ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ !
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22 Απριλίου 2026

Οι δώδεκα μήνες -Στρατής Δούκας

 Λογοτεχνία



Οι δώδεκα μήνες
Στρατής Δούκας

Το πρωί τράβηξα μόνος μου στο μοναστήρι, που βρισκόταν πάνω στο βουνό, καμιά μισή ώρα έξω απ’ το χωριό. Ήταν κι αυτό ρειπωμένο. Μονάχα το μπροστινό και λίγο απ’ το πλάγι του στεκόταν ακόμα, έτοιμο και αυτό να πέση. Από τη μισογκρεμισμένη του πόρτα μπήκα μέσα. Οι καλόγεροί του σαν να κοιμούνταν. Τα κελάρια του γεμάτα, τα μιντέρια του στρωμένα. Απ’ τα μικροπαραθυράκια του έβλεπα πέρα τα μαύρα βουνά, σαν κύματα που με κύκλωναν. Πατήματα δεν ακούονταν στις πλάκες της αυλής πού ‘ταν σκεπασμένες από αγριόχορτα και φύλλα. Η νύχτα έφτανε βουβή. Μονάχα ο ρύακας μουρμούριζε. Όταν το νυχτοπούλι άρχιζε τα ρυαχτά του, αποτραβιόμουνα στη φωτιά του τζακιού μου, συντροφευμένος από σκιές … 
 Το μοναστήρι είχε πολλά παλιά πράγματα. Το πιο πολύτιμο ήταν ένα βημόθυρο, από το τέμπλο της εκκλησίας. Απάνω στα δυο βαριά βουνίσια ξύλα του ήταν ζωγραφισμένος ο «Ευαγγελισμός» και σειρά, από πάνω προς τα κάτω, στη μεριά που θηλύκωναν, οι «δώδεκα μήνες» που παράσταιναν τη ζωή του τόπου, τον καιρό που ζωγραφίστηκαν. Μιλούν για το λαό, όπως ήταν τότε, με τους αρχόντους του, τις δουλειές και τα συνήθεια τους, επάνω κάτω έτσι όπως τά ‘νιωθα καθώς τους ξεσήκωνα. 
 Ιανουάριος : Είναι νύχτα ακόμα. Μέσα στο κατάκλειστο σπίτι, η παλιά αρχόντισσα με τα νυχτικά της, τα σγουρά μαλλιά αχτένιστα χυμένα στους ώμους της, κάθεται στην πολυθρόνα συρμένη δίπλα στο τζάκι. Δυο υπηρέτριες όρθιες την υπηρετούνε. Η μια μόλις μπαίνει κουβαλώντας ένα χοντρόξυλο. Η άλλη φεύγει από μπροστά της σαστισμένη. Η κυρά της, ανασηκωμένη στο κάθισμα, της φωνάζει θυμωμένα. Βιάζεται να ετοιμαστή για την εκκλησία της. 
 Φεβρουάριος : Παραμονή αποκριάς. Ο χωρικός κατεβάζει τα βόδια του με το βοδαμάξι του, να τα πουλήση. Κάποιος τα χτυπά από πίσω να προχωρήσουν. Το μεγάλο κολώνει μουγκρίζοντας. Το μικρό ακολουθεί φοβισμένο. Ο ζωέμπορας, ριγμένος βαριά πάνω στο ραβδί του, τα κοιτάζει λοξά σα να τα ζυγιάζη. Τα κοιτάζει κι ο χωρικός όπως τα σέρνει μπροστά του, σα για μια τελευταία φορά, λυπημένα … 
 Μάρτιος : Μέσα στο πυκνό δάσος, μέσα στην αστέναχτη φύση, τ’ όρνιο περνά ψηλά κρώζοντας. Έπειτα, μες στη σιγαλιά, ακούγεται το χτύπημα του ξυλοκόπου. Δυο άντρες κόβουν ξύλα. Η γυναίκα τα σηκώνει από χάμω με κόπο. Εδώ απάνω στα βουνά, που η ζωή είναι φτωχή με πολλά βάσανα, μονάχα τα νερά είναι μπόλικα και τα ξύλα … 
 Απρίλιος : Λιώσανε πια τα χιόνια. Τα κουδούνια λαλούν γλυκά, τα ποτάμια κατηφορίζουν. Στις πολιτείες, σε κιόσκια χωμένα μέσα σε πρασινάδες, οι κοπέλες κόβουν τα πρώτα λουλούδια. Τ’ αυλάκια, οι φράχτες κελαηδούν. Τ’ αυτιά γεμίζουν από ήχους. Στο σπίτι, μέσα στην αυλή, η τριανταφυλλιά μεγάλωσε και σκάλωσε ως το παράθυρο. Από κει απλώνει η κοπέλα το χέρι και κόβει το πρώτο τριαντάφυλλο, για να στολίση το κεφάλι … 
 Μάιος : Αυγή ακόμα, όλα είναι σκούρα και τ’ ανήλια μέρη είναι σκοτεινά σα νύχτα. Το χορτάρι μόλις χρυσίζει στην πρώτη αχτίδα. Τ’ αρχοντόπουλο με τον υποταχτικό του πάει καβάλα για κυνήγι. Το πρωινό αγέρι που φυσά, του παίρνει τη σάρπα. Το σκυλί τρέχει μπροστά μυρίζοντας. Μέσα απ’ τη φτέρη πετιέται ο λαγός … Μόλις προφταίνει να γυρίσει το κεφάλι … 
 Ιούνιος : Έφτασε το θέρος. Ο κόσμος είναι χυμένος έξω στα χωράφια και δουλεύει. Όλη τη μέρα θερίζουν, δεματίζουνε. Τα βράδια φτάνουνε κουρασμένα. Οι γυναίκες με τα γαϊδουράκια φεύγουν μονάχες για το χωριό. Οι άντρες κάθονται να φαν κι ύστερα ξαπλώνουν δίπλα στα δεμάτια. Περνούν μεσάνυχτα κι ακόμα ακούς κουβέντες. Τα γκρεμνά είναι γεμάτα από μια χρυσαφένια ημεράδα. Όλα, θαρρείς, μαζί τους αγρυπνούν και ξαποσταίνουνε … 
 Ιούλιος : Ο άρχοντας κρατώντας μπράτσο τη γυναίκα του, που δεν ξέχασε να πάρη μαζί της και το κανατάκι της, βγαίνει να δη τα υποστατικά του. Οι δούλοι του δουλεύουν. Κουρασμένοι, δεν έχουν τον καιρό ούτε να τον κοιτάξουν. Παίρνει τότε και αυτός κάτι απ’ τα χέρια τους, τάχα να τους βοηθήση … 
 Αύγουστος : Απ’ το πρωί, οι κοπέλες βγήκαν στ’ αμπέλια. Στις πλαγιές τώρα ακούονται τα γέλια τους και τα χάχανά τους. Μέσα στην πόλη ακούονται, πάλι, άλλοι χαρούμενοι κρότοι. Οι βαγενάδες που φτιάχνουν τα βαγένια τους … 
 Σεπτέμβριος : Τα σταφύλια κουβαλήθηκαν στα σπίτια και πέφτουν με κοφίνια και με κάδους μές στα πατητήρια. Τ’ ανοιχτά κατώγια των σπιτιών μυρίζουν. Βγαίνουν τα καινούρια τσίπουρα και τα πετιμέζια … 
 Οκτώβριος : Πέρασαν και τα πρωτοβρόχια. Η παλιά καλαμιά έχει μαυρίσει και σαπίσει. Τα βόδια ανασηκώνουνε παντού τ’ αφράτα χώματα, που χύνονται μαλακά γύρω από τ’ αλέτρι. Τα χωράφια απλώνονται σα βελούδο, ανεβαίνοντας ως το δάσος, σιμά στ’ αγριοβαλάνια. Από κει πάλι ακούεται το πελέκι που κόβει κλαδί για το χειμώνα. Δεμένο περιμένει τ’ άλογο στη ρίζα του χαμόπρινου. Όταν φορτώνεται να φύγη, ο τόπος γεμίζει από ερημιά. Πέρα, βαθιά, ακούονται φωνές και μακρινά γαυγίσματα. 
 Νοέμβριος : Έχει πλακώσει πια ο χειμώνας. Έξω φυσά ο αγέρας σε μια πλάση πεθαμένη και σαβανωμένη. Τα γυμνά κλαριά της λεύκας δέρνονται. Τα χλωμά φυλλαράκια σιγοτρέμουν. Οι αχνοί σβήνουν μέσα στην ερημιά. Άξαφνα ακούγεται μια τουφεκιά στα πλάγια … 
 Δεκέμβριος : Παραμονή Χριστούγεννα. Σφάζονται τα γουρούνια. Μέσα στην αυλή κρέμονται μ’ ανοιγμένη την κοιλιά, ανάποδα. Ο νοικοκύρης όρθιος σιάζει το κρέας τους. Η νοικοκυρά, καθισμένη πιο πέρα, πλένει μέσα στο λεβέτι τ’ άντερα, μαλώνοντας τη γάτα. Έξω ακούονται οι γκάιντες, τα κάλαντα …

Όταν ξεσήκωσα και τους δώδεκα μήνες, είχε περάσει η άνοιξη. Μες στ’ αυγινό αγέρι, τα τριαντάφυλλα της αυλής άνοιγαν κι η μοσκοβολιά τους με μέθαγε. Έξω απ’ τα παράθυρά μου τα πουλιά κελαηδούσαν, ο ήλιος έλαμπε. Όταν βγήκα ν’ αποχαιρετίσω, διχαλωτά πέφταν τα ποτάμια, σμίγοντας βοερά, σα να διπλοχαιρετιούνταν. Έσκυψα κι ήπια. Ψιλές ψιχάλες μου ράντισαν το πρόσωπο. Ξαναγύρισα στο μοναστήρι να ευχαριστήσω τη «Δεξά Παναγιά» και να ετοιμάσω τα πράγματά μου …


(Απ’ το βιβλίο Οδοιπόρος, εκδόσεις Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1968)

Ανθολόγιο για τα παιδιά του δημοτικού, τρίτο μέρος, ΟΕΔΒ, Αθήνα 1975, ανατύπωση από τις εκδόσεις Καλοκάθη


https://nomosophiaanthologio.blogspot.com/

1 Σεπτεμβρίου 2025

Με συγχωρήτε, λάθος ! Του Φρέντυ Γερμανού

 Ευθυμογράφημα 


Με συγχωρήτε, λάθος !

Το να αποκτήσετε τηλέφωνο στην Ελλάδα είναι πάντα ένα πολύπλοκο πρόβλημα. Είναι όμως και φορές που το πρόβλημα αρχίζει απ’ την στιγμή που το αποκτήσετε.
Ο Μπιλ Μπατίστα είναι ο ιδιοκτήτης του μπαρ «Μπομπ και Μπιλ» στα Χαυτεία. Πριν από λίγες ημέρες αγόρασε τον αριθμό 36 222 από έναν μεσάζοντα. Δεν ήξερε, όμως, ότι τον αριθμό αυτόν τον είχε προηγουμένως η Αρχιεπισκοπή. Λίγες ώρες μετά την εγκατάσταση της συσκευής, χτύπησε το τηλέφωνο. 

