ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ !
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρωτοχρονιάτικα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρωτοχρονιάτικα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20 Δεκεμβρίου 2020

Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά Ψηλή μου δεντρολιβανιά....


Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά Ψηλή μου δεντρολιβανιά. 
Πώς ένα ερωτευμένο παλληκάρι έπλασε τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα 
Στα χρόνια του Βυζαντίου οι φτωχοί και χαμηλών στρωμάτων άνθρωποι δεν είχαν το δικαίωμα να μιλούν στους αριστοκράτες. Κάποιος νεαρός λοιπόν, ταπεινής καταγωγής, ερωτευμένος με μια αρχοντοπούλα, σκέφθηκε να εκμεταλλευθεί την μοναδική εξαίρεση του κανόνα, που επέτρεπε το κοινωνικό πρωτόκολλο. Έτσι την πλησίασε την περίοδο των εορτών για να της απευθύνει τραγουδιστά τις ευχές του. Προηγουμένως βεβαίως είχε φροντίσει να εντάξει ανάμεσα στα κάλαντα του Μεγάλου Βασιλείου και το ερωτικό ποίημα που είχε συνθέσει . Έμπλεξε λοιπόν τα δύο τραγούδια με τέτοιο τρόπο μεταξύ τους, ώστε κάθε δεύτερη στροφή να παινεύει την καλή του. 

Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά 
Ψηλή μου δεντρολιβανιά 
Κι αρχή καλός μας χρόνος 
Εκκλησιά με τ' άγιο θόλος 
Άγιος Βασίλης έρχεται 
Και δεν μας καταδέχεται 
Από την Καισαρεία 
Συ είσ' αρχόντισσα κυρία 
Βαστάει πένα και χαρτί 
Ζαχαροκάντιο ζυμωτή 
Χαρτί-χαρτί και καλαμάρι 
Δες κι’ εμέ, δες κι’ εμέ το παλικάρι 

Δες με αρχόντισσα κυρία, που δεν με καταδέχεσαι. Κυρά φτιαγμένη από ζάχαρη, ψηλή σαν δεντρολιβανιά. Με το ψηλό κωνικό σου καπέλο με το τούλι στην κορφή που μοιάζει σαν το θόλο της εκκλησιάς… 

Αν λοιπόν τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς σας ακούγονταν μέχρι σήμερα ολίγον τι ασυνάρτητα ή παράδοξα, τώρα που γνωρίζετε την ρομαντική τους προέλευση θα δικαιώσετε την παράδοση, που τα πέρασε από γενιά σε γενιά, για να γίνουν τα πιο διαδεδομένα στον ελληνικό χώρο. 
Δυστυχώς θα απογοητεύσουμε τους πιο ρομαντικούς από σας αφού δεν μπορούμε να σας πούμε αν τελικά η πανέμορφη κυρά κατάλαβε, πόσο μάλλον αν ανταποκρίθηκε στο ιδιόμορφο αυτό κάλεσμα αγάπης. Εύχομαι σε σας να βρείτε αγάπη και ζεστασιά σε όλο το 2021

Πηγή: www.lifo.gr
 
Κωδικοποιημένο ερωτικό μήνυμα λοιπόν ! 
Ι.Β.Ν

3 Ιανουαρίου 2020

Πρωτοχρονιάτικα ταξίδια στο παρελθόν ... !



