ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ !
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

26 Ιουνίου 2025

ΕΡΜΟ ΚΟΥΤΣΟΥΡΟ...-Ν. ΚΑΤΗΦΟΡΗΣ

Το διήγημα που ακολουθεί είναι το δέκατο τέταρτο στη συλλογή ΝΕΟΙ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ, ΔΙΑΛΕΧΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, που εκδόθηκε από τον οίκο Μ. Σαλίβερου με πιθανή ημερομηνία έκδοσης το 1926.


Ο μπάρμπα Θόδωρος, ένας γέρος ως εβδομήντα χρονώ, ψηλός, κοκκαλιάρης, αλλά γερός ακόμα, κατακουρασμένος από τη δουλειά, που έκανε όλο το πρωί στον κήπο του, κατεβαίνει, όπως το συνηθούσε όλα τα καλοκαιριάτικα μεσημέρια, σε μιαν απλόχωρη πλατωσιά, όπου υψώνεται ένας ψηλός πλάτανος, κοντά στη θάλασσα. Η βαθιά ισκιάδα του δέντρου και το πέλαο κρατούν πάντα κάποια δροσιά κι ο μπάρμπα Θόδωρος, σφουγγίζοντας τον ίδρωτά του, πετάει την ψάθα του, παρατάει το μπαστούνι του, ξεκρεμάει από τον ώμο το σακάκι του, το διπλώνει σαν προσκέφαλο σε μια χοντρή, ξεχωμένη ρίζα του πλατάνου, ξαπλώνεται, κλείνει τα μάτια κι αφού για λίγο πέταξαν στη φαντασία του μερικές αόριστες εικόνες, αποκοιμιέται. 

Δεν ακούγεται πνοή, δε βλογάει ανασασμός. Πάνου στο δέντρο κάποια τζιτζίκια ξεφωνίζουν, σα να μέθυσαν από τη ζέστη, σα ν’ αποκρίνονται σ’ άλλα, που στριγκλίζουν πιο πάνου. Τα βουνά υψωμένα πίσω από ένα ατμώδες σύγνεφο ψένονται, γυμνά καθώς είναι, φαίνονται σα να στενάζουν κάτου από το φόρτωμα του ήλιου, είναι σα να τους κόπηκε κάποια πλατιά πνοή. Κι έτσι ακίνητη απλώνεται η θάλασσα, που λες και κρατώντας την ανάσα της, προσέχει ολόματη ένα θέαμα φοβερό και σε μιαν έκσταση με λιπόθυμη, άτονη, ακούει το μυστικό χορό των ατμών, που πλημμυράνε τρέμοντας την ασπρογάλαζην ατμόσφαιρα. Μεσημέρι. Περνάει μια ώρα, δυο, ο μπάρμπα Θόδωρος κοιμάται ολοένα κι ο τόπος καίγεται μα να πέρα κει στο αντικρινό βουνό η θάλασσα κινείται, μαυρίζει. Μια πνοή ταράζει το πέλαο στο μάκρος του βουνού και το μαύρισμα δυναμώνει, προχωρεί στα εδώ κι ακούγεται ένας θόρυβος σαν κάπου μακριά να ξέσπασε βροχή· τα κύματα θορυβούν, χτυπιούνται· η νεκρή θάλασσα ζωντανεύει, λευκοί αφροί χύνονται άφθονα στη γαλανή επιφάνειά της, που σκάβεται ολοένα βαθύτερα. Μαΐστρος. Μια γρήγορη πνοή κινάει τα φύλλα του γέρο πλάτανου και φεύγει· μια δεύτερη έρχεται, τρίτη και το παλιό, μεγάλο δέντρο κινείται, τα φύλλα του σειούνται, τα κλαδιά του τρέμουν· από το άφωνο δέντρο φεύγει τώρα ένας αδιάκοπος στεναγμός, με μύρια αναστενάσματα· είναι η σύμφωνη παρατονία στην άρρυθμη μουσική των κυμάτων, που, χοροπηδώντας, χτυπιούνται στην ασίγαστη ακτή, και σα για να πάρουν ένα πήδημα ορθώνουν τα στήθια τους, που σπάζουν σ’ έτοιμόσβηστους αφρούς. Τα λευκά μαλλιά του γέρου αναταράζονται κι έξαφνα ένα χαμόγελο απλώνεται στο κοιμισμένο του πρόσωπο. Γύρω τριγύρω μια καινούρια ζωή σκορπίστηκε. Από τα βουνά έφυγε το ατμώδες σύγνεφο, που τα σκέπαζε, και τώρα σα να φαίνονται πιο ψηλά, πιο πλατιά, πιο μεγάλα, σα ν’ ανασαίνουν την πνοή που χάσανε, σα να γελούν στη γαλανή ατμόσφαιρα, που καθάρισε από τους ατμούς.

  Των κυμάτων ο θόρυβος και το σφύργιμα ανέμου στα κλαδιά του πλατάνου θυμίζουν καΐκι που ταξιδεύει στα πρίμα. Κι ο μπάρμπα Θεόδωρος κοιμισμένος χαμογελάει… Στ’ όνειρό του, ενός καραβιού μεγάλου τα πανιά φουσκώνουν στις πλατιές πνοές του ωκεανού, που δεν έχει τελειωμό. Κρατώντας το τιμόνι οδηγάει ολόμονος το πλοίο σε μιαν αχτή που μια φαίνεται και μια χάνεται. Είναι μεγάλος ο ωκεανός, μα και το καράβι τρεχάτο, γρήγορο, πετούμενο, θα σκίσει τις πλατιές θάλασσες και θα φέρει το μπαρμπα-Θόδωρο κοντά στο παιδί του, το Γιάννη, που ξενιτεύτηκε. Και ταξιδεύει· αλλά ο αγέρας δυναμώνει πιότερο, η θάλασσα ανοίγεται, τα κύματα σκεπάζουν το πλοίο. Ο γέρος κιντυνεύει να πνιγεί… Ξυπνάει. Κοιτάζει τριγύρω και βγάζει ένα στεναγμό. Πολλές φορές του έτυχε να κοιμάται με ζέστη βαριά και να ξυπνάει με φρέσκο μαΐστρο, που σκόρπιζε όλες τις δροσιές της θάλασσας και των βουνών. Λάβαινε πάντα ένα ευχάριστο συναίσθημα· σήμερα όμως τ’ όνειρό του του αφήνει μιαν αγωνιώδικη λύπη στην καρδιά. Κάθεται στη ρίζα, που πριν είχε το κεφάλι του και συλλογιέται…
―Δεν έφτασα, ψιθυρίζει, δε μπόρεσα να φτάσω… Ακουμπάει το κεφάλι στο χέρι, κοιτάζοντας χάμω· θέλει να βρει τι ξηγάει τ’ όνειρο και σε μια κακή σκέψη, που του ήρθε, απαντάει βιαστικά, φωναχτά:
―Όχι, όχι, το παιδάκι μου δε θα πάθει τίποτα δεν ήτανε αυτό στο καράβι· εγώ θα πεθάνω χωρίς να το δω, θα πεθάνω και δε θα τ’ απολάψω το παιδάκι μου…
  Θλιβερά σφίγγεται η ψυχή του γέρου· χώνει το πρόσωπό του στις παλάμες του κι έτσι μένει για πολύ…
  Μακρύς ήταν ο καιρός, που ο Γιάννης έλειπε στο στρατό· με μικρές διακοπές έξι χρόνια ολάκερα δόθηκε σε πολέμους κι επιστρατέψεις· κι όταν πρόπερσι απολύθηκε, είχε πια να πολεμήσει με τη φτώχια του σπιτιού του· λιγοστά τα έσοδα από τα λίγα χτήματά τους κι οι ξένες δουλειές παρακαλεστικές· και τρία θεριά, τρία χέργια, οι τρεις αδερφές του, έμεναν στο σπίτι ανύπαντρες, περιμένοντας μόνο απ’ αυτόν προστασία μια κι ο πατέρας τους ήτανε γέρος κι ο άλλος ο μεγαλύτερός τους αδερφός χάθηκε στον πόλεμο του ‘12. Δυο χρόνια, κοντά, αγωνίστηκε πάλεψε ο Γιάννης για το σπίτι του. Δούλευε πεθαίνοντας κάθε μέρα ολημερίς από τον κόπο και το βράδυ γύριζε και με το παραμικρό χτυπούσε τις αδερφές του. Τέλος μια μέρα είπε στο γέρο:
―Πατέρα, δεν κάνομε τίποτα δω πέρα. Ο τόπος δεν έχει ψωμί· φτώχεια και κακομοιριά. Θα κινήσω να πάω στην Αμερική.

  Μάταια πολέμησε αυτός να του αλλάξει τη γνώμη. Εκείνος επέμενε. Έτσι έβαλαν υποθήκη τα χτήματά τους, για να οικονομηθεί ο ναύλος, φρόντισαν για τα χαρτιά και μια Κυριακή ορίστηκε να φύγει ο Γιάννης. Η απόφαση είχε παρθεί, τα χρήματα οικονομηθεί ―πένθος στο σπίτι. Ο νέος λυπημένος γύριζε τις τελευταίες ημέρες άνεργος· ήτανε σα δειλιασμένος, φοβισμένος, ζήταε συμπάθειο από τις αδερφές του για το ξύλο που τους έδινε κι εκείνες δε σταματούσαν το δάκρυ στη σκέψη, πως φεύγει «το παιδί μας» όπως τον έλεγαν με μια χαρακτηριστική τρυφερότητα. Κι ο γέρος μ’ ένα καντάρι πίκρα στην καρδιά κοίταζε σιωπηλά το γιο του, που θα ‘φευγε, τα κορίτσια που θα ‘μεναν. Μέσα στον πόνο του κλεισμένος, συλλοϊσμένος, δεν άφηνε λέξη να του φύγει από το στόμα. Σε ποιονε να μιλήσει και ποιος να τον παρηγορήσει; Αν εζούσε η γριά του… αλλά καλύτερα που δε ζει, ευτυχισμένη, που δε ζει… Να ‘χει παιδιά και παιδιά να μην έχει; Πώς θα μπορούσε η άμοιρη να βλέπει τις άλλες τις μανάδες να ζούνε με τους γιους τους κι αυτή να μην έχει; Καλύτερα… Όμως εκείνος ήταν κακότυχος, γιατί του μελλότανε να πιει όλες τις πίκρες.
  Κι η μέρα ήρτε, μια μαύρη Κυριακή. Τα ρούχα του Γιάννη έτοιμα, τυλιγμένα σ’ έναν κόμπο σφιχτά δεμένο· κάθε αδερφή είχε βάλει και κάτι ξεχωριστό μέσα για τον αδερφό. Η μεγαλύτερη η Αννέτα, ένα κουλούρι μικρό, ζυμωμένο όπως εκείνα που φκιάχνουν για τις νυφάδες μ’ αυγά, με βούτυρο, με ζάχαρη, για να το βρει άξαφνα ο αδερφός στην ξενιτιά και να χαρεί. Η δεύτερη, η Αμαλία, έβαλε ένα μεταξωτό μαντηλάκι, που της χάρισαν κάποτε, κεντημένο μ’ ένα κόκκινο Γ. Κι η μικρότερη, η στερνή, η Χρυσαυγή, που ήταν είκοσι χρονώ, έκοψε από τα μυριστικά της κι εσκόρπισε ανάμεσα στα ρούχα του αδερφού μόσκο και μαντζουράνα και καριοφύλλι κι αρμπαρόζα, για να μοσκοβολούν στην ξενιτιά τα ρούχα του αδερφού.
  Το καΐκι, που θα τον έπαιρνε στην Πάτρα για να μπαρκαριστεί εκείθε, ήταν έτοιμο. Ο Γιάννης πήρε τον κόμπο στο χέρι.
―Έλα, μην κλαίτε, είπε στις αδερφές του, που τον τριγύριζαν κι άρχισαν να κρύβουν το πρόσωπο στα χέρια. Κι ωστόσο κι ο ίδιος δε μπορούσε να μιλήσει κι ήταν φανερό, πως ως και τα πόδια του να κουνήσει δε μπορούσε. Για να μακρύνει λίγο τη διαμονή του, χωρίς να φαίνεται δειλιασμένος, βάλτηκε να ρωτάει αν θυμήθηκαν τούτο, αν του έβαλαν εκείνο στον κόμπο. Κι εκείνες του αποκρίνονταν όλο: ναι, ναι… (όλα τα είχαν φροντίσει εκείνες…) Κι ύστερα, ξεχασμένος, πάλι ρωτούσε για τα ίδια, που ξαναρώτησε και του απαντούσαν πάλι ναι… ναι…

