ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ !
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γλωσσολογικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γλωσσολογικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27 Νοεμβρίου 2025

Οι αρνησίγλωσσοι..

 Οι αρνησίγλωσσοι...

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 Γράφει ο Νίκος Γιαννιός
Αρνησίγλωσσος είναι αυτός που αρνείται να χρησιμοποιεί την γλώσσα της φυλής του και αρνησιγλωσσία όπως εύγλωττα η λέξη δηλώνει, είναι η άρνηση της χρήσης της ίδιας γλώσσας.
Πρόκειται για δυο καινούργιες λέξεις, για νεολογισμούς, αφού δεν απατώνται πουθενά στην μέχρι σήμερα Ελληνική γραμματεία. Αυτό συμβαίνει γιατί ποτέ μέχρι σήμερα στο παρελθόν οι Έλληνες, στην μακραίωνη ιστορία τους, ακόμη και κάτω από καθεστώς δουλείας δεν έπαψαν να χρησιμοποιούν την γλώσσα τους, και να την διαπλάθουν σύμφωνα με τις πολιτισμικές ανάγκες κάθε εποχής.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των Ταραντίνων νομισματοποιών που στα τέλη του 5ου πχ. αιώνα, έκοψαν νομίσματα σε παραγγελία των Λατίνων, με αναγραφές στα Ελληνικά και όταν αυτοί διαμαρτυρήθηκαν, απάντησαν «Εμείς γράφουμε μόνο στην γλώσσα μας». 
 
Το φαινόμενο είναι σημερινό και επίκαιρο. Το 2003 η Ελληνίδα Επίτροπος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πρότεινε την καθιέρωση της Αγγλικής ως δεύτερης επίσημης γλώσσας του Κράτους. Σήμερα η ίδια κυρία είναι Υπουργός παιδείας στην χώρα μας. Ανατριχιάζω ελαφρώς. 
 
Αυτή η γλώσσα η Ελληνική, το μεγαλύτερο επίτευγμα του πολιτισμού μας, δομείται και διαπλάθεται επί χιλιάδες χρόνια. Από τους απλούς και μονοσύλλαβους φθόγγους, που άρθρωσε ο αρχάνθρωπος σε απομίμηση των ήχων της φύσης και των φαινομένων που παρατηρούσε γύρω του, φθάσαμε στην αποθέωση της γλωσσικής τελειότητας του Ομήρου και των τραγικών της κλασσικής εποχής. Αυτά τουλάχιστον μας διδάσκει ο Πλάτωνας στο Κρατύλο και ο Τσατσόμοιρος στην ιστορία γενέσεως της Ελληνικής γλώσσας.
Μια γλώσσα μεστή, περιεκτική και εκφραστική που ώθησε τον πολιτισμό και την διανόηση και επέτρεψε στους ανθρώπους να μεγαλουργήσουν και να εξελιχθούν. Μια γλώσσα που επέζησε των κατακτητών και εξελίχθηκε στο σημερινό απλό και εύχρηστο ιδίωμα της δημοτικής.
Βέβαια εξαιρέσεις υπάρχουν πολλές, ειδικά εκεί που τα έντονα πελασγικά γλωσσικά υποστρώματα και η έλλειψη πολιτιστικών διεργασιών, εμπόδισαν μια γλωσσική εξέλιξή ανάλογη με αυτή που πραγματοποιήθηκε διαχρονικά στον κυρίως Ελλαδικό χώρο.
Στην δυτική λεκάνη της μεσογείου περιπλανήθηκε αναποτελεσματικά η Αιολική μας διάλεκτος και έδωσε ιδιώματα που χάθηκαν αλλά και την Λατινική και τις λοιπές λατινογενείς διαλέκτους. Στον Ευρωπαϊκό βορρά η πελασγική γέννησε τα Γερμανικά ιδιώματα των ομάδων Γκορ και Ρουνίκ, τα ιδιώματα της Βαλτικής, της Σλαβικής, κλπ. Στην ανατολή δεκάδες ιδιώματα γεννήθηκαν και έσβησαν και άλλα ομιλούνται μέχρι σήμερα από την επιμιξία των αρχαϊκών πελασγικών ιδιωμάτων με τα Αιολοδωρικά κυρίως αλλά και την ιωνική. Από την Εβραϊκή, την Αραμαϊκή την Αραβική και την Περσική, ως τα ιδιώματα των Καλάς του Αφγανιστάν και εκείνα των Βραχμάνων της Ινδίας, των Αϊνού της Ιαπωνίας και των Αραουκανών της Χιλής.
Την αρνησιγλωσσία δεν την φοβάμαι. Δεν πιστεύω ότι θα κατορθώσουν να την επιβάλλουν στον λαό μας, οι πολέμιοι της Ευρωπαϊκής ανεξιγλωσσίας (νεολογισμός). Την γλωσσιπενία (νεολογισμός) όμως, την φτώχια της γλώσσας, την αδυναμία της να παράγει νέες λέξεις που να εξυπηρετούν τον σύγχρονο άνθρωπο και τις πολιτιστικές ανάγκες του, την φοβάμαι. 
Με ενοχλεί ο βαρβαρισμός. Αυτή η μόδα των ανοήτων να χρησιμοποιούν επιδεικτικά τα αγγλοσαξονικά αιολογενή αντιδάνεια, συνήθεια που συνεχώς κερδίζει έδαφος και σπρώχνει τη γλώσσα μας πίσω χιλιάδες χρόνια. Club αντί κλουβί, Sex αντί (γενετήσια) έξη, Penalty αντί ποινή Super αντί υπέρ και χιλιάδες άλλα που χρησιμοποιούνται δυστυχώς καθημερινά.
Κάποιοι αντιστέκονται αποτελεσματικά. Επέβαλαν την λέξη «οικολογία», την λέξη «χορηγός» αντί του sponsor που κι αυτή είναι Ελληνική και σημαίνει σπένδων, την λέξη «τηλεομοιότυπος» ή «ΤΟΤ» αντί του αρκτικόλεξου fax, που ελάχιστοι γνωρίζουν τι σημαίνει, κλπ.
Η δύναμη της γλώσσας μας αποδεικνύεται και από τους νεολογισμούς του παρόντος πονήματος.
Αν επιτρέψουμε τον βαρβαρισμό θα οδηγηθούμε στην γλωσσιπενία και αυτή με την σειρά της θα μας οδηγήσει αναπόφευκτα στην αρνησιγλωσσία, αφού η γλώσσα μας θα χάσει την δύναμή της και δεν θα μπορεί πλέον να εκφράζει και να περιγράφει τις πολιτιστικές μας ανάγκες.
Μου έρχεται στον νου η ιστορία των Ποσειδωνίων του Τυρρηνικού πελάγους, που έχασαν την γλώσσα τους αλλά όχι και την ανάμνηση της Ελληνικής καταγωγής τους και οίκτιραν τον εαυτό τους για την απώλεια αυτή, στην ετήσια μεγάλη Ελληνική γιορτή της πόλης τους.
Στην εποχή της μεγάλης πολιτιστικής και ηθικής παρακμής που διανύουμε, ας προφυλάξουμε τουλάχιστον τη γλώσσα μας. 
Ας αντισταθούμε στον βαρβαρισμό.

 

24 Σεπτεμβρίου 2025

Όχι στην αλόγιστη υιοθέτηση αμετάφραστων ξενικών όρων

 Όχι στην αλόγιστη υιοθέτηση αμετάφραστων ξενικών όρων

Της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων-Αθήνα, 14 -12 -2020

Η Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων αισθάνεται την ανάγκη να επισημάνει ένα φαινόμενο το οποίο στις μέρες μας έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις, και σχετίζεται με την άκριτη υιοθέτηση αμετάφραστων ξενικών όρων σε ποικίλες εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής, με συνέπεια να νοθεύεται το γλωσσικό αίσθημα και βαθμιαία να μετατρέπεται η γλώσσα της καθημερινότητας σε ένα υβριδικό, αγγλοελληνικό ιδίωμα.

Βλέπουμε έτσι λέξεις που συνδέονται με το γλωσσικό αίσθημα πλατιών λαϊκών στρωμάτων, όπως π.χ. οι σχετιζόμενες με τον τομέα του αθλητισμού, να μετατρέπονται σε αγγλικές, όπως «Super League», αντί «Πρωτάθλημα Α΄ Εθνικής Κατηγορίας», Football League, αντί «Πρωτάθλημα Β΄ Εθνικής Κατηγορίας» κ.ο.κ. Το ίδιο συμβαίνει στον χώρο της πολιτικής, όπου τα «hot spots» τείνουν να αντικαταστήσουν τα «Κέντρα Φιλοξενίας», το «debate» την «τηλεμαχία», το «win win» το «αμοιβαίο όφελος» κ.λπ. Στον χώρο της οικονομίας, τα POS και τα Black Friday, τα take away, click away, e-shops, delivery κ.τ.τ. αποτελούν την κορυφή ενός ραγδαία διογκούμενου παγόβουνου.

Τέλος, στον χώρο της υγείας, που λόγω της πανδημίας κατέχει τα πρωτεία –πρόσκαιρα ας ελπίσουμε- στην καθημερινή ενημέρωση, τα lockdown και τα rapid tests υιοθετούνται άσκεφτα και επιπόλαια από τον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο, χωρίς να καταβάλλεται μια ελάχιστη έστω προσπάθεια για μεταγλώττιση των συγκεκριμένων όρων.