-Μου δίνετε τον πάτερα Ιερόθεο, είπε μια βαθιά κατανυκτική φωνή.
Ο Μπιλ τα έχασε.
-Κάνετε λάθος, είπε. Δεν είναι εκκλησία εδώ.
Η φωνή είπε βιαστικά:
-Το ξέρω, το ξέρω. Είναι η Αρχιεπισκοπή. Αν δεν είναι εκεί ο πατήρ Ιερόθεος, δώστε μου τον πατέρα Σταύρο.
-Εδώ είναι μπαρ, επέμενε σταθερά ο Μπιλ.
Μεσολάβησε ένα κενό.
-Μπαρ ! είπε μετά η φωνή εξουθενωμένη. Ύπαγε οπίσω μου σατανά !...
Από εκείνη την ημέρα η Αρχιεπισκοπή έγινε ο εφιάλτης του 36 222. Φαίνεται ότι ο αριθμός είχε αλλάξει πρόσφατα και οι περισσότεροι δεν τον είχαν μάθει. Ο Μπιλ ήταν έτοιμος να γράψη στην ταμπέλα, «Μπαρ η Αρχιεπισκοπή», αλλά μετά σκέφθηκε ότι ίσως αυτό να μπέρδευε τα πράγματα.
Τα περισσότερα τηλεφωνήματα ζητούσαν τον Άγιο Πρωτοσύγκελο ή το τμήμα διαζυγίων. Μέσα σε μια εβδομάδα ο Μπιλ είχε μάθει όλα τα ονόματα του προσωπικού της Αρχιεπισκοπής και μετά άρχισε να μαθαίνει και τα ονόματα της Ιεράς Συνόδου.
Την παραμονή της εκλογής του νέου Αρχιεπισκόπου ο Μπιλ πήρε ένα τηλεφώνημα:
-Τι ώρα θα συνεδριάσωμε, τέκνον μου;
Ο Μπιλ σκέφθηκε ότι ήταν περιττό να αρχίση πάλι τις εξηγήσεις. Άλλωστε είχε διαβάσει πρωινή εφημερίδα.
-Στις εννέα, σεβασμιότατε, είπε. Δηλαδή ο υπουργός θα έρθη στις εννέα, αλλά οι άγιοι πατέρες θ’ αρχίσουν να έρχωνται από τις οκτώμιση.
-Ευχαριστώ, τέκνον μου, απάντησε η φωνή από την άλλη άκρη του σύρματος.
Ο Μπιλ δεν έμαθε ποτέ ποιον από τους 57 αγίους πατέρες είχε πληροφορήσει για την ώρα της συγκεντρώσεως.
Η φασαρία που ακολούθησε μετά την εκλογή του Αρχιεπισκόπου είχε βέβαια τον αντίκτυπό της στο 36 222 που κτυπούσε διαρκώς. Ο Μπιλ είχε απελπισθή εντελώς και άρχισε να σκέπτεται μήπως θα έπρεπε ν’ αλλάξη μπαρ. Έχανε τόσην ώρα απαντώντας στο τηλέφωνο, ώστε κάθε βράδυ σχεδόν έβρισκε σοβαρό έλλειμμα στο ταμείο του.
Ένας δικηγόρος από το Μαρούσι του τηλεφώνησε:
-Να πήτε στον Αρχιεπίσκοπο ότι δεν πρέπει να παραιτηθή. Η Κηφισιά και το Μαρούσι είναι με το μέρος του.
Αλλά το επόμενο τηλεφώνημα είχε αντίθετο περιεχόμενο:
-Το μαχαίρι έφθασε στο κόκκαλο ! Απορώ πώς δεν το καταλαβαίνετε !
-Τι θέλετε να κάνω; Ρώτησε ο Μπιλ, που ήθελε δεν ήθελε, άρχισε να παίρνει το ρόλο του στα σοβαρά.
Από την άλλη πλευρά του σύρματος ακούστηκε ένας βρυχηθμός:
-Να παραιτηθήτε !...

 

Ο Μπιλ ήταν έτοιμος να το αποφασίση, αλλά μετά σκέφθηκε ότι ήταν προτιμότερο να δείξη χαρακτήρα.
Ο Μπιλ μου έλεγε μια από αυτές τις ημέρες:
-Το χειρότερο είναι ότι ούτε ο ΟΤΕ παραδέχεται πως άλλαξε ο αριθμός της Αρχιεπισκοπής.
Την περασμένη εβδομάδα η τηλεφωνήτρια των υπεραστικών κάλεσε το 36 222 και είπε:
-Αρχιεπισκοπή αυτού; Ομιλείτε με Λευκάδα.
Ο Μπιλ σκέφθηκε ότι ήταν ευκαιρία να ξεκαθαρίση το ζήτημα και της είπε, με δύο λόγια, την όλη ιστορία.
-Καλά, καλά, είπε βιαστικά η τηλεφωνήτρια. Θα δούμε τι μπορεί να γίνη. Περιμένετε τώρα στο ακουστικό σας.
Μεσολάβησε ένα κενό.
Ύστερα η φωνή της τηλεφωνήτριας ακούστηκε δυνατότερη:
-Λευκάδα εκεί; Ομιλείτε με Αρχιεπισκοπή !...

Φρέντυ Γερμανός[i]
[i] ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΦΡΕΝΤΥ Δημοσιογράφος και συγγραφέας. Γεννήθηκε το 1934 στην Αθήνα. Μυτιληνιός στην καταγωγή. Έχει συνδέσει το όνομα του με τα πρώτα βήματα της ελληνικής τηλεόρασης, παρουσιάζοντας μερικές από τις πιό επιτυχημένες εκπομπές (Αλάτι και πιπέρι, Πρώτη σελίδα). Συνεργάστηκε με τις μεγαλύτερες Αθηναϊκές εφημερίδες και διακρίθηκε στο Χρονογράφημα. Την επιτυχημένη δημοσιογραφική του πορεία την διαδέχθηκε μιά επίσης επιτυχημένη συγγραφική πορεία. Μερικά έργα του: "Ακριβή μου Σοφία", "Ελλάς υπό το μηδέν", "Το δις εξαμαρτείν", "Με συγχωρείτε, λάθος", "Γράψτο όπως το λέω", "Σκέψου πριν αγοράσεις", "Ένα γελαστό απόγευμα", κ.α. Εγκατέλειψε τον μάταιο τούτο κόσμο το 1999.΄

_______________________

*Από το βιβλίο "Ανθολογία Νεοελλήνων Σατιρικών και Ευθυμογράφων" του Ευαγγέλου Μιλλεούνη, εκδ. οίκ. Ευθ. Χριστοπούλου, 1972
Επιμέλεια, επιλογή κειμένου: Αγγελική Χρυσικοπούλου

11 Απριλίου 2025

Το υπόγειο, Τάσος Λειβαδίτης

 Το υπόγειο, Τάσος Λειβαδίτης

Το υπόγειο, Τάσος Λειβαδίτης

Aν άρχιζε ο Θεός μια μέρα να μετράει όσα έφτιαξε,
άστρα, πουλιά, σπόρους, βροχές, μητέρες, λόφους,
θα τέλειωνε ίσως κάποτε.

Eγώ κάθομαι εδώ, ολομόναχος,
μέσα σε τούτο το υγρό υπόγειο, έξω βρέχει,
και μετράω τα σφάλματα που έκανα, τις μάχες που έδωσα,
τις δίψες, τις παραχωρήσεις,

μετράω τις κακίες μου, κάποτε θαυμαστές, τις καλωσύνες μου
συχνά επηρμένες, μετράω, μετράω, δίχως ποτέ μου
να τελειώνω - α, εσείς,
εσείς ταπεινώσεις, αλτήρες της ψυχής μου,

βαθύ, θρεπτικό ψωμί, αιώνιε πόνε μου,
όλη η δροσιά του μέλλοντος τραγουδάει μες στις κλειδώσεις μου
την ίδια ώρα που μου στρίβει το λαρύγγι η πείνα χιλιάδων
φτωχών προγόνων,

κι ω ήττες, συντρόφισσές μου, που μέσα σε μια στιγμή
με λυτρώσατε απ’ τους αιώνιους φόβους της ήττας.
Είμαι κι εγώ ένας Θεός μες στο δικό του σύμπαν, σε τούτο
το υγρό υπόγειο, έξω βρέχει,

ένα σύμπαν ανεξιχνίαστο κι ανεξάντλητο κι απρόβλεπτο,
ένας Θεός καθόλου αθάνατος,
γι’ αυτό και τρέμοντας από έρωτα για κάθε συγκλονιστική
κι ανεπανάληπτη στιγμή του.

 Πηγή: " Ανθολογία - Ποιητική Εργογραφία", Τάσος Λειβαδίτης


https://www.o-klooun.com/koinonia/to-ypogeio-tasos-leivaditis

18 Απριλίου 2024

Η ζωή εν τάφω ! - Στρατής Μυριβήλης -(απόσπασμα)


Η ζωή εν τάφω ! -Στρατής Μυριβήλης -(απόσπασμα)

Η μυστική παπαρούνα

Το πόδι απόψε το νιώθω πολύ καλύτερα.

Μου 'ρχεται να σηκωθώ σιγά σιγά, να προχωρέσω μέσα στο σιωπηλό χαράκωμα. Είναι πολύ παράξενο το χαράκωμα με τόσο φως. Φέγγει σαν μέρα και όμως δεν έχει φόβο. Το φεγγαρόφωτο από μακριά, σα δεν αντιλαμπίζει σε γυαλιστερό μέταλλο, δεν ξεσκεπάζει τίποτε. Μπορώ το λοιπόν να περπατώ λεύτερα κάτω από τον αχνό πέπλο του που προστατεύει σαν ασημί σκοτάδι.

Για μια στιγμή πάλι μου περνά η ιδέα πως ετούτη η μοναξιά είναι αληθινή. Πως τάχα σηκώθηκαν όλοι και φύγανε και μ' αφήσαν μονάχον, ολομόναχον εδώ πάνω. Τότες μια κρυάδα περνά, λεπίδι, την καρδιά μου. Θα προτιμούσα να ξέρω πως ζούνε γύρω μου κρυμμένοι άνθρωποι, κι ας ήτανε μόνο οχτροί.

Προχώρεσα ως την άκρη του χαρακώματος του λόχου μας. Ως την έβγαση των συρματοπλεγμάτων. Εκεί είναι μια μυστική πόρτα που σφαλνά μ' ένα αδράχτι οπλισμένο με αγκαθωτά τέλια. Επειδή το μέρος είναι ένα νταμάρι όλο πέτρα και δε σκάβεται, σήκωσαν ένα προκάλυμμα με γεώσακους. Έτσι λένε κάτι σακιά μεγάλα με χώμα που μ' αυτά οχυρώνουν τα πετρώδικα χαρακώματα. Τα τσουβάλια αυτά κείτουντ' εδώ χρόνον-καιρό έτσι. Θα φάγαν υγρασίες, βροχάδες, χιόνια και ήλιους. Ήρθαν και σάπισαν από τα νερά, ο ήλιος τα τσουρούφλισε και τα 'καψε. Τραβώ το δάχτυλό μου πάνω τους. Λιώνει η λινάτσα. Σαν τα ξεθαμμένα ρούχα των πεθαμένων που ξεφτάνε, σταχτωμένα, με το πρώτο άγγιγμα. Είναι τσουβαλάκια φουσκωμένα-κάργα, όπως τα πρωτογέμισαν. Άλλα πάλι κρεμάζουν σαχλά, μισοαδειανά. Κάτου από το δυνατό φεγγάρι μοιάζουν με ψοφίμια σκυλιών, άλλα πρησμένα κι άλλα ξαντεριασμένα, σωριασμένα τόνα πάνου στ' άλλο.

Από δω το θέαμα θα 'ναι πιο όμορφο. Τώρα το κρυμμένο ποτάμι ακούγεται καλύτερα όπως φωνάζει μακριά, μες από τη βαθιά κοίτη του. Θέλω να βγάλω το κεφάλι ψηλά από το προπέτασμα, να ιδώ πέρα. Αν μπορούσα μάλιστα θα καβαλίκευα το χαράκωμα. Ακουμπώ το μπαστούνι στο τοίχωμα, σηκώνουμαι στη μύτη της αρβύλας του γερού μου ποδιού και γαντζώνω τα δάχτυλα στους γεώσακους που 'ναι πάνω πάνω. Ένας απ' αυτούς λιώνει με μιας κι αδειάζει τον άμμο του πάνω μου. Λοιπόν τότες έγινε μιαν αποκάλυψη! Μόλις ξεφούσκωσε αυτό το σακί, χαμήλωσε η καμπούρα του και ξεσκέπασε στα μάτια μου μια μικρήν ευτυχία. Αχ, μου 'καμε τόσο καλό στην ψυχή, λίγο ακόμα και θα πατούσα μια τσιριξιά χαράς.

