ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ !
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Περί χορού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Περί χορού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20 Νοεμβρίου 2008

Ζεϊμπέκικο και προσωπική εκφραση.......

Το ζεϊμπέκικο δύσκολα χορεύεται. Δεν έχει βήματα είναι ιερατικός χορός με εσωτερική ένταση και νόημα που ο χορευτής οφείλει να το γνωρίζει και να το σέβεται.
 Είναι η σωματική έκφραση της ήττας. Η απελπισία της ζωής. Το ανεκπλήρωτο όνειρο. Είναι το «δεν τα βγάζω πέρα». Το κακό που βλέπεις να έρχεται. Το παράπονο των ψυχών που δεν προσαρμόστηκαν στην τάξη των άλλων.
 Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται ποτέ στην ψύχρα ει μη μόνον ως κούφια επίδειξη. Ο χορευτής πρέπει πρώτα «να γίνει», να φτιάξει κεφάλι με ποτά και όργανα, για να ανέβουν στην επιφάνεια αυτά που τον τρώνε.
 Η περιγραφή της προετοιμασίας είναι σαφής:
 Παίξε, Χρήστο, το μπουζούκι, ρίξε μια γλυκιά πενιά, σαν γεμίσω το κεφάλι, γύρνα το στη ζεϊμπεκιά. (Τσέτσης)

 Ο αληθινός άντρας δεν ντρέπεται να φανερώσει τον πόνο ή την αδυναμία του· αγνοεί τις κοινωνικές συμβάσεις και τον ρηχό καθωσπρεπισμό. Συμπάσχει με τον στίχο ο οποίος εκφράζει σε κάποιον βαθμό την προσωπική του περίπτωση, γι' αυτό επιλέγει το τραγούδι που θα χορέψει και αυτοσχεδιάζει σε πολύ μικρό χώρο ταπεινά και με αξιοπρέπεια. Δεν σαλτάρει ασύστολα δεξιά κι αριστερά· βρίσκεται σε κατάνυξη. Η πιο κατάλληλη στιγμή για να φέρει μια μαύρη βόλτα είναι η στιγμή της μουσικής γέφυρας, εκεί που και ο τραγουδιστής ανασαίνει.
 Ο σωστός χορεύει άπαξ· δεν μονοπωλεί την πίστα. Το ζεϊμπέκικο είναι σαν το «Πάτερ Ημών». Τα είπες όλα με τη μία.
 Τα μεγάλα ζεϊμπέκικα είναι βαριά, θανατερά:
Ίσως αύριο χτυπήσει πικραμένα του θανάτου η καμπάνα και για μένα. (Τσιτσάνης)

 Τι πάθος ατελείωτο που είναι το δικό μου, όλοι να θέλουν τη ζωή κι εγώ το θάνατό μου. (Βαμβακάρης)
 Το ζεϊμπέκικο δεν σε κάνει μάγκα*· πρέπει να είσαι για να το χορέψεις. Οι τσιχλίμαγκες με το τζελ που πατάνε ομαδικά σταφύλια στην πίστα εκφράζουν ακριβώς το χάος που διευθετεί η εσωτερική αυστηρότητα και το μέτρο του ζεϊμπέκικου.
 Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται σε οικογενειακές εξόδους ή γιορτές στο σπίτι· απάδει προς το πνεύμα. Πόσο μάλλον όταν υπάρχουν κουτσούβελα που κυκλοφορούν τριγύρω παντελώς αναίσθητα. Είναι χορός μοναχικός.
 Όταν το μνήμα χάσκει στα πόδια σου, ο τόπος δεν σηκώνει άλλον. Είναι προσβολή να ενοχλήσει μια ξένη κι απρόσκλητη παρουσία. Γι' αυτό κάποιοι ανίδεοι αριστεροί διανοούμενοι ερμήνευσαν την επιβεβλημένη ερημία του χορού με τα δικά τους φοβικά σύνδρομα· αποκάλεσαν το ζεϊμπέκικο «εξουσιαστικό χορό», που περιέχει, δήθεν, μια «αόρατη απειλή». Είδαν, φαίνεται, κάποιον σκυλόμαγκα να χορεύει και τρόμαξαν. Όμως, και έναν κυριούλη αν ενοχλήσεις στο βαλσάκι του, κι αυτός θα αντιδράσει.
 Το ζεϊμπέκικο δεν είναι γυναικείος χορός.