Επιτακτική, λοιπόν, θεωρούμε την ανάγκη για δημιουργία ενός επίσημου επιτελικού οργάνου, στελεχωμένου από πνευματικούς ανθρώπους που αποδεδειγμένα γνωρίζουν και μεριμνούν για τη γλωσσική και πολιτισμική μας παράδοση, οι οποίοι θα είναι σε θέση να δίνουν ανά πάσα στιγμή λύση στα προβλήματα που θέτει επί τάπητος η ανάγκη χρήσης νεολογισμών σε κάθε τομέα της καθημερινής δραστηριότητας. Οι ίδιοι άνθρωποι μπορούν να αναλάβουν και το έργο της σταδιακής αποκατάστασης των όρων που σήμερα έχουν αντικατασταθεί από ξενικούς.

Ας μη λησμονούμε πως σήμερα, με δεδομένη την παντοδυναμία των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, ειδικά των τηλεοπτικών, είναι δυνατόν ένας και μόνον άνθρωπος -αρκεί να κατέχει τη σχετική εξουσία- να καθορίσει την κοινή γλωσσική χρήση των πολλών. Για τον λόγο αυτό και, επομένως, για λόγους ουσιαστικής δημοκρατίας, επιβάλλεται να κατοχυρωθεί στο νέο σύνταγμα η προστασία της ελληνικής γλώσσας, με την ίδια στοργική μέριμνα η οποία προβλέπεται για την προστασία της χλωρίδας και της πανίδας του τόπου, ώστε να γίνει συνείδηση πως η ελληνική γλώσσα συνιστά πολύτιμο πνευματικό κεφάλαιο το οποίο αφορά στην πεμπτουσία της ιδιοσυστασίας μας και παράλληλα αποτελεί πολιτισμικό μέγεθος οικουμενικής εμβέλειας, λόγω του τεράστιου ιστορικού της βάθους και της αχανούς γραμματειακής της παράδοσης.

Η Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων καλεί τους συναδέλφους, τους πνευματικούς ανθρώπους της πατρίδας μας αλλά και όλους τους πολίτες της χώρας να υπερασπισθούμε την ελληνική γλώσσα, την ποιότητα, την καλαισθησία και το ιστορικό της βάθος, έχοντας πάντα κατά νου το σολωμικό αίτημα, τόσο επίκαιρο με τον επικείμενο εορτασμό της εθνικής επετείου: «Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;».

ΓΙΑ ΤΟ Δ.Σ. ΤΗΣ ΠΕΦ

Η Πρόεδρος
Τασούλα Καραγεωργίου, δ.φ.

Ο Γενικός Γραμματέας
Αντώνης Μαστραπάς, δ.φ.

19 Μαρτίου 2025

Αλαμπουρνέζικα, η γλώσσα των κουλτουριάρηδων

 Αλαμπουρνέζικα, η γλώσσα των κουλτουριάρηδων

Ένα εξαιρετικό κείμενο, με τη μοναδική γραφή του Ντίνου Χριστιανόπουλου.

Κουλτουριάρηδες είναι οι διανοούμενοι που δίνουν μεγαλύτερη σημασία στη γνώση και την πληροφόρηση και λιγότερη στο αίσθημα και το βίωμα. Ότι έμαθαν ή δεν έμαθαν έχει γι' αυτούς μεγαλύτερη αξία από τη σκέψη. Κουλτουριάρηδες βρίσκονται σ' όλες τις εποχές.
Στην αρχαία Ελλάδα τους κοροϊδεύει πολύ άσχημα ο Αριστοφάνης επειδή χρησιμοποιούσαν πάντα καινούριες και παράξενες λέξεις για να ξιπάσουν τον κόσμο. Και οι σοφιστές ήταν ένα είδος κουλτουριάρηδων της εποχής τους, γιατί έδωσαν πολλή σημασία στη γνώση και όχι στη σωστή κρίση.
Αλλά και παλαιότερα όταν λέγαμε «οι διανοούμενοι» ή «οι άνθρωποι των γραμμάτων» νιώθαμε κάτι σαν δυσφορία και ενόχληση, γιατί καταλαβαίναμε ότι αυτοί οι άνθρωποι είχαν ξεφύγει πολύ από τη ζωή εν ονόματι δήθεν της τέχνης. Αυτοί νομίζανε ότι, επειδή ήτανε άνθρωποι των γραμμάτων, έπρεπε να μιλούν με ειδικό λεξιλόγιο, να καταλαβαίνονται μεταξύ τους, κι ας μην τους καταλαβαίνουν οι άλλοι.
Σε τελική ανάλυση, οι κουλτουριάρηδες είναι ψευτομορφωμένοι. Μόνο ένας ψευτομορφωμένος μπορεί να χρησιμοποιεί λεξιλόγιο που ξιπάζει και ξαφνιάζει, ή να μεταχειρίζεται ωραίες λέξεις και φράσεις για να κάνει εντύπωση, ενώ καταβάθος δεν κατέχει τη γλώσσα και δεν την χρησιμοποιεί σωστά.
Αυτό που σήμερα αποκαλούμε γλώσσα των κουλτουριάρηδων, είναι ένα κουρκούτι από νεόκοπες λέξεις, από ξένες αμετάφραστες λέξεις και από λέξεις παρμένες από διάφορες επιστήμες, λ.χ.
«η μεταστοιχείωση της ντεμί νομενκλατούρας».
Μ' ένα τέτοιο κουρκούτι στο τέλος δε βγάζουν νόημα ούτε αυτοί, ούτε φυσικά κι εμείς. Ας πάρουμε για παράδειγμα τη λέξη
«δομή» που αναφέρεται στον χώρο, ενώ η λέξη «διαδικασία» αναφέρεται στον χρόνο.  
Τι θα λέγατε όμως αν ξαφνικά διαβάζατε «δομικές διαδικασίες» ή «διαδικαστικές δομές»;
Ρωτήθηκαν κάποιοι να τις εξηγήσουν, μα δεν μπόρεσε κανείς. Γιατί όπως καταλαβαίνετε, πρόκειται για μπαρούφες. Τι μπορεί λοιπόν να σημαίνουν οι δύο αυτές φράσεις, όταν στην καθεμία το επίθετο αναιρεί το ουσιαστικό; Αλλά τι θα λέγατε αν αυτή η φράση γινόταν ολόκληρη πρόταση;
Διαβάστε λοιπόν: «Όταν οι δομικές διαδικασίες λειτουργούν ανασταλτικά μέσα στον χώρο του μεταμοντέρνου…». Τι να πρωτοσχολιάσει κανείς σ' αυτή τη φράση; Πρώτα πρώτα πόσοι ξέρουν τον όρο «μεταμοντέρνο»; Κι έπειτα, τι ακριβώς συμβαίνει μέσα στον χώρο του «μεταμοντέρνου», εάν λειτουργήσουν ή δε λειτουργήσουν οι «δομικές διαδικασίες»;
Αυτά είναι ακατανόητα και γι' αυτόν που τα γράφει και γι' αυτόν που τα διαβάζει. Είναι αλαμπουρνέζικα. Και σκεφτείτε ότι σαν κι αυτή τη φράση υπάρχουν χιλιάδες, που επαληθεύουν τα τρία χαρακτηριστικά των κουλτουριάρηδων: Πρώτον ότι δεν γνωρίζουν καλά τις λέξεις και τις έννοιές τους (κάποιος έγραφε τη λέξη «ενδιαίτημα»* και εννούσε «ένδυμα»!), δεύτερον θέλουν να ξιπάσουν τους άλλους με διάφορες ακαταλαβίστικες λέξεις και τρίτον, δεν έχουν χωνέψει καλά αυτό που λένε.
Χώρια που δεν τα καταφέρνουν ούτε και με το συντακτικό και μπερδεύονται. Βέβαια το μπέρδεμα υπάρχει πρώτα στο μυαλό. Πάντως μ' αυτά και μ' αυτά, καταφέρνουν να κομπλεξάρουν πολλούς, και καμιά φορά όλους, ενώ συντελούν στο να πάει η γλώσσα μας κατά διαόλου.
θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος, ότι αφού αποδεχόμαστε την ερμητική γραφή ορισμένων ποιητών, γιατί να μην αποδεχτούμε και τον δυσνόητο τρόπο γραφής των κουλτουριάρηδων; Από μία άποψη, κι ο ποιητής θα έπρεπε, οποιαδήποτε τεχνοτροπία κι αν ακολουθεί, να γράφει κατά τρόπο κατανοητό, για να μπορεί ο αναγνώστης να τον καταλαβαίνει. Γιατί, τι να την κάνουμε την οποιαδήποτε ποίηση, όταν έχει κοπεί η γέφυρα της επικοινωνίας; Τι να τα κάνουμε τα ερμητικά ποιήματα, όταν δεν τα καταλαβαίνει κανείς; Κι αφού δεν μας λένε τίποτε, πως είναι δυνατόν να μας συγκινήσουν; Βέβαια ο ποιητής έχει τη δικαιολογία ότι γράφει για να εκφράσει τον εαυτό του, αν και πάλι θα μπορούσε να πει κανείς ότι ένας ποιητής που εκφράζεται ερήμην του αναγνώστη, τι σόι ποιητής είναι; Και αν ο σουρεαλισμός στην πρώτη φράση το παραξύλωσε, τι να πούμε για τους σημερινούς σουρεαλιστές της αρπακόλας, που γράφουν ότι τους κατέβει; Πάντως ο στοχαστής, επειδή δεν έχει καν τη δικαιολογία της έμπνευσης κι επειδή ο στόχος του είναι η συζήτηση με τον αναγνώστη, δεν θα έπρεπε να είναι ακαταλόγιστος σαν τους μοντέρνους ποιητές.
Κάποιοι ισχυρίζονται πως έτσι εμπλουτίζεται η γλώσσα μας, ενώ η απλότητα και η σαφήνεια διατηρούν τη γλώσσα στάσιμη. Αν όμως ο εμπλουτισμός της γλώσσας, γίνεται αιτία για να θριαμβεύσει η ακατανοησία, μήπως θα έπρεπε να προτιμήσουμε κάποιες φυλές τις Αφρικής που συνεννοούνται μόνο με τριακόσιες λέξεις;
Η αιτία του φαινομένου αυτού, οφείλεται όχι μόνο στην ημιμάθεια των περισσότερων κουλτουριάρηδων αλλά και στον εγωισμό τους. Δε θα μπορέσουν ποτέ οι άνθρωποι αυτοί να ακούνε περισσότερο απ' όσο μιλάνε, να σκέφτονται περισσότερο απ' όσο γράφουν, και να περνούν κάθε πληροφορία από το κόσκινο της κρίσης. Για να συμβεί αυτό θα πρέπει να είναι ταπεινός, να μη νομίζει πως αυτός τα ξέρει όλα και κανείς άλλος. Να μη λέει διαρκώς «εγώ νομίζω», «εγώ πιστεύω», «έχω τη γνώμη», και τα συναφή. Μέσα σ' αυτό το βραχυκύκλωμα ημιμάθειας και εγωισμού, χωρούνε αριστεροί και δεξιοί, εφημερίδες και τηλεόραση, και ορθόδοξοι και νεο-ορθόδοξοι. Κάποτε ένας κομμουνιστής πιπίλιζε τον Μαρξ και τελικά αποδείχτηκε πως δεν είχε διαβάσει ούτε μια σελίδα από το «Κεφάλαιο». Και πόσοι χριστιανοί δεν έχουν μεσάνυχτα από το ευαγγέλιο; Κι αφήστε εκείνους που δεν διαβάζουν λογοτεχνία, αλλά μόνο τις βιβλιοπαρουσιάσεις, κι έτσι είναι σαν να τα έχουν διαβάσει όλα!
Ας αφήσουμε όμως την πολλή θεωρία κι ας δούμε ένα παράδειγμα κουλτουριάρη. Ας δούμε λ.χ. ένα τεχνοκριτικό σημείωμα που αναφέρεται στη ζωγραφική ενός σπουδαίου καλλιτέχνη. Απολαύστε λοιπόν κριτική ζωγραφικής:
«Η χρονικότητα -στον τάδε ζωγράφο- είναι ψευδαίσθηση, απάτη, διάσπαση, εξαλλαγή, διαστολή υποκειμένου και αντικειμένου, κατακερματισμός και αλλοτρίωση, γι' αυτό κύριο μέλημά του είναι να την εξοστρακίσει αναζητώντας την πρωτογένεια μιας νέας ονοματοθεσίας, μιας ιδιωματικής μορφής, που θα του επιτρέψει την αναδόμηση (βάι, βάι, βάι, κι εδώ αναδόμηση), ενός κόσμου όπου μέσα του, ερωτικά συγκλίνουν τα πάντα, ικανοποιούνται, αποκαθίσταται».