  Ο γέρος ακουμπισμένος σ’ ένα ερμάρι με ραγισμένη την καρδιά και κομμένα τα ύπατα, κοιτούσε, μόνο κοιτούσε και δε μιλούσε. Έγινε μια στιγμή τέλεια σιωπή. Ο Γιάννης γύρισε τριγύρω το βλέμμα και φάνηκε σα να θέλει να δώσει το χέρι, μα…. αντίς να το δώσει το έφερε στο μέτωπο.
―Κάτι άλλο ήθελα να πάρω ακόμα ψιθύρισε, μα δε θυμούμαι…
―Τι; Τι; Τι; ρώτησαν οι τρεις αδερφές.
―Κάτι, μα δε θυμούμαι… κάτι… είπ’ εκείνος πιέζοντας με το χέρι το μέτωπο. Κι άξαφνα η φωνή του κόπηκε και τα μάτια του πελάγωσαν από δάκρυα.
―Γιάννη, Γιάννη, ακούστηκε η φωνή ενός ναύτη του καϊκιού απ’ έξω. Τέλειωνε να φεύγομε…
―Τώρα, αμέσως, αποκρίθηκε κομπιασμένος.
  Και, δίνοντας ορμητικά το χέρι στις αδερφές του έσκυψε, τις εφίλησε κι έλεγε σε κάθε μια.
―Έχε γεια….
―Έχετε γεια ξαναείπε, όταν τις χαιρέτησε όλες και κάνοντας μια κίνηση με το χέρι για να σφουγγίσει τα μάτια του βγήκε στην πόρτα, όπου στο μεταξύ είχε τραβηχτεί ο πατέρας του.
―Πάμε πατέρα;
―Πάμε…
  Οι τρεις αδερφές όρμησαν στο παράθυρο, για να τόνε δούνε στο δρόμο. Ώσπου να φτάσει στο μώλο χαιρετούσε τους χωριανούς του, που συναντούσε.
―Στο καλό του λέγανε ποιος μ’ αγάπη, ποιος αδιάφορα. Μερικοί συγγενείς του και φίλοι του τόνε συνόδεψαν.
  Και σαν έφτασε κοντά στη βάρκα, που τον περίμενε ο ναύτης να περάσουν στο καΐκι, που έστεκε ανοιχτότερα, αφού χαιρέτησε όσους τον τριγύριζαν, έδωκε το χέρι στον πατέρα του. Όμως εκείνος τον ετράβηξε σιωπηλά παράμερα και άρχισε να του λέει με φωνή τρεμάμενη:
-Παιδί μου… περιττό να σ’ ορμηνέψω, άλλα σαν πατέρας που είμαι… να προσέχεις εκεί που θα πας…, να ‘σαι οικονόμος… να φυλάγεσαι από τσι παλιογύναικες…. να πολεμήσεις να ‘ρτεις ογλήγορα… γιατί εγώ γέρος άνθρωπος… πόσο λες και θα ζήσω ακόμα… κι αν μάθεις πως επέθανα να γυρίσεις αμέσως πίσω να προστατέψεις τσι αδερφάδες σου… ακούς παιδί μου; Άντε στο καλό παιδάκι μου, στη βοήθεια του Χριστού και της Παναγίας… να μας γράφεις ταχτικά…. Φιλήθηκαν· μα δεν του άφησε το χέρι· με τρόπο του έχωσε μέσα ένα εικοσιπεντάρικο.
―Άσ’ το πατέρα.
Τσώπα… πας σε ξενιτιά… θα σου χρειαστούνε… άντε πήγαινε… Στο καλό παιδάκι μου.
  Ο νέος έφυγε γρήγορα από κοντά του, χαιρέτησε βιαστικά τους συγκεντρωμένους ανθρώπους κι εμπήκε στη βάρκα. Σε λίγο πηδούσε στο καΐκι. Εκεί πάνου είχαν αρχίσει κιόλας την εργασία.
  Σήκωσαν την πρώτη άγκυρα έλυσαν τα πανιά και τώρα σήκωναν τη δεύτερη άγκυρα τη μαγγιόρα. Μετά τσιμάρισαν τη μαΐστρα πρώτα κι ύστερα το τριγκέτο. Τέλος απόλυσαν το φλόκο και το πλοίο, λευτερωμένο απ’ όλες αυτές τις μανούβρες, που έκαναν το πλήρωμα να εργάζεται με βία και δύναμη, δόθηκε στην ορμή του μαΐστρου κι αφού έκανε δυο βόλτες για να «πάρουν» τα πανιά ξανοίχτηκε στη μεγάλη θάλασσα.
  Έφευγε… Ο γέρος έστεκε και το κοίταζε κι ένιωθε ολοένα μέσα του σα να κόβονταν κάτι που του κρατούσε τη ζωή κι έξαφνα αιστάντηκε στη ψυχή του κάτι σα να σωριάζονταν πλατιά βαριά… Με θαμπωμένα τα μάτια, με τρεμάμενα βήματα κίνησε αργά για το σπίτι του. Βρήκε τα κορίτσια του κλαίνε.
―Πάει;
―Πάει…
  Κάθισε βαρύς στον καναπέ· έφερε γύρω του ένα βλέμμα κι άρχισε να λέει:
―Μην κλαίτε μωρές κι είναι κακό σημάδι μωρές. Τι κλαίτε μωρές, θα γυρίσει μωρές…
  Μα ξαφνικά ένα κλάμα του τάραξε τα στήθια και ξέσπασε με τέτοια λόγια:
―Άι στο καλό, παιδάκι μου, να πάει στο καλό το παιδάκι μου… ε σα μας στέλνει λεφτά θα ζήσουμε κι εμείς… άιντε στο καλό, παιδάκι μου… η Παναγία να το φυλάει το παιδάκι μου… Χριστέ μου, Παναγίτσα μου, φύλαε το παιδάκι μου…

  Ο αγέρας σφυρίζει πάνου από το κεφάλι του γέρου, με χίλιες φωνές περνάει μέσα από τα κλαριά του πλατάνου κι η θάλασσα, που χτυπιέται ολοένα στην αχτή και δέρνεται, θυμίζει καΐκι, που ταξιδεύει στα πρίμα. Κι ο μπάρμπα Θόδωρος λέει πως είναι μέσα και φεύγει σε τόπους αλαργινούς, μακρινούς, σε θάλασσες ξένες κι άγνωρες· μα δεν πάει στο παιδί του… Έρμη ψυχή γυρνάει στη μοναξιά του πόνου της… σα να γένηκε καράβι η ψυχή του και τον γυρνάει πού; πού; Α μαύρη ξενιτιά! Κι από τα μαύρα στήθια του γέρου μια φωνή μοιρολογήτρα υψώνεται, σκουριασμένη, παράτονη κι αφήνει τρεκλίζοντας τούτα τα λόγια:
     
  Τα έρημα τα ξένα ν’ ανάψουν να καούν
  μου πήραν το παιδάκι μου και μου το τυραννούν
     
  «Και μου το τυραννούν…» Σαν ένας μαύρος μαντύας, που ξεμένει πίσω από μια πένθιμη συνοδεία έμεινε στη ψυχή του η φράση. Τυραννισμένο παιδί!
  Δεν ήταν η πρώτη φορά που το δεχόταν η ξενιτιά. Εδώ και χρόνια όλο γυρίζει έξω· έξω μακριά από το σπίτι του πάντα μακριά… Από τόπο σε τόπο, από πόλεμο σε πόλεμο γύριζε… Μακεδονία, Ήπειρο, Θράκη, Μικρασία, παντού γύρισε το παιδάκι του…Παντού πήγε, σ’ όλο τον κόσμο βρέθηκε, και μόνο στο σπιτάκι του δεν έμεινε, και μόνο κοντά στον πατέρα του δε στάθηκε. Αυτός γέννησε παιδί κι άλλοι τ’ όριζαν κι άλλοι το διεύθυναν, άλλοι το βλέπανε… Οι πόλεμοι το τραβούσαν μακριά κι όταν γύρισε να συχάσει πια, η φτώχεια το στέλνει ακόμα πιο μακριά, πιο μακριά…

  Σειέται το παλιό, το γέρικο δέντρο πάνου από το κεφάλι του, αφήνει ένα στεναγμό αδιάκοπο με μύρια αναστενάγματα και τα κύματα παίζουν με τρελά πηδήματα στην αχτή. Έρμη ψυχή πού ταξιδεύεις; Δε στάθηκε· όχι άλλος πατέρας πιο κακότυχος από δαύτον. Το ένα του παιδί σκοτωμένο, το άλλο μακριά, μακριά… Α τι κακούργα που ‘ναι η τύχη! Δε σου παίρνει κάνε μικρά τα παιδιά, παρά σου τ’ αφήνει και μεγαλώνουν και τα πονάς και τα καμαρώνεις και λες πως είναι δικά σου και άξαφνα φσσσ χάνονται από μπροστά σου, σα δυο πουλιά σκιαγμένα κι έρμος μένεις, κούτσουρο μένεις…]

―Α, Παναγία μου, φύλαε το παιδάκι μου, φωνάζει κι αφήνει τα πατρικά γεροντικά του δάκρυα λεύτερα, να τρέχουν στ’ οργωμένο του πρόσωπο.
  Ο αγέρας σφυρίζει, σφυρίζει πιο δυνατά στο δέντρο και καλμάρει σ’ ένα μεγάλο στεναγμό με μαύρα αναστενάγματα…

 https://users.sch.gr/ipap/Ellinikos_Politismos/logotexnia/katiforis.htm
     


27 Νοεμβρίου 2023

Το στοίχημα, Κώστας Καρκαβίτσας

  —Πάει στοίχημα;
  —Πάει!
  —Φέρε λοιπόν κρασί και φαΐ.

                                                                             * * *

   Ο Κατρόκιος, ένας κοσμογυρισμένος Κεφαλλονίτης, εστοιχημάτιζε με τον κυρ-Αναγνώστη τον ταβερνιάρη, ποιός από τους δυο θα πλήρωνε το φαγοπότι της παρέας: Αν ο ταβερνιάρης έλεγε πως τ’ αρέσει ένα απ’ όσα τραγούδια θα τραγουδούσε ο Κατρόκιος, θα ‘χανε αυτός· αλλιώς, θα πλήρωνε ο Κεφαλλονίτης.

                                                                           * * *

   Γλεντζές πρώτης τάξεως, τραγουδιστής ξακουσμένος, και κάλτσα του διαβόλου ο Κατρόκιος, εστοιχημάτιζε με την ελπίδα, πως ούτως ή άλλως κάπου θα τύλιγε τον ταβερνιάρη, όπως και τόσες άλλες φορές του το ‘κανε. Ο κυρ-Αναγνώστης εξάλλου, ένας κουτοπόνηρος και φιλάργυρος Μωραΐτης, ταβερνιάρης και μάγερας από τα μικρά του χρόνια, ενόμισε πως βρήκε την ευκαιρία να βγάλει όλα όσα είχε χάσει ως τώρα, και εδέχθηκε το στοίχημα, βέβαιος τώρα πλια πως θα το κερδίσει σίγουρα, αφού αυτός και μόνος θα ήτο ο κριτής του τραγουδιστή!
  —Και τα Χερουβείμ να κατεβούνε να τον βοηθήσουν, πάλι πως δεν μ’ αρέσουν θα λέω, εμουρμούριζε ενώ έτρωγε.

                                                                       * * *

  Το φαγοπότι εξακολουθούσε από ώρα με ζωηρότητα. Τέσσαρες η παρέα του Κατρόκιου και ο κυρ-Αναγνώστης πέντε, αφού άδειασαν τις κατσαρόλες, βάλθηκαν τώρα ν’ αδειάσουν και το βαρέλι. Μόλις άφησε το πιρούνι ο Κεφαλλονίτης, ίσαξε τα μουστάκια του —κάτι μουστάκια γυρισμένα επάνω σαν τσιγκέλια— και άρχισε το τραγούδι:

 «Τρεις αντρειωμένοι βούλησαν να βγουν από τον Άδη…»

  —Δεν μ’ αρέσει! δεν μ’ αρέσει! εφώναξεν ο ταβερνιάρης.
  —Φέρε λοιπόν κρασί.
  Οι κρασοκανάτες επήγαιναν και ήρχοντο, ενώ ο Κατρόκιος εξελαρυγγιζότανε να τραγουδεί πότε Ευρωπαϊκά, πότε κλέφτικα, Τούρκικα και Ζακυνθινά, Αρβανίτικα και Σμυρνέικα. Είπε το Τσαουσάνικο, είπε το γιαργιτό, είπε το Μακεδονικό, μα σ’ όλα ο κυρ-Αναγνώστης είτε στην αρχή είτε στο τέλος, έδινε την ίδια απάντηση:
  — Δεν μ’ αρέσει, αδερφέ! δεν μ’ αρέσει! Μπάαααά!
  —Θέλω μοσχάτο! είπε κάποτε θυμωμένος ο Κεφαλλονίτης.
 —Μοσχάτο, Σαμιώτικο, ό,τι θέλεις, μπέη μου, απήντησε κοροϊδευτικά και ο ταβερνιάρης, ενώ έφερνε τίνγκα τις κανάτες μοσχάτο! την τσέπη σου να φοβερίζεις λέω!!