Ήταν ένα λουλούδι εκεί! Συλλογίσου. Ένα λουλούδι είχε φυτρώσει εκεί μέσα στους σαπρακιασμένους γεώσακους. Και μου φανερώθηκε έτσι ξαφνικά τούτη τη νύχτα που 'ναι γιομάτη θάματα. Απόμεινα να το βλέπω σχεδόν τρομαγμένος. Τ' άγγισα με χτυποκάρδι, όπως αγγίζεις ένα βρέφος στο μάγουλο. Είναι μια παπαρούνα. Μια τόση δα μεγάλη, καλοθρεμμένη παπαρούνα, ανοιγμένη σαν μικρή βελουδένια φούχτα.

Αν μπορούσε να τη χαρεί κανένας μέσα στο φως του ήλιου, θα 'βλεπε πως ήταν άλικη, μ' ένα μαύρο σταυρό στην καρδιά, με μια τούφα μαβιές βλεφαρίδες στη μέση. Είναι καλοθρεμμένο λουλούδι, γεμάτο χαρά, χρώματα και γεροσύνη. Το τσουνί* του είναι ντούρο και χνουδάτο. Έχει κι έναν κόμπο που δεν άνοιξε ακόμα. Κάθεται κλεισμένος σφιχτά μέσα στην πράσινη φασκιά του και περιμένει την ώρα του. Μα δεν θ' αργήσει ν' ανοίξει κι αυτός. Και θα 'ναι δυο λουλούδια τότες! Δυο λουλούδια μέσα στο περιβόλι του Θανάτου. Αιστάνουμαι συγκινημένος ξαφνικά ως τα κατάβαθα της ψυχής.

Ακουμπώ πάνω στο προπέτασμα σαν να κουράστηκα ξαφνικά πολύ.

Από μέσα μου αναβρύζουν δάκρυα απολυτρωτικά. Στέκουμαι έτσι πολλήν ώρα, με το κεφάλι όλο χώματα, ακουμπισμένο στα σαπισμένα σακιά. Με δυο δάχτυλα λαφριά, προσεχτικά, αγγίζω την παπαρούνα. Ξαφνικά με γεμίζει μια έγνοια, μια ζωηρή ανησυχία πως κάτι μπορεί να πάθει τούτο το λουλούδι, που μ' αυτό μου αποκαλύφθηκε απόψε ο Θεός. Παίρνω τότες στη ράχη ένα γερό τσουβάλι (δαγκάνω τα χείλια από την ξαφνική σουβλιά του ποδιού), και τ' ακουμπώ με προφύλαξη μπροστά στο λουλούδι. Έτσι λέω θα 'ναι πάλι κρυμμένο για όλους τους άλλους. Χαμογελώ πονηρά. Κατόπι σηκώνουμαι ξανά στα νύχια κι απλώνω το μπράτσο έξω. Ναι. Το άγγισα λοιπόν πάλι! Τρεμουλιάζω από ευτυχία. Νιώθω τα τρυφερά πέταλα στις ρώγες των δαχτύλων. Είναι μια ανεπάντεχη χαρά της αφής. Μέσα στο χέρι μου μυρμιδίζει μια γλυκιά ανατριχίλα. Ανεβαίνει ως τη ράχη. Είναι σαν να πεταλουδίζουν πάνω στην επιδερμίδα τα ματόκλαδα μιας αγαπημένης γυναίκας. Φίλησα τις ρώγες των δαχτύλων μου. Είπα σιγά σιγά:

— Καληνύχτα... καληνύχτα και να 'σαι βλογημένη.

Γύρισα γρήγορα στ' αμπρί. Ας μπορούσα να κάμω μια μεγάλη φωταψία... Να κρεμάσω παντού σημαίες και στεφάνια! Άναψα στο λυχνάρι τέσσερα φιτίλια και τώρα πασχίζω να τη χωρέσω εδώ μέσα, μέσα σε μια τόσο μικρή γούβα, μια τόσο μεγάλη χαρά. Η ψυχή μου χορεύει σαν μεγάλη πεταλούδα. Χαμογελώ ξαπλωμένος ανάσκελα. Κάτι τραγουδάει μέσα μου. Τ' αφουκράζουμαι. Είναι ένα παιδιάστικο τραγούδι:

Φεγγαράκι μου λαμπρό...

 https://vnegativa.blogspot.com/2024/04/blog-post_15.html

 

17 Απριλίου 2024

Το προσφυγόπουλο του ουρανού - Παύλος Νιρβάνας

 Το προσφυγόπουλο του ουρανού - Παύλος Νιρβάνας

    
Εἰς τὸν προσφυγικὸν καταυλισμὸν τῆς Λαχαναγορᾶς Πειραιῶς ἐνεφανίσθη μίαν τῶν ἡμερῶν ἕνας ἀνέλπιστος, πληγωμένος πρόσφυξ. Δὲν ἦτο οὔτε Μικρασιάτης, οὔτε Θράξ. Δὲν τὸν εἶχαν κυνηγήσει αἱ ὀρδαὶ τοῦ Κεμάλ. Δὲν τοῦ εἶχαν σπάσει τὸ πόδι του οἱ Τοῦρκοι Τσέτηδες. Ἦτον ἁπλούστατα ἕνας ἀθῷος σπουργίτης. Καὶ καθὼς ἐπετοῦσε στὸν οὐρανόν, τὸν ὁποῖον δὲν διεκδικοῦν, ὡς γνωστὸν οὔτε οἱ Ἕλληνες, οὔτε οἱ Τοῦρκοι, τὸ λάστιχο ἑνὸς μικροῦ ἐντοπίου Τσέτη τὸν ἐτόξευσεν εἰς τὰ ὕψη καὶ δὲν εἶχε τὴν εὐσπλαγχνία νὰ τοῦ δώσῃ τουλάχιστον τὸν θάνατον. Τοῦ ἐτσάκισε τὸ ποδαράκι του. Καὶ ὁ πληγωμένος σπουργίτης, λιγοθυμισμένος ἀπὸ τὸν τρομερὸν πόνον ἔπεσεν ὡς νεκρὸν σῶμα, εἰς τὸ χῶμα. Ὁ μικρὸς Τσέτης ἔσπευσε νὰ τὸν αἰχμαλωτίσῃ, καὶ νεκρὸν ἀκόμη. Ἀλλὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, ὁ πτερωτὸς τραυματίας εὑρῆκε τὴν δύναμιν τῶν φτερῶν του. Καὶ ἐσώθη πάλιν, εἰς τὰ ὕψη ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἔπεσε.
    Tα φτερὰ του ὅμως ἀπέκαμαν εἰς τὴν οὐρανίαν περιπλάνησιν. Ἐδοκίμασε ν᾿ ἀκουμπήσῃ σ᾿ ἕνα κλαδὶ δένδρου νὰ ξεκουρασθῆ. Ἀλλὰ πῶς; Μόλις ἐπροσπάθησε νὰ στηριχθῇ στὸ ποδαράκι του, τρομεροὶ πόνοι τὸν ἔκαμαν νὰ παραιτηθῇ ἀπὸ κάθε ἰδέαν ἀναπαύσεως. Καὶ μὲ τὰς τελευταίας δυνάμεις, ποὺ ἀπέμεναν στὶς μουδιασμένες φτεροῦγες του, ἐδοκίμασε πάλιν νὰ πετάξῃ. Ἔκαμε δυὸ-τρεῖς γύρους εἰς τὸν ἀέρα, ἀλλὰ οἱ φτεροῦγες του δὲν τὸν ἐκρατοῦσαν πλέον. Ἔνοιωθε τώρα ὅτι ὕστερα ἀπὸ λίγα λεπτά, λίγα δευτερόλεπτα, θὰ εὑρίσκετο κάτω στὸ χῶμα, ἀνίκανος πλέον νὰ σωθῇ ἀπὸ τοὺς ἀγρίους Τσέτες τῆς γειτονιᾶς. Εἰς ὁμοίαν περίστασιν, ὁ ἀεροπόρος, τοῦ ὁποίου ἐσταμάτησεν ἔξαφνα ὁ μοτέρ, κατοπτεύει βιαστικὰ τὸ ἔδαφος καὶ ζητεῖ τὸ κατάλληλον ἔδαφος, διὰ νὰ προσγειωθῆ, ὅσον ἀσφαλέστερα μπορεῖ.

    Έτσι ἔκαμε καὶ ὁ μικρὸς πτερωτὸς ἀεροπόρος. Ὁ μοτέρ του δὲν ἐδούλευε πιά. Κατώπτευσε τὸ ἔδαφος. Παντοῦ δρόμοι, μὲ τρομερὰ παιδιά, ποὺ ἐπερίμεναν μὲ τὰ λάστιχα τεντωμένα. Παντοῦ ἐχθρικοὶ αὐλόγυροι. Παντοῦ ἄξενα κεραμίδια, ὅπου ἕνας τραυματίας σπουργίτης, ἀνίκανος ν᾿ ἀναζητήσῃ ἀλλοῦ τὴν τροφήν του, θὰ ἐκινδύνευε ἀσφαλῶς νὰ πεθάνῃ ἀπὸ ἀσιτίαν. Ἔξαφνα, πρὸς ἕνα σημεῖον τοῦ ἐδάφους διέκρινε μίαν αὐλήν, ὅπου γυναικοῦλες καὶ μικρὰ παιδάκια, ἐκινοῦντο, μὲ ἕνα ὕφος μεγάλης δυστυχίας. Καὶ ἐπειδὴ ἡ δυστυχία ἐννοεῖ τὴν δυστυχίαν, ὁ πληγωμένος σπουργίτης δὲν ἄργησε νὰ καταλάβη ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἦσαν ἀδελφοί του καὶ ὅτι ἡ αὐλὴ αὐτὴ δὲν ἦταν ὅπως οἱ ἄλλες αὐλὲς τῶν κακῶν ἀνθρώπων.

- Μαζὶ μὲ τοὺς δυστυχισμένους κι ἐγώ! ἐσκέφθη ὁ μικρὸς σπουργίτης.
Kαι, μ᾿ ἕνα τέλειον βὸλ-πλανέ, τὸ ὁποῖον οἱ ἄνθρωποι ἐδιδάχθησαν, ὡς γνωστόν, ἀπὸ τὰ πουλιά, εὑρέθη μέσα εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ προσφυγικοῦ καταυλισμοῦ, κατάκοιτος στὸ χῶμα, ἀνίκανος νὰ κινηθῇ, ἕτοιμος ν᾿ ἀποθάνῃ. Ἀλλὰ δὲν ἄργησε νὰ βεβαιωθῇ ὅτι εὑρίσκεται μεταξὺ πονετικῶν ψυχῶν. Μία ἀτμοσφαίρα συμπαθείας καὶ ἀγάπης ἐσχηματίσθη γύρω ἀπὸ τὴν δυστυχίαν του. Οἱ ἄλλοι δυστυχισμένοι ἐννοοῦσαν τὸν πόνον του. Τὰ παιδάκια δὲν ἦσαν ἐκεῖ σκληρὰ καὶ ἄσπλαγχνα, ὅπως τὰ ἄλλα παιδιά. Οἱ μεγάλοι δὲν ἦσαν κακοὶ καὶ ἀδιάφοροι. Ἀγαθὰ χέρια τὸν ἐσήκωσαν καὶ τὸν ἐχουχούλισαν. Καί, διὰ νὰ συμπληρωθῇ ἡ εὐτυχία του, μία ἀκόμη πονετικὴ ψυχὴ ἔσκυψε ἀπὸ πάνω του, ὡς Θεία Πρόνοια. Ἦταν ἡ ἀγαθὴ Πρόνοια καὶ τῶν ἄλλων δυστυχισμένων, ἡ δεσποινίς, ἡ διακονοῦσα τὴν Φιλανθρωπίαν εἰς τὸν προσφυγικὸν καταυλισμόν.

- Τὸ καημένο τὸ πουλάκι! εἶπεν ἡ δεσποινίς. Ἔχει σπασμένο τὸ ποδαράκι του. Πρέπει νὰ τὸ κρατήσουμε κι αὐτὸ δῶ, νὰ τὸ γιατρέψουμε, ὡς ποὺ νὰ μπορέση νὰ ξαναπετάξῃ.

Ὁ μικρὸς σπουργίτης, μολονότι δὲν ἐγνώριζε τὴν γλῶσσαν τῶν ἀνθρώπων, ἐκατάλαβε πολὺ καλὰ τί ἔλεγεν ἡ δεσποινίς, διότι ἡ γλῶσσα τῆς ἀγάπης εἶναι μία γιὰ ὅλα τὰ πλάσματα τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἔσπευσε νὰ εὐχαριστήσῃ τὴν δεσποινίδα μ᾿ ἕνα γλυκύτατον τσίου-τσίου.