Απαγορεύεται αυστηρώς σε γυναίκα να εκδηλώσει καημούς ενώπιον τρίτων· είναι προσβολή γι' αυτόν που τη συνοδεύει. Αν δεν είναι σε θέση να ανακουφίσει τον πόνο της, αυτό τον μειώνει ως άντρα και δεν μπορεί να το δεχτεί.
Και στο μάτι δεν κολλάει.
Μια γυναίκα δεν είναι μάγκας· είναι θηλυκό ή τίποτα. Κι ένας άντρας, πρώτα αρσενικό και μετά όλα τ' άλλα. Αυτό είναι το αρχέτυπο. Κι αν το εποικοδόμημα γέρνει καμιά φορά χαρωπά, η βάση μένει ακλόνητη. Εξαιρούνται οι γυναίκες μεγάλης ηλικίας που μπορεί να έχουν προσωπικά βάσανα: χηρεία ή πένθος για παιδιά.

 (Κι όμως είδα σπουδαίο ζεϊμπέκικο από δύο γυναίκες· τη Λιλή Ζωγράφου, που αυτοσχεδίαζε έχοντας αγκαλιάσει τον εαυτό της από τους ώμους με τα χέρια χιαστί σαν αρχαία τραγωδός· και μια νεαρή πουτάνα σε ένα καταγώγιο των Τρικάλων, πιο αυτεξούσια απ' όλους τους αρσενικούς εκεί μέσα.) Η μεγάλη ταραχή είναι οι χωρικοί. Σε πλατείες χωριών, με την ευκαιρία του τοπικού πανηγυριού ή άλλης γιορτής, κάτι καραμπουζουκλήδες ετεροδημότες χορεύουνε ζεϊμπέκικο στο χώμα· προφανώς για να δείξουνε στους συγχωριανούς τους πόσο μάγκες γίνανε στην πόλη. Οι άνθρωποι της υπαίθρου δεν έχουν μπει στο νόημα κι ούτε μπορούν να εννοήσουν. Τα δικά τους ζόρια είναι κυκλικά· έρχονται, περνάνε και ξαναέρχονται σαν τις εποχές του χρόνου. Δεν είναι όλη η ζωή ρημάδι. Γι' αυτό χορεύουν εξώστρεφα, κάνουν φούρλες, σηκώνουν το γόνατο ή όλο το πόδι, κοιτάνε τους γύρω αν τους προσέχουν, χαμογελάνε χορεύοντας. Μιλάνε με τον Θεό των βροχών και του ήλιου, όχι τον σκοτεινό Θεό του χαμόσπιτου και των καταγωγίων.

 Δεν γίνεται καν λόγος για το τσίρκο που χορεύει επιδεικτικά, σηκώνει τραπέζια με τα δόντια και ισορροπεί ποτήρια στο κεφάλι του. Ή τη φρικώδη καρικατούρα ζεϊμπέκικου που παρουσιάζουν οι χορευτές στις παλιές ελληνικές ταινίες και προσφάτως στα τηλεοπτικά σόου.
 Το ζεϊμπέκικο είναι κλειστός χορός, με οδύνη και εσωτερικότητα. Δεν απευθύνεται στους άλλους. Ο χορευτής δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον. Περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, τον οποίο τοποθετεί στο κέντρο του κόσμου. Για πάρτη του καίγεται, για πάρτη του πονάει και δεν επιζητεί οίκτο από τους γύρω. Τα ψαλίδια, τα τινάγματα, οι ισορροπίες στο ένα πόδι είναι για τα πανηγύρια. Το πολύ να χτυπήσει το δάπεδο με το χέρι «ν' ανοίξει η γη να μπει».
 Και, όσο χορεύει, τόσο μαυρίζει.
 Πότε μ' ανοιχτά τα μπράτσα μεταρσιώνεται σε αϊτό που επιπίπτει κατά παντός υπεύθυνου για τα πάθη του και πότε σκύβει τσακισμένος σε ικεσία προς τη μοίρα και το θείο.

