ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ !
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

1 Απριλίου 2026

Απρίλιος-ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ!

 

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ! Απρίλιος

“Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,

Κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα…”

(Διονύσιος Σολωμός)

Λαογραφικά και παροιμίες για να καλωσορίσουμε τον Απρίλιο!

Λαογραφικά:

Ο Απρίλιος είναι ο τέταρτος μήνας κατά το Ιουλιανό και το Γρηγοριανό ημερολόγιο. Κατά το Ρωμαϊκό αποτελούσε το δεύτερο μήνα του έτους και ονομάστηκε έτσι (Aprilis) απ’το λατινικό ρήμα aperio, που σημαίνει ανοίγω. Ανοίγει δηλαδή η γη τους κόλπους της, γεμάτους ομορφιές.

Είναι ο μοναδικός μήνας της χρονιάς που το όνομά του φανερώνει την κατάσταση και τον χαρακτήρα της χρονικής περιόδου που καλύπτει, σε αντίθεση μ’ όλους τους υπόλοιπους, που οι ονομασίες τους άγουν την ετυμολόγησή τους σε θεούς, αυτοκράτορες, ή στην αριθμητική τοποθέτησή τους μέσα στη χρονιά.

Ο λαός ονομάζει τον Απρίλη Ανθομήνα, γιατί φέρνει πολλά άνθη, Ξεροκοφινά και Τιναχτοκοφινίδη γιατί τότε εξαντλούνται οι φτωχικές συγκομιδές του γεωργού, Αηγιωργίτη απ’τον εορτασμό της μνήμης του Αγ. Γεωργίου (23) και Λαμπριάτη επειδή κατ’ αυτόν συνήθως συμπίπτει ο εορτασμός του Πάσχα.

Η γιορτή του Αγίου Γεωργίου θεωρείται χρονικό σύνορο κυρίως για τους κτηνοτροφικούς πληθυσμούς. Ο αϊ-Γιώργης, μαζί με τον αϊ-Δημήτρη στις 26 Οκτωβρίου, είναι τα δύο συνόρατα του χρόνου. Απ’ του Αγ. Γεωργίου αρχίζει το θέρος και ανεβαίνουν οι τσοπάνηδες στα βουνά, στις καλοκαιρινές τους βοσκές. Από του Αγίου Δημητρίου πάλι αρχίζει ο χειμώνας και το κατέβασμα στα χειμαδιά.

Το όνομα «Γεώργιος» είναι πνευματική μεταφορά από την αγροτική μας ζωή και βγαίνει από το ουσιαστικό «γεώργιον», που σημαίνει κτήμα ή χωράφι καλλιεργούμενο (ή καλλιεργήσιμο). Γίνεται όμως και επίθετο: «γεώργιος», για τον άνθρωπο που επιδέχεται την πνευματική καλλιέργεια, ή που τον επέλεξε γ’ αυτό η Μοίρα ή ο Θεός. («Χριστού γεώργιον» ονομάζεται στην Υμνογραφία του, ο άγιος Γεώργιος).

Η ημέρα έχει πλέον μεγαλώσει αρκετά και δεδομένου ότι οι εργάτες των γεωργικών εργασιών προσλαμβάνονταν από ανατολής μέχρι δύσης του ηλίου, συνέφερε τους γεωργούς ακόμη και οκνηρούς εργάτες να προσλάβουν:

«Τον Απρίλη και τον Μάη, έπαιρνε ακαμάτη εργάτη.»

Για τη βροχή του Απριλίου υπάρχουν πολλές παροιμίες:

«Του Απρίλη η βροχή, κάθε κόμπος και φλουρί.»
«Αν ρίξει Απρίλης τρεις βροχές κι ο Μάης άλλες δύο,
να δεις σταφύλια σαν παιδιά και πίτες σαν αλώνια.»

Ο Απρίλιος με τον Μάιο είναι οι κατεξοχήν μήνες των λουλουδιών:

«Ο Απρίλης με τα λούλουδα κι ο Μάης με τα ρόδα.»

Ο Απρίλης όμως δεν είναι πάντοτε καλοκαιρινός:

«Το κρύο φύλαε ως τ’ Απριλιού τις δώδεκα,
ακόμα και στις δεκαχτώ πέρδικα ψόφησε στ’ αυγό.»

Ένα έθιμο κατεξοχήν ανοιξιάτικο και χαρούμενο, με χαρακτήρα γονιμικό και αποτρεπτικό, είναι οι κούνιες που γίνονται το Πάσχα.

Τα λαογραφικά από τον Οίακα

 Πηγή

1 Οκτωβρίου 2025

Οκτώβριος...

 Οκτώβριος

images

Έχει 31 ημέρες κι είναι ο πιο κατάλληλος για την καλλιέργεια και τη σπορά των χωραφιών. Ο ελληνικός λαός δίνει και τα ονόματα:  
Αϊ-Δημήτρης ή Αϊ-Δημητριάτης, Βροχάρης, Σποριάτης ή Σποριάς ή Σπαρτός, Μπρουμάρης (=ομιχλώδης, σκοτεινός) και Παχνιστής (από την πάχνη που πέφτει στους αγρούς).  
Τον θεωρεί έναν από τους μήνες κατά τους οποίους πρέπει κανείς να πίνει το κρασί ανέρωτο, γιατί τον συμπεριλαμβάνει στην παροιμία:  
«Όποιος μήνας έχει ΡΟ, δε θέλει στο κρασί νερό». 
Κατά το ρωμαϊκό ημερολόγιο ήταν ο 8ος μήνας, γι` αυτό κι ονομάστηκε Οκτόμπερ. Ήταν αφιερωμένος στον Άρη και τον παρίσταναν με μορφή κυνηγού, που έχει λαγό στα πόδια του, πουλιά πάνω απ` το κεφάλι του και ένα είδος κάδου κοντά του. Ο μήνας «των χειμαδιών» και ο γυρισμός των παραδοσιακών μαστόρων στις οικογενειακές εστίες.

ΕΡΓΑΣΙΕΣ:
Όργωμα & σπορά σιτηρών, κριθαριού & βρώμης.
Σπορά τριφυλλιού.
Ολοκλήρωση τρύγου και παραγωγή κρασιού.
Μάζεμα φθινοπωρινών φρούτων & πατάτας.
Κάψιμο φυτών, που έδωσαν καρπούς, για να καταστρέψουν τα αυγά των εντόμων.
Κατεβαίνουν οι βοσκοί από τα βουνά στους χαμηλούς κάμπους (τα χειμαδιά).

