Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Ψυχανάλυση». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Ψυχανάλυση». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 4 Απριλίου 2026

«Κάνω Ψυχοθεραπεία, Παππούλη»

Χθὲς γίναμε μάρτυρες ἑνὸς διαλόγου πού, ἂν καὶ κράτησε μόλις λίγα δευτερόλεπτα, κατάφερε νὰ περιγράψει ἀνάγλυφα τὸ πνευματικὸ status quo τῶν ἡμερῶν μας.
Ἕνας ἱερέας, ἀπὸ ἐκείνους τούς παλαιᾶς κοπῆς ποὺ ἀκόμα νοιάζονται γιὰ τὸ «ποίμνιο» μὲ ἕναν τρόπο σχεδὸν πατρικό, πλησίασε μιὰ γνωστή μου. Μὲ τὴ γλυκύτητα ποὺ φέρνουν οἱ μέρες τοῦ Πάσχα, τὴ ρώτησε:
«Θὰ ἔρθεις, παιδί μου, φέτος γιὰ ἐξομολόγηση; Νὰ ἐλαφρώσει λίγο ἡ ψυχή σου γιὰ τὴν Ἀνάσταση;»
Ἡ ἀπάντηση ἦρθε ἀφοπλιστική, σχεδὸν ἀντανακλαστική:
«Κάνω ψυχοθεραπεία, παππούλη. Τὰ λέω ἐκεῖ».
Ὁ ἱερέας χαμογέλασε συγκαταβατικὰ καὶ ἀπομακρύνθηκε. Ὅμως ἡ ἀτάκα ἔμεινε νὰ αἰωρεῖται στὸν ἀέρα. Σὲ αὐτὴ τὴ μικρὴ φράση κρύβεται ἡ μεγάλη ἀλήθεια τῆς ἐποχῆς μας. Εἶναι πλέον πολὺ εὐκολότερο γιὰ τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀνοίξει τὸ πορτοφόλι του στὸν θεραπευτή, παρὰ νὰ παραδώσει τὸν ἐγωισμό του... στὸν ἐξομολόγο.
Γιατί ἡ γνωστή μου –καὶ χιλιάδες ἄλλοι σὰν ἐμᾶς– προτιμᾶ τὸν καναπὲ ἀπὸ τὸ πετραχήλι; Ἡ ἀπάντηση κρύβεται στὴν ἄνεση. Ὅταν πληρώνεις γιὰ μιὰ ὑπηρεσία, εἶσαι ὁ κυρίαρχος. Στὸ γραφεῖο τοῦ ψυχολόγου, εἶσαι ὁ «πελάτης» ποὺ ἀναλύει τὸ τραῦμα του. Στὴν ἐξομολόγηση, εἶσαι ὁ «ἄνθρωπος» ποὺ παραδέχεται τὸ σφάλμα του.
Τὸ πορτοφόλι μας τὸ δίνουμε εὔκολα. Τὸ 50ευρω τῆς συνεδρίας εἶναι τὸ τίμημα γιὰ νὰ κρατήσουμε τὸν ἔλεγχο τῆς ἀφήγησής μας. Πληρώνουμε γιὰ νὰ ἀκουστοῦμε, νὰ δικαιωθοῦμε, νὰ «ἐξηγηθοῦμε». Ὁ ἐγωισμός μας παραμένει στὸ ἀπυρόβλητο, ἀφοῦ κάθε μας σκοτεινὴ πτυχὴ βαφτίζεται «μηχανισμὸς ἄμυνας».
Καὶ κάπως ἔτσι συνεχίζεται ἡ ζωή μας στὸ πνευματικὸ σκοτάδι.


Η ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ ΕΧΕΙ ΣΑΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟ ΕΓΩ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ. Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΑΣ ΠΟΥΜΕ ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ. ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΝΟΝΤΑΙ; ΔΥΣΚΟΛΑ. Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΕΧΕΙ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΘΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ.

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026

Ο σημερινός άνθρωπος έρχεται στην Εκκλησία όχι ως άρρωστος, αλλά ως πελάτης. «Μου αρέσει», «Δεν μου αρέσει», «ήταν πολύωρο», «μίλησε πολύ δυνατά», «Δεν ένιωσα τίποτα». Έτσι κρίνει ο άνθρωπος τη λειτουργία, σαν να ήταν προϊόν.

                                  

Ο σημερινός άνθρωπος έρχεται στην Εκκλησία όχι ως άρρωστος, αλλά ως πελάτης. «Μου αρέσει», «Δεν μου αρέσει», «ήταν πολύωρο», «μίλησε πολύ δυνατά», «Δεν ένιωσα τίποτα». Έτσι κρίνει ο άνθρωπος τη λειτουργία, σαν να ήταν προϊόν. Δεν έρχεται πλέον για να θεραπευτεί, έρχεται για να ικανοποιηθεί. Αν το κήρυγμα τον πληγώσει, φεύγει.

Αν του πουν να αλλάξει, αναστατώνεται. Αν του ζητήσουν να κάνει υπομονή, ψάχνει για άλλο μέρος. Έχει ξεχάσει ότι η Εκκλησία δεν είναι θέατρο, ούτε πνευματικό εστιατόριο. Είναι νοσοκομείο, και δεν πας στο νοσοκομείο για να σε χειροκροτήσουν, αλλά για να σε κόψουν, να σε καθαρίσουν, να σε γιατρέψουν.

Όποιος μπαίνει στην Εκκλησία χωρίς ταπεινότητα φεύγει χωρίς θεραπεία.

Η χάρη δεν λειτουργεί σύμφωνα με το γούστο του ανθρώπου, αλλά σύμφωνα με την πληγή του. Αλλά ο σύγχρονος άνθρωπος δεν θέλει πλέον να αγγίζεται η πληγή του, γιατί πονάει. Θέλει παρηγοριά χωρίς αλήθεια, συγχώρεση χωρίς μετάνοια, κοινωνία χωρίς εξομολόγηση.

Και όταν δεν παίρνει αυτό που θέλει, λέει ότι « δεν αισθάνεται πια τίποτα ». Δεν είναι η Εκκλησία που έχει κρυώσει — η καρδιά έχει κλείσει… Το νοσοκομείο είναι το ίδιο. Ο γιατρός είναι ο ίδιος. Η θεραπεία είναι η ίδια. Αλλά ο ασθενής αρνείται την επέμβαση και εκπλήσσεται που η ασθένεια παραμένει.