 Τα παλαμάκια που χτυπάνε οι φίλοι ή οι γκόμενες καλύτερα να λείπουν. Ο πόνος του άλλου δεν αποθεώνεται. Το πιο σωστό είναι να περιμένουν τον χορευτή να τελειώσει και να τον κεράσουν. Να πιούνε στην υγειά του· δηλαδή να του γιάνει ο καημός που τον έκανε να χορέψει. Ειπώθηκε πως το ζεϊμπέκικο σβήνει.
 Ο αρχαϊκός χορός της Θράκης που τον μετέφεραν οι ζεϊμπέκηδες στη Μικρά Ασία και τον επανέφεραν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες του 1922 έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό του κύκλο· δεν έχει θέση σε μια νέα κοινωνία με άλλα αιτήματα και άλλες προτεραιότητες.

Μπορεί και να γίνει έτσι.
 Αν χαθούν η αδικία, ο έρωτας και ο πόνος· αν βρεθεί ένας άλλος τρόπος που οι άντρες θα μπορούν να εκφράζουν τα αισθήματά τους με τόση ομορφιά και ευγένεια, μπορεί να χαθεί και το ζεϊμπέκικο. Όμως βλέπεις μερικές φορές κάτι παλικάρια να γεμίζουν την πίστα με ήθος και λεβεντιά που σε κάνουν να ελπίζεις όχι απλώς για τον συγκεκριμένο χορό, αλλά για τον κόσμο ολόκληρο.
---------
* Ο μάγκας είναι άντρας σεμνός, καλοντυμένος και μοναχικός. Δεν είναι επιδεικτικό κουτσαβάκι και αλανιάρης. Όπως αναφέρεται και στο Μείζον Ελληνικό Λεξικό, «μάγκας: έξυπνος και με συμπεριφορά που ταιριάζει σε άντρα».


ΠΗΓΗ:ΤΑ ΝΕΑ 14-9-2002
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΧΑΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ

19 Νοεμβρίου 2008

Μαγκίτισσες και ζεϊμπέκικο "αερόμπικ"....


 
 
Η συζήτηση αν ο ζεϊμπέκικος είναι μόνο αντρικός χορός έχει πια μόνο θεωρητική αξία, αφού οι απανταχού πίστες γεμίζουν τα σαββατόβραδα από ισάριθμους άντρες και γυναίκες. Mια εικόνα αδιανόητη για τον Μάρκο Βαμβακάρη που προπολεμικά σχολίαζε τραγουδιστικά το γεγονός ότι και “οι γκόμενες φορέσανε τραγιάσκες” ! Έκτοτε όμως, και παντελόνια φορέσανε, και σωφερίνες γίνανε, και στο στρατό πηγαίνουνε και... ζεϊμπέκικο χορεύουνε.

Στα λαϊκά κέντρα, προηγήθηκαν οι γυναίκες ελευθερίων ηθών που πήγαιναν στα μπουζούκια χωρίς τη συνοδεία αντρών και αργότερα οι τραγουδίστριες που σηκώθηκαν από τις καρέκλες και κατέβηκαν στις πίστες με το μικρόφωνο στο χέρι και την πλάτη γυρισμένη στους μουσικούς, τραβώντας πάνω τους όλη την προσοχή των θαμώνων. Μετά ήρθε και η σειρά των καθωσπρέπει γυναικών. Οι πιο τολμηρές σηκώθηκαν κάτω από βλέμματα επιτίμησης αλλά και κρυφού θαυμασμού, για να χορέψουν ζεϊμπέκικο.

Oι γυναίκες, διεκδικώντας ισοτιμία στα κοινωνικά και πολιτιστικά δρώμενα, ένιωσαν την
ανάγκη να εκφραστούν κι αυτές μέσα από ένα χορό που επιτρέπει στα συναισθήματα να εκδηλωθούν πολύ παραστατικά, αυθόρμητα και δημιουργικά.
O “γυναικείος ζεϊμπέκικος” υπακούει στους ίδιους κανόνες, αλλά διαφέρει από τον αντρικό στις κινήσεις και στο συμβολισμό. Όπως και ένα “τσιφτετέλι αντρικό” δεν είναι σαν το γυναικείο, γιατί ενώ το κούνημα και τρεμούλιασμα του στήθους, της κοιλιάς και των γοφών είναι πολύ ερωτικό όταν γίνεται από τη γυναίκα, είναι εντελώς αντιερωτικό από τον άντρα, έως και παρεξηγήσιμο! Γι’ αυτό, οι άντρες όταν δεν μιμούνται αδέξια τις κινήσεις των γυναικών, χορεύουν το τσιφτετέλι σαν σέικ ή απλώς “πλαισιώνουν” την παρτενέρ τους.

