαση: Θα την ενυμφεύετο! Επειδή κατά τα άλλα ήταν σοβαρός άνθρωπος, επήγε αξημέρωτα εις τον εν Αθήναις «εκδοτικόν οίκον Γεωργίου Φέξη» και αγόρασε «επιστολάριον περιέχον υποδείγματα επιστολών» δηλαδή οδηγό αλληλογραφίας, διότι την πρότασι γάμου θα την έκανε γραπτώς προς τον πατέρα της, με τη σκέψη πώς η καλλιέπεια της επιστολής θα τον διέθετε ευμενώς απέναντί του, διότι αν μουλάρωνε ο γέρος σαν χταπόδι να χτυπιότανε την κλωτσιά θα την έτρωγε. Φυσικά της κοπέλας δεν της έπεφτε λόγος. Πήρε τον κονδυλοφόρο, βούτηξε την πένα «Χ» στο μελάνι «Μενούνου» κι άρχισε να αντιγράφει από το υπόδειγμα που είχε τίτλο: «Εραστής προς πατέρα εξομολογούμενος το προς τη θυγατέρα του πάθος»:
 
«Κύριε, απαξιών να μετέλθω μέσα ανάξια εμού τε και της οικογενείας μου και συνάψω μυστικάς σχέσεις αναρμόστους εις έντιμον άνδρα, λαμβάνω το θάρρος να σας εξομολογηθώ φανερώς το προς τη θυγατέραν σας αίσθημά μου και σας υποβάλω ταπεινώς τας περί γάμου προτάσεις μου, ευελπιστώ δε ότι δεν θέλετε κρίνει ανάξια υμών την οικογένειάν μου και την κοινωνικήν θέσιν μου». Καταλήγει δε το γράμμα του με την εξής δήλωση νομιμοφροσύνης: 
«ότι ουδαμώς επεζήτησα να προσελκύσω τας συμπαθείας φοβούμενος μήπως τούτο προσκρούει εις την πατρικήν θέλησιν. Διατελώ κύριε, ταπεινός υμών θεράπων…»
Μόλις έλαβε την επιστολή ο πατέρας, πλήρης οργής, έριξε ένα «μπερτάκι» σε μάνα και κόρη για όσα βυσσοδομούν πίσω από τη ράχη του, κι αφού τις πέρασε από ανάκριση για το πώς, το πού, και πότε, πήρε την πένα κι απάντησε:
«Κύριε, ουδόλως αμφιβάλλω περί της αληθείας των λεγομένων σας ως προς υμάς, τον χαρακτήρα και τους συγγενείς σας επειδή όμως φρονώ ότι η ηλικία της θυγατρός μου δεν επιτρέπει εις αυτήν ν' αναλάβη τοσούτω σοβαράς υποχρεώσεις, αδυνατώ να ικανοποιήσω το αίσθημά σας. Όλως υμέτερος…»
Όλα συνέβησαν όπως είχαν διατυπωθεί στις σελίδες 63 και 65 του «επιστολαρίου» των εκδόσεων Γεωργίου Φέξη.
 
Όμως, εκατό χρόνια αργότερα, το 2007 ο δισέγγονος του Αλέξανδρου, ξενυχτώντας κι αυτός σ' ένα… μπαράκι, συνάντησε μίνι- φορούσα «τρισέγγονη».
Της είπε λακωνικά: 
- Είσαι;
Κι εκείνη απήντησε λακωνικότερα: 
- Πάμε…
Μπορεί να μας προκαλεί σήμερα θυμηδία η αναφορά στις εφημερίδες στις αρχές του προηγούμενου αιώνα για γέροντα 40 ετών γιατί οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν ότι ή μέση διάρκεια ζωής των Ελλήνων τον 19ο αιώνα ανέρχονταν στα 36 έτη!
Το 1960 όμως είχε ανέλθει στα 68 χρόνια και το 2010  στα 80.
Αντίστοιχα λοιπόν και με την εποχή που ζουν οι άνθρωποι αισθάνονται νέοι ή γέροι.
Το 1943, ένα χρόνο πριν να πεθάνει, ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης έγραφε σε ηλικία 55 ετών για τον Καραγάτση που ήταν τότε 35:
αυτός, τώρα, στη δεύτερη νεότητα ….. και εγώ από την άλλη τη μεριά, στη δύση μου ή στην τετάρτη μου νεότητα, αν θέλετε!
Αντίστοιχα επίσης τότε  οι εγκυμοσύνες στην ηλικία των 35-40 χρόνων αποτελούσαν το 2,5% όλων των κυήσεων, ενώ σήμερα αποτελούν πλέον το 10-20%. 
Έτσι ο παλιότερος χαρακτηρισμός των γυναικών που κάνουν το πρώτο τους παιδί σε ηλικία μεγαλύτερη των 30 ετών ως παρήλιξ πρωτοτόκος και όσων είναι άνω των 35 ως υπερήλιξ πρωτοτόκος, μάλλον ακούγεται σήμερα λίγο αστείος.
Προφανώς δε όλες αυτές οι σημερινές γυναίκες δεν συμφωνούν με τον Βίκτωρα Ουγκώ που είχε πει: Τα σαράντα είναι τα γηρατειά της νεότητας και  τα πενήντα η νεότητα των γηρατειών, αλλά συμφωνούν με τον Αριόστο ότι οι άνδρες είναι τόσο γέροντες, όσο αισθάνονται, οι δε γυναίκες όσο φαίνονται !
Αγλαές παράδειγμα οι παρακάτω κυρίες που το αποδεικνύουν σε πρόσφατες μάλιστα φωτογραφίες τους !
Τελικά όμως μια πικρόχολη  βέβαια  αλήθεια, είναι του Maurice Chevalier που είχε πει :
Τα γηρατειά δεν είναι και τόσο άσχημα αν σκεφτείς τις εναλλακτικές λύσεις που έχεις!
*οδός Πινακωτών ήταν η Χαριλάου Τρικούπη
**κλειστή άμαξα παλιάς εποχής, για τέσσερα άτομα, την οποία έσερναν δύο  άλογα.
***χωρίς χαλινάρια