Πρωτοχρονιάτικα ταξίδια στο παρελθόν Στην Παλιά Αθήνα του 1828 αλλά και του 1908 
Ο συνεργάτης της εφημερίδας «ΕΒΔΟΜΑΣ» με το ψευδώνυμο «Φ» επιχειρεί την πρωτοχρονιά του 1927 μια επιστροφή στα παλιά. Ας τον ακολουθήσουμε στον μικρό αυτό νοσταλγικό περίπατο… «Θα βουϊξη για μια φορά ακόμη από παντοειδείς θορύβους η οδός Αιόλου, θ’ αναστατωθή από ιαχάς, από κρότους και από σφυρίγματα το κέντρο της πρωτευούσης, θα στριμωχθούμε και θα αλληλοβοηθούμε στους κεντρικούς δρόμους κ’ έτσι θα εισέλθουν αι Αθήναι σε νέο πάλι χρόνο.
 Έρχεται και το 1928 και σέρνει πίσω του το άγνωστον. Τάχα θα φέρη κάτι τι πιο καλό η κάτι τι πιο άσχημο; Ευτυχίες η δυστυχίες; Χαρές η λύπες; Αυτή τη στιγμή που ο θόρυβος των κεντρικών δρόμων αρχίζει να βουϊζει στ’ αυτιά μας, αυτή τη στιγμή που η υποδοχή του νέου χρόνου πλησιάζει, ας κάμωμε ένα Αθηναϊκό περίπατο στο παρελθόν. 
Ας ταξειδεύσουμε στην Αθήνα προ 100 χρόνων. Αλλά και στην Αθήνα προ 20 χρόνων… Τι αναμνήσεις! Μα και τι πρόοδος! 1828. Εκατό χρόνια πίσω. Ας βρεθούμε στην Αθήνα. Ας κατεβούμε, αγαπητοί αναγνώσται, από όλα τα άκρα της νέας πόλεως στη διασταύρωσιν των οδών Αιόλου και Ερμού. Εκεί ήτο τότε το κέντρον της πόλεως. Είναι άλλως τε αυτό κι επίκαιρον γιατί εκεί και 100 χρόνια κατόπιν είναι ζωηροτάτη η πρωτοχρονιάτικη κίνησις. 
Αλλά κατά το 1828 τι ήτο εκεί; Κίνησις μικρή βέβαια. Ο πληθυσμός των Αθηνών δεν υπερβαίνει τις 10 χιλιάδες κατοίκων. Μόλις έχει ελευθερωθή η πόλις από τους τούρκους. Οι μιναρέδες των τζαμιών υψώνουν τις κορυφές των προς τον ουρανόν. Οι δρόμοι στενοί και στρωμένοι με πολλά καλντερίμια. Τραμ και σιδηρόδρομοι είναι πράγμα άγνωστον. Αμάξια κομψά δεν υπάρχουν ακόμη. Κάρα μόνον ποικιλόσχημα ανεβοκατεβαίνουν μεταξύ Αθηνών και Πειραιώς. Η ζωή είναι άτονη και νωθρή. Τσιμπούκι, ναργιλές, σταυροπόδι, φέσι... 
Πηδούμε τώρα 80 χρόνια και βρισκόμαστε μόνον 20 χρόνια πίσω. Στην πρωτοχρονιά του 1908. Τι αναμνήσεις! Πόσο έχει μεταβληθή από τότε η Αθήνα. Στην οδό Αιόλου με ροκάνες και σφυρίχτρες διώχνουν το 1907. Κίνησις αρκετή και χαρτοπόλεμος. Μα η σκόνη άφθονος. Η οδός Ερμού γεμάτη γούβες. Η άσφαλτος είναι εκεί άγνωστος ακόμη. Η Ομόνοια ομοίως γεμάτη βουνά και λάκκους. Ιδού και το τράμ της οδού Σταδίου. Στο μέσον του δενδροφυτευμένου τότε δρόμου περνάει ο ιπποσιδηρόδρομος με τα ψωραλέα άλογα. Σιγά-σιγά ανεβαίνει το τροχοφόρον τον ανώμαλο δρόμο και οι πεζοί πηδούν και ανεβαίνουν χωρίς αυτό να σταματήση. 