                                                                         * * *

  Το τραγούδι ξανάρχισε ζωηρότερο· μα ο Κεφαλλονίτης, ούτε με τους αμανέδες του, ούτε με τα σαρκιά, ούτε με τα εθνικά κατόρθωσε να κάμει τον ταβερνιάρη ν’ αλλάξει γνώμη.
  Επλησίαζαν μεσάνυχτα.
 Ο Κατρόκιος, κουρασμένος τώρα, μόλις εμουρμούριζε ξεψυχισμένα κανένα τραγούδι.
  Μ’ έφαε ο Μωραΐτης! είπε σιγανά στον διπλανόν του, αρκετά όμως ώστε να τ’ ακούσει ο ταβερνιάρης.
  Έβγαλε κατόπιν απ’ το πορτοφόλι του ένα κατοστάρικο, και βλέποντας στο ρολόγι του την ώρα και τον κυρ-Αναγνώστη στα μάτια, εμουρμούρισε τραγουδιστά, με φωνή άψυχη και με νησιώτικη προφορά:

  Η ώρα επλησίασε, ας μη μωρογαρίζω,
  να σου πληρώσω το κρασί
  και να μη ξεροτσαμπουνίζω.

  —Δώσ’ μου τα ρέστα! είπε συγχρόνως πετώντας στη μέση του τραπεζιού το κατοστάρικο. Αυτό βέβαια θα σ’ αρέσει, κυρ-Αναγνώστη! ε!!
  —Αυτό μάααάλιστα! μ’ αρέσει λέει; και ποιανού δεν αρέσει; Και χαρούμενος, πεταχτός ο κυρ-Αναγνώστης άπλωσε χέρια τρεμάμενα να πάρει το κατοστάρικο.
  Ο Κατρόκιος όμως επρόφθασε και τ’ άρπαξε.
  —Σ’ αρέσει; αμ’ έχασες αφού σ’ αρέσει! είπε βάζοντας το κατοστάρικο στα πορτοφόλι του.
  —Έχασεεεες!! αντήχησε συγχρόνως μονόγνωμη και παρατεταμένη η φωνή της παρέας.
  Και ενώ ο Κατρόκιος με την παρέα του έφευγε χασκογελώντας, ο ταβερνιάρης έσβηνε τα φώτα μουρμουρίζων: 

— Μ’ έφαες, Κεφαλλονίτη! μ’ έφαες !

Δημοσιεύτηκε στο Ημερολόγιο του Σκόκου του έτους 1918, Έτος 33ο
Αναπροσαρμόσθηκε η ορθογραφία και χρησιμοποιήθηκε το μονοτονικό.

  Πηγή

17 Φεβρουαρίου 2020

Θαλασσινές ιστορίες, περί ευθυνών…

Θαλασσινές ιστορίες, περί ευθυνών…

Άλμπουμ0063
10 μποφώρ, τα κύματα βασανίζουν το καλοτάξιδο σκαρί που σπαρταράει στην κορυφή τους, οι λαμαρίνες τρίζουν και ο Κυβερνήτης …απολαμβάνει, καθισμένος στην πολυθρόνα του δεξιά μέσα στη Γέφυρα, το καμάρι του να αντιστέκεται στα στοιχειά της Φύσης…
Έτσι έμαθε από τον πρώτο καπετάνιο του, να απολαμβάνει τα δύσκολα…
Να σου και ο Πρώτος μηχανικός στη Γέφυρα. «Όπα, αυτά δεν είναι καλά μαντάτα» σκέφτεται. Δεν ανεβαίνει συχνά ο Πρώτος στη Γέφυρα…Που σκύβει στο αυτί του Κυβερνήτη και ψιθυρίζει «Κύριε Κυβερνήτα, έχουμε κρακ (ρωγμή) στη βάση του κύριου ατμαγωγού από το καζάνι…»
Ο ατμός στον κύριο ατμαγωγό είναι υπό συνεχή πίεση 1200+psi, πιθανή θραύση του έχει καταστροφικές συνέπειες για το πλοίο και το προσωπικό, το πλοίο λυγίζει και τρέμει στην πάλη του με τον Νοτιά, ο κίνδυνος άμεσος και θανατηφόρος.
«Απολαμβάνεις, ε;» αυτοεπιπλήτετται ο Κυβερνήτης. «Φά’τα τώρα!»
Το πλοίο αξίας δισεκατομμυρίων, 360 νοματαίοι ανεκτίμητης αξίας, περιμένει την δική σου απόφαση. Δεν υπάρχει άλλος πάνω από εσένα στον μανιασμένο Κάβο Μαλιά να αποφασίσει.
«Παναγιώτη…» λέει στον πρώτο «αν σβήσουμε και μείνουμε με έναν άξονα και πάθει κάτι ο άλλος, θα βρεθούμε ξεπεσμένοι στo …Άγνωστο. Αν συνεχίσουμε με δύο και σκάσει ο ατμαγωγός, το πλοίο και δεν ξέρω πόσοι από τον κόσμο του θα βρεθούμε στον πάτο του Αιγαίου. Τι λες να κάνουμε κράτει τον έναν άξονα χωρίς να σβήσουμε το καζάνι και να πάμε έτσι στον Ναύσταθμο;»
«Συμφωνώ, λέει ο Πρώτος» και δίνει τις οδηγίες από το τηλέφωνο στο Κέντρο Προώσεως. Στέκεται δίπλα στον Κυβερνήτη, με το Τηλέφωνο στο αυτί και το τσιγάρο στο στόμα σκουπίζοντας που και που το μέτωπό του.
Από το απόγευμα μέχρι τις τρείς το πρωί που δέσαμε στον Ναύσταθμο με έναν άξονα και χωρίς ρυμουλκά -έτσι για το ηθικό μας-, πρέπει να κάπνισε τρία πακέτα τουλάχιστον για να δείχνει ψύχραιμος… Το ίδιο και ο Κυβερνήτης. «Εξωτερικά» ατάραχος, να πετάει και κανένα ανέκδοτο ελαφρύνοντας την ένταση του Πρώτου…Δεν επιτρέπεται η εσωτερική ανησυχία σου να εξωτερικεύεται γιατί το πλήρωμα πρέπει να πιστεύει σε εσένα και στο πλοίο, να εξακολουθεί εν ηρεμία να ασκεί τα καθήκοντά του.
Ανακούφιση. Τα καζάνια έσβησαν, τα Σήματα βλάβης εκπέμφθηκαν εδώ και ώρες, ας την πέσουμε σε ύπνο βαθύ, λυτρωτικό, για λίγες ώρες.
«Τα καταφέραμε» μονολόγησα στον καθρέφτη στο πρωινό ξύρισμα,
 και τότε είδα για πρώτη φορά τους κροτάφους μου γκρίζους… Σαν τον χθεσινό κωλονοτιά…


30 Νοεμβρίου 2019

Η σάρξ !... Του Αντώνη Σαμαράκη !