Αμήν

Πατήρ Παναγιώτης.
 / Posted by PROSKINITIS

Ο σημερινός άνθρωπος έρχεται στην Εκκλησία όχι ως άρρωστος, αλλά ως πελάτης. «Μου αρέσει», «Δεν μου αρέσει», «ήταν πολύωρο», «μίλησε πολύ δυνατά», «Δεν ένιωσα τίποτα». Έτσι κρίνει ο άνθρωπος τη λειτουργία, σαν να ήταν προϊόν. | Οδοιπορούντες Αγίου Συμεών Του Νέου Θεολόγου


Τι μπορώ, για πες μου, να σε διδάξω για όλα τα αναγκαία της πίστεως, όταν έρχεσαι στην εκκλησία μία ή δύο φορές τον χρόνο;


«Για την ψυχή, για το σώμα, για την αθανασία, για την Βασιλεία των ουρανών, για την κόλασι, για την γέεννα, για την μακροθυμία τού Θεού, για την συγχώρησι, για την μετάνοια, για το βάπτισμα, για την άφεσι των αμαρτιών, γι’ αυτή την δημιουργία, την ουράνια και την επίγεια, για την φύσι των αγγέλων, για την κακουργία των δαιμόνων, για τα τεχνάσματα του διαβόλου, για τον τρόπο ζωής των Χριστιανών, για τα δόγματα, για την ορθή πίστι, για τις διεφθαρμένες αιρέσεις;»
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος – Λόγος εις το άγιον Βάπτισμα

ΔΕΝ ΔΙΔΑΣΚΕΙ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ. ΤΗΝ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΗ. ΘΕΛΗΣΕ ΝΑ ΘΕΡΑΠΕΥΣΕΙ ΤΟΝ ΠΑΛΑΙΟ ΑΝΘΡΩΠΟ ΚΑΙ ΕΓΙΝΕ ΣΑΝΑΤΟΡΙΟ.
ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΤΟΥ ΠΕΙ; Ο ΚΥΡΙΟΣ ΛΕΕΙ.  ΣΕ ΟΠΟΙΟΝ ΘΕΛΕΙ. 
ΟΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΙ  ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΓΙΑΤΡΟΥΣ ΔΙΝΟΥΝ ΣΥΝΤΑΓΗ ΤΗΝ ΥΓΙΕΙΝΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΤΡΩΓΟΝΤΑΣ ΓΥΡΟ ΟΙ ΙΔΙΟΙ.

O ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΕΚΜΗΔΕΝΙΣΤΙΚΟΣ ΟΡΙΣΜΟΣ Ή ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΑΝ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ Ή ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ. ΕΝΤΕΛΩΣ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΑ ΛΕΗΛΑΤΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ ΣΑΝ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ ΓΙΑ ΔΥΝΑΜΗ.

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

Ο Άγιος Γέροντας Παϊσιος για την Ψυχολογία και Ψυχιατρική που δεν παραδέχεται την ψυχή

Προς Βασίλειον
Τίμιος Σταυρός 23/7/1977
Αγαπητέ μου αδελφέ κύριε Βασίλειε,
«Χαίρε εν Κυρίω»
Διάβασα το βιβλίο σας [και], αν και εγώ δεν είμαι αρμόδιος, θα σας πω το λογισμό μου επάνω σ’ αυτά που μου γράφετε, μια που το ζητάτε.
Κατ’ αρχάς ο τίτλος του βιβλίου «Ψυχολογία» [1] δεν μου άρεσε.
Μέσα έχει πολλά καλά – και πολύ θα βοηθήσουν τους νέους- αλλά και πολλά από αυτά, εάν δεν τα γνώριζαν οι νέοι (τα λέγατε μόνο στους εκπαιδευτικούς), θα βοηθούσαν καλύτερα.
Επίσης, εάν περισσότερο τα παρουσιάζετε τα πράγματα πνευματικά –παρά επιστημονικά– θα βοηθιόντουσαν πιο θετικά (με το να συλλάβουν το βαθύτερο νόημα της ζωής) να έλθη η Θεία Χάρις με τη θεία παρηγοριά, για να νοιώθουν χαρούμενα τα παιδιά και να μην καταφεύγουν σε χαμηλές και μάταιες χαρές, που δεν ξεδιψάνε την ψυχή, αλλά την καίνε περισσότερο.
Ο άνθρωπος, που δεν πιστεύει στο Θεό και στη μέλλουσα αιώνια ζωή, καταδικάζει αιώνια τη ψυχή του, και μένει απαρηγόρητος και σ’ αυτή τη ζωή. Νομίζω ότι όλη η προσπάθεια πρέπει να γίνη σ’ αυτή την κατεύθυνση∙ διότι βλέπουμε σχεδόν όλη την Ευρώπη που διέθεσε όλη την επιστήμη (την ανθρώπινη γνώση), για να διορθώση [δήθεν] την εικόνα του Θεού∙ αλλά για να μην είναι [ενν. επειδή δεν είναι] οι ίδιοι (σχεδόν όλοι) στραμμένοι προς τον Θεόν, και [για] να [μη] ζητάνε και την θεία Του επέμβαση, ταλαιπωρούνται συνέχεια, και ταλαιπωρούν συνέχεια μικρούς και μεγάλους∙ και από την φύση [Εννοεί, το φυσικό περιβάλλον], την οποία σιγά-σιγά παραμορφώνουν, άρχισαν να παραμορφώνουν και τους ανθρώπους, και να τους «περιποιούνται» στα ψυχιατρεία με ηλεκτροσόκ. Ο Θεός να μας ελεήση.
Συγχώρεσέ με, τα γράφω με πόνο, γιατί βλέπω την καημένη την νεολαία εγκαταλειμμένη από πνευματικούς, γιατί οι περισσότεροι [πνευματικοί] ασχολούνται με την πρόνοια (ενώ υπάρχει η κοινωνική πρόνοια και κάνει πιο καλύτερα τη δουλειά της στον τομέα αυτό), και το έργο του πνευματικού (δυστυχώς), το κάνουν ψυχίατροι [2], που οι περισσότεροι δεν παραδέχονται ψυχή, ή την παραδέχονται με τον δικό τους τρόπο, και να μην αναγνωρίζουν (ενν: δεν αναγνωρίζουν) την αξία της ψυχής, που μια ψυχή αξίζει περισσότερο από όλον τον κόσμο, καθώς μας λέει ο Χριστός.
Εάν δεν υπήρχαν και τα ψυχολογικά βιβλία και τα ψυχολογικά βιβλία, θα έχουμε λιγότερες αυτοκτονίες, γιατί πολλοί που τα διαβάζουν, καταδικάζουν τον εαυτό τους, ενώ η χάρις του Θεού διώχνει και τα κληρονομικά και σκορπάει και χαρά.
Εάν το επανεκδώσετε, δώστε «τα πρωτεία στα Αναστάσιμα».