Καταλάβατε τίποτα ή νιώθετε ανεπαρκείς; Το πιο πιθανό είναι να μην καταλάβατε τίποτα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είστε ανεπαρκείς. Ανεπαρκείς είναι αυτοί που γράφουν τέτοια πράγματα. Αλλά ας αρχίσουμε το ψείρισμα. Πρόκειται ουσιαστικά για μία και μόνη πρόταση. Στην αρχή δίνει την εντύπωση, πως αν το διαβάσεις προσεκτικά, θα βγάλεις κάποιο νόημα. Γελιέσαι, γιατί όσο προχωράς, ακόμη κι εκείνο που υποτίθεται κατάλαβες στην αρχή, ξεχνιέται. Η «χρονικότητα» λοιπόν για τον ζωγράφο μας, είναι «ψευδαίσθηση». Λογικά, η χρονικότητα πρέπει να έχει σχέση με την έννοια του χρόνου. Τώρα πως ο χρόνος γίνεται χρονικότητα, αυτό είναι ένα από τα μυστήρια των κουλτουριάρηδων. Εδώ έχουμε ένα συγκεκριμένο έργο, ζωγραφιές, υλικά, τεχνοτροπίες, και μόνο στη χρονικότητα βρήκες να σκαλώσεις; Έστω. Ο χρόνος, λοιπόν, για τον ζωγράφο μας είναι «ψευδαίσθηση». Είναι όμως και «απάτη». Πως μπορούν αυτά τα δύο να σταθούν πλάι πλάι; Δηλαδή, αν ο χρόνος τον εξαπατά, τότε πως μπορεί ο χρόνος να είναι ψευδαίσθηση; Ακολουθεί η «διάσπαση». Ο χρόνος δηλαδή, πρώτα τον εξαπατάει και τον κοροϊδεύει και ύστερα τον αναγκάζει να διασπαστεί; Και ποιοό είναι το υποκείμενο; Διασπάται ο ζωγράφος ή ο ίδιος ο χρόνος είναι διασπασμένος; Τι από τα δύο συμβαίνει; Ακολουθεί η «εξαλλαγή». Τι σημαίνει εξαλλαγή; Είναι ιατρικός όρος που σημαίνει την μεταβολή των καλοηθών νεοπλασμάτων σε κακοήθη. Δηλαδή ο χρόνος είναι καρκίνος; Καλό κι αυτό: Αμ τότε πως ο καρκίνος είναι ψευδαίσθηση; Παρακάτω γράφει: «διαστολή υποκειμένου και αντικειμένου». Η φράση ταιριάζει σε φιλοσοφική πραγματεία, όχι σε τεχνοκριτικό σημείωμα. Το κάθε ουσιαστικό απ' αυτά που είδαμε ως τώρα δεν ταιριάζει με το διπλανό του, αλλά το ένα αναιρεί το άλλο. Προχωρώντας, διαβάζουμε «κατακερματισμός και αλλοτρίωση». Ενώ η προηγούμενη φρασούλα «διαστολή υποκειμένου και αντικειμένου», είναι παρμένη από την φιλοσοφία, το «κατακερματισμός και αλλοτρίωση» ανήκει στο σύγχρονο λεξιλόγιο των κουλτουριάρηδων.
Συνοψίζοντας: Η χρονικότητα του τάδε ζωγράφου είναι :
1) ψευδαίσθηση, 
2) απάτη, 
3) διάσπαση, 
4) εξαλλαγή, 
5) διαστολή υποκειμένου και αντικειμένου, 
6) κατακερματισμός, 
7) αλλοτρίωση.
Κατάλαβε φαίνεται η συγγραφέας ότι μας μπούκωσε αρκετά και σταμάτησε εδώ τον κατάλογο, για να προχωρήσει σε κάποιες επεξηγήσεις: «γι' αυτό κύριο μέλημά του είναι να την εξοστρακίσει». Το «την» αναφέρεται βέβαια στην χρονικότητα, θα μπορούσε όμως ν' αναφέρεται και σε οποιοδήποτε ουσιαστικό θηλυκού γένους που αναφέρθηκε πιο πάνω, όπως την ψευδαίσθηση, την απάτη, την εξαλλαγή. Καταλαβαίνετε λοιπόν τι σύγχυση δημιουργείται όταν κάποιος δεν ελέγχει τα λόγια του; Θέλει να πει ότι ο ζωγράφος προσπαθεί να βγάλει τον χρόνο έξω από το έργο του και για να το πει αυτό αυτό, μας αράδιασε του κόσμου τα αφηρημένα ουσιαστικά. Πως όμως θα το κάνει αυτό (να εξοστρακίσει τη χρονικότητα); «Αναζητώντας την πρωτογένεια μιας νέας ονοματοθεσίας». Τι σημαίνει άραγε η λέξη «πρωτογένεια»; Μήπως θα πει το πρώτο γένος; Η πρώτη γέννηση; Η πρώτη φάση της ζωής του ανθρώπου; Αλλά εκείνο που είναι για γέλια, είναι η «νέα ονοματοθεσία». Τι θέλει να πει η ποιήτρια, ότι να εξοστρακίσει ο ζωγράφος τον χρόνο από τους πίνακές του, δίνει νέα ονομασία στα πράγματα; Γιατί μιλούμε βέβαια, για ζωγράφο. Και στη ζωγραφική, τι πάει να πει «ονοματοθεσία»; Και ποια είναι η νέα ονοματοθεσία και τι σχέση έχει με την πρωτογένεια, με τη διάσπαση του χρόνου και μ' όλα τ' άλλα που μας είπε παραπάνω;
Και δεν σταματά εδώ, αλλά συνεχίζει: Μέλημα του ζωγράφου είναι να εξοστρακίσει τη χρονικότητα, αναζητώντας, εκτός από την πρωτογένεια μιας νέας ονοματοθεσίας, και την πρωτογένεια μιας «ιδιωματικής γραφής». Αυτό το τελευταίο, παραδόξως φαίνεται κάπως κατανοητό. Υποθετικά πάντα, η ιδιωματική μορφή, είναι μια δική του τεχνοτροπία που αποδίδει το δικό του πρόσωπο ή έστω το ιδίωμα. Κι αυτό το απλό πράγμα, δηλαδή το να βρει ο ζωγράφος το προσωπικό του ύφος, το κάνει μόνο και μόνο για να εξοστρακίσει τον χρόνο; Μυστήρια πράγματα συμβαίνουν στον χώρο της τέχνης κι ακόμα πιο μυστήρια στον χώρο της κριτικής…
Προσέξτε όμως να δείτε, ότι αυτή η ιδιωματική μορφή θα εκκολάψει στην τεχνοκριτικό, πολλά πράγματα παρακάτω:  
«…μιας ιδιωματικής μορφής, που θα του επιτρέψει την αναδόμηση, ενός κόσμου όπου μέσα του, ερωτικά συγκλίνουν τα πάντα, ικανοποιούνται, αποκαθίσταται».
Εδώ μπαίνει και το ερωτικό στοιχείο. Έτσι, πρωτού τελειώσει το τεχνοκριτικό σημείωμα της κυρίας αυτής, εμείς θα έχουμε γνωρίσει και το πρόβλημα του έρωτα του καλλιτέχνη μας. Αν καταλάβαμε λοιπόν σωστά, ο ζωγράφος προσπαθεί να εξοστρακίσει τον χρόνο, που είναι ένα σωρό πράγματα -αυτά τα περνάμε στο ντούκου- κι αυτό το κάνει αναζητώντας την προσωπική του έκφραση για να ξαναδημιουργήσει (η αναδόμηση που λέγαμε) τον κόσμο και να πετύχει και στον έρωτα, θαρρείς πως ο έρωτας δεν έχει σχέση με τον χρόνο. Βλέπετε λοιπόν, ότι αυτή κουλτουριάρα, με το να θέλει να πει πολλά, τελικά δεν λέει τίποτα;
Το «αφιέρωμα» στα αλαμπουρνέζικα των κουλτουριάρηδων, θα κλείσει με ένα ακόμα μικρό δείγμα της «κουλτούρας» τους. Δεν θα γίνει κάποια ανάλυση, όπως στο προηγούμενο κείμενο. Πάρτε το ως «άσκηση» για το σπίτι και πέστε και σε μας τι καταλάβατε:
«Ο ελλαδικός άνθρωπος στην Ορθοδοξία διατυπώνει τον αρνητικό του νόστο ως «ζώο θεούμενο», μέσα από τον διάλογο τού Εγώ του με το Άλλο, ως Ανταρσία ενάντια σε ένα Είναι δίχως Πρόσωπο, αφηγείται το καθολικό του βίωμα, τη διαδικασία ενσάρκωσης στο Εγώ του, την πρόσκτηση, με ενοποιό τον εαυτό του, του διάχυτου και απρόσωπου ως την έλευση του γίγνεσθαι που μετουσιώνεται τώρα, μέσα από την ιστορία του, την διάρκεια της Πράξης του, στο Εσύ και το Εμείς του Εκκαθολικευόμενου Εγώ του…
Ο χριστιανικός άνθρωπος εγκολπώνει το Άλλο στο εκκαθολικευμένο του Εγώ, στο Εσύ και στο Εμείς, «ζωντανό σώμα του Θεού», εκκλησία του. Το Άλλο γίνεται έτσι Εσύ για να θριαμβεύσει ως Εμείς μέσα σε ένα Εγώ μεγαλωμένο δυνάμει στο άπειρο, Έρωτας ως Πράξη του Εσύ έξω από τον Καιρό, και ιστορία ως Πράξη του Εμείς, ενσαρκωμένος Καιρός, συμπίπτουν σε μια δισυπόστατη υφή ενός γίγνεσθαι που εκφράζεται στο Πρόσωπο, στην Παρουσία του Ανθρώπου ως ερωτικής σχέσεως, ως αγαπητικής πράξης».
(Περιοδικό «Αντί», αρ. 239, σελ. 20-21, 1983)

