ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ !
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιογραφίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιογραφίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

28 Απριλίου 2012

Τάκης Καρναβάς !

  

ΔΗΜΗΤΡΗΣ (ΤΑΚΗΣ) ΚΑΡΝΑΒΑΣ, γεννήθηκε στις 03-04-1936 στην Κανδήλα της επαρχίας Ξηρομέρου του νομού Αιτωλοακαρνανίας.
Ήταν το πρώτο από τα 4 παιδιά του του Γιώργου και της Βασιλικής το γένος Καπότη από τον Πέρσεβο, τα άλλα τρία ήταν η Σταυρούλα η Ιουλία και η Ειρήνη.
Στην παιδική του ηλικία, έζησε φτωχικά όπως η πλειονότητα των παιδιών εκείνης της εποχής (πόλεμος-εμφύλιος κ.τ.λ). Ασχολήθηκε με αγροτικές δουλειές κυρίως καπνός.
Σε ηλικία 16 χρονών, ξεκίνησε το τραγούδι με μια κομπανία από το χωριό ακολουθώντας τον πατέρα του ο οποίος έπαιζε λαούτο παρέα με τον Κωνσταντίνο Ζώτο ( πατέρας του ΧΡΗΣΤΟΥ ΖΩΤΟΥ, σημερινού δασκάλου λαούτου που έχει διδάξει στα Τ.Ε.Ι. Ιωαννίνων και Άρτας ) σε διάφορα πανηγύρια και γάμους της περιοχής. 

Η καλλιτεχνική του δραστηριότητα σιγά-σιγά επεκτάθηκε σε Λευκάδα-Πρέβεζα-Άρτα. Είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον διαφόρων οργανοπαιχτών φτασμένων την εποχή εκείνη. Χαρακτηριστικά αναφέρω τον Τουρκοβασίλη από την περιοχή της Πρέβεζας (κλαρίνο) και του Σούκα από την περιοχή της Άρτας (κλαρίνο), οι οποίοι τον προώθησαν στις συγκεκριμένες περιοχές.
Εκείνη την εποχή στην Κανδήλα ζούσε και ο Βασίλης Σαλέας (θείος του γνωστού Βασίλη Σαλέα) όπου μαζί έφτιαξαν ένα δυνατό ντουέτο.
Όλα αυτά λαμβάνουν χώρα έως τα μέσα του 1950. 


Το 1954 κλέφτηκε και παντρεύτηκε την Αγγέλλω Κοντογιώργη το γένος Αθανασίου με καταγωγή από το Νυδρί Λευκάδος και Κανδήλα Ξηρομέρου (για την ακρίβεια τον έκλεψε η Αγγέλλω).
Ο γάμος τους έγινε μυστικά όπως ήταν φυσικό,στο ξωκλήσι του Άι Νικόλα λίγο έξω από την Άνω Κανδήλα, κουμπάρος ήταν ο κύριος Σακουφάκης.
Ο Τάκης Καρναβάς απέκτησε με την Αγγέλλω τρία παιδιά, τον Παρασκεύα την Πολυξένη και τον Γιάννη.
Το 1961 τον καλεί στην Αθήνα ο Βασίλης Σούκας, ο οποίος τον γνωρίζει σε διάφορες δισκογραφικές εταιρείες της εποχής.
Έτσι αρχίζει πλέον η μεγάλη καλλιτεχνική του απογείωση.
Συνεργάστηκε με τις εταιρίες ΜΙΝΟΣ-ΚΟΛΟΥΜΠΙΑ-ΜΙΟΥΖΙΚ ΜΠΟΞ.
Συνολικά στην καριέρα του ηχογράφησε περίπου 45 δίσκους (20 δίσκοι 45 στροφών και 25 δίσκοι 33 στροφών ).

Η καλλιτεχνική φήμη του ΤΑΚΗ ΚΑΡΝΑΒΑ ξεπέρασε όπως ήταν φυσικό τα Ελληνικά σύνορα.
Έτσι, στα τέλη της δεκαετίας του 60, ο Καρναβάς οργανώνει με τεράστια επιτυχία την πρώτη του περιοδεία στο εξωτερικό και συγκεκριμένα σε Γερμανία και Βέλγιο. Αυτό ήταν μόνο η αρχή, οι προτάσεις για εμφανίσεις και πέρα του Ατλαντικού, έπεφταν βροχή.
Οι ξηρομερήτες της Αμερικής, οι Ναυπάκτιοι του Καναδά, οι Μεσολογγίτες της Αυστραλίας και γενικά οι μετανάστες ανά τον κόσμο, Ατολωακαρνάνες και μη αναγνωρίζοντας στο πρόσωπο και στην φωνή του την αλησμόνητη πατρίδα, [τον πατέρα, την μάνα, τον αδερφό ακόμη και το χωριό τους που έχουν αφήσει πίσω].
Του ζητούσαν να εμφανιστεί στις περιοχές τους στις οποίες το Ελληνικό στοιχείο άκμαζε αλλά και συγχρόνος διψούσε για δημοτικά ακούσματα.
Στην Αθήνα εμφανιζόταν στα μαγαζιά βοσκοπούλα-Ελληνικό γλέντι-Κότζακ. Ελληνική λεβεντιά-Έλατος-Πετροκότσυφας και συνεργάστηκε με ΒΑΓΓΕΛΗ ΚΟΚΚΩΝΗ (γνωστός και ως κόκκινος) με τον ΒΑΣΙΛΗ ΣΟΥΚΑ, ΒΑΣΙΛΗ ΣΑΛΕΑ, ΜΑΚΗ ΒΑΣΙΛΙΑΔΗ και ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟ.
Η τελευταία δημόσια εμφάνιση του Μπάρμπα Τάκη ήταν το 1995 στην εμποροπανήγυρη του Αιγίου, εκεί θα κλονιστεί για πρώτη φορά και δυστυχώς σοβαρά η υγεία του, από εγκεφαλικό επεισόδιο που παθαίνει κατά την διάρκεια της ανάπαυσης στο ξενοδοχείο, μετά από μία κουραστική βραδιά.
Αποσύρετε από την ενεργό δράση και επιστρέφει στην γενέτηρά του φανερά καταβεβλημένος, όπου προσπαθεί να αποκαταστήσει την υγεία του.
Το Μάιο του 1999 για δεύτερη φορά στη ζωή του και δυστυχώς μοιραία όπως αποδείχτηκε εμφανίζεται ξανά επιπλοκή στην υγεία του, καρκίνος.


Έτσι στις 20 ΙΟΥΛΙΟΥ 1999 ο ΜΠΑΡΜΠΑ ΤΑΚΗΣ θα φύγει από κοντά μας, σε ηλικία 63 ετών.
Κηδεύεται στην γενέτηρά του Κανδήλα δημοσία δαπάνη, σαν ελάχιστο φόρο τιμής στον καλλιτέχνη που αφιέρωσε τη ζωή του στη μουσική παράδοση του τόπου μας, και έκανε το χωριό του υπερήφανο.
Στην Αρχαία Ελλάδα η υστεροφημία έπαιζε σημαντικό ρόλο στη ζωή των ανθρώπων. Αυτή καθόριζε το πως θα μνημονεύονται τα έργα και οι μέρες τους, από τους υπόλοιπους.
Πιστεύω ότι για τον Τάκη Καρναβά αυτό θα ήταν το τελευταίο που τον απασχολούσε πραγματικά, μιας και το έργο που άφησε πίσω του είναι αξιομνημόνευτο.
Δυστυχώς το μόνο που δεν μπορεί να καλυφθεί είναι το κενό του.
Ελπίζω να μην σας κούρασα με τα παραπάνω. Πιστεύω όμως ότι άξιζε τον κόπο να μάθουμε κάτι περισσότερο για την ζωή και το έργο του μπάρμπα Τάκη.