- Εὐχαριστῶ, καλή μου κοπέλα, εὐχαριστῶ πολύ. Ὅταν γίνω καλά, θαρθῶ νὰ σοῦ πῶ ἕνα ὡραῖο τραγουδάκι στὸ παράθυρό σου. Δὲν τραγουδῶ σὰν τὸ ἀηδόνι. Ἀλλὰ τὰ γλυκύτερα τραγούδια δὲν εἶναι τὰ τεχνικώτερα. Εὐχαριστῶ, καλή μου κοπέλα, εὐχαριστῶ. Τσίου-τσίου!

Δύο τρυφερὰ χεράκια ἐπῆραν τὸν μικρὸν πτερωτὸν πρόσφυγα, τοῦ ἔδεσαν τὸ ποδαράκι του, τὸν ἐτάισαν, τὸν ἐπότισαν καὶ ὕστερα τὸν ἐτοποθέτησαν σὲ μιὰ ζεστὴ καὶ μαλακὴ φωλίτσα. Ἦτο καὶ αὐτὸς ἕνα προσφυγόπουλο τοῦ οὐρανοῦ, ὅπου ἡ κακία τῶν ἀνθρώπων φθάνει κάποτε ἀγρία καὶ τρομερά, ὡς νὰ μὴν τῆς ἔφθανε γιὰ νὰ χορτάση αὐτὴ ἡ μεγάλη καὶ ἀπέραντη Γῆ.

(ἀπὸ Τὰ Ἅπαντα, E´, Ἐκδοτικὸς Οἶκος Χρήστου Γιοβάνη 1968)

πηγή
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

8 Φεβρουαρίου 2011

Η τσάντα και το τσαντάκι. Του Δημήτρη Ψαθά !


 Σπίθες πετούν τα μάτια της. Και καθώς στρέφει και κοιτά τον «κύριο»,αναταράζεται ολόκληρη. Κρατά μια τσάντα που την κουνά με τρόπο τόσο απειλητικό, ώστε νομίζεις πως θα του την φέρει στο κεφάλι.
- Τι συνέβη;
Πεισματώνει:
- Ούτε και γνωρίζω!
- Σου 'δωσε ο κύριος χαστούκι;
Φρενιάζει.
- Εντελώς ξαφνικά
- Γιατί;
Τρέμει ολόκληρη:
- Ούτε και γνωρίζω.
- Είχατε προηγούμενα;
Παίρνει φόρα:
- Προηγούμενα; Εγώ μ' αυτόν; Αστείο πράγμα. Ούτε τον ξέρω, ούτε με ξέρει. Ούτε του μίλησα, ούτε μου μίλησε. Ούτε τον κοίταξα, ούτε με κοίταξε. Αντιλαμβάνεσθε πως συνέβησαν τα πράγματα.
Επήγαινα στην κουνιάδα μου στου Βεΐκου, κ. Πρόεδρε. Εγώ κατοικώ Κολιάτσου. Καθόμουν, λοιπόν, στο τραμ, κι απέναντι μου φάτσα με φάτσα καθόταν αυτός ο παλαβός.
Τρίζει τα δόντια του «αυτός»:
- Εγώ παλαβός! Με λέει παλαβό!
- Σιωπή εσύ.
- Βρίζει, κ. Δικαστά, ακούτε;
- Είπα σιωπή!
Τρέμει ολόκληρος:
- Με συγχωρείτε. Είμαι λιγάκι νευρικός.
Γυρίζει ο πταισματοδίκης στην κυρία:
- Ορίστε λέγε εσύ.
Φυσά και ξεφυσά:
- Λοιπόν ήλθε ο εισπράκτωρ, μου ζήτησε το εισιτήριο μου, έβγαλα τα λεπτά, του τα έδωκα.
Eκοψε απ' το μπλόκ το εισιτήριο, μου το έδωκε. Αντιλαμβάνεσθε, κ. Πρόεδρε. Ύστερα ήλθε ο επιθεωρητής, μου ζήτησε το εισιτήριο μου, του το έδωκα. Το κοίταξε, το έκοψε λιγουλάκι, μου το έδωκε.
- Λοιπόν;
- Ο κύριος με αγριοκοίταξε
- Γιατί;
- Ούτε και γνωρίζω
Λυσσά ο «κύριος»:
- Να σας πω εγώ, κ. Πταισματοδίκα.
- Εσύ να πάψεις!
- Λέει, δε γνωρίζει γιατί την αγριοκοίταζα. Και μ' εκνευρίζει.
- Πάψε, σου είπα!
- Με συγχωρείτε, κ. Δικαστά. Είμαι λιγάκι νευρικός...
Ανάβει και κορώνει, ο πταισματοδίκης:
- Αν είσαι λιγάκι νευρικός, σε στέλνω μέσα και σου περνούν τα νεύρα σου. Σου το λέω για τελευταία φορά, να μην παρεμβαίνεις. Ακούς;
- Μάλιστα, κ. Πρόεδρε.
- Θέλεις να πας μέσα;
- Όχι, κ. Πρόεδρε.
Αγαθός φαίνεται. Στρογγυλοπρόσωπος. Και υποφέρει. Στέκεται εκεί, λίγο παραπέρα, δαγκώνει τα χείλη, τρώει τα μουστάκια, βγάζει μαντίλι, σκουπίζει τον ιδρώτα, στρίβει το μαντίλι, το ανοίγει, το τραβά, το ξαναστρίβει. Μάλλον κοντός. Μεσόκοπος. «Λιγάκι» νευρικός. Παίζουν τα μάτια του, παίζουν τα χέρια του, παίζουν οι ώμοι του, παίζουν τα πόδια του. Μόλις σηκώνει την κουδούνα ο πταισματοδίκης, μαζεύεται. Ύστερα γυρίζει, βλέπει την κυρία, καρφώνει τα μάτια στο τσαντάκι της και φρίτει. Κάτι συμβαίνει εκεί! Εκεί, στο τσαντάκι, προφανώς, είναι η αιτία του κακού.
- Εξακολούθει, εσύ
Αναστενάζει η κυρία:
- Και ξαφνικά που λέτε, χωρίς κανένα λόγο, χωρίς καμιά, καμιά, καμιά αιτία, μου αστράφτει ο κύριος ένα χαστούκι. Αντιλαμβάνεσθε! Χαστούκι εμένα, που ο ίδιος ο σύζυγος μου, κ. Πρόεδρε, δεν τόλμησε ποτέ να μου απλώσει χέρι. Χέρι; Τι λέω! Μια φορά που τόλμησε να μου πει μισή κουβέντα, έτρεξα στους δικηγόρους να ζητήσω διαζύγιο. Κι ο Γιάννης έπεσε στα πόδια μου. « Φανίτσα και Φανίτσα!» Αντιλαμβάνεσθε. Χαστούκι εμένα! Που μ' έχει ο σύζυγος μου μη στάξει και μη βρέξει.
Ρωτείστε, παρακαλώ, πλατεία Κολιάτσου, Φανή Γελαδινού, του μηχανικού. Απαιτώ να κρεμαστεί εις την Πλατείαν του Συντάγματος! Ούτε πολύ ούτε ολίγον!
- Καλά, καλά.
- Να μάθει τρόπους!
- Πήγαινε!
- Χαστούκι στη Φανή Γελαδινού!
- Στάσου παραπέρα.
- Παρακαλώ, μες στην Πλατεία του Συντάγματος!
Χάνει την υπομονή του ο πταισματοδίκης και χτυπά με μανία την ανάποδη του μολυβιού στην έδρα του.
Σωπαίνει, επιτέλους, η κυρία και καλείται ο κύριος, που δαγκώνει τα μουστάκια και στρίβει το μαντίλι, για να κρατήσει την ψυχραιμία και τα νεύρα του.
- Έδωσες, πράγματι, χαστούκι;
- Μάλιστα, κ. Πρόεδρε.
- Την ξέρεις;
- Όχι κ. Πρόεδρε.
- Ώστε ομολογείς;
- Μάλιστα, κ. Πρόεδρε.
- Την έχεις δει άλλη φορά;
- Όχι, κ. Πρόεδρε.
- Τότε λοιπόν;
- Είμαι λιγάκι νευρικός!...
-Ωραία δικαιολογία! Σπουδαία δικαιολογία! Επειδή είναι νευρικός ο κύριος, χαστουκίζει τους ανθρώπους μες στο τραμ! Και μάλιστα κυρίες! Ομολογώ πως είμαι κατάπληκτος!
- Κι εγώ, κ. Πρόεδρε.
- Σιωπή!
- Είμαι συντετριμμένος, κ. Πρόεδρε. Το ομολογώ. Ήταν μια στιγμή παραφοράς. Να σας εξηγήσω, κ. Πρόεδρε. Επιτρέπετε να σας εξηγήσω;
- Λέγε.
Αναπνέει βαθιά:
- Ήμαστε μες στο τραμ. Εδώ εγώ, αυτή εκεί. Καθόταν απέναντι μου, καθόμουν απέναντί της.
Ακούστε τώρα! Έρχεται ο εισπράκτωρ, της ζητά το εισιτήριο. Ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσαντάκι, τα λεφτά, κλείνει το μικρό τσαντάκι, ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα, δίνει τα λεφτά της στον εισπράκτορα.
- Λοιπόν;
- Της δίνει ο εισπράκτωρ το εισιτήριο. Ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσάντακι, βάζει μέσα το εισιτήριο, κλείνει το μικρό τσαντάκι, ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα.
- Λοιπόν, λοιπόν;
Αναπνέει βαθιά:
- Της δίνει ο εισπράκτορας τα ρέστα. Τα παίρνει. Ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσάντακι, βάζει μέσα τα ρέστα, κλείνει το μικρό τσαντάκι, ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα.
Στριφογυρίζει στην καρέκλα του ο πρόεδρος.
- Ουφ!
- Είσθε νευρικός, κ. Πρόεδρε;
- Προχώρει.
- Όχι παρακαλώ, είσθε;
- Χωρίς ερωτήσεις.
- Θερμώς παρακαλώ, κ. Πρόεδρε...
- Όχι! Κι αν ήμουν, δε θα έφθανα ποτέ στο σημείο να χαστουκίσω μια κυρία μες στο τραμ.
Λέει με συντριβή:
- Τότε καταδικάστε με κ. Πρόεδρε. Δε θα με καταλάβετε ποτέ.
- Αυτό είναι δική μου δουλειά. Λέγε τελείωσες;
Σκουπίζει τον ιδρώτα, στραγγίζει το μαντίλι. Παίζουν τα μάτια του, παίζουν τα χέρια του, αναστενάζει:
- Όχι, δεν ετελείωσα. Ησύχασα που λέτε για μια στιγμή και έλεγα ότι τελείωσε αυτό το βάσανο.
Μαύρη ησυχία. Έξαφνα η κυρία ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσάντακι, βγάζει ένα καθρεφτάκι, κλείνει το μικρό τσαντάκι, ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα. Κοιτάζεται λίγο στο καθρεφτάκι. Κι ύστερα ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσάντακι, βάζει μέσα το καθρεφτάκι, κλείνει το μικρό τσαντάκι, ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα.
Θολώνει το μάτι του πταισματοδίκου. Ιδρώτας τρέχει απ' το μέτωπο του. Αρπάζει την κουδούνα, την αφήνει, στροφογυρίζει, βουτάει τα χαρτιά, θα σκάσει:
- Ούφ!
- Να σταματήσω, κ. Πρόεδρε;
- Φτάσε στο χαστούκι.
- Είναι παρακάτω.
- Λέγε. Μ' έσκασες!
- Έτσι μ' έσκασε κι εμένα.
- Τελείωνε.
Παίρνει βαθιάν ανάσα:
- Ησύχασε πάλι για δυο δευτερόλεπτα. Ησυχάζω κι εγώ. Αλλά πάλι, μαύρη ησυχία. Έρχεται ο επιθεωρητής, της ζητά το εισιτήριο, ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσάντακι, δίνει το εισιτήριο, κλείνει το μικρό τσαντάκι, ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα. Της επιστρέφει ο επιθεωρητής το εισιτήριο. Ανοίγει τη μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσαντάκι...
- Αναπηδά ο πρόεδρος:
- Φτάνει!
- Βάζει μέσα το εισιτήριο...
- Σώνει!
- Κλείνει το μικρό τσαντάκι...
- Αρκετά!
- Ανοίγει την μεγάλη τσάντα...
Γουρλώνει τα μάτια του:
- Πάψε, σου είπα!
- Βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι...
Εξαλλος τινάζεται επάνω:
-Αθώος ! Αθώος ! Καλά της έκανες
   !
 