Με πολλή αγάπη Χριστού
Ο αδελφός σας
Μον. Παϊσιος

[1] Ο Γέροντας, ενώ συνιστούσε στους ασθενείς να συμβουλεύωνται χριστιανούς ιατρούς -«διότι τους φωτίζει ο Θεός» κατά το λόγιό του- είχε εκφράσει επανειλημμένως την απαρέσκειά του προς τα «ψυχολογικά» βιβλία, αλλά και προς αυτή την ίδια την «ψυχολογία» και την «ψυχιατρική» η οποία ασκείται από επιστήμονες και ιατρούς, οι οποίοι δεν πιστεύουν στην ύπαρξη της ανθρώπινης ψυχής, όπως δέχεται αυτήν η θεολογία της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας. Όντας ο ίδιος βαθύς γνώστης, Χάριτι Θεού, του μυστηρίου της ενοικούσης στον ανθρωπολογικής και νοεράς ψυχής, των φυσιολογικών αλλά και των παθολογικών εκδηλώσεών της, στενοχωριόταν και υπέφερε πολύ, όταν έβλεπε τις βαριές αστοχίες και τα λάθη στην αντιμετώπιση των ασθενών αυτών, τα οποία είχαν σοβαρότατες συνέπειες για τον ασθενή και το περιβάλλον του.
Δεδομένου δε ότι οι πλείστοι ακαδημαϊκοί δάσκαλοι της ψυχια­τρικής θεωρούν ότι τα «ψυχικά φαινόμενα» έχουν μόνον βιολο­γικό υπόβαθρο –θεώρηση, η οποία συνιστά άρνηση της ύπαρξης άυλης, νοερής και λογικής ψυχής στον άνθρωπο– ήταν πολύ επι­φυλακτικός ή αρνητικός για πολλές «θεραπείες» που εφάρμοζαν οι προαναφερθέντες ψυχίατροι.
Ο Γέροντας θεωρούσε ότι τα αίτια των περισσοτέρων ψυχικών ασθενειών είναι πνευματικά και ότι τα «ψυχοφάρμακα» δεν θε­ραπεύουν, αλλά έχουν μόνον κατασταλτικό χαρακτήρα, και ότι είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται με φειδώ σε περιπτώσεις πα­σχόντων «ψυχασθενών», έως ότου καταστή εφικτή η επικοινωνία με αυτούς.

[2] Ο Γέροντας θλίβεται και πονά, διότι διαπιστώνει ότι πολλοί πνευ­ματικοί (εξομολόγοι) έχουν εγκαταλείψει το κύριο έργο τους -που είναι η διαποίμανση των νέων- και ασχολούνται με έργα δευ­τερεύοντα. Ταυτόχρονα δηλώνει την σαφή αντίθεσή του προς την ανάθεση του έργου των πνευματικών σε ψυχιάτρους - και φυσι­κά και προς την περίπου ταυτόσημη μεταποίηση των πνευμα­τικών σε ψυχιάτρους, που επιχειρείται στις ημέρες μας. Το αποτέλεσμα είναι ν' αυξάνουν οι τρόφιμοι των ψυχιατρείων και οι αυτοκτονίες, ενώ αυτά θα περιορίζονταν δραστικά, εάν η Εκκλη­σία μας διέθετε πολλούς θεοφώτιστους πνευματικούς!
ΤΡΕΛΟ-ΓΙΑΝΝΗΣ: Ο Άγιος Γέροντας Παϊσιος για την Ψυχολογία και Ψυχιατρική που δεν παραδέχεται την ψυχή

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Η επινόηση της αναλογίας 5

Συνέχεια από Πέμπτη 8. Ιανουαρίου 2026


Η επινόηση της αναλογίας 5
Μεταφυσική και οντοθεολογία

Του Jean-François Courtine

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

......Αν η μπρεντανιανή συστηματοποίηση των πολλαπλών σημασιών λειτουργεί με τρόπο απολύτως κλασικό (θα επανέλθουμε σε αυτό), ακολουθώντας το καθοδηγητικό νήμα μιας διδασκαλίας περί της αναλογίας του είναι —μιας διπλής και σύνθετης διδασκαλίας που επιδιώκει να συνδυάσει την αναλογία της αναλογικότητας με την αναλογία της απόδοσης—, με κύριο μέλημα του Brentano πάντοτε τη δυνατότητα να συναχθούν όλες οι διαφοροποιημένες σημασίες από μία σημασία που θεωρείται ενιαία και κεντρική, μπορεί κανείς να αναρωτηθεί αν ο Heidegger άσκησε ποτέ κριτική στο ίδιο το αρχικό αξίωμα αυτής της συστηματοποίησης (Πρβλ. κεφ. V, §3: Οι κατηγορίες είναι διάφορες σημασίες του ὄντος που εκφέρεται σε σχέση με αυτές κατ’ ἀναλογίαν, και μάλιστα με διττό τρόπο: σύμφωνα με την αναλογία της αναλογικότητας και σύμφωνα με την αναλογία μέσω αναφοράς σε έναν και τον αυτό όρο.).

Προτού επιχειρήσουμε να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, χρειάζεται να αναλύσουμε συνοπτικά το κεφάλαιο V της Διατριβής, υπενθυμίζοντας καταρχάς τα «συμπεράσματά» του, όπως αυτά διατυπώνονται στους τίτλους τεσσάρων καθοδηγητικών παραγράφων:
§4: Οι κατηγορίες είναι οι ανώτατες κοινές συνώνυμες έννοιες, τα ύψιστα γένη του είναι.
§5: Οι κατηγορίες είναι τα ανώτατα κατηγορήματα της πρώτης ουσίας.
§6: Οι κατηγορίες διακρίνονται σύμφωνα με τη διαφορά της σχέσης τους προς την πρώτη ουσία.
§7: Οι κατηγορίες διακρίνονται σύμφωνα με τους διάφορους τρόπους κατηγόρησης......


Από αυτούς τους τίτλους προκύπτει ήδη αυτό που μπορεί να θεωρηθεί ως το γενικό συμπέρασμα της πραγματείας:
Από εκείνο που είναι το λιγότερο κυριολεκτικά ον, ανυψωθήκαμε προοδευτικά στο ον που είναι το κυριολεκτικότερο