Ενα απο τα τραγούδια του:

"Θα βρω παπά αμαρτωλό
για να με μεταλάβει
εμένα που έχω κρίματα
για να με καταλάβει

να με ρωτήσει να του πω
να του ξεμολογήσω
πόσες φορές αγάπησα
και πόσες θα αγαπήσω

θέλω να βρω αμαρτωλό
παπά για να μου μοιάζει
να'χει μαράζι στην καρδιά
κι αγάπη να μοιράζει "

Γράφουν:
Νίκος Δρακόπουλος, Πελαγία Ανδρεοπούλου


1 Νοεμβρίου 2008

Νίκος Τσιφόρος......

«Η Πινακοθήκη των ηλιθίων» είναι του Ν. Τσιφόρου και πρωτοανέβηκε από το θίασο της Μαίρης Αρώνη και Δημήτρη Χορν, το 1945. Πρόκειται για μια κωμωδία σε τρεις πράξεις που «ξεκινάει από την απλή και χαρούμενη αρχή της πανανθρώπινης ηλιθιότητας και δημιουργεί μιαν εύθυμη ατμόσφαιρα, καλώντας τους πολιτισμένους να φιλοσοφήσουν μέσα από τα γελαστά λόγια της», όπως σημειώνει ο ίδιος ο συγγραφέας



το σενάριο:

...Σε μία δύσκολη οικονομικά εποχή, ο Αντρέας και η Αλίντα καλούνται από τη μοίρα τους να κάνουν ένα ταξίδι με προορισμό το άνοιγμα της διαθήκης του θείου τους Ιωσία Τέριγκτον, που ορίζει τον καθένα τους μοναδικό του κληρονόμο. ΟΙ δύο «κληρονόμοι» γνωρίζονται στο ταξίδι και ερωτεύονται ανυποψίαστοι για το παιχνίδι που τους παίζει ο υποτιθέμενος θείος, που δεν είναι άλλος από τον Ονειροπόλο Κύριο που έχει βαλθεί να αποδείξει ότι τα πάντα κινούνται από το συμφέρον και την ηλιθιότητα των ανθρώπων. Πράγμα που προς στιγμή φαίνεται να επιβεβαιώνεται, όταν οι δύο ερωτευμένοι γίνονται αντίπαλοι. Τελικά όμως, νικάει ο ερωτάς τους, παντρεύονται και καταφέρνουν να κρατήσουν ζωντανή την αγάπη τους ακόμα κι όταν αποκαλύπτεται πως δεν υπάρχουν χρήματα και πως όλα ήταν μια φάρσα του Ονειροπόλου Κυρίου, ο οποίος παραδέχεται την αποτυχία του πειράματός του...



O Νίκος Τσιφόρος ένας από τους πιο εξαίρετους δημοσιογράφους, θεατρικούς συγγραφείς, σεναριογράφους αλλά και σκηνοθέτες, γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1912. Δυο χρόνια αργότερα η οικογένεια εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Αφού πήρε το πτυχίο της Νομικής, εργάστηκε για δυο χρόνια στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στη συνέχεια παραιτήθηκε για να μπαρκάρει στα καράβια. Ως το 1939 άλλαζε συνέχεια επάγγελμα, αλλά συνέχιζε να γράφει δημοσιεύοντας κείμενά του σε διάφορα έντυπα. Η πρώτη μεγάλη του επιτυχία ήρθε το 1944 όταν ο θίασος του Δημήτρη Χορν και της Μαίρης Αρώνη αποφάσισε να ανεβάσει στο θέατρο Ακροπόλ το θεατρικό έργο του Τσιφόρου «Η πινακοθήκη των ηλιθίων». Τέσσερα χρόνια αργότερα, την περίοδο 1948-49 έκανε και την πρώτη του ταινία, η οποία προβλήθηκε με τον τίτλο «Τελευταία αποστολή», σε σενάριο και σκηνοθεσία δική του.

Τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με διάφορες εφημερίδες (Φιλελεύθερος, Βήμα, Ελεύθερος Κόσμος) και περιοδικά (Τραστ, Ρομάντσο, Ταχυδρόμος, Πάνθεον), ενώ έγραψε πάνω από 40 θεατρικά έργα και περισσότερα από 80 σενάρια. Κάποια αυτά τα έγραψε μόνος του και άλλα σε συνεργασία, κυρίως με τον Πολύβιο Βασιλειάδη (με τον οποίο δημιούργησαν ένα από τα πιο σημαντικά δίδυμα θεατρικών συγγραφέων).

TheGreekz.com

10 Οκτωβρίου 2008

Αγγελος Σικελιανός

Ο Αγγελος Σικελιανός γεννήθηκε στη Λευκάδα όπου πέρασε τα παιδικά και γυμνασιακά του χρόνια. Αποφοίτησε σε ηλικία 16 χρονών και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1901) χωρίς ποτέ να περατώσει τις σπουδές του. Στράφηκε για ένα διάστημα προς το θέατρο, ταξίδευε και έγραφε ποιήματα.

1907-1921.
Σταθμός στη ζωή του στάθηκε η γνωριμία του με την Eva Parlmer, νεαρή Αμερικανίδα που σπούδαζε στο Παρίσι Ελληνική αρχαιολογια και χορεογραφία, με την οποία παντρεύτηκε το 1907, στις ΗΠΑ. Εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα (1908) όπου ο Σικελιανός γνωρίστηκε με πολλούς πνευματικούς ανθρώπους. Tο 1909 δημοσίευσε την πρώτη του συλλογή ποιημάτων, τον "Αλαφροϊσκιωτο", που προκάλεσε γενικό ενδιαφέρον και απετέλεσε το φιλολογικό γεγονός της χρονιάς, και σταθμό στην ιστορία των νεοελληνικών γραμμάτων για τον έξοχο λυρισμό του, τον πλούτο της γλώσσας του, τη λαμπρότητα των εικόνων του και την υψηλή σύλληψη της ζωής. Αρχιζε έτσι η περίοδος της αναζήτησης. Tο 1910 συλλαμβάνει την ιδεα των Συνειδήσεων" και όταν γνωρίστηκαν με τον Νίκο Kαζαντζάκη ξεκίνησαν μαζί (1914-1915,1917) να πραγματοποιήσουν την περιήγηση της Ελλάδας "αναζητώντας τη συνείδηση της γης και της φυλής τους". Από το 1915 ως το 1917 δημοσίευσε τους τέσσερεις τόμους της συλλογής ποιημάτων πρόλογος στη ζωή: η συνείδηση της Γης μου" (1915), η Συνείδηση της Φυλής μου" (1915), η "Συνείδηση της γυναίκας" (1916), η "Συνείδηση της Πίστης" (1917).
Λιγο πιο ύστερα (1917-1920) γράφει τα πιο χαρακτηριστικά ίσως ποιήματά του, την ευρύτερη σύνθεση "Tο Πάσχα των Ελλήνων", και το "Μήτηρ Θεού".
Συνεργάζεται με τα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής, περιηγείται την ελληνική ύπαιθρο, σχεδιάζει και εκτελεί ένα ταξίδι στους Αγίους τόπους, ένα προσκύνημα που πάντα το ονειρευόταν.