14 Ιανουαρίου 2025

Νεολαία – SOS: Ανήλικοι αποδρούν με το αλκοόλ από τον διαταραγμένο κόσμο που τους ετοιμάσαμε-Ελευθέριος Ανδρώνης

Ελευθέριος Ανδρώνης: Νεολαία – SOS: Ανήλικοι αποδρούν με το αλκοόλ από τον διαταραγμένο κόσμο που τους ετοιμάσαμε


Νέα παιδιά επιλέγουν να «πνίγουν» τα αδιέξοδά τους στο αλκοόλ και κανείς δεν ενδιαφέρεται να αντιμετωπίσει το πρόβλημα στη ρίζα του
 

Πόσο στενάχωρο είναι αυτό το σημείο των καιρών μας! Στις άγιες μέρες των Χριστουγέννων και στο κατώφλι του νέου χρόνου, αντί να καμαρώνουμε για μια νεολαία με όνειρα για ζωή, έχουμε χιλιάδες ανήλικους να τρεκλίζουν από το αλκοόλ στα κέντρα διασκέδασης.

Μάστιγα γίνεται η χρήση αλκοόλ από ανήλικους, που έρχεται σε συνάφεια με την εκτίναξη της χρήσης ψυχοφαρμάκων και την καταφυγή σε ψυχολόγους και ψυχιάτρους.

Παιδιά με τσακισμένο ηθικό που υποδέχτηκαν το νέο έτος με μια άρνηση της πραγματικότητας, με μια αποδοκιμασία του κόσμου που τους ετοιμάσαμε, με μια κραυγή βοήθειας για τα αδιέξοδα που τους φέραμε, με μια ανάγκη απόδρασης από την πνευματική φυλακή που τα καταδικάσαμε.

Ατελείωτα τα περιστατικά μέθης ανηλίκων στις γιορτές που περάσανε. Παιδιά 13 – 14 χρονών δηλητηριάζονται με τα ποτά και φτάνουν ακόμα και να διασωληνωθούν σε ημικωματώδη κατάσταση με τη ζωή τους να κινδυνεύει. Ο βωμός της ασφάλτου θερίζει δεκάδες ζωές μεθυσμένων παιδιών που πατούν γκάζι ολοταχώς για τον τάφο. Πιο εύκολα βρίσκουν οι Αρχές τους ανεύθυνους γονείς για να τους συλλάβουν, παρά εκείνα τα ταλαίπωρα παιδιά που ενδόμυχα παρακαλούν για λίγη σημασία και δεν την βρίσκουν.

Δεν αποτελεί έκπληξη αυτό που συμβαίνει, αλλά νομοτελειακό πλήρωμα των εγκλημάτων μας. Το κράτος φόρτωσε στους ώμους των παιδιών όλα τα βάρη του διεστραμμένου μας κόσμου, και τώρα απορεί δήθεν γιατί «κλατάρουν».

Από το δημοτικό το παιδί εκπαιδεύεται να «δείχνεται», πρέπει να «αρέσει», πρέπει να κάνει τη «διαφορά», πρέπει να εξερευνήσει νοσηρούς «προσανατολισμούς», πρέπει να επιδιώκει σε βαθμό υστερίας τα υλικά «θέλω» του, πρέπει να μετράει το μπόι του σε «likes» και «views», πρέπει να ανακαλύπτει λόγους για να διαχωρίζεται από τους υπόλοιπους και ποτέ να ενώνεται. Πρέπει να μάθει στο πρόχειρο, το γρήγορο, το έτοιμο, το ακούραστο, το εφήμερο, το ρηχό, το απροβλημάτιστο, το απατηλό.