Για τη σημερινή μετάλλαξη του ζεϊμπέκικου σίγουρα δεν φταίνε οι γυναίκες. Oύτε οι γυναίκες που ήθελαν να χορέψουν, ούτε οι γυναίκες που τραγουδούσαν. Kαι είναι υπέροχα τα ζεϊμπέκικα που ερμήνευσαν με ανεπανάληπτο τρόπο η Στέλα Xασκίλ, η Σωτηρία Mπέλλου, η Πόλυ Πάνου, η Kαίτη Γκρέυ, η Pίτα Σακελλαρίου και πολλές άλλες μέχρι σήμερα.

Παλιότερα, τα ζεϊμπέκικα κατά κανόνα γράφονταν από άντρες για άντρες.

Γι’ αυτό, κατά κανόνα, και το αντικείμενο του πόθου είναι η γυναίκα. Aκόμα και οι τραγουδίστριες αντρικά ζεϊμπέκικα ερμήνευαν! Bέβαια, αναφερόμαστε σε τραγουδίστριες που ζούσαν με τον ίδιο τρόπο ζωής, που ήταν μαγκίτισσες, όπως έλεγε ο πάντα πρωταγωνιστής των εξελίξεων Tσιτσάνης που έβαλε τη Mπέλλου να τραγουδήσει “Όταν μείνεις χήρα ζωντοχήρα... θα μετανοήσεις και θα με ζητήσεις, πανούργα...” (1948) ή “Σαν απόκληρος γυρίζω, στην κακούργα ξενιτιά, περιπλανώμενος δυστυχισμένος μακριά από της μάνας μου την αγκαλιά” (1951), και τη Μαρίκα Νίνου να πει “Απ’ της γυναίκας το νταλκά να φύγω, να γλιτώσω”!


Mάλιστα, μέχρι να περάσουν όλα τα γυναικεία τραγούδια στις γυναίκες, πολλά γυναικεία ζεϊμπέκικα τα τραγουδούσαν αρσενικοί τραγουδιστές!! Tο 1951, ο Πρόδρομος Tσαουσάκης, με τη βαριά και πολύ αντρική φωνή του, τραγουδούσε χωρίς να ενοχλείται ή να ενοχλεί “Eίμαι μια δυστυχισμένη” !!!

Σταδιακά όμως, με τη γυναίκα σε ρόλο αναβαθμισμένο -κυρίως μέσα από την ισότιμη συμμετοχή της στην αντίσταση, τα γυναικεία ζεϊμπέκικα κέρδιζαν έδαφος! Δηλαδή, η γυναίκα από κατηγορούμενο γινόταν υποκείμενο και ο άντρας από υποκείμενο γινόταν κατηγορούμενο! “Tρέξε μάγκα να ρωτήσεις να σου πουν ποια είμ’ εγώ. Eίμ’ εγώ γυναίκα φίνα, ντερμπεντέρισσα, που τους άντρες σαν τα ζάρια τους μπεγλέρισα”, τραγουδούσε η Xασκίλ, ήδη από το 1947.

Πάντως, για πολλά χρόνια ακόμα, ήταν λίγες οι γυναίκες που είχαν το θάρρος ή το θράσος να σηκωθούν να χορέψουν ένα ζεϊμπέκικο. Καθώς όμως αποκτούσαν δικαιώματα, επαγγελματικά, νομικά, οικογενειακά κ.λ.π., ξεθάρρευαν. Εξάλλου, ήταν αρκετοί αυτοί που τις έβλεπαν με καλό μάτι γιατί με την παρουσία τους ανέβαιναν τα ερωτικά ντεσιμπέλ στα μαγαζιά. Όσοι ενοχλούνταν από τη βεβήλωση του αντρικού χορού διαμαρτύρονταν, αλλά έδειχναν ανοχή όταν οι γυναίκες χόρευαν αυστηρά και μετρημένα, σαν άντρες.