Το κεντρικό ερώτημα: «Ποια είναι η ενιαία εστία των αποδοχών του Είναι;» παραμένει, ως προς την προέλευσή του, μπρεντανικό, ακόμη κι αν φυσικά η απάντηση του Heidegger, ο οποίος αναδεικνύει τον χρόνο ως τον ορίζοντα της ερμηνείας του νοήματος του Είναι, είναι απόλυτα νέα (Βλ. ήδη το πρώτο μάθημα του Marbourg (χειμερινό εξάμηνο 1923–1924), Einführung in die phänomenologische Forschung, Ga. 17, F.-W. von Herrmann (επιμ.), Φρανκφούρτη, Klostermann, 1994, σ. 46: «οὐσία δίνει τον θεμελιώδη χαρακτήρα του όντος ως είναι: παρουσία (Anwesenheit)».). Αν επιτρέπεται ακόμη να γίνεται λόγος για αναλογικοποίηση, τότε αυτό γίνεται σε μια αρκετά παράγωγη ή μετατοπισμένη σημασία, στο μέτρο που ο Heidegger του Είναι και Χρόνος θέτει κάτι σαν ένα υποδειγματικό ον, δηλαδή το Dasein, πάνω στο οποίο διαβάζεται το νόημα του «είναι» (Sein und Zeit, § 2, σ. 7: «Σε ποιο ον πρέπει να αποκρυπτογραφηθεί το νόημα του Είναι, σε ποιο ον πρέπει να λάβει την αφετηρία της η αποκάλυψη του Είναι; Είναι αυτή η αφετηρία αυθαίρετη ή μήπως ένα ορισμένο ον κατέχει μια πρωτοκαθεδρία στην επεξεργασία του ερωτήματος του Είναι; Ποιο είναι αυτό το υποδειγματικό ον και με ποια έννοια έχει πρωτοκαθεδρία; Αν το ερώτημα του Είναι πρέπει να τεθεί ρητά και να ολοκληρωθεί με πλήρη διαφάνεια ως προς τον ίδιο του τον εαυτό, τότε μια επεξεργασία αυτού του ερωτήματος, σύμφωνα με τις προηγούμενες διευκρινίσεις, απαιτεί την εξήγηση του τρόπου στόχευσης του Είναι, της κατανόησης και της εννοιακής σύλληψης του νοήματος, την προετοιμασία τής δυνατότητας τής ορθής επιλογής τού υποδειγματικού όντος, την επεξεργασία τού αυθεντικού τρόπου πρόσβασης σε αυτό το ον» (γαλλ. μτφρ. E. Martineau, Παρίσι, Authentica, 1985, σ. 29–30).).

Όμως, γενικότερα, το ίδιο το γεγονός ότι μιλούμε για το «νόημα» του Είναι ή για το νόημα του «Είναι» δεν συνεπάγεται εξαρχής την προϋπόθεση μιας δυνατής μονοσημίας; Έχει αυτή η δομή σκέψης εγκαταλειφθεί οριστικά από έναν μεταγενέστερο Heidegger, όταν τονίζει ακόμη ότι το Sein ή, καλύτερα, το Ereignis είναι singulare tantum, όταν επεξεργάζεται μια «δεύτερη» φιλοσοφία της γλώσσας (ας πούμε εκείνη που συνοψίζεται στο Unterwegs zur Sprache), η οποία αποκλείει εξαρχής τη μεταφορικότητα και τη μεταβίβαση που αναλογικοποιεί από το αισθητό στο υπεραισθητό; Μπορούμε, στο πλαίσιο αυτής της εισαγωγής, να αφήσουμε ανοιχτά αυτά τα ερωτήματα, στα οποία θα επανέλθουμε.

Σε αυτή την προβληματική, που μπορεί να χαρακτηριστεί κλασική ή κλασικά αριστοτελική, προστίθεται, για να προσαρμοστεί σε αυτήν με περισσότερο ή λιγότερο δύσκολο τρόπο, μια δεύτερη προβληματική, αυτή τη φορά χουσερλιανής προέλευσης, η οποία αφορά την άρθρωση μεταξύ της «τυπικής οντολογίας», νοούμενης ως προσδιορισμού του αντικειμένου εν γένει και ως τέτοιου, και των περιφερειακών (υλικών) οντολογιών, που αντιστοιχούν στις διαφορετικές περιοχές του Είναι, οριοθετημένες από και σε συνάρτηση με ειδικά κατηγορικά χαρακτηριστικά (το υλικό συνθετικό a priori). Βεβαίως, θα αναζητούσε κανείς μάταια στον Heidegger μια απλή θεματική αντίθεση του «τυπικού» και του περιφερειακού-υλικού, ωστόσο απαντά πράγματι μια «θεμελιώδης οντολογία» (Fundamentalontologie), στην οποία υποτάσσονται περιφερειακές οντολογίες: τα διάφορα οντολογικά πεδία και η αντίστοιχη σύσταση του είναι τους.

Ο Heidegger, σε αντίθεση με τον Brentano, επιχειρεί να αναδείξει, στο πλαίσιο μιας φαινομενολογικής αποδόμησης, την πράξη γέννησης των κατηγοριών, την πηγή από την οποία αντλήθηκαν, σύμφωνα με μια πρωτότυπη προσέγγιση που έρχεται να υποκαταστήσει την μπρεντανική απόπειρα «γενεαλογίας» ή «παραγωγής» των κατηγοριών. Πρόκειται πλέον να καταδειχθεί η θεμελιώδης εμπειρία της ποίησις στο υπόβαθρο των ελληνικών κατηγοριών της Vorhandenheit: οι θεμελιώδεις προσδιορισμοί της ελληνικής οντολογίας θα είχαν αντληθεί από τις κατηγορίες της παραγωγής, της κατασκευής, της τέχνης (. Βλ. J. Taminiaux, «La réappropriation de l’ Éthique à Nicomaque, ποίησις et πράξις dans l’articulation de l’ontologie fondamentale», στο Lectures de l’ontologie fondamentale. Essais sur Heidegger, «Krisis», Γκρενόμπλ, J. Millon, 1989, σ. 147–181.).

Όπως και ο Brentano, ο Heidegger εκκινεί από την πολλαπλότητα των αποδοχών του Είναι που διακρίνει ο Αριστοτέλης στη Μεταφυσική Ζ και από το ερώτημα αν είναι δυνατόν να βρεθεί ένα ενιαίο θεμέλιο, μια πρώτη και κατευθυντήρια αποδοχή για όλες τις άλλες. Ο Brentano, όπως είδαμε, ανέδειξε, ως θεμελιώδη ποικιλία, την κατηγορική πολλαπλότητα, πριν υπογραμμίσει την αδιαμφισβήτητη προτεραιότητα, μεταξύ αυτών, της ουσίας (οὐσία):

Το Είναι με την πρώτη και εξέχουσα σημασία δεν είναι άλλο, όπως είδαμε, παρά η οὐσία, και η πρώτη και κυριότερη οὐσία είναι η πρώτη οὐσία, δηλαδή η ατομική ουσία· κάθε τι που Είναι, κάθε τι που μπορεί πράγματι να Είναι, είναι μόνο στο μέτρο που βρίσκεται μέσα σε αυτήν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Κατέχουμε λοιπόν τον όρο στον οποίο αναφέρεται το καθετί, σε όποια κατηγορία κι αν ανήκει (Brentano, όπ. παρ., σ. [109–110].).