Δίνουν μια δεκαρούλα και κατεβαίνουν όταν θέλουν χωρίς το τραμ να σταθή. Το τραμ αυτό είναι η τελευταία λέξις της συγκοινωνίας εντός της πόλεως προ 20 ετών. Μα υπάρχουν άφθονα τα ευεργετικά μόνιππα. Με 50 λεπτά κάνετε την διαδρομή από τη μια άκρη της πόλεως έως την άλλη! Τι αναμνήσεις! 
Ας πάρουμε ένα μόνιππο, ενώ η οδός Αιόλου βουϊζει από τον θόρυβο. Ας ανεβούμε την οδόν Σταδίου. Αριστερά αφίνουμε το καφενείον «Νέον Κέντρον». Σπιτάκια χαμηλά δεξιά κι’ αριστερά. Πέρα μόνον διακρίνεται ένα ψηλό σπίτι αντίκρυ στη Βουλή. Δεξιά έχει ανοίξη κ’ ένας κινηματογράφος. Παραπάνω αριστερά, στου Τσόχα, είναι το σκαϊτιν-ριγκ. Μέσα εκεί πατινιάρει η Αθηναϊκή αριστοκρατία, οι περίφημοι «Φίφτυ-του». Φθάνουμε στο Σύνταγμα. Υπάρχει εκεί στη μέση της πλατείας ένα παλιό ρολόϊ που δεν δουλεύει ποτέ. Στρίβουμε στην οδό Πανεπιστημίου. 
Δαρδανέλλια δεν υπάρχουν παρά μόνον το ζαχαροπλαστείον Γιαννάκη. Και προχωρεί το μόνιππο εν μέσω ερήμου «αβάτου και ανύδρου». Σκόνη, λάκκοι, έλλειψις φαναριών. Κανένα μαγαζί ανοικτό. Μόνον κάτω-κάτω προς τα Χαυτεία έχει ανοίξη το «Πανελλήνιον». Νέο μαγαζί. Μπαίνουμε μέσα. 
-Μια μακαρόνια με μια πατάτα και μια μπύρα. Μεζές, φαϊ και ποτόν μαζί. 
-Κι’ ο λογαριασμός; 
-Το όλον 45 λεπτά! 
-Πάρε 50 λεπτά μαζί με το πουρμπουάρ σου! Τι αναμνήσεις! Γιατί να κάμουμε αυτό το ταξείδι; Μας θύμησε τόσα συγκινητικά πράγματα. Μας ξανάφερε στην Αθήνα προ 20 μόλις χρόνων, που ήταν αληθινή «φτωχομάνα». Μα και άθλια, αφώτιστη, γεμάτη σκόνη και λάσπη, με μικρά σπίτια και με ολίγους ανθρώπους, χωρίς κέντρα διασκεδάσεως, χωρίς ντάνσινγκ, χωρίς την σημερινήν κραιπάλην. 
Και ιδίως χωρίς τα δεκαοχτώ χιλιάδες αυτοκίνητα! Τι μεταβολές σε τόσο μικρό διάστημα! Αλλά ποιος ξέρει ακόμη τι επιφυλάσσει το μέλλον, τι επιφυλάσσει ο χρόνος που έρχεται, ο χρόνος ο γοργός και ατελείωτος.» 