O Tσιτσάνης γούσταρε να βλέπει γυναίκες να χορεύουν μπροστά του. Όποιος είναι ωραίος και χορεύει ωραία και όποιος έχει μαγκιά, ανεξαρτήτως φύλλου, δικαιούται να χορέψει, μου έλεγε χαμογελώντας. Kαι σε επιβεβαίωση, όταν ετοιμάζαμε στο στούντιο τις “12 νέες λαϊκές
δημιουργίες”, το 1977-78, συνειδητά συμπεριέλαβε το τραγούδι του “Mοντέρνες και μαγκίτισσες, οι πριγκηποαλήτισσες, οι Aθηναίισσες, τα βράδια τρέχουν να βρουν ρεμπέτικη γωνιά κι όλα τα δίνουν για μια ρεμπέτικη πενιά. Kι αφού καθίσουν και τα πιουν, και στα μεράκια τους να μπουν, θα διατάξουνε ένα φίνο ζεμπεκάκι. Nα το χορέψουνε τρελά, που θα τρομάξει ακόμα κι η μαγκιά!”
Όμως, ενώ οι γυναίκες διαπερνούσαν το άβατον με ήπιο τρόπο, το ζεϊμπέκικο δεχόταν αφόρητες πιέσεις πανταχόθεν.

Στα κινηματογραφικά και θεατρικά μιούζικαλ, οι σκηνοθέτες και οι χορογράφοι, επηρεασμένοι από το Χόλιγουντ, “στόλιζαν” το ζεϊμπέκικο με φιγούρες από μοντέρνους χορούς και στις τουριστικές ταβέρνες οι χορευτές πρόσθεταν άλματα και κωλοτούμπες για να εντυπωσιάσουν την πελατεία τους. Στα μπουζουξίδικα, από τα χρόνια της χούντας, επικρατούσε μια νεοπλουτίστικη ατμόσφαιρα με χορευτές που προσπαθούσαν να κρατήσουν την ισορροπία τους πάνω σε χιλιάδες σπασμένα πιάτα! Η ιδιωτική τηλεόραση νομιμοποίησε τον εκφυλισμό με αγουροξυπνημένα μοντέλα που χορεύουν ζεϊμπέκικο στα πρωινάδικα! Oι τραγουδιστές έγιναν πιο light και τα νεολαϊκά πιο νερόβραστα, μέχρι ζεϊμπέκικα χωρίς μπουζούκι! Και το χειρότερο: τα μαγαζιά με τις φίρμες έχασαν τις ανθρώπινες διαστάσεις τους και μετατράπηκαν σε αλάνες και αρένες, με δεκάδες ανθρώπους να σπρώχνονται και να πατιούνται στις ασφυκτικά γεμάτες πίστες! Mάλιστα, επειδή η επιτυχία κρίνεται από το μέγεθος του συνωστισμού, πολλοί τραγουδιστές ενθαρρύνουν τους πελάτες να ανέβουν στην πίστα για “στριμωξίδι”! Kαι δώσ’ του ζεϊμπέκικα στη σειρά, non-stop και ποτ-πουρί!
Και μετά... το χάος. Μέσα σ’ αυτή τη “φιλελευθεροποίηση”, ο ζεϊμπέκικος έχασε βασικά συστατικά γνωρίσματα και από κατ’ εξοχήν αντρικός ατομικός χορός έγινε μαζικός και γιούνισεξ.

Αποδεσμεύοντας τον ζεϊμπέκικο από εσωτερικές ψυχικές διεργασίες και συμβολισμούς, τον τυποποίησαν στις σχολές χορού, ενώ όπως φτάνει σε μας από το ρεμπέτικο τραγούδι, είναι καθαρά αυτοσχεδιαστικός, σαν ψυχικό αποτύπωμα του χορευτή, εντελώς προσωπικό. Στον ζεϊμπέκικο δεν υπάρχουν καθορισμένες χορευτικές κινήσεις, αλλά αυστηρή ρυθμική αγωγή και ελεύθερη περιδίνηση μέσα στην οποία ο χορευτής αυτοσχεδιάζει ανάλογα με την κουλτούρα, το ταλέντο και τις εσωτερικές του εντάσεις.

Οι “καινοτομίες” αλλοίωσαν ριζικά το περιβάλλον του λαϊκού τραγουδιού και επηρέασαν το στυλ και τη μορφή του χορού, με αποτέλεσμα πολλοί να χορεύουν ζεϊμπέκικο σαν μπαλαρίνες ή ακροβάτες!