Κείμενα σαν τα παραπάνω, δίνουν το κακό παράδειγμα στη χρήση της γλώσσας, στους νέους που τα διαβάζουν. Η νεότερη γενιά που ψευτομορφώνεται με τέτοια κείμενα, θα γράφει ακόμα χειρότερα και οι παρατηρήσεις της θα είναι και χειρότερες και πιο γελοίες. Ο Στρατής Δούκας έλεγε χαρακτηριστικά, ότι με την λογοτεχνία σήμερα ασχολούνται αποκλειστικά οι άνθρωποι που δεν έχουν ιδέα από γλώσσα. Τα κακά επομένως είναι δύο:
1) Η διαφθορά των νέων που θα εκφράζονται χειρότερα στο μέλλον.
2) Η διαφθορά της ίδιας της γλώσσας που κι αυτή θα γίνει θολή και νερόβραστη.

Παλαιότερα, κάποιος καθηγητής γλωσσολογίας έλεγε:  
«Μακριά από τους μορφωμένους!» κι αυτό που έλεγε εκείνος ο αγαθός άνθρωπος, ισχύει εκατό φορές περισσότερο για τους σύγχρονους κουλτουριάρηδες που ούτε τη γλώσσα ξέρουν και ούτε έχουν οργανωμένη σκέψη.
Για όσους συναισθάνονται αυτή την εξαχρείωση της γλώσσας και θλίβονται κατάκαρδα για όλη αυτή την κατάντια, η λύση είναι μία:  
Να προσέχουμε πολύ τα λόγια μας κι ακόμα περισσότερο τα γραπτά μας. Κάθε τι που λέμε να το σκεφτόμαστε, και προπάντων πρέπει να γράφουμε κατανοητά. Και για να γίνει αυτό, πρέπει να διαβάζουμε κλασικά κείμενα της λογοτεχνίας μας, που έχουν σωστή και ζωντανή γλώσσα κι επίσης να στήνουμε αυτί στις κουβέντες του λαού. Ο Σολωμός πήγαινε στις ταβέρνες της Κέρκυρας για ν' ακούσει πρόσφυγες από την Κρήτη που τραγουδούσαν μαντινάδες.  
Ο Καβάφης πήγαινε στα καφενεία και τα φαρμακεία της ελληνικής παροικίας της Αλεξάνδρειας κι έστηνε αυτί για να τσακώσει καμιά ζωντανή ελληνική φράση. Ενώ εμείς, σήμερα διαμορφώνουμε τη γλώσσα μας από τις εφημερίδες, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, και χώρια που δεν μας μένει καιρός ούτε να σκεφτούμε, ούτε να χωνέψουμε αυτά που βλέπουμε κι ακούμε. Πάντως, ούτε το να στήνουμε αυτί αρκεί. Χρειάζεται και κάτι ακόμα: 
Να ασκούμαστε στο γράψιμο. Και η άσκηση γραφής, κρατάει μια ζωή… 
Το κείμενο είναι του συγγραφέα Ντίνου Χριστιανόπουλου και αποτελεί διασκευασμένο απόσπασμα από συζήτηση με τον επίσης συγγραφέα Περικλή Σφυρίδη («Αλαμπουρνέζικα ή η γλώσσα των σημερινών κουλτουριάρηδων», πρώτη έκδοση 1990). 
 (*Ως ενδιαίτημα ορίζεται το φυσικό περιβάλλον στο οποίο ζει και αναπαράγεται ένα είδος, ένας πληθυσμός ή μια βιοκοινότητα. Παραδείγματα ενδιαιτημάτων θα μπορούσαν να θεωρηθούν: ένα δάσος κωνοφόρων πυκνό μικρής ηλικίας, ένα δάσος κωνοφόρων μεγάλης ηλικίας, ένα δάσος κωνοφόρων αραιό, ένα δάσος πλατυφύλλων, μια ρεματιά, ένα δάσος αειφύλλων πλατυφύλλων, μια καλλιεργούμενη έκταση, οπως και κάθε άνθρωπος έχει τον τόπο του κ.λ.π.

11 Σεπτεμβρίου 2023

Η Τελειότητα της «Κυριακής Προσευχής»

 Η Τελειότητα της «Κυριακής Προσευχής»