ΕΘΙΜΑ-ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ:
«Η ΤΖΑΜΑΛΑ» ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ. Λέξη αραβική που σημαίνει καμήλα, μια προσωποποίηση θηλυκής οντότητας με αόριστη γονιμοποιητική σημασία. Το έθιμο αυτό, γονιμοποιητικό δρώμενο της άροσης και σποράς των αγρών, συνηθιζόταν παλαιότερα στην Θράκη, να γίνεται του Αγ. Δημητρίου στις 26/10 ή σε μια άλλη μέρα, ανάλογα με τον χρόνο σποράς, που εξαρτιόταν από τις κλιματολογικές συνθήκες.
Για την καλή χρονιά σποράς, την παραμονή του Αϊ-Δημητρίου έκαναν την Τζαμάλα. Με ξύλα έκαμναν ένα μεγάλο σκελετό καμήλας, τον τύλιγαν με πανιά και προβιές, έβαζαν ουρά, ένα μακρύ κοντάρι για λαιμό, με κεφάλια αλόγου ή βοδιού με δόντια, το σκέπαζαν με προβιά και το στόλιζαν με χάντρες. Πάνω στην καμήλα έριχναν μακρύ χαλί, κάτω απ’ αυτό έμπαιναν 4 άντρες, περπατούσαν και φαινόταν σα να περπατούσε η τζαμάλα. Πάνω της κάθιζαν ένα ψεύτικο παιδί, που το βαστούσε ο τζαμάλης, με καμπούρα και κουδούνια στη μέση του. Ύστερα από το ηλιοβασίλεμα το γύριζαν στα σπίτια με τραγούδια και γέλια… Όσοι πήγαιναν με τη τζαμάλα φορούσαν παράξενα ρούχα, με στεφάνια κληματαριών στο κεφάλι και με λαγήνια ή με κουβάδες στα χέρια για κρασί ή ούζο. Έξω από κάθε σπίτι φώναζαν: «Ε! κερά! Καλή χρονιά, καλό μπερικέτι (=σοδειά) και πολύχρονη…». Για το έθιμο αυτό, πότε γεννήθηκε, είναι απροσδιόριστο. Μεταφέρονταν από γενεά σε γενεά. Ήταν κάτι παραπάνω από πολιτιστική εκδήλωση. Τηρούνταν με θρησκευτική ευλάβεια.
Σε καμιά περίπτωση δεν έβλεπες τους πρωταγωνιστές και στο κενό να σαχλαμαρίζουν. Παιζόταν όπως η αρχαία τραγωδία, θέση και κίνηση παρόμοια με τους πρωταγωνιστές κρατούσε όλο το χωριό, που συνοδεύει την Τζαμάλα. Παιζόταν με τέτοιο τρόπο, που όλη η φιλοσοφία της Τζαμάλας αντικαθρεφτίζει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Το σενάριο δεν είχε στοιχεία φαντασίας. Ας εξετάσουμε το σενάριο και το ξεκίνημα της Τζαμάλας. Αρχές Οκτωβρίου, μέχρι το τέλος Οκτωβρίου όλο και ψιθυριζόταν: «Πότι θα βρέξει;» Με την πρώτη βροχή να σπείρουν. Και οι σπόροι για την εποχή ήταν, σιτάρι, κριθάρι, βρώμη, σίκαλη. Όλοι οι σπόροι αυτοί προσφέρονταν να κρατηθούν αποκλειστικά άνθρωποι και ζώα στη ζωή. Και τα ζώα δίνανε στον άνθρωπο για την εποχή όλα τα αγαθά, όπως γάλα, τυρί, το μαλλί τους για ρουχισμό, το δέρμα τους για τσαρούχια, αφού για παπούτσια λόγος δεν γίνεται, και τη δύναμη τους, φυσικά, να οργώνουν τη γης, αφού η μηχανή ήταν ανύπαρκτη.
Να, λοιπόν, πόσο ανάγκη είχαν τη βροχή! Την ημέρα κοίταζαν στον ουρανό. Αυτό το διάστημα, το βράδυ βλέπανε όνειρα για βροχή. Ο σχολιασμός συνεχής: «Πότι θα βρέξει;» Όταν άρχιζε να βρέχει, η χαρά ήταν απερίγραπτη. Μικροί και μεγάλοι χόρευαν μες τη βροχή. Σε καμιά περίπτωση δεν μπαίνανε στις στέγες, φοβούμενοι μήπως παρεξηγηθεί ο θεός και σταματήσει η βροχή. Με το μπάσιμο στις στέγες, ερμηνευόταν και αλλιώς: «Φτάνει τόση βροχή: ΣΤΟΠ».
Την επόμενη ημέρα από τη βροχή δε γινόταν σπορά, αφού το χώμα είναι βαρύ. Φτιάχνανε μικρά αλέτρια στα παιδιά τους, παιχνίδια, όπως τα μεγάλα, με ζυγό και βουκένια. Στη θέση για βόδια ζευόταν δύο παιδιά και το τρίτο παιδί κρατούσε το αλέτρι. Χάραζε πρώτα τετράγωνα το χωράφι, έριχνε σπόρο, κάνοντας το σταυρό του, λέγοντας: «Έλα, χριστέ και Παναγιά». Και άρχιζε να οργώνει, σκεπάζοντας το σπόρο. Ονοματίζει και τα βόδια του, δίνοντας τα ονόματα των βοδιών τους. Όλα αυτά γινόταν στην αυλή του σπιτιού με τα χαμόγελα των γονιών τους.
Όταν τα χωράφια φέρνανε τάβι και άρχιζε ο κόσμος να σπέρνει, η οικογένεια, κάθε πρωί που ξημέρωνε, βλέπανε πρώτα τα χωράφια των παιδιών τους. Πράγματι, μέσα στις οκτώ ημέρες φύτρωνε το ευλογημένο. Εδώ η χαρά δεν περιγράφεται. Το άροτρο έως το 1920 παραμένει το πρωτόγονο σίδηρο. Έχει μόνο στη μύτη το υνί, το λεγόμενο, να σκίζει τη γης.
Οι πάντες σπέρνουν. Υπάρχουν φτωχοί και το περισσότερο χωριό δεν έχουν ζευγάρια. Η αιτία, ο πόλεμος, τα σεφέρ (μπεηλίκι). Οι πάντες, αυτοί που γλίτωσαν από τον πόλεμο, αισθάνονται την υποχρέωση να διακόψουν τη δική τους σπορά, να βοηθήσουν και τα θύματα. Το φιλότιμο και η ανθρωπιά είναι αναλλοίωτα. Ο μοναδικός τους στόχος είναι το πως θα κρατηθεί η κοινωνία τους στη ζωή. Μέσα σε αυτήν την κατάσταση, μαζί με τη σπορά, παρακολουθώντας να βγάζουν όλοι σπόρο στο χωράφι.
Έτσι ερμήνευαν τη σπορά.
Αμέσως στο ίδιο καθήκον επαγόταν η ΤΖΑΜΑΛΑ.
Τη θεωρούσαν προσευχή. Αμέσως σχηματιζόταν επιτροπή. Με σοβαρότητα συνεδρίαζε, εξέταζε ένα-ένα τα σπίτια του χωριού. Εάν έβγαζε σπόρο, αυτό ερμηνευόταν. Έστω και ένα στρέμμα να έσπερνε το κάθε σπίτι, η Τζαμάλα έπρεπε να παίξει. Τότε η επιτροπή, το δεύτερο μέτρο, προσδιορίζει την ημέρα που θα παίξει. Τρίτο, ποιοι θα αποτελούν το θίασο. Εδώ πρόσεχαν πολύ, κάνοντας συζήτηση με όλους. Αυτοί που θα προταθούν, να έχουν την έγκριση από όλο το χωριό. Τα πρόσωπα που θα απαρτίζουν το θίασο, οι πρωταγωνιστές, να είναι δοκιμασμένα άτομα. Αυτό είχε μεγάλη σημασία για την επιτυχία της Τζαμάλας. Παιζόταν ένα σοβαρό δράμα..
Αφού γινόταν η επιλογή των ατόμων και η ημερομηνία, ο τόπος της συγκέντρωσης οριζόταν πάντα στην άκρη του χωριού και έξω από το χωριό. Διαφορετικά δε γινόταν, αφού εσώκλειστος χώρος δεν υπήρχε για την εποχή. Και εάν τον είχε, ήταν δύσκολο να χωρέσει ένα χωριό μικρούς και μεγάλους, συν αυτά στη μέση. Χρειαζόταν μεγάλη αλάνα για να γίνει η πρόβα. Και γι’ αυτό, επέλεγαν υπαίθριος χώρος.
Η συγκέντρωση του κόσμου γινόταν την ώρα που σκοτείνιαζε. Οι απαιτούμενες ενδυμασίες, κουδούνια μεγάλα, όπλο κλπ, όπως ανέφερα παραπάνω, χρειαζόταν την έγκριση 100% των κατοίκων. Τυχόν παρεξήγηση δεν επιτρεπόταν σε καμιά περίπτωση. Εάν γίνει και παιχτεί δεύτερος θίασος Τζαμάλα, αυτό είχε επιχειρηθεί στο παρελθόν, πολύ παλιά και είχε γίνει φόνος, μεγάλο κακό. Θεωρούνταν γελοιοποίηση της λειτουργίας.
Το έθιμο της Τζαμάλας πρέπει να έρχεται σίγουρα από τα βάθη των αιώνων. Αυτό φαίνεται από όλες τις θέσεις και αντιδράσεις, όταν ανακάλυψαν το σίδηρο και βάλανε το δόρυ στο τόξο, όπως και το υνί, τη μύτη στο άροτρο, δίνοντας τη δυνατότητα να σκίζει το χώμα, σκεπάζοντας πολύ σπόρο. Και βλέποντας οι άνθρωποι την παραγωγή, με τη χαρά τους άρχιζαν να πανηγυρίζουν.
Ακόμα και τα ενδύματα που φοράνε, δέρματα, προβιές και γούνες από ζώα.
Ο θίασος αποτελούνταν και παιζόταν από τρία άτομα, ήταν οι πρωταγωνιστές.
Πρώτος, ένα νέος υψηλός, λεβέντης. Αυτός φορούσε τη γούνα στο κεφάλι, καπέλο με δέρμα, στα πόδια τσαρούχια, στη μέση κουδούνια κρεμασμένα, ο λεγόμενος Τζαμαλάρης.
Δεύτερο πρόσωπο, πάλι νέος, κοντότερος άνδρας. Ντύνεται, προσποιείται τη γυναίκα.
Ο εγωισμός του και η ζήλια δεν τον αφήνουν. Το επαναλαμβάνει με πιο άγριες διαθέσεις. Στις δύο – τρεις το ίδιο επαναλήψεις, αφού η Γκαντίνα του γυρίζει την πλάτη, τότε επεμβαίνει ο Τζαμαλάρης. Τον απωθεί, σπρώχνοντάς τον με δύναμη. Παρά λίγο να πέσει. Ο κόσμος φωνάζει «ο. ο ..Γκια Τζαμάλα, Γκια».
Τώρα ο γέρος γίνεται κάτι άλλο, ρεζίλι. Χάνει τον έλεγχό του, κατεβάζει το όπλο του από την πλάτη. Το ανοίγει, όμως δεν έχει σφαίρες να σκοτώσει τον Τζαμαλάρη. Οι νέοι χορεύουν αδιάκοπα. Ο γέρος καμπουριαστά πλησιάζει προς τους νοικοκυραίους, λέγοντάς τους με άγρια και δυνατή φωνή, προτάσσοντας τους το όπλο: «Βάλτε μέσα στο όπλο μου σφαίρα, βάλτε». Αυτοί απαντούν: «Δεν έχομι». Αυτός φωνάζει: «Βάλτε σφαίρα».
Στην επιμονή του γέρου βγάζει ο νοικοκύρης από την τσέπη του επιδειχτικά μια σφαίρα, τη βάζει μέσα στο όπλο. Όπως το κρατά ο γέρος και με αργά βήματα, κορδωμένος, σαν να έλεγε: «Τώρα εγώ θα σας δείξω», παίρνει θέση γονατιστός και σκοπεύει.
Η Γκαντίνα μπαίνει μπροστά στον Τζαμαλάρη, κάνει προστατευτικό τείχος να τον προφυλάξει από τη σφαίρα. Ο γέρος με διάφορες κινήσεις και ελιγμούς προσπαθεί να ξεγελάσει την Γκαντίνα. Και το πετυχαίνει, κερδίζοντας παιδιού βολές. Πατά τη σκανδάλη. Το όπλο δεν παίρνει φωτιά.
Ο γέρος εξοργίζεται. Κατάλαβε ότι ο νοικοκύρης του έβαλε άδεια σφαίρα μέσα στο όπλο του. Και στην επιμονή του, για δεύτερη φορά εντονότερα, του βάζει πάλι σφαίρα. Επαναλαμβάνονται ίδιες οι κινήσεις, όπως και στην πρώτη φορά.
Τώρα, με αυτόν τον πυροβολισμό ο νέος πέφτει κάτω νεκρός.
Η γκάιντα σταματά να παίζει. Φωνή δεν ακούγεται. Νεκρική σιγή. Η Γκαντίνα σπαράζει από κλάματα επάνω στο πτώμα του συντρόφου της. Ο Γέρος παίρνει βαθιά ανάσα και με αργά βήματα, κορδωμένος, προχωρεί. Αρπάζει την Γκαντίνα με ορμή, με δύναμη από το μπράτσο. Την έσυρε έως έξω από την αλάνα, σπρώχνοντας την με δύναμη στο περιθώριο.
Γυρίζει πίσω, φέρνει βόλτα, τριγυρίζει γύρω από το πτώμα του Τζαμαλάρη, βλέποντάς τον με επιφύλαξη εάν είναι ζωντανός ή πεθαμένος. Τον σκουντά με το πόδι, μήπως κουνηθεί. Και αφού πείθεται ότι είναι νεκρός, τότες τον αρπάζει από το πόδι και με το ένα χέρι τραβά το μαχαίρι το από το ζωνάρι.
Γυρίζει το κεφάλι του προς τους νοικοκυραίους και με ζωηρή φωνή ρωτά: «Θα του γδάρω το τομάρι του. Πώς το θέλετε, προβιά να γίνει ή τουλούμι να βάλετε τυρί;» Ο νοικοκύρης με τη γυναίκα του ανταλλάσσανε γνώμη πώς το θέλουν. Επικράτησε η γνώμη της γυναίκας και αποκρίνονται φωναχτά: «Προβιά το θέλουμε, να καθόμαστε». Και τον γδέρνει. Πάλι ο γέρος τους ξαναρωτά εάν έχουν σκυλιά ή όχι. Απάντηση ήταν: «Έχουμε». Και οπότε ο γέρος φωνάζει τα σκυλιά, λέγοντας: «ω. ω. ω καραμάν».
Δεν πρόλαβε, όμως, να τον σβαρνίσει από το πόδι. Πετιέται ο νέος, ανασταίνεται, αρπάζει το γέρο σαν σκουπίδι, τον απωθεί, κλωτσώντας τον έξω από την αλάνα. Άρχισαν ζητωκραυγές, η γκάϊντα να παίζει.
Παρουσιάζεται η Γκαντίνα, δίπλα στον Τζαμαλάρη και χορεύοντας, ξεκινούν για το επόμενο σπίτι. Τότε και ο νοικοκύρης, όπως σταματά χαρούμενος με τη γυναίκα του, περνούν από μπροστά οι παραλήπτες, που παίρvουv το δικαίωμα σέρνοντας το γαϊδούρι που κουβαλά το σιτάρι, λέγοντας: «Και το χρόνο με υγεία».
Είναι αλήθεια πόσο σωστή είναι η φιλοσοφία της Τζαμάλας. Εξετάζοντας τα πλάνα του θιάσου, πως είναι δυνατόν ο γέρος να σκοτώνει το νέο και αυτός να ανασταίνεται; Δείχνει καθαρά ότι το νέο, η πρόοδος, η εξέλιξη δεν πεθαίνει. Συνεχίζοντας η Τζαμάλα το γύρο στο χωριό, τύχαινε σε σπίτι που ο νοικοκύρης δεν έβγαζε σπόρο για διάφορους λόγους, η Τζαμάλα σε καμιά περίπτωση δεν έπαιζε. Υπήρχε σεβασμός, με την έννοια ότι δε θα ‘ταν καλό στην παραγωγή. Παρόλα αυτά, η Τζαμάλα έφερνε ένα γύρο μες την αυλή. Με την είδηση: «δεν έσπειρε», οι πάντες αποχωρούσαν με σεβασμό.
Στην αντίθετη περίπτωση, όταν ο νοικοκύρης έβγαζε σπόρο και δε δεχόταν να παίξει η Τζαμάλα προσωπικά, σε καμία περίπτωση δεν τολμούσε να πει ότι: «Εγώ, φερειπείν, δε θέλω να παίξει η Τζαμάλα στο σπίτι μου».
Αντιδρούσε διαφορετικά. Δήθεν ότι δεν είναι κανείς στο σπίτι. Σώνει και καλά ότι απουσίαζαν. Ήταν δύσκολα να αρνηθεί κανείς, γιατί είχε να αντιμετωπίσει την οργή όλου του κόσμου.
Και δεύτερο, είχε να εισπράξει ταπεινωτικές ενέργειες, όπως πρώτον: ανατροπή του κάρου του επάνω στη σορό, στην κοπριά ή στη σορό τα πουρνάρια, που χρησίμευαν για καψόξυλα στο φούρνο. Και αυτό ήταν δύσκολο να το κατεβάσει, γιατί ήταν αναποδογυρισμένο οι τέσσερις ρόδες προς τα πάνω, σατιρίζοντας δήθεν, έχουν κάνει αερόμυλο.
Αυτή η πράξη της ανατροπής του κάρου γινόταν μεγάλη πλάκα, γέλια. Όπως το κάρο είναι αναποδογυρισμένο στη σορό επάνω, άλλοι γύριζαν τις ρόδες φωνάζοντας: «Άντε χωριανοί, ο μύλος βγάζει ψιλό αλεύρι, ελάτι να αλέσιτι». Γέλια πολλά και την επόμενη ημέρα ακόμα γελούν σχολιάζοντας.
Με το τέλος της Τζαμάλας το σιτάρι το πουλάν. Τα λεφτά που παίρνουν την πρώτη Κυριακή ορίζουν γλέντι στην πλατεία του χωριού. Χορός, τραγούδια, ευχές, καλή χρονιά, καλή σοδιά και το χρόνο με υγεία.
Την Τζαμάλα οι παλιοί την πήγαιναν και την έπαιζαν στην πατρίδα και σε διπλανά χωριά, ακόμα και στα τούρκικα. Ντύνονταν Τζαμάλα μέχρι και ηλικιωμένοι πενηντάρηδες. Άλλοι μάζευαν «το δίκιο», στάρι που τους έδιναν οι νοικοκυραίοι για το παίξιμο παν στο γαϊδούρι.
Κατά την τελετουργική περιφορά της, μάλιστα, τραγουδούσαν το ακόλουθο ελληνοτουρκικό τραγούδι, που διεκτραγωδεί την ασθένειά της και την άσχημη κατάσταση στην οποία βρίσκεται:
Βερίριμ σαμανί, γεμές (της δίνω άχυρο, δεν τρώγει)
Μπεν τσεκέριμ, ο γκελμές (την τραβώ, δεν έρχεται)
Τζαμάλα, τζαμάλα, χούντισι (εμπρός)
Ντι -ντίλι, μάντιλι, ντι -ντίλι,
τση τζαμάλας το παιδί
έβγαλε κακό στο φτι (ή έκαμε κακό στο φτι)
και γυρεύ’ να παντρευτεί!
Μπεν τσεκέριμ γετελέ (εγώ τραβάω στο κρεβάτι)
μπου γκιντίορ χεντεγιά (αυτή πηγαίνει στο χαντάκι)
Τζμάλα, τζαμάλα, χούντσισί (εμπρός)
Αφού έκαμναν το γύρο του χωριού έπαιρναν τα όργανα και διασκέδαζαν στο καφενείο ως το πρωί.
Σήμερα το έθιμο συνηθίζεται σε πολλά μέρη της πατρίδας μας, κυρίως τις Απόκριες.
ΓΙΟΡΤΕΣ:
12 ΟΚΤΩΒΡΗ (1944). Η απελευθέρωση της Αθήνας από τους Γερμανούς.
ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ (26/10). Η γιορτή αυτή θεωρείται ορόσημο του χειμώνα και συνδυάζεται με του Αγ.Γεωργίου στις 23 Απριλίου. Στο γεωργικό καλαντάρι οι 2 αυτές γιορτές αποτελούν τις χρονικές τομές που χωρίζουν το έτος σε 2 ίσα μέρη, στο χειμερινό και το θερινό εξάμηνο αντίστοιχα.
28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ (1940). Η επέτειος του «ΟΧΙ» στο φασισμό.
ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ:
«Οκτώβρη και δεν έσπειρες, οκτώ σακιά δε γέμισες».
«Οκτώβρη και δεν έσπειρες, τρία καλά δεν έκαμες».
«Όποιος σπέρνει τον Οκτώβρη, έχει οκτώ σειρές στ’ αλώνι».
«Τον Σεπτέμβρη τα σταφύλια, τον Οκτώβρη τα κουδούνια».
«Αϊ Δημητράκη μου, Μικρό καλοκαιράκι μου».
«Αν βρέξει ο Οκτώβρης και χορτάσει η γη, πούλησ’ το σιτάρι σου και αγόρασε βόδια».
«Αν δε βρέξει, ας ψιχαλίσει, πάντα κάτι θα δροσίσει».
«Αν δε βρέξει, πως θα ξαστερώσει;»
«Αν δε χορτάσει ο Οκτώβριος τη γη, πούλησε τα βόδια σου και αγόρασε σιτάρι».
«Άσπορος μη μείνεις, άθερος δε μένεις».
«Βαθιά τ’ αυλάκια να φουντώσουνε τα στάχυα».
«Δεύτερο αλέτρι, δεύτερο δεμάτι».
«Μακριά βροντή, κοντά βροχή».
«Ο καλός ο νοικοκύρης, ο λαγός και το περδίκι, όταν βρέχει χαίρονται».
«Οκτώβρη και δεν έσπειρες καρπό πολύ δεν παίρνεις».
«Οκτώβρης και δεν έσπειρες, σιτάρι λίγο θα ‘χεις».
«Οκτώβρη και δεν έσπειρες λίγο ψωμί θα πάρεις».
«Οκτώβρης βροχερός, Οκτώβρης καρπερός».
«Οκτώβρης-Οκτωβροχάκης το μικρό καλοκαιράκι».
«Τ’ άη – Δημητριού, τι είσαι ‘σύ και τι ΄μαι εγώ λέει το νιο κρασί στο παλιό».
«Τ’ Αϊ Λουκά σπείρε τα κουκιά».
«Τα σταφύλια τρυγημένα και τα σκόρδα φυτεμένα».