Διάβαζε τον ψαλμό ΞΘ’, όταν άκουσε τη βροχή που είχε πιάσει.
-Βρέχει, σκέφτηκε. Περίεργο! Δε φαινόταν από νωρίς πως ήτανε για βροχή ο καιρός.
Διέκοψε απότομα τους συλλογισμούς του. Η βροχή ήταν ένα εξωτερικό γεγονός και δεν άξιζε να διακόψει τον ψαλμό γι’ αυτήν. Ξανάρχισε τον ψαλμό:
«μεγαλυνθήτω ο Κύριος, οι αγαπώντες το σωτήριόν σου, εγώ δε πτωχός ειμί και πένης, ο Θεός βοηθησόν μοι».
Έξω η βροχή δυνάμωνε ολοένα.
Είχε δύο βδομάδες περίπου που είχε εγκατασταθεί σ’ αυτήν τη συνοικία. Ήτανε η πρώτη του ενορία. Η αλήθεια είναι πως είχε ζητήσει ο ίδιος να τοποθετηθεί σε λαϊκή συνοικία. Είχε πει στους αρμοδίους:
- Θα ήθελα να αρχίσω το στάδιό μου ως εφημέριος σε μία λαϊκή συνοικία.
Οι δύο αυτές λέξεις «λαϊκή συνοικία» χτυπούσανε μέσα του με παράξενο ήχο. «Είμαι ένας ρομαντικός, φαίνεται», συλλογιζότανε καμιά φορά. Ήτανε νέος και δεν είχε ως τότε την ευκαιρία να γνωρίσει τη ζωή από πολλές πλευρές. Η οικογένειά του, μια μικροαστική οικογένεια. Ο πατέρας του, τραπεζικός υπάλληλος. Είχε πεθάνει πρόπερσι. Από αυτόν είχε κληρονομήσει τον φόβο του Θεού και την αφοσίωση στις εντολές Του. Γράφτηκε στη Θεολογική σχολή, τελειώνοντας το γυμνάσιο, και το όνειρό του ήτανε να γίνει ιερεύς. Να υπηρετήσει έτσι το Θεό. Να φέρει κοντά στον Ποιμένα όσα μπορούσε περισσότερα «απολωλότα πρόβατα».
Από τη διπλανή κάμαρα ακουγότανε η βαριά ανάσα της γυναίκας του. Η πόρτα ήτανε μισάνοιχτη.
Δύο βδομάδες μονάχα είχε σ’ αυτήν τη συνοικία, όμως είχε κιόλας την ευκαιρία να διαπιστώσει πως οι ενορίτες του, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, ήτανε μακριά από το δρόμο του Θεού. Ιδίως από την άποψη ηθών, η κατάσταση απελπιστική. Ωστόσο ο ίδιος δεν απελπιζότανε. Την περασμένη Κυριακή είχε μιλήσει στη μικρή Εκκλησία πάνω στο θέμα των ηθών. Πύρινος ο λόγος του. Έκανε μεγάλη εντύπωση. Και κατάστρωνε το σχέδιό του, που θα το έβαζε σ’ εφαρμογή το συντομότερο. Είχε έρθει κιόλας σ’ επαφή με μερικούς ευσεβείς ενορίτες, μέλη μιας χριστιανικής οργάνωσης, που ήτανε κι αυτοί σύμφωνοι πως η διαφθορά είχε προχωρήσει πολύ στη συνοικία τους.
- Οι εγκόσμιοι πειρασμοί κυριαρχούν εις την συνοικίαν μας, είπε, σε μια συγκέντρωση που κάνανε, ο μεγαλύτερος μπακάλης της γειτονιάς, που ήταν εξέχον μέλος της χριστιανικής οργάνωσης. (Στην Κατοχή, είχε πλουτίσει με τη μαύρη αγορά αλλά τούτο δεν είχε σημασία για τη χριστιανική οργάνωση. Έτερον εκάτερον…)
- Η σάρξ! Πετάχτηκε ένας άλλος, έμπορος ψιλικών. Προπαντός, η σάρξ!
Η φωνή του είχε τόνο υστερικό.
- Επιμένω επί της σαρκός! συνέχισε, και το καρύδι στο λαιμό του ανεβοκατέβαινε.
- Και εγώ επιμένω επί του αλκοολισμού! είπε κάποιος άλλος.
Ο καθένας είχε κάτι και σ’ αυτό επέμενε. Ο εφημέριος τους ησύχασε, και καταλήξανε όλοι στο συμπέρασμα πως πρέπει να προχωρήσουν με σχέδιο μελετημένο καλά, για να κατατροπώσουν τη διαφθορά.
Διάβαζε τώρα τον ψαλμό Ος΄. Ρεύτηκε την ψαρόσουπα που είχε φάει πριν από λίγο. Η γυναίκα του την πετύχαινε πολύ.
Η βροχή συνεχιζόταν με την ίδια ένταση.
Ξαφνικά δυνατά χτυπήματα στην πόρτα.
- Ανοίχτε! μια φωνή που του φάνηκε παιδική.
Έριξε το παλτό του, γιατί ήτανε με τα νυχτικά του, άνοιξε. Μπήκε ένα αγόρι, ίσαμε δώδεκα χρονώ, μούσκεμα από τη βροχή.
- Τι συμβαίνει; το ρώτησε.
- Με έστειλε η μάνα μου, είναι ένας πεθαμένος, λέει, και να κάνεις γρήγορα να τον μεταλάβεις, λέει, γιατί όπου νάναι πεθαίνει.
Του έδωσε μια πετσέτα να σκουπιστεί.
- Δε βαριέσαι, έκανε το παιδί και την άφησε.
Ήθελε να ντυθεί. Στην κρεβατοκάμαρα κοιμόταν η γυναίκα του, φοβότανε μη την ξυπνήσει.
- Γύρισε το κεφάλι σου στον τοίχο, είπε του παιδιού για να περάσει το παντελόνι του.
Το είδε που κρυφοκοίταζε.
- Φοβερή εξαχρείωσις! συλλογίστηκε
Βγήκανε, τέλος, οι δυό τους. Θα πέρναγε από την Εκκλησία να πάρει το δισκοπότηρο. Είχε αφήσει ένα σημείωμα, δύο λόγια στη γυναίκα του, μην ξυπνήσει και δεν τον δει και τρομάξει.
Η βροχή έπεφτε πάντα δυνατή. Μπροστά πήγαινε το παιδί.
- Που μένει; το ρώτησε.
- Παρακάτω.
Το παιδί δεν είχε όρεξη για κουβέντα. Βάδιζε μπροστά και η βροχή το χτυπούσε. Ακολουθούσε αυτός, βαστώντας το δισκοπότηρο σφιχτά στο στήθος του.
Βαδίζοντας, η σκέψη του δούλευε. Ήταν η πρώτη φορά που θα κοινωνούσε ετοιμοθάνατο. Ήτανε φυσικό νάναι συγκινημένος. Και μάλιστα, που τύχαινε η πρώτη αυτή φορά νάναι σε μια περιοχή οπού οι άνθρωποι είχανε ξεχάσει το Θεό και ζούσανε στην αμαρτία.
Προσευχήθηκε, περπατώντας, και ζήτησε από το Θεό να του δώσει δύναμη, κείνη τη νύχτα, να φέρει κοντά του ένα «απολωλός πρόβατον».
Το παιδί βούλιαξε σε μια λακκούβα γεμάτη νερό.
- Τα κέρατά σου, δήμαρχε! βλαστήμησε.
Συλλογίστηκε πως έπρεπε να του κάνει την παρατήρηση για τις βλαστήμιες που έλεγε κάθε τόσο. Θα του μιλούσε αργότερα.
- Εδώ ‘μαστε, είπε το παιδί.
Το δωμάτιο, 3 Χ 3 περίπου, ήτανε στο βάθος της αυλής. Κι ο άνθρωπος ήτανε μόνος εκεί, στο σιδερένιο κρεβάτι, το κεφάλι του και το ένα χέρι, το αριστερό, έξω από την κουβέρτα.
Από ένα άλλο δωμάτιο ακουγότανε γραμμόφωνο.
- Έχει γούστο να πέθανε κιόλας, είπε το παιδί.
Δεν προχώρησε όμως. Στάθηκε στην άκρη του κρεβατιού και κοίταζε.
Μια λάμπα πετρελαίου, πάνω σ’ ένα μικρό τραπέζι, έριχνε λιγοστό φώς. Στο γυαλί της μια φουρκέτα.
Έκλεισε την ομπρέλα του. Άφησε το δισκοπότηρο στο τραπέζι κι έσκυψε πάνω στον άνθρωπο. Ήταν ακίνητος, με κλειστά μάτια. Ίσαμε εξήντα χρονώ. Όμως, δεν είχε πεθάνει. Ανάσαινε.
Η βροχή εξακολουθούσε, πιο δυνατή. Κείνη τη στιγμή, τον είδε και άνοιξε τα μάτια του. Ήθελε να μιλήσει, αλλά δεν ήξερε πώς ν’ αρχίσει. Ο άνθρωπος ξανάκλεισε τα μάτια κι έπεσε στο λήθαργο του.
- Δεν πέθανε, είπε το παιδί από τη γωνιά.
- Όχι, είπε αυτός.
Γίνηκε σιωπή. Σε λίγο ρώτησε:
- Μόνος του είναι;
- Ναι.
- Είναι καιρός που αρρώστησε;
- Είναι.
- Τι έχει;
Το παιδί ήθελε να πει «πείνα», δεν είπε τίποτα. Του φάνηκε παράξενο που ο παπάς δεν είχε καταλάβει ακόμα τι έτρεχε κει μέσα, που δεν είχε καταλάβει τι αρρώστια είχε ο άνθρωπος. Δεν ήταν βέβαια παρών ο παπάς τις προάλλες που ήρθε ο γιατρός και είπε: «Δεν γίνεται τίποτα. Είναι πολύ εξαντλημένος. Είναι πολύ αργά.»
Κοίταξε γύρω του. Το δωμάτιο είχε μερικά έπιπλα, το σιδερένιο κρεβάτι, το τραπέζι, μια καρέκλα και ένα ντουλάπι.
Ήταν κι ένα ημερολόγιο στον τοίχο. Έδειχνε Πέμπτη, 10 Ιουλίου, ενώ ήτανε Νοέμβρης.
Ήτανε ακόμα ένα κάδρο που παρίστανε ένα ειδυλλιακό τοπίο. Κι ένα δίπλωμα απονομής πολεμικού μεταλλίου, σε κάδρο, μαζί με το μετάλλιο.
Ο άνθρωπος άνοιξε τα μάτια του.
-Ήρθες; είπε.
Η φωνή του έβγαινε με πολύν κόπο από μέσα του.
- Ναι, είπε. Ήρθα.
- Γιατί φοράς μαύρα; ρώτησε ο άνθρωπος.
Κοίταξε το παιδί. Η ανάσα του ανθρώπου γινόταν ολοένα και πιο βαριά.
- Ήθελα να σου μιλήσω, είπε, κι έσκυψε πάνω στο κατακίτρινο πρόσωπο.
Να, τώρα θα του έλεγε για το Θεό, για την αιωνιότητα. Όμως ο άνθρωπος έκλεισε ξανά τα μάτια του.
Το γραμμόφωνο στο διπλανό δωμάτιο έπαιζε πάντα. Το παιδί στεκότανε σαν απολιθωμένο στο βάθος.
Ακούμπησε το χέρι στο μέτωπο του ανθρώπου. Ήτανε ιδρωμένο. Ένας ιδρώτας παγωμένος.
Πήρε το δισκοπότηρο από το τραπέζι. Έγνεψε του παιδιού, που ήρθε κοντά και τον ανασήκωσε λίγο. Άνοιξε τα μάτια του.
Έβαλε μετάληψη στη λαβίδα.
- Έλα, είπε.
Μισάνοιξε το στόμα του.
Πήγε να πει αυτός:
- Εις το όνομα του Πατρός…
Δεν πρόλαβε να μιλήσει.
- Δώσ’ μου! είπε ο άνθρωπος, προτού καταπιεί καλά καλά.
Τον κοίταξε.
- Δώσ’ μου!
Το στόμα του, μισάνοιχτο, περίμενε. Κι αυτός που ήταν έτοιμος να πει για την αιωνιότητα! Μια σύγχυση ήτανε μέσα του.
- Δώσ’ μου!
Κάτι ξέσπασε μες στο στήθος του, μια στοργή, μια τρυφερότητα, σαν πατέρας ένοιωθε που ταΐζει το παιδί του που πεινάει. Άρχισε να δίνει τη μία κουταλιά ύστερ’ από την άλλη.
Τα μάτια του ανθρώπου ήταν αλλιώτικα τώρα. Τα μάτια του παιδιού ήταν αλλιώτικα τώρα.
Η βροχή έπεφτε πάντα. Το γραμμόφωνο έπαιζε πάντα.
- Θεέ μου! είπε ο άνθρωπος.

Δεν είπε τίποτα αυτός.

http://periodikoendon.blogspot.gr/2010/03/blog-post.html
Πηγη

2 Δεκεμβρίου 2017

Ο Χειμώνας της γριάς...

Κουλουριασμένη η γριά Θυμιά στο παραγώνι της συνδαυλίζει τη...στάχτη, ελπίζοντας πάντα πως θα ξεπεταχθεί καμιά γερή σπίθα, να δώσει φωτιά στο βρεμένο κούτσουρο που καπνίζει έτσι στημένο πούναι και μαυροκαπνισμένο στη γωνιά.
Όξω ο βοριάς λυσσομανάει  και μέσα στη γυμνή της καμαρούλα έχει απλωθεί η παγωνιά. Κάθε λίγο και λιγάκι χουχουλάει η γριά Θυμιά τα παγωμένα δάχτυλά της και κουφαναστενάζοντας σιγολέει:
Για τους αφεντάδες είναι ο χειμώνας, πούχουν όλα τάγαθά τους, όχι για μας τους έρμους τους φτωχούς...
Και βγάζοντας αναστεναγμό βαθύτερο αναθυμάται τα δυό της τ΄αγόρια, το Σωκράτη και το Στάθη της εκεί ψηλά στο Μέτωπο, στη βαρυχειμωνιά της Μικρασίας, θα ξεπαγιάζουνε, ποιός ξέρει σε ποιά τρύπα γης χωμένα, σε ποια αχυρένια καλύβα από κάτω, σε ποιο ξέφωτο σκοποί, με το ντουφέκι στο χέρι...
Το λυχνάρι, λιγοστό και ξεψυχισμένο φως σκορπώντας στην καμαρούλα, της πλακώνει περισσότερο την ψυχή κ΄η μισή κουβέρτα που την έχει ρίξει  απάνω της, καταπαγωμένη κι αυτή, δεν την ζεσταίνει, όσο κι αν τη σφίγγει πάνω της.
Κι αποκοιμιέται η γριά Θυμιά, έτσι στο παραγώνι κουβαριασμένη και βλέπει-ο πεινασμένος καρβέλια ονειριάζεται- και βλέπει πως βρίσκεται σε μια πλούσια κρεβατοκάμαρα, καθισμένη δίπλα στη θερμάστρα κι αφηρημένη βλέποντας τη λαμπερή φωτιά, ξεχωρίζει τα μικρά καρβουνάκια που την αποτελούν και ηδονικά βυθίζει το βλέμμα της σ΄αυτό το φωτεινό σύνολο...
Και παραπέρα, σε μιαν απόμερη γωνιά, η γάτα της κουλουριασμένη πάνω στο παχύ χαλί, ροχαλίζει ήσυχα ήσυχα στο χάιδεμα κάποιων αναλαμπών που φτάνουν αμφίβολα ως εκεί και απαλά χρωματίζουν τ΄ολόλευκό της γουναρικό...
Και τα θωρεί τα καρβουνάκια έτσι ενωμένα τόνα κοντά στ΄ άλλο και βυθίζεται η σκέψη της σε ματωμένο πέλαγο, αφού δεν έχει καμιάν άλλη έγνοια να την τρώει και σφαλνάει ηδονικά τα μάτια της και ταξιδεύει με τη φαντασία της σε θρυλικά παραμυθένια παλάτια που κλείνουν το καθένα τους κ΄απο ένα ωραίο κι άτυχο βασιλόπουλο...
Μα ξαφνικά, πάνω στα ονειροτάξιδά της, ανοίγει διάπλατα η πόρτα, χωρίς να τρίξει καθόλου  και μπαίνει μέσα μια ψηλή, κυπαρσσόκορμη  γυναίκα στα ολόλευκα ντυμένη και τραβάει ολόϊσα στη θερμάστρα και πιάνει με τη χούφτα της τα καρβουνάκια, όλα, και τα ρίχνει στο λευκό της κόρφο και παίρνει και τις κουβέρτες και τα χαλιά, που στα χέρια της γίνονται αλαφριά σαν πούπουλο, τα ρίχνει στον ώμο της και γυρίζοντας να φύγει, σταματάει για μια στιγμή μπροστά στην κατάπληχτη γριά και της λέει με φωνή βαριά και αυστηρή: Είμαι η Δικαιοσύνη εγώ, η απόλυτη Δικαιοσύνη της ζωής και σηκώνω τη φωτιά σου να την πάω σε άλλες απόκληρες της μοίρας που δεν έχουν ούτ' ένα καρβουνάκι να πυρώσουν τα παγωμένα χέρια τους και σηκώνω το χαλί σου και τις κουβέρτες σου να τις πάω σ΄άλλες, που δεν έχουν ούτ΄ ένα παλιόρουχο να σκεπάσουν τα ξυλιασμένα από την παγωνιά κορμιά τους. Είμαι η Δικαιοσύνη εγώ κ΄έτσι έρχομαι σήμερα στον ύπνο σου για νάρθω σήμερα-αύριο ολοζώντανη και στον ξύπνιο σου.
Κ΄έφυγε, αθόρυβα και μεγαλόπρεπα, καθώς μπήκε...Και η γριά Θυμιά ανατρόμαξε  από το όνειρο που είδε και άνοιξε τα μάτια της και ξαναβρέθηκε στη θεόγυμνη καμαρούλα της, κουλουριασμένη στο παραγώνι της, με το βρεμένο και μαυροκαπνισμένο κούτσουρο που είχε πάψει να καπνίζει...
Η γριά έκανε το σταυρό της με εγκαρτέρηση και σιγομουρμούρισε:
-Κυρά Δικαιοσύνη, πόθε θαν τα 'ξιωθώ να σε δω και στον ξύπνιο μου;
Σημείωση δική μου:
Το κείμενο δακτυλογραφήθηκε από μένα. Το αντέγραψα από το περιοδικό Νουμάς και από την βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Πατρών. Φέρει υπογραφή Δ.Π.Τ. και γράφτηκε γύρω στο 1928.
Προσπάθησα να κρατήσω-(διατηρήσω) την ορθογραφία του συγγραφέα...
Ι.Β.Ν.
Η εικόνα είναι από εδώ

16 Απριλίου 2017

Ηρώων Πάσχα ...Του Χρήστου Χρηστοβασίλη !


