ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ !
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστουγεννιάτικα διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστουγεννιάτικα διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

19 Δεκεμβρίου 2025

Χριστουγεννιάτικη ιστορία: Δώρο στον Χριστό !

 Χριστουγεννιάτικη ιστορία: Δώρο στον Χριστό !

Εδώ και πολλά χρόνια ο κόσμος γιόρταζε τα Χριστούγεννα με περισσότερη κατάνυξη.

Σ’ ένα μακρινό χωριό, λοιπόν, ο παπάς έκανε κάθε χρόνο μια φάτνη στη μέση της εκκλησίας, την παραμονή των Χριστουγέννων.

Οι κάτοικοι πήγαιναν πρώτα πρώτα στην εκκλησία, για ν’ ακούσουν τη θεία λειτουργία, γονάτιζαν κι άναβαν το κεράκι τους μπροστά στη φάτνη. Κάθε κεράκι έπρεπε να σβήσει από μόνο του, λιώνοντας σιγά σιγά, γι’ αυτό γύρω από τη φάτνη ήταν αμέτρητα κεράκια, όσα και οι πιστοί, κι η εκκλησία λαμποκοπούσε κι έφεγγε σαν να ήταν ο ήλιος μέσα της. Όταν η λειτουργία τελείωνε, ο κόσμος πήγαινε στα γύρω κεντράκια, για να φάει και να πιει, να γλεντήσει τη χαρά του για τη γέννηση του Χριστού.

Οι χωριανοί άρχιζαν τις προετοιμασίες για τα Χριστούγεννα εβδομάδες πριν. Οι νοικοκυρές έψηναν κουλούρια, πίτες και γλυκά κι οι άντρες έβαφαν την πλατεία του χωριού, την εκκλησία και τα σπίτια τους. Ο παπάς με τα παιδιά του σχολείου και τους δασκάλους σκάλιζε τα ζώα της φάτνης στο ξύλο, τους τρεις μάγους, τους βοσκούς, το αστέρι, την Παναγία και το Χριστό.

Το βράδυ της παραμονής όλα ήταν έτοιμα κι οι άνθρωποι ντυμένοι τα καλά τους πήγαιναν στην εκκλησιά κι άφηναν μπροστά στη φάτνη ένα δώρο για το Χριστό, ό,τι μπορούσε ο καθένας.

Η Μαρία, που ήταν έξι χρονών, πήγαινε κι αυτή κάθε χρόνο με τους γονείς της στην εκκλησία κρατώντας το καλαθάκι με τα κουλούρια που είχε φτιάξει για το νεογέννητο Χριστό. Εκείνο το χρόνο, όμως, η μητέρα της αρρώστησε, κι ο πατέρας της ταξίδεψε σε μια μεγάλη πόλη για να βρει δουλειά και να τα βγάλει πέρα με τα φάρμακα και τα άλλα έξοδα. Ούτε δραχμή δεν τους περίσσευε, για ν’ αγοράσουν δώρο στο Χριστό.

Πώς να πάει στην εκκλησία η Μαρία με άδεια χέρια;

Την ώρα που χτύπησαν οι καμπάνες, η Μαρία μπήκε δειλά δειλά στην εκκλησία και κρύφτηκε πίσω από μια κολόνα. Δεν ήθελε να τη δει κανείς με τα χέρια αδειανά. Οι άλλοι προσκυνούσαν το Χριστό, άναβαν το κεράκι τους και του πρόσφεραν το δώρο τους.

Εκείνη γονάτισε κοιτάζοντας τη φάτνη από μακριά και ψιθύρισε:

– Αχ, Παναγίτσα μου, φέτος δε θα έρθω στη λειτουργία. Δεν έχω να χαρίσω τίποτε στο παιδί σου που γεννήθηκε. Η μητέρα μου αρρώστησε. Δεν έχουμε καθόλου χρήματα. Θα το εξηγήσεις στο Χριστό γιατί δεν του έφερα δώρο;

Ο κόσμος είχε αρχίσει να ψάλλει μαζί με τον παπά το «Χριστός γεννάται σήμερον». Τα μάτια της Μαρίας θόλωσαν από τα δάκρυα, βγήκε από την κρυψώνα της κι έτρεξε προς …το σπίτι της. Δεν είχε κάνει ούτε τρία βήματα, όταν άκουσε πίσω της μια φωνή να τη ρωτάει:

– Γιατί κλαις, κοριτσάκι μου, μια τέτοια χαρούμενη μέρα;

Ήταν μια γριούλα με γλυκό πρόσωπο και μάτια γεμάτα καλοσύνη.

– Κλαίω, γιαγιάκα, γιατί δε μου περισσεύει ούτε μια δεκάρα, για ν’ αγοράσω ένα δώρο στο Χριστό.

– Γι’ αυτό κλαις, Μαρία; Ο Χριστός ευχαριστιέται και μόνο που τον σκέφτεσαι. Και μόνο που τον αγαπάς. Να, κοίταξε εκείνον το θάμνο με τα πράσινα φύλλα.

Γιατί δεν κόβεις ένα μπουκέτο να του το πας;

Το κορίτσι σταμάτησε τα κλάματα, έσκυψε, κι άρχισε να κόβει ένα μπουκέτο από κλαδιά. Έκοψε αρκετά, ώσπου η αγκαλιά της δε χωρούσε πια άλλα.

– Φτάνουν αυτά, γιαγιάκα; ρώτησε τη γριούλα κοιτάζοντας πίσω της, αλλά εκείνη είχε εξαφανιστεί.

Η Μαρία με τα κλαδιά στην αγκαλιά της προχώρησε θαρρετά και μπήκε στην εκκλησία μ’ ένα χαμόγελο αγαλλίασης. Όλα έλαμπαν στο φως των κεριών. Ο κόσμος έψελνε με κατάνυξη. Περπάτησε πάνω στο κόκκινο χαλί που απλωνόταν μπροστά στη φάτνη κι απόθεσε το δώρο της.

– Κοιτάτε αυτό το κοριτσάκι, είπε χαμηλόφωνα μια γυναίκα. Φέρνει κλαδιά από θάμνους στο Χριστό. Και μη χειρότερα.

Όταν τελείωσε το τροπάριο ακούστηκαν ψίθυροι στην εκκλησία.

– Κοιτάξτε, κοιτάξτε τα κλαδιά των θάμνων!

Η Μαρία ήταν ακόμα γονατιστή με σταυρωμένα τα χέρια της. Ακούγοντας τις φωνές, σήκωσε το κεφάλι της τρομοκρατημένη και είδε τα κλαδιά, τα δικά της κλαδιά, να έχουν ανθίσει και να έχουν βγάλει κάτι όμορφα κόκκινα λουλούδια που έμοιαζαν με αστέρια.

– Μα τι έγινε;

– Θαύμα!

– Ήτανε θάμνοι κι έβγαλαν λουλούδια!

Ο παπάς και το πλήθος γονάτισαν μπροστά στη φάτνη, δοξολογώντας το Χριστό γι’ αυτό το ανεξήγητο φαινόμενο.

Η γριούλα – ποια να ‘ταν άραγε; – είχε δίκιο. Το δώρο που δίνεται από την καρδιά είναι το πιο αξιόλογο δώρο. Τα φτωχά κλαδάκια ήταν το πιο σημαντικό δώρο που είχε πάρει ο Χριστός εκείνη τη μέρα…
Από τότε, κάθε χρόνο, τις μέρες των Χριστουγέννων, αυτοί οι θάμνοι ανθίζουν με τα αμέτρητα κόκκινα αστράκια τους, κι ο κόσμος τα ονομάζει «λουλούδια των Χριστουγέννων».
Από το μακρινό εκείνο χωριό έφτασαν και στην πατρίδα μας κι ο κόσμος τα ονόμασε «Άστρα του Χριστού».

Της Ελένης Χουκ – Αποστολοπούλου
Από το βιβλίο «Να τα πούμε; Να τα πείτε!»

https://www.vimaorthodoxias.gr/peri-zois/doro-ston-christo-christougenniatiki-istoria/

 

16 Δεκεμβρίου 2025

Χριστούγεννα του λουκάνικου...

 Χριστούγεννα του λουκάνικου

Γράφει ο Γιώργος Βενετσάνος

Χειμώνας, κατοχή, συσσίτια, μπλόκα και εγώ να κάνω καθημερινά ποδαράτο το δρομολόγιο Άγιος Ιωάννης – ποδαράδες για να πάρω 100 δράμια ψωμί, μερικές φορές μάλιστα ήταν τέτοια η πείνα μου που ένα μεγάλο μέρος του το κατανάλωνα πριν το πάω στην μάνα μου, η οποία ποτέ δεν με μάλωνα και πάντα με συγχωρούσε, αν η λέξη ήρωας έχει νόημα, αυτή ήταν η μητέρα μου.

Θυμάμαι έντονα μια παραμονή Χριστουγέννων της μεγάλης πείνας στην Αθήνα. Καθόμουν σκεπτικός και με το στομάχι να παίζει ταμπούρλο στην αυλή του σπιτιού μας, βλέπετε τότε τα σπίτια είχαν αυλές (όχι όπως σήμερα που είναι κουτιά τσιμέντου), στις οποίες μπορούσες να φυτέψεις και κάνα λαχανικό, που μας βοήθησε να επιζήσουμε.

Όπως είπα καθόμουν στο πεζούλι του κήπου και ξαφνικά βλέπω μια γάτα να πηγαίνει στα μουλωχτά συρτά από τον τοίχο, δεν μου έκανε εντύπωση το γατί, αλλά αυτό το οποίο έσερνε, ήταν ένα τεράστιο λουκάνικο, κύριος είδε από που το είχε βουτήξει, το πιο πιθανό είναι από κάποια αποθήκη τροφίμων των κατακτητών. Ε, δεν θα το πιστέψετε, βάζω μια τέτοια φωνή που και εγώ ο ίδιος δεν πίστεψα στην δύναμη της, το φουκαριάρικο το γατί θες σάστισε, θες τρόμαξε, παράτησε το λουκάνικο και πήδηξε τον φράχτη παίρνοντας μαζί και την πείνα του, εγώ όμως άρπαξα το λουκάνικο και το πήγα στην μητέρα μου, τον πατέρα μου τον είχαμε ήδη χάσει, δεν πίστευε η φουκαριάρα στα μάτια της, τέτοιο θεόσταλτο δώρο και παραμονές Χριστουγέννων, ήταν για εμάς ένα θαύμα.

Το αποτέλεσμα ήταν να μετατραπεί σε ένα ωραιότατό σφουγγάτο και με ότι ψιλολόγια ακόμη υπήρχαν στο σπίτι, να μας προσφέρει η μητέρα μας ένα πλουσιοπάροχο γεύμα. Εκείνη η βραδιά μας έμεινε αξέχαστη, είμασταν ευτυχισμένοι έστω και για λίγο και από τι; Από ένα λουκάνικο !

Αυτή την μικρή περιπέτεια συγγενικού μου προσώπου επέλεξα να σας μεταφέρω και είναι ένα από τα εκατοντάδες περιστατικά, παράδοξα και μη που πέρασε η γενιά του στην κατοχή αυτές τις άγιες μέρες, αλλά και σε όλη την διάρκεια της Γερμανικής σκλαβιάς, για να μαθαίνουν οι νεότεροι και να ευχόμαστε να μην ξανάρθουν στο λαό μας αλλά και σε κανένα λαό του κόσμου τέτοιες εποχές δυστυχίας και στέρησης.

Δυστυχώς όμως η σημερινή Ελλάδα θυμίζει με τα διάφορα επιδόματα εκείνες τις άγριες ημέρες των συσσιτίων. Με την ευχή όλα αυτά να τελειώσουν γρήγορα και να επανέλθει η φυσιολογική ροή των πραγμάτων στην πατρίδα μας και σε όλο τον κόσμο να επικρατήσει η ειρήνη που δυστυχώς έχει διασαλευθεί.

https://www.olympia.gr/1574859/apopsi/giorgos-venetsanos-christoygenna-toy-loykanikoy/

 

12 Δεκεμβρίου 2025

Τα Χριστούγεννα του κυρ Μανώλη, στην Πόλη!

 Τα Χριστούγεννα του κυρ Μανώλη, στην Πόλη!