users.sch.gr

25 Φεβρουαρίου 2025

Οι απόκριες στην Παλαιά Αθήνα που έσωσαν το καρναβάλι !

Οι απόκριες στην Παλαιά Αθήνα που έσωσαν το καρναβάλι !

Κάποτε η καρδιά του καρναβαλιού χτυπούσε στην Αθήνα! Οι κάτοικοι της πρωτεύουσας έμεναν σε αυτήν και γιόρταζαν, με την ψυχή τους τις απόκριες.

Μόνο που οι εκδηλώσεις δεν σατίριζαν μόνο τις πολιτικές εξελίξεις ή την καθημερινότα, αλλά επηρεάζονταν από αυτές.

Για παράδειγμα, στα τέλη του 19ου αιώνα οι Απόκριες είχαν γίνει το μεγάλο γεγονός της Αθήνας. Η αφορμή για τρικούβερτο γλέντι. Αυτά μέχρι το 1896, λίγο πριν τους Α’ Ολυμπιακούς Αγώνες.

POKRIES SKITSO

Ακολούθησε ο άτυχος πόλεμος του 1897, τα οικονομικά μέτρα σε βάρος της Ελλάδας το 1898 και οι εκδηλώσεις ατόνισαν.

Το 1899 όμως οι καλύτερες οικογένειες της Αθήνας δημιούργησαν το «Κομιτάτο» κι αποφάσιαν να δώσουν και πάλι στην πόλη την Αποκριάτικη αίγλη.

Ουσιαστικά έσωσαν την Αθηναϊκή Αποκριά που για πολλά χρόνια κυριάρχησε και έβγαζε όχι μόνο τους κατοίκους της πόλης στους δρόμους, αλλά έφερνε και επισκέπτες σε αυτήν.

Μάλιστα αντί για τη «βασίλισα» του Καρναβαλιού αποφάσισαν να δημιουργήσουν τον «Αυτοκράτορα Καρνάβαλο Α’» που επισκέφθηκε την πόλη την Τσικνοπέμπτη. Ήταν 19 Φεβρουαρίου, στις 2.30 το μεσημέρι όταν ο «αυτοκράτωρ» και η σύζυγός του «Αποκριά» έμπαιναν στην πόλη.

Στην εφημερίδα «Εμπρός» διαβάζουμε την προσφώνηση προς τον «Αυτοκράτορα Καρνάβαλο» και τη σύζυγό του.

%CE%A0%CE%A1%CE%9F%CE%A3%CE%A6%CE%A9%CE%9D%CE%97%CE%A3%CE%97

Η πομπή ήταν μεγαλοπρεπής. Αθηναίοι και Αθηναίες φορούσαν μεσαιωνικές στολές, υπήρχαν άλόγα και ακολουθούσαν ποδηλατιστές. Ο… αυτοκράτωρ απάντησε με έμμετρο που είχε γράψει ο δημοσιογράφος, συγγραφέας, από τους ιδρυτές της Εταιρείας Θεατρικών Συγγραφέων, Πολύβιος Δημητρακόπουλος.

%CE%A0%CE%9F%CE%9B%CE%A5%CE%92%CE%98%CE%99%CE%9F%CE%A3 %CE%94%CE%97%CE%9C%CE%97%CE%A4%CE%A1%CE%91%CE%9A%CE%9F%CE%A0%CE%9F%CE%A5%CE%9B%CE%9F%CE%A3

Οι εκδηλώσεις συνεχίστηκαν μέχρι την Κυριακή που έγινε η μεγάλη παρέλαση. Μάλιστα υπήρχαν χρηματικά έπαθλά για τα καλύτερα άρματα. Τα χρήματα είχαν συγκενρτρωθεί από Αθηναίους που θέλησαν να δώσουν κίνητρο στους υποψλήφιους.
POL.DIMITRAKOPOULOS.
Ο Πολύβιος Δημητρακόπουλος με την πένα του έδωσε πνοή στις αποκριάτικες εκδηλώσεις του 1899 στην Αθήνα

Από τον τύπο της εποχής διαβάζουμε τους νικητές.