Στην Παλιά Αθήνα αλιεύουμε καθημερινά από παλιές εφημερίδες και περιοδικά και σας τα σερβίρουμε σπαρταριστά. 

Πηγή: www.lifo.gr

30 Δεκεμβρίου 2019

Πρωτοχρονιά στο Πέλαγος !

Γαβριήλ Παναγιωσούλη : Πρωτοχρονιά στο Πέλαγος


Μια διαφορετική Πρωτοχρονιά
Στην μέση του Ατλαντικού μας βρήκε η πρωτοχρονιά. Από την παραμονή όλοι μας, όσοι δεν είχαν βάρδια, ήμασταν μαζεμένοι στο καπνιστήριο ξαναζωντανεύοντας το έθιμο παίζοντας 31 που είχε φουντώσει για καλά. Η ώρα περνούσε, ο καμαρότος έφερε ξηρούς καρπούς, σταφίδα και πιοτό, όλοι μασουλάγαμε κάτι, ο μάγειρας είχε φτιάξει κουραμπιέδες, μελομακάρονα.
Τα μεσάνυχτα ακριβώς κατέβηκε ο πλοίαρχος από τη γέφυρα, ο καπετάν Κουκιάς από τη Σύρο, (ένας «λύκος» καπετάνιος απ την Σύρο) -όπως λέει και το τραγούδι- μας χαιρέτισε κάθε έναν προσωπικά με μια ευχή. Χρόνια πολλά και του χρόνου στα σπίτια μας παιδιά.
Ο αέρας του Ατλαντικού βούιζε σα δαιμονισμένος, τα κύματα έσπαγαν τα μούτρα τους στην κουβέρτα, κι εμείς εκεί σκαμπανεβάζαμε με το σκαφίδι μας πέφτοντας στις υδάτινες χαράδρες. «Ελάτε όλοι να κόψουμε τη βασιλόπιτα», είπε ο καπετάνιος. Πήγαμε στο σαλόνι όπου πράγματι κόπηκε η πίτα. Μου έτυχε το φλουρί και το αντίτιμο μια χρυσή λίρα Αγγλίας, μου έδωσαν $10. Και του χρόνου στα σπίτια μας, ήταν η ευχή του καπετάνιου και όλων μας.
Πόσα χρόνια πέρασαν από τότε; Πολλά, πάρα πολλά, μέχρι που χάθηκαν, χάθηκαν τα σπίτια μας. Ποιος να φταίει; η θάλασσα η ξελογιάστρα; ο ωκεανός; οι καταστάσεις; ο χρόνος; η φτώχεια; Από το πλήρωμα ένα παιδάκι αμούστακο από την Ιθάκη δεν πρόλαβε να γυρίσει, πνίγηκε στον Ειρηνικό ωκεανό, στο Ελ Σαλβαδόρ όταν μετά το φαγητό βούτηξε για μπάνιο κι έμεινε εκεί. Όλοι οι υπόλοιποι χαθήκαμε στην αγκαλιά του χρόνου. Ποιος ξαναβρήκε το σπίτι του, δεν μπορώ να ξέρω.
Από αυτό το πλοίο μετά από χρόνο ξεμπαρκάρισα στο Baton Rouge, πρωτεύουσα της Louisiana κι από εκεί ως ναυτικός για Νέα Υόρκη. Στη μνήμη μου όμως έμεινε η ευχή του γυρισμού να παραδέρνει μόνη της και μετά να χάνεται να βουλιάζει στον Ατλαντικό. Απέμεινε όμως στη μνήμη μου, η σκιά του μάγειρα που νιόπαντρος είχε αναγκασθεί να μπαρκάρει και σε τέτοιες χρονιάρες μέρες έμενε μόνος του, σκυθρωπός, αποτραβηγμένος από τους υπόλοιπους ούτε μίλαγε, ούτε άκουγε, ούτε έπαιζε. Απέμεινε επίσης η γλυκιά ανάμνηση της συντροφικής θαλπωρής στη μέση του ωκεανού, με γυρισμένα τα βλέμματα μας πίσω στην πατρίδα και με δακρυσμένα μάτια, ευχόμενοι να πραγματοποιηθεί η ευχή· όμως τώρα είμασταν αιχμάλωτοι του ωκεανού. Προς στιγμή δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτε άλλο.
Και του χρόνου στα σπίτια μας αδέλφια. Ένα κύμα πιο χοντρό από τ’ άλλα ταρακούνησε το βαπόρι, ακούστηκε να τρίζει, σηκωθήκαμε όρθιοι ανοίξαμε τα πόδια μας για ισορροπία, απ’ την βαλβίδα του καλοριφέρ ξέφευγε μια αραχνοΰφαντη ασημένια κλωστή ατμού και τσίριζε για να μας υπενθυμίσει ότι ναι, η καρδιά (του βαποριού) εξακολουθεί να χτυπά. Έτρεξα στο πλωριό αριστερό δωμάτιο του κομοδέσιου και ξάπλωσα. Έβαλα αντιστύλι τα πόδια μου στον σκελετό του κρεβατιού για να μην με πετάξει κάτω, το μπότζι, άναψα το φωτάκι, πήρα την Ανάσταση του Τολστόι που μου είχε δανείσει ο μαρκόνης διάβασα μερικές σελίδες μέχρι να με πάρει ο ύπνος. Ονειρεύτηκα σαν να ήμουν ένας πιγκουίνος που λικνίζεται στα κύματα, κάτοικος του υγρού στοιχείου, κάτοικος της θάλασσας, μόνος έρημος σε μια παγωμένη Ανταρκτική.
Και του χρόνου στα σπίτια μας, έμεινε η βοή της ευχής του πλοιάρχου στα αυτιά μου, μια ευχή όπου έμεινε αιωρούμενη, που χάθηκε στου ατλαντικού την απεραντοσύνη, μέχρι που και τα σπίτια μας, αυτά που αφήσαμε με ότι αγαπάγαμε χάθηκαν κι αυτά…