Ο Αυγερινός της Πασχαλιάς χαιρέτισε με τις χρυσές αχτίνες του απάνω στα Σουλιώτικα βουνά τα φλάμπουρα της Κλεφτουριάς, τους Κατσαντωναίους, σαράντα παλληκάρια, έναν κι έναν και τον αρχηγό τους, τον αντρείον των αντρείων Κατσαντώνη, σαράντα κι έναν. Ηταν μαζύ οι ενδοξότεροι Κλέφτες: Ο Χασιώτης, ο Λεπενιώτης, ο Βλαχόπουλος, ο Τσιόγκας, ο Καραϊσκάκης κι άλλοι ονομαστοί τουρκοφάγοι. Ερχονταν απο τα χειμαδιά της Λάμαρης και πήγαιναν ίσια στο Μοναστήρι του Κουγγιού, όπου είχαν τάμμα να κοινωνήσουν και να κάνουν Πασκαλιά με τον άλλον ανδρείον των ανδρείων ,τον Ηγούμενον Σαμουήλ, τον λεγόμενον Καπετάν Καλόγερο, κι απο κεί να τραβήξουν για τ΄ανοιξιάτικα λημέρια τους, απάνω στ΄ακρούρανα των Αγράφων και του Ασπροποτάμου.
Ο Αητός της Πίνδου πήγαινε να χαιρετίση το Λιοντάρι του Σουλιού. Οι δυό αυτοί μεγάλοι πρόμαχοι της ελληνικής Ελευθερίας ζηλεύονταν συναμεταξύ τους και φθονούσε ο ένας για τα ηρωικά κατορθώματα του άλλου. Μπορούσε να ειπή κανείς ότι κατά βάθος ήταν αγαπημένοι εχτροί ή μισεμένοι φίλοι , αλλά στα μάτια του κόσμου περνούσαν για λατρεμένοι φίλοι.
 
********************
Βρόντηξε δυνατά απ΄εξω η μεγάλη θύρα του ένδοξου Μοναστηριού του Κουγγιού.
-Ποιοί είστε; Ρώτησε απο μέσα μια βαρειά φωνή.
-Οι Κατσαντωναίοι ! Απολογήθηκε άλλη βαρειά φωνή απ΄έξω.
-Το σύνθημα !
-Κωνσταντίνος την έχτισε, Κωνσταντίνος την έχασε και Κωνσταντίνος θα την πάρη.
Γουρρρρρρρρρρρρρρρρουουουουουου....
Άνοιξε αμέσως διάπλατα η εξώθυρα του Μοναστηριού και μπήκαν μέσα οι ημίθεοι της Μεγάλης Ιδέας και τράβηξαν ίσια προς την εκκλησιά που λειτουργούσε. Ξαρματώθηκαν όλοι μπροστά στη θύρα της εκκλησιάς και μπήκαν μέσα στην εκκλησιά, ταπεινά-ταπεινά μπροστά στο μεγαλείο της θρησκείας τ΄ανυπόταχτα θηρία , λές κι ήταν νυφάδες πρωτοβδόμαδες , προσκύνησαν την Ανάσταση, άκουσαν το " Χριστός Ανέστη" , μετάλαβαν , πήραν το αντίδωρο από το τουρκοφόνο χέρι του υπερηρωικού Ηγουμένου, κι ύστερα βγήκαν από την εκκλησιά, και φόρεσαν πάλε τ΄αρματά τους.
Αμέσως βγήκε κοντά τους ο Ηγούμενος , κι εκεί έξω στην αυλή του Μοναστηριού οι δυο μεγάλοι Πρόδρομοι της ελληνικής Παλιγγενεσίας αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν σταυρωτά, κι από ΄κει τράβηξαν ίσια στο δοξάτο, όπου ήταν στρωμένο ένα μεγάλο στενόμακρο τραπέζι με τέσσερα-πέντε αρνιά ψημένα και καμμιά εκατοστή κόκκινα αυγά σκορπισμένα από τη μια άκρη του τραπεζιού ως την άλλη.
Στο στρογγυλό κεφαλοτράπεζο κάθησαν οι δυο αντρείοι των αντρείων, η Δόξα της Εκκλησίας και η Δόξα της Κλεφτουριάς, ο Καπετάν Καλόγερος και ο Κατσαντώνης, δεξιά οι άλλοι καλόγεροι του Μοναστηριού και ζερβά οι Κλέφτες οι Κατσαντωναίοι.
Έξοχο και μεγαλόπρεπο σύμπλεγμα Σταυρού και Σπαθιού, Ράσου και Φουστανέλλας, Θρησκείας και Πατρίδας.
Ο Ηγούμενος ευλόγησε το τραπέζι, λέγοντας:
"Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασιν ζωήν χαρισάμενος"
Κι ύστερα παίρνοντας ένα κόκκινο αυγό, είπε στον Κατσαντώνη:
-Χριστός Ανέστη καπετάν-Αντώνη, και στην Πόλη !
-Αληθώς ανέστη , καπετάν Ηγούμενε, κι ο λόγος σου στου Θεού τ΄αυτί.
Απάντησε ο Κατσαντώνης , παίρνοντας κι αυτός ένα κόκκινο αυγό. 
Στη στιγμή πήραν κι όλοι οι άλλοι καλογέροι και κλέφτες από ΄να κόκκινο αυγό.
Ο Ηγούμενος είπε στον Κατσαντώνη: 
-Κράτα κάτω τ΄αυγό να χτυπήσω....
-Κράτα το εσύ να χτυπήσω εγώ...
Του απάντησε ο Κατσαντώνης..
Οι δυο μεγάλοι ήρωες αγριοκυτάχτηκαν..
-Εγώ θα χτυπήσω πρώτος, είπε ο Ηγούμενος ,γιατί είμαι ιερωμένος και πολύ ηλικιωμένος..
-Όχι , απάντησε ο Κατσαντώνης. Εγώ θα χτυπήσω πρώτος γιατί είμαι αρχηγός όλης της Κλεφτουριάς.
-Πρωτεύει πάντα η Εκκλησία και μ΄αυτήν οι λειτουργοί της, είπε πάλε ο Ηγούμενος.
-Μόνον όταν φοράς το πετραχήλι είσαι ανώτερός μου ! Αντείπε πάλε ο Κατσαντώνης.
Ο περήφανος Ηγούμενος του Κουγγιού κι ο αλύγιστος αρχηγός της Κλεφτουριάς άναψαν κι ήταν φωτιά και μπαρούτι πλάϊ-πλάϊ. Τα μάτια τους πετούσαν αστραπές. Περιμένοντας να βροντήξη ο κεραυνός.
Απάνω σ΄αυτήν την τρομερή στιγμή , που χαίρονταν ο Δαίμονας της Κόλασης , περιμένοντας να γένη του Διαβόλου το πανηγύρι, πετάχτηκε σαν μολύβι , που βγαίνει από το στόμα του ντουφεκιού, ο Λεπενιώτης και μπήκε ανάμεσά τους:
-Σταθήτε, βρυχήθηκε !.Κι οι δυό σας έχετε δίκηο. Ούτε ο Ηγούμενος του Κουγγιού, ούτε ο Αρχηγός των Κλεφτών πρέπει να πέσει κάτω. Να τσουγκρίσετε στα ίσια κι όχι το ένα από πάνω και τ΄άλλο από κάτω.....
Το μαύρο σύγνεφο , που είχε καθήσει βαρύ και άγριο απάνω τους , σκορπίστηκε στην πνοή της ευφυϊας του Λεπενιώτη, κι οι ψηλότερες κορφές του αγωνιζομένου ελληνισμού για την ελευθερία του ,τσούγκρισαν τα κόκκινα αυγά οριζόντια, και -θαύμα θαυμάτων !-έσπασαν και τα δυο !
-Χριστός ανέστη ! και στην Πόλη !
Φώναξαν οι Κλέφτες με χαρά.
-Αληθώς ανέστη ! και στη Αγιά Σοφιά !
Απάντησαν οι καλογέροι κι έγινε ένα γενικό τσούγκρισμα αυγών στο τραπέζι απ΄άκρη σ΄άκρη και μια μεγάλη χαρά αδέρφωσε πάλε Καλογέρους και Κλέφτες....
Το ταυτόχρονο σπάσιμο των αυγών του Ηγουμένου του Κουγγιού και του Αρχηγού των Κλεφτών θεωρήθηκε κι από τους Καλογέρους κι από τους Κλέφτες , που παρακολουθούσαν με καρδιοχτύπι τη έριδα των δύο μεγάλων ηρώων, ως θεϊκό σημείο , ότι δεν ήταν κατώτερος ο ένας από τον άλλον και φωνάξανε όλοι με ακράτητη χαρά:
-Να μας ζήσετε κι οι δυο ανίκητοι για την Λευτεριά της Πατρίδας !
Τότε οι δυο πανένδοξοι και περιλάλητοι αντίζηλοι έσκυψαν τα κεφάλια μετανοημένοι, άνοιξαν την αγκαλιά τους και σφιχταγκαλιάστηκαν, κλαίγοντας από χαρά κι άπειρη αγάπη !
Ο Κατσαντώνης ασπάζεται το δεξί χέρι του Ηγουμένου Σαμουήλ κι ο Ηγούμενος φιλεί τον Κατσαντώνη στο μέτωπο, κι από κείνη τη στιγμή ο Αητός του Πίνδου Κατσαντώνης ωνόμαζε πατέρα του το Λιοντάρι του Σουλιού κι ο Ηγούμενος του Κουγγιού ωνόμαζε παιδί του τον Κατσαντώνη.!
Ύστερα από λίγα χρόνια έπεσαν κι οι δυο τους για τη Θρησκεία του Χριστού και για την πατρίδα μας Ελλάδα...Αιωνία τους η μνήμη ! ! !

Σημείωση δική μου:
Το κείμενο δακτυλογραφήθηκε από μένα, από ένα παλιό περιοδικό. Προσπάθησα να διατηρήσω την ορθογραφία του συγγραφέα. Δεν το έχω συναντήσει πουθενά στο διαδίκτυο.
Χριστός Ανέστη και Χρόνια Πολλά σε Όλους σας ! ! !
Ι.Β.Ν.


12 Απριλίου 2017

Πάσχα Ρωμέικο: Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη !

Πασχαλινά διηγήματα. Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Κανείς δεν απέδωσε όπως αυτός, με τόσο αυθεντικά ρωμέικο τρόπο τα μεγάλα θέματα της Χριστιανοσύνης. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης «Ο Άγιος των ελληνικών γραμμάτων» έγραψε μεταξύ άλλων τρία αθηναϊκά πασχαλινά διηγήματα, ένα εκ των οποίων ήταν το «Πάσχα Ρωμέικο».
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης τις μέρες του Πάσχα συνήθιζε να ψέλνει στον βυζαντινό ναό του Αγίου Ελισσαίου σε κλίμα κατανυκτικό με το πολύ 50 άτομα γύρω του. 
Έγραφε ο Κώστας Βάρναλης για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη: «Τη Μεγάλη βδομάδα τον χάναμε. Εκτελούσε στην εντέλεια όλα τα χριστιανικά του χρέη σαν πειθαρχημένος καλόγηρος. Μα την Κυριακή του Πάσχα, κατά το μεσημέρι ο κυρ Στέφανος ερχότανε στο καφενείο και τον έπαιρνε στο σπίτι του να φάνε το πασχαλινό αρνί. Κατηφορίζανε κι οι δύο το λόφο, ο ένας με σκυμμένο το κεφάλι κι ο άλλος με την αλύγιστη περπατησιά του, γιατί τα γόνατά του ήτανε ξυλιασμένα από την αρθρίτιδα.
Στο τραπέζι μοσχοβολούσε κι άχνιζε το αρνί μέσα στο ταψί· μοσχοβολούσε το τυρί του Παρνασσού, η μαρουλοσαλάτα με τον άνηθο και το κρεμμυδάκι· μοσκοβολούσανε τα πορτοκάλια και λαμποκοπούσανε μέσα στη σουπιέρα τα κόκκινα τ' αυγά. Πόσοι πειρασμοί: Μα ο θρήσκος Παπαδιαμάντης πρώτα έκαμνε το σταυρό του, έλεγε το «φάγονται πένητες και εμπλησθήσονται...», οι άλλοι όρθιοι γύρω σταυροκοπιόντανε κι αυτοί κι ύστερα... Αι, ύστερα, άμα καθόντανε στο τραπέζι, ο κυρ Στέφανος, που ήξαιρε τα συνήθεια του φίλου του, του γέμιζε μια κούπα ρετσίνα. Ο κυρ Αλέξανδρος την έπιανε με τις δυο του φούχτες (γιατί τα χέρια του τρέμανε) και την άδειαζε ολάκερη «αμυστί» με μια συγκινητική λαχτάρα.
Τότες το αίμα του ξυπνούσε και κύλαε ζεστό στις φλέβες του, τα μάτια του καθαρίζανε, η ψυχή του άνοιγε τα διπλωμένα φτερά της και τότε μονάχα αρχίζανε το φαγί. «Ητο ωραίον ρετσινάτον» (λέγει σ' ένα του διήγημα) «όλον άρωμα και πτήσις και αφρός»! Τι λυρικός καϋμός, τι αληθινός έρωτας για το κρασί!»