%CE%92%CE%A1%CE%91%CE%92%CE%95%CE%99%CE%91

Από τις εκδηλώσεις δεν μπορούσε να λείψει κα η πολιτική σάτιρα. Βασικός στόχος υπήρξε ο πρώην πρωθυπουργός Θόδωρος Δηλιγιάννης που έσυρε την Ελλάδα σε έναν άτυχο πόλεμο με βαρύ οικονομικό κόστος. Από τον «Νέο Αριστοφάνη» της εποχής είναι και η βασική φωτογραφία. Ο Δηλιγιάννης έβαλε τη χώρα στη λαιμητόμο του διεθνούς οικονομικού ελέγχου. Ποιός είπε ότι η ζωή δεν κάνει κύκλους;

https://www.olympia.gr/1617576/viral/oi-apokries-stin-palaia-athina-poy-esosan-to-karnavali-2/

23 Φεβρουαρίου 2025

 Λαογραφικά της Αποκριάς

Γράφει ο Νίκος Παπακωνσταντόπουλος
 Οι «απόκριες» γιορτάζονται και στον τόπο μας πολύ έντονα. Ίσως και να είναι η γιορτή που «την καταλαβαίνουμε» περισσότερο κι από τα Χριστούγεννα, περισσότερο κι από το Πάσχα! Και όπως ξέρουμε οι μεγαλύτεροι και ακούμε οι μικρότεροι, μερικά χρόνια πριν που τα χωριά μας έσφυζαν από ζωή, «έσφυζαν» και τα έθιμα, οι συνήθειες, οι προλήψεις, τα γιορτάσια και πολλές ακόμα εκδηλώσεις, που σήμερα νοσταλγούμε.
Κάθε εμπορικό «χρώμα» των ημερών μάς ήταν παντελώς άγνωστο, όπως το ξέρουμε τις τελευταίες δεκαετίες. Το μόνο που, ίσως, μαρτυρούσε ότι οι ημέρες του μεγάλου ξεφαντώματος έφταναν, ήταν ο… χαλβάς και ο ταραμάς για την Καθαρά Δευτέρα, που είχαν πάρει «πρώτη θέση» στους πάγκους των μαγαζιών κάθε μαχαλά!
Το «πρόγραμμα» της αποκριάς δεν «άνοιγε» με το Τριώδιο, αλλά το πρωί της Τσικνοπέμπτης, που σφάζανε τα γουρούνια. Ποιος μπορεί να ξεχάσει το… ομαδικό σκουσμάρι (1) τους, την ώρα που πηγαίναμε στο σχολείο!
Κάθε σπίτι είχε το ξαργοτιμάρικο (2) γουρούνι για την Τσικνοπέμπτη, που θα του εξασφάλιζε όχι μόνο το κρέας μέχρι «τις τελευταίες αποκρές», αλλά και τις τσιγαρίδες (3) στο λαήνι για όλο σχεδόν το χρόνο. Και ήταν ένα αληθινό τελετουργικό όλη η διαδικασία του σφαξίματος! Μια πραγματική γιορτή, που είχε επικρατήσει να γίνεται το πρωί, προτού «σκροπίσουνε» και οι άνδρες για τις δουλειές.
Τελευταία «πράξη» στη ζωή του γουρουνιού ήταν να το λιβανίσουνε τρεις φορές σταυρωτά. Αμέσως το λόγο είχε ο «μάστορας» που είχε κληθεί από το νοικοκύρη. Οι δεξιότεχνες κινήσεις του δεν άφηναν πολλά περιθώρια στο ζωντανό να αντιδράσει. Αν δεν το καρσίνταγε (4) όμως με την πρώτη και το πλήγμα δεν ήταν καίριο, αυτό αγρίευε και γινότανε επιθετικό. Με μεγάλη προσοχή τού βάνανε ύστερα στο στόμα ένα χαραγμένο λεμόνι και με τις τελευταίες εισπνοές, το κρέας του μοσχοβόλαγε από τη μυρωδιά του. Σε λίγο, και αφού το είχε ετοιμάσει ο «μάστορας», κόβανε ένα κομμάτι και το «πετάγανε» στ’ αναμμένα κάρβουνα. Τσικνίζανε έτσι και το λόγο είχαν τα ποτήρια με το κρασί να ευχηθούνε για τη γιορτή, την ημέρα και τις αποκρές που έρχονταν.
Με «τ’ άντερα» του ζώου κάνανε οι νοικοκυρές τις οματιές (5). Τη φούσκα (6) τη δίνανε στα παιδιά και την κάνανε…μπαλόνι, αφού η «αγοραστή φούσκα» δεν ήταν και τόσο συνηθισμένη. Άλλως τε, αυτή του ζώου ήταν πιο ανθεκτική! Κι ακόμα, κομμάτια από τη σγόρτσα (7 ) τα κράταγαν για τα παπούτσια.
Ο επίσημος εορτασμός της αποκριάς γίνεται την τελευταία Κυριακή, της Τυρινής. Γείτονες, φίλοι και συγγενείς μαζεύονται σε ένα σπίτι και αποκρεύουνε όλοι μαζί. Οι «μπούλες» είναι οι μεταμφιεσμένοι, με κάθε είδους επινόηση και πρωτοτυπία: Ρούχα του άλλου φύλου, τα δικά τους ρούχα ανάποδα, διάφορα άλλα «παλιόρουχα»! Δεν λείπουν ούτε οι «παππάδες», οι «νύφες», οι «γαμπροί», οι «γιατροί» με τις «νοσοκόμες», οι «μαμές» έτοιμες να ξεγεννήσουν την… επίτοκο! Απαραίτητη εδώ και μια παιδική κούκλα, που «παίζει» το ρόλο του νεογέννητου!
Οι μπούλες γύριζαν από σπίτι σε σπίτι και ξεσήκωναν με το τραγούδι, το κέφι και το χορό νοικοκυραίους και καλεσμένους, άνδρες και γυναίκες, γέρους, νέους και παιδιά και οι νοικοκυρές τις φιλεύουν γλυκά και μεζέδες.
Τα σημερινά «αξεσουάρ» μεταμφίεσης, δεν ήσαν γνωστά κάποια χρόνια πριν, αλλά ούτε και η (οικονομική) δυνατότητα απόκτησής τους υπήρχε. Τα πρόσωπα καλύπτονταν, κυρίως, με μαντήλια ή με σκέπες γυναικών, ή ακόμα και με κάλτσες. Οι φωνές τους πάντα αλλοιωμένες και αν τα πειράγματα ήταν τόσο τολμηρά, τα πρόσωπα δεν αποκαλύπτονταν με τίποτα! Ήταν όμως και κάτι φορές, που το κρασί τα… αποκάλυπτε πανεύκολα!
Δεν θα ήταν καθόλου υπερβολή να ειπωθεί ότι το τραπέζι το βράδυ της τελευταίας αποκριάς ήταν το πλουσιότερο της χρονιάς! Και τι δεν είχε: Κρέατα, κεφτέδες, τυριά, γαλατόπιτες, οπωσδήποτε τηγανίδες, λαζάνια… Και το σπεσιαλιτέ της κάθε νοικοκυράς, η φουρμαελόπιττα (8). Απ’ ό,τι έφτιαχνε στο σπίτι της καθεμιά, έδινε και σε δυο-τρεις γειτόνισσες, για το δικό τους τραπέζι. Ανεξίτηλη στα μάτια μας η εικόνα τους, να βγαίνει από το σπίτι κρατώντας με το ένα της χέρι το πιάτο, που είχε το ιδιαίτερα προσεγμένο φαγητό της και με το άλλο την ποδιά της, που το σκέπαζε για προστασία από έντομα, σκόνες και… περίεργα μάτια!
«Αφού είχαν φάει όλοι μέχρι «σκασμού», ψένανε και αυγά στη χούσβελη (9), που ήταν και η τελευταία αρτυμή (10) της αποκριάς και η πρώτη του Πάσχα. Σε κάθε αυγό δίνανε και το όνομα ενός μέλους της οικογένειας και των καλεσμένων στο τραπέζι. Αυτόν που το αυγό του «ίδρωνε», τον περιμένανε πλούτη και «καλό τυχερό», αν ήταν ανύπανδρος! Αν το αυγό κάποιου «έσκαγε», είχε οχτρούς και του λέγανε:
«Να σκάσουν οι οχτροί σου, όπως το αυγό!».
Στις μαντικές…ικανότητες του αυγού δε, δίνανε μεγάλη σημασία. Μέχρι και προξενιά «κλείνανε», αν το αυγό της/του υποψήφιου για γάμο «ίδρωνε»!
Όλα τα σκεύη που είχαν χρησιμοποιηθεί εκείνο το βράδυ έπρεπε να πλυθούν σχολαστικά, που να μη μείνει ίχνος αρτιμής για την Καθαρή Δευτέρα. Τα αποφάγια, ιδίως τα λαζάνια, τα ρίχνανε πρωί-πρωί στις κότες για να κλωσήσουν καλά τα αυγά τους και να βγάνουνε πολλά πουλιά.
Την πετσέτα με την οποία είχανε σφουγκιστεί (11), την κόβανε λεπτές «λουρίδες», τόσες, όσοι και νοματαίοι που ήσαν στο τραπέζι. Την Καθαρή Δευτέρα το πρωί, πριν ακόμα βγει ο ήλιος, δύο μέλη της οικογένειας – συνήθως γυναίκες – βγαίνανε στην αυλή κρατώντας τις λουρίδες αυτές. Η μεγαλύτερη έδενε μία σε μια φράχτη, κατά προτίμηση με βάτα.
«Τι κάνεις εφτού;», ρώταγε η δεύτερη.
«Δένω την αλπού, να μη φάει τις κότες!», απαντούσε η πρώτη.
Αμέσως λίγο παραπέρα η πρώτη έδενε κι άλλη. Η δεύτερη επαναλάμβανε την ίδια ερώτηση.
«Δένω το γεράκι, να μη φάει τις κότες», ήταν η απάντηση.
Το δέσιμο της τρίτης λουρίδας ήταν για το λύκο, να μη φάει τα πρόβατα, κι ύστερα για την κουρούνα να μην κινδυνέψουν τα κλωσσόπουλα. Η διαδικασία συνεχιζόταν μέχρι να… εξασφαλιστεί προστασία για όλα τα ζωντανά του σπιτιού από κάθε άγριο ζώο ή αρπακτικό. Μπορεί εύκολα να φανταστεί κανείς πόσο… καλά δένανε το κάθε τι που απειλούσε τα ζώα τους! Μερικοί τα βάζανε με τις γυναίκες τους, όταν «χάνανε κάνα πράμα» από τα αρπακτικά αυτά, γιατί δεν τα είχανε… «δέσει» καλά το πρωινό εκείνο, με αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιών!
Την Καθαρή Δευτέρα γινόταν μια πραγματική εξόρμηση στη φύση, όχι για τα κούλουμα, αλλά για το σκάψιμο των αμπελιών !
 
                                *************************
1 Το «ουσιαστικό» του «σκούζω».
2 Κάτι που προορίζεται για κάποιον ειδικό σκοπό. Κάτι το ξεχωριστό. (To χοιρινό της αποκριάς, πάντα ιδιαίτερα προσεγμένο και καλοθρεμμένο).
3 Το παστό χοιρινό.
4 Καρσιντάω ή καρσιντάου: Πετυχαίνω ακριβώς το στόχο μου στη σκόπευση. Πετυχαίνω αυτό που προσπαθώ.
5 Είδος λουκάνικου, η γέμιση του οποίου περιέχει στάρι βραστό (κυρίως), ψιλοκομμένα εντόσθια του γουρουνιού, ψιλοκομμένες φλοίδες λεμονιού και πορτοκαλιού, σταφίδα, αρωματικά φυτά και καρυκεύματα. Ψήνεται στο φούρνο.
6 Η ουροδόχος κύστη του γουρουνιού. «Φούσκα» όμως λέγαμε και το μπαλόνι.
7 ( Ή «ζγόρτσα»): Δέρμα του χοιρινού με λίπος. Κομμάτια του δέρματος του ζώου με πολύ λίπος, χρησίμευαν και στο «γυάλισμα» των παπουτσιών για επίσημες-γιορτινές εμφανίσεις και για την εκκλησία.
8 Πίτα από «ειδικό» τυρί, τη «φουρμαέλα», ή «φορμαέλα». Λέγεται έτσι, γιατί παρασκευάζεται σε «φόρμα».
9 Η (περισσότερο) γνωστή μας χόβολη.
10 Κάθε αρτύσιμο φαγητό.
11 Σφουγγίζω ή «σφουγγάω»/«σφουγγάου»: Σκουπίζω.