* Είναι ένα κείμενο που θα μπορούσε, με επικοινωνιακά - γλωσσικά κριτήρια, να χαρακτηρισθεί ως «ιδανικό» *
Η ανάγκη επικοινωνίας τού ανθρώπου με τον Θεό (όποιον θεό πιστεύει), η ανάγκη τής προσευχής, είναι από πολύ παλιά γνωστή στον άνθρωπο και εμφανίζεται στις γλώσσες των περισσοτέρων λαών. 
Στην Ελληνική η λέξη προσεύχομαι (απευθύνω ευχή, αίτημα ή παράκληση προς τους θεούς) πρωτοαπαντά στον Αισχύλο, ενώ ως τεχνικός όρος η λέξη προσευχή μαρτυρείται πολύ αργότερα στην Αγία Γραφή, στο κείμενο τής Παλαιάς Διαθήκης και ­ με ιδιαίτερο βάρος και βάθος ­ στο κείμενο τής Καινής Διαθήκης. Δεν έχω, δυστυχώς, τον επιστημονικό θεολογικό οπλισμό, για να ερμηνεύσω το βαθύτερο περιεχόμενο, το δογματικό νόημα και τη σημασία που έχει στην ορθόδοξη, ιδίως, παράδοση η έννοια τής προσευχής. Αυτό που ακροθιγώς επιχειρώ να δείξω εδώ, στο θεωρητικό πλαίσιο μιας κειμενογλωσσικής ανάλυσης που ανάγεται στον Roman Jakobson, είναι η γλωσσική δομή τής Κυριακής Προσευχής, όπως μας παραδίδεται από το Ευαγγέλιο (Ματθ. 6, 9-13 και Λουκ. 11, 2-4), την οποία θεωρώ ως ιδανικό κείμενο. 
Κατά το κείμενο τού Ευαγγελίου, την παραδίδει ο ίδιος ο Κύριος στους ανθρώπους (εξ ου και «κυριακή» προσευχή), λέγοντας «ούτως ουν προσεύχεσθε υμείς» και συνοδεύοντάς την μ' ένα πολύ διδακτικό ηθικό αλλά και γλωσσικό σχόλιο: «Προσευχόμενοι δε μη βαττολογήσητε, ώσπερ οι εθνικοί. δοκούσι γαρ ότι εν τη πολυλογία αυτών εισακουσθήσονται. μη ουν ομοιωθήτε αυτοίς. οίδε γαρ ο πατήρ υμών ων χρείαν έχετε προ τού υμάς αιτήσαι αυτόν» (Ματθ. 6, 7-9).
Εξ ορισμού ως προσευχή, ως κείμενο ευχών και αιτημάτων / παρακλήσεων, το κείμενο τής κυριακής προσευχής (γνωστό και ως «Πάτερ ημών») λειτουργεί μ' έναν κεντρικό μηχανισμό τής γλώσσας, την τροπικότητα. Είναι ο μηχανισμός τής γλώσσας που, άλλοτε γραμματικοποιημένος (με τη μορφή των εγκλίσεων τής Προστακτικής, τής Υποτακτικής και τής Ευκτικής, όπως συμβαίνει στην αρχαία ελληνική γλώσσα) και άλλοτε λεξικοποιημένος (με «δείκτες τροπικότητας», όπως τα ας, να και θα στη Νέα Ελληνική), χρησιμοποιείται από τον ομιλητή τής Ελληνικής για επικοινωνιακές ανάγκες όπως η έκφραση επιθυμίας, ευχής, παράκλησης, προτροπής, προσταγής, απαγόρευσης, απειλής κ.τ.ό.
Το κείμενο τής Κυριακής Προσευχής είναι υπόδειγμα λιτότητας, περιεκτικότητας και ευθυβολίας. 
Περιλαμβάνει: 
α) μια επίκληση προς τον Θεό, εκφρασμένη με την πτώση τής επίκλησης, την κλητική, με την οποία και αρχίζει: 
Πάτερ ημών... 
β) τρεις ευχές / επιθυμίες, εκφρασμένες με τριτοπρόσωπους μονολεκτικούς τύπους τής κατεξοχήν τροπικής έγκλισης, τής Προστακτικής: αγιασθήτω - ελθέτω - γενηθήτω... και γ) τρία αιτήματα / παρακλήσεις, εκφρασμένα με τους κατεξοχήν τύπους Προστακτικής, τους τύπους τού β' προσώπου: δος - άφες - μη εισενέγκης, αλλά ρύσαι...
Κάθε ευχή και κάθε αίτημα εξειδικεύεται (η εξειδίκευση αποτελεί έναν άλλο κεντρικό μηχανισμό τής γλώσσας) με τα πιο άμεσα και απαραίτητα στοιχεία. 
Οι τρεις ευχές μ' ένα ομοιόμορφο ονοματικό υποκείμενο: αγιασθήτω ­ το όνομά σου, ελθέτω ­ η βασιλεία σου, γενηθήτω ­ το θέλημά σου. Τα τρία αιτήματα με δύο συμπληρώματα (προσώπου και πράγματος) στο κάθε ρήμα τους: δος ­ ημίν τον άρτον, άφες ­ ημίν τα οφειλήματα ημών, μη εισενέγκης ­ ημάς εις πειρασμόν και ρύσαι ­ ημάς από τού πονηρού (εις πειρασμόν και από τού πονηρού είναι εμπρόθετα συμπληρώματα / αντικείμενα).
Περαιτέρω, λιτή πάντοτε, εξειδίκευση γίνεται με ελάχιστες αναφορές τόπου, χρόνου και τρόπου: πάτερ ημών ­ ο εν τοις ουρανοίς (εξειδίκευση τόπου), γενηθήτω το θέλημά σου ­ ως εν ουρανώ και επί τής γης (εξειδίκευση τόπου), δος ημίν σήμερον τον άρτον ημών τον επιούσιον (εξειδίκευση χρόνου), άφες ημίν τα οφειλήματα ημών ­ ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών (εξειδίκευση τρόπου).
Το περιεχόμενο τού κειμένου κλιμακώνεται νοηματικά: προηγούνται οι ευχές και ακολουθούν τα αιτήματα. 
Ξεκινάει με ό,τι αναφέρεται στον ίδιο τον Θεό, για να περάσει μετά στα αιτήματα. Κι εδώ κλιμάκωση, από τα υλικά στα πνευματικά αιτήματα: τα προς το ζην ­ άφεση αμαρτιών ­ προστασία από τον πειρασμό. 
Γλωσσικά σε όλο το κείμενο κυριαρχεί και προβάλλεται το ρήμα: αγιασθήτω, ­ ελθέτω, ­ γενηθήτω, δος, ­ άφες, ­ μη εισενέγκης, ­ ρύσαι. Κυριαρχούν και προτάσσονται οι ευχές και τα αιτήματα. Η εξειδίκευσή τους επιτάσσεται, τα υποκείμενα δηλαδή και τα αντικείμενά τους (με εξαίρεση το αντικείμενο τού δος).
Συμπέρασμα. Το κείμενο τής κυριακής προσευχής είναι ένα κείμενο που θα μπορούσε, με επικοινωνιακά - γλωσσικά κριτήρια, να χαρακτηρισθεί ως «ιδανικό». Είναι λιτό, γιατί περιορίζεται σε βασικές πληροφοριακές δομές (επίκληση ­ ευχές ­ αιτήματα), σε εξίσου βασικές εξειδικευτικές πληροφορίες (ονοματικά υποκείμενα στις ευχές ­ διπλά ονοματικά συμπληρώματα στα αιτήματα) και σε ελάχιστες εξειδικεύσεις χρόνου, τόπου και τρόπου. 
Με μια εντυπωσιακή οικονομία γλωσσικών μέσων ­ στο κείμενο χρησιμοποιείται μόνο Προστακτική, με εξαίρεση τη μοναδική διαπιστωτική ρηματική δήλωση, την Οριστική αφίεμεν ­ επιτυγχάνεται μια ουσιαστική, καίρια και γνήσια μορφή επικοινωνίας, χωρίς ρητορείες, επιτηδεύσεις και περιττό λεκτικό φόρτο. 
Η συμμετρία και η έντονα αισθητή επανάληψη των ίδιων συντακτικών και μορφολογικών δομών (το γνωστό φαινόμενο τού «παραλληλισμού»), που φάνηκε ελπίζω έστω και αμυδρά στη σύντομη ανάλυσή μας, εξασφαλίζει στο κείμενο τής κυριακής προσευχής αίσθηση ρυθμού και μέτρου (που δεν θίξαμε εδώ), γεγονός που οδηγεί στην εύκολη πρόσληψη και μνημονική ανάκληση τού κειμένου. 
Πρόκειται για ένα θαυμαστό, τέλειο στην απλότητα και τη βαθύτητά του κείμενο, που δείχνει ανάγλυφα την εκφραστική δύναμη, στην οποία μπορεί να φθάσει η γλώσσα τού ανθρώπου, απόρροια τής ιδιότητας που μοιράζεται «κατά χάριν» ο άνθρωπος με τον Θεό, απόρροια τού πνεύματος.

Ο κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής Γλωσσολογίας, πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Το Βήμα: Νέες Εποχές, σ. 53, 26/8/2001
 

8 Σεπτεμβρίου 2023

ΣΥΝΕΙΜΙ ΤΙΝΙ

 ΣΥΝΕΙΜΙ ΤΙΝΙ

ΣΥΝ & ΕΙΜΙ & ΤΙΝΙ
Λέξεις τρεις,
πλούτος αμύθητος νοημάτων.
Σύνειμί τινι 
 
ΣΥΝ:
το θετικό, το επιπλέον,
αυτό που προστίθεται
και προσθέτει.
Προστιθέμενο, ενώνεται,
τελειώνει και τελειούται.
Η ερωτικότερη των προθέσεων,
τρία γράμματα που κάνουν τη διαφορά.
 
Μετουσιώνουν,
τον άνθρωπο σε συνάνθρωπο,
την ομιλία σε συνομιλία…
την κίνηση σε συγκίνηση…
τον πόνο σε συμπόνια.
 
Από το τρέφομαι
γεννούν το σύντροφο,
από το πάσχω,
το συμπάσχω, τη συμπάθεια.
Από το πλέω
το συμπλέω… 
 
ΕΙΜΙ:
η ουσία των όντων,
όλων των όντων
που μπορούν να δηλώσουν:
ειμί, υπάρχω, υφίσταμαι.
Από αυτό, το ΟΝ το υπέρτατο
το αιώνιο και άφθαρτο
«τό κινούν ακίνητον…»
 
Από αυτό,
η ουσία,
η αληθινή φύση των πάντων.
Σειρά της δοτικής
(της πτώσης του «διδόναι και δίδοσθαι»)
να συμπληρώσει, να συγκρατήσει,
να συνδέσει, να συγκροτήσει… 
 
ΣΥΝΕΙΜΙ ΤΙΝΙ
Δεν είμαι, έτσι απλά, με κάποιον.
Για να είμαι «σύν τινι»
θα πρέπει να δοθώ
και να λάβω.
Αυτή είναι η ουσία της συνουσίας.
Αυτός που είναι μαζί σου,
Δεν είναι κατ’ ανάγκη
σύντροφός σου.
 
Ο σύντροφος «συν - τρέφεται» σοι
με τους ίδιους πόθους
τις ίδιες ελπίδες.
Δεν τρέφεται από τις σάρκες σου.
Δεν απομυζά την ελευθερία σου.
Tα ηδονικά εδέσματα,
που η ζωή απλώνει μπροστά σας
απολαμβάνει να μοιράζεται μαζί σου
και συμπάσχει «σοι»
στα αντίξοα. 
 
Οι συνόντες τω Σωκράτη
Δεν ήσαν όσοι τυχαία τον συναντούσαν.
Ήσαν οι μαθητές του,
οι λάτρεις,
οι κοινωνοί,
οι μέτοχοι του πνεύματός του. 
 
Προσοχή:
Η «από» (το πλην) και το α το στερητικό,
μας την έχουν στημένη
Για να αφαιρέσουν
Να απομονώσουν
Να απομακρύνουν
Να αποξενώσουν

Δ.Β.

 https://hellenica.blogspot.com/2007/

7 Σεπτεμβρίου 2023

Η ελληνική λέξη που δεν μπορεί να μεταφραστεί σε καμία άλλη γλώσσα στον κόσμο !