Ακολουθεί το διήγημα Πάσχα Ρωμέικο:
«O μπάρμπα-Πύπης, γηραιός φίλος μου, είχεν επτά ή οκτώ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων και μεγεθών, όλα εκ παλαιού χρόνου και όλα κατακαίνουργα, τα οποία εφόρει εκ περιτροπής μετά του ευπρεπούς μαύρου ιματίου του κατά τας μεγάλας εορτάς του ενιαυτού, οπόταν έκαμνε δύο ή τρεις περιπάτους από της μιας πλατείας εις την άλλην διά της οδού Σταδίου. Oσάκις εφόρει τον καθημερινόν κούκον του, με το σάλι του διπλωμένον εις οκτώ ή δεκαέξ δίπλας επί του ώμου, εσυνήθιζε να κάθηται επί τινας ώρας εις το γειτονικόν παντοπωλείον, υποπίνων συνήθως μετά των φίλων, και ήτο στωμύλος και διηγείτο πολλά κ' εμειδία προς αυτούς.
Όταν εμειδία ο μπάρμπα-Πύπης, δεν εμειδίων μόνον αι γωνίαι των χειλέων, αι παρειαί και τα ούλα των οδόντων του, αλλ' εμειδίων οι ιλαροί και ήμεροι οφθαλμοί του, εμειδία στίλβουσα η σιμή και πεπλατυσμένη ρις του, ο μύσταξ του ο ευθυσμένος με λεβάνταν και ως διά κολλητού κηρού λελεπτυσμένος, και το υπογένειόν του το λευκόν και επιμελώς διατηρούμενον, και σχεδόν ο κούκος του ο στακτερός, ο λοξός κ' επικληνής προς το ους, όλα παρ' αυτώ εμειδίων.
Eίχε γνωρίσει πρόσωπα και πράγματα εν Kερκύρα. Όλα τα περιέγραφε μετά χάριτος εις τους φίλους του. Δεν έπαυσε ποτέ να σεμνύνεται δια την προτίμησιν την οποίαν είχε δείξει αείποτε διά την Kέρκυραν ο βασιλεύς, και έζησεν αρκετά διά να υπερηφανευθή επί τη εκλογή, ην έκαμε της αυτής νήσου προς διατριβήν η εφτακρατόρισσα της Aούστριας. Eνθυμείτο αμυδρώς τον Mουστοξύδιν, μα δότο, δοτίσσιμο κε ταλέντο! Eίχε γνωρίσει καλώς τον Mάντζαρον, μα γαλαντουόμο! τον Kερκύρας Aθανάσιον, μα μπράβο! τον Σιορπιέρρο, κε γκράν φιλόζοφο! Tο τελευταίον όνομα έδιδεν εις τον αοίδιμον Bράϊλαν, διά τον τίτλον ον του είχαν απονείμει, φαίνεται οι Άγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter). Eίχε γνωρίσει επίσης τον Σόλωμο (κε ποέτα!), του οποίου απεμνημόνευε και στίχους τινάς, απαγγέλλων αυτούς κατά το εξής υπόδειγμα:

Ωσάν τη σπίθα κρουμμένη στη στάχτη πού εκρουβόταν για μας λευτεριά;
Eισέ πάσα μέρη πετιέται κι' ανάφτει και σκορπιέται σε κάθε μεριά.

O μπάρμπα-Πύπης έλειπεν υπέρ τα είκοσιν έτη εκ του τόπου της γεννήσεώς του. Eίχε γυρίσει κόσμον κ' έκαμεν εργασίας πολλάς. Έστειλέ ποτε και εις την Παγκόσμιον έκτεσι, διότι ήτο σχεδόν αρχιτέκτων, και είχε μάλιστα και μίαν ινβεντσιόνε. Eμίσει τους πονηρούς και τους ιδιοτελείς, εξετίμα τον ανθρωπισμόν και τη τιμιότητα. Aπετροπιάζετο τους φαύλους. «Iλ τραδιτόρε νον α κομπασσιόν» -ο απατεώνας δεν έχει λύπησι. Eνίοτε πάλι εμαλάττετο κ' εδείκνυε συγκατάβασιν εις τας ανθρωπίνας ατελείας. «Oυδ'η γης αναμάρτητος -άγκε λα τέρρα νον ε ιμπεκάμπιλε.» Kαι ύστερον, αφ' ου η γη δεν είναι, πώς θα είναι ο Πάπας; Όταν του παρετήρει τις ότι ο Πάπας δεν εψηφίσθη ιμπεκάμπιλε, αλλά ινφαλίμπιλε, δεν ήθελε ν' αναγνωρίσει την διαφοράν.
Δεν ήτο άμοιρος και θρησκευτικών συναισθημάτων. Tας δύο ή τρεις προσευχάς, ας είξευρεν τας είξευρεν ελληνιστί. «Tα πατερμά του είξευρε ρωμέϊκα». Έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος κύριος Σαβαώθ... ως ενάντιος υψίστοις» Όταν με ερώτησε δις ή τρις τι σημαίνει τούτο, το ως ενάντιος, προσεπάθησα να διορθώσω και εξηγήσω το πράγμα. Aλλά μετά δύο ή τρεις ημέρας υποτροπιάζων πάλιν έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος... ως ενάντιος υψίστοις!»
Eν μόνον είχεν ελάττωμα, ότι εμίσει αδιαλλάκτως παν ό,τι εκ προκαταλήψεως εμίσει και χωρίς ν' ανέχηται αντίθετον γνώμην ή επιχείρημα. Πολιτικώς κατεφέρετο πολύ κατά των Άγγλων, θρησκευτικώς δε κατά των Δυτικών. Δεν ήθελε ν' ακούση το όνομα του Πάπα, και ήτο αμείλικτος κατήγορος του ρωμαϊκού κλήρου...
Tην εσπέραν του Mεγάλου Σαββάτου του έτους 188... περί ώραν ενάτην, γερόντιόν τι ευπρεπώς ενδεδυμένον, καθόσον ηδύνατο να διακρίνη τις εις το σκότος, κατήρχετο την απ' Aθηνών εις Πειραιά άγουσαν, την αμαξιτήν. Δεν είχεν ανατείλει ακόμη η σελήνη, και ο οδοιπόρος εδίσταζε ν' αναβή υψηλότερον, ζητών δρόμον μεταξύ των χωραφίων. Eφαίνετο μη γνωρίζων καλώς τον τόπον. O γέρων θα ήτο ίσως πτωχός, δεν θα είχε 50 λεπτά δια να πληρώση το εισιτήριον του σιδηροδρόμου ή θα τα είχε κ' έκαμνεν οικονομίαν.
Aλλ' όχι δεν ήτο πτωχός, δεν ήτο ούτε πλούσιος, είχε διά να ζήση. Ήτο ευλαβής και είχε τάξιμο να καταβαίνη κατ' έτος το Πάσχα πεζός εις τον Πειραιά, ν' ακούη την Aνάστασιν εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και όχι εις άλλην Eκκλησίαν, να λειτουργήται εκεί, και μετά την απόλυσιν ν' αναβαίνη πάλιν πεζός εις τας Aθήνας. Ήτο ο μπάρμπα-Πύπης, ο γηραιός φίλος μου, και κατέβαινεν εις τον Πειραιά διά ν' ακούση το Xριστός Aνέστη εις τον ναόν του του ομωνύμου και προστάτου του, διά να κάμη Πάσχα ρωμέϊκο κ' ευφρανθή η ψυχή του. Kαι όμως ήτο... δυτικός!
O μπάρμπα-Πύπης, Iταλοκερκυραίος, απλοϊκός, Eλληνίδος μητρός. Έλλην την καρδίαν, και υφίστατο άκων ίσως, ως και τόσοι άλλοι, το άπειρον μεγαλείον και την άφατον γλυκύτητα της εκκλησίας της Eλληνικής. Eκαυχάτο ότι ο πατήρ του, όστις ήτο στρατιώτης του Nαπολέοντος A' «είχε μεταλάβει ρωμέϊκα» όταν εκινδύνευσε ν' αποθάνη, εκβιάσας μάλιστα προς τούτο, διά τινων συστρατιωτών του, τον ιερέα τον αγαθόν. Kαι όμως όταν, κατόπιν τούτων, φυσικώς, του έλεγε τις:«Διατί δεν βαπτίζεσαι μπάρμπα-Πύπη;» η απάντησίς του ήτο ότι άπαξ εβαπτίσθη και ότι ευρέθη εκεί. Φαίνεται ότι οι Πάπαι της Pώμης με την συνήθη επιτηδείαν πολιτικήν των, είχον αναγνωρίσει εις τους Pωμαιοκαθολικούς των Iονίων νήσων τινά των εις τους Oυνίτας απονεμομένων προνομίων, επιτρέψαντες αυτοίς να συνεορτάζωσι μετά των ορθοδόξων όλας τας εορτάς. Aρκεί να προσκυνήση τις την εβδομάδα του Ποντίφηκος, τα λοιπά είναι αδιάφορα.
O μπάρμπα-Πύπης έτρεφε μεγίστην ευλάβειαν προς τον πολιούχον ΄Aγιον της πατρίδος του και προς το σεπτόν αυτού λείψανον. Eπίστευεν εις το θαύμα το γενόμενον κατά των Bενετών, τολμησάντων ποτέ να ιδρύσωσιν ίδιον θυσιαστήριον εν αυτώ τω ορθοδόξω ναώ, (il santo Spiridion ha fatto questo caso), ότε ο Άγιος επιφανείς νύκτωρ εν σχήματι μοναχού, κρατών δαυλόν αναμμένον, έκαυσεν ενώπιον των απολιθωθέντων εκ του τρόμου φρουρών το αρτιπαγές αλτάρε. Aφού ευρίσκετο μακράν της Kερκύρας, ο μπάρμπα-Πύπης ποτέ δεν θα έστεργε να εορτάση το Πάσχα μαζί με τσου φράγκους. Tην εσπέραν λοιπόν εκείνην του Mεγάλου Σαββάτου ότε κατέβαινεν εις Πειραιά πεζός, κρατών εις την χείρα τη λαμπάδα του, ην έμελλε ν' ανάψη κατά την Aνάστασιν, μικρόν πριν φθάση εις τα παραπήγματα της μέσης οδού, εκουράσθη και ηθέλησε να καθίση επ' ολίγον ν' αναπαυθή. Eύρεν υπήνεμον τόπον έξωθεν μιας μάνδρας, εχούσης και οικίσκον παρά την μεσημβρινήν γωνίαν, κ' εκεί εκάθησεν επί των χόρτων, αφού επέστρωσε το εις πολλάς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Έβγαλεν από την τσέπην την σιγαροθήκην του, ήναψεν σιγαρέττον κ' εκάπνιζεν ηδονικώς.
Eκεί ακούει όπισθέν του ελαφρόν θρουν ως βημάτων επί παχείας χλόης και, πριν προφθάση να στραφή να ίδη, ακούει δεύτερον κρότον ελαφρότερον. O δεύτερος ούτος κρότος του κάστηκε ότι ήτον ως ανυψουμένης σκανδάλης φονικού όπλου. Eκείνην την στιγμήν είχε λαμπρυνθή προς ανατολάς ο ορίζων, και του Aιγάλεω αι κορυφαί εφάνησαν προς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. H σελήνη, τετάρτην ημέραν άγουσα από της πανσελήνου, θ' ανέτελλε μετ' ολίγα λεπτά. Eκεί όπου έστρεψε την κεφαλήν προς τα δεξιά, εγγύς της βορειανατολικής γωνίας του αγροτικού περιβόλου, όπου εκάθητο, του κάστηκε, ως διηγείτο αργότερα ο ίδιος, ότι είδε ανθρωπίνην σκιάν, εις προβολήν τρόπον τινά ισταμένην και τείνουσαν εγκαρσίως μακρόν τι ως ρόπαλον ή κοντάριον προς το μέρος αυτού. Πρέπει δε να ήτο τουφέκιον.
O μπάρμπα-Πύπης ενόησεν αμέσως τον κίνδυνον. Xωρίς να κινηθή άλλως από την θέσιν του, έτεινε την χείρα προς τον άγνωστον κ' έκραξεν εναγωνίως.
-Φίλος! Kαλός! μη ρίχνεις...
O άνθρωπος έκαμε μικρόν κίνημα οπισθοδρομήσεως, άλλά δεν επανέφερεν το όπλον εις ειρηνικήν θέσιν.ουδέ καταβίβασε την σκανδάλην.
-Φίλος! και τι θέλεις εδώ; ηρώτησε με απειλητικήν φωνήν.
-Tι θέλω; επανέλαβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Kάθουμαι να φουμάρω το τσιγάρο μου.
-Kαι δεν πας αλλού να το φουμάρης, ρε; απήντησεν αυθαδώς ο άγνωστος. Hύρες τον τόπο, ρε, να φουμάρης το τσιγάρο σου!
-Kαι γιατί; επανέλαβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Tι σας έβλαψα;
-Δεν ξέρω 'γω απ' αυτά, είπεν οργίλως ο αγρότης , εδώ είναι αποθήκη, έχει χόρτα, έχει κι' άλλα πράμματα μέσα. Mόνον κόττες δεν έχει, προσέθηκε μετά σκληρού σαρκασμού. Eγελάστηκες.
Ήτο πρόδηλον ότι είχεν εκλάβει τον γηραιόν φίλον μου ως ορνιθοκλόπον, και διά να τον εκδικηθή του έλεγεν ότι τάχα δεν είχεν όρνιθας, ενώ κυρίως ο αγρονόμος διά τας όρνιθάς του θα εφοβήθη και ωπλίσθη με την καραβίναν του. O μπάρμπα-Πύπης εγέλασε πικρώς προς τον υβριστικόν υπαινιγμόν.
-Συ εγελάστηκες, απήντησεν εγώ κόττες δεν κλέφτω, ούτε λωποδύτης είμαι εγώ πηγαίνω στον Πειραιά ν' ακούσω Aνάσταση στον Άγιο Σπυριδωνα
O χωρικός εκάγχασε.
-Στον Πειραιά; στον Aϊ-Σπυρίδωνα; κι' από πού έρχεσαι;
-Aπ' την Aθήνα.
-Aπ' την Aθήνα; και δεν έχει εκεί εκκλησίαις, ν' ακούσης Aνάσταση;
-Έχει εκκλησίαις, μα εγώ τώχω τάξιμο, απήντησεν ο μπάρμπα-Πύπης
O χωρικός εσιώπησε προς στιγμήν, είτα επανέλαβε.
-Nα φχαριστάς, καϋμένε...
Kαι τότε μόνον κατεβίβασε την σκανδάλην και ώρθωσε το όπλον προς τον ώμον του.
-Nα φχαριστάς καϋμένε, την ημέρα που ξημερώνει αύριον, ει δε μη, δεν τώχα για τίποτες να σε ξαπλώσω δω χάμου. Tράβα τώρα!
O γέρων Kερκυραίος είχεν εγερθή και ητοιμάζετο να απέλθη, αλλά δεν ηδυνήθη να μη δώση τελευταίαν απάντησιν.
-Kάνεις άδικα και συχωρεμένος νάσαι που με προσβάλλεις, είπε. Σ' ευχαριστώ ως τόσο που δε μ' ετουφέκισες, αλλά νον βα μπένε... δεν κάνεις καλά να με παίρνεις για κλέφτη. Eγώ είμαι διαβάτης, κ' επήγαινα, σου λέω στον Πειραιά.
-Έλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρε...
Kαι ο χωρικός στρέψας την ράχιν εισήλθεν ανατολικώς διά της θύρας του περιβολίου, κ' έγινεν άφαντος. O γέρων φίλος μου εξηκολούθησε τον δρόμον του. Tο συμβεβηκός τούτο δεν ημπόδισε τον μπάρμπα-Πύπην να εξακολουθή κατ' έτος την ευσεβή του συνήθειαν, να καταβαίνει πεζός εις τον Πειραιά, να προσέρχηται εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και να κάμει Πάσχα ρωμέϊκο. Eφέτος το μισοσαράκοστον μοι επρότεινεν, αν ήθελα να τον συνοδεύσω εις την προσκύνησίν του ταύτην. Θα προσεχώρουν δε εις την επιθυμίαν του, αν από πολλών ετών δεν είχα την συνήθειαν να εορτάζω εκτός του Άστεως το Άγιον Πάσχα.»