Πηγές: «Λειβάρτζι, σ’ ευχαριστώ!» (του γράφοντος), έκδοση 2002.
 

 Ο Νίκος Παπακωνσταντόπουλος γεννήθηκε στο Λειβάρτζι του Δήμου Καλαβρύτων. Πέραν του λειτουργήματός του (Διπλωματούχος Νοσηλευτής) δραστηριοποιείται και στο λογοτεχνικό χώρο, με εκδόσεις βιβλίων και δημοσιεύσεις άρθρων στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο. Είναι παντρεμένος με την Ελένη Γάλλιου από το Γοργόμυλο Πρέβεζας και έχουν δύο παιδιά.

19 Φεβρουαρίου 2025

Όλα του γάμου δύσκολα-Β. Ραφαηλίδης

 Όλα του γάμου δύσκολα
Σε μια ηλικία γύρω στα είκοσι περίπου, η γυναίκα αρχίζει να ψάχνει για σύζυγο. Σε μια ηλικία γύρω στα τριάντα περίπου, ο άντρας αρχίζει να ψάχνει για σύζυγο. Με το ψάξε ψάξε, τελικά ο άντρας και η γυναίκα συνευρίσκονται. Και άπαξ και συνευρεθούν, τα ήθη απαιτούν να παντρευτούν.
Αν τύχει και δεν παντρευτούν, η «χαμένη τιμή» της κοπέλας θα ανεβάσει στα ύψη την τιμή της προίκας. Ενώ η ηθική με την οικονομία θα μπλεχτούν τόσο, που μόνο ένα μαχαίρι θα μπορούσε τελικά να τις ξεμπλέξει. Ξέρουμε άλλωστε πως σ’ όλες τις περιπτώσεις η τιμή έχει ένα οικονομικό νόημα «σε τελική ανάλυση» (για να θυμηθούμε τον Αλτουσέρ).
Έτσι είχαν τα πράγματα σ’ ένα παρελθόν όχι και τόσο μακρινό, τότε που οικονομικά υπόχρεος για την τιμή της τιμής της ατιμασμένης και εγκαταλελειμμένης ήταν κυρίως ο δύστυχος μεροκαματιάρης πατέρας, που κοντά σ’ όλα τ’ άλλα βάσανά του είχε κι αυτό της προίκας της κόρης του. Με το δίκιο του, λοιπόν, απαιτούσε μια μείωση του προικώου ποσού, που γινόταν δυνατή στην περίπτωση που η κόρη είχε συνείδηση της οικονομικής αξίας της παρθενίας της και δεν τη χάριζε δωρεάν, αλλά τη φύλαγε για προίκα, το αντίτιμο της οποίας αφαιρούνταν απ’ την κυρίως ειπείν προίκα και ο πατρικός ισολογισμός ερχόταν έτσι στα λογικά του όρια. Όμως, με την «έκλυση των ηθών» τούτο το λεπτότατο σύστημα ανταλλαγών κατεστράφη εντελώς: Σήμερα σχεδόν κανείς δε δίνει ή δε ζητάει προίκα. Και η παρθενία έμεινε στα αζήτητα του καταστήματος.
Ωστόσο, εκτός απ’ την οικονομικά χρεοκοπημένη πλέον παρθενία, η σύγχρονη γυναίκα, όταν τυχαίνει να μην είναι και τόσο φανατική φεμινίστρια, διαθέτει κρυμμένα πίσω απ’ τον (και) οικονομικά αχρηστευμένο υμένα κι άλλα πράγματα για πούλημα. Και δεν εννοούμε καθόλου την πορνεία, όπου η κατάσταση είναι σαφής και τίμια: Δίνεις και παίρνεις χέρι χέρι και σε τιμή προκαθορισμένη απ’ το τρέχον τιμολόγιο, που καθορίζεται απ’ το νόμο της προσφοράς και της ζήτησης (Σήμερα η προσφορά είναι μεγάλη κι αυτό έχει σαν συνέπεια μια πτώση των τιμών στα «λαϊκά καταστήματα». Όμως, παρατηρείται άνοδος των τιμών στις «μπουτίκ πολυτελείας», κυρίως εξαιτίας μιας αφθονίας πετροδολαρίων).
  Οι φίλες της νύφης ετοιμάζουν τα προικιά, μία εβδομάδα πριν από τον γάμο.
Θα περίμενε κανείς η «έκλυση των ηθών» που λέγαμε να λειτουργήσει υπέρ του φεμινιστικού κινήματος, αφού η γυναίκα, ακριβώς εξαιτίας της «έκλυσης των ηθών», απαλλάχτηκε απ’ τον ανατριχιαστικό θεσμό της προίκας (Ουδέν κακόν αμιγές καλού). Δυστυχώς, όμως, τα οικονομικοσεξουαλικά πράγματα δεν εξελίχθηκαν προς τη φεμινιστικά ποθητή κατεύθυνση. Διότι ο άντρας παραμένει άντρας, είτε πληρώνεται τοις μετρητοίς, είτε πληρώνεται επί πιστώσει και με εγγύηση την ισχύ του φύλου του: Ο άντρας είναι αυτός που συνήθως διαλέγει τη γυναίκα του περίπου με την ίδια έννοια που θα διάλεγε και τη γραβάτα του απ’ το κατάστημα της γωνίας. Αλλά και η γυναίκα «αφήνεται να διαλεχτεί», εφόσον έχει συνείδηση της ανταλλαχτικής αξίας της ομορφιάς της, ή όποιων άλλων προσόντων διαθέτει (Σε τούτη την παραλλαγή της συναλλαγής μετράει ακόμα και το «ολίγον πιάνο», ο «ολίγος χορός» και τα «ολίγα γαλλικά», που αν τα σουμάρεις σχηματίζουν ένα κομματιαστό μεν, σεβαστό δε άθροισμα προσόντων).
Δυστυχώς, λοιπόν, η παρθενία έπεσε εντελώς άδικα στο πεδίο της μάχης των τιμών (με τη διπλή έννοια, που είναι μονή). Και έπεσε τόσο άδοξα, που ούτε καν τη θυμούνται στα συχνά προσκλητήρια των πεσόντων στο «πεδίο της τιμής», παρά το γεγονός πως κι αυτή στο πεδίο της τιμής έπεσε.
 Έπεσε άδικα, διότι ο άντρας μπορεί μεν να έχασε την προίκα, κέρδισε όμως το μισθό της εργαζόμενης γυναίκας του, που, αν τον αθροίσεις σ’ όλα τα χρόνια του έγγαμου βίου, του δίνει ένα ποσό πολύ μεγαλύτερο απ’ αυτό της παραδοσιακής προίκας. Γι’ αυτό είπαμε πως τώρα οι γυναίκες πωλούνται επί πιστώσει. Αν μάλιστα συνυπολογίσεις και την «εν οίκω εργασία» και τις εντός της κρεβατοκάμαρας υπερωρίες της γυναίκας, τότε τα κέρδη του άντρα από ένα γάμο, που, βέβαια, δεν έγινε καθόλου από συμφέρον, είναι πάρα πολύ σημαντικά. Αυτό σημαίνει πως παρά την αλλαγή των ηθών, τα ήθη παραμένουν αμετάλλαχτα στις περιπτώσεις εκείνες που ο άντρας βρίσκεται καλά οχυρωμένος πίσω από προνόμια δυόμισι χιλιάδων ετών, που κανένας νόμος δεν θα μπορούσε να τα αλλάξει «εκ των άνω». Διότι «εκ των κάτω» λειτουργούν τα ισχυρότερα των νόμων ήθη — και τα ήθη συνεχίζουν να τα υπαγορεύουν οι άντρες στις περισσότερες των περιπτώσεων.
  Καβαλάρι Ζαγορίου, παλικάρι, 1913 - Φρεντ Μπουασονά
Ούτως εχόντων των ηθών, ο άντρας πρέπει να φερθεί πάντα σαν άντρας και να τραβήξει και μαχαίρι αν το απαιτήσει ο θιγμένος ανδρισμός του. Και επειδή η δολοφονία δεν είναι οικονομικά συμφέρουσα πράξη, ο «έξυπνος» άντρας πριν καταλήξει στην έσχατη αυτή κτητική (και κτηνώδη) πράξη, που δε θα του αποδώσει παρά ένα πτώμα και κάμποσα χρόνια φυλακή, θα ασκήσει όλα τα εκ των ηθών απορρέοντα προνόμιά του. Για παράδειγμα, ύστερα από μερικά χρόνια χρήσεως του γυναικείου σώματος της «αγαπημένης», θα πιστέψει πως απόκτησε εφ’ όρου ζωής το δικαίωμα της χρησικτησίας και θ’ αρχίσει να χρησιμοποιεί αφειδώς και απερίσκεπτα τις κτητικές αντωνυμίες: το κορίτσι «του» πρέπει να γίνει γυναίκα «του», για μόνο το λόγο πως υπήρξε κορίτσι «του» για κάμποσο χρόνια. Και τούτο γιατί εξαρχής δεν έψαχνε για «κορίτσι» αλλά για σύζυγο, δοκιμάζοντας διάφορες και καταλήγοντας τελικά σε μία. Διάολε, δεν αγοράζει κανείς «γουρούνι στο σακί», ούτε γυναίκα στο... σώβρακό της. Η ποιότητα του εμπορεύματος πρέπει να δοκιμαστεί. Επίσης και η παιδοποιητική ικανότητα της παιδοποιητικής μηχανής: Μια έκτρωση επί του προκειμένου είναι μια καλή απόδειξη πως η μηχανή μοντάρει με τον επιθυμητό τρόπο.
Φυσικά, όλο αυτό το αλισβερίσι θα πάρει τη μορφή έρωτα, αφού κανείς πια δε θεωρεί και τόσο αξιοπρεπή τον από συνοικέσιο γάμο. Ο υποψήφιος γαμπρός θα κάνει φιλότιμες προσπάθειες να ερωτευτεί την υποψήφια νύφη. Κι αν δεν τα καταφέρει, δε χάλασε ο κόσμος. Αρκεί που ενδιαφέρεται γι’ αυτήν και δείχνει το ενδιαφέρον του με χίλιους τρόπους: Με τη ζήλια, με τα σούρτα φέρτα με το αυτοκίνητο, με την ντισκοτέκ και, σε περιπτώσεις οικονομικής δυσπραγίας, με μια σκέτη γρανίτα στο ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς. Φυσικά, δε θα παραλείψει να της τηλεφωνεί δυο τρεις φορές την ημέρα, ανάλογα με το κόστος του τηλεφωνήματος τη συγκεκριμένη περίοδο. Κι αν έχει διαθέσιμο χρόνο, θα στηθεί με τις ώρες κάτω απ’ την πόρτα της. Δυστυχώς, το ωραίο έθιμο της καντάδάς επιβιώνει στοιχειωδώς μόνο στην Επτάνησο κι έτσι τα συγκινησιακά όπλα του υποψηφίου συζύγου έχουν μειωθεί κατά ένα.
Όμως, τα πράγματα για τον υποψήφιο γαμπρό θα ευκολυνθούν πολύ όταν η υποψήφια νύφη (που αυτός διάλεξε) είναι μια «γυναίκα υπό επίδραση», όπως θα έλεγε ο Τζον Κασσαβέτης. Και τούτη η επίδραση μπορεί να εκδηλωθεί με πολλούς τρόπους. Η φτώχεια είναι ο πιο σημαντικός: Μια φτωχούλα θα δυσκολευτεί να βρει γαμπρό και συνεπώς θα ενδώσει ευκολότερα σε μια πίεση που δε χρειάζεται, στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση, να είναι και πολύ μεγάλη. Ενώ μια φτωχούλα και μαζί ομορφούλα καταρχήν θα προσπαθήσει να αξιοποιήσει το πανίσχυρο όπλο της ομορφιάς (είδατε ποτέ εκατομμυριούχο παντρεμένο με άσχημη;) κι αν ατυχήσει σκοπεύοντας λάθος στόχο, τότε θα υποταχθεί στην κακή μοίρα της φτώχειας κι όχι στην καλή μοίρα της ομορφιάς.
 