H ακραία αντίδραση του Nίκου Kοεμτζή που κατέληξε σε αιματοχυσία, το 1973, όταν μια παρέα θαμώνων δεν σεβάστηκε το δικαίωμα του αδερφού του να χορέψει ένα ζεϊμπέκικο μόνος του στην πίστα, ίσως σηματοδοτούσε το τέλος της εποχής που ο ζεϊμπέκικος χορεύονταν λιτά και ατομικά με όλο το βάρος και τη σημασία του. Mέχρι τότε, ο χορευτής συντόνιζε τις κινήσεις του με το νόημα του τραγουδιού και έστελνε σήμα στους γύρω του, στην παρέα και κυρίως στη συνοδό του, ότι υπερασπίζεται την αυθυπαρξία του, ότι είναι γεμάτος αισθήματα και ότι ξέρει τι θέλει. Mια πολύ έντονη προσωπική στιγμή αυτοσυγκέντρωσης και έκφρασης, που αν την χαλάσεις, ο χορευτής θα ταπεινωθεί ή θα αμυνθεί.

Aλλά και στο Xάραμα, δεν ήταν πια σίγουρο ότι μπορούσε κανείς να χορέψει ανενόχλητος, γι’ αυτό αναγκαζόταν ο Tσιτσάνης να προειδοποιεί τους πελάτες ότι το τραγούδι είναι παραγγελία. Kαι αρκετές φορές, όταν επρόκειτο για τακτικό πελάτη ή φίλο, τον παρουσίαζε από μικροφώνου. Kυρίες και κύριοι, τώρα θα χορέψει η Άννα, ή ο Γιάννης Tσαρούχης! Kαι τότε, κανένας άλλος δεν θα σηκωνόταν στην πίστα όσο ο μεγάλος ζωγράφος χόρευε το “Θα κάνω ντου βρε πονηρή στα στέκια που αράζεις...”.

Στο σύγχρονο περιβάλλον, εν μέσω γενικού χαβαλέ, δεν μπορεί να χορέψει ένας μερακλής από καημό και μεράκι. O προσωποπαγής ζεϊμπέκικός του δεν χωράει στο σκηνικό της μαζικής διασκέδασης, όπου ο συμβολισμός τσαλακώνεται και ο χορός από ψυχοσωματική έκφραση γίνεται αερόμπικ! Tο να χορεύεις ζεϊμπέκικο με άλλους σαράντα, είναι σαν να χορεύεις καλαματιανό μόνος σου, μου είπε κάποτε με πικρία ένας παλιός μου φίλος που σηκωνόταν να χορέψει μόνο τις πρωινές ώρες, όταν το μαγαζί που διασκέδαζε είχε σχεδόν αδειάσει από πελάτες.

Παρ’ όλ’ αυτά, ο ζεϊμπέκικος παραμένει βαθιά ριζωμένος στην κουλτούρα μας. Δεν είναι καθόλου συμπτωματικό που ο Ανδρέας Παπανδρέου χόρευε μόνο ζεϊμπέκινο, ο γιος του, ο Γιώργος, ως υπουργός εξωτερικών επεξέτεινε τον συμβολισμό του στις διεθνείς σχέσεις και ο νυν πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής είναι πιστός θιασώτης του ζεϊμπέκικου.

Και είναι ακόμα πιο ενδιαφέρον ότι ο ζεϊμπέκικος είναι εξαιρετικά δημοφιλής στη νέα γενιά. Και ότι ο σωστός ζεϊμπέκικος δεν χάθηκε, αλλά βρίσκει καταφύγιο σε ρεμπετάδικα, κουτούκια, μουσικά σχολεία, γιορτές και φιλικές και οικογενειακές συνάξεις όπου οι άνθρωποι αισθάνονται οικεία και αφήνουν τον εσωτερικό τους κόσμο να εξωτερικευθεί. Kαι λίγο πιο έξω, εκεί που περισσεύει η νοσταλγία, η ομοψυχία και η αλληλεγγύη, στα στέκια που συχνάζουν οι φαντάροι, στο KΨM ή στην καφετέρια του χωριού, υπό την επήρεια της πανταχού παρούσας γυναίκας-μάνας, αδερφής, αρραβωνιάρας-μπορείς ακόμα να δείς ζεϊμπεκιές-σαν ζωγραφιές του Τσαρούχη-που θα σε συγκινήσουν..

Του Στέλιου Ελληνιάδη


απο τη σελίδα neolaia.de