Η ελληνική λέξη που δεν μπορεί να μεταφραστεί σε καμία άλλη γλώσσα στον κόσμο

Εκτενές αφιέρωμα σε μία ελληνική λέξη που δε μπορεί να μεταφραστεί έκανε το BBC. Η λέξη αυτή δεν είναι άλλη από την λέξη «φιλότιμο».
Σύμφωνα με το βρετανικό μέσο, η επίσημη μετάφραση «αγάπη για την τιμή» είναι ανεπαρκής για να συμπυκνώσει το νόημα της ισχυρής αυτής λέξης.

Στο Τολό, στην ανατολική ακτή της Πελοποννήσου, σύμφωνα με το δημοσίευμα, ένας γερμανός ανώτερος δημόσιος υπάλληλος και συγγραφέας, ο Andreas Deffner αρχίζει να καταλαβαίνει περί τίνος πρόκειται.

Η γιαγιά Βαγγελιώ, ιδιοκτήτρια του καταλύματος και η κόρη της Ειρήνη, του σέρβιραν ένα πιάτο νόστιμη, σπιτική (και βεβαίως, ζεστή) σούπα, νομίζοντας ότι είναι αδιάθετος.

«Αυτή ήταν η πρώτη μου εμπειρία με το φιλότιμο και σίγουρα όχι η τελευταία», λέει ο Deffner, που έγραψε αργότερα ένα βιβλίο για το θέμα αυτό.

Η ακριβής έννοια του «φιλότιμου» αποτελεί αντικείμενο διαμάχης, δεδομένου ότι η λέξη ανήκει στο πάνθεον των στοιχείων λεξικολογίας που αψηφούν την εύκολη εξήγηση, σημειώνει το BBC.

Η «αγάπη για την τιμή», που θεωρείται η επίσημη μετάφραση, είναι μια χρηστική όσο και ανεπαρκής προσπάθεια απόδοσης της.

 

 

16 Ιουνίου 2023

Ελληνική Γλώσσα και Greek English

 Ελληνική Γλώσσα και Greek English

29 Μαΐου 2022

Η Προστακτική ΔΕΝ παίρνει αύξηση! (Ποτέ!)

 Η Προστακτική ΔΕΝ παίρνει αύξηση! (Ποτέ!)

Γράφει ο Μηνάς Κασιμάτης.

Το να βάζει κάποιος αύξηση στην Προστακτική, πρόκειται για ένα από τα πιο συνηθισμένα γλωσσικά λάθη που συναντάμε (και ενίοτε υποπίπτουμε όλοι). Καλόν είναι λοιπόν να το ξεκαθαρίσουμε, με χρήση μάλιστα συγκεκριμένων παραδειγμάτων, τα οποία θα μας βοηθήσουν να αποφεύγουμε τούτο το σφάλμα.

Στην Νεοελληνική, πολλά ρήματα δεν παίρνουν αύξηση στους παρελθοντικούς χρόνους (δηλ. Παρατατικό και Αόριστο), όπως έπαιρναν παλιά. Π.χ. το ρ. “δωρίζω”, στον Παρατατικό σήμερα είναι “δώριζα“ και στον Αόριστο “δώρισα”, παλιά όμως ήταν “εδώριζα“ και “εδώρισα” αντιστοίχως. Σε αυτά τα ρήματα, το γ΄ ενικό τής Οριστικής τού Παρατατικού (αυτός δώριζε [αντί εδώριζε που ήταν παλιά]) και τού Αορίστου (αυτός δώρισε [αντί εδώρισε που ήταν παλιά]) είναι ίδια με το β΄ ενικό τής Προστακτικής αφ’ ενός τού Ενεστώτος (Εσύ δώριζε! [Δηλ.  Εσύ να δωρίζεις!]) αφ’ ετέρου τού Αορίστου (Εσύ δώρισε! [Δηλ.  Εσύ να δωρίσεις!]).

Αποτέλεσμα αυτής τής ομοιότητος στα παραπάνω ρήματα, είναι πολλοί να μπερδεύονται, σχηματίζοντας ίδια με την Οριστική (Παρατατικού και Αορίστου), και την Προστακτική (Ενεστώτος και Αορίστου αντιστοίχως) σε σύνθετα ρήματα, τα οποία όμως και στα Νεοελληνικά παίρνουν κανονικά την αύξηση στους παρελθοντικούς χρόνους.

Έτσι π.χ. έχουμε το ρήμα “υπογράφω”. Στην Οριστική Παρατατικού το ρήμα κάνει (εγώ) “υπέγραφα” (παίρνει δηλ. εσωτερική χρονική αύξηση), άρα στο γ’ ενικό (αυτός) “υπέγραφε” (π.χ. Ο Γιώργος υπέγραφε όλη μέρα συμβόλαια). Στην Προστακτική (Ενεστώτος) όμως, που, όπως είπαμε, δεν παίρνει ΠΟΤΈ αύξηση (ούτε στην Αρχαία ούτε στην Καθαρεύουσα ούτε στην Δημοτική!), το β’ ενικό σχηματίζεται ως “υπόγραφε” (π.χ. Εσύ υπόγραφε ό,τι σού δίνω και μη διαμαρτύρεσαι!).

Τα ανάλογα και με την Οριστική Αορίστου: Το ρήμα κάνει (εγώ) “υπέγραψα”, άρα στο γ’ ενικό (αυτός) “υπέγραψε” (π.χ. Ο Γιώργος υπέγραψε ένα συμβόλαιο). Στην Προστακτική (Αορίστου) όμως, που, επαναλαμβάνω, δεν παίρνει ΠΟΤΈ αύξηση, το β’ ενικό σχηματίζεται ως “υπόγραψε” (π.χ. Εσύ υπόγραψε αυτήν την αίτηση).

Στην θεωρία, θα πει κάποιος, ωραία είναι όλα αυτά. Στην πράξη (εν τη ρύμη τού λόγου) όμως;…

Ένας εύκολος τρόπος, για να αποφεύγουμε τούτο το λάθος, είναι να σκεπτόμαστε το σύνθετο ρήμα στην απλή του μορφή, χωρίς δηλ. την πρόθεση. Έτσι λοιπόν, αν δεν νοιώθουμε σίγουροι για το τι να επιλέξουμε (υπόγραψε ή υπέγραψε;) στην φράση «υπόγραψέ μου/υπέγραψε μου, σε παρακαλώ, αυτά τα συμβόλαια», σκεφτόμαστε πώς θα λέγαμε την ίδια φράση χωρίς την πρόθεση: “γράψε μου” ή “έγραψέ μου” αυτά τα έγγραφα; Φυσικά “γράψε μου”! Άρα υπό+γράψε = υπΟγραψε.

Αντιστοίχως στην φράση  «Ο Ανδρέας υπόγραψε/υπέγραψε την αίτηση», υπήρχε ποτέ περίπτωση να πούμε (απλοποιώντας πάλι το ρήμα) «Ο Ανδρέας γράψε…»; Όχι φυσικά! «Ο Ανδρέας έγραψε…» θα λέγαμε όλοι σωστά. Άρα υπό+έγραψε = υπΈγραψε! 

Πριν προχωρήσουμε, να επισημάνουμε ότι υπάρχουν δύο ειδών αυξήσεις· η συλλαβική αύξηση, κατά την οποίαν, στα ρήματα που αρχίζουν από σύμφωνο, προστίθεται μία συλλαβή (π.χ. γράφω  –> έγραφα, οι δύο συλλαβές έγιναν τρεις) και η χρονική αύξηση, κατά την οποίαν, στα ρήματα που αρχίζουν από φωνήεν (βραχύχρονο), το φωνήεν αυτό μετατρέπεται σε ένα άλλο (μακρόχρονο) (π.χ. ελπίζω –> ήλπιζα, το -ε- μετετράπη σε -η-, δίχως να αυξηθούν οι συλλαβές [τρεις]). Η δε αύξηση στα σύνθετα ρήματα (η οποία λαμβάνει χώρα μέσα στην λέξη και όχι στην αρχή της) ονομάζεται εσωτερική αύξηση, και είναι πάλι είτε -σπανίως- συλλαβική (π.χ. προτρέπω –> προέτρεπα, οι τρεις συλλαβές έγιναν τέσσερεις) είτε -συνήθως- χρονική (π.χ. υπογράφω –> υπέγραφα, οι τρεις συλλαβές παρέμειναν τρεις).