Τά Χριστούγεννα στήν Πόλη γιορτάζονται ταπεινά. Καί ὅταν λέμε ταπεινά, ἐννοοῦμε τήν ἀφαίρεση τῆς ἐξωτερικῆς λαμπρότητας καί τήν καλλιέργεια τοῦ ἐσωτερικοῦ κάλλους. Κάτι, τό μή χριστιανικό περιβάλλον, κάτι, ἡ βαριά κληρονομιά τῆς λειτουργικῆς παραδόσεως, ὁδηγοῦν σ᾽ αὐτό τό κατανυκτικό ἦθος.
Ἔτσι θά περνοῦσαν καί τά Χριστούγεννα ἐκεῖνα γιά τόν κύρ Μανώλη τό λουστραδόρο. Μάστορας στή δουλειά του. Δούλευε μέ μεράκι τά ἔπιπλα, σάν καλλιτέχνης πραγματικός, χωρίς νά βιάζεται καί χωρίς νά λογαριάζει τό κέρδος ἤ τη ζημιά. Ὅ,τι περνοῦσε ἀπό τό χέρι του ἔπρεπε νά λάμπει «ἡλίου φαεινότερον», ὅπως ἔλεγε ὁ ἴδιος. Καί προσέθετε:
– Προπάντων, ὅμως, προσοχή στό βάθος τῆς λάμψης, μιᾶς καί εἶναι εὔκολο νά λάμπει ἡ ἐπιφάνεια, ἀλλά ἡ ἐπιτυχία βρίσκεται στό πῶς θά ᾽ρχεται τό φῶς.
Τό «βάθος τῆς λάμψης». Αὐτή ἦταν ἡ ἰδεολογία τοῦ κύρ Μανώλη. Μπορεῖ καί νά μήν ἦταν ἡ ἰδεολογία μόνο δική του. Μπορεῖ καί νά μετέφερε πάνω του μία χιλιόχρονη παράδοση πού ἔπλασε τό φῶς στό βάθος κι ἄφησε τήν ἐπιφάνεια στό περιθώριο. Ἡ γυναίκα του, βέβαια, ἡ Πολυξένη, διαφωνοῦσε μ᾽ ὅλα αὐτά.
– Τό μεροκάματο δέν βγαίνει μέ φιλοσοφίες, τοῦ ᾽λεγε. Αὐτό πού κάνεις οὔτε ὁ Θεός δέν τό θέλει. Ὁ Πανάγαθος ὅρισε νά κερδίζουμε τό ψωμί μας με τόν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου μας κι ὄχι με τόν ἱδρῶτα τριῶν προσώπων. Ἐκεῖνος θά τό ᾽θελε ἀλλιῶς γιατί ξέρει πιό καλά ἀπό σένα.
Ὁ κύρ Μανώλης ὅμως δέν καταλάβαινε ἀπό τέτοια. Πάνω ἀπό ὅλα ἦταν ἡ λάμψη. Ἀλλά τό παράπονο τῆς Πολυξένης τῆς «πολύπαθης», ὅπως ἔλεγε μόνη της γιά τόν ἑαυτό της, ἦταν κι ἄλλο. Ὁ ἄντρας της, ὁ προκομμένος, εἶχε τό ἐργαστήρι κάτω στό Γαλατά, κοντά στόν Ἅγιο Νικόλαο. Τό σπίτι του βρισκόταν στούς πρόποδες τοῦ λόφου τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, στό Σταυροδρόμι. Ἦταν μία ἀπόσταση πού δέν ἐπέτρεπε στην πληθωρική Πολυξένη νά ἐλέγχει τά συμβαίνοντα στό ἐργαστήρι. Καθώς ἦταν ἀνοικτή καρδιά ὁ κύρ Μανώλης, εἶχε πολλές κοινωνικές σχέσεις μέ ἄλλους μαστόρους τῆς περιοχῆς τοῦ Γαλατᾶ. Τά κουτσόλεγαν στό ἐργαστήρι του, πού εἶχε γίνει χῶρος συζητήσεων, φιλοσοφικῶν καί κοινωνικῶν. Ἦταν σάν ἕνα μικρό καφενεῖο, ὅπου οἱ συζητήσεις γιά τά τρέχοντα θέματα ἦταν στήν ἡμερησία διάταξη. Ποιός ψάλτης εἶπε πιό κατανυκτικά τό δοξαστικό τῆς Κυριακῆς; Ποιός δεσπότης τηροῦσε τό περίφημο πολίτικο τυπικό; Ποιά παράδοση ἔφερε νά ψάλλονται δύο καταβασίες τά Χριστούγεννα; Κι ἄλλα πολλά πού ἔβγαζαν πάντοτε τόν κύρ Μανώλη ἔξω ἀπό τόν ρυθμό τῆς δουλειᾶς του. Ἀναγκαζόνταν, τότε, νά δουλέψει ὡς τά μεσάνυχτα γιά νά προλάβει τό χαμένο χρόνο καί μερικές φορές κοιμόταν καί μέσα στο ἐργαστήρι, ἐπειδή ἦταν δύσκολο νά πάει στό σπίτι του, λόγω τοῦ προχωρημένου τῆς ὥρας. Τότε ἦταν πού ἡ Πολυξένη ἔχανε τ᾽ αὐγά καί τά καλάθια ἀπό τά νεῦρα της. Καί μεροκάμματο δέν ἔβγαινε καί ἄντρα δέν εἶχε. Ἔστηνε στήν πόρτα τόν ἄντρα της λέγοντας:
– Θά σέ ξετινάξουν ὅλοι αὐτοί, στήν ψάθα θά πεθάνεις. Καί ἐκεῖνος ἀπαντοῦσε:
– Μά εἶναι καλά παιδιά καί γιά τό Χριστό μιλᾶμε. Καί μήν ξεχνᾶς πῶς οἱ ἄνθρωποι ἔχουν μέσα τους φῶς, πολύ φῶς. Λίγο νά σταθεῖς μπροστά τους, λίγο νά τούς καλομιλήσεις καί θά βρεθεῖς κατάματα με τό Χριστό. Ἔχουν κι οἱ ἄνθρωποι λάμψη, Πολυξένη μου.
Ἡ Πολυξένη, ὅμως, δέν καταλάβαινε ἀπό τέτοια. Ἔβλεπε τά παιδιά της, καί τήν ἴδια, νά ζοῦνε φτωχικά. Ὅλα τ᾽ ἄλλα ἦταν δεύτερα.
Ἦταν παραμονή τῶν Χριστουγέννων. Ἡ Πολυξένη εἶχε ἀπό τό πρωί δώσει τίς ὁδηγίες καί τά διαγγέλματά της στον ἄνδρα της.
– Τό ἀργότερο στίς ὀκτώ τό βράδυ θά εἶσαι στο σπίτι, οὔτε λεπτό καθυστέρηση. Ὅπως γυρνᾶς ἀπό τό Πέρα, ψώνισέ μου κουκουνάρια γιά τή γαλοπούλα, παστουρμά, σουτζούκι, τυρί, κασέρι, καί δύο κιασέδες γιαούρτι γιά νά νιώσουμε κι ἐμεῖς οἱ φτωχοί τή χρονιάρα μέρα.
Ὁ κύρ Μανώλης ἄκουγε τά διαγγέλματα. Δέν μποροῦσε νά κάνει καί κάτι ἄλλο.
– Κρίμα πού ἡ Πολυξένη δέν εἶχε γίνει συνταγματάρχης, σκεπτόταν, θά εἶχε τήν πιό δυναμική στρατιωτική μονάδα, κρίμα στή γυναίκα, πηγαίνει χαμένη μέ μένα τόν κακομοίρη.
Ἀπαντοῦσε ὅμως σταράτα:
– Ναί Πολυξένη μου, ὅλα θά γίνουν ὅπως θέλεις.
Καί πράγματι, ὅλα ἔγιναν ὅπως ἤθελε ἡ Πολυξένη. Στίς 8 ἡ ὥρα ὁ κύρ Μανώλης κατηφόριζε τή μεγάλη κατηφόρα τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου. Στό βάθος, στό τέλος τοῦ μεγάλου δρόμου, φαινόταν ἤδη τό σπίτι του. Τότε συνέβη τό ἔκτακτο. Ἐκεῖ, σε κάποιο ἀριστερό στενάκι ὑπῆρχε τό μικρό ταβερνάκι τοῦ Φώτη τοῦ Κάβουρα. Κάβουρα τόν ἔλεγαν λόγῳ τῶν ἀργῶν κινήσεων μέ τίς ὁποῖες περπατοῦσε. Καλή καί ἄδολη καρδιά ὁ Φώτης, διατηροῦσε αὐτό τό μικρό κατάστημα, ὅπου μαζεύονταν οἱ ἄντρες τῆς γειτονιᾶς καί τά κουτσόπιναν τά βραδάκια. Ἐκεῖνο τό βράδυ, λόγῳ τῆς παραμονῆς, πελατεία δέν ὑπῆρχε, μόνο ἕνας, κι ὁ Φώτης πού περιδιάβαινε μέ τή ματιά του τούς διαβάτες τῆς κατηφόρας. Τότε εἶδε τόν κύρ Μανώλη.
– Γειά σου, Μανώλη, σπάνια σέ βλέπουμε πιά.
– Ναί, ἀπάντησε ὁ κύρ Μανώλης, οἱ δουλειές βλέπεις.
– Ἔλα νά τά ποῦμε γιά λίγο μέσα.
Ὁ κύρ Μανώλης κοντοστάθηκε. Ἡ Πολυξένη περίμενε στο σπίτι, ἀλλά κι ἡ πρόσκληση ἦταν πρόκληση. Τό σκέφτηκε. Θά καθόταν δέκα λεπτά καί μετά θά συνέχιζε. Δέκα λεπτά δέν ἦταν τίποτε. Μπῆκαν μέσα καί κάθισαν σέ μία γωνιά, μιλώντας γιά τά Χριστούγεννα. Γιά τήν πρωινή λειτουργία. Γιά τά τροπάρια πού θά εἶχε τό τυπικό καί ἄλλα παρόμοια. Εἶχαν σχεδόν ξεχάσει πώς στό κατάστημα ὑπῆρχε κι ἕνας, ὁ μοναδικός, πελάτης. Τόν θυμήθηκαν ὅταν ξερόβηξε, λίγο, λέγοντας σέ σπασμένα Ἑλληνικά:
Θέλω ἕνα ποτήρι ἀπ᾽ τό γλυκό κρασί. Καί σάν νά ἤθελε νά ἁρπάξει τήν εὐκαιρία εἶπε:
– Αὔριο ἐσεῖς οἱ ρωμηοί, ἔχετε μεγάλη γιορτή.
Οἱ δύο μας φίλοι στάθηκαν ἀμήχανοι, μ᾽ ἕναν τοῦρκο πάντα πρέπει νά εἶσαι κουμπωμένος. Ἐκεῖνος, σαν νά κατάλαβε, εἶπε:
Μέ λένε Τζεμίλ, μεγάλωσα σέ ρωμαίικο μαχαλά καί ξέρω κάτι λίγα ἑλληνικά. Εἶμαι μόνος, χωρίς οἰκογένεια, ξωμάχος τῆς ζωῆς. Σᾶς ρώτησα γιά τή γιορτή σας. Τί γιορτάζετε αὔριο;
Φαινόταν τίμιος καί εἶχε καθαρή ματιά. Ἔνιωθες ἐμπιστοσύνη. Ὁ κύρ Μανώλης πῆρε θάρρος.
– Νά, πῶς νά στο πῶ, αὔριο γεννήθηκε ἡ ἀγάπη. Ὁ Τζεμίλ σοβάρεψε πολύ.
– Πῶς γεννιέται ἡ ἀγάπη; Ἔχει πρόσωπο;
– Γι᾽ αὐτό γεννήθηκε ἀκριβῶς, ἐπειδή ἔχει πρόσωπο καί θέλει νά μᾶς δεῖ κατά πρόσωπο, ἀπάντησε ὁ κύρ Μανώλης. Καί συνέχισε:
– Ξέρεις; Ἡ ἀγάπη πού γεννήθηκε εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ὁ Τζεμίλ ἀντέδρασε.
– Ὁ Θεός οὔτε γεννιέται, οὔτε ἔχει πρόσωπο.
– Φίλε μου Τζεμίλ, εἶπε ὁ κύρ Μανώλης, γι᾽ αὐτό ἀκριβῶς εἶναι ἀγάπη, ἐπειδή καταδέχτηκε νά γεννηθεῖ καί νά μᾶς δεῖ στο πρόσωπό μας, μέσα μας, βαθιά μας. Θέλει νά βρεῖ τη λάμψη πού ἔχουμε μέσα μας καί νά τήν κάνει φωτιά.
Ὁ Τζεμίλ σώπασε. Ἄκουγε μέ προσοχή τόν κύρ Μανώλη. Ὁ Μανώλης, ὁ λουστραδόρος, εἶχε γίνει ὁλόκληρος μια φωτιά πού ἔλαμπε. Σώπασαν καί οἱ δύο. Μετά ἀπό ὥρα ψιθύρισε ὁ Τζεμίλ:
Κι ἀφοῦ ὁ Θεός σας εἶναι ἀγάπη ἐσύ πῶς θά μοῦ τό ἀποδείξεις;
Ὁ Μανώλης μάζεψε τά φρύδια καί εἶπε, ψιθυρίζοντας:
– Νά τ᾽ ἀποδείξω δέν μπορῶ μέ λόγια, ἀλλά μόνο ἄν χρειαστεῖ νά κάνω μιά θυσία γιά σένα, τότε θά τό καταλάβεις.
Ὁ Τζεμίλ εἶπε φωναχτά:
– Κάνε μια θυσία γιά μένα. Θέλω νά καταλάβω τήν ἀγάπη πού γίνεται ἄνθρωπος ἤ μάλλον νά καταλάβω πῶς εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὅταν ἔχει τήν ἀγάπη;
Ὁ κύρ Μανώλης δέν σκέφτηκε καί πολύ. Οἱ θυσίες δέν προγραμματίζονται, ἔρχονται ξαφνικά, ἀρκεῖ νά τίς ἀξιοποιήσεις. Κάθισε, ἐκεῖ, στό ταβερνάκι, ὅλη τή νύχτα μέ τόν Τζεμίλ. Δέν ἦταν δά καί τόσο δύσκολο. Κάθε μέρα ξενυχτοῦσε γιά νά φτάσει στη «λάμψη τήν ἐσωτέρα», γιά νά βρεῖ τήν κοινωνία μέ τόν ἄλλο.
Ἔτσι πέρασε ὅλη τή νύχτα καί τό πρωί τράβηξε γιά τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο γιά ν᾽ ἀκούσει: «Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός». Ἕνα ἦταν σίγουρο. Ἐκεῖνο τό βράδυ μέσα στό καπηλειό τοῦ Φώτη ἐγεννήθη ὁ Χριστός. Πάντοτε ἔτσι γεννιέται, στά ταπεινά καί στά μοναχικά. Γεννιέται ἐκεῖ πού ἡ λάμψη δέν εἶναι ἐξωτερική. Ἔτσι γιόρτασαν τά Χριστούγεννα ἐκεῖνα στην Πόλη. Ἔτσι πάντα τά γιορτάζουν. Μέ τή φωταυγή ἀχτίδα τοῦ ἐσωτέρου φωτός. Καί μετά ἔρχονται πάντα οἱ Ἡρῶδες. Καί στή διήγησή μας αὐτή, τό μαρτύριο γιά τόν κύρ Μανώλη ἦρθε ἀπό τήν Πολυξένη, τήν πολύπαθη καί κουρασμένη, πού ξεχνοῦσε ὅμως νά καταλάβει τή λάμψη πού εἶχε κοντά της, τόν κύρ Μανώλη, ἕνα ἀκόμη σημεῖο τῆς φανέρωσης τοῦ Κυρίου πάνω στή γῆ.