  Ακράτα, αυλές 1903 - Φρεντ Μπουασονά
Εκτός απ’ την άμεση οικονομική επίδραση υπάρχουν κι άλλες, συχνά πιο πιεστικές, αλλά που κι αυτές ανάγονται σε «τελική ανάλυση» στο οικονομικό πρόβλημα (Δεν ξεχνάμε ποτέ τον Αλτουσέρ, που με τούτη τη σπουδαία θεωρητική του εφεύρεση έβγαλε το μαρξισμό από πολλές δύσκολες καταστάσεις). Συνήθως η καλύτερη προξενήτρα είναι η μαμά, που ενδιαφέρεται ειλικρινέστερα απ’ τον καθένα για την «αποκατάσταση» της κόρης. Επειδή όμως το προξενιό έχει συμπαρασυρθεί στην πτώση απ’ την εκπεσμένη προ πολλού παρθενία, ενώ στις περιπτώσεις που παραμένει αναγκαίο αναλαμβάνουν πια την υπόθεση ειδικευμένα γραφεία, και επειδή ακόμα ο έρωτας παίζει πια πρωταγωνιστικό ρόλο, ακόμα και στην εκπεσμένη μορφή της «σχέσης», επειδή προσέτι η υποψήφια νύφη απαιτεί ελευθερία κινήσεων και επιλογών, η μαμά προξενήτρα ασκεί την επίδρασή της όχι σαν δηλωμένη προξενήτρα, αλλά σαν προαγωγός ή αντιπροαγωγός, κατά την περίσταση: Ενθαρρύνοντας την κόρη ευθέως όταν ο γαμπρός είναι της αρεσκείας της και αποθαρρύνοντάς την όταν δεν είναι της αρεσκείας της. Την ίδια επίδραση μπορεί ν’ ασκήσει και ο πατέρας αλλά με διαφορετικό στιλ, πιο αυστηρό και πουριτανικό, όπως αρμόζει στο φύλο του αλλά και στην ιδιότητά του σαν πατέρα: Θα κάνει «στραβά μάτια» όταν εγκρίνει τη «σχέση» και θα γίνει από βίαιος έως βάναυσος όταν δεν την εγκρίνει.
Ιδού λοιπόν επί σκηνής οι τέσσερις πρωταγωνιστές του δράματος (αν υπάρχουν αδέρφια οι πρωταγωνιστές πολλαπλασιάζονται): Ο πρώτος ρόλος κρατιέται απ’ τον υποψήφιο γαμπρό. Ο δεύτερος ρόλος κρατιέται απ’ την υποψήφια νύφη (που κατά κανόνα θα συνεχίσει να παίζει δεύτερο ρόλο για πάντα). Ο τρίτος ρόλος κρατιέται απ’ τη μαμά. Και ο τέταρτος ρόλος (επικουρικός αυτός) απ’ τον μπαμπά. Καμιά φορά στο δράμα παίρνουν μέρος και οι γονείς του γαμπρού, αλλά αυτό συμβαίνει μόνο στις πλούσιες οικογένειες. Όμως, όταν ο υποψήφιος γαμπρός είναι καθ’ οιονδήποτε τρόπο ελαττωματικός, τότε οι γονείς του θα παρακολουθούν εναγωνίως απ’ τις κουίντες την εξέλιξη του δράματος, χωρίς να μπορούν να επέμβουν: Κανείς δεν θα τολμούσε να διαλαλήσει σκάρτο πράγμα στην αγορά. Εκτός κι αν η συναλλαγή γίνεται ανάμεσα σε εμπόρους που και οι δυο ανταλλάσσουν σκάρτο πράγμα, οπότε η υπόθεση εξομαλύνεται αυτομάτως, αφού τώρα οι κανόνες του παιχνιδιού είναι ίδιοι και για τις δύο ομάδες των παιχτών.
Κι όλη αυτή η σύγχυση γιατί ο γάμος δεν είναι πια ούτε μια καθαρή και Τίμια συναλλαγή, όπως την εποχή της προίκας, όπου όλα διακανονίζονταν με ανοιχτά χαρτιά στη στρογγυλή τράπεζα των διαπραγματεύσεων, ούτε μια ελεύθερη και αβίαστη ανθρώπινη σχέση, όπου ο γάμος θα αντιμετωπιζόταν σαν μια υπόθεση που αφορά αποκλειστικά και μόνο δύο ανθρώπους. Που όμως δεν θα εξέπιπταν στην πλήρη αναξιοπρέπεια να κοροϊδεύονται αμοιβαία, παριστάνοντας, ας πούμε, τους ερωτευμένους ίσα ίσα για να δώσουν στους εαυτούς τους συναισθηματικά άλλοθι για μια πράξη που παραμένει συναλλαγή, έστω κι αν σ’ αυτή δεν παίρνει μέρος κανένας μεσάζων. Όχι γιατί η συναλλαγή είναι αξιόμεμπτη πράξη, αλλά διότι δεν εμφανίζεται εξαρχής σαν τέτοια, με συνέπειες τραγικές για όσους δεν μπορούν να καταλάβουν πως πίσω απ’ τον «έρωτα» και τη «σχέση» κρύβεται μια πολύ απλή και κοινότατη κατάσταση! Η επιθυμία δύο ανθρώπων, όχι να συνάψουν ανθρώπινες σχέσεις βαθιές και ουσιαστικές, αλλά να συνυπάρξουν όπως όπως και ίσα ίσα για να εκπληρώσουν κάτι που το αντιλαμβάνονται σαν καθήκον και προς τους εαυτούς τους και προς τους δικούς τους και προς την κοινωνία.

  Οικογένεια στο Ζεμενό Κορινθίας, 1903- Φρεντ Μπουασονά
Η οικογένεια που θα φτιαχτεί μ’ αυτό το φρικαλέο τρόπο θα είναι αναγκαστικά συμβατική. Και δεν θα μπορέσει ποτέ να παίξει έστω και το στοιχειώδη ρόλο που της απόμεινε, ύστερα απ’ τη σχεδόν πλήρη καταστροφή του θεσμού κάτω απ’ τις αλλαγμένες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες: Αυτόν της τεκνοποιίας. Τα παιδιά που θα γεννηθούν από γονείς που παντρεύτηκαν «υπό επίδρασιν» θα μεγαλώσουν κι αυτά «υπό επίδρασιν» και πέρα απ’ το βιολογικά αναγκαίο όριο, όπου η επίδραση είναι επιβεβλημένη από την ίδια τη φύση. Η αλλοτρίωση αρχίζει με τις στρεβλές σχέσεις μέσα σε μία στρεβλή οικογένεια, που έγινε στρεβλή σχεδόν εσκεμμένα: Μ’ ένα γάμο που δεν προοιώνιζε τίποτα το αισιόδοξο εξαρχής. Και που ωστόσο έγινε σχεδόν χωρίς οι άμεσα ενδιαφερόμενοι να καταλάβουν το πώς και το γιατί. Έγινε από ρουτίνα, από συνήθεια, από πανικό, από μια τυφλή και άκριτη προσκόλληση στους θεσμούς.
Ο γάμος είναι μια πράξη λογική στο έπακρο. Και σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να συγχέεται με τον έρωτα, που είναι μια ψυχοσυναισθηματική κατάσταση εντελώς άσχετη με το γάμο.  
Δεν είναι τυχαίο που οι πιο πετυχημένοι γάμοι είναι αυτοί που γίνονται από καλά μελετημένο συνοικέσιο. Και δεν είναι καθόλου ντροπή να παντρεύεται κανείς με συνοικέσιο. Αρκεί το συνοικέσιο να μην είναι επιβεβλημένο από γονείς που βιάζονται να ξεφορτωθούν τα παιδιά τους.
 Σήμερα στην Ευρώπη και στην Αμερική διαδίδεται συνεχώς και περισσότερο το λεγόμενο «αυτοσυνοικέσιο». Που σημαίνει μεθοδική, λογική και ψύχραιμη επιλογή του συζύγου και της συζύγου που θα αποτελέσουν το μελλοντικό ζευγάρι, μέσα από ένα αμοιβαίο ψάξιμο χωρίς μεσάζοντες. Κι αυτό γιατί κανείς λογικός άνθρωπος δεν θα ήταν δυνατό πια να μπερδέψει τον έρωτα με το γάμο που, επαναλαμβάνουμε, είναι δύο εντελώς, μα εντελώς διαφορετικές καταστάσεις. 
Οι ερωτευμένοι ζουν τον έρωτά τους όσο είναι ερωτευμένοι και μετά χωρίζουν, για να ξαναερωτευτούν ενδεχομένως. Για το γάμο, που είναι μια κατάσταση κοινωνική και όχι συναισθηματική και θα έπρεπε να διαρκεί, δεν υπάρχει χειρότερος σύμβουλος απ’ τον έρωτα, που είναι μια καθαρά συναισθηματική κατάσταση που διαρκεί όσο αντέχει και που κατά κανόνα δεν αντέχει πάρα πολύ. Ο γάμος είναι πράξη λογοκρατούμενη. Ο έρωτας είναι πράξη τρελή, κάτι σαν μια υπέροχη αρρώστια απ’ την οποία εύχεται κανείς να μη γιατρευτεί ποτέ. Κι όσοι ισχυρίζονται ότι παραμένουν ερωτευμένοι ύστερα από ατελείωτα χρόνια γάμου, απλώς εκλαμβάνουν σαν έρωτα την ειρηνική συνύπαρξη, ή τη συντροφικότητα, ή ακόμα και τη συνήθεια, που είναι και άλλου είδους και άλλης ποιότητας ψυχολογικές καταστάσεις.

Από το βιβλίο του Β.Ραφαηλίδη Κείμενα το Έθνος 4, Θέμα, Αθήνα 1988, σελ. 335
24 Αυγούστου ’86
 
 
 

1 Δεκεμβρίου 2020

Καλό Χειμώνα, Καλό Μήνα! (Δεκέμβριος) !