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
ΑΠΑΝΤΑ -ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ-ΑΘΗΝΑ 1982 -Σελ. 177-182


27 Μαρτίου 2017

Σ' ένα συνοριακό σταθμό - Του Αντώνη Σαμαράκη

Από παιδί είχε μανία με τα τρένα. Μεγάλη μανία. Το έσκαγε από το σχολείο, με τα βιβλία παραμάσχαλα, και πού τον έχανες, πού τον έβρισκες, στο σταθμό. Έμεναν σε μια μικρή επαρχιακή πόλη.
Τρύπωνε σε μια γωνιά κι εκεί καθότανε ώρες ολόκληρες και κοίταζε. Όχι μόνο τα τρένα που ολοένα ερχόντουσαν και ολοένα φεύγανε, μα όλη η ατμόσφαιρα εκεί τον γοήτευε. Από το πολύ το σκασιαρχείο έμεινε στην ίδια τάξη. 
Η μάνα του του τις έβρεχε ταχτικά, αυτός το βιολί του.
Το όνειρό του, από τότε, δεν ήτανε να γίνει, όπως θέλανε άλλα παιδιά, αξιωματικός ή μηχανικός, μα σταθμάρχης. Ονειρευότανε τον εαυτό του σταθμάρχη στον κεντρικό σταθμό της πρωτεύουσας, με τη σκούρα μπλε στολή, με τα σιρίτια στα μανίκια. Κι ένοιωθε μεγάλη συγκίνηση. 
Συχνάζοντας στο σταθμό, είχε μάθει από μικρός όλες τις μανούβρες που γίνονται εκεί σαν είναι να ‘ρθει ή σαν είναι να φύγει ένα τρένο.
Είχε μάθει ακόμη να παρατηρεί. Να μελετάει τα πρόσωπα των ταξιδιωτών. Άλλοι φτάνανε στο σταθμό με συνοδεία συγγενείς και φίλους κι αρχίζανε οι ατέλειωτοι αποχαιρετισμοί, οι συγκινήσεις και τα ρέστα. Άλλοι πάλι ερχόντουσαν και βρίσκανε ολόκληρη υποδοχή. Και ξανά οι συγκινήσεις και τα ρέστα. Μα κείνοι που ήταν η συμπάθειά του από τότε, ήταν οι μοναχικοί ταξιδιώτες. Αυτοί που φεύγουν ή έρχονται ολομόναχοι. Σαν είναι να φύγουνε πηδάνε στο βαγόνι τους και χάνονται εκεί μέσα. Δεν κοιτάνε από το παράθυρο, γιατί ξέρουν πως δεν είναι κανένας για να τους αποχαιρετίσει, να τους πει: «Καλό ταξίδι!». Το ίδιο σαν έρχονται. Κατεβαίνουν από το βαγόνι τους, γρήγορα γρήγορα, και τραβάνε κατευθείαν στην έξοδο. Ξέρουν πως δεν είναι κανένας για να τους πει: «Καλωσόρισες!».
Το είχε λοιπόν μεγάλο μεράκι να γίνει σταθμάρχης. Και τίποτα, μα τίποτα, δε μπόρεσε να του κάνει ν’ αλλάξει γνώμη. Ούτε το ξύλο που ταχτικά έτρωγε από τη μάνα του ούτε που έμεινε στην ίδια τάξη δυο φορές.
Και γίνηκε σιδηροδρομικός, μα όχι σταθμάρχης. Δεν είχε τα «τυπικά προσόντα». Δεν τα κατάφερε να τελειώσει το σχολείο. Όμως, μέρα και νύχτα, βρισκότανε στο αγαπημένο του περιβάλλον κι αυτό του έφτανε.
Τώρα που είναι συνταξιούχος, λέει να καθίσει να γράψει ένα βιβλίο με τις αναμνήσεις του. Τριάντα δύο χρόνια έκανε σιδηροδρομικός. Υπηρέτησε σε πολλούς σταθμούς, μικρούς και μεγάλους, και είδε πολλά πράγματα. Έχει ένα σωρό αναμνήσεις.
Το είπε το σχέδιο του για το βιβλίο σ’ ένα φίλο του, συνταξιούχο δάσκαλο, που τα κουτσοπίνουν παρέα τα βραδάκια. Το βρήκε σπουδαίο το σχέδιό του ο φίλος του. Μάλιστα του βρήκε και τον τίτλο του βιβλίου:
 «Απομνημονεύματα μιας μακράς σιδηροδρομικής ζωής».
 Κι αυτός του είπε: 
«Δάσκαλε, τι ‘ναι τούτο; Μακρύ σα σιδερόδρομος είναι».
Γελάσανε κι οι δυο τους και τσουγκρίσανε τα ποτήρια τους. 

http://servouvillage.blogspot.gr/2013/04/blog-post.html#more

Σημείωση δική μου:
Ο σταθμός επελέγη από μένα...
Όσο για τον τίτλο του βιβλίου, αν αλλάξτε τη λέξη "σιδηροδρομικής", κάπου με παραπέμπει...για όσους με ξέρουν από κοντά....
Ι.Β.Ν.

2 Μαΐου 2016

Η ΠΑΣΧΑΛΙΑ ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ ! Χρήστου Χρηστοβασίλη !