 https://www.olympia.gr/436775/ellada/ta-christougenna-tou-kyr-manoli-stin-po/

15 Δεκεμβρίου 2024

Ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα του Άντον Τσέχωφ

 Ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα του Άντον Τσέχωφ

14 Δεκεμβρίου 2024

Ο ΧΑΡΑΜΑΔΟΣ του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1851 – 1911)

Ο ΧΑΡΑΜΑΔΟΣ
του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
(1851 – 1911)

Χριστούγεννα έμελλον να κάμουν, το έτος εκείνο, εις το παλαιόν βραχοκτισμένον θαλασσοδαρμένον Κάστρον, κατέναντι του αγρίως μαινομένου πελάγους, εις τα κράτη του Βορρά; Δυστυχισμένη χρονιά εκείνη. Δύο χιλιάδες γίδια και πρόβατα είχαν ψοφήσει από τα ολίγα κοπάδια της μικράς νήσου, μέσα εις τα χειμαδιά των ποιμένων και βοσκών, από το τρομερόν ψύχος, από τα χιόνια τα πρώιμα, οπού εσκέπασαν τους λόγγους και τα βουνά, έως τους βουβώνας το ύψος. Τρόφιμα άλλα δεν υπήρχον, ειμή ελαίαι και παστά οψάρια. Τ’ αμπέλια δεν είχον καρποφορήσει. άγνωστος πρωτοφανής νόσος είχε βλάψει τα σταφύλια. Τας τελευταίας σταγόνας του οίνου της χρονιάς, ολίγον λάκυρον νεροπλυμένον το οποίον είχον κάμει το έτος εκείνο, τας είχον πίει προ δύο ή τριών ημερών ο Νικολός το Πιτς και ο αχώριστος φίλος του, ο Αντώνης της Γαλοντζίτσας, εις το καπηλείον του Γιαννιού της Στέργαινας. και τώρα, οπού εξημέρωναν Χριστούγεννα, με τον ουρανίσκον στεγνόν, έμειναν αγρυπνούντες εις το μικρόν καπηλείον, το σύνθετον και από καφενέν, το οποίον έμεινεν ανοικτόν εξαιρετικώς την νύκτα εκείνην, μέχρι της ώρας καθ’ ην έμελλε να σημάνη ο Όρθρος και η Λειτουργία των Χριστουγέννων. Πού η εποχή εκείνη, καθ’ ην παντοίοι κορσάροι, Τούρκοι, Αφρικανοί, Γενοβέζοι, περιεκάθιζον το μικρόν παραθαλάσσιον φρούριον – και όμως οι τότε άνθρωποι ήσαν ευτυχείς, χωρίς να το ηξεύρουν! 

Η σιδηρόπορτα πάντοτε κλειστή, η κινητή γέφυρα ανεβασμένη. είχον αφθόνους τροφάς, κ’ έπινον νερόν από μίαν στέρναν. κ’ επειδή εφείδοντο του νερού, όταν επρόκειτο να κτισθή τοίχος αυλής ή μικρά καλύβη, κατεσκεύαζον την λάσπην με κρασί – καθώς διηγούντο οι γεροντότεροι – και αυτοί το είχον εξ ακοής – και όλοι έλεγαν ότι το πιστεύουν. Πού η αφθονία εκείνη εις όλα τα πράγματα; Ευλογημένος καιρός! Σήμερον, ο Νικολός το Πιτς, και ο φίλος του, ο Αντώνης της Γαλοντζίτσας, ησθάνοντο ξηρόν το φάρυγγα, ενώ εξημέρωνε τέτοια μεγάλη και φαιδρά εορτή, χρονιάρα μέρα! Αφού έπαυσαν τα φαναράκια να περιφέρωνται, και τα παιδία που έψαλλον το «Χριστούγεννα – Πρωτούγεννα» επήγαν να κοιμηθούν, κ’ εσβήσθησαν όλα τα φώτα, και ο βορράς εμαίνετο και αντήχει ο πλαταγισμός των κυμάτων κάτωθεν του βράχου, έμεινε το καπηλείον με τας δύο πενιχράς καπνώδεις λυχνίας του, με την θύραν βλέπουσαν προς το πέλαγος, εις το ύψος όπου ίστατο το παμμέγιστον «Κανόνι της Αναγκιάς», κατά το βόρειον άκρον του Κάστρου. Δύο ή τρεις άλλοι θαμώνες έκλινον την κεφαλήν εις τα τραπέζια κ’ ενύσταζον ο κάπηλος, όρθιος παρά το κυλικείον, αφήκε μέγαν ρογχασμόν. Ο Νικολός το Πιτς κι ο Αντώνης της Γαλοντζίτσας εξήλθον ν’ αγναντέψουν το μαύρον πέλαγος, από της Αναγκιάς το Κανόνι. Τούτους ηκολούθησε μετ’ ολίγον δια να ξενυστάξη κι ο ίδιος ο καφετζής.
                                                                **************
Ανάμεσα εις τα χορεύοντα κύματα, εις το έρεβος της νυκτός και το χάος, ο Νικολός κι ο φίλος του είδαν έξαφνα έν φώς μικρόν ως λαμπυρίς να σείεται, ν’ αφανίζεται, και πάλιν ν’ ανακύπτη. Κάποιον πλοίον αγωνιούσε κ’ επαράδερνεν εκεί, εις το μαύρον πέλαγος.
-Να ένα καΐκι, είπεν ο Νικολός το Πιτς.
-Καράβι μεγάλο είναι, είπεν ο υιός της Γαλοντζίτσας.
-Μεγάλο, μικρό… η φουρτούνα το σπρώχνει κατά δω.
-Ξυλάρμενο; είπεν ο άλλος.
-Ποιος μπορεί να διακρίνη;
Παρήλθον ολίγα λεπτά της ώρας.
Το πλοίον είχε πλησιάσει. Εφαίνετο να έχη κατεβασμένα τα πανιά. Ηκούσθη κρότος αλύσεως.
-Να, άραξε, είπεν ο Νικολός το Πιτς. Θέ μου, και να ήτον φορτωμένο κρασιά;... Ο Χριστός το στέλνει.
-Να έχη και τίποτα ξηροτύρια στ’ αμπάρι του! παρετήρησεν ο Αντώνης της Γαλοντζίτσας.
-Να έφερνε και κάμποσα κεφάλια γιδοπρόβατα για σφάξιμο! προσέθεσεν ο Γιαννιός της Στέργαινας.
                                                                     *************
Προ έτους και πλέον, ο καπετάν Ηρακλής ο Καλούμπας, με την ωραίαν μεγάλην σκούναν του, είχεν αποπλεύσει από την Σαλονίκην, δια να εκφορτώση έν υπόλοιπον του εκ λιθοκόλλας και οικοδομικού υλικού φορτίου του εις ένα δυτικόν αιγιαλόν του λαιμού της Κασσάνδρας, εντός του Θερμαϊκού κόλπου. Είχε λάβει επί του πλοίου του ένα ή δύο Εβραίους βοηθούς δια την εκφόρτωσιν, επειδή η επιχείρησις εγένετο από μέρους της ισραηλιτικής κοινότητος της Σαλονίκης.
Ο Εβραίος φορτωτής και ο υπάλληλός του δεν ήλπιζον να φθάσωσι τόσον γρήγορα εις το τέρμα του πλού.

Ήτο Σάββατον, έφθασαν προ μεσημβρίας, και ο καπετάν Ηρακλής επέμενε ν’ αρχίση αμέσως η εκφόρτωσις. Ήτο περί τα μέσα του φθινοπώρου, οι καιροί ήσαν θυμωμένοι, και κατά πάσαν νύκτα σφοδρότατοι απόγειοι άνεμοι έπνεον. Το μέρος ήτο αλίμενον. Ήτο κίνδυνος, αν έμενον την νύκτα, ο άνεμος και τα κύματα να ξεσύρουν την άγκυραν, να ξουριάσουν το πλοίον, και τότε… καλό ξεπλάτισμα! όπως λέγουν οι ναυτικοί. Ο Εβραίος ηρνήθη να δώση χείρα εις την εκφόρτωσιν εν ημέρα Σαββάτου. Δεν ήξευρεν, ο Τσιφούτης, ότι «έξεστιν εν Σαββάτω αγαθοποιείν», και δεν ήξευρεν ότι «Κύριός εστιν ο Υιός του Ανθρώπου και του Σαββάτου». Ήξευρε μόνον να σώζεται, με τον κόπον των Ελλήνων ναυτικών, πλέων εν ημέρα Σαββάτου. Πώς δεν τους διέτασσε (του έλεγεν ο καπετάν Ηρακλής) να αράξουν καταμεσής στο πέλαγος, εις βάθος διακοσίων οργυιών, δια να μη αρμενίζουν το Σάββατον; Άλλως και δια να αράξουν μόνον εχρειάζετο κόπος, εργασία. Αλλ’ ήτο, ως φαίνεται, γνήσιος απόγονος εκείνων, οίτινες το πάλαι διύλιζον τον κώνωπα και κατέπινον την κάμηλον.
Ο πλοίαρχος εθύμωσεν, ηγανάκτησε, και δυστυχώς, ως ελέχθη, ίσως παρεξετράπη κατά του Εβραίου. Τον υπάλληλόν του τον υπεχρέωσε δια της βίας να εργασθή, εξεφόρτωσεν όπως ηδυνήθη και απέπλευσε.
                                                                       **************
Την άλλην χρονιάν, μεσούντος του Δεκεμβρίου, ο καπετάν Ηρακλής, προερχόμενος από τα Μπογάζια, και το Δεδεαγάτς, φέρων και τινα εξαίρετα κασκαβάλια της Αίνου, επλησίασεν εις την Λήμνον, εφόρτωσεν ωραία κοκκινωπά κρασιά, κ’ έπλευσεν εις Θεσσαλονίκην. Η Εβραϊκή Κοινότης ηρνήθη να δεχθή και να εκφορτώση τα πράγματα, τα οποία ήσαν προωρισμένα εις παραλαβήν αυτής. Απηγόρευσεν εις όλους τους εργάτας της, εκφορτωτάς, αχθοφόρους, αμαξαγωγούς, Εβραίους ή όχι, να συντελέσωσιν εις την εκφόρτωσιν.
Ο καπετάν Ηρακλής δεν ήξευρε τίποτε, δι’ ό,τι είχε συμβή από πέρυσιν έως εφέτος. Εν τω μεταξύ, η Κοινότης τον είχε κάμει χαραμάδον, ήτοι αποσυνάγωγον, μεταξύ των Ελλήνων εμποροπλοιάρχων.