Καλό Χειμώνα, Καλό Μήνα! (Δεκέμβριος) 
Καλωσορίζουμε τον Χειμώνα, καλωσορίζουμε τον Δεκέμβριο!
Με πολύ ενδιαφέρουσες αναφορές σε έθιμα και δοξασίες του λαού μας, σε σχέση με τον κύκλο του φωτός, τις γιορτές των Αγίων που τιμώνται μέσα στο μήνα και με τα Χριστούγεννα.
Ο Δεκέμβριος, είναι ο δωδέκατος και τελευταίος μήνας του ηλιακού μας έτους, αλλά ο δέκατος μήνας, όπως το λέει και το όνομά του (Δεκέμβριος από το λατινικό Decem = Δέκα), από την πρωτοχρονιά της πρώτης Μαρτίου, όταν το έτος των Ρωμαίων ήταν δεκάμηνο.
Όπως γράφει η αείμνηστη καθηγήτρια της λαογραφίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσ/νίκης Α. Κυριακίδου – Νέστορος, από μια πρώτη επισκόπηση της ζωής των Ελλήνων αγροτών, όπως εκτυλίσσεται μέσα στην περίοδο του Δεκεμβρίου, τρεις είναι οι εμπειρίες του χρόνου που προεξάρχουν: το κρύο, το τέλος της σποράς και η μείωση του φωτός. Το Δεκέμβριο έχουμε τις μικρότερες μέρες. Από τα Χριστούγεννα όμως και ύστερα, αρχίζουν να μεγαλώνουν. Ας δούμε τώρα πως οι εμπειρίες αυτές εκφράζονται μέσα από τις γιορτές και τα έθιμα του Δεκεμβρίου.
Το κρύο συνδέεται με τρεις κυρίως γιορτές στην αρχή του Δεκεμβρίου: Της Αγίας Βαρβάρας, του Αγίου Σάββα και του Άι – Νικόλα. Λέει η παροιμία “Βαρβάρα βαρβαρώνει, Άι Σάββας σαβανώνει, Άι – Νικόλας παραχώνει”. Στις ορεινές περιοχές “Ήπειρο, Δυτική Μακεδονία, Ρούμελη” το κρύο συνδέεται και με τη γιορτή του Αγίου Ανδρέα.” Ο Άγιος Ανδρέας έφτασε, το κρύο αντρειεύει” λένε, παρετυμολογώντας το Αντρέας από το αντρειεύω. Και δίνουν σ’ ολόκληρο το μήνα Δεκέμβριο το όνομα Αντριάς ή Ντριάς. Κάθε κοινωνία, όπως είναι φυσικό, μορφοποιεί το περιεχόμενο του χρόνου με το δικό της τρόπο, κάνει τη δική της ελεύθερη επιλογή.
Η δεύτερη εμπειρία του χρόνου που σημειώσαμε για το Δεκέμβριο είναι το τέλος της σποράς. Εκφράζεται κι αυτή με παροιμίες φράσεις, όπου κυριαρχεί η χρήση της παρετυμολογίας. Με άλλα λόγια, η μορφή που παίρνει ο λόγος επηρεάζεται από τον ηχητικό συσχετισμό των λέξεων. Αυτό σημαίνει παρετυμολογία – όπως λ.χ. στην έκφραση “Ο Αντριάς αντρειεύει το κρύο”, όπου η ηχητική συνάφεια ερμηνεύεται σαν αιτιώδης σχέση. Ως προς τη σπορά τώρα, λένε: “Δεκέμβρης, δίκιος σπόρος” ή “Δικέμβρη, δίκια σπέρνε”. Δίκια σημαίνει εδώ ότι ο ζευγάς δεν πρέπει να ρίχνει το σπόρο μήτε πολύ αριά, μήτε πολύ πυκνά, γιατί το χώμα είναι αρκετά ποτισμένο από τη βροχή πια κι έτσι δεν υπάρχει φόβος μήπως δε φυτρώσει μέρος του σπόρου ή μήπως δεν τραφεί αυτός που θα φυτρώσει. Η παρετυμολογία είναι ανάμεσα στο δίκιος και στο Δεκέμβριο. Για το Δεκέμβριο λένε: “Βαρύς χειμώνας, βαρύ καλοκαίρι” και αντίθετα “ελαφρύς χειμώνας, ελαφρύ καλοκαίρι” που σημαίνει πως αν δεν έχουμε χιόνια το χειμώνα, τότε και τ’ αμπάρια θα είναι άδεια, γιατί το λένε και οι παροιμίες:
“Ο Δεκέμβρης, κρύο αντρειώνει”
“Χιόνι του Δεκεμβρίου, χρυσάφι του καλοκαιριού”
Στις 4 Δεκεμβρίου γιορτάζεται η Αγία Βαρβάρα που θεωρείται προστάτιδα των παιδιών κατά της ευλογίας. Οι γυναίκες δε σκουπίζουν σήμερα “για το καλό των παιδιών”. Λένε ακόμη πως ό,τι καιρό κάνει της Αγίας Βαρβάρας το ίδιο θα έχουμε και τα Χριστούγεννα.[…]
Σύμφωνα με μια άλλη παράδοση, ο πατέρας της μεγαλομάρτυρος Βαρβάρας, φανατικός ειδωλολάτρης, επειδή η κόρη του μοίρασε όλη της την περιουσία για την αγάπη του Χριστού, της έβγαλε όλα τα δόντια κι από τότε η Βαρβάρα δεν μπορούσε να τρώει παρά μόνο μελόπιτες. Γι’ αυτό, στα περισσότερα χωριά του Βοΐου, την ημέρα της γιορτής της κάνουν λαγγίτες και τις περιχύνουν με σιρόπι.Η Αγία Βαρβάρα, όπως είπαμε παραπάνω, προστατεύει τα παιδιά από τη βλογιά. Για να την ευχαριστήσουν για την καλή της διάθεση που έχει, να θεραπεύσει πρόθυμα την κακή αυτή αρρώστια, αλλά και άλλες, της προσφέρουν προκαταβολικά ωραία γλυκίσματα, που φτιάχνουν οι μητέρες με τα κορίτσια του σπιτιού ή της γειτονιάς. Τα γλυκίσματα αυτά τα τοποθετούν στα σταυροδρόμια κι αφού τα διαβάσει ο παπάς του χωριού, τα μοιράζουν στον κόσμο.
Το έθιμο θυμίζει τις ίδιες συνήθειες που είχαν οι αρχαίοι Έλληνες. Κι εκείνοι τοποθετούσαν εκλεκτά και νόστιμα γλυκίσματα στα σταυροδρόμια για να τιμήσουν τη θεά Εκάτη που εκείνη προστάτευε τα παιδιά.Την έλεγαν Τριοδίτιδα, δηλαδή θεά των τριάδων που συχνάζει στα σταυροδρόμια, στα τρίστρατα.
Παλιότερα, σε πολλά χωριά έβραζαν ρεβίθια και τα μοίραζαν μεταξύ τους. Τα ρεβίθια συμβόλιζαν τα σπυριά της βλογιάς, από την οποία τους προστάτευε η Αγία.
Τα περισσότερα χριστιανικά κράτη την θεωρούν προστάτρια του πυροβολικού. Αυτό εξηγείται από τη δοξασία ότι ο πατέρας της, μετά τον αποκεφαλισμό της κόρης του, σκοτώθηκε από τρομερό κεραυνό που έπεσε στο καφάλι του.
Σε μας, η καθιέρωση της Αγίας Βαρβάρας ως προστάτριας του πυροβολικού έγινε στα 1829. Από τότε, γιορτάζεται κάθε χρόνο με τελετές, ομιλίες, κεράσματα και άλλες εκδηλώσεις στα κέντρα του στρατιωτικού αυτού σώματος.
Η Αγία Βαρβάρα, επίσης, θεραπεύει όλες τις κακές μεταδοτικές αρρώστιες, όταν ο άρρωστος ζητήσει με θερμή πίστη τη βοήθεια και την προστασία της.
Το λέει και ο σχετικός εκκλησιαστικός ύμνος “Λοιμικών νοσημάτων λώβην αφανίζουσα, πάσι τοις πιστοίς παρέχει ιάματα”.
Στις 5 Δεκεμβρίου γιορτάζεται ο Άγιος Σάββας.
Στις 6 Δεκεμβρίου γιορτάζεται ο Άγιος Νικόλαος που είναι από τους πλέον λατρευτικούς Αγίους και εικονίζεται στην εκκλησία γέροντας, με λευκή γενειάδα.
Μια παροιμία λέει:
“Άγια Βαρβάρα μίλησε και ο Σάββας απεκρίθη.
Μαζέψτε ξύλα και άχυρα και σύρτε και στο μύλο,
γιατί Άι – Νικόλας έρχεται στα χιόνια φορτωμένος”.
Από τη γιορτή του Αγίου Νικολάου αρχίζει ο χειμώνας να γίνεται πιο ψυχρός, αρχίζει η κακοκαιρία και ξεσπούν στις θάλασσες θύελλες και φουρτούνες, από τις οποίες μας προστατεύει ο Άγιος Νικόλας που αντικατέστησε τον αρχαίο θεό Ποσειδώνα. Γι’ αυτό και είναι προστάτης των ναυτιλλομένων και, κατά την παράδοση, τα ρούχα του είναι πάντοτε βρεγμένα.
Πολλοί αγιογράφοι τον παριστάνουν καραβοκύρη. Όμως, τα συχνά ναυάγια, οι πάμπολλες περιπέτειες και οι κακουχίες στη θάλασσα τον κούρασαν και αποφάσισε να την εγκαταλείψει. Πήρε στον ώμο ένα κουπί κι άρχισε την περιπλάνηση στα μεσόγεια. Προχωρούσε, προχωρούσε, έδειχνε το κουπί στους διαβάτες και τους ρωτούσε να του πούνε τι είναι αυτό. Όσο, λοιπόν, εκείνοι αναγνώριζαν, τόσο εκείνος προχωρούσε κι όλο πιο πολύ απομακρυνόταν από τη θάλασσα.
Κάποτε, ωστόσο, απάντησε ανθρώπους που δεν είχαν ιδέα από κουτί, από θάλασσα και ναυτικό και στο ερώτημά του τι ήταν εκείνο που κρατούσε, απάντησαν πως είναι ξύλο. Έστησε τότε τη σκηνή του ο Άγιος εκεί, μακριά από τη θάλασσα και αγίασε.
Τούτη τη λαϊκή παράδοση ο λαός μας την αναφέρει πιο πολύ για τον Προφήτη Ηλία, αναφέρεται όμως και στον Άγιο Νικόλαο, ο οποίος, παρ’ όλη του την απόφαση να μη διατηρήσει καμία σχέση με τη θάλασσα, δεν μπόρεσε να τους αφήσει να θαλασσοπνίγονται και, όπως λέει η παράδοση, προσευχόταν γι’ αυτούς συνέχεια, ενώ, μετά το θάνατό του, γυρνάει πάνω από τις θάλασσες για να τους σώζει όταν κινδυνεύουν.
Στις 9 Δεκεμβρίου είναι η γιορτή της Αγίας Άννας και λένε “η ημέρα παίρνει άνεση”.
Στις 12 Δεκεμβρίου γιορτάζεται ο Άγιος Σπυρίδωνας και είναι ο κατ’ εξοχήν Άγιος της Κέρκυρας, όπου εκεί βρίσκεται και το λείψανό του. Στη Σιάτιστα, ο Άγιος Σπυρίδωνας θεωρείται προστάτης των υποδηματοποιών και τελούν κατά την ημέρα αυτή Θεία Λειτουργία με αρτοκλασία.
Λένε πως του Αγίου Σπυρίδωνα “η ημέρα μεγαλώνει σπυρί – σπυρί”.
Στις 15 Δεκεμβρίου είναι του Αγίου Ελευθερίου που τον γιορτάζουν ιδιαίτερα οι έγκυες γυναίκες, για να λευτερώνονται εύκολα και ανώδυνα. Και βλέπουμε στη λειτουργία του να είναι γεμάτη η εκκλησία από ετοιμόγεννες που προσεύχονται στον Άγιο για να “δίνει καλή λευτεριά”.
Στις 16 Δεκεμβρίου είναι του Αγίου Μόδεστου που θεωρείται προστάτης των ζώων. Ο Μόδεστος ήταν αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων και το συναξάρι του αναφέρει ότι ανέστησε πολλά ζώα. Γι’ αυτό συνδέθηκε μαζί τους. Σε πολλά μέρη της Ελλάδος, στη γιορτή του Αγίου, δίνουν στα ζώα τριμμένους άρτους και αντίδωρο από την εκκλησία για να φάνε τα ζώα και να γίνουν γερά. Στη Λήμνο, οι ζευγάδες κάνουν κόλυβα που τα πηγαίνουν στην εκκλησία και τα διαβάζει ο παπάς και τα ρίχνουν έπειτα στην ταγή για τα ζώα.Στις 20 Δεκεμβρίου είναι η γιορτή του Αγίου Ιγνατίου. Στις 19 Δεκεμβρίου, παραμονή της γιορτής του Αγίου, τότε που η αύξηση του φωτός είναι κιόλας σημαντική (με το παλιό ημερολόγιο, εννοείται), παρετυμολογώντας και αυτού του Αγίου το όνομα, έλεγαν “αύριο είναι ο Άγιος Αγνάντιος, αγναντεύει ο ήλιος προς το καλοκαίρι”.
Στις 23 Δεκεμβρίου στη Σιάτιστα γιορτάζονται με πρωτότυπο και πανηγυρικό τρόπο τα Κόλιαντα. Το βράδυ της ημέρας αυτής, ανάβονται οι κλαδαριές, μεγάλες φωτιές από ξερά χόρτα, το λεγόμενο “Λόζιο”, που συμβολίζουν τις φωτιές που άναψαν οι ποιμένες στη Βηθλεέμ για να αναγγείλουν τη γέννηση του Χριστού. Οι κλαδαριές ανάβονται παρουσία των τοπικών αρχών και πλήθους κόσμου, ενώ τα τοπικά μας όργανα, χωρίς διακοπή, παίζουν το παρακάτω τραγούδι και τα παιδιά χτυπούν κουδούνια (κυπρά, γκαβανούζις και τσιουκάνια).
Πιδιά μ’ ήρθαν τα κόλιαντα κι όλοι να τοιμασθήτι
πάρτι κι τις τζιουμάκις σας κι στουν Άι-Λιά να βγήτι
κι απ’ τουν Άι-Λιά στουν Πρόδρομου στα τρία τα πηγάδια.
Ικεί θα γεν’ το σύναγμα κι όλου του συναγώγι,
θα ανάψουμε τις κλαδαριές θα πούνε και του χρόνου.
Το πρωί στις 24 Δεκεμβρίου, τα παιδιά, έχοντας στον ώμο ένα σακούλι και στα χέρια ένα ειδικό ξύλο που είναι χοντρότερο στο ένα άκρο και που ονομάζεται “τζιουμάκα”, πηγαίνουν σ’ όλα τα σπίτια και μαζεύουν τα κόλιαντα. Με τις τζιουμάκες χτυπούν τις πόρτες των σπιτιών και λένε το τραγούδι που ταιριάζει για κάθε περίσταση. Αφού τραγουδήσουν, ανοίγει η πόρτα και η νοικοκυρά, χαρούμενη, προσφέρει τα κόλιαντα στα παιδιά, τα οποία όλα μαζί φωνάζουν δυνατά “ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ”.