Από τις αναμνήσεις του Γαβριήλ Παναγιωσούλη 

 https://www.kefalonitikanea.gr/2015/12/blog-post_926-5.html

29 Δεκεμβρίου 2019

Πρωτοχρονιάτικος Μποναμάς

Πρωτοχρονιάτικος Μποναμάς !
Ιδού και ένα παλιό διηγηματάκι του 1929, μικρός μποναμάς από εμάς για εσάς που τιμάτε την ιστοσελίδα μας.
«Φίλος παληός, καλός, λίγο ξεπεσμένος για την απλήν εκείνην εποχήν, μας είχε καλέση να κόψωμε, μεταξύ ανδρών μπεκιάρης κι΄αυτός, την βασιλόπητα στο σπήτι του. Ένα σπήτι καλοβαλμένο, πλούσιο, ολίγο περισσότερο επιδεικτικό από ότι εχρειάζετο, με περιποίηση λίγο επίσημη αλλ΄από καλή καρδιά.
Καλεσμένος κόσμος λίγο «μελέ» όπως θα έλεγε σήμερα ο κοσμικογράφος. Φίλοι παλαιοί και νέοι, σε μισή ώρα μέσα η προοιμιακή ψυχρή ατμόσφαιρα, που επιβάλλει πάντα μία κοσμική συγκέντρωσι, είχε ζεσταθή.
Ο φίλος μας μεγιστάν και δημοκράτης συγχρόνως. Μέσα εις τα βαρύτιμα ασημικά και τον πλούσιο κυλικείο ήξευρε να κρατή τον κόσμο του σε όλη τη διάχυση και την οικειότητα μιάς φιλικής συντροφιάς. Εις τον μπακαρά μεγαλοπρεπής επέμεινε έως ότου έχασε μερικές χιλιάδες, ποσόν μυθώδες τότε. Εις την Βασιλόπηττα πεντόλιρο –τρίτον λίρας ας πούμε τωρινής. Κατά τα ξημερώματα, ώραν του χωρισμού, πρόσκλησις εις ημερησίαν εκδρομήν εφ΄αμαξών εις τα Κιούρκα διά την ημέραν των Θεοφανείων.
-Δέχεται σαν αληθινός δούξ ο Μίμης! Είπε συνοψίζων την γενικήν εντύπωσιν κάποιος.
Αυτή ήτο και η γνώμη μου και με εκολάκευε.
Δεν ξέρω πώς χάρις εις μίαν ψιλοκουβέντα της τελευταίας στιγμής έμεινα μόνος με τον νοικοκύρην. Όταν τέλος εσηκώθην να φύγω εκείνος επέμεινε να με συνοδεύση έως την εξώπορτα. Εις μάτην επέμεινα να τον απαλλάξω του κόπου. Και είχα λόγους σοβαρούς γι΄αυτό. Έξω έβρεχε και η ομβρέλλα μου, αν και είχε την αρχαιόηττα αναμφισβητήτως, εστερείτο όμως μιάς ακτίνος. Πως ν΄ανοίξη κανείς μίαν τέτοιαν ομβρέλλα εις την εξώπορτα μιάς δουκικής συγκεντρώσεως; Δεν ειμπορούσα όμως να επιμείνω περισσότερον χωρίς να παρεξηγηθώ.
Ευρέθημεν έτσι κουβεντιάζοντας εις το πόρτ-μαντώ, ένα πόρτ-μαντώ μεγαλοπρεπές, με μπρούντζους που άστραφταν. Ήτο η κρίσιμος στιγμή. Επήρα θάρρρος! Η ομπρέλλα δεν ήτο εκεί.