Αφού εξετάσαμε όλα τα παραπάνω, πάμε να τα κάνουμε “κτήμα μας“ με μια σειρά από παραδείγματα που ακολουθούν:

 Παραδείγματα, στα οποία πιο συχνά κάνουμε λάθος στην Προστακτική:

  • Αυτός ανέφερε στην αστυνομία μια κλοπή (ανά+έφερε), αλλά εσύ ανάφερέ μου τι συνέβη (ανά+φέρε).
  • Αυτός υπέγραψε τα συμβόλαια (υπό+έγραψε), αλλά εσύ υπόγραψε τα συμβόλαια (υπό+γράψε).
  • Αυτός διέγραψε μια πρόταση (διά+έγραψε), αλλά εσύ διάγραψε από το μυαλό σου αυτό που άκουσες (διά+γράψε).
  • Αυτός ανέμενε το λεωφορείο επί δύο ώρες (ανά+έμενε), αλλά εσύ ανάμενε νέα μου (ανά+μένε). [σ.σ. Δυστυχώς αυτήν την Προστακτική την μαθαίνουν λάθος και στον Στρατό οι φαντάροι, στις οδηγίες που λαμβάνουν, για να λένε ως σκοποί].
  • Αυτός επέμεινε στην άποψή του (επί+έμεινε), αλλά εσύ επίμεινε στην δική σου άποψη, όσο και αν σε πιέζει (επί+μείνε). [σ.σ. Ναι, το “επίμεινε”, όσο και αν τυχόν σας ξενίζει, είναι το σωστό εν προκειμένω στην Προστακτική!].
  • Ο ασθενής ανέπνεε με δυσκολία (ανά+έπνεε), αλλά «ανάπνεε βαθιά!» μού παρήγγειλε ο γιατρός, καθώς με ακροαζόταν (ανά+πνέε).
  • Ο κρατούμενος απέδρασε από το κελλί του (από+έδρασε), αλλά εσύ απόδρασε, διότι το ξημέρωμα θα σε εκτελέσουν! (από+δράσε).
  • Το δηλητήριο δεν επέδρασε ακόμα (επί+έδρασε), αλλά εσύ επίδρασε πάνω στο παιδί μου με θετικό τρόπο, αλλιώς θα έχεις να κάνεις μαζί μου! (επί+δράσε).
  • Ο παππούς μου επέζησε τής Μικρασιατικής Καταστροφής (επί+έζησε), αλλά εσύ επίζησε διότι τα παιδιά σου σε έχουν ανάγκη! (επί+ζήσε).
  • Το αφεντικό μού ανέθεσε μια επίπονη εργασία (ανά+έθεσε), αλλά εσύ ανάθεσέ μου μια δύσκολη αποστολή, για να αποδείξω τι αξίζω! (ανά+θέσε)
  • Αυτός υπέβαλε τα σέβη του (υπό+έβαλε), αλλά εσύ υπόβαλε τα απαραίτητα δικαιολογητικά (υπό+βάλε). [Με ένα -λ-, διότι είναι στιγμιαίος χρόνος και στα δύο -Αόριστος]
  • Αυτός με υπέβαλλε επί χρόνια σε βασανιστήρια (υπό+έβαλλε), αλλά εσύ υπόβαλλε τα σέβη σου κάθε φορά που έρχεσαι στο γραφείο μου (υπό+βάλλε) [Με δύο -λ-, διότι είναι διαρκείας χρόνοι και στα δύο -Οριστική Παρατατικού και Προστακτική Ενεστώτος]
  • Ο Ανδρέας υπερέβαλε (δηλ. ήταν υπερβολικός) στην αντίδρασή του (υπέρ+έβαλε), αλλά εσύ υπέρβαλε αν θες να σε προσέξουν! (υπέρ+βάλε).
  • Ο ομιλητής επανέλαβε την φράση του (επί+ανά+έλαβε), αλλά εσύ επανάλαβε την φράση σου (επί+ανά+λάβε). [σ.σ. Και αυτή είναι η 2η Προστακτική που μαθαίνουν λάθος στον Στρατό οι φαντάροι, στις οδηγίες που λαμβάνουν, για να λένε ως σκοποί!].
  • Ο καθηγητής μού επέτρεψε να πάω για λίγο στο μπάνιο (επί+έτρεψε), αλλά εσύ επίτρεψέ μου να διαφωνήσω με αυτά που λες (επί+τρέψε).
  • Ένας ταραξίας κατέστρεψε την εκδήλωση (κατά+έστρεψε), αλλά εσύ κατάστρεψε αυτά τα έγραφα για να μην πέσουν σε λάθος χέρια (κατά+στρέψε).
  • Ο τάδε συνέπραξε στο έγκλημα (συν+έπραξε), εσύ σύμπραξε στην προσπάθειά μας (συν+πράξε -το -ν- μπροστά από το π γίνεται -μ-).
  • Ο συγγραφέας εξέδωσε το νέο του βιβλίο (εκ+έδωσε  –το -κ- μπροστά από φωνήεν γίνεται -ξ-], αλλά εσύ έκδωσε επιτέλους κανένα βιβλίο (εκ+δώσε)!
  • Αυτός εξέφρασε την άποψή του (εκ+έφρασε ), αλλά εσύ έκφρασε την άποψή σου (εκ+φράσε).
  • Ο Γιώργος εξέλαβε την καλοπροαίρετη παρατήρησή μου ως προσβολή (εκ+έλαβε), αλλά εσύ έκλαβέ το όπως θες (εκ+λάβε)!
  • Η εταιρεία εξεδήλωσε το ενδιαφέρον της για την ανάληψη αυτού τού έργου (εκ+εδήλωσε), αλλά εσύ εκδήλωσέ της το ενδιαφέρον σου· θα το εκτιμήσει (εκ+δήλωσε)!
  • Αυτός συνέβαλε στην επιτυχή διοργάνωση τής βραδιάς (συν+έβαλε), αλλά εσύ σύμβαλε στην αποκατάσταση των σχέσεών μας (συν+βάλε –το -ν- μπροστά από το -β- γίνεται -μ-).
  • Ο τραγουδιστής ενέταξε στο πρόγραμμά του και ροκ τραγούδια (εν+έταξε), αλλά εσύ ένταξε στο πρόγραμμά σου και μια επίσκεψη στο Αρχαιολογικό Μουσείο (εν+τάξε).
  • Ο συμβολαιογράφος συνέταξε ένα συμβόλαιο (συν+έταξε), αλλά εσύ σύνταξε μια επιστολή (συν+τάξε).
  • Ο μάρτυς περιέγραψε στο δικαστήριο όσα είχε δει (περί+έγραψε), αλλά εσύ περίγραψέ μου τι είδες (περί+γράψε).
  • Ο δάσκαλος απέβαλε τον μαθητή (από+έβαλε), αλλά εσύ απόβαλε το άγχος σου (από+βάλε).
  • Ο πελάτης παρήγγειλε μια μακαρονάδα, αλλά… «Μπάμπη, παράγγειλε άλλη μια γύρα σουβλάκια, σε παρακαλώ»! [Τα ρήματα που έχουν φωνήεν ως πρώτο γράμμα -π.χ. αγγέλλω (εν προκειμένω), ελπίζω κ.α.-, την αύξηση την παίρνουν ως “χρονική”, δηλ. δεν προστίθεται ένα φωνήεν, παρά αλλάζει το ήδη υπάρχον (π.χ. το α ή το ε γίνεται η), αλλαγή η οποία φυσικά ισχύει και όταν το ρήμα είναι σύνθετο: παραγγέλλω –> παρήγγειλα (προσοχή: ένα λ!). Εφ’ όσον στην Προστακτική ΔΕΝ βάζουμε αύξηση, ευνόητο είναι πως και σε αυτήν την περίπτωση δεν μπαίνει αύξηση, άρα το φωνήεν μένει το ίδιο: παραγγέλλω -> εσύ παράγγειλε].
  • Ο Γιάννης αμφέβαλε για τα λεγόμενά μου (αμφί+έβαλε), αλλά εσύ αμφίβαλε για ό,τι και αν σου πουν (αμφί+βάλε).
  • Ο σταθμός διέκοψε το πρόγραμμά του για να βάλει έκτακτο δελτίο (διά+έκοψε), αλλά εσύ διάκοψε ό,τι και αν κάνεις και έλα αμέσως (διά+κόψε)!
  • Ο επιστήμονας απέδειξε την θεωρία του (από+έδειξε), αλλά εσύ απόδειξέ μου ότι λες αλήθεια (από+δείξε)!
  • Ο φίλος του τον προέτρεπε να προσπαθήσει (προ+έτρεπε), αλλά εσύ πρότρεπέ τον να έρθει στην συνάντησή μας (προ+τρέπε).
  • Ένας περαστικός απέτρεψε το ατύχημα (από+έτρεψε), αλλά εσύ απότρεπέ τον από τις καταχρήσεις (από+τρέπε).
  • Η αστυνομία εξαπέλυσε ανθρωποκυνητό για την σύλληψη των δραστών (εκ+από+έλυσε), αλλά εσύ εξαπόλυσε τα σκυλιά για να επιτεθούν στούς διαρρήκτες! (εκ+από+λύσε).
  • Ο Πρόεδρος τής Δημοκρατίας απένειμε παράσημο ανδρείας στον πυροσβέστη (από+ένειμε), αλλά εσύ, Στρατηγέ, απόνειμε τις οφειλόμενες τιμές στον ηρωικό στρατιώτη μας (από+νείμε) [ρ. από+νέμω].
  • Ο ομιλητής απέσπασε τα χειροκροτήματα των παρισταμένων (από+έσπασε), αλλά εσύ απόσπασέ του ομολογία με κάθε τρόπο! (από+σπάσε)
  • Ο κατάσκοπος τόσο καιρό υπέκλεβε τις συνομιλίες μας (υπό+έκλεβε), αλλά εσύ, όσο θα τους παρακολουθείς, υπόκλεβε ό,τι μπορεί να μας φανεί χρήσιμο (υπό+κλέβε).
  • Ο καθηγητής ανέπτυξε την θεωρία του (ανά+έπτυξε), αλλά εσύ ανάπτυξέ μας τα επιχειρήματά σου (ανά+πτύξε) [ρ. ανά+πτύσσω].
  • Ο πρωθυπουργός επέσπευσε με τις αποφάσεις του τα γεγονότα (επί+έσπευσε), αλλά εσύ επίσπευσε την διαδικασία (επί+σπεύσε).
  • Η εταιρεία μας εισήγε κάθε μήνα επί ένα χρόνο τα περισσότερα προϊόντα από κάθε άλλη (εις+ήγε), αλλά εσύ είσαγε ανά μία εβδομάδα 400 κιλά πρώτες ύλες (εις+άγε) [ρ. εις+άγω· ήγα είναι ο Παρατατικός και ήγαγα ο Αόριστος].
  • Ο πελάτης εισήγαγε την κάρτα στην σχισμή τού POS (εις+ήγαγε), αλλά εσύ εισάγαγε το όνομά σου στο ειδικό πεδίο (εις+άγαγε).
  • Τού απηύθυνε ένα απαξιωτικό βλέμμα (από+ηύθυνε), αλλά εσύ απεύθυνέ του έναν χαιρετισμό (από+εύθυνε) [ρ. από+ευθύνω].
  • Μού ανταπέδωσε την φιλοφρόνηση (αντί+από+έδωσε), αλλά εσύ ανταπόδωσε την καλή πράξη που σού έκανε (αντί+από+δώσε).