Το παιδί τρέχει ασταμάτητα πίσω από τον πλασματικό κόσμο του διαδικτύου και ποτέ δεν τον φτάνει. Πασχίζει να ικανοποιήσει τα φευγαλέα βλέμματα του κόσμου και δεν βρίσκει γαλήνη στο ένα και μοναδικό βλέμμα που ακτινοβολά αιωνιότητα, το βλέμμα του Θεού. Και χωρίς Θεό, τίποτα δεν ευαρεστεί την ψυχούλα του. Τίποτα δεν γεμίζει τα ψυχικά κενά, που γίνονται όλο και μεγαλύτερα, όλο και πιο επίπονα.

Και αφού βάλθηκαν οι άρχοντες να πονηρέψουν πρόωρα τα παιδιά με τις ενήλικες ακαθαρσίες, εμφανίζουν τώρα και την ίδια αλλεργία για τη ζωή που έχουν οι «μεγάλοι». Και την καταπολεμούν με τους ίδιους αδιέξοδους εθισμούς. Καταφεύγοντας σε αλκοόλ, σε ουσίες, σε βία και σε οποιοδήποτε άλλο ναρκωτικό που τους προσφέρει ψεύτικη δύναμη και διαφυγή από την κενή πραγματικότητα.

Θα πει κανείς, είναι πρωτόγνωρο τα παιδιά να κάνουν εφηβική «επανάσταση» με το αλκοόλ; Όχι, αλλά ποτέ ξανά δεν την έκαναν σε τόσο αποξενωμένη και εχθρική κοινωνία. Ποτέ ξανά δεν ήταν τόσο πολλές οι αδιάφορες οικογένειες, ποτέ ξανά το κράτος δεν είχε τόσο ενεργό ρόλο υπονομευτή, ποτέ ξανά οι πειρασμοί δεν ήταν τόσο ισχυροί, τόσο άμεσοι και τόσο προσβάσιμοι, ποτέ ξανά δεν κυριαρχούσαν τόσο φαύλα πρότυπα. Και ποτέ ξανά δεν είχε φορέσει το κακό τη μάσκα του καλού, όσο στην εποχή μας.

Διαλυμένες οικογένειες, αμεριμνησία και απάθεια από γονιούς, κατεδαφισμένο βιοτικό επίπεδο, ακρίβεια, πενιχροί μισθοί, πολλές ώρες εργασίας, κοινωνική απομόνωση και έλλειψη πίστης στον Θεό, όλα αυτά συνθέτουν ένα τοξικό περιβάλλον για πολλά παιδιά που στρέφονται στην «παρηγοριά» του οινοπνεύματος και κάθε κατάχρησης που θα τους πλανέψει για λίγο, μακριά από το βάσανο που βιώνουν.

Η κυβέρνηση – γράφουν – θα αυστηροποιήσει το νομοθετικό πλαίσιο απαγόρευσης του αλκοόλ σε ανήλικους και καπνίσματος σε δημόσιους χώρους; Και τι θα πετύχουν με αυτό; Απολύτως τίποτα. Απλά η κατανάλωση αλκοόλ και οι άλλες καταχρήσεις, θα γίνονται στα κρυφά και στα αθέατα (αν υποθέσουμε ότι θα εφαρμοστεί αυστηρά ο νόμος). Είναι σαν να προσπαθείς να θεραπεύσεις έναν καρκίνο με ένα απλό σιροπάκι για να μην ακούγεται ο βήχας του άρρωστου πνεύμονα. Καμία βούληση για να καταπολεμηθεί ο εκφυλισμός της νεολαίας στη ρίζα του.

Έχουμε φτάσει να θεωρείται γενναία μεταρρύθμιση το να γίνουν τα αυτονόητα, δηλαδή να απαγορεύεται η πώληση αλκοόλ και προϊόντων νικοτίνης σε ανήλικους. Ούτως ή άλλως ήταν απαγορευμένα αυτά. Το θέμα είναι ότι δεν εφαρμόζονται οι νόμοι. Μια ετοιμοθάνατη κοινωνία γεμίζει νόμους απαγόρευσης που ούτε αναστρέφουν το μοιραίο, αλλά ούτε καν εφαρμόζονται. Και όταν εφαρμόζονται στο ακέραιο, είναι για να εξυπηρετηθούν άλλα βρώμικα συμφέροντα, όπως είδαμε και στον καιρό της πανδημίας.

Τελικά φαίνεται ότι μετατρεπόμαστε σε έναν λαό μεθυσμένο, που πνίγει την εθνική του κατάθλιψη σε ψυχοτρόπες ουσίες, αφού δεν βρίσκει την ουσία της ψυχής…

πηγή