Κατά μία έννοια, ο Heidegger συμμερίζεται ακόμη αυτή την μπρεντανική προοπτική στο μάθημα που αφιερώνει στον Αριστοτέλη (Aristoteles, Metaphysik 1–3. Vom Wesen und Wirklichkeit der Kraft), το 1931, δηλαδή αφού έχει απορρίψει τη σχολαστική αριστοτελοθωμιστική ανάλυση και ενώ προσπαθεί να προσδιορίσει τη θεμελιώδη σημασία του Είναι, αρχικά στο Είναι ως αληθές και κατόπιν στο Είναι κατά δύναμιν και ἐνέργειαν. Στο εισαγωγικό μέρος αυτού του μαθήματος, με τρόπο ενδεικτικό, ο Heidegger αναζητεί, ως απάντηση στο αριστοτελικό ερώτημα σχετικά με την πολλαπλότητα και την ενότητα του Είναι, την ενότητα των σημασιών του Είναι εξετάζοντας ορισμένα χωρία του βιβλίου Κ της Μεταφυσικής, χωρίς μάλιστα να θέτει ποτέ το ζήτημα της γνησιότητάς του (Για μια κριτική συζήτηση βλ. Pierre Aubenque, «Sur l’inauthenticité du livre K», στο Zweifelhaftes im Corpus Aristotelicum, P. Moraux και J. Wiesner (επιμ.), Peripatoi, τ. 14, Βερολίνο, 1983, σ. 318–344. Ήδη όμως ο Paul Natorp, τον οποίο ο Heidegger διάβαζε προσεκτικά, είχε το 1888 απορρίψει αυτό το βιβλίο ως μη γνήσιο, λόγω της ταύτισης που συνεπάγεται μεταξύ θεολογίας και οντολογίας: «Über Aristoteles’ Metaphysik, K 1–8, 1065 a 26», στο Archiv für Geschichte der Philosophie, 1888 (1), σ. 178–193. Ας επισημανθεί επίσης η γόνιμη μελέτη του Emmanuel Martineau: «De l’inauthenticité du livre E de la Métaphysique d’ Aristote», στο Conférence, αρ. 5, 1997, σ. 445–509. Ο συγγραφέας, με απολύτως συνεπή τρόπο, προκειμένου να αποδείξει τη γνησιότητα των Κ 7–8, απορρίπτει το βιβλίο Έψιλον.).

Στα χωρία του βιβλίου Κ που σχολιάζει ο Heidegger, η πρὸς ἕν ομωνυμία ερμηνεύεται ακριβώς ως μείωση, αναγωγή (ἀναγωγή) όλων των κατηγοριών στην ουσία, νοούμενη ως κοινό γένος (κοινόν) (Ga., 33, σ. 42 (γαλλ. μτφρ., σ. 29).). Παραπέμποντας στο Κ 3, 1060 b 32 κ.ε. (τὸ δ᾽ ἂν πολλαχῶς καὶ οὐ καθ᾽ ἕνα λέγεται τρόπον), ο Heidegger διερωτάται με ποιον τρόπο ο Σταγειρίτης ερμηνεύει το πολλαχῶς, υπογραμμίζοντας ότι ο Αριστοτέλης διαβλέπει καθαρά τη συνέπεια που θα μπορούσε να απορρεύσει από μια τέτοια σύλληψη, δηλαδή τη «διασπορά» του ὄντος σε πολλούς τρόπους, και, έτσι, την αποσύνθεση —η οποία ποτέ δεν εξετάστηκε σοβαρά— του ἕν. Γι’ αυτόν τον λόγο, σύμφωνα με την ανάγνωση του Heidegger, ο Αριστοτέλης οφείλει αμέσως να διορθώσει: πρὸς ἕν τι καὶ κοινὸν ἡ ἀναγωγή γίγνεται, πράγμα που ο Heidegger ερμηνεύει ως εξής: «Για κάθε ον, για καθεμία από τις σημασίες του, υπάρχει η άνοδος, η επιστροφή (Hinauf- und Zurückführung) προς μια ορισμένη ενότητα και κοινοτικότητα». Και ο Heidegger σχολιάζει με τους εξής όρους μια τέτοια «αναγωγή» ή αυτήν τη reductio (Reductio είναι η μετάφραση που προτείνει ο Guillaume de Moerbeke για να αποδώσει εδώ το Γ΄ ἀναγωγή.) προς την ενότητα:

Το Είναι λέγεται με αναφορά (mit Rücksicht – «respectus») σε κάτι που είναι κατά κάποιον τρόπο κοινό σε κάθε έναν από τους τρόπους και που βρίσκεται σε κοινοτική σχέση μαζί τους, έτσι ώστε αυτοί οι πολλαπλοί τρόποι να έχουν όλοι την ίδια ρίζα και την ίδια προέλευση. Το ὄν χάνει τόσο λίγο την ενότητά του στο πολλαχῶς, ώστε δεν μπορεί ποτέ να είναι χωρίς το «ἕν».

Έτσι, το ον που φαίνεται να διαχέεται ή να διασκορπίζεται χωρίς επιστροφή στην πολλαπλότητα των σημασιών του, δεν παύει ωστόσο να είναι ον καθ’ όσον είναι ένα. Με άλλα λόγια, και με τον κίνδυνο του παραδόξου, μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι το πολλαχῶς αποτελεί για το ον την εγγύηση της ενότητάς του, όπως ακριβώς το ἕν αποτελεί την εγγύηση της πολλαπλότητάς του (Όπ. παρ., σ. 29: «Το ὄν, μέσω του πολλαχῶς, δεν χάνει τόσο λίγο την ενότητά του, ώστε, αντιθέτως, δεν μπορεί ποτέ να είναι χωρίς το ἕν αυτό που είναι».).

Βεβαίως, το ὄν και το ἕν είναι εννοιολογικά διαφορετικά· αλλά είναι το ίδιο πράγμα ως προς την ουσία, δηλαδή ανήκουν αμοιβαία το ένα στο άλλο.

Ο Heidegger επιμένει εκτενώς σε αυτό τό συνανήκειν του Είναι και του ενός, όπως εκφράζεται μέσω του όρου ἀκολουθεῖν (Γ 2, 1003 b 22 κ.ε.). Το Είναι και το Ενα είναι μία και η αυτή φύσις, «στον βαθμό που ακολουθούν το ένα το άλλο»: τὸ ὂν καὶ τὸ ἓν ταὐτὸν καὶ μία φύσις τῷ ἀκολουθεῖν ἀλλήλοις ὥσπερ ἀρχὴ καὶ αἴτιον. Είναι λοιπόν το ίδιο να λέγεται ότι η «αναγωγή» (ἀναγωγή) συμβαίνει πρὸς ὄν ή πρὸς ἕν (Κ 3, 1061 a 15).