 Σημ. Ορισμένες προστακτικές, όπως τα (εσύ) έκλαβε, αμφίβαλε, πρότρεψε, διάκοψε κ.α., είναι τόσο σπάνιες στην χρήση, που ακόμα και διάφοροι αυτόματοι διορθωτές δεν τις αναγνωρίζουν και τις κοκκινίζουν. Όμως μην ανησυχείτε· είναι σωστές!

  https://www.antibaro.gr/article/32062


15 Νοεμβρίου 2020

«Οι ψευτομορφωμένοι»

«Οι ψευτομορφωμένοι»
Ένα υπέροχο κείμενο του Ντίνου Χριστιανόπουλου για την ημιμάθεια και την υποκρισία.
Κουλτουριάρηδες είναι οι διανοούμενοι που δίνουν μεγαλύτερη σημασία στη γνώση και την πληροφόρηση και λιγότερη στο αίσθημα και το βίωμα. Ότι έμαθαν ή δεν έμαθαν έχει γι’ αυτούς μεγαλύτερη αξία από τη σκέψη. Κουλτουριάρηδες βρίσκονται σ'  όλες τις εποχές.
Στην αρχαία Ελλάδα τους κοροϊδεύει πολύ άσχημα ο Αριστοφάνης επειδή χρησιμοποιούσαν πάντα καινούριες και παράξενες λέξεις για να ξιπάσουν τον κόσμο. Και οι σοφιστές ήταν ένα είδος κουλτουριάρηδων της εποχής τους, γιατί έδωσαν πολλή σημασία στη γνώση και όχι στη σωστή κρίση.
Αλλά και παλαιότερα όταν λέγαμε «οι διανοούμενοι» ή «οι άνθρωποι των γραμμάτων» νιώθαμε κάτι σαν δυσφορία και ενόχληση, γιατί καταλαβαίναμε ότι αυτοί οι άνθρωποι είχαν ξεφύγει πολύ από τη ζωή εν ονόματι δήθεν της τέχνης. Αυτοί νομίζανε ότι, επειδή ήτανε άνθρωποι των γραμμάτων, έπρεπε να μιλούν με ειδικό λεξιλόγιο, να καταλαβαίνονται μεταξύ τους, κι ας μην τους καταλαβαίνουν οι άλλοι.
Σε τελική ανάλυση, οι κουλτουριάρηδες είναι ψευτομορφωμένοι. Μόνο ένας ψευτομορφωμένος μπορεί να χρησιμοποιεί λεξιλόγιο που ξιπάζει και ξαφνιάζει, ή να μεταχειρίζεται ωραίες λέξεις και φράσεις για να κάνει εντύπωση, ενώ καταβάθος δεν κατέχει τη γλώσσα και δεν την χρησιμοποιεί σωστά.
Αυτό που σήμερα αποκαλούμε γλώσσα των κουλτουριάρηδων, είναι ένα κουρκούτι από νεόκοπες λέξεις, από ξένες αμετάφραστες λέξεις και από λέξεις παρμένες από διάφορες επιστήμες, λ.χ. «η μεταστοιχείωση της ντεμί νομενκλατούρας».
Μ’ ένα τέτοιο κουρκούτι στο τέλος δε βγάζουν νόημα ούτε αυτοί, ούτε φυσικά κι εμείς. Ας πάρουμε για παράδειγμα τη λέξη «δομή» που αναφέρεται στον χώρο, ενώ η λέξη «διαδικασία» αναφέρεται στον χρόνο. Τι θα λέγατε όμως αν ξαφνικά διαβάζατε «δομικές διαδικασίες» ή «διαδικαστικές δομές»;
Ρωτήθηκαν κάποιοι να τις εξηγήσουν, μα δεν μπόρεσε κανείς. Γιατί όπως καταλαβαίνετε, πρόκειται για μπαρούφες. Τι μπορεί λοιπόν να σημαίνουν οι δύο αυτές φράσεις, όταν στην καθεμία το επίθετο αναιρεί το ουσιαστικό; Αλλά τι θα λέγατε αν αυτή η φράση γινόταν ολόκληρη πρόταση;
Διαβάστε λοιπόν: «Όταν οι δομικές διαδικασίες λειτουργούν ανασταλτικά μέσα στον χώρο του μεταμοντέρνου…». Τι να πρωτοσχολιάσει κανείς σ’ αυτή τη φράση; Πρώτα πρώτα πόσοι ξέρουν τον όρο «μεταμοντέρνο»; Κι έπειτα, τι ακριβώς συμβαίνει μέσα στον χώρο του «μεταμοντέρνου», εάν λειτουργήσουν ή δε λειτουργήσουν οι «δομικές διαδικασίες»;
Αυτά είναι ακατανόητα και γι’ αυτόν που τα γράφει και γι’ αυτόν που τα διαβάζει. Είναι αλαμπουρνέζικα. Και σκεφτείτε ότι σαν κι αυτή τη φράση υπάρχουν χιλιάδες, που επαληθεύουν τα τρία χαρακτηριστικά των κουλτουριάρηδων: Πρώτον ότι δεν γνωρίζουν καλά τις λέξεις και τις έννοιές τους (κάποιος έγραφε τη λέξη «ενδιαίτημα» και εννούσε «ένδυμα»!), δεύτερον θέλουν να ξιπάσουν τους άλλους με διάφορες ακαταλαβίστικες λέξεις και τρίτον, δεν έχουν χωνέψει καλά αυτό που λένε.
Χώρια που δεν τα καταφέρνουν ούτε και με το συντακτικό και μπερδεύονται. Βέβαια το μπέρδεμα υπάρχει πρώτα στο μυαλό. Πάντως μ’ αυτά και μ’ αυτά, καταφέρνουν να κομπλεξάρουν πολλούς, και καμιά φορά όλους, ενώ συντελούν στο να πάει η γλώσσα μας κατά διαόλου.
θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος, ότι αφού αποδεχόμαστε την ερμητική γραφή ορισμένων ποιητών, γιατί να μην αποδεχτούμε και τον δυσνόητο τρόπο γραφής των κουλτουριάρηδων; Από μία άποψη, κι ο ποιητής θα έπρεπε, οποιαδήποτε τεχνοτροπία κι αν ακολουθεί, να γράφει κατά τρόπο κατανοητό, για να μπορεί ο αναγνώστης να τον καταλαβαίνει. Γιατί, τι να την κάνουμε την οποιαδήποτε ποίηση, όταν έχει κοπεί η γέφυρα της επικοινωνίας; Τι να τα κάνουμε τα ερμητικά ποιήματα, όταν δεν τα καταλαβαίνει κανείς; Κι αφού δεν μας λένε τίποτε, πως είναι δυνατόν να μας συγκινήσουν;
Βέβαια ο ποιητής έχει τη δικαιολογία ότι γράφει για να εκφράσει τον εαυτό του, αν και πάλι θα μπορούσε να πει κανείς ότι ένας ποιητής που εκφράζεται ερήμην του αναγνώστη, τι σόι ποιητής είναι; Και αν ο σουρεαλισμός στην πρώτη φράση το παραξύλωσε, τι να πούμε για τους σημερινούς σουρεαλιστές της αρπακόλας, που γράφουν ότι τους κατέβει; Πάντως ο στοχαστής, επειδή δεν έχει καν τη δικαιολογία της έμπνευσης κι επειδή ο στόχος του είναι η συζήτηση με τον αναγνώστη, δεν θα έπρεπε να είναι ακαταλόγιστος σαν τους μοντέρνους ποιητές.
Κάποιοι ισχυρίζονται πως έτσι εμπλουτίζεται η γλώσσα μας, ενώ η απλότητα και η σαφήνεια διατηρούν τη γλώσσα στάσιμη. Αν όμως ο εμπλουτισμός της γλώσσας, γίνεται αιτία για να θριαμβεύσει η ακατανοησία, μήπως θα έπρεπε να προτιμήσουμε κάποιες φυλές τις Αφρικής που συνεννοούνται μόνο με τριακόσιες λέξεις;
Η αιτία του φαινομένου αυτού, οφείλεται όχι μόνο στην ημιμάθεια των περισσότερων κουλτουριάρηδων αλλά και στον εγωισμό τους. Δε θα μπορέσουν ποτέ οι άνθρωποι αυτοί να ακούνε περισσότερο απ’ όσο μιλάνε, να σκέφτονται περισσότερο απ’ όσο γράφουν, και να περνούν κάθε πληροφορία από το κόσκινο της κρίσης. Για να συμβεί αυτό θα πρέπει να είναι ταπεινός, να μη νομίζει πως αυτός τα ξέρει όλα και κανείς άλλος. Να μη λέει διαρκώς «εγώ νομίζω», «εγώ πιστεύω», «έχω τη γνώμη», και τα συναφή. Μέσα σ” αυτό το βραχυκύκλωμα ημιμάθειας και εγωισμού, χωρούνε αριστεροί και δεξιοί, εφημερίδες και τηλεόραση, και ορθόδοξοι και νεο-ορθόδοξοι.
Το κείμενο είναι του συγγραφέα Ντίνου Χριστιανόπουλου και αποτελεί διασκευασμένο απόσπασμα από συζήτηση με τον επίσης συγγραφέα Περικλή Σφυρίδη («Αλαμπουρνέζικα ή η γλώσσα των σημερινών κουλτουριάρηδων», πρώτη έκδοση 1990).
Πηγή: penna.gr