 
                                                                                                                                                                                                                  

26 Δεκεμβρίου 2008

Η Σουζάννα του παπά...Γρηγορίου Ξενόπουλου


« – Η μάννα μου δεν είναι παπαδία; Έ, κι εγώ παπαδία θα γένω!»
Έτσι έλεγε με το τριανταφυλλένιο της πεισματάκι, η ξανθή Σουζάννα, η όμορφη θυγατέρα του παπά – Ζήσιμου του Κλοντηρά, - του ίδιου που είχε και την περίφημη γάτα.
Κι ήταν το μοναχό της αργκουμέντο, για να καταφέρει τους δικούς της να της δώσουν τον Άνθιμο τον Αναγνώστη που τη γύρευε. Ούτε τον αγαπώ έλεγε, ούτε τον θέλω, ούτε μ΄ αρέσει, ούτε είναι καλός, ούτε είναι ώμορφος. Μόνο πως έπρεπε να γίνη «παπαδία», επειδή ήταν κι η μάννα της. Αν έξαφνα ο παπά – Ζήσιμος, που δεν ήθελε ν΄ ακούσει τέτοιο γάμο, της έλεγε : «καλά λοιπόνּ δε θα σού δώσω τον Άνθιμο τον αναγνώστη, θα σού δώσω όμως τον Αντρέα το διάκοּ πάλι παπαδία θα γένειςּ θέλεις;» – ώ, η ξανθή Σουζάννα θα βρισκότανε πολύ μπερδεμένη. Μόνο γιατί τα είχε ψημένα με τον Άνθιμο, η κατεργαρούλα, ήθελε τώρα, σώνει και καλά, να «γένει παπαδία»…
Μα δεν ήταν φόβος να της έκανε τέτοια πρότασι ο πατέρας της, ούτε στ΄ αστεία. Γιατί ο παπά – Ζήσιμος, όσο δεν ήθελε τον Άνθιμο τον αναγνώστη, άλλο τόσο δε θάθελε και τον Αντρέα το διάκο. «Μακρύα από ράσο! έλεγε πάντα. Μία θεγατέρα μοναχά μου άφησε ο αφέντης ο Θέος και δε θα την κάμω εγώ δυστυχισμένη, δίνοντάς τη σε παπά. Όξω!!… Και γιατί να μη ζήσει το παιδί μου, να μη χαρεί τα νιάτα του και τον κόσμο; Στον τόπο μας, η παπαδία είναι ακόμα υποχρεωμένη να ζει σα μια γυναίκα που’ χει πάντα κορέττο. Ούτε λούσα, ούτε θέατρα, ούτε χοροί, ούτε καρναβάλια. Μούγκρα, μούχλα, κλεισούρα, σκοτάδι. Απλά ρούχα σκούρα και ήσυχη ζωή οικογενειακή, παναπεί καλογερίστικη. Και γιατί; Γιατί έτσι, λέει, έζησε κ΄ η μάννα της. Μπα! ίσα – ίσα γι΄ αυτό να μη ζήσει έτσι η θεγατέρα. Το σόι μας, η γενιά μας, επλέρωσε το φόρο του με το παραπάνου. Φτάνει μας! ας πλερώσουνε τώρα κι άλλοι. Έπειτα, και να ‘θελε σήμερα μία παπαδία να ζήσει λίγο αλλιώτικα, – έ, ο κόσμος, βλέπεις, όλο πάει μπροστά! – μήπως μπορεί; Όβολα ε βγάνει η αγιαστήρα παρά μία βολά το χρόνο : του Φωτώνε. Παπάς, – πάντα φτωχός! Και στη Μητρόπολι να εφημερεύει και σ΄ ένα ξωκλήσι, το ίδιο κάνει. Τ΄ είναι ο κάβουρας, τι το ζουμί του… Δε βαρυέσαι! Μακρύα από ράσο!»
Στην αρχή, κι η Σουζάννα του παπά είχε τις ιδέες του πατέρα της. Αγαπούσε, σαν κορίτσι, τον κόσμο, ποθούσε να ζήσει χαρούμενα στους κόλπους του, και κάθε άλλον θα διάλεγε γι΄ άντρα της παρά έναν αναγνώστη που θα γινότανε παπάς. Τ΄ όνειρό της μάλιστα, όπως πολλών κοριτσιών εκείνη την εποχή, – γιατί αργότερα το «ιδανικό» άλλαξε, για ν΄ αλλάξει και πάλι, – θα ‘ταν κανένας όμορφος, λεβέντης στρατιωτικός. Της γουστάριζε πολύ το σπαθί, η κορώνα, η μεσούλα, το λιγερό κορμί και το στριμμένο μουστακάκι κάτι νέων υπαξιωματικών, που τους έβλεπε στον αντικρινό στρατώνα της χωροφυλακής. Μα και σπαθοφόρο αν δεν εύρισκε, μ΄ ευχαρίστησι θάλεγε το ναι για κανένα τηλεγραφητή, ή μηχανικό, ή δάσκαλο της προκοπής, ή κ΄ εμποράκο γραμματισμένο, σαν το Γερόλυμο, τον καλό φίλο του πατέρα της. Πάντα όπως για λαϊκό, πολίτη, άντρα. Γιατί κάθε άλλο παρά εντύπωση ανδρός της έκανε ένας άνθρωπος, που έκρυβε το κορμί του μέσα σ΄ ένα βελέσι και που είχε μακρυά μαλλιά σαν γυναίκα. Κι ο πιο νέος, ο πιο δροσερός, ο πιο όμορφος ρασοφόρος θα της φαίνουνταν γελοίος. Εκείναις οι μαλλούρες μάλιστα – πουφ!…
Πώς το ‘παθε λοιπόν η καλή μας Σουζάννα, με τέτοιες ιδέες, – δικές της, και του πατέρα της, και της μάννας της ακόμα, – να πάει να πέσει σα στραβή και ν΄ αγαπήσει τον αναγνώστη; Αυτό, αλήθεια, είναι κάμποσο παράξενο κι αξίζει να το διηγηθούμε περιστατικώς.
***
Ο Άνθιμος, ο γιος του Χρήστου του Χρυσομάλλη, ήταν ένα παιδί ζωηρό κι έξυπνο, από μικρή φαμίλια, που είχε όμως τον τρόπο της. Ο πατέρας του, ναυπηγός, έφτειανε βάρκες, μαούνες και καΐκια, κι εξεδούλευε καλά. Το γιο του τον είχε στα γράμματα κι από μικρό, κάθε Κυριακή, τον έπαιρνε μαζί του στην Εκκλησία. Ο Άνθιμος, εκτός από το θρήσκο του πατέρα, έτυχε να ‘χει εκκλησιαστικό όνομα κ΄ έκτακτη φωνή. Άφηνε το γέρο στο στασίδι κι αυτός έμπαινε στο Ιερό για να λέη το κυριελέησον. Κι ήλθε μια καλή Κυριακή, που είπε στη Φανερωμένη και τον Απόστολο, κι όλος ο κόσμος πια εθαύμασε τη φωνή του, και συχάριασε τον πατέρα του και του ευχήθηκε να τον ιδή ψάλτη ή παπά.
« – Και γιατί όχι και τα δύο;» έλεγε γελώντας ο γέρο – Χρυσομάλλης.
Αλήθεια, γιατί όχι και τα δύο;... Μήπως τόσοι και τόσοι καλλίφωνοι παπάδες, στο νησί εκείνο το φιλόθρησκο, το γεμάτο Εκκλησιές, δεν έκαναν στον ίδιο καιρό και τον ψάλτη, κι αφού τελείωναν τη λειτουργία στην ενορία τους, σαν εφημέριοι, δεν επήγαιναν σε μιαν άλλη να ψάλλουν; Να, και της Φανερωμένης ο δεξιός ψάλτης ήταν ο παπά – Ζαφειράκης, εφημέριος στον Άγιο Παύλο, που έτσι κέρδιζε σχεδόν άλλα τόσα. Γιατί όσα έχει ο εφημέριος μιας μικρής ενορίας, έχει κι ο ψάλτης μιας μεγάλης. Κι από την Κυριακή εκείνη, κάτι τέτοιο ονειρευότανε για το γιο του ο γέρο – Χρυσομάλλης. Στο στενό, τον περιορισμένο του κύκλο, ενόμιζε πως ήταν το μεγαλύτερο, το τολμηρότερο που μπορούσε να ονειρευθεί. Την παραμικρή υποψία δεν είχε ο κακόμοιρος ζακυθινός, πως αν ήταν αλλού το παιδί του, θα μπορούσε ίσως να γίνει ένας μεγάλος τενόρος, να δοξασθεί και να βγάλει εκατομμύρια.
Κάποτε όμως του το σφύριξαν κι αυτό. Ιταλικοί θίασοι πήγαιναν τακτικά στο νησί κι έπαιζαν όπερες στο κομψό, χειμωνιάτικο θεατράκι του. Η ορχήστρα κι ο ανδρικός χορός εσχηματίζουνταν από ντόπιους μουζικάντιδες και τραγουδιστάδες, που είχε τότε και πολλούς και καλούς, κι όλοι σχεδόν οι καλλίφωνοι ψαλτάδες των Εκκλησιών, οι λαϊκοί, λάβαιναν μέρος στο κόρο της όπερας, μαζί με τις Ιταλίδες της κομπανίας. Μια φορά λοιπόν, μερικοί φίλοι, κρυφά από το γέρο κατάφεραν να πάρουν και τον Άνθιμο. Ο δόκιμος ψαλτάκος, ο ντιλεττάντες να πούμε, που βοηθούσε χάρισμα το χορό της Φανερωμένης κ΄ έλεγε το κυριελέησον και τον Απόστολο, ήταν τότε μαθητής στο Γυμνάσιο, δεκαπέντε χρονών. Η γερή και πλούσια τενορίστικη φωνή του έκαμε κατάπληξι στους ιταλούς αρτίστες και κάποιος απ΄ αυτούς, – ο μπάσσος μου φαίνεται… οπωσδήποτε ο τενόρος ποτέ… – εχάλασε τον κόσμο να πάρει μαζί του τον Άνθιμο στην Ιταλία.
« – Έλα στη Νάπολι, του είπε, να σε βάλω στο Κονσερβατόριο, να γίνης μεγάλος!
« – Ναι… μα ο πατέρας μου; ψιθύρισε ο νέος.
« – Εγώ θα του μιλήσω του πατέρα σου!»
Και πήγε στο Χρυσομάλλη ο ενθουσιασμένος Ιταλός και του μίλησε. Μα που ν΄ ακούσει λόγο ο γέρος – κι ας ήξερε καλούτσικα τα ιταλικά! Καλέ, θεατρίνο θάκανε το παιδί του αυτός; ποτέ! Για ούλα τα μιλλιούνια του κόσμου!… Κι όχι μόνο δεν έστειλε τότε τον Άνθιμο στην Ιταλία, αλλά του απαγόρευσε να ξαναπατήσει και στα παρασκήνια.
« – Με ρώτησες εμένανε, που πήγες να κάμεις τον κορίστα, έ; του είπε θυμωμένος. Τη φωνή που έχεις, σου την εχάρισε ο Θεός. Δε μπορείς λοιπόν να υπηρετήσεις με τη φωνή σου, παρά το Θεό και την Εκκλησία. Εφινίρισε!»
Έτσι ο Άνθιμος, που αν κι ήταν έξυπνο και ζωηρό παιδί, συνήθισε ν΄ ακούει σ΄ όλα το γέρο, έμεινε στην πατρίδα του και στην Εκκλησία. Ποτέ, αλήθεια, η φωνή του, θείο δώρο, δεν υπηρέτησε τίποτα λαϊκό, κοσμικό, και στις καντάδες ακόμα, τις φημισμένες εκείνες του νησιού, άμα μεγάλωσε μάλιστα λιγάκι, δύσκολα και σπάνια λάβαινε μέρος. Στις Εκκλησίες όμως δεν είχε καμιά δυσκολία. Όχι μόνο η Φανερωμένη, όπου πήγαινε τακτικά, μα κι όλες οι άλλες, όταν είχαν πανηγύρι, τον εύρισκαν ολοπρόθυμο να βοηθάει. Είχε γίνει σωστό παπαδοπαίδι που δεν του έλειπαν παρά τα ράσα. Και μια Κυριακή, καλύτερη από την πρώτη, πριν βγάλει ακόμα το Γυμνάσιο, ο παπά – Στουπάθης της Φανερωμένης του τα ‘βαλε κι αυτά. Ο Άνθιμος ήταν τώρα αμπάτες, όπως έλεγαν στο νησί τούς Αναγνώστες.
***
Πέρασαν λίγα χρόνια. Ο Άνθιμος είχε πάρει το απολυτήριό του κι είχε ξεσκολίσει την εκκλησιαστική μουσική, κρητική και πολίτικη, (ευρωπαϊκή και βυζαντινή), με τον καλύτερο δάσκαλο του τόπου. Ο πρώτος ψάλτης του παπά – Ζήσιμου του Κλοντηρά, στον Άη – Γιάννη, του’ φυγε ξαφνικά, δυσαρεστημένος από μια παρατήρησι που του ‘καμε – με το δίκιο του, – ο εφημέριος στη μέση της λειτουργίας. Κ΄ ο παπά – Κλοντηράς, που ’χε στην καρδιά του τη φωνή του Άνθιμου, ωφελήθηκε από την ευκαιρία για να τον πάρει στην Εκκλησιά του. Δεν ήταν και τόσο εύκολο. Γιατί κι ο θυμωμένος ψάλτης μετάνιωσε και γύρευε να ξαναγυρίσει, κι ο Άνθιμος ήταν τώρα από τους ακριβούς ψαλτάδες, κι οι Επίτροποι του φτωχού Άη – Γιάννη δεν είχαν μπόλικα να ξοδεύουν. Ο παπά – Ζήσιμος όμως, που η μανία του ήταν να τα ‘χει όλα στην εντέλεια η Εκκλησιά του, εχάλασε τον κόσμο να τα συμβιβάσει. Κατάφερε τον Άνθιμο να δεχθεί κάτι λιγότερο, κατάφερε τους Επιτρόπους να του δώσουν κάτι παραπάνου, θυσίασε κι αυτός ένα μέρος του «κεριού» του για το ισοζύγιο. Κι έτσι, μια καλή Κυριακή, στον Άη – Γιάννη, βρέθηκαν όλοι ευχαριστημένοι : κι οι Επίτροποι που καμάρωναν στο παγκάρι τους, κι ο παπά – Ζήσιμος, κι η παπαδιά, κι η Σουζάννα, – γιατί η χαρά του παπά ήταν και δική τους, – κι ο γέρο – Χρυσομάλλης, κι οι ενορίτες, και περισσότερο ίσως απ΄ όλους ο ίδιος ο Άνθιμος, ο καινούργιος ψάλτης κι υποτακτικός του παπά – Ζήσιμου.
Μα γιατί, αφού έφευγε από Εκκλησιά πλουσιότερη; Ά, τον Άνθιμο δεν τον ένοιαζε γι΄ αυτό! με πέντε τάλλαρα το χρόνο λιγότερο, δε θα φτώχαινε βέβαιαּ κι έπειτα ο ηθικός μισθός τον αποζημίωνε με το παραπάνου. Ο Άη – Γιάννης ήταν Εκκλησιά πιο αριστοκρατική, πιο συχναζούμενη, προπάντων από τον καιρό που εφημέρευσεν εκεί ο σεβάσμιος παπά – Ζήσιμος, ο κοσμαγάπητος, ο δραστήριος, ο φιλόκαλος, ο έμπειρος, – ένας από τους λίγους που ήξεραν να βαστούν Εκκλησιά. Έτσι και τον Άη – Γιάννη, τον παραμελημένο πρώτα, τον ξανάνιωσε, τον έβαψε, τον εχρύσωσε, τον καταστόλισε, κρέμασε κάτω από τ΄ ασημένια καντήλια αστεράκια χρυσά, περιποιήθηκε τον κήπο, συγύρισε το κελλί, έβαλε παντού διαλεχτό προσωπικό κι έκανε κάτι «τελετές» που ήταν σαν «Πατριαρχείο». Εκεί μέσα λοιπόν η φωνή και η τέχνη του Άνθιμου θα έλαμπαν περισσότεροּ κι ακόμα τον εσύμφερνε που θα ‘κανε τη μαθητεία του για παπάς κάτω από ένα τόσο πολύτιμο δάσκαλο σαν τον παπά – Ζήσιμο.
Γι΄ αυτό ήταν τόσο ευχαριστημένος με την καινούργια του θέσι, όπως ήταν κι ο πατέρας του, αφού του εξήγησε όλα της τα προτερήματα. Για το νέο όμως αναγνώστη, είχε και κάποιο άλλο, κρυφό, μα μεγαλύτερο ίσως απ΄ όλα : τη Σουζάννα. Μήπως δεν ήταν η πιο όμορφη παπαδοπούλα; Κι αφού σκοπός του ήταν να γίνει παπάς, μια παπαδοπούλα δεν ταίριαζε φυσικά να διαλέξει για γυναίκα του; Λοιπόν, ποιαν άλλη θα εύρισκε καλύτερη από τη Σουζάννα, και τι καλύτερο πεθερό, για υποστήριξι, από τον παπά – Ζήσιμο, τον κοσμαγάπητο, που το λόγο του τον άκουγε κι ο Δεσπότης;