Ο καπετάν Ηρακλής δεν ηθέλησε ούτε να ενεργήση τι, ούτε εις το Προξενείον να προσφύγη. Επειδή ήρχοντο Χριστούγεννα δεν εμελέτα μεν να πλεύση εις την γενέθλιον νήσον του, δια να εορτάση, αλλ’ ενδομύχως ηύχετο να έστελλεν ο Θεός ένα καλόν βορράν δια να πωλήση τα κρασιά οπουδήποτε (τα οποία ήξευρεν ότι εκόστιζαν πάμφθηνα εις τον έμπορόν του) και έπειτα μίαν καλήν νοτιάν δια να ποδίση και μεταβή εις την πατρίδα του. Δεν ήξευρεν, επειδή προ πολλού δεν είχε λάβει γράμματα εκείθεν, ότι ακριβώς δια το είδος αυτό του τερπνού εμπορεύματός του, υπήρχε μεγάλη δίψα εις όλους τους ουρανίσκους και τους φάρυγγας των νυκτερινών θαμώνων του καπηλείου, επάνω εις το Κανόνι της Αναγκιάς… εκεί ήτο η πατρίς του. 

Απέπλευσεν από την Σαλονίκην, και έλεγε μέσα του: «Να μην πιάση η κατάρα των Τσιφούτηδων! Να μην τους περάση!» Διασκέδασον την βουλήν του Αχιτόφελ, Κύριε ο Θεός μου!
Ανοικτά από την Κασσάνδραν εύρε δύο μεγάλα πλοία, βαρυφορτωμένα από αρνία πρώιμα κ’ ερίφια. Ηγόρασεν εξ αυτών είκοσι κεφάλια. Όπως ευχήθη, ούτω σχεδόν έγινε. Την πρώτην νύκτα έστειλεν ο Θεός ελαφρόν βορράν. Την δευτέραν εσπέραν έπνευσεν σφοδρός νότος.
Επόδισε την νύκτα και κατέπλευσεν εις το παλαιόν βραχοκτισμένον και θαλασσοδαρμένον Κάστρον.
Άμα εξημέρωσε, και έπαυσεν ο άνεμος, εξεφόρτωσε τα είκοσι κεφάλια αρνία κ’ ερίφια, τα εξαίρετα τυριά της Αίνου, κ’ επώλησε προς είκοσι λεπτά την οκάν το κοκκινωπόν αφρώδες ποτόν.

Κ’ έτσι έκαμαν καλά Χριστούγεννα, και ο πλοίαρχος εις την εστίαν του, κι ο Νικολός το Πιτς, κι ο Αντώνης της Γαλοντζίτσας, κι ο Γιαννιός της Στέργαινας, και όλοι οι κάτοικοι του βορεινού θαλασσοδαρμένου χωρίου

 O Π υ ρ σ ό ς
Δ Ε K E Μ Β Ρ Ι Ο Σ  2 0 1 0

 

10 Δεκεμβρίου 2024

Χριστουγεννιάτικη ιστορία της Βάβως !

Χριστουγεννιάτικη ιστορία της Βάβως | Ήταν και τότε Χριστούγεννα. Μαγικά και όχι εμπορικά

Γράφει  η Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά*

 Ήταν παλιά, πολύ παλιά… εκει στην Παραμυθιά.

Τα σπίτια φωτίζονταν με τις λάμπες πετρελαίου αυτές τις ωραίες μπρούτζινες, με τα λαμπόγιαλα, που πολλές φορές είχαν πάνω τους υπέροχα κεντήδια, ή τις γυάλινες και κείνες με λαμπόγυαλά, με ένα ντενεκέ στρογγυλό πίσω και μια συρμάτινη θηλιά με την οποία κρέμονταν στον τοίχο.

Στα πιο φτωχά σπίτια φωτίζονταν με λαδοκάντηλα,(μπρούτζινα βαριά ή ντενεκεδένια που έκαναν στην πόλη μας) εκεί που είχαν λάδι ή με καντήλια λίπους που τα έκαναν οι γυναίκες μόνες τους. Έστριβαν βαμβάκι και το έκαναν φιτίλι. Είχαν ένα ντενεκέ μικρό από κονσέρβα, στον οποίο έβαζαν το λίπος που είχαν από τα σφαχτά, αφού είχαν βάλει το φιτίλι. Αυτά κρατούσαν μέρες αναμμένα. Βέβαια είχε και έτοιμο φιτίλι που το αγόραζαν με τον πήχη.

Επίσης ο φωτισμός γίνονταν και με κεριά χοντρά ή λεπτά σαν της εκκλησίας που έμπαιναν στα μπολιτσάκια που είχαν τα σπίτια δίπλα στο Τζάκι. Αυτό μας δίνει μια διαφορετική εικόνα των γιορτών. Φώτα, δένδρα, μπιχλιμπίδια δεν είχε.

Μα πως θα γιόρταζαν εκείνοι οι άνθρωποι τα Χριστούγεννα; Σαν Χριστούγεννα, σαν Χριστούγεννα. Χριστούγεννα δεν σημαίνει, στολίδια μπιχλιμπίδια, γλέντια και φαγοπότι, ποτά και αξημέρωτα γλέντια.

Χριστούγεννα σημαίνει, οικογένεια, χαρά, πνευματική ανάταση στον ερχομό του Κυρίου μας. Δηλαδή τι, δεν υπάρχει χαρά στη θρησκεία μας; Δεν υπάρχει χαρά στην οικογένεια; Στη δημιουργία;

Στον τόπο μας τον ορθόδοξο, η χαρά είναι πολύ μεγαλύτερη από τα κενά πάρτυ και από τα ρεβεγιόν της πολυφαγίας, και της κενότητας. Τα Χριστούγεννα τότε ήταν μια προετοιμασία για να δεχθούμε στο σπίτι μας τον Χριστό μας. Και αν το σπίτι μας σε κάθε επισκέπτη είναι στολισμένο και μεις καλοντυμένοι, πως θα πρέπει να είμαστε όταν περιμένουμε την επίσκεψη του Χριστού μας;

Τότε που δεν είχαμε φώτα, δένδρα και ψεύτικα πλαστικά στολίδια που μοιάζουν αληθινά, μα είπαμε αυτά είναι ψεύτικα, και μεις ζούσαμε τα αληθινά, τη μεγάλη γιορτή των Χριστουγέννων.

Τότε οι μανάδες φρόντιζαν τα παιδιά τους να πηγαίνουν στον εσπερινό που τούτες τις ημέρες είναι καθημερινός. Μετά έβαφαν με χρωματιστό ασβέστη μπλε και ώχρα, όχι μόνο τις σκάλες και τα πεζοδρόμια, μα και τους ντενεκέδες που πολλές φορές τους ζωγράφιζαν με λουλούδια και πουλιά.

Στα σπίτια στρώνονταν τα καλύτερα και η προετοιμασίες ήταν και εσωτερικές μιας και όλοι μικροί μεγάλοι νήστευαν και εξωτερικές γιατί ο επισκέπτης είναι μοναδικός.

Τα παιδιά προετοίμαζαν τις ομάδες που θα έλεγαν τα κάλαντα. Ήταν υπέροχα να τα ακούς όλες τις μέρες να φροντίζουν τα καλύτερα κουδούνια, τα καλύτερα τρίγωνα, τις τζαμάρες, τις φλογέρες και τις φυσαρμόνικες. Οι μανάδες φρόντιζαν ακόμα να είναι έτοιμα τα σκουτιά που θα φόραγαν στην εκκλησιά και στα κάλαντα.

Πολλές φορές κρεμασμένα στην πόρτα σε μια κρεμάστρα ξύλινη με γάντζους, και κρεμάστρες από καθαρισμένα ξύλα ντυμένες με κουρέλια και μια θηλιά να τις κρεμάμε. Καλές κρεμάστρες είχαμε μόνο για τα ρούχα του πατέρα και της μάνας μας.

Τα φαγητά των Χριστουγέννων ήταν χοιρινό με φασόλια, κατσίκι στη γάστρα με πατάτες η με ρύζι, κότα σούπα ή κότα πίτα. Και πολλά άλλα φαγητά έκαναν, όμως από ένα φαγητό μια πίτα, ένα γλυκό εκτός από τις δίπλες τα μελομακάρονα, τους κουραμπιέδες που έκαναν κοφίνια, γιατί όποιος έρχονταν επίσκεψη αφού έτρωγε ένα γλυκό έπρεπε να πάρει κι άλλο τυλιγμένο σε ένα κομμάτι εφημερίδας, και ο κουραμπιές μπαίνει εύκολα.

Εκείνο που έκαναν όλες οι γυναίκες ήταν τα ψωμιά, τα πρόσφορα και τα χριστόψωμα που ήταν κεντημένα με μια κονταρίτσα και ήταν εικόνες από την καθημερινή μας ζωή, τα ζώα την τυροκόμηση, τα σπαρτά. Έκαναν πολλά ψωμιά και για κείνους που δεν είχαν στάρι και είχαν καλαμπόκι. Βέβαια και τότε πολλές οικογένειες που ήταν με πολλά άτομα έκαναν κοτόπουλα στο φούρνο ή τη γάστρα και κοτόπουλο σούπα καθώς και κοτόπιτα ή κοτοπιτάκια (βλέπεις όλα τα σπίτια είχαν κότες), που ήταν για μεζέ, όπως τα μπουρεκάκια, τα τυροπιτάκια κλπ. Αυτά δεν χαλάν όπως και τα γλυκά κρατάν τρεις τέσσερις μέρες τα γλυκά κρατάν μήνα και, βλέπεις η ζάχαρη είναι συντηριτικό…

Σε όλη τη νηστεία έκαναν λαχανόπιτες, κολοκυθόπιτες ή μπατσαριές ορφανές χωρίς τυρί, μπόλια, όσπρια και πατάτες βραστές τις μέρες που δεν έτρωγαν λάδι, ήταν και τα λεφτόκαρα ή οι μπασμάδες που μασουλάγαμε με ψωμί συνέχεια.. ελιές τουρσιά, πολλά…ήταν πάνω στο τραπέζι για να μην ανοίγουν τα ντουλάπια και μπαίνουν σε πειρασμούς και τα δέντρα της πορτοκαλιάς είχαν γλυκάνει τα ωραία τους πορτοκάλια που τα τρώγαμε σαν φαγητό με ψωμάκι…Και επειδή είχαμε πολλά δίναμε και στους γειτόνους μας που δεν είχαν. Και κείνοι μας έδιναν ότι δεν είχαμε εμείς.

Στα γλυκά πολλές οικογένειες είχαν το μπακλαβά και το κανταΐφι λίγους κουραμπιέδες και δίπλες. Και η μάνα μας έκανε μπακλαβά όλη τη σαρακοστή.

Το γλυκό όμως των Χριστουγέννων που έκαναν όλα τα σπίτια ήταν τα σπάργανα του Χριστού που τα έκαναν με μεγάλη ιεροτελεστία. Έπρεπε από μέρες να βρουν την πλάκα, μια μαυρόπλακα που αφού την έπλεναν την έκαιγαν να δουν αν αντέχει, γιατί μερικές έσπαγαν.
– Άει ωρέ καμάρι μου να πάρεις μια καλή πλάκα να μη μας σπάσει, έλεγαν οι μάνες στα παιδιά και κείνα έτρεχαν στις πλακαριές να βρουν την καλύτερη.

Το βράδυ σούρωπο, πολύ πριν τις επτά, θα έτρωγαν τούτα τα σπάργανα του Χριστού, θα κοιμώνταν ύστερα λουσμένα καθαρά, και (τη νύχτα,) το πρωί, θα μεταλάβαιναν στον Αι’νικόλα που θα πηγαίναμε να λειτουργηθούμε, να μην είμαστε αλειτούργητοι.