Στις 25 Δεκεμβρίου γιορτάζονται τα Χριστούγεννα, η μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης. Σε πολλά μέρη, τα Χριστούγεννα έδωσαν και το όνομά τους στο μήνα: Χριστουγεννάρης, Χριστουγεννάς. Στα ευαγγέλια δε μνημονεύεται ο μήνας που γεννήθηκε ο Χριστός. Η γιορτή των γενεθλίων του θεσπίστηκε για τις 25 Δεκεμβρίου από τους χριστιανούς της Ρώμης γύρω στα 335 μ.χ., όπως αναφέρει η λαογράφος Α. Κυριακίδου – Νέστορος. Το έκαναν αυτό για να παραμερίσουν τον περσικό θεό Μίθρα, που είχε το γενέθλιό του την ίδια μέρα. [….]
Ο ήλιος, τις μέρες αυτές, βρίσκεται στο χειμερινό ηλιοστάσιο. Από εδώ και πέρα, οι μέρες αρχίζουν να μεγαλώνουν. Ο ήλιος κατά κάποιο τρόπο ξαναγεννιέται. Ο Χριστός συνδέθηκε με τον ήλιο, για να μπορέσει να εκτοπίσει το Μίθρα. Στην υμνογραφία των Χριστουγέννων, υπάρχουν πολλές μεταφορές και παρομοιώσεις που φανερώνουν το σύνδεσμο του Χριστού με τον ήλιο: “Ανέτειλας, Χριστέ, εκ Παρθένου, νοητέ Ήλιε της Δικαιοσύνης”. Και στο απολυτίκιο της γιορτής: “Η Γέννησίς σου, Χριστέ ο Θεός, ανέτειλε το κόσμω το φως το της Γνώσεως. Σε προσκυνείν, τον Ήλιον της Δικαιοσύνης και Σε γιγνώσκειν εξ ύψους Ανατολήν…”.
Η αύξηση και η μείωση του φωτός είναι ένα φυσικό φαινόμενο, το κατεξοχήν φαινόμενο που επηρεάζει τη ζωή πάνω στη γη. Επηρεάζει, λοιπόν, και τη ζωή του σταριού που αποτελεί τη βασική τροφή των Ελλήνων από τα νεολιθικά χρόνια ως σήμερα. Ας θυμηθούμε για μια ακόμη φορά τη σχέση του ηλιακού κύκλου με τον κύκλο των γεωργικών εργασιών: Χειμερινή τροπή – τέλος σποράς, θερινή τροπή, τέλος θερισμού, εαρινή ισημερία – τα στάχυα αρχίζουν να ψηλώνουν, φθινοπωρινή ισημερία, προετοιμασία σποράς. Αυτός ο συσχετισμός των δυο επιπέδων, του ουρανού και της γης, που αντιστοιχεί στο φυσικό, θα λέγαμε, ημερολόγιο, πρέπει να συμπληρωθεί και μ’ έναν άλλο συσχετισμό, που θα μας φέρει στο επίπεδο του πολιτισμού. Το φυσικό ημερολόγιο συσχετίζεται με τον πολιτισμό του κάθε τόπου και μεταφράζεται σε εορτολόγιο – λαϊκό και επίσημο. Μιλήσαμε για τη σχέση ήλιου – Χριστού και για την τοποθέτηση των Χριστουγέννων στο χειμερινό ηλιοστάσιο. Είναι ενδιαφέρον να δούμε τώρα πώς η εκκλησία μορφοποίησε και τις άλλες τρεις κρίσιμες καμπές στον κύκλο του ήλιου, πώς τις έχει εντάξει στο εορτολόγιό της.
Χρησιμοποίησε για το σκοπό αυτό δυο μορφές, του Χριστού και του Ιωάννη του Προδρόμου και τοποθέτησε τα κρίσιμα σημεία της ζωής τους στις ηλιακές τροπές και τις ισημερινές, αντίστοιχα, με τρόπο συμμετρικό και αντίστροφο.
Χειμερινές τροπές, 25 Δεκεμβρίου – γέννηση Χριστού.
Θερινές τροπές, 24 Ιουνίου – γέννηση Ιωάννη Προδρόμου.
Εαρινή ισημερία, 25 Μαρτίου – σύλληψη Χριστού. Ευαγγελισμός.
Φθινοπωρινή ισημερία, 25 Σεπτεμβρίου – σύλληψη Προδρόμου.
Η αιτιολογία αυτής της συμμετρικής και αντίστροφης τοποθέτησης βρίσκεται στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, όπου ο Πρόδρομος εξηγεί στους μαθητές του ότι δεν είναι αυτός ο Χριστός, αλλά εκείνος τον οποίο βάφτισε στον Ιορδάνη Ποταμό. Και είναι τώρα αυτός, ο Πρόδρομος, ικανοποιημένος που η δόξα εκείνου, του Χριστού, αυξάνει καθημερινά. Γιατί, όπως λέει, “εκείνον δεί αυξάνειν, εμέ δε ελαττούσθαι”. Αυτός, λοιπόν, είναι ο λόγος που, σε σχέση με τον ήλιο, ο Χριστός τοποθετήθηκε στην αύξηση, ενώ ο Πρόδρομος στη μείωση του φωτός.
Εχθρός του ήλιου είναι το σκοτάδι. Τα όντα που συμβολίζουν το σκοτάδι ζουν όλο το χρόνο στα έγκατα της γης και είναι εχθροί του ήλιου, οι καλικάτζαροι της λαϊκής μας παράδοσης: μαύροι, κουτσοί, ελεεινοί, με κάθε λογής κουσούρια. Όλο το χρόνο η δουλειά τους είναι να πριονίζουν το δέντρο που κρατάει τη γη. Και όταν δεν μένει παρά μια μονάχα κλωστίτσα για να κοπεί το δέντρο και να χαλάσει ο κόσμος, τότε, την παραμονή των Χριστουγέννων, ανεβαίνουν πάνω στη γη, όπου μένουν δώδεκα μέρες, ως την παραμονή των φώτων. Ευτυχώς, σ’ αυτό το διάστημα, το δέντρο του κόσμου ξαναγίνεται όπως πρώτα. Αυτό το δέντρο είναι ο ήλιος, γιατί χάρη σ’ αυτόν υπάρχει ετούτη η φύση, μέσα στην οποία και χάρη στην οποία ζούμε.
Οι εχθροί του ήλιου, οι καλικάτζαροι, αρχίζουν ξανά να το ροκανίζουν αυτό το δέντρο του ήλιου, το δέντρο της ζωής, ως την παραμονή των επόμενων Χριστουγέννων.
 
Αποσπάσματα από άρθρο του:
Γεώργιου Μ. Μπόντα
Τέως Δ/ντή της Μανουσείου Δημόσιας Βιβλιοθήκης Σιάτιστας – Λαογράφου
Πηγή κειμένου: Το Βόιον

Κινούμενες εικόνες από gifomania , Google images και από το Σπιτάκι της Μέλιας
επιμέλεια ανάρτησης: ιστολόγιο “Αντέχουμε…”
 
Καλό και ευλογημένο μήνα και καλό χειμώνα!!!


.