Στην ίδια την ουσία του Είναι ανήκει η ενότητα, και μέσα στην ενότητα βρίσκεται πάντοτε ήδη το Είναι. Την ιδιαιτερότητα αυτής της σχέσης ο Αριστοτέλης τη συλλαμβάνει ως ἀκολουθεῖν ἀλλήλοις (ἀκολούθησις), ως «αμοιβαίο ακολουθείν», και ως ἀντιστέφειν (ἀντιστροφή), ως «αμοιβαίο στρέφεσθαι το ένα προς το άλλο».

Ο Heidegger αντλεί από εδώ αυτό το πρώτο κεφαλαιώδες συμπέρασμα: «Η ενότητα του Είναι δεν σώζεται ενάντια στην πολλαπλότητά του, αλλά, αντιθέτως, ενόψει αυτής». Δεν είναι εντελώς σαφές εδώ ποια είναι η ενότητα που έχει κατά νου ο Heidegger: εκείνη των κατηγοριών, σύμφωνα με τη δομή του πρὸς ἕν, ή εκείνη που υπάρχει ή που εγκαθιδρύεται ανάμεσα στις τέσσερις κύριες αποδοχές του Είναι; Φαίνεται πάντως ότι, για τον Αριστοτέλη, στα χωρία που παρατέθηκαν παραπάνω, η ενότητα περί ης ο λόγος είναι εκείνη της κατηγορικής πολλαπλότητας. Όπως και να έχει, διακρίνεται καθαρά με ποιον τρόπο ο Heidegger, σε αυτό το μάθημα, συνδέει ο ίδιος το δικό του ερώτημα με εκείνο του Αριστοτέλη και πώς ερμηνεύει την αριστοτελική απάντηση στο ζήτημα του ενός/είναι και του πολλαπλού στο πλαίσιο μιας αρκετά σχολαστικής διδασκαλίας της αναλογίας, έστω κι αν αυτή χαρακτηρίζεται ως «αδιέξοδο». Ας ξαναπάρουμε αυτά τα διαφορετικά στάδια πιο αναλυτικά.[ΚΑΙ ΟΛΟΣ Ο ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΑΠΟΦΥΓΕΙ ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΟΤΙ ΤΟ ΕΝ ΚΑΙ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΕΙΝΑΙ ΦΩΣ ΚΑΙ Η ΕΝΟΤΗΣ, Η ΨΥΧΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΦΩΣ ΣΤΗΝ ΥΛΗ , ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ ΤΗΝ ΦΥΣΗ, ΤΟ ΚΑΛΛΟΣ ΚΑΙ Ο ΝΟΥΣ Η ΔΥΝΑΜΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΕΙΝΑΙ ΦΩΣ, ΔΩΡΟ ΑΥΤΟΦΩΤΟ]

Αφού έχει υπογραμμίσει τό συνανήκειν του Ενός και του Είναι, αφού έχει επισημάνει την «αναγωγική» ενότητα του Είναι (πρὸς ἕν τι κοινόν), ή ακόμη κατά τι κοινόν, σύμφωνα με τη διατύπωση του Κ 3, 1060 b 35, την οποία ο Heidegger δεν φαίνεται εδώ να διακρίνει από το πρός τι, σημειώνει ωστόσο:
«Αναμφίβολα ο Αριστοτέλης παραμένει προσδεδεμένος στην πιο πρωταρχική συγγένεια ανάμεσα στην ενότητα και στο Είναι· αναμφίβολα ο Αριστοτέλης επικαλείται διαρκώς και το πολλαχῶς. Όμως έτσι δεν έχει ακόμη γίνει τίποτε για να απαντηθεί το αποφασιστικό ερώτημα: με ποιον τρόπο το ὄν (εἶναι) ᾗ πολλαχῶς λεγόμενον, το Είναι καθ’ όσον λέγεται κατά πολλούς τρόπους, είναι κοινόν τι, κάτι κατά κάποιον τρόπο κοινό στους πολλούς;

Είναι αυτό το ένα-είναι κάτι πριν από κάθε ανάπτυξη (Entfaltung); είναι κάτι αυτοτελές (etwas für sich Bestehendes) και, μέσα σε αυτή την αυτοτέλεια (Eigenständigkeit), είναι η αληθινή ουσία του είναι; Ή μήπως το Είναι, ως προς την ουσία του (das Sein seinem Wesen nach), δεν είναι ποτέ μη-αναπτυγμένο (unentfaltet), έτσι ώστε η πολλαπλότητα, με τις πολλαπλές της πτυχώσεις (die Vielfalt und deren Faltung), να συγκροτεί την ίδια την ιδιάζουσα ενότητα αυτού που έτσι συλλαμβάνεται ως συναθροισμένο; Μεταδίδεται το Είναι σε καθέναν από τους τρόπους του, έτσι ώστε, μέσω αυτής της μετάδοσης, ασφαλώς να κατανέμεται (verteilen), αλλά χωρίς, μέσα σε αυτή την κατανομή (Verteilung), να είναι διαμελισμένο (zerteilt) με τρόπο που θα το αποσυνέθετε σε αποκομμένα μέρη, πράγμα που θα του αφαιρούσε την ίδια του την ουσία, την ενότητα; Μήπως, τελικά, η ενότητα του Είναι εδράζεται ακριβώς σε αυτή την κατανομή μέσα από την οποία μεταδίδεται; Και αν ναι, πώς πρέπει και πώς μπορεί να συμβαίνει αυτό; Τι κυριαρχεί σε ένα τέτοιο συμβάν (Was waltet in diesem Geschehen); Αυτά είναι ερωτήματα nach Sein und Zeit («που δεν μπορούν να τεθούν παρά μόνο με βάση τα κεκτημένα τουΕίναι και Χρόνου»).

Για τον Αριστοτέλη και για τους διαδόχους του θα είχε λοιπόν λείψει το «έδαφος» για να τεθούν τέτοια ερωτήματα. Ο Αριστοτέλης, αναζητώντας το ερώτημα της ενότητας των πολλαχῶς λεγομένων, δεν μπόρεσε να αναζητήσει το περίγραμμα μιας απάντησης παρά πάνω στο έδαφος της αρχαίας εκκίνησης του ερωτήματος του Είναι». Αυτή η απάντηση είναι εκείνη της αναλογικής ενότητας ή της διπλής αναλογικής ενότητας. Η αιχμή του παραδόξου που θέλουμε εδώ να υπογραμμίσουμε είναι ακριβώς ότι ο Heidegger ανασυνθέτει με αυτούς τους όρους την «απάντηση» του Αριστοτέλη, την ίδια στιγμή που καταγγέλλει τις σχολαστικές επικαλύψεις και παραμορφώσεις:

«Το ότι ο Αριστοτέλης έμεινε αιχμάλωτος του εδάφους της αρχαίας οντολογίας, του “Ansatz” της, αυτό μπορούμε να το δούμε και να το κατανοήσουμε μόνο στον βαθμό που έχουμε προηγουμένως απαλλαγεί από την εικόνα που ολόκληρη η μετα-αριστοτελική εποχή, μέχρι και εμάς, σχημάτισε για τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη. Η πιο μοιραία παρερμηνεία —η οποία οφείλεται πρωτίστως στους μεσαιωνικούς θεολόγους— είναι η εξής: τα πιο προσεκτικά και τα πιο προσωρινά σκιαγραφήματα της διερώτησης στο εσωτερικό του καθοδηγητικού ερωτήματος περί του είναι παραμορφώθηκαν (umgebogen) ώστε να συγκροτήσουν τις θεμελιώδεις, πρώτες και αυτονόητες απαντήσεις και θέσεις της υποτιθέμενης αριστοτελικής φιλοσοφίας. Το ερώτημα του είναι και της ενότητας κατέστη αξίωμα που δεν άξιζε περαιτέρω εξέταση: ens et unum convertuntur — ό,τι είναι ens είναι unum και αντιστρόφως. Από τις αριστοτελικές πραγματείες έγινε ένα ορυχείο ή, ακριβέστερα, ένας τάφος για τέτοιες πλήρως αποζωοποιημένες φράσεις»².

Ας δούμε τώρα πώς, μετά από αυτή την κριτική που δεν έχει χάσει τίποτε από τη ριζοσπαστική της επαναστατικότητα, ο Heidegger αποκαθιστά την απάντηση —ερωτηματική και συνετή— του Αριστοτέλη στο πρόβλημα της πολλαπλής ενότητας του είναι: Το ερωτάν σε αναζήτηση του όντος είναι κατά βάθος το ερωτάν σε αναζήτηση του Είναι (εἶναι). Το ερωτάν περί του όντος πρέπει λοιπόν να προσδιοριστεί ακριβέστερα ως ερώτημα σε αναζήτηση του όντος καθ’ αυτό (ὂν ᾗ ὄν). Το είναι [Sein = εἶναι] είναι το πρώτο και αποφασιστικό Έν· είναι εκείνο που πρέπει να λεχθεί για το ον, μέσω του οποίου αυτό είναι το ίδιο το Έν (ἕν). Όμως το είναι λέγεται ταυτόχρονα κατά πολλούς τρόπους (πολλαχῶς). Το πολλαχῶς, από την πλευρά του, είναι διπλό: α) τετραπλό· β) δεκαπλό ως προς ένα από τα μέλη του τετραπλού (το σύνολο των κατηγοριών)¹.

Αν το ον «προσφωνείται», προσεγγίζεται διαλογικά (angesprochen ist) κατά πολλούς τρόπους, το ίδιο θα ισχύει και για το Είναι (das Sein): το Είναι έχει πολλαπλή σημασία, «π.χ. είναι ως Είναι-αληθές ή ως είναι-δυνατό, ή πάλι ως είναι-παρόν-εκεί (Vorhandensein) ή ως είναι-ενδεχόμενο». — «Σε καθεμία από αυτές τις σημασίες, το είναι νοείται» (in jeder dieser Bedeutungen ist Sein gemeint). Ποια είναι η ενότητα αυτών των διαφορετικών σημασιών; Δεν πρόκειται για απλή ομωνυμία, ούτε για την ενότητα του γένους. Το Είναι δεν λέγεται ούτε ὁμωνύμως ούτε συνωνύμως, κι όμως νοείται και λέγεται κάθε φορά ως κοινόν τι. Πώς να σκεφτούμε αυτή τη σχέση τού πιο γενικού Ενός προς τους διαφορετικούς τρόπους του, ή αλλιώς τη σχέση του Καθολικού προς τις διαφορές που εμπεριέχει, χωρίς να πρόκειται για τη σχέση του γένους προς τα είδη που συγκεντρώνονται μέσα σε αυτό, υπό αυτό; Για να φωτίσει τη σχέση του Είναι προς την πολλαπλότητα των τρόπων του Είναι, ο Αριστοτέλης εξετάζει έναν ιδιαίτερο τρόπο που επιτρέπει να στοχαστούμε την ενότητα μιας πολλαπλότητας χωρίς να πρόκειται για γένος. Και ο Heidegger παραπέμπει στη διάσημη ανάλυση της ενότητας του «υγιούς» στην αρχή του βιβλίου Ι 2 της Μεταφυσικής. Πολύ χαρακτηριστικά, για να διευκρινίσει αυτόν τον μη γενικό τύπο ενότητας, ο Heidegger, όπως και ο Brentano πριν από αυτόν, παραπέμπει στη Μεταφυσική Α 9 (1018 a 12 κ.ε.):
Παρά την ποικιλία τους, αυτές οι σημασίες του «υγιούς» συγκρατούνται σε μία ενότητα. Πώς χαρακτηρίζεται αυτή;

Στο Α 9, με αφορμή την οριοθέτηση της ουσίας της ταυτότητας, ο Αριστοτέλης μιλά σύντομα και για τη διαφορά και την ενότητα που της ανήκει. Λέει τότε τα εξής:
διάφορα λέγεται ὅσ᾽ ἕτερά ἐστι τὸ αὐτό τι ὄντα, μὴ μόνον ἀριθμῷ, ἀλλ᾽ ἢ εἴδει ἢ γένει ἢ ἀναλογία.
Η διαφορά λέγεται για όλα όσα (μεταξύ τους) είναι άλλα, ενώ ωστόσο παραμένουν κατά κάποιον τρόπο τα ίδια, όχι μόνο κατά τον αριθμό, αλλά είτε κατά το είδος είτε κατά το γένος είτε κατά την αναλογία.


Στην ενότητα κατά αριθμό, κατά γένος και κατά είδος, πρέπει λοιπόν να προστεθεί η ενότητα κατ’ ἀναλογίαν· η ενότητα της αναλογίας, δηλαδή —διευκρινίζει ο Heidegger— εκείνη ακριβώς που ανέδειξε πρωτίστως η ανάλυση του όρου «υγιές». Το «τηλεσκόπημα» έχει εδώ συντελεστεί, ακόμη κι αν ο Heidegger προσπαθεί να αποφύγει την υποστασιοποίηση, ως analogatum princeps, του «υγιούς» που αναφέρεται στο σώμα ή στην «υγεία».

Οι διάφορες σημασίες (εδώ εκείνες του «υγιούς») αντιστοιχούν κάθε φορά και ικανοποιούν την πρώτη από αυτές υπό κάποιον σεβασμό. Ωστόσο, η πρώτη σημασία δεν είναι το γένος των άλλων. Δεν υπάρχει καμία σημασία της λέξης «υγιές» που να αιωρείται πάνω από τις άλλες και να λέει ακόμη κάτι. […] Όπως ακριβώς το χρώμα του δέρματος είναι υγιές σε σχέση με τα σημεία της υγείας με την πρώτη έννοια, έτσι, αντιστοίχως —αν και όχι με τον ίδιο τρόπο— ο περίπατος είναι υγιής σε σχέση με τη διατήρηση του είναι-υγιούς με την πρώτη έννοια· τούτο συνδέεται με τους επιμέρους τρόπους του φανερώνεσθαι και του διατηρείσθαι, και ό,τι ανήκει σε αυτούς τους τρόπους αντιστοιχεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στο είναι-υγιές. Το «υγιές» δεν εκφράζει άμεσα κάτι σχετικά με την κατάσταση του σώματος, δεν απαντά άμεσα γι’ αυτήν, αλλά της αντιστοιχεί, τη λαμβάνει υπόψη, δείχνει γι’ αυτήν μέριμνα, όπως ακριβώς λέμε: ένα αίτημα ελήφθη υπόψη, του δόθηκε απάντηση, προωθήθηκε (Όπ. παρ., σ. 41: «Το “υγιές” δεν εκφράζει άμεσα κάτι σχετικά με την κατάσταση της ζωής, αλλά το νόημά του αντιστοιχεί σε αυτήν, τη λαμβάνει υπόψη, βρίσκεται σε μια σχέση αναφοράς (Rücksicht) προς αυτήν».).

Αυτή η αντιστοίχιση (Entsprechen) (ἀναλέγειν) είναι καθαυτή ένα ἀναφέρειν πρὸς τὸ πρῶτον (πρβλ. Γ 2, 1004 a 25), ένα «ανάγειν τη σημασία στο πρώτο (die Bedeutung hintragen auf das Erste) και να την καθιδρύει εκεί». Αυτό το πρῶτον είναι εκείνο ἐξ οὗ τὰ ἄλλα ἤρτηται, καὶ δι᾿ οὗ λέγονται (1003 b 17), «εκείνο από το οποίο τα άλλα μπορούν να εξαρτώνται και διά του οποίου λέγονται». Ο τρόπος με τον οποίο οι σημασίες αναφέρονται σε εκείνο που είναι πρώτο (die Weise des Hin- und Zurücktragens der Bedeutung auf das Erste) είναι κάθε φορά διαφορετικός. Όμως το πρώτο είναι η θεμελιώδης σημασία που φέρει και κατευθύνει (τις άλλες). Είναι πάντοτε εκείνο από το οποίο η σημασία που αναφέρεται σε αυτό και του αντιστοιχεί είναι σε θέση να μιλήσει κυρίως (von wo aus die sich hintragende, ent-sprechende Bedeutung eigentlich zu sprechen vermag). Το «από το οποίο» λέγεται στα ελληνικά ἀρχή· γι’ αυτό ο Αριστοτέλης προσδιορίζει γενικά την ουσία της ἀναλογίας ως λέγειν πρὸς μίαν ἀρχήν (βλ. 1003 b 5 κ.ε.) [sic!]. Αυτή η ἀρχή είναι εκείνο που ενώνει τα διάφορα που της αντιστοιχούν, δηλαδή είναι η σημασία που φέρει και κατευθύνει τους διαφορετικούς τρόπους, τους διαφορετικούς τρόπους του εκάστοτε αντιστοιχείν· σε αυτήν αντιστοιχούν κάθε φορά. Το λέγειν του λόγου της ἀναλογίας είναι το λέγειν πρὸς ἕν – πρῶτον. Αυτό το ἕν πρὸς ὅ είναι έτσι ένα κοινόν τι —κάτι σαν κοινότητα (ein Gemeinsames), ένα είναι-σε-κοινό, κάτι που υπάρχει καθαυτό ως τρόπος του αυτού (eine Weise des Selbigen), ώστε να συγκρατεί σε ενότητα τα διάφορα που του αντιστοιχούν (. Όπ. παρ., σ. 41· βλ. επίσης Ga. 22, Die Grundbegriffe der antiken Philosophie, F.-K. Blust (επιμ.), Φρανκφούρτη, Klostermann, 1993, σ. 298–299: «Όλες οι κατηγορίες είναι κατά κάποιον τρόπο ἕν. Δεν είναι η χρήση που τις καθιστά ἕν, αλλά το γεγονός ότι όλες έχουν τον χαρακτήρα της σχέσης (Bezogenheit). Η οὐσία είναι το πρωταρχικό, το οποίο διέπει όλες τις υπόλοιπες από μέρους τους (πρβλ. τη σημασία του “υγιούς”). Αυτή η αναλογία, αυτή η σχέση αντιστοίχισης (Entsprechung), των κατηγοριών προς μία, έχει κατανοηθεί ήδη από τον Μεσαίωνα ως αναλογία· αλλά ήδη πριν από μια ουσιώδη κατηγοριοποίηση, οι σχολαστικοί είχαν πράγματι δει κάτι άλλο: μια αναλογία αναλογικότητας (Analogie der Entsprechung). Αυτό που είναι ουσιώδες είναι ωστόσο η αναλογία αμφίσημη» (μετ. από τα γαλλικά A. Boutot, Concepts fondamentaux de la philosophie antique, Παρίσι, Gallimard, 2003).).

Δύσκολα κατανοεί κανείς εδώ γιατί ο Heidegger ερμηνεύει την αριστοτελική ἀναλογία, το ἀναλέγειν, με την έννοια του respectus ad unum (. Βλ. Introduction à la lecture de Heidegger, επιμ. M. R. Chiala και R. Magnard, Τορίνο–Ρώμη, Marietti, 1984, σ. 91–96.). Είναι σαφές ότι, για τον Σταγειρίτη, με το ἀναφέρειν πρὸς ἕν και το ἀναλέγειν πρόκειται για δύο διαφορετικές έννοιες. Πράγματι, συναντά κανείς την ίδια συγχώνευση των δύο νοημάτων της αναλογίας στο Σχόλιο του Θωμά Ακινάτη (Μετάφραση από τον Brentano, όπ. παρ., σ. 189–190.), καθώς αυτός εξηγεί το ἕν κατ’ ἀναλογίαν με την έννοια της ενότητας secundum proportionem, sicut quantitas et qualitas in ente. Στην πραγματικότητα, όμως, η πορεία του Heidegger εδώ είναι, όπως είδαμε, παράλληλη προς εκείνη του Brentano, ο οποίος δεν παραπέμπει στο Α 9, αλλά στο παράλληλο χωρίο του Α 6 (1016 b 31–34):
ἔτι δὲ τὰ μὲν κατ᾿ ἀριθμόν ἐστιν ἓν, τὰ δὲ κατ᾿ εἶδος, τὰ δὲ κατὰ γένος, τὰ δὲ κατ᾿ ἀναλογίαν, ἀριθμῷ μέν ὧν ἡ ὕλη μία, εἴδει δ