1922-1939.
Tην περίοδο αυτή ο Σικελιανός είναι ολόκληρος δοσμένος στην πραγματοποίηση της ιδέας που είχε συλλάβει από το 1910 και που, με τα μεγάλα εθνικά και διεθνή γεγονότα και τις επιπτώσεις τους για τον άνθρωπο, είχε ωριμάσει μέσα του: να δημιουργηθεί ένας παγκόσμιος πνευματικός πυρήνας που να ενώσει τους πνευματικούς ανθρώπους μέσα σε μια νέα πίστη ικανή να συνθέσει τις αντιθέσεις και να αδελφώσει τους λαούς, όπως αδελφώθηκαν στους Δελφούς "ο Διόνυσος με τον Απόλλωνα, το γόνιμο πάθος με το φωτεινό λόγο". Αυτή ήταν η Δελφική Ιδέα. Για την πραγματοποίηση της ιδέας αυτής ο Σικελιανός, με σύντροφο και βοηθό του την Εύα, δε λογάριασε καμιά θυσία. Tο πρακτικό αποτέλεσμα ήταν "ένα πλήθος άρθρα, μελέτες και διαλέξεις που έκαμε ο ποιητής σ΄ όλη την Ελλάδα, και οι δυο παραστάσεις του Προμηθέα Δεσμώτη και των Ικέτιδων του Αισχύλου, στα 1927 και στα 1930 μπροστά στο καταπληκτικό από θαυμασμό κοινό που είχε έρθει από όλα τα μέρη του κόσμου". Tο 1929 η Ακαδημία Αθηνών απένειμε στο ζεύγος Σικελιανού αργυρά μετάλλια "δια την γενναίαν προσπάθειαν προς ανασύστασιν των δελφικών αγώνων". Tο 1932 ο Σικελιανός έγραψε μέσα σε μια εβδομάδα τον "Διθύραμβο του Ρόδου", την πρωτη από τις τραγωδίες του. Tο 1934 δημοσίευσε το πρώτο απόσπασμα απο τον "Πρόλογο στο Λυρικό Βίο", το 1935 έγραψε τα ποιήματα "Ιερά Οδός" και ""του Οσίου Λουκά το Μοναστήρι", το 1939 τα ποιήματα "Μελέτη Θανάτου" και "Στυγός Ορκος", και συνέχισε το γράψιμο της τραγωδίας του "Σίβυλλα". Tο τμήμα αυτό του έργου του αποτελεί συνέχεια αδιάσπαστη της πορείας του, αλλά και προμήνυμα νέων αναζητήσεων και νέων εξελίξεων.

1940-1951.
Η ιδεολογία του Σικελιανού μεταβάλλεται σε αμφίσημη πνευματική πράξη. Από το ένα μέρος, ο ποιητής οδηγούμενος από την προφητική διαίσθηση και φαντασία του αναζητάει τη μεταφυσική και την ποίηση ενός προλογικού και χθόνιου ουμανισμού που θα ξανατοποθετήσει τον άνθρωπο στην καρδιά του σύμπαντος, και από το άλλο μέρος, βαθύτατα συγκλονισμένος από τα γεγονότα της δεκαετίας αυτής, εντάσσεται "στο στρατόπεδο της ελευθερίας-δικαιοσύνης" και προσπαθεί εναγώνια να συμβιβάσει και να βρει τον ενιαίο ρυθμό του εθνικισμού, του σοσιαλισμού και του Ανατολισμού. Μαρτυρία της "μεταβολής που είχε συντελεστεί μέσα του" είναι τα ποιήματα και τα θεατρικά του έργα της περιόδου αυτής. Ορόσημο της περιόδου αποτελεί η τραγωδία ο "Χριστός στη Ρώμη" (1946). Tο 1946 ο Σικελιανός εξελέγη πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, και το 1949 ήταν υποψήφιος για το βραβείο Νόμπελ.

πηγή Greek Village

Πολύβιος Δημητρακόπουλος

Πολύβιος Δημητρακόπουλος (1864-1922). Ο Πολύβιος Δημητρακόπουλος γεννήθηκε στην Κυπαρισσία, όπου ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του και μετά από υπόδειξη του πατέρα του ξεκίνησε στρατιωτική καριέρα, υπηρετώντας τη θητεία του στη φρουρά του Ναυπλίου.

Παρέμεινε στρατιωτικός ως το 1892 και παραιτήθηκε για να αφοσιωθεί αποκλειστικά στη λογοτεχνική δραστηριότητά του, η οποία είχε ξεκινήσει ήδη κατά τη διάρκεια της παραμονής του ως στρατιώτη στο Ναύπλιο με μια κωμωδία και κράτησε ως το τέλος της ζωής του. Πέθανε στην Αθήνα. Ο Πολύβιος Δημητρακόπουλος υπήρξε πολυγραφότατος.


Το σύνολο του έργου του καλύπτει ποικίλα είδη του γραπτού λόγου (ποίηση, πεζογραφία, χρονογράφημα, ευθυμογράφημα, ιστορικές και φιλολογικές εργασίες, κοινωνιολογικές και ψυχολογικές μελέτες), ωστόσο γνωστός έγινε κυρίως με την θεατρική του παραγωγή (κωμωδίες, δράματα, τραγωδίες, επιθεωρήσεις, οπερέτες και μεταφράσεις). Ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, διετέλεσε και σύμβουλός της από το 1909 ως το 1916.


Ο Πολύβιος Δημητρακόπουλος εντάσσεται χρονικά στη λογοτεχνική γενιά του 1880, έδρασε ωστόσο στον αντίποδά της, υποστηρίζοντας ως τα τελευταία του έργα την καθαρεύουσα γλώσσα - με εξαίρεση τα διαλογικά μέρη των πεζογραφημάτων του, των κωμωδιών και των επιθεωρήσεών του, όπου έκανε χρήση του δημοτικιστικού και ιδιωματικού λόγου.