Έφθανε γι΄ αυτό να τον συμπαθούσε λιγάκι το κορίτσι. Έ, δύσκολο ήταν; Γιατί τάχα;… Νέος ήταν – μόνο τρία – τέσσερα χρόνια μεγαλύτερός της, – όμορφος και, για ένα ρασοφόρο, κομψευόμενος πολύ. Το ξώρρασό του μαύρο, γυαλιστερό, το ράσο του καφετί, πάντα της ώρας, το ζουνάρι του πλούσιο, από βυσσινή βελούδο, το ρεξίνι του (ο σκούφος) μικρούλι, νόστιμο, απάνω στα καστανά, άφθονα, σγουρά μαλλιά του, τα παπούτσια του καθρέφτες κ΄ η ομπρέλα του με χερούλι από άσπρο κόκαλο. Δεν το ‘κανε τώρα για τη Σουζάννα, παρά ήταν το φυσικό τουּ του άρεσε πάντα να είναι καλοντυμένος. Και δεν είχε απάνω του τίποτα το καλογερίστικο. Έξυπνος, σβέλτος, γλυκομίλητος, ευγενικός, με μάτια που ‘βγαζαν σπίθες, ήξερε να γίνεται ευχάριστος σ΄ άνδρες και σε γυναίκες, και τα κορίτσια που τον έβλεπαν με τα ράσα, έλεγαν : «κρίμα στο νέο!»
«Κρίμα στο νέο!» έλεγε μαζί με τις άλλες κ΄ η Σουζάννα, μα τίποτε παραπάνου. Τον είχε πάρει, ναι, από καλό μάτι τον υποτακτικό του πατέρα της, της άρεσε να τον ακούει να ψάλλει, και μάλιστα στον Άη – Γιάννη της, σήκωνε τα μάτια της κατά τον ουρανόν μ΄ έκφρασι μεγάλου θαυμασμού όταν μιλούσε για τη φωνή του μα κατά βάθος… αγρόν ηγόρασε. Πέρασαν μήνες ολάκαιροι, χωρίς να καταλάβει την κλίσι του αναγνώστηּ ή, κι αν την κατάλαβε, καμώνουνταν την ανίδεη και ξακολουθούσε να του μιλεί με όλη την ελευθερία, το θάρρος και την αφέλεια. Και φυσικά, είχαν μεταξύ τους μεγάλη σχέσι και οικειότητα, γιατί πολλές ώρες, κάθε μέρα, ο Άνθιμος τις περνούσε στην εκκλησιά, στο κελλί ή στον κήπο της εκκλησιάς, βοηθώντας τον παπά – Ζήσιμο σε όλα – ακόμα και στο πότισμα των λουλουδιών, – ή απλώς φλυαρώντας με την αγαθή οικογένεια και με τους φίλους της.
Η Σουζάννα τον θεωρούσε έτσι σαν αδελφό. Άνδρας με ράσα, – το είπαμε, – δεν της έκαμε την εντύπωσι ανδρός. Ποτέ δεν θα μπορούσε να τον αγαπήσει. Θα της φαινότανε μάλιστα κι αστείο. Γι΄ αυτό, δυο – τρεις φορές που ριψοκινδύνευσε ο Άνθιμος να της πει κάτι διφορούμενα, η Σουζάννα γέλασε με την καρδιά της. Μα ο γιος του Χρυσομάλλη δεν ήταν από κείνους που απελπίζουνται γρήγορα.
«Μπα, συλλογίσθηκε, θα την καταφέρω».
***
Κι όμως πέρασε ο πρώτος χρόνος, άρχισε ο δεύτερος, και δεν την είχε «καταφέρει» ακόμα. Ούτε ίσως θα την κατάφερνε ποτέ στον αιώνα τον άπαντα, αν δεν του συνέβαινε κάποιο «δυστύχημα». Ο Αμπάτες έκλεισε τα εικοσιένα και κληρώθηκε να πάει στρατιώτης!
Στην αρχή, λογάριαζε πώς θα το αποφύγει, γιατί ως τότε, όλων των ειδών και βαθμών οι ρασοφόροι ήταν εξαιρεμένοι. Επειδή όμως εκείνο το χρόνο ήταν γενική επιστράτευσι και, για να γλυτώσουν μερικοί τα βάσανα, άφηναν τα μαλλιά τους και τυλίγουνταν προσωρινώς σ΄ ένα ράσο αναγνώστη, χωρίς να ‘χουν κανένα σκοπό να γίνουν και παπάδες, η Κυβέρνησι αποφάσισε να φανή αμείλικτη. Δεν εξαιρούνται, είπε, παρά οι χειροτονημένοι, από διάκο κι απάνουּ οι άλλοι όλοι είναι υπόχρεοι.
Ο γέρο – Χρυσομάλλης έτρεξε στο Δεσπότη, στο Δήμαρχο, στο βουλευτή τουּ του υποσχέθηκαν όλοι να ενεργήσουν, μα δεν έκαμαν τίποτα. Κι ο παπά – Ζήσιμος εχάλασε τον κόσμο. Είχε μάλιστα την αφέλεια να πιστεύει, πως άμα ορκίζουνταν αυτός «στην τιμή του σαν ιερέας», πως ο υποτακτικός του δεν ήταν «από τους ψεύτικους», θα του τον άφηναν. Αλλά ποιος ν΄ ακούσει! Και την ίδια μέρα που παρουσιάστηκε στο Συμβούλιο ο Άνθιμος, τον κράτησαν, τούκοψαν τα μαλλιά, του πέταξαν τα ράσα και του φόρεσαν τη στολήּ θα τον εγύμναζαν, μαζί με τους νεοσύλλεκτους, στον τόπο κι από κει, αν ήταν ανάγκη, θα τον έστελναν στα σύνορα.
Ο παπά – Ζήσιμος είχε γίνει σκυλί.
« – Μ΄ αυτό είναι άνω ποταμών! εφώναζε. Αυτούς, τους στρατιώτες του Χριστού, δεν έπρεπε να τους παίρνουνε! Τι θα γίνει λοιπόν το δικό μας στράτευμα; Θα μείνουμε, παναπεί, μοναχοί μας, οι αξιωματικοί; Ορίστε τώρα εγώּ χάνω τον καλύτερό μου βοηθό, το δεξί μου χέρι! Πώς θα πορευθεί τόσον καιρό η Εκκλησία μου χωρίς Άνθιμο; Και καλά αν δεν γίνει πόλεμος. Αμή αν γίνει και μου τον στείλουνε τον καψερό στα σύνορα;… Ά, μπα! μπα! δεν έπρεπε να παίρνουν και τους στρατιώτες του Χριστού!…»
Αυτά ο παπά – Ζήσιμος τα φώναζε στον κήπο, – για εκατοστή φορά – το δειλινό της ίδιας ημέρας που παρουσιάστηκε ο Άνθιμος, εις επήκοον της παπαδιάς, της Σουζάννας, του Γιάννη του καμπανάρου και του φίλου του του Γερόλυμου, που είχε περάσει να τον πάρει, να πάνε περίπατο. Όλοι ήταν καταστενοχωρεμένοι για τη «συφορά», κι άφωνοι επιδοκίμαζαν με κουνήματα του κεφαλιού και με μορφασμούς τα πικρά λόγια του παπά. Άξαφνα, από την κουζίνα του κελλιού, που έβγαζε στον κήπο, ακούστηκε μια γλυκιά φωνή να τραγουδεί, μ΄ αστείο ύφος, πολεμόχαρο τάχα κι αρειμάνιο, το τραγούδι της μόδας, στον ήχο της περίφημης τότε ιταλικής «μάρτσια Μασσάβα» :
Στα σύ – νορά! στα σύ – νορά!
Εκεί που ει ει ει στα δύο
Εκό – ψαν το ανδρείο – ο
Της Μάννας μας κόρ – μί!
Και με το «κορ – μί!» πετιέται έξω με ορμή και στοπ! στέκεται εις προσοχή, χαιρετώντας στρατιωτικά, ένας χαριτωμένος φανταράκος. Ήταν ο Άνθιμος.
«Μπα!… τάβαλε κιόλα;!»
Σηκώθηκαν, έτρεξαν, τον περιστοίχισαν, τον κοίταξαν από κοντά… κι έμειναν καταγοητευμένοι. Η εμφάνισι αυτή τους έκαμε για μια στιγμή να τα ξεχάσουν όλα. Μα τι ωραίος, αλήθεια, τι ωραίος! Ποτέ δεν φαντάζουνταν πώς από έναν αναγνώστη θα ‘βγαινε τέτοιος στρατιώτης. Σίγουρα ήταν πιο καλός για στρατιώτης του Βασιλιά παρά για στρατιώτης του Χριστού! Τι κορμί, τι μεσούλα, τι λεβεντιά, τι ασικλίκι! Κ΄ η στολή έτυχε να του πηγαίνει καλά, και το μουτράκι του, χωρίς γένια και χωρίς μαλλιά, με το πηλίκιο στραβά φορεμένο, φάνταζε πολύ πιο όμορφο. Α, μα ήταν μια χαρά, μια τζόγια. Κι ο παπάς τον εκαμάρωσε, κι η παπαδιά τον έφτυσε να μη βασκαθεί, κι ο Γιάννης ο καμπανάρος άνοιξε το στόμα του τόσο, κι ο Γερόλυμος, ο φίλος, έβγαλε γελαστός την ταμπακιέρα του και πήρε μια καλή πρέζα ταμπάκο, για να διπλασιάση την ευχαρίστησι.
Άμ΄ η Σουζάννα; τι έκαμε η Σουζάννα;
Απλούστατα, αυτή τον αγάπησε.
Μάλιστα. Από τη στιγμή εκείνη, οι ιδέες της όμορφης παπαδοπούλας έκαμαν κουτρουβάλα. Ο Άνθιμος με τα στρατιωτικά ήταν γι΄ αυτή μια αποκάλυψι. Τον είχε ως τώρα για ένα πλάσμα ουδέτερο, αλλόκοτο, μισό γυναίκα και μισό γέρο, – γιατί το ράσο, γι΄ αυτή, του ‘κρυβε ακόμα και τα νιάτα, – κι έξαφνα τον έβλεπε άντρα σωστό, λεβέντη, παλικάρι. Ποτέ δε φαντάζουνταν – κι ούτε ήθελε πρώτα να το φαντασθεί, – πώς κάτω από το μαύρο εκείνο βελέσι, μπορούσε να κρύβεται ένα τέτοιο ωραίο αντρίκειο κορμί. Και να το τώρα! Μα το Θεό, κανένας από τους υπαξιωματικούς, που έβλεπε στον αντικρινό στρατώνα της Χωροφυλακής, δεν ήταν πιο άνδρας από τον Άνθιμο. Απορούσε κι η ίδια πώς δεν το μάντεψε ως τώρα.
Έ, από την αποκαλυπτική εκείνη ημέρα, στα διφορούμενα του φανταράκου τώρα, ίσως εξ αιτίας της στολής, η μικρή Σουζάννα αποκρινότανε με τα ίδια… Δε θεωρούσε πια τον Άνθιμο σαν αδελφό… Τα λόγια της και πολύ περισσότερο ο τρόπος της κι οι ματιές της, του ‘διναν μεγάλες ελπίδες… Και τόση ήταν γι΄ αυτό η χαρά του, ώστε η περιπέτεια του «στρατιωτικού», το «δυστύχημά» του, δεν του ‘κανε πια εντύπωσι.
– Δε βαριέσαι! έλεγε στον πατέρα του που το φυσούσε και δεν εκρύωνεּ της τύχης μας ήταν να το υποστούμε κι αυτό. Μπόρα είναι και θα περάσει.
Φαιδρότατος πάντα, με το τραγούδι στο στόμα, γύριζε από τα γυμνάσια στον Άη – Γιάννη. Ακούραστος βοηθούσε τον παπά – Ζήσιμο σ΄ όλα, σαν πρώτα, και τις Κυριακές βρισκότανε στο στασίδι του, μ΄ όλη την στολή του, κ΄ έψελνε σαν πρώτα και καλύτερα… Ήταν, αλήθεια, λιγάκι αστείο να βλέπεις στο στασίδι του ψάλτη ένα φαντάρο, που τον ήξερες μάλιστα ως χθες αναγνώστη. Αλλά κανένας ενορίτης δε συλλογίστηκε να γελάσει γι΄ αυτό. Όλοι συμπαθούσαν τόσο πολύ τη φωνή του Άνθιμου και τον ίδιο ώστε η «περιπέτειά» του τους επίκραινε κι εκείνους όσο σχεδόν και τον παπά. Κι έτσι εύρισκε την ευκαιρία και την ικανοποίησι, ο παπά – Ζήσιμος, – άλλος πάλι που το φυσούσε και δεν εκρύωνε, – να κάνει τα παράπονά του την ώρα που μοίραζε το αντίδωρο :
– Μα δεν έπρεπε, οι ευλογημένοι, να παίρνουν και τους στρατιώτες του Χριστού! Και καλά αν ησυχάσουν τα πράματαּ αμή αν γίνει πόλεμος και μου τον στείλουνε στα σύνορα;
Κι απ΄ όλους πια άκουγε, πως είχε το μεγαλύτερο δίκιο του κόσμου.
***
Ευτυχώς που οι φόβοι του παπά – Ζήσιμου βγήκαν μάταιοι. Πόλεμος δεν έγινε ΄κείνη τη φορά κι ο Άνθιμος, αφού έκαμε τους τρεις του μήνες στον τόπο, απολύθηκε μαζί με τους άλλους. Έτσι ξαναφόρεσε τα ράσα κι άφησε τα μαλλιά του να μακρύνουν. Στρατιώτης πάλι του Χριστού.
Τι; μήπως είχε καμιά απογοήτευσι τώρα η Σουζάννα, που τον ωραίο της φανταράκο τον ξανάβλεπε αναγνώστη; Όχι, μη φοβάσθε! Πάει πια, τα μάγια είχαν λυθεί… τον είχε αγαπήσει. Όχι με ράσα, μα και με τρίχινο σάκο ασκητή, μα και με κουρέλια ζητιάνου να τον έβλεπε, ω, τώρα θα της άρεσε το ίδιο. Είχε φθάσει στο σημείο που δε λογαριάζει κανένας τ΄ απέξω του ανθρώπου, παρά τ΄ απομέσαּ όχι τα ρούχα, ούτε καν το σώμα, παρά την ίδια την ψυχή… Άργησε να φθάσει η Σουζάννα, μα έφθασε. Κι ο Άνθιμος μπορούσε να είναι τώρα ευτυχής και ήσυχος, πως τον αγαπούσε με τα σωστά της.
Τότε νόμισε πως ήλθε ο καιρός «για να γίνει», το είπε του πατέρα του, κι ο γέρο – Χρυσομάλλης, συμφωνότατος, το είπε του Γερόλυμου και τον παρακάλεσε να κάμει με τρόπο την πρότασι στο κελλί.
– Ά, μπα! μακρύα από ράσο! είπε ο παπά – Ζήσιμος ευθύς.
– Ά, μπά! μακρύα από ράσο! είπε κι η παπαδιά. Πάλι… ξέρω κ΄ εγώ; να ιδούμε τι λέει κι η Σουζάννα.
Αλλά φαντασθήτε την έκπληξί τους, όταν άκουσαν της Σουζάννα να λέει εκείνο το θαυμάσιο :
– Η μάννα μου δεν είναι παπαδία; Έ, κι εγώ παπαδία θα γένω.
Μωρή καλή, - μωρή κακή!;… Τίποτα! Το τριανταφυλλένιο πεισματάκι της ξανθής Σουζάννας, της μονάκριβης, δεν ήξερε άλλη απάντησι απ΄ αυτή.
…Ήταν κάποιες ιδέες που περίζωναν σαν τείχος την οικογένεια του παπά – Ζήσιμου του Κλοντηρά. Έ, στο τείχος αυτό ο Έρως έκαμεν ένα ρήγμα. Ήταν πολύ αρκετό για να περάσει απ΄ εκεί ο Άνθιμος, μ΄ όλα του τα ράσα, και να μπει κατακτητής στην οικογένεια. Η Σουζάννα θα τον βοηθούσε, θα τον τραβούσε μέσα μ΄ όλη της τη δύναμη.
Κι έτσι έγινε, όπως δα γίνεται πάντα, άμα θέλει η νύφη κι ο γαμπρός : Η αντίστασι του γέρου κατανικήθηκεּ κι έξη μήνες ύστερ΄ από την άφεσί του, ο Άνθιμος ο αναγνώστης αρραβωνιάστηκε τη Σουζάννα του παπά. Όλοι το βρήκαν «φυσικότατο». Εμείς όμως ξέρουμε τώρα, πως το φυσικότατο αυτό δεν θα γινότανε ποτέ, αν ο «στρατιώτης του Χριστού» δεν τύχαινε να γίνει για λίγο και «στρατιώτης του Βασιλιά». Δεν είναι παράξενα τα φυσικά της ζωής;
Αθήναι, 1913
Γρηγόριος Ξενόπουλος
«Ημερολόγιον Σκόκου»
Τόμος 29 (1914), σελίδες 223-233

6 Δεκεμβρίου 2008

Γιορτές με τον Παπαδιαμάντη


Παρόλο που ο μυστηριακός μηχανισμός του χρόνου λειτουργεί ακατάπαυστα σε πείσμα όλων μας των συναισθηματισμών, έρχεται το παρελθόν σε κάποιες στιγμές, ιδιαίτερα στις γιορτές, και μας αιφνιδιάζει με τη δύναμη της επικαιρότητάς του. Και έχει τη δύναμη, χωρίς ν’ αλλάζει εκείνο, να γοητεύει το νου και την ψυχή μας και να μας δίνει την ευκαιρία να ξαναντικρύσουμε τον κόσμο και να εκτιμήσουμε σωστά τις διαστάσεις του φυσικού και κοινωνικού περίγυρού μας. Και τότε ανακαλύπτουμε τον άσωτο εαυτό μας κι ανεβαίνουμε ψηλότερα.

Κι όταν μάλιστα την πρόσκληση την αναπάντεχη του παρελθόντος την υπογράφει η μαγευτική γραφίδα του «Αγίου των ελληνικών γραμμάτων», του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, τότε η ανάβασή μας παίρνει το χρώμα της γιορτής και τη χαρά του πανηγυριού. Γιατί στην τέχνη του κορυφαίου διηγηματογράφου, ακόμα και στην πιο μικρή της λεπτομέρεια, ο άνθρωπος αναγνωρίζει τον εαυτό του κι ανακαλύπτει ότι η μαγεία του συγγραφέα τον εκφράζει με πληρότητα. Κι ας έχει περάσει ένας αιώνας συναρπαστικός και πολυτάραχος μάλιστα.

Ο Αλεξ. Παπαδιαμάντης (1815-1911) έχοντας μεταφραστική εμπειρία, ως μόνιμος μεταφραστής χριστουγεννιάτικων διηγημάτων στις εφημερίδες, εγκαινίασε το εορταστικό διήγημα στην ελληνική πεζογραφία. Και το ’φερε στη μέγιστη ακμή του. Εορταστικά διηγήματα για τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά, τα Φώτα και το Πάσχα μεταγγίζουν στον αναγνώστη την πιο διεισδυτική θέρμη που αναδύεται μαζί με το φως της γιορτής. Η γιορτινή φεγγοβολή τους δεν είναι απλώς το απαύγασμα μιας ψυχής αλλά η προβολή ενός αθώου εσωτερικού κόσμου αμόλυντου από τις μικρότητες. Από τις σελίδες τους, την πηγαία αίσθηση της μουσικότητάς τους, τον εκφραστικό τους πλούτο, την εσωτερική τους αρμονία, τη γνήσια θρησκευτικότητα των απλοϊκών και ανυποψίαστων ηρώων της καθημερινότητας με τις ζωγραφισμένες ρεαλιστικά ψυχολογικές τους αναδιπλώσεις, αναδύεται το φως του Παπαδιαμάντη που δεν είναι άλλο από τη λάμψη της γιορτής. Το φως που σώζει την ανθρωπότητα από την καταδίκη της λάμψης, σαν εκείνα τα «σπάνια φωτεινά σημεία από τα οποία κρέμεται η κλωστή που μας κρατάει πάνω από την άβυσσο», όπως έγραψε ο Οδυσσέας Ελύτης. Κι αυτό το φως του Παπαδιαμάντη ήταν θησαυρισμένο από τους λειμώνες των παιδικών του χρόνων, γαληνεμένο στο υποσυνείδητό του, κατασταλαγμένο σαν παλιό καλό κρασί που πίνεται από τον αναγνώστη γουλιά-γουλιά στην απόλυτη ωριμότητά του.

Δίνει μάλιστα την εντύπωση ο Παπαδιαμάντης ότι παύει να είναι συγγραφέας που απευθύνεται σε αναγνώστη και γίνεται ο κυρ-Αλέξαντρος που συνομιλεί εμπιστευτικά με το φίλο του και αναζητάει μαζί του τη λύτρωση με εξομολογήσεις μύχιων ονείρων και διαθέσεων. Και προσφέρει το κρασί της γιορτής. Και σε καλεί στα ξωκλήσια της Σκιάθου, που τα λίγα τετραγωνικά της χιλιόμετρα γίνονται ήπειρος και κόσμος και σύμπαν, για να προσκυνήσεις την εικόνα της Γεννήσεως ή ν’ ανάψεις την Αναστάσιμη λαμπάδα μαζί με τους φτωχούς ψαράδες, τους ταπεινούς βοσκούς, τους ξωμάχους, τις μαυρομαντηλούσες και τις φτωχομάνες, τους ξενιτεμένους που νοστίζουν, τα έρμα ορφανά, όλους τους καταφρονεμένους. Και μέσα από τους τραγικούς αυτούς χαρακτήρες σε σπρώχνει ν’ ανακαλύψεις το μεγαλείο του Ανθρώπου και σου αποκαλύπτει το Φως της γιορτής. Η περιγραφική του ευφροσύνη μοιάζει με διάλογο που σε οδηγεί σε εσωτερική ανίχνευση.

Με το ζωντανό του ύφος, τη γόνιμη φαντασία του, την ποιητική του διάθεση και τη λυρική του έκσταση που με αξιοθαύμαστο τρόπο ξεπετάγεται μέσα από τη ρεαλιστική του ειλικρίνεια, βλέπει την επικαιρότητα της γιορτής, σαν ευκαιρία ή αφορμή για να εξιχνιάσει το ανέσπερο φως της και να λούσει μ’ αυτό τα άδυτα της ψυχής του με τα συνταρακτικά αποθέματα που κρύβονται πίσω από τις ρωγμές της παιδικής του μνήμης.

Ο Παπαδιαμάντης, με τα εορταστικά του διηγήματα σπάζει το φράγμα της τραγικής ατομικής του μοναξιάς και πανηγυρίζει ως το πλέον κοινωνικό πλάσμα. Κι αυτό είναι το «sinequa non» γνώρισμα του αληθινού καλλιτέχνη, να γίνεται κοινωνικός μεταλαμπαδεύοντας το εσωτερικό νόημα της τέχνης στη διψασμένη ψυχή του άλλου που βιώνει τον ασίγαστο έρωτά της ! ν’ αφήνει διάπλατα ανοιχτό το δρόμο για την πορεία του «Εγώ» προς το «Εσύ» και το αντίστροφο! να καταφέρνει να «εισδύη μία μόνη ακτίς ηλίου, άμα τη ανατολή διά του θαμβού φεγγίτου, εις τον πενιχρόν θάλαμον» της σύγχρονης ανθρώπινης ύπαρξης και όταν «συννεφούται ο ουρανός από τάς μαύρας κάπας των θυελλών, τας σωρευομένας επάνω του, φαεινός στύλος να προκύπτη εν μέσω του αχανούς κυκεώνος στροβίλου! ιδού η ακτίς θα διώξη το έρεβος…»

Αυτό είναι άλλωστε το νόημα της γιορτής κι αυτό το φως προσφέρει ο κυρ- Αλέξαντρος. Το φως που ο ίδιος βρίσκει στην πίστη και στη φύση- ο Οδ. Ελύτης γράφει ότι του το ’δωσε «ο μικρός εκείνος άγγελος που κατέβηκε από κάποιο σαρακοφαγωμένο τέμπλο για να φυσήξει πάνω στη δεξιά του»- το διαχέει απλόχερα στους καταφρονεμένους που πασχίζουν να γιορτάσουν, στους προληπτικούς, στη φτώχεια και στη μοναξιά, στη ίδια τη θρησκεία, στους έρωτες, στην κραιπάλη, σ’ ολόκληρη την κοινωνία και τη ζωή. Η ευλάβειά του γίνεται ρομαντισμός, η ευσέβειά του απληστία για να εισχωρεί στο εσώτατο δράμα των ταλαίπωρων ανθρώπινων πλασμάτων και να χαϊδέψει την τραγική τους οδύνη και την ουσία του σπαραγμού τους.

Στη γιορτή χορεύει και ψάλλει μαζί τους γεμάτος επιείκεια και κατανόηση για τις ανθρώπινες αδυναμίες. «Δεχόμενος όλας της αύρας τάς ριπάς και της θαλάσσης το θείον άρωμα» και βλέποντας «ανοικτά εις το πέλαγος…εν μελαγχολικόν φώς –κανδήλι, φανόν, λαμπάδα, η άστρον- να τρεμοφέγγει εκεί μακράν, εις το βάθος της μελανωμένης εικόνος… ως να έπλεε» μετατρέπει τη γιορτή σε ουράνιο θόλο και τον μύστη της σε «απαράμμιλον κήπον ον ο ήλιος καίει χωρίς να καταφλέγει». Αισθητοποιεί τις οπτασίες του για να τις αγγίξει και ο μύστης της τέχνης του. Εξομολογείται τους ονειρικούς συνειρμούς του για να διαπεράσει υποδόρια τον καθημερινό αθλητή της ζωής και να του μεταδώσει το ποιητικό του ρίγος και μια δροσιστική πνοή στην αέναη σύγκρουσή του με την αδυσώπητη μοίρα.

Μπροστά στις γιορταστικές σελίδες του Παπαδιαμάντη ξεχνάει κανείς ότι είναι αναγνώστης. Νοιώθει μπροστά σ’ έναν καθρέφτη με τη βοήθεια του οποίου, σύμφωνα με τον Pierre Marbille, «μπορεί ο άνθρωπος να ξεφύγει από τον όγκο τον συμπαγή όπου βρίσκεται κλεισμένος, ν’ αντιληφθεί το γεγονός της ύπαρξής του, ν’ αυτοανακαλυφθεί». Και θα αυτοανακαλυφθεί γιατί θ’ ανακαλύψει τα άγνωστα κοντινά του, τον άγνωστο διπλανό του, «το μορμυρισμόν του ύδατος του μικρού χειμάρρου, ρέοντος διά μέσου βράχων… εις το βάθος της κοιλάδος». Θ’ ανακαλύψει ότι «ο ουρανός ήτον ως παμμεγίστη άπειρος κανδήλα…» ή ότι «έξω υπό το φέγγος της σελήνης, δεξιόθεν του ναΐσκου, έβρεμε γενναίον πυρ» ή ότι «περί το λυκαυγές… ο ουρανός πορφυρίζων εκεί προς ανατολάς έσμιγε με την θάλασσαν κυανήν απλουμένην κάτω, η δε σελήνη ωχρίασε και τα ολίγα άστρα έσβηναν τρέμοντα… και η Ηώς ανέτειλε με όλην την πορφυράν αίγλην, καλλωπίζουσα την μυστηριώδη της νυκτός περιβολήν». Ο καθρέφτης Παπαδιαμάντης είναι ο καθρέφτης της γαλήνιας επιφάνειας των νερών ! οι εικόνες που αντικατοπτρίζει είναι προέκταση των φωτεινών ακτίνων κι αντανακλάσεις των πιο μύχιων πόθων μας που διέπονται από την ανθρώπινη αναγκαιότητα κι αντιμάχονται η φυσική αναγκαιότητα με τους αδήριτους νόμους της. Κι αυτό γιατί η γιορτή το επιτρέπει. Το μυστήριο, απαύγασμα του καθαρού ψυχικού κόσμου, χωρίς να διαταράσσει την καθημερινότητα των υλικών πραγμάτων γίνεται αλφάβητο για τους αναλφάβητους της ανθρωπιάς και της αγιοσύνης.

Παντού το φως. Το φως της γιορτής. Στο ναό του Θεού και στο ναό της ψυχής: «Έλαμψε ο ναός όλος και ήστραψεν εις τον θόλον ο Παντοκράτωρ… και ηκτινοβόλησε το επίχρυσον και λεπτουργημένον με μύριας γλυφάς τέμπλον, με τας περικαλλείς εικόνας του, με την μεγάλην εικόνα της Γεννήσεως…». Παντού το φως. Το φως της γιορτής και της αγιότητας. Το φως της αθωότητας και η λάμψη του εξαγνισμού από τα φευγαλέα απεικάσματα της ανθρώπινης υπεραγίας: « Η χιών είχε στρωθεί…Άσπρο σινδόνι…να μας ασπρίση όλους το μάτι του Θεού…να μας ασπρίση τα σωθικά μας…να μην έχουμε κακή καρδιά μέσα μας…ωσάν η χιών να ισοπεδώσει και ν’ ασπρίσει… όλας τας αμαρτίας, όλα τα περασμένα: το καράβι, την θάλασσαν, τα ψηλά καπέλλα, τας αλύσεις τας χρυσάς και τας αλύσεις τας σιδηράς…τα ναυάγια, να τα εξαγνίσει, να τα σαβανώσει δια να μη παρασταθούν όλα γυμνά εις το όμμα του Κριτού…Να συσπάση και την γειτόνισσαν την Πολυλογού και ψεύτραν… και την πολυπραγμοσύνην της, την ψευτοπολιτικήν της και το γυάλισμά της, και το κοκκινάδι της… Όλα, όλα να τα καλύψη, να τα’ ασπρίση, να τα αγνίση!» Όλα, όλα το φώς της γιορτής το φώς του Παπαδιαμάντη! 
 
Φώτης Δημητρόπουλος,Φιλόλογος Δ/ντής Πειρ/κού Γυμνασίου Παν/μίου Πατρών
 
(Αναδημοσίευση από τη "Διαχρονική Παιδεία", τριμ. εφημ. του Εκπ. Ομίλου Ακρίδα)