Οι μάνες σταύρωναν το αλεύρι το καθάριο, το καλοσιτισμένο, να μην έχει πίτουρο καθόλου να το κάνουν φαρίνα, μετά τραγουδώντας, το ελάτε εδώ να κάνουμε, τα σπάργανα για το Χριστό, έκαναν ένα κουρκούτι λεπτό σκέτο μόνο αλεύρι νερό και λίγο αλάτι. Όταν η πλάκα ήταν έτοιμη έριχναν το χυλό να σκεπάσει την πλάκα σαν ύφασμα. Μόλις έκανε τρύπες τη γύριζαν ίσα ίσα να ακουμπήσει την πλάκα και την έβγαζαν με μια ξύστρα (σιδερένιες σπάτουλες που τις έκαναν οι σιδεράδες) να τη βάλουν στο ντεψί. Εκεί αν ήταν πολλά τα παιδιά στέκονταν ο πατέρας να την κόψει σε ίδια κομμάτια και να τη μοιράσει. Μετά η μάνα έλεγε. Σιγά, σιγά, αν τις φάτε όλες δεν θα τις φάτε με σιρόπι. Και κει δεν ξαναζητάγαμαν. (Φαντάζομαι και στα άλλα σπίτια)

Τότε έβαζε τις τηγανίτες στο ταψί σκορπίζοντας από πάνω καρύδια. Όταν τελείωναν όλες τις χάραζε ο πατέρας σταυρωτά με ένα μεγάλο μαχαίρι (σε πολλά σπίτια με το μαυρομάνηκο σουγιά) ενώ εμείς περιμέναμε γεμάτα λαχτάρα τις τηγανίτες μας, τα σπάργανα του Χριστού μας. Η μάνα τις σιρόπιαζε και τις σκέπαζε με ένα σινί, για λίγο να ρουφήξουν το σιρόπι που ήταν μέλι πολλές φορές με λίγο νερό, χωρίς ζάχαρη. Η ζάχαρη ήταν ακριβή. Τότε κι αυτοί που δεν είχαν μελίσσια έβρισκαν άγρια στο δάσος και έπαιρναν το μέλι ή το άλλαζαν με τσίπουρο ή λάδι.

Έβαζαν στα σαγάνια (τα είχαν σαν πιάτα,) το κομμάτι του κάθε ενός, το έτρωγαν και νωρίς έπεφταν για ύπνο. Τραγούδαγαν τότε στα σπίτια το βράδυ "το Σήμερον της σωτηρίας ήμων το κεφάλαιο" ή το η Παρθένος. Η μάνα έβαζε στη φωτιά το φαγητό ή τα φαγητά να σιγοψηθούν γιατί αύριο είναι μεγάλη γιορτή.

Το πρωί, νύχτα τζατ, με φακό ή ένα ξύλο αναμμένο έπαιρναν το δρόμο για τη μεγάλη εκκλησιά οι πιο πολλοί, για τον Άγιο Νικόλα εμείς, καθαρά με ωραία ρούχα με ζακέτες που έπλεκαν οι μανάδες μας, με την προσμονή της θείας κοινωνίας, την ευλογία από τον παπά μας, τις ευχές χρόνια πολλά να σου ζήσει ο Χρήστος, να χαίρεσαι τη Χριστίνα κλπ με καινούρια ή με παλλιά καλογυαλισμένα τα παπούτσια μας και μπαλωμένα πολλές φορές από τον τσαγκάρη, είχαμε μια μεγάλη λαχτάρα να πάρουμε τη θεία κοινωνία. Να μεταλάβουμε.

Την προηγούμενη είχαν πει τα αγόρια τα κάλαντα, πολλές φορές και τα κορίτσια. Τα χρήματα πήγαιναν στα ορφανά ή στα παιδιά πολύτεκνων οικογενειών που δεν είχαν, ή στα παιδιά του οικοτροφείου. Κάναμε και μεις την καλή μας πράξη.

Γυρίζοντας από την εκκλησία τρώγαμε κοτόσουπα, κουραμπιέ και πηγαίναμε να συνεχίσουμε τον ύπνο μας ευτυχισμένα, σε λίγες ώρες θα έχουμε στο σπίτι γιορτή γιορτάζει ο Χρήστος μας.

Επειδή δεν είχαμε σχολείο χαιρόμαστε διπλά, γιατί μπορούσαμε να παίζουμε όλη μέρα με τους φίλους μας καινούρια παιχνίδια με τα λεφτόκαρα, την καινούρια μας μπάλα ή κάτι φθηνά κοτοπουλάκια, χνουδωτά κίτρινα, που τα έκανε η θεία μας η Αθηνά και δεν τα αγόραζε…

Πολλά παιχνίδια μας έκανε η θεία μας η Αθηνά, η Γιωργίτσα μας έκανε μόνο ρούχα.

Ο κόσμος ήταν ντυμένος καλά και πήγαιναν επισκέψεις σε όλους. Πρώτα όμως πήγαινε ο παπάς μας να ευλογήσει το σπίτι. Να δεις πόσο όμορφα ήταν τα κορίτσια με τις πλεξίδες τους στολισμένες με κοκαλάκια ή φιόγκους, και τα αγόρια λεβέντες και καμάρι οι γονείς για τα βλαστάρια τους.

Χοροί στήνονταν στις γειτονιές και πανηγύρια να μην ξεχνάμε πως όλες τις μέρες και της νηστείας ακόμη, είναι βαριές γιορτές. Ένα γραμμόφωνο ή ένα ραδιόφωνο ήταν ότι πρέπει, μα κι αν δεν είχαν δεν ήταν τίποτε, οι γέροι τραγουδούσαν και οι νέοι χόρευαν.

Έτσι περνούσαν τότε τα Χριστούγεννα με άλλα ήθη και άλλα έθιμα, εκκλησία, αγάπη, οικογενειακή θαλπωρή, παιχνίδια οικογενειακά τα βράδια με μεζεδάκια, ένα τσίπουρο οι άνδρες, ένα κομμάτι πίτα γλυκά και λικέρ οι γυναίκες και τα παιδιά κουραμπιέδες ή μελομακάρονα. Και γλέντι με τα δικά μας δημοτικά τραγούδια που τότε έπαιζε και το ραδιόφωνο.

Χρόνια πολλά παιδιά μου. Χρόνια ευλογημένα !


*H Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά, είναι συγγραφέας, ποιήτρια, βραβευμένο μέλος 
της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών  και μέλος της Διεθνoύς Εταιρείας Ελλήνων
Λογοτεχνών

6 Δεκεμβρίου 2024

ΠΡΟΠΕΡΣΙΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ - Του Κ. Κρυστάλλη (1868 – 1894)

 

ΠΡΟΠΕΡΣΙΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ


(Το αφήγημα που ακολουθεί είναι γραμμένο στα 1892 κι εξιστορεί ένα περιστατικό
από τα τουρκοκρατούμενα Γιάννενα, όταν «ξανάνοιξαν», ανήμερα των Χριστουγέννων, οι εκκλησίες, που η λειτουργία τους είχε απαγορευθεί το 1890.) 

Του Κ. Κρυστάλλη
(1868 – 1894)



Επεινάσαμαν κι αλειτούργητοι οι μαύροι εστρώσαμαν το γιόμα να φάμε. Άλλους καιρούς επασχάζαμαν κι εμείς νύχτα, σαν εγυρνούσαμαν από την εκκλησιά το πρωί. Φέτο, όπου δεν είδαμαν εκκλησιά, ούτε για φαΐ μας πήγαινε ο νους, ακαρτερώντας τη νύχτ’ απ’ ώρα σ’ ώρα, τον σήμαντρο και τον κράχτη. Κι από την αγρύπνια αυτή μάς εγένονταν αγλέουρας το φαΐ μέσα και κάθε χαψιά έπεφτε σαν μολύβι βαριά στο στομάχι μας.
Έξαφνα, μέσ’ στο φαΐ απάνου, έν’ απέραντο και δυνατό σημανταριό ανατάραξεν όλην την πόλη μας.
-Κάτι κακό θάρχεψε, λέει ο πατέρας και κοντοστέκεται με τη χαψιά στο στόμα του.
-Χριστός και Παναγιά! Σταυροκοπιέται η μάνα. Εμείς τα παιδιά επανιάσαμαν. Και μονομιάς χλαλοή και τρεχάματα επλημμύρισαν τους δρόμους. Πετιούμαστε με τον πατέρα στο δρόμο να μάθουμε.
Όλ’ έτρεχαν κατά την Μητρόπολη. Τους πρώτους που απαντούμε τους ρωτάμε τι γίνεται.
-Ανοίγουν οι εκκλησιές, μας λέγουν.
-Και πώς ανοίγουν; Με το στανιό;
-Μωρ’ τι με το στανιό, που νικήσαμαν! Πήραμαν τα προνόμια.
-Πήραμαν τα προνόμια! Πήραμαν τα προνόμια! Πήραμαν τα προνόμια!
Τώρα αυτός ο λόγος επέταε στα στόματα όλων κι όλοι ετρέχαμαν κατά τη Μητρόπολη! Εκεί ηύραμαν ολάνοιχτες της εκκλησιάς τες πόρτες κι αναμμένα τα καντήλια και τα πολύφωτα και τους κηροστάτες.
Είχε γιομίσει κόσμον η εκκλησιά και μέσα και στην αυλή ακόμα. Οι εικόνες δεν επρόφταιναν να πάρουν ανασπασμούς. Ο ουρανός άρχιζε να ξεκαθαρίζη απάνου. Ξεσυγνέφιασαν και οι όψες των χριστιανών, όπ’ έλαμπαν τώρα χαρούμενες κι αυλακωμένες κάπου κάπου από δάκρυα. Και μέσα από την ψυχή τους ωσάν λιβάνι ανέβαινε στα ουράνια η μυστική δέηση τούτη:
-Θε μου, δόσε πάντα δύναμη της εκκλησιάς να βγαίνη από ολούθε νικήτρια, δόσε κι εμάς θάρρος των μαύρων και μεγάλη καρδιά να φτουράμε της σκλαβιάς μας τους κατατρεγμούς και τες καταφρόνησες, ως που να σωθούν καμιά μέρα οι αμαρτίες μας κι ως που να δούμε άστρο ελευθεριάς το Χριστουγεννιάτικο τ’ άστρο…

21 Δεκεμβρίου 2023

Την παραμονή Του Χριστού, τα μεσάνυχτα !

 Οση γαλήνη και να κάνη, οση καλοκαιρία και αν υπάρχη, πάντα στις δώδεκα τα μεσάνυχτα κάθε παραμονής Χριστουγέννων θα ιδήτε εδω τη θάλασσα να φουσκώνη, να αφρίζη χωρίς βοή και αντάρα και να γεμίζη ασπρα κύματα, λέτε και ειναι κοπάδια πρόβατα, που βόσκουν σε λιβάδι. Και πάλι, σιγά-σιγά, τα κύματα σβήνουν και χάνονται στα βάθη του πελάγου.....

Ετσι μας ελεγεν ο μπάρμπα Ηλίας ο Σερεμέτης, στρίβοντας με τα ροζάριακα, χονδροπετσιασμένα χέρια του σιγάρο. Και εξακολούθησε:
-Και μη θαρρείτε πως ειναι τα πεύκα τότε, που βουίζουν εδώ...Ειναι ο βοσκός, που σαλαγάει τα πρόβατα επάνω κάτω στο περιγιάλι... Εμείς το ξεύρουμε πάππου προς πάππου και το είδαμε με τα μάτια μας...
Απίθωσε το σιγάρο στο πλαίσιο του παραγωνιού, οπου εσπιθοβολούσαν τα λιόκλαρα, και εσταυροκοπήθηκε μ' ευλάβεια. Το πρόσωπό του, που το ειχαν ψήσει η άλμη το λιοπύρι και τα ξηροβόρια, ανυψώθηκε με μιάν ενατένιση κάποιας οπτασίας. Και τα μάτια του, που τα εσκίαζαν πυκνά, ακατάστατα φρύδια, επήραν μιάν ημερότητα και μιάν αγαλίασι, ωσάν να εβλεπαν στα Θεοφάνεια ολάνοικτο τον ουρανό....
-Ετσι ειναι, ειπε, ξαναπαίρνοντας το σιγάρο και τραβώντας βαθειές ρουφηξιές...Μου τα ελεγεν η κυρούλα μου...Εκαθόμουνα δίπλα της και αρχιζε την ιστορία:
-Το βλέπεις εκείνο εκεί το χάλασμα στην πέρα ράχη, επάνω απο της Μπίγλαινας το λιοστάσι; Εκεί ηταν τότε η στάνη του Χριστόγιωργα με τ΄ονομα, του πρώτου αρχιτσέλιγγα του τόπου...Γιατί τότε δεν ειχαν τίποτε εδώ, μηδέ λιοστάσια, μηδέ χωριό...Ερχονταν, βλέπεις, οι "φούστες" με Αλγερίνους και εσκότωναν τα παλληκάρια και επαιρναν απο τα σπίτια ο,τι εύρισκαν....Γι' αυτό και το χωριό ητο υψηλά στην Παλιοχώρα και ειχε βίγλες, που εφύλαγαν και εδιναν είδησι.
Και οταν εφαίνονταν οι φούστες στο γιαλό, οι εξωμερίτες όπου φύγη φύγη...Ακουες θρήνο τα παιδιά και χάρχαλο τα πράγματα. Και ετρεχαν να κρυφθούν στο φρούριο...Ας ειναι...
Που λές, σ' εκείνο το χάλασμα επάνω στην πέρα ράχη ητο η στάνη του Χριστόγιωργα. "Ειχε χιλιάδες πρόβατα και μυριάδες γίδια", που λέγει το τραγούδι... Μα ηταν ανθρωπος σκληρός και απόνετος και δεν εκαμνε καλό σε ανθρωπο. Μια βραδιά, που λές, μια παραμονή του Χριστού, κάποιος επήγε και κτύπησε τη θύρα του. Οι σκύλοι, που έσκιζαν ανθρωπο, ούτε εσκουξαν ούτε αγρίεψαν. Μόνο επήγαν και συμμαζεύτηκαν στα πόδια του Χριστόγιωργα.
-Ποιός ειναι αυτού; εξεφώνησεν εκείνος αγριεμένος. Ποιός εισαι; Τι γυρεύεις τέτοια ώρα;
-Αν εισαι χριστιανός, ανοιξε , αποκρίθηκε μια φωνή. Μ΄επιασε η νύχτα και το κρύο και δεν δεν ηξεύρω που να πάω. Εχιόνιζε κι όλας, εξέχασα να σου το ειπώ.
-Τράβα το δρόμο σου και εδώ δεν ειναι χάνι, εξεφώνησε ο Χριστόγιωργας και εχούγιαξε τα σκυλιά. Μα εκείνα δεν εκουνήθηκαν !
-Για την αγάπη του Χριστού, που γεννιέται τώρα, ειπε παρακαλεστά η φωνή, ανοιξε, δε βαστώ πιά...Μα πού ν' ανοίξη !
-Σύρε στο δρόμο σου, ξαναείπε αγριεμένα.
-Για την αγάπη του Χριστού, ανοιξε, ειπε πάλι η φωνή. Μα πού εκείνος!....
Κι εξαφνα ακουσε ποδοβολητό των αρνιών, ωσάν να εβγαιναν απο το μαντρί. Και η θύρα ανοιξε μόνη της κι εβγήκαν εξω τα σκυλιά. Στην κατηφοριά, ωσάν φεγγερή σκιά, κατέβαινε ο ξένος. Και οπίσω του ακολουθούσαν τα πρόβατα... Μπροστά ο ξένος και πίσω αυτά και παραπίσω ο Χριστόγιωργας φωνάζοντας....
Οταν ο ξένος εφτασε στην θάλασσα, αρχισε να περπατά στα κύματα. Οπίσω του ερχονταν ενα-ενα τα πρόβατα. Και εγέμισεν η θάλασσα απο πρόβατα, που ολοένα εξεμάκραιναν, ακολουθώντας την φωτερή σκιά, ωσπου εχάθηκαν στα βάθη του πελάγου......
Κι εχάθηκε κι ο Χριστόγιωργας.... Και ερήμαξε η στάνη του.... Και μόνον κάθε χρονιά, την παραμονή του Χριστού, στα μεσάνυχτα, πηγαινοέρχεται στο γιαλό και σαλαγά τα πρόβατα, που ακολουθούν το Χριστό. Γιατί ο Χριστός ηταν που ειχεν ελθει για να το σώση η να τον τιμωρήση.
Και ο μπάρμπα Ηλίας εσταυροκοπήθηκε πάλι......


Περιοδικόν ¨Ναυτική Ελλάς" Γεράσιμος Αννινος
Απο το προσωπικό μου αρχείο.
(Το διήγημα αυτό το διδάχτηκα, μαθητής το πάλαι ποτέ, και ξαναγράφοντάς το τώρα, μου' φερε θύμησες γλυκές.....Καλά Χριστούγεννα σε ολους σας) Ι.Β.Ν.

15 Δεκεμβρίου 2023

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ Ο ΤΡΕΛΟΣ- ΒΑΛΕΡΙ ΜΠΡΙΟΥΣΟΦ (1873 1924)

 ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ Ο ΤΡΕΛΟΣ


«Μαμά, τι γιορτή είναι σήμερα;» ρώτησε η μικρή Κάτια.
«Σήμερα γεννήθηκε ο Χριστός», απάντησε η μητέρα.
«Αυτός που έχυσε το αίμα του για τους ανθρώπους;»
«Ναι, κοριτσάκι μου».
«Και, πού γεννήθηκε;»
«Στη Βηθλεέμ. Οι Εβραίοι φαντάζονταν ότι θα ερχόταν σαν βασιλιάς, αλλά Εκείνος γεννήθηκε σε μια ταπεινή κοιλάδα. Θυμάσαι την εικόνα; Ο Νεογέννητος Χριστός στη φάτνη, σε μια σπηλιά, αφού η Αγία Οικογένεια δε βρήκε φιλοξενία στο πανδοχείο. Κι εκεί ήρθαν να τον προσκυνήσουν οι μάγοι κι οι βοσκοί».

Η μικρή Κάτια σκεφτόταν: «Αν ο Χριστός ήρθε για να σώσει τους ανθρώπους, γιατί πήγαν να Τον προσκυνήσουν μονάχα οι μάγοι και οι βοσκοί; Γιατί δεν πάνε να Τον προσκυνήσουν κι η μαμά κι ο μπαμπάς, αφού ήρθε να σώσει κι αυτούς;» Όμως η Κάτια δεν τολμούσε να ρωτήσει για όλα αυτά, γιατί η μαμά ήταν αυστηρή και δεν της άρεσε να την πολυρωτάνε, κι ο πατέρας δεν άντεχε καθόλου να τον αποσπούν από τα βιβλία του. Η Κάτια ωστόσο φοβόταν πως ο Χριστός θα θυμώσει με τη μαμά και τον μπαμπά, επειδή δεν πήγαν να Τον προσκυνήσουν. Σιγά σιγά στο μυαλό της άρχισε να κάνει ένα σχέδιο για το πώς να πάει μόνη της στη Βηθλεέμ, να προσκυνήσει τον Νεογέννητο Χριστό και να ζητήσει συγχώρεση για τον μπαμπά και τη μαμά.

Στις οχτώ έβαλαν την Κάτια για ύπνο. Η μαμά ανέλαβε να τη γδύσει, αφού η παραμάνα δεν είχε επιστρέψει από τον εσπερινό. Η Κάτια κοιμόταν μόνη στο δωμάτιο. Ο πατέρας της θεωρούσε πως έπρεπε να μάθει από παιδί να μη φοβάται τη μοναξιά, το σκοτάδι και τις λοιπές, όπως έλεγε, αηδίες. Η Κάτια ξάπλωσε αποφασισμένη να μην αποκοιμηθεί, αλλά, όπως της συνέβαινε πάντα, δεν τα κατάφερε. Κι άλλες φορές προσπαθούσε να μην κοιμηθεί, για να δει αν τη νύχτα παραμένουν όλα ίδια, αν υπάρχουν τα σπίτια στους δρόμους ή εξαφανίζονται, όταν πέφτει το σκοτάδι, αλλά πάντα βυθιζόταν στον ύπνο νωρίτερα από τους μεγάλους. Το ίδιο έγινε και σήμερα. Παρά τις προσπάθειές της, τα μάτια της έκλεισαν από μόνα τους και βυθίστηκε σε βαθύ ύπνο.

Τη νύχτα όμως πετάχτηκε ξαφνικά. Ήταν σαν να την ξύπνησε κάποιος. Ήταν σκοτεινά και ήσυχα. Μόνο από το διπλανό δωμάτιο ακουγόταν η κοιμισμένη ανάσα της παραμάνας. Η Κάτια θυμήθηκε αμέσως ότι έπρεπε να πάει στη Βηθλεέμ. Η επιθυμία για ύπνο της πέρασε εντελώς. Σηκώθηκε αθόρυβα και άρχισε να ντύνεται βιαστικά. Συνήθως την έντυνε η παραμάνα της, και τώρα της ήταν πολύ δύσκολο να τραβήξει τις κάλτσες της επάνω και να κουμπώσει τα πίσω κουμπιά του φορέματός της. Τελικά, αφού κατάφερε και ντύθηκε, έφτασε στις μύτες των ποδιών της ως την έξοδο. Ευτυχώς, το γούνινο παλτό της κρεμόταν σε τέτοιο σημείο που μπόρεσε να το φτάσει ανεβαίνοντας στο σκαμνάκι. Φόρεσε λοιπόν τη γούνα της, από πούπουλα πολικής χήνας, το χοντρό καλτσόν, τα μποτίνια της και το σκούφο που της κάλυπτε τ' αυτιά. Η πόρτα της εξόδου είχε αγγλική κλειδαριά και η Κάτια ήξερε να την ανοίγει αθόρυβα.

Βγήκε, γλίστρησε δίπλα από τον κοιμισμένο θυρωρό, ξεκλείδωσε την εξωτερική πύλη, αφού το κλειδί ήταν στην κλειδαριά, και βρέθηκε στο δρόμο.
Η νύχτα ήταν παγωμένη αλλά φωτεινή. Το φως από τους φανοστάτες στραφτάλιζε πάνω στο καθαρό, ελαφρώς κρουσταλλιασμένο χιόνι. Τα βήματά της αντηχούσαν καθαρά μέσα στη σιγαλιά.

Στο δρόμο δεν υπήρχε κανείς. Η Κάτια προχώρησε μέχρι τη γωνία και στην τύχη έστριψε δεξιά. Δεν ήξερε προς τα πού να πάει. Έπρεπε να ρωτήσει. Αλλά ο πρώτος κύριος που συνάντησε ήταν τόσο σκυθρωπός ώστε δεν τόλμησε. Της έριξε μια ματιά πάνω από το γούνινο σηκωμένο γιακά του και, χωρίς να πει λέξη, συνέχισε παραπέρα. Ο δεύτερος περαστικός ήταν ένας μεθυσμένος τεχνίτης. Κάτι φώναξε στην Κάτια, τείνοντάς της το χέρι, αλλά, όταν εκείνη φοβισμένη το έβαλε στα πόδια, την ξέχασε στο λεπτό και προχώρησε ίσια μπροστά τραγουδώντας.

Τελικά, η Κάτια σκόνταψε σχεδόν πάνω σε έναν ψηλό γέρο, με γκρίζα γενειάδα, άσπρο ψηλό σκούφο και μια προβιά για πανωφόρι. Ο γέροντας, βλέποντας το κοριτσάκι, σταμάτησε. Η Κάτια αποφάσισε να τον ρωτήσει.
«Πέστε μου, σας παρακαλώ, από πού πάνε για τη Βηθλεέμ;»
«Μα, είμαστε στη Βηθλεέμ», αποκρίθηκε ο γέρος.
«Αλήθεια; Και πού είναι αυτή η σπηλιά με τη φάτνη και τον Νεογέννητο Χριστό;»
«Ε, λοιπόν, εκεί ακριβώς πηγαίνω», απάντησε ο γέροντας.
«Αχ, τι καλά, θα μπορούσατε να με πάρετε και μένα; Δεν ξέρω το δρόμο, και πρέπει οπωσδήποτε να προσκυνήσω τον Νεογέννητο Χριστό».
«Πάμε, θα σε συνοδέψω».

Λέγοντάς το αυτό, ο γέρος πήρε το κοριτσάκι από το χέρι και ξεκίνησε βιαστικά. Η Κάτια πάσχιζε να τον προλάβει, αλλά της ήταν πολύ δύσκολο.
«Όταν εμείς βιαζόμαστε», αποφάσισε τελικά να πει, «η μαμά καλεί τον αμαξά».
«Ξέρεις, κοριτσάκι», απάντησε ο γέρος, «δεν έχω χρήματα. Μου τα πήραν όλα οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι. Αλλά, έλα, θα σε κουβαλήσω εγώ».
Ο γέρος σήκωσε την Κάτια με τα δυνατά του χέρια, και κρατώντας τη σαν να ήταν πούπουλο συνέχισε το δρόμο του. Η Κάτια έβλεπε μπροστά της την μπερδεμένη γενειάδα του.

«Ποιος είστε;» τον ρώτησε.
«Είμαι ο Συμεών ο Θεοδόχος. Ξέρεις, ένας από τους εβδομήκοντα. Μεταφράσαμε τη Βίβλο... Αλλά, φτάνοντας στο στίχο "ιδού η παρθένος εν γαστρί έξει..." με έπιασαν αμφιβολίες. Και γι' αυτό έπρεπε να ζήσω μέχρι να πραγματοποιηθεί η προφητεία. Μέχρι να κρατήσω τον Γιο της Παρθένου στα χέρια μου, δε μου επιτρέπεται να πεθάνω. Και οι Γραμματείς κι οι Φαρισαίοι με παρακολουθούν στενά».
Η Κάτια δεν καταλάβαινε εντελώς τα λόγια του γέροντα. Αλλά ένιωθε ζεστασιά, έτσι όπως την είχε τυλίξει με την προβιά του. Από το χειμωνιάτικο αέρα είχε αρχίσει να γυρίζει το κεφάλι της.
Προχωρούσαν σε κάτι έρημους δρόμους, οι φανοστάτες δεξιά κι αριστερά χάνονταν διαρκώς στο βάθος μακριά, μέχρι που συνέπιπταν σε μια τελεία, και η Κάτια άλλοτε αποκοιμιόταν κι άλλοτε απλώς έκλεινε τα μάτια.

Ο γέροντας έφτασε σε ένα ξύλινο σπιτάκι σε κάποιο προάστιο και είπε στην Κάτια:
«Εδώ μένει ο υπηρέτης του Ηρώδη, αλλά είναι φίλος μου και θα με αφήσει να μπω».
Από τα παράθυρα ερχόταν φως. Ο γέροντας χτύπησε. Ακούστηκαν βήματα, το τρίξιμο της κλειδαριάς, η πόρτα άνοιξε. Ο γέροντας μπήκε με την Κάτια στο σκοτεινό χολ. Μπροστά τους στεκόταν, εντελώς κατάπληκτος, ένας όχι και τόσο νέος πια άντρας με μπλε γυαλιά.

«Συμεών», είπε, «εσύ είσαι; Πώς βρέθηκες εδώ;»
«Πάψε. Κορόιδεψα τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους και τους φρουρούς της φυλακής. Σήμερα είναι γιορτή κι είναι λιγότερο προσεχτικοί. Το 'σκασα λοιπόν».
«Και η γούνα που φοράς τίνος είναι;»
«Την πήρα από τον επιτηρητή. Αλλά θα την επιστρέψω. Θα γυρίσω πίσω. Ας με βασανίσουν, αλλά έπρεπε να φύγω, πρέπει να δω τον Χριστό, αλλιώς δε μου επιτρέπεται να πεθάνω».
«Και το κοριτσάκι αυτό πού βρέθηκε;» αναφώνησε ο κύριος με τα γυαλιά, που εκείνη τη στιγμή πρόσεξε την Κάτια.
«Πάει κι αυτή εκεί, στην κοιλάδα».
«Ναι, πρέπει να προσκυνήσω τον Νεογέννητο Χριστό», συμπλήρωσε η Κάτια.

Ο κύριος με τα γυαλιά κούνησε το κεφάλι. Πήρε την Κάτια από το γέρο, τη μετέφερε στο διπλανό δωμάτιο και την παρέδωσε σε μια γριά. Η Κάτια έλεγε ότι πρέπει να πηγαίνει, αλλά ήταν τόσο κουρασμένη και κρύωνε τόσο, που δεν αντιστάθηκε και πολύ όταν την έγδυσαν, την έτριψαν με οινόπνευμα και την ξάπλωσαν στο ζεστό κρεβάτι. Αποκοιμήθηκε στη στιγμή.
Έπειτα έβαλαν και το γέροντα να ξαπλώσει.

Την επομένη, οι γονείς της βρήκαν την Κάτια με τη βοήθεια της αστυνομίας και οι επιτηρητές του φρενοκομείου το δραπέτη ασθενή τους. 

Ένα παιδί κι ένας τρελός πήγαν μαζί να προσκυνήσουν τον Χριστό. 

Ευλογημένος θα είναι αυτός, που συνειδητά επιθυμεί το ίδιο...

 Πηγή-Ρώσσικες Ιστορίες

14 Δεκεμβρίου 2023

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΕΝΟΣ ΑΓΟΡΙΟΥ -ΦΙΟΝΤΟΡ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ (1821 1881)- ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΟ...

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΕΝΟΣ ΑΓΟΡΙΟΥ
Από το ημερολόγιο του συγγραφέα

Ι. ΤΟ ΑΓΟΡΙ «ΜΕ ΤΟ ΑΠΛΩΜΕΝΟ ΧΕΡΙ»


Τα παιδιά είναι κόσμος παράξενος, κοιμούνται κι ονειρεύονται.

Πριν από τα Χριστούγεννα, αλλά και στη διάρκεια των Χριστουγέννων, συναντούσα συνεχώς στο δρόμο, σε συγκεκριμένο σημείο, ένα αγοράκι όχι μεγαλύτερο από εφτά χρονών. Μέσα στην τρομερή παγωνιά ήταν ντυμένο σχεδόν καλοκαιρινά, αλλά ο λαιμός του, πάντα τυλιγμένος με ένα κουρέλι, έδειχνε ότι κάποιος, παρ' όλα αυτά, το είχε φροντίσει πριν το στείλει έξω. Κυκλοφορούσε «με το χέρι απλωμένο». 

Ο όρος είναι τυπικός, και σημαίνει «ζητιανεύω». Τον επινόησαν αγόρια σαν κι αυτό. Υπάρχουν πλήθος από αυτά τα παιδιά, που στριφογυρνούν στα πόδια μας και επαναλαμβάνουν δυνατά κάποιες αποστηθισμένες φράσεις. Όμως, τούτο το μικρό δε φώναζε, μιλούσε αθώα, ασυνήθιστα θα έλεγα, και με κοιτούσε με εμπιστοσύνη στα μάτια — θα πρέπει να ήταν καινούριο στο επάγγελμα. Στην ερώτησή μου απάντησε ότι έχει μια αδελφή, που είναι άνεργη και άρρωστη. Μπορεί να ήταν κι έτσι. 

Έμαθα ωστόσο αργότερα ότι αγοράκια σαν κι αυτό υπάρχουν κοπάδια ολόκληρα: τα στέλνουν «με το χέρι απλωμένο», ακόμα και στη χειρότερη παγωνιά, κι είναι σίγουρο πως, αν δε μαζέψουν τίποτα, τα περιμένει ξυλοδαρμός. Έχοντας συγκεντρώσει μερικές δεκάρες, ένα τέτοιο αγόρι θα επιστρέψει με κόκκινα, κοκαλιασμένα δάχτυλα σε κάποιο υπόγειο, όπου θα μεθοκοπάει μια συμμορία ακαμάτηδων, από τους ίδιους εκείνους που «απεργώντας στη φάμπρικα Σάββατο προς Κυριακή επιστρέφουν στη δουλειά όχι νωρίτερα από Τετάρτη βράδυ». 

Εκεί, στα υπόγεια, μεθοκοπάνε μαζί τους οι πεινασμένες και δαρμένες γυναίκες τους, κι εκεί κατουριούνται τα πεινασμένα μωρά τους. Βότκα και βρόμα και ακολασία, αλλά κυρίως βότκα. Με τις δεκάρες που μάζεψε, στέλνουν και πάλι το αγοράκι έξω, στο καπηλειό, να φέρει κι άλλο ποτό. Για να διασκεδάσουν μάλιστα, του ρίχνουν καμιά φορά κι αυτουνού στο στόμα ένα ποτηράκι, χασκογελώντας όταν με κομμένη την ανάσα θα σωριαστεί σχεδόν αναίσθητο στο πάτωμα... φαρμάκι βότκα μου 'ριξε αλύπητα στο στόμα...Μόλις μεγαλώσει λίγο θα το χώσουν στα γρήγορα σε καμιά φάμπρικα, αλλά όσα θα κερδίζει θα είναι και πάλι υποχρεωμένο να τα φέρνει στους ακαμάτηδες, που θα τα πίνουν ως συνήθως. Πάντως, πριν καν φτάσουν στη φάμπρικα, τα παιδιά αυτά έχουν γίνει κανονικοί εγκληματίες. 

Αλητεύουν μέσα στην πόλη και ξέρουν γωνιές σε αντίστοιχα υπόγεια, όπου μπορούν να τρυπώσουν και να διανυκτερεύσουν χωρίς να τα πάρει είδηση κανείς. Μια φορά, ένα από αυτά πέρασε κάμποσες συνεχόμενες νύχτες στο υπόγειο κάποιου οδοκαθαριστή, μέσα σε ένα ψάθινο σεντούκι, δίχως εκείνος να καταλάβει τίποτα. Εννοείται πως γίνονται κλέφτες. 

Η κλεψιά γίνεται πάθος, ακόμα και σε οκτάχρονα παιδιά, τα οποία, μερικές φορές, δε συνειδητοποιούν καν ότι αυτό που κάνουν είναι παράνομο. Τελικά, τα αντέχουν όλα —την πείνα, το κρύο, τους ξυλοδαρμούς— με αντίτιμο ένα πράγμα: την ελευθερία. Κάποτε θα το σκάσουν από τους ακαμάτηδες, για να ζητιανέψουν πια για τον εαυτό τους. Αυτό το άγριο πλάσμα ενίοτε δεν ξέρει ούτε πού ζει ούτε τι εθνικότητας είναι, αν υπάρχει Θεός, αν υπάρχει βασιλιάς. Λένε γι' αυτά πράγματα απίστευτα, αλλά αληθινά.

 

 II. ΕΝΑ ΑΓΟΡΙ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Όμως εγώ είμαι μυθιστοριογράφος, και μου φαίνεται ότι μια «ιστορία» από αυτές την επινόησα μόνος μου. Αλλά γιατί γράφω «μου φαίνεται», αφού ξέρω ότι την επινόησα. Γιατί έχω την εντύπωση ότι κάπου, κάποτε, ακριβώς παραμονές Χριστουγέννων, συνέβη σε μια τεράστια πόλη και με τρομερή παγωνιά.

Έχω την εντύπωση, λοιπόν, ότι υπήρχε στο υπόγειο ένα αγόρι, όμως πολύ μικρό ακόμα, έξι χρονών ή μπορεί και μικρότερο. Αυτό το αγόρι ξύπνησε το πρωί μέσα σε ένα υγρό, κρύο υπόγειο. Φορούσε κάτι σαν ρομπάκι και τουρτούριζε. Η ανάσα του έβγαινε από το στόμα του σαν άσπρος αχνός, κι εκείνο, καθισμένο πάνω σε ένα σεντούκι στη γωνίτσα, διασκέδαζε παρατηρώντας τη να πετάει και να χάνεται. Όμως, ήθελε τόσο πολύ να φάει κάτι. Είχε πλησιάσει κάμποσες φορές από το πρωί το σανιδένιο κρεβάτι, όπου πάνω σε ένα λεπτό σαν φύλλο στρώμα και με έναν μπόγο για μαξιλάρι κειτόταν η άρρωστη μητέρα του. Πώς βρέθηκε άραγε εδώ; Θα πρέπει να ήρθε με το αγοράκι της από κάποια άλλη πόλη και αρρώστησε ξαφνικά. Την ιδιοκτήτρια των κρεβατιών την είχαν συλλάβει δυο μέρες πριν. Οι ένοικοι σκόρπισαν στα πόστα τους, λόγω γιορτών, κι ένας ακαμάτης που έμεινε κειτόταν ήδη μεθυσμένος του θανατά ολόκληρα εικοσιτετράωρα, χωρίς να περιμένει καν τη γιορτή.

Στην άλλη άκρη του δωματίου βογκούσε μια ογδοντάχρονη γριούλα, που έζησε κάποτε, κάπου, σαν γκουβερνάντα, και τώρα πέθαινε μόνη, βογκώντας, μουρμουρίζοντας και γκρινιάζοντας στο αγόρι, που άρχισε να φοβάται πια να πλησιάσει προς τη γωνιά της. Κάπου σε μια πεζούλα ανακάλυψε κάτι για να πιει, αλλά δε βρήκε ούτε μια κόρα ψωμί για να φάει, και πήγαινε τώρα για δέκατη φορά να ξυπνήσει τη μητέρα του. 

Τελικά, μέσα στο σκοτάδι ένιωσε να φοβάται: είχε βραδιάσει εδώ και ώρα, αλλά κανείς δεν άναψε φως. Ψηλαφώντας το πρόσωπο της μαμάς του, παραξενεύτηκε που εκείνη δεν κουνήθηκε καθόλου και ήταν τόσο παγωμένη όσο κι ο τοίχος. «Πολύ κρύο κάνει εδώ μέσα», σκέφτηκε, στάθηκε λίγο ακόμα, ξεχνώντας ασυναίσθητα το χέρι του στον ώμο της μακαρίτισσας, μετά χουχούλιασε τα δαχτυλάκια του, για να τα ζεστάνει, και ξαφνικά, ξετρυπώνοντας από το κρεβάτι το κασκετάκι του, σιγά σιγά, ψηλαφητά, βγήκε από το υπόγειο. Θα είχε φύγει νωρίτερα, αλλά φοβόταν εκεί πάνω στη σκάλα το μεγάλο σκυλί που στεκόταν ολημερίς έξω από την πόρτα των γειτόνων. Όμως, τώρα πια το σκυλί δεν ήταν εκεί, κι αυτός βγήκε γρήγορα στο δρόμο.

Θεέ μου, τι πόλη ήταν αυτή! Ποτέ άλλοτε δεν είχε δει κάτι παρόμοιο. Εκεί απ' όπου ερχόταν, τις νύχτες πέφτει μαύρο σκοτάδι, ένας φανοστάτης φωτίζει όλο το δρόμο. Τα ξύλινα, χαμηλούτσικα σπιτάκια κλειδαμπαρώνονται με παντζούρια. Έξω, με το που θα πάρει να σουρουπώνει, δε θα δεις κανέναν — κλείνονται όλοι στα σπίτια τους, και το μόνο που ακούς είναι το ουρλιαχτό από ολόκληρα κοπάδια σκυλιών, εκατοντάδες και χιλιάδες από αυτά αλυκτούν και γαβγίζουν όλη τη νύχτα. Ωστόσο, εκεί κάτω ήταν τόσο ζεστά και του έδιναν να φάει, ενώ εδώ, ω Θεέ μου, ας έτρωγε μια στάλα! 

Και τι θόρυβος και φασαρία είναι αυτή, πόσο φως και πόσοι άνθρωποι, άλογα και άμαξες, και παγωνιά, παγωνιά! Παγωμένος αχνός βγαίνει από τα καταπονημένα άλογα, από τις καυτές ανάσες τους. Κάτω από το λιωμένο χιόνι βροντοκοπούν πάνω στην πέτρα τα πέταλά τους, κι όλοι σπρώχνονται τόσο και, ω Θεέ μου, πόσο θέλει να φάει, ένα κομματάκι οτιδήποτε έστω, και τα δάχτυλα άρχισαν ξαφνικά να πονάνε τόσο. Δίπλα του πέρασε το όργανο της τάξης που έστρεψε αλλού το πρόσωπό του, για να μη δει το μικρό.

Να κι άλλος δρόμος, τόσο πλατύς! Εδώ σίγουρα μπορούν να σε ποδοπατήσουν. Πώς φωνάζουν όλοι, πώς τρέχουν και τι φώτα, τι φώτα! Ω, αυτό τι είναι; Α, ένα μεγάλο τζάμι, και πίσω από το τζάμι ένα δωμάτιο, και στο δωμάτιο ένα δέντρο ίσαμε το ταβάνι. Είναι ένα έλατο, και πάνω στο έλατο τόσα φωτάκια, τόσα χρυσαφένια χαρτάκια και μήλα και κουκλάκια και μικρά αλογάκια. Πέρα δώθε στο δωμάτιο τρέχουν παιδιά, στολισμένα και καθαρά, γελούν και παίζουν και κάτι τρώνε και πίνουν.

Να, το κοριτσάκι εκείνο άρχισε να χορεύει με το αγοράκι, τι όμορφη κοπελίτσα! Ορίστε κι η μουσική που ακούγεται πίσω από το τζάμι. Κοιτάζει ο μικρός και θαυμάζει, γελάει μάλιστα, τώρα του πονάνε ήδη και τα δαχτυλάκια των ποδιών, ενώ των χεριών έγιναν πια κατακόκκινα, δεν κλείνουν και πονάνε όταν τα κουνάει. Ξάφνου το αγόρι θυμήθηκε ότι του πονάνε τόσο πολύ τα δάχτυλα, έβαλε τα κλάματα και συνέχισε το δρόμο του, αλλά να που πάλι βλέπει, μέσα από ένα άλλο τζάμι, ένα άλλο δωμάτιο κι ένα δέντρο, και στα τραπέζια πάνω γλυκίσματα κάθε είδους — αμυγδαλωτά, κόκκινα, κίτρινα, και κάθονται εκεί τέσσερις πλούσιες κυρίες, που δίνουν σε όσους μπαίνουν γλυκά, κι ανοίγει για μια στιγμή η πόρτα και μπαίνουν απ' έξω κάμποσοι κύριοι. 

Πλησίασε στα κλεφτά ο μικρός, άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Οχ, τι φωνές ήταν αυτές και τι χειρονομίες! Μια κυρία έτρεξε γρήγορα, του έβαλε στο χέρι ένα καπίκι και του άνοιξε την πόρτα για να βγει. Πόσο φοβήθηκε ο μικρός! Το καπίκι τού έπεσε την ίδια στιγμή και κύλησε πάνω στα σκαλοπάτια, γιατί δεν μπορούσε, βλέπετε, να κλείσει τα κόκκινα δάχτυλά του και να το σφίξει. Το έβαλε στα πόδια ο μικρός κι έτρεξε, όσο πιο γρήγορα μπορούσε, χωρίς να ξέρει προς τα πού. Πάλι θέλει να κλάψει, αλλά φοβάται, και τρέχει, τρέχει χουχουλιάζοντας τα χεράκια του. Τότε τον πιάνει μια θλίψη, γιατί ξαφνικά ένιωσε τόσο μόνος και τόσο απαίσια. 

Όμως, ξάφνου, Θεέ και κύριε! Τι είναι αυτό πάλι; Ένα πλήθος ανθρώπων στέκεται και κάτι κοιτάζει: σε ένα παράθυρο, πίσω από το τζάμι, τρεις κούκλες, μικρές, με κόκκινα και πράσινα ρουχαλάκια, και εντελώς σαν ζωντανές! Ένα γεροντάκι κάθεται και σαν να παίζει ένα μεγάλο βιολί, δυο άλλοι στέκονται όρθιοι και παίζουν μικρότερα βιολιά, και κουνάνε τα κεφάλια τους με ρυθμό, κι έπειτα κοιτάνε ο ένας τον άλλο και τα χείλη τους κουνιούνται, μιλάνε, πραγματικά μιλάνε, μόνο που λόγω του τζαμιού δεν ακούγονται. Στην αρχή ο μικρός σκέφτηκε ότι είναι ζωντανοί, αλλά, μόλις κατάλαβε ότι είναι κούκλες, έβαλε τα γέλια. Δεν είχε δει ποτέ τέτοιες κούκλες και δεν ήξερε καν ότι υπάρχουν τέτοιες! Του έρχεται να κλάψει, αλλά είναι τόσο αστείες αυτές οι κούκλες. Ξάφνου του φάνηκε ότι κάποιος πίσω του τον άρπαξε από το ρομπάκι του: ένα ψηλό κακιωμένο αγόρι στάθηκε δίπλα του, του έδωσε μια καρπαζιά, του πέταξε το κασκέτο και του έχωσε μια κλοτσιά. Κυλίστηκε ο μικρός στο έδαφος, κάποιοι έβαλαν τις φωνές, τα έχασε τότε, πετάχτηκε πάνω και όπου φύγει φύγει, μέχρι που έφτασε κάπου, άγνωστο πού, σε μια αυλή, μια άγνωστη αυλή. Στάθηκε να πάρει ανάσα πίσω από ένα σωρό ξύλων. «Εδώ δε θα με βρουν, είναι κατασκότεινα».

Κάθισε μαζεμένος, χωρίς να μπορεί να συνέλθει από το φόβο, και τότε απρόσμενα, εντελώς απρόσμενα, ένιωσε τόσο ευχάριστα: τα χεράκια και τα ποδαράκια του σταμάτησαν να πονάνε κι αισθάνθηκε μια τέτοια ζεστασιά, τέτοια ζεστασιά, σαν να βρισκόταν δίπλα στη σόμπα. Να τος, τρεμουλιάζει ολόκληρος, αχ, μα ναι, μοιάζει να αποκοιμιέται! Τι ωραία να κοιμόταν εδώ: «Θα κάτσω λίγο και θα πάω να δω πάλι τις κούκλες», σκέφτηκε ο μικρός και χαμογέλασε, φέρνοντάς τες στο μυαλό του, εντελώς σαν αληθινές!... Αλλά τότε άκουσε τη μητέρα του να του τραγουδάει ένα νανούρισμα. «Μαμάκα, κοιμάμαι, αχ, τι ωραία κοιμάμαι εδώ πέρα!» «Πάμε σπίτι μου, στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, αγοράκι», ψιθύρισε από πάνω του μια σιγανή φωνή.

Σκέφτηκε ότι θα ήταν η μητέρα του, αλλά όχι, δεν ήταν. Ποιος είναι αυτός που τον καλεί, δεν τον βλέπει, όμως ναι, κάποιος έσκυψε πάνω του και τον αγκάλιασε μέσα στο σκοτάδι, και ο μικρός του έτεινε το χέρι και...και τότε, ω, τι φως! Ω, τι έλατο είναι αυτό! Μα δεν είναι καν έλατο, τέτοια δέντρα δεν είχε ξαναδεί ποτέ! Πού βρίσκεται τώρα; Όλα λάμπουν, όλα ακτινοβολούν και γύρω τόσες κούκλες, αγοράκια και κοριτσάκια, τόσο λαμπερά, όλο στριφογυρνάνε γύρω του, πετάνε, τον φιλάνε, τον πιάνουν από το χέρι, τον παίρνουν μαζί τους, ναι, τώρα πετάει κι ο ίδιος, και βλέπει τη μητέρα του να τον κοιτάζει και να του χαμογελάει τόσο χαρούμενη. «Μαμά! Μαμά! Αχ, τι ωραία που είναι εδώ, μαμά!» της φωνάζει ο μικρός και ξαναφιλιέται με τα παιδάκια και θέλει να τους μιλήσει αμέσως για τις κούκλες εκείνες πίσω από το τζάμι. «Ποια είστε εσείς, αγοράκια; Ποιες είστε εσείς, κοριτσάκια;» ρωτάει γελώντας και αγκαλιάζοντάς τα. 

«Αυτό είναι το Δέντρο του Χριστού», του απαντάνε. 

«Στο σπίτι του Χριστού πάντα τη μέρα αυτή υπάρχει ένα δέντρο για τα μικρά παιδάκια που δεν έχουν δικά τους δέντρα...» Έμαθε τότε ότι τα αγοράκια και τα κοριτσάκια ήταν παιδάκια σαν κι αυτόν, που κάποια ξεπάγιασαν μέσα στα καλαθάκια τους, όταν τα εγκατέλειψαν στα σκαλιά των σπιτιών των αξιωματούχων της Πετρούπολης, άλλα πέθαναν στο βρεφοκομείο, κάποια τρίτα ξεψύχισαν πάνω στο στεγνό στήθος της μητέρας τους (την εποχή του λοιμού της Σαμάρας), και κάποια άλλα έσκασαν στα βαγόνια της τρίτης θέσης από τις αναθυμιάσεις, κι όλα είναι τώρα εδώ, όλα είναι τώρα άγγελοι, κοντά στον Χριστό, κι Εκείνος, ανάμεσά τους, τους απλώνει το χέρι και τα ευλογεί, όπως και τις αμαρτωλές μητέρες τους... Ναι, οι μητέρες των παιδιών στέκονται εδώ δίπλα στην ακρούλα και κλαίνε. Όλες αναγνωρίζουν το αγοράκι τους ή το κοριτσάκι τους, το πλησιάζουν και το φιλάνε, του σκουπίζουν τα δάκρυα με τα χέρια τους και του ζητάνε να μην κλαίει, γιατί εδώ είναι καλά τώρα...

Κάτω, το πρωί, οι οδοκαθαριστές βρήκαν το μικρό πτωματάκι του ξεπαγιασμένου αγοριού πίσω από τα ξύλα. Αναζήτησαν και τη μητέρα του...Εκείνη είχε πεθάνει νωρίτερα. Συναντήθηκαν κοντά στον Κύριο και Θεό, στους ουρανούς. Γιατί έγραψα μια τέτοια ιστορία, που δεν ταιριάζει καθόλου σε ένα συνηθισμένο ημερολόγιο, και μάλιστα ημερολόγιο συγγραφέα; Είχα υποσχεθεί στους εκδότες μερικά διηγήματα, για αληθινά γεγονότα κατά προτίμηση! Όμως, ακριβώς αυτό είναι το ζήτημα: μου φαίνεται πως όλα αυτά θα μπορούσαν να έχουν συμβεί στ' αλήθεια — δηλαδή αυτό που έγινε στο υπόγειο και πίσω από τα ξύλα και εκεί, δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Δεν ξέρω πια πώς να το πω, μπορεί να έχουν συμβεί μπορεί και όχι... 

Αλλά γι' αυτό είμαι μυθιστοριογράφος: για να επινοώ πράγματα...

ΠΗΓΗ