Το πεζογραφικό του έργο εντάσσεται στην αστική παράδοση των λαϊκών αισθηματικών μυθιστορημάτων, προορισμένων για ευρεία κατανάλωση και γράφτηκαν τα περισσότερα με καθαρά εμπορικούς στόχους. Στα θετικά στοιχεία του έργου του πρέπει να αναφερθούν η ιδιαίτερη γλωσσική, υφολογική και δομική επεξεργασία των καλύτερων έργων του (ανάμεσα στα οποία εντάσσονται Το μυστικόν του Βοσπόρου, Η ζωή του θανάτου, Η Ραλλού), καθώς επίσης το οξύτατο χιούμορ του συγγραφέα, στοιχεία που αξιοποίησε στις κωμωδίες και τις επιθεωρήσεις του, που τον κατέστησαν έναν από τους δημοφιλέστερους θεατρικούς συγγραφείς της εποχής του (αναφέρουμε εδώ ενδεικτικά τους τίτλους Κουλουβάχατα - σε συνεργασία με τον Γ.Πωπ, Εδώ κι εκεί - σε συνεργασία με τον Τσοκόπουλο, Έξω Φρενών - σε συνεργασία με τον Κ.Μακρίδη, Παναθήναια 1913-1921 - σε συνεργασία με τους Μπάμπη Άννινο και Τσοκόπουλο, Κινηματογράφος 1908 -1912, που έγιναν μεγάλες εισπρακτικές επιτυχίες και διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας της Αθηναϊκής Επιθεώρησης, που άκμασε κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας) .


(Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Θεόφιλος Καϊρης


Γεννήθηκε στην Άνδρο στις 19 Οκτωβρίου 1784 σε μία από τις αρχαιότερες και ευγενέστερες οικογένειες του νησιού. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Θωμάς και είχε τρεις μεγαλύτερους αδελφούς και τρεις αδελφές.
Τα πρώτα του μαθήματα ο Καΐρης τα έλαβε στην Άνδρο, αλλά πριν γίνει δέκα χρονών πήγε στις Κυδωνιές και διδάχθηκε φιλολογία και φιλοσοφία, μαθηματικά και φυσικές επιστήμες. Αργότερα πήγε στην Πάτμο, όπου φοίτησε στη σχολή του Δανιήλ Κεραμέα και στη Χίο για να ακούσει τις διδασκαλίες του Αθανασίου Παρίου και του Δωροθέου Πρωΐου. Δεκαοκτώ χρονών, το 1801, έγινε μοναχός και μετονομάστηκε Θεόφιλος.

Φοίτησε μέχρι το 1807 στο πανεπιστήμιο της Πίζας κυρίως φιλοσοφικές και φυσικομαθηματικές επιστήμες. Από την Πίζα πηγαίνει στο Παρίσι, όπου έμεινε μέχρι το 1810 μέσα στην πνευματική κίνηση που είχε ξεκινήσει με την Γαλλική επανάσταση.

Στο Παρίσι συνεχίζει με φιλοσοφικές μελέτες και συνδέεται στενά με τον Αδαμάντιο Κοραή. Δίδαξε στην Ευαγγελική σχολή της Σμύρνης για ένα έτος και στην περίφημη σχολή των Κυδωνιέων στην οποία ανέλαβε και την διεύθυνση.

Παράλληλα, αλληλογραφούσε με τους σοφούς της Δύσης για τα Ελληνικά θέματα και την επίλυση τους. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1819 και γνωρίζοντας την επικείμενη επανάσταση ύψωσε πρώτος τη σημαία της ελευθερίας στην Άνδρο στις 10 Μαΐου 1821 και για τον σκοπό αυτόν επισκέφθηκε κι άλλα νησιά. Η συμμετοχή του στον αγώνα ήταν πολύ σημαντική και πολύτροπη, ενώ έγινε και ένας από τους κυριότερους συνεργάτες για την σύνταξη του πολιτεύματος του Άστρους. Με ομόφωνη υπόδειξη ορίστηκε να χαιρετήσει δια λόγου τον Ι. Καποδίστρια, όταν έφτασε για να αναλάβει τη κυβέρνηση της Ελλάδος, τον Ιανουάριο του 1828.

Αρνείται την πρόσκληση του Ιωνά Κίγγ να πάει στην Αθήνα και να διδάξει στο κολέγιο που αυτός ίδρυσε με αμερικάνικα χρήματα, παρά το σημαντικό μέγεθος του υποσχόμενου μισθού και αντ’ αυτού συστήνει στην Άνδρο ένα σχολείο για τα ορφανά και τα τέκνα των πεσόντων κατά τον αγώνα. Ο Όθωνας, θέλοντας να τον τιμήσει, του απένειμε τον χρυσό Σταυρό του Σωτήρος, Αλλά ο Καΐρης, με χαρακτηριστική προς τον Όθωνα επιστολή, αρνήθηκε το παράσημο, όπως αρνήθηκε και τον διορισμό του, το 1837, σαν καθηγητής της φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο των Αθηνών. Λόγω των αρνήσεων αυτών, ο τότε φίλος και αργότερα αμείλικτος πολέμιος του Κωνσταντίνος Οικονόμος, σημείωσε ότι ο Καΐρης «εφαίνετο σφόδρα δημοκρατικός».

Η λειτουργία της Καϊρείου σχολής στην Άνδρο άρχισε στις 9 Φεβρουαρίου 1836 και κράτησε τρία χρόνια. Στο ορφανοτροφείο πήγαιναν άνδρες και γυναίκες, ορφανοί ή πλούσιοι κατά εκατοντάδες, από όλα τα μέρη της Ελλάδας, ενήλικες, λαϊκοί και κληρικοί.

Η σχολή περιελάμβανε τριετείς σπουδές και όλα τα μαθήματα, φιλολογία, φιλοσοφία, μεταφυσική, ηθική, ρητορική, ποιητική, ανώτερα μαθηματικά, πειραματική φυσική, αστρονομία κλπ, τα δίδασκε ο ίδιος ο Καΐρης, χωρίς άλλους βοηθούς εκτός των παλαιότερων μαθητών που προετοίμαζαν τους νεώτερους. Στην ανώτερη τάξη της σχολής, εκτός των άλλων δίδασκε θρησκειολογία, κατά την οποία ανέπτυσσε τις βάσεις κάθε θρησκείας, χωρίς να εκφέρει καμία κρίση γι αυτές. Αργότερα δημιουργήθηκαν φήμες ότι ο Καΐρης μυούσε τους μαθητές σε μία νέα θρησκεία, την οποία ονόμαζε «Θεοσέβεια», δια της οποίας ανέτρεπε τις παραδόσεις και τα δόγματα του χριστιανισμού.

Όλα αυτά διαδίδονταν με φήμες αλλά δεν είχαν εξακριβωθεί. Όμως, η ιερά σύνοδος ζήτησε ομολογία από τον Καΐρη και επειδή αυτός δεν ανταποκρίθηκε, στάλθηκε πολεμικό πλοίο υπό τον ναύαρχο Κανάρη, τον Οκτώβριο του 1839, για να τον μεταφέρει στην Αθήνα όπου τον καθαίρεσαν, σαν αρνητή της εκκλησίας του Χριστού και τον εξόρισαν σε μονή της Σκιάθου, όπου ο Καΐρης υπέστη ανήκουστες κακουχίες από τους καλόγερους εκεί.

Στο τέλος, κατάφερε να διαφύγει στο εξωτερικό, πήγε στο Παρίσι και στο Λονδίνο, όπου τον περίμενε εξαιρετική υποδοχή, όχι μόνο από τους γνωστούς του αλλά και από την Αγγλική κυβέρνηση και τιμάται σαν μάρτυρας. Διδάσκει στο Λονδίνο φιλοσοφικά μαθήματα με πλήθος ακροατών.

Το 1844 ψηφίζεται το Σύνταγμα της Ελλάδος, με το οποίο καθιερώνεται η ελευθερία της συνείδησης και ο Καΐρης επανέρχεται στην Ελλάδα. Με την πρόφαση όμως της επέκτασης του θεοσεβισμού, άρχισε νέα επίθεση εναντίον του, παραπέμπεται σε δίκη το 1852 και καταδικάζεται σε φυλάκιση δύο ετών. Εξαιτίας του γήρατος και των κακουχιών στην υγρή και βρωμερή, όπως αναφέρεται, φυλακή της Σύρου, πεθαίνει λίγες μέρες μετά, στις 9 Ιανουαρίου 1853 και θάβεται αμέσως στο Λαζαρέτο της Σύρου, χωρίς να επιτραπεί ούτε στον αδελφό του να αποχαιρετήσει τον νεκρό. Την επομένη της ταφής του, οι αρχές της Σύρου έσκαψαν τον τάφο, άνοιξαν τη κοιλιά του και την γέμισαν με ασβέστη για να λιώσει το σώμα και να μη μπορέσουν οι μαθητές του να τελέσουν τα απαγορευμένα γι’ αυτόν επικήδεια καθήκοντα.

Οι συγγενείς του, λίγες μέρες μετά, φέρνουν την απόφαση των πλημμελειοδικών της Σύρου στον Άρειο Πάγο, ο οποίος την ακυρώνει, δέκα μέρες μετά τον θάνατο του σοφού. Πενήντα χρόνια μετά, με κοινή δαπάνη των κατοίκων της Άνδρου, αναγείρεται μαρμάρινος ανδριάντας.

Έργα του που εκδόθηκαν είναι: «Γνωστική» (Αθήνα 1849), «Στοιχεία Φιλοσοφίας» (Αθήνα 1851), «Φιλοσοφικά και φιλολογικά» (Πάτρα 1875). Ανώνυμα, στο Λονδίνο, εκδόθηκε η «Θεοσοφία», σε δύο τεύχη, το ένα με τίτλο «Θεοσεβών προσευχές και ιερά άσματα» και το δεύτερο με τίτλο «Διαγωγή θεοσεβούς». Επίσης, «Σύντομη έκθεση των περί αθανασίας της ψυχής κυριοτέρων επιχειρημάτων», «Κοσμοσοφία ή το καθολικό αλληλέγγυο» (Βρυξέλλες1855). Πολλά έργα του σώζονται ανέκδοτα, ομιλίες και επιστολές.

Βιβλιογραφία Εγκυκλοπαίδεια Δρανδάκη (Δ.Π Πασχάλη, Θεόφιλος Καΐρης, ιστορική και φιλοσοφική μελέτη, Αθήνα 1928

Γιαννούλης Χαλεπάς

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς (1851-1938) από τον Πύργο της Τήνου υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους γλύπτες της νεότερης Ελλάδας. Είναι γεγονός ότι απασχόλησε πιο πολύ από οποιονδήποτε άλλον τη νεοελληνική έρευνα για την τραγική του μοίρα, και λιγότερο για το καλλιτεχνικό του έργο. Σπούδασε στην Αθήνα με το Λεωνίδα Δρόση και στο Μόναχο με καθηγητή τον Max Widmann, όπου και βραβεύτηκε δύο φορές, τη μία στο διαγωνισμό της Ακαδημίας και τη δεύτερη στην έκθεση του Μονάχου. Για ένα σύντομο χρονικό διάστημα εργάστηκε στην Αθήνα, όπου και δημιούργησε ορισμένα από τα ωραιότερα έργα γλυπτικής της νεότερης όχι μόνο ελληνικής, αλλά και ευρωπαϊκής τέχνης, όπως ήταν η περίφημη Κοιμωμένη στο μνημείο της οικογένειας Αφεντάκη, στο Α΄Νεκροταφείο της Αθήνας. Το 1878 (ήταν 27 χρονών) εκδηλώθηκαν τα πρώτα συμπτώματα της ψυχικής του ασθένειας και ύστερα από μάταιες προσπάθειες για θεραπεία οι δικοί του αναγκάσθηκαν το 1888 να τον κλείσουν στο ψυχιατρείο της Κέρκυρας, όπου και παρέμεινε ως «πάσχων από άνοιαν» επί 14 χρόνια, μέχρι το 1902. Στη συνέχεια έζησε στην Τήνο μόνος μαζί με τη μητέρα του μία ζωή μοναχική, γεμάτη δυσκολίες και στερήσεις. Τα έργα που δημιουργούσε από πηλό κατά το διάστημα αυτό είτε τα κατέστρεφε ο ίδιος, είτε τα κατέστρεφαν άλλοι. Μόνο μετά το θάνατο της μητέρας του, το 1916 και ειδικότερα από το 1918, που ήταν πλέον 67 ετών, η παραγωγή των έργων του αυξήθηκε και αυτά άρχισαν να διατηρούνται. Εν τω μεταξύ ο ημερήσιος τύπος άρχισε να εκδηλώνει μεγάλο ενδιαφέρον γι αυτόν τον γλύπτη που φαινόταν σαν να αναστήθηκε καλλιτεχνικά Έτσι, το 1925 έγινε η πρώτη έκθεση γλυπτών του στην Αθήνα, το 1927 η Ακαδημία του απένειμε το Αριστείον των Τεχνών και το 1928 έγινε η δεύτερη έκθεση με έργα του. Το 1930 η ανηψιά του Ειρήνη τον έφερε στην Αθήνα, όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του σε ζεστό οικογενειακό περιβάλλον, δημιουργώντας έργα με άνεση και έχοντας κερδίσει τη γενική αναγνώριση.

Η δημιουργία του Γιαννούλη Χαλεπά με βάση κυρίως τα γεγονότα της ζωής του χωρίζεται σε τρεις περιόδους, την πρώτη της μαθητείας του και των νεανικών χρόνων, τη δεύτερη που καλύπτει τα χρόνια της παραμονής του στην Τήνο, μετά την επάνοδο από το ψυχιατρείο και την τρίτη, που περιλαμβάνει τα χρόνια της δημιουργίας του στην Αθήνα, μέχρι τον θάνατό του. Τα κύρια χαρακτηριστικά της είναι η απόλυτη κατάκτηση των τύπων της αρχαίας ελληνικής γλυπτικής καθώς και του ευρωπαϊκού ακαδημαϊσμού του τέλους του 19ου αιώνα, η άψογη τεχνική και η εξαιρετική δεξιοτεχνία στην επεξεργασία του μαρμάρου. Στόχος πάντοτε ήταν η απόδοση του ουσιαστικού χαρακτήρα και της εσωτερικής αλήθειας, μέσα από τη γλυπτική φόρμα. Είναι πολύ ενδιαφέρον, τέλος, ότι στα έργα της δεύτερης και κυρίως τρίτης περιόδου ο καλλιτέχνης αλλάζει και εμφανίζεται εντελώς ανανεωμένος. Η απλοποίηση και κάποια σχηματοποίηση των μορφών του, φανερώνουν ότι, χωρίς να το γνωρίζει, πλησίασε τους εκφραστικούς τρόπους του Μοντερνισμού των αρχών του 20ού αιώνα.


Ο Χρήστος Σαμουηλίδης, ένας συγγραφέας που έχει βραβευτεί επανειλημμένα για το λογοτεχνικό του έργο, αλλά παράλληλα επιστήμονας που ασχολήθηκε συστηματικά και επί χρόνια με την έρευνα και τη συγκέντρωση λαογραφικού και ιστορικού υλικού, χειρίσθηκε με σοβαρότητα, με επιστημονική συνείδηση και με λογοτεχνική γλαφυρότητα τις πληροφορίες που αφορούσαν στη ζωή και στο έργο του τραγικού Έλληνα γλύπτη. Για τη συγγραφή του βιβλίου του (636 σελίδες και 9 πίνακες) συμβουλεύτηκε όλες τις επιστημονικές μελέτες που αναφέρονται στο έργο του Χαλεπά, ακόμη και τις πιο τελευταίες, ενώ ατέλειωτες ώρες αφιέρωσε στη συγκέντρωση υλικού από τις εφημερίδες της εποχής, τις οποίες έπρεπε να αναζητήσει στη Βιβλιοθήκη της Βουλής στην Αθήνα. Τέλος, όπως γράφει και ο ίδιος (σ. 629), με τη φαντασία του αποπειράθηκε να καλύψει τα μεγάλα κενά και να φωτίσει «ορισμένα σκοτάδια και θολά τοπία» ώστε να μπορέσει να συναρμολογήσει στο τέλος «τα μικρά και σκόρπια κομμάτια του χαλεπικού παζλ». Έτσι παρακολουθεί από κοντά την εξέλιξη της προσωπικότητας του Τηνιακού γλύπτη, εισχωρώντας στην ψυχοσύνθεσή του, από τότε που ήταν μικρό παιδάκι στην Τήνο και περιγράφει τις ανησυχίες του, την αγάπη του για την τέχνη, την απογοήτευση που εισπράττει από τις αδικίες, από τις ατυχίες του στον έρωτα και από τη ζηλοφθονία των ομοτέχνων του και, στην συνέχεια την κατάθλιψη και την τρέλα.


Ιδιαίτερη έμφαση ο Χρήστος Σαμουηλίδης έδωσε στην εξιστόρηση της σχέσης του Γιαννούλη Χαλεπά με τη μητέρα του, την κυρά Ειρήνη, τη γυναίκα αυτή που με την ισχυρογνωμοσύνη της και την καταπιεστική αγάπη της ήταν από ό, τι φαίνεται και μία από τις κύριες αιτίες για τις πολλές δυστυχίες του γλύπτη. Η μητέρα του ήταν αυτή που αντέδρασε βίαια στην πρόθεση του μικρού Γιαννούλη να ασχοληθεί με την τέχνη, τραυματίζοντας βάναυσα τον παιδικό ψυχισμό του και η μητέρα του ήταν αυτή που κατέστρεφε τα έργα του από πηλό, την περίοδο μετά το ψυχιατρείο, που ζούσε δυστυχισμένος στην Τήνο. Το θέμα της «Μήδειας» της γυναίκας που για να εκδικηθεί τον άντρα που αγαπάει σκοτώνει τα παιδιά της, και που απασχόλησε επανειλημμένα τον γλύπτη τόσο στην πρώτη όσο και στις δύο τελευταίες περιόδους της δημιουργίας του, ο συγγραφέας διαισθητικά το αποδίδει σ’ αυτήν τη σχέση.


Με μεγάλο ενδιαφέρον διαβάζονται τα κεφάλαια που αναφέρονται στις σπουδές του καλλιτέχνη και ιδιαίτερα σε αυτές που πραγματοποίησε στο Μόναχο, στις μεγάλες επιτυχίες του με τις διακρίσεις και τα βραβεία, αλλά και στην απογοήτευση που πήρε όταν άδικα και πρόωρα το Ίδρυμα της Ευαγγελίστριας στην Τήνο του διέκοψε την υποτροφία. Συστηματικά όμως και με το ερευνητικό και κυρίως διαισθητικό πνεύμα ενός ψυχολόγου ο Χρήστος Σαμουηλίδης παρακολούθησε μέσα από τις λίγες γνωστές μαρτυρίες που είχε στη διάθεσή του την πορεία της ασθένειας του Χαλεπά, από την αρχή της μέχρι και την τελευταία περίοδο της δουλειάς του. Πραγματικά συγκινητικές είναι οι σελίδες που αφηγούνται την παραμονή του στο φρενοκομείο της Κέρκυρας. Ο συγγραφέας πραγματοποίησε επιτόπια έρευνα, συνομίλησε με ανθρώπους που εργάζονται στο σημερινό ψυχιατρείο και παρουσίασε τις συνθήκες της διαβίωσης του Χαλεπά εκεί τα δέκα τέσσερα χρόνια με συγκλονιστική απλότητα. Ο καλλιτέχνης, όπως και όλοι οι άλλοι ασθενείς ήταν υποχρεωμένος να απασχολείται με σκληρές καταναγκαστικές εργασίες, όπως ήταν το κουβάλημα του νερού με κοφίνια και τρύπιους ντενεκέδες, ή η μεταφορά σκαμμένου χώματος με σάπια καλάθια ή διαλυμένα τσουβάλια. Ο ξυλοδαρμός και ο βασανισμός χρησιμοποιείτο συχνά ως μέθοδος θεραπείας. Τέλος, τα μικρά έργα που έκανε εκεί με αργιλόχωμα του τα κατέστρεφαν, γεγονός που αντί να τον θεραπεύει, τάραζε περισσότερο την πολύπαθη ψυχή του. Έτσι, μόνο ένα έργο έχει σωθεί από αυτήν την περίοδο, το Πορτραίτο ανδρός, ίσως κάποιου ασθενούς, ύψους 9-10 εκατοστά, το οποίο βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο του ψυχιατρείου της Κέρκυρας.


Λεπτομερειακά έχει εξιστορηθεί η περίοδος μετά την έξοδο του Χαλεπά από το ψυχιατρείο, η δραματική του ζωή με την μητέρα του στην Τήνο, η σταδιακή ανάκαμψή του μετά το θάνατό της και η τελευταία του «ευτυχισμένη» φάση στην Αθήνα, τα χρόνια που έζησε με τα ανίψια του. Από αυτή την εποχή οι μαρτυρίες που συνέλεξε ο Σαμουηλίδης από τις εφημερίδες της εποχής ήταν πολύ περισσότερες και το κείμενό του αποκτά την ασφάλεια που αισθάνεται κανείς όταν κινείται σε γνώριμο έδαφος. Σ΄αυτήν την περίοδο τα πρόσωπα εναλλάσσονται, πολλοί είναι αυτοί- ανάμεσά τους ποιητές και λογοτέχνες, καλλιτέχνες και κριτικοί τέχνης, δημοσιογράφοι, επιστήμονες και πολιτικοί- που θα ενδιαφερθούν για την τύχη και το έργο του τραγικού δημιουργού. Ο συγγραφέας έχοντας πλέον ταυτισθεί με τον ήρωά του αντιμετωπίζει τα νέα δεδομένα αποστασιοποιημένα, όπως θα έπρεπε να αισθανόταν, άλλωστε, και ο ίδιος ο Χαλεπάς, τότε. Πολύ συχνά παραθέτει αυτούσιες τις δημοσιεύσεις του τύπου, χωρίς να κάνει κάποιο σχόλιο. Με ιδιαίτερη όμως τρυφερότητα χειρίζεται τους χαρακτήρες των ανιψιών του και ιδιαίτερα της Ειρήνης που με δική της πρωτοβουλία και ευθύνη ο Χαλεπάς ήρθε στην Αθήνα για να ζήσει τα τελευταία του χρόνια κοντά της.


Το βιβλίο του Χρήστου Σαμουηλίδη «Γιαννούλης Χαλεπάς. Η τραγική ζωή του μεγάλου καλλιτέχνη» είναι μια ολοκληρωμένη παρουσίαση της ζωής και του έργου της τραγικής αυτής μορφής της νεοελληνικής τέχνης, τόσο από την άποψη της λογοτεχνικής βιογραφίας, όσο και από την άποψη της ιστορίας της τέχνης, με τις αναφορές, τις περιγραφές, τις αναλύσεις των έργων, αλλά και την πλούσια βιβλιογραφία. Το κείμενο διαβάζεται ευχάριστα και είναι εξαιρετικά χρήσιμο, τόσο στους ειδικούς, όσο και στο πλατύτερο κοινό, γιατί θα του γνωρίσει έναν μεγάλο Έλληνα καλλιτέχνη και, θα ήταν ευτύχημα, αν σε μία νέα έκδοσή του περιλαμβάνονταν ακόμη περισσότεροι πίνακες με έργα του Χαλεπά, όπως είναι, παραδείγματος χάρη ο περίφημος Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα της πρώτης περιόδου, ή η Μεγάλη αναπαυόμενη της τελευταίας.

(απο το ιστολόγιο
Melita Emmanuel)

9 Οκτωβρίου 2008

Διονύσιος Σολωμός Ο Εθνικός μας Ποιητής

Γεννήθηκε στην Ζάκυνθο το 1798, από αριστοκρατική οικογένεια. Το 1808 στάλθηκε στην Ιταλία για σπουδές και σπούδασε νομικά. Μετά από δέκα χρόνια επιστρέφει στη Ζάκυνθο με γερή φιλολογική μόρφωση. Εκείνη την εποχή γίνεται δεκτός σε μια φιλολογική οργάνωση όπου αναγνωρίζεται ως στιχουργός.
Στο τέλος του 1828 εγκαταλείπει τη Ζάκυνθο και εγκαθίσταται στη Κέρκυρα για να αφοσιωθεί στην ποίηση. Το 1833 ένα σοβαρό οικογενειακό γεγονός τον ταράζει, ο ετεροθαλής αδελφός του δηλώνει στις λιμενικές αρχές την κληρονομιά από τον πατέρα του και τη διεκδικεί.
Όλα τα χρόνια που έζησε στην Κέρκυρα δεν έκανε ούτε ένα ταξίδι στην ελευθερωμένη Ελλάδα γιατί, όπως υποστηρίζεται, "δεν εσυνηθούσε να θεατρίζει στο εθνικό του φρόνηματα αλλά μες το άγιο βήμα της ψυχής".
Όταν ο Σολωμός γύρισε από την Ιταλία, έφερε μαζί του ποιήματα θρησκευτικού περιεχομένου. Αργότερα δημιουργεί αυτοσχέδια σονέτα και τέλος λυρικά ποιήματα.

Το πρώτο εκτενές ποίημα του Σολωμού είναι ο "Ύμνος εις την Ελευθερία" που είναι γραμμένος σε τετράστιχες στροφές.
Ο Σολωμός πέθανε το Φεβρουάριο του 1857 από εγκεφαλική συμφόρηση. Τα οστά του μεταφέρθηκαν το 1865 στη Ζάκυνθο και τοποθετήθηκαν στην αρχή σε ένα μικρό μαυσωλείο στον τάφο του Κάλβου.
Επίσης χαρακτηριστικό είναι ότι ο Σολωμός ως ποιητής απέκτησε φήμη από τα νεανικά του χρόνια και ότι με το πέρασμα των δεκαετηρίδων το ποιητικό του έργο δεν ξεπεράστηκε.

Ανδρέας Κάλβος

Γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1792. Η μητέρα του ονομάζονταν Αδριανή. Ο πατέρας του, ο Ιωάννης Κάλβος, ήταν εθελοντής και αξιωματικός στο βενετικό μισθοφορικό στρατό. Ο Ιωάννης είχε παντρευτεί δύο φορές και αυτό επηρέασε αρνητικά τον Ανδρέα με συνέπεια τα δραματικά του ποιήματα.
Από το φθινόπωρο του 1813 στην Ιταλία γνώρισε τον Ούγο Φωσκόλο και αργότερα ετέθη στην υπηρεσία του ως γραμματικός και αντιγραφέας. Παράλληλα μελέταγε αρχαία κείμενα και ιδιαίτερα νεοκλασική ιταλική λογοτεχνία.
Ο Ανδρέας είχε έντονη και άστατη ερωτική ζωή. Τέλος το 1819 παντρεύτηκε την Αγγλίδα Μαρία Τερέζα Τόμας και απέκτησε μια κόρη. Όμως γρήγορα πέθαναν και οι δύο, μήτερα και κόρη, και έτσι ο Ανδρέας Κάλβος φεύγοντας από την Αγγλία το 1820 κινήθηκε μεταξύ Φλωρεντίας, Ελβετίας και Γαλλίας. 'Ετσι το 1826 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι και γνώρισε πολλούς φιλέλληνες και ανατολίτες.
Ύστερα, μετά από πολλά ταξίδια εφυγε από το Ναύπλιο και πήγε στην Κέρκυρα τον Αύγουστο του 1826. Εκεί έγινε διδάκτορας της φιλοσοφίας και δίδαξε συγκριτική λογοτεχνία ως το 1828 ως μή μόνιμος καθηγητής.
Στα τέλη του 1852 έφυγε για το Λονδίνο όπου στις αρχές του 1853 παντρεύτηκε τη δασκάλα Καρλότα Αυγούστα Ουάνταμς. Εγκαταστάθηκαν στο Λάουθ του Λινκονσάιρ. Η γυναίκα του ίδρυσε εκεί ανώτερο παρθεναγωγείο και εκεί ο Ανδρέας Κάλβος δίδαξε μαθηματικά και ξένες γλώσσες.
Πέθανε το 1867 και τάφηκε στο Κέντιγκτον. Τα οστά του Κάλβου και της γυναίκας του μεταφέρθηκαν το 1960 στη Ζάκυνθο.
Ο Κάλβος είχε ευαίσθητο και αυστηρό χαρακτήρα και γι aυτό το λόγο έφυγε από την Ιόνιο Ακαδημία και έπεσε σε σχετική απομόνωση το 1841. Δεν υπάρχουν στοιχεία για την παιδεία του και έτσι πολλοί πιστεύουν πως ήταν αυτοδίδακτος. Επίσης, κατά τον Σεφέρη, ο Κάλβος ήξερε λίγα ελληνικά και περισσότερα Ιταλικά.
Το πρώτο του έργο ήταν η "Ωδή στον Ναπολέοντα" και στη Γενεύη τύπωσε τις πρώτες δέκα ελληνικές του Ωδές το 1824. Επίσης αξίζει να πούμε ότι είχε μυηθεί στην επαναστατική οργάνωση των Καρμπονάρων.
Τέλος, η προσφορά του Ανδρέα Κάλβου στην εκπαίδευση και την πνευματική ζωή ήταν αξιέπαινη. Γράφτηκαν πολλά για τον Κάλβο και την ποίησή του και σήμερα θεωρείται από τους κορυφαίους ποιητές μας.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης ο "κοσμοκαλόγερος"

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο και Αγιος των γραμμάτων μας χαρακτηριζόμενος, γεννήθηκε στη Σκιάθο στις 4 Μαρτίου του 1851. Τέσσερις αδελφές κι ένας αδελφός θα είναι η μόνη περιουσία που θα κληρονομήσει από την φτωχή οικογένειά του. Με την αγωνία της Παιδείας ο ίδιος, αν και χωρίς τα μέσα να προχωρήσει, με δυσκολία θα τελειώσει το σχολείο, κι αμέσως μετά, το 1872, θα φύγει για το Αγιον Ορος μαζί με τον φίλο του Νικόλαο Διανέλο, αργότερα μοναχό Νήφωνα. Ο Παπαδιαμάντης μετά λίγους μήνες θα επιστρέψει στον κόσμο: δεν θεώρησε τον εαυτό του άξιο για το Σχήμα.
Με την επιστροφή του, εγγράφεται στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία ποτέ δεν θα αποφοιτήσει. Βγάζει τα προς το ζην του πενιχρού υλικά βίου του προγυμνάζοντας μαθητές. Μόνος του θα μάθει αγγλικά και γαλλικά στα πρώτα χρόνια των σπουδών του. Φίλος και σύντροφός του σ' αυτά τα χρόνια ο λογοτέχνης εξάδελφός του Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, αργότερα μοναχός. Ο Μωραϊτίδης θα τον φέρει σε επαφή με λογοτεχνικούς και δημοσιογραφικούς κύκλους της εποχής, κι ο Παπαδιαμάντης θ' αρχίσει να βλέπει τα έργα του να δημοσιεύονται στον ''Ραμπαγά'', στον ''Νεολόγο'' της Κωνσταντινούπολης, στο ''Μη Χάνεσαι'' και στις εφημερίδες ''Εφημερίς'' και ''Ακρόπολις''. Γρήγορα οι συνεργασίες του με περιοδικά και εφημερίδες θα αυξηθούν, αλλά, βιοποριστικό του επάγγελμα θα γίνει η δημοσιογραφία κι οι μεταφράσεις. Οι προοπτικές φαίνονται μεγάλες για μια επιτυχή δημοσιογραφική και λογοτεχνική πορεία στην Πρωτεύουσα, όμως αυτό δεν συγκινεί τον ''κοσμοκαλόγερο'', τον μοναχικό και ταπεινό Παπαδιαμάντη. Οι μόνες ώρες που φαίνεται να χαίρεται στην Αθήνα είναι εκείνες που περνάει με τους απλούς καθημερινούς λαϊκούς ανθρώπους, κι εκείνες που ψάλλει στον Αγιο Ελισσαίο στο Μοναστηράκι. Δεξιός ψάλτης ο Παπαδιαμάντης, αριστερός ο Μωραϊτίδης, κι ιερέας ο προσφάτως αγιοποιηθείς Αγ. Νικόλαος Πλανάς, ο βιώσας την Ταπείνωση. Πέρα από την δυσκολία του να προσαρμοστεί στην πρωτεύουσα, παθαίνει και ρευματισμούς στα χέρια , με αποτέλεσμα να μην μπορεί να συνεχίσει τη δημοσιογραφική του εργασία. Χωρίς κανέναν οικονομικό πόρο θα επιστρέψει στη Σκιάθο όπου, άρρωστος, θα αφεθεί για λίγο στις φροντίδες των αδελφών του. Θα προειδεί τον θάνατό του, και την δυσκαταποσία των τελευταίων ωρών του, και θα ζητήσει να τον κοινωνήσει ο ιερέας της ενορίας του δύο μέρες πριν. Κοιμήθηκε στις 3 Ιανουαρίου του 1911.

Ανδρέας Καρκαβίτσας

Aνδρέας Καρκαβίτσας
Ο Aνδρέας Καρκαβίτσας γεννήθηκε το 1865 στα Λεχαινά της Ηλείας και απεβίωσε το 1922 στο Μαρούσι Αττικής. Σε ήλικία 14 χρόνων πηγαίνει στην Πάτρα και αρχίζει γυμνασιακές σπουδές. Το 1883 γράφεται στην Ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Γνωρίζεται με τον Ξενόπουλο, τον Παλαμά, τον Χατζόπουλο. Το 1888 παίρνει το πτυχίο του ενώ ήδη είναι σ' όλους γνωστός —από τα πρώτα διηγήματα του όπου περιέγραφε τη ζωή στην ιδιαίτερη πατρίδα του, ως "ηθικογράφος".
Σαν έφεδρος ανθυπίατρος φρονίζει να μετατεθεί στο Μεσολόγγι - πατρίδα άλλου διάσημου δημοσιογράφου - λογίου της εποχής-του Στάμου Μπρανιά - όπου του δίνεται η ευκαιρία να μελετήσει από κοντά τη ζωή της Ρούμελης. Το 1891 φεύγει για τη Λάρισσα.
Η απέραντη δυστυχία των τότε Θεσσαλών χωρικών του δίνει το έναυσμα για να γράψει αργότερα το αριστούργημά του "ο Ζητιάνος" που μαζί με τη "Φόνισσα" του Παπαδιαμάντη θεωρούνται τα σπουδαιότερα κοινωνικά μυθιστορήματα της Νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Την ίδια χρονιά - το 1891, προσλαμβάνεται σαν υγειονομικός γιατρός στο ατμόπλοιο "Αθήναι". Αυτό θα του δώσει την ευκαιρία να γνωρίσει τους θαλασσινούς και να γράψει το εξ ίσου γνωστό έργο του με συλλογή διηγημάτων "Λόγια της πλώρης". Το 1896 κατατάσσεται στον στρατό σαν μόνιμος ανθυπίατρος.
Το 1916 εξορίζεται στην ιδιαίτερη πατρίδα του τα Λεχαινά γιατί ζώντας όλες τις εξάρσεις και τις δυστυχίες του ελληνικού λαού σ' όλη αυτή την μακροχρόνια περίοδο δηλώνει πως "υπηρετεί την πατρίδα του και όχι κόμματα ή πρόσωπα". Με τη σύλληψη του χάνονται για πάντα τα χειρόγραφα του μυθιστορήματος του ο "ο Αμαρτωλός". Αρρωσταίνει από φυματίωση και μετά από έξι χρόνια πεθαίνει. Λίγο πρίν (δέκα μέρες) παντρεύεται τη Δέσποινα Σωτηρίου. Τα κόκκαλά του μεταφέρονται στα Λεχαινά.
(Απο τη σελίδα "μαγικό κουτί")