-Δεν βλέπω την ομβρέλλα μου!
Είπα δειλά, τρέμων μήπως ο σύντροφος οκτώ χειμώνων εμφανισθή αιφνιδίως.
-Μα αυτή θα είνε δική σου! Μου είπεν ο αμφιτρύων και η άλλη η δική μου. Και μου έδειξε την μίαν από της δυό ολοκαίνουριες ομπρέλλες που έμειναν εις το πόρτ-μαντώ.
-Αλλά δεν είνε δική μου! Είπα πάλιν.
-Μήπως θέλεις να πάρης την δική μου; Με ρώτησε πάλιν. Θα ζημιώσης.Η δική σου είνε πειό καινoύργια.
Ηναγκάσθην να υποκύψω εις το μοιραίον. Έφυγα από την δουκικήν δεξίωσιν με μίαν πριγκηπικήν ομπρέλλα. Η αλήθεια όμως είνε ότι μαζύ με τας τύψεις και μια μεγάλη ανησυχία με eβασάνιζε. Τι θα εγίνετο αύριο, μεθαύριο, όταν ο κατά λάθος αφαιρών την δική μου ομπρέλλα θα επανήρχετο εις το σπίτι του φίλου μας δια να πάρη την δικήν του; Ποία τρομερά αποκατάστασις της αληθείας και της ιδιοκτησίας θα εγίνετο εις βάρος μου; Τι θα εσκέπτοντο ο πλούσιος κτήτωρ της ομπρέλλας και ο μεγαλοπρεπής οικοδεσπότης μου δια τον συνδαιτημόνα των της παραμονής;
Εν τούτοις αι ημέραι περνούσαν. Είδα εν τω μεταξύ τον φίλον μου και κανείς λόγος για την ομπρέλλα δεν έγινε. Αυτό ήρχιζε κάπως να με πειράζη. Επί τέλους έπρεπε να καθορισθή η θέσις μου. Έτσι μίαν ημέραν δεν εκρατήθην και ηρώτησα τον φίλον μου…
-Ησύχασε φίλτατε, μου απήντησε. Έβαλα τα πράγματα εις την θέσιν των.
-Δηλαδή;
-Να! Ήλθε ο κύριος με την ομπρέλλα, κάποιος αφηρημένος από τον Πειραιά, και έκανε μάλιστα τον θυμωμένο για την παληά ομπρέλλα που πήρε. Αλλά έννοια σου! Βρήκε με ποιόν να μιλήση.
-Μα είχε δίκηο ο άνθρωπος.
-Δίκηο; Ας πρόσεχε. Το λάθος το έκανε αυτός. Και γι΄αυτό έχασε το δίκηο του.
-Αλλ΄η θέσις η δική μου;
-Μην ανησυχείς. Συ δεν έχεις τίποτε να κάμης σ΄αυτήν την ιστορία. Πήρες μποναμά από κάποιον που δεν επερίμενε μποναμά!
-Αλλά δεν εννοώ αυτό. Επί τέλους τι του είπες του ανθρώπου;
-Απλούστατα. Του είπα: Αγαπητέ μου κύριε, άνθρωποι που κρατούν τέτοια ομπρέλλα δεν συχνάζουν σπήτι μου. Κάπου αλλού θα έγινεν η αλλαγή!».

«Πολιτεία», 1929, Α.Χρυσάνθης
Παλια Αθήνα