Ο Χρήστος Χρηστοβασίλης (1861-1937) υπήρξε συγγραφέας και δημοσιογράφος, εκπρόσωπος της ηρωικής και βουκολικής λογοτεχνίας και σημαντική μορφή της λογοτεχνίας της Ηπείρου κατά τα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα
.
Ετελείωνε η εκκλησιά. Ο παπάς στεκότανε μπροστά στην Ωραία Πύλη  κι αντί  Δι΄ευχών και των αγίων πατέρων ημών …… έλεγε Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω….
Όλο το χωριό σταυροκοπιόταν , και διπλή χαρά ζωγραφίζονταν στο πρόσωπό του. Τέτοια χαρούμενη Λαμπρή δε θυμόνταν κανείς να έχει ιδεί εκεί- πέρα.Τελειώνοντας ο παπάς το τελευταίο του Χριστός ανέστη είπε:
-Χριστός ανέστη , χωριανοί! Και του χρόνου να είμεστε καλά. Κι ο Μεγαλοδύναμος να μας φέρει καλά τ΄αδέρφια μας που πολεμούνε στο γεφύρι της Πλάκας, στο Λούρο , στην Πρέβεζα και στα Πέντε Πηγάδια….
Την τελευταία του φράση την επρόφερε με δάκρυα ,κι όλο το χωριό , άντρες και γυναίκες , έκλαψαν  μέσα στην εκκλησία, αλλά έκλαψαν από χαρά κι από αναγαλλιασμό , και φιλιόνταν γκαρδιακά ο ένας με τον άλλον για την Ανάσταση του Χριστού και για την ανάσταση , που νόμιζαν , της σκλαβωμένης Πατρίδας.
Ο παπάς ξαναμπήκε στο Ιερό για να αποτελειώσει τη λειτουργία, και το χωριό άρχισε να βγαίνει από την εκκλησιά  φαμίλιες -φαμίλιες .Πρώτα έβγαιναν οι μεγαλύτερες οι φαμίλιες κι ύστερα οι μικρότερες ,κι από τις φαμίλιες πάλι πρώτοι έβγαιναν οι γέροντοι με τις γριές , και παραπίσω οι νιοι και οι νιες και τα παιδιά.
Πρώτος -πρώτος βγήκε ο προεστός του χωριού , ο γερο-Λιόλιος , γέρος μ΄εβδομηνταπέντε χρόνια και πλιότερο στη ράχη του και με κάτασπρα μαλλιά και με κάτασπρα μακριά μουστάκια , κρατώντας με το ζερβί του χέρι την άσπρη του λαμπάδα κι ακουμπώντας με το άλλο σε μιά ροζιάρικη και χοντρή πατερίτσα.
Αποπίσω ερχόνταν δύο παιδιά του , απάνω από σαράντα ή σαρανταπέντε χρόνων το καθένα , δυό παντρεμένα αγγόνια, εφτά νυφάδες από παιδιά και δυό αγγονονύφες , και καμιά εικοσαριά αγγόνια από είκοσι χρόνων και κάτω.Απ΄ τα επίλοιπα πέντε παιδιά του γερο-προεστού , που δεν ήτανε στην εκκλησιά , δυό ήταν πεθαμένα και τρία ξενιτεμένα , κι από τα τρία πάλι το ένα ήταν εθελοντής στον ελληνικό στρατό.
Τραβούσε μπροστά ο γερο-προεστός , σαν σερτάρι  κοπαδιού , κι ερχόνταν όλο το χωριό καντά του , με τα κεριά στα χέρια αναμμένα. Ήτανε νύχτα βαθιά ,κι ο αυγερινός δεν είχε ξεπροβάλει ακόμα από την κορυφή των Τζουμέρκων. Αλλά μια φωτεινή αυλακιά , απλωμένη από το κορφοβούνι του Περιστεριού ως απών στα Γιάννινα , έδειχνε πως τ΄αστέρι αυτό , που τ΄ονομάζουν οι πλιότεροι ”λαμπρό”, δεν θ΄αργούσε να βγει.
Ανάμεσα απ΄την εκκλησιά και το χωριό είναι ένα μεγάλο δεντρόφυτο πλάτωμα. Εκεί σταμάτησαν όλοι , κι έκαμαν ένα μεγάλο κύκλο να μιλήσουν για τον πόλεμο.
Ένα ψιλό αγεράκι , που τραβούσε απ΄το χωριό ,έφερνε τη μοσκομυρουδιά των αρνιών που ψήνονταν στις αυλές των σπιτιών.
-Τα μάθαταν;
-Τι καινούργια;
-Αληθινά πως τους τσάκισαν τ΄αδέλφια μας τους Τούρκους;…..
-Όλο και καλά. Νικήθηκαν οι Τούρκοι στης Άρτας το γεφύρι .Τους τσάκισε ο Κίτσιος ο Μπότσαρης.
-Τρεις μέρες και τρεις νύχτες πόλεμο…..
-Καημένο Σούλι , να μην πεθάνεις ποτέ με τα παλικάρια που βγάζεις!….Εσύ στα παλιά χρόνια , εσύ και τώρα!
-Πόσοι αρχηγοί ήτανε στην Άρτα;
-Δυο. Ο Κίτσιος ο Μπότσαρης κι ο Κώστας ο Σιέχος.
Ο Μπότσαρης κλείστηκε στην Άρτα κι ο Σιέχος πέρασε το ποτάμι και πήρε τα πλευρά των Τούρκων.Τότε οι Τούρκοι βάρεσαν μ΄όλα τους τα δυνατά να πάρουν την Άρτα , για να κλείσουν τον Σιέχο μέσα στο τούρκικο , αλλά τους τσάκισε το Μποτσαράκι ,κι έτσι σκόρπισαν ,κι όπου φύγει-φύγει….
Τότε ο δικός μας ο στρατός πέρασε το γεφύρι της Άρτας κι έπιασε τα Λέχοβα , την Κανέτα και τα Πέντε Πηγάδια.
-Σκοτώθηκαν πολλοί Τούρκοι;
-Σαν πόσοι έπεσαν απ΄τους δικούς μας;
-Μετριούνται οι Τούρκοι τρεις φορές και λείπουν τρεις χιλιάδες,
μετριούνται τα Ελληνόπουλα και λείπουν τρεις λεβέντες!
-Σαν τι άνθρωποι να΄ναι ο Κίτσιος ο Μπότσαρης κι ο Κώστας ο Σιέχος;
-Ο ένας μια πιθαμή άνθρωπος ,μικρός μα θιαμαχτός , κι ο άλλος θεριακωμένος :δυο Τούρκους μπορείς να κρεμάσεις από τα μουστάκια του!
-Χαρά στις μάνες που τους έκαμαν!
Ο γέρος -προεστός , που είχε σταθεί κι αφουγκράζονταν τι έλεγαν οι χωριανοί , φώναξε:
-Ωρέ παιδιά! Ποιος σας τις έφερε τις κουβέντες; Μη μιλάτε , μωρέ παιδιά μου , όπως θέλει η καρδιά σας , και σας δοκιμάσει ο Θεός !
-Είναι αλήθεια , μπάρμπα, αυτά που λέμε!Είναι αλήθεια ! Ήταν κάτι Τσιάμηδες στην Άρτα , και με την καταστροφή των Τούρκων πέρασαν κι αυτοί δώθε χωρίς διαβατήρια και τράβηξαν για τα χωριά τους!
-Τους είδες με τα μάτια σου εσύ; τον ερώτησε ο γερο-προεστός με δυσπιστία.
-Τους είδα και μίλησα μαζί τους , και μου τα είπαν όλα!
-Ποια μέρα φύγαν από την Άρτα οι Τσιάμηδες;
-Τη Μεγάλη Παρασκευή .Ήλθαν από τα Λακκοχώρια , πέρασαν από τον Καλαμά ψες το σουρούπωμα και τράβηξαν νύχτα για τα χωριά τους…
-Ωρέ , δεν έχει κανένας από σας άρματα; βροντοφώνησε ο γερο-προεστός πνιγμένος από τη χαρά του . Η Πασκαλιά θέλει αρνιά , ο Αι-Γιώργης κατσίκια , ο γάμος κριάρια , κι η λευτεριά ντουφέκια! Δεν έχει κανένας από σας άρματα για να ρίξουμε και να χαιρετίσουμε τη λευτεριά; Πεντακόσια χρόνια δούλοι, ωρέ παιδιά , και να μην έχουμε σήμερα ένα ντουφέκι να ρίξουμε και να καλωσορίσουμε τη λευτεριά μας;
- Αμ τι ρωτάς ; του απολογήθηκε ένας. Δεν μας τα΄μασαν όλα τ΄άρματα οι Τούρκοι; Ποιανού άφηκαν ντουφέκι ή πιστόλα; ξαναρώτησε.
-Ωρέ , δεν έχει κανένας ένα παλιοντούφεκο , μια παλιοπιστόλα;ξαναρώτησε.
-Αμ τώρα , γέρο -μπάρμπα , του είπε ένας , θα πλακώσουν γκράδες και βελονωτά όσα θέλεις!΄Ορεξη να΄χεις να ντουφεκάς. Ντουφέκια και φισέκια χάρισμα.
-Mωρέ, εγώ το θέλω αυτή τη στιγμή , δεν το θέλω ύστερα! Τι να το κάμω ύστερα; Αχ, ανάθεμά τους τους αντίχριστους που μας τα ΄μασαν όλα τ΄άρματα! Ανάθεμά τους και τρισανάθεμά τους τους αντίχριστους! Έχει , ωρέ , κανένας σας κανένα παλιοντούφεκο για μια φορά , και του το γυρίζω πίσω! Ένα αρνί διαλεχτό δίνω για ένα παλιοντούφεκο  γεμάτο.
-Δίν΄ς τ΄αρνί;
-Μωρ΄έχεις άρματο , γερο- Τόλαινα;
-Μα το ξύλο πόχω φάει απ΄τους αντίχριστους για να μην τους το μαρτυρήσω!
-Ντουφέκι είναι;
-Ναι , ντουφέκι , του μακαρίτ΄!
Και η γριά άρχισε να κλαίει το μακαρίτη της.
-Άφσ΄ τα κλάματα , γριά , και σύρε να μου φέρ΄ς το ντουφέκι στο σπίτ΄ , να σου δώσω τ΄ αρνί….
Όλο το χωριό ήταν τρελό από τη χαρά του. Από τα λόγια , από τα φερσίματα , από το περπάτημα νόμιζε κανείς πως όλος εκείνος ο κόσμος  είχε φάει το ζουρλόχορτο.΄Ως  κι αυτά τα λιανοπάιδια , που δεν μπορούσανε να καταλάβουν καλά-καλά τι θα ειπεί λευτεριά , φώναζαν ψαλμωδικά:
-Έγινε ρωμαίικο! Καλημέρα σας! Έγινε ρωμαίικο! Καλημέρα σας!
-Μωρέ , Πασκαλιά μας την έστειλε ο Μεγαλοδύναμος τη χαρά της λευτεριάς μας , έλεγε ο ένας .
-Τέτοιο καλό δεν μπορούσε να ρθει άλλη μέρα παρά Πασκαλιά , απαντούσε ο άλλος.
-Δυο Πασκαλίες!
-Αλήθεια , δυο Πασκαλιές. Η μιά του Χριστού και η άλλη της σκλαβωμένης Πατρίδας!
-Τι μεγάλη μέρα!
-Δοξασμένος να ΄ναι ο Κύριος!
Με τέτοιες κουβέντες ο κόσμος όλος μπήκε στο χωριό , και κάθε φαμίλια πήγαινε στο σπίτι της.Οι αυλές των σπιτιών φεγγοβολούσαν από τις ψησταριές των αρνιών που στριφογύριζαν απάνω στη θράκα.
Όταν ο γερο-προεστός έφτασε στο σπίτι του , βρήκε στην αυλόθυρα τη γριά με το ντουφέκι στα χέρια να περιμένει.Μόλις την είδε ρίχτηκε απάνω της να της το πάρει.
-Τ΄ αρνί πρώτα ! του φωνάζει η γριά.
-Μωρέ ένα αρνί μονάχα γυρεύεις , κουτή , της λέει ο προεστός .Εγώ τέτοια μέρα σφάζω όλο το κοπάδι και καίω και τα σπίτ΄ μ΄ ακόμα!
Και, σα να προσβάλθηκε από την απάντηση της γριάς , έκραξε ένα αγγόνι του που είχε ανεβεί στο σπίτι:
-Ωρέ Κίτσιο! Κίτσιο ωρέ!
-Όρσε , παππού ! του απολογήθηκε το παιδί , παλικάρι ως δεκατεσσάρων -δεκαπέντε χρόνων.
-Να πεταχτείς ,ωρέ , στη στάνη και να ξεκόψεις δεκαπέντε ως είκοσι αρνιά καλά.Γρήγορα! Ακόμα εδώ είσαι!
Το παιδί λάκισε σαν ελάφι στη στάνη , αλλά ο γερο-προεστός , θέλοντας να δείξει όλη τη χαρά της καρδιάς του , φώναξε το διαλαλητή του χωριού:
-Ωωωωρέ Νάσιο! Νάσιο ωρεεέε!
-Έφτασα , μπάρμπα , απολογήθηκε μια φωνή εκεί- γύρω από τα σπίτια.
-Να βγεις , ωρέ , στη ράχη και να διαλαλήσεις στο χωριό πως όποιος δεν έχει αρνί να ρθει στο σπίτι μου να πάρ΄!…
Η γριά όμως , μ΄όλα αυτά που γινόνταν , κρατούσε το ντουφέκι με τα δυο της χέρια και δεν το ‘δινε πριν της φέρουν πρώτα τ΄αρνιά.
-Δεν το δίνω ακόμα ,έλεγε , θέλω τ΄αρνί πρώτα!
Του Νάσιου η φωνή ξεχύθηκε σ΄όλο το χωριό σαν δυνατός βοριάς, κι όσοι δεν είχαν αρνί έτρεξαν στο σπίτι του προεστού.Έτρεξαν ακόμα κι εκείνοι που είχαν , όχι για να ζητήσουν κι αυτοί , αλλά για να ιδούν με τα μάτια τους το ψυχικό του προεστού.
Δεν πέρασε πολλή ώρα και , νά σου ,έφτασε κι ο Κίτσιος μ΄ένα κοπάδι αρνιά.
-Το καλύτερο της γριάς ! φώναξε ο προεστός , και στη στιγμή ο πιστικός που ερχόταν μαζί με τον Κίτσιο άρπαξε απ΄τον λαιομό ένα λάγιο αρνί με μιά βούλα άσπρη στο μέτωπο σαν τον αυγερινό , που ήταν μια οργιά βγαλμένος εκείνη την ώρα.
Η γριά με το έν΄χέρι άρπαξε τ΄αρνί και με τ΄άλλο τρεμάμενο έδινε το ντουφέκι στου προεστού τα χέρια , από φόβο μην ήτανε ψέμα το τάξιμο.Ύστερ΄από τη γριά πήραν από ένα αρνί όσοι δεν είχαν ,κι ο προεστός , παίρνοντας το ντουφέκι στο χέρι του , είπε στη γριά:
-Γεμάτο είν΄ωρή;
-Γεμάτο! όπως το ΄χει αφήκει ο μακαρίτ΄ς.
-Μωρέ, είν΄ ακέρια πέντε χρόνια από τότε.Φοβάμαι  μη δεν πάρ΄φωτιά και ντροπιαστώ!
Σηκώνει το λύκο και λέει:
   -Χριστός  Ανέστ΄ ωρ΄αδέρφια .Χριστός Ανέστ΄! Καλώς μας ήλθ΄ η λευτεριά!
Το παλιοντούφεκο βρόντησε κι ετράνταξε το χωριό , και με το βρόντημά του σωριάστηκε ο προεστός άψυχος!
Ρίχνονται απάνω του οι δικοί και ξένοι , φέρνουν αναμμένα δαδιά , του ρίχνουν νερό , τίποτε .Είχε ξεψυχήσει . Τον είχε σκοτώσει η χαρά .

σερτάρι=το αρσενικό που σέρνει το κοπάδι
βελονωτά=εμπροσθογεμή και πολεμικά με ξιφολόγχη
λάγιο = μαύρο , που θεωρείται ότι έχει καλύτερο κρέας

Χρήστου Χρηστοβασίλη,  “Πασχαλινά διηγήματα Ελλήνων συγγραφέων”, εκδόσεις GUTENBERG, σελ.55-63

http://averoph.wordpress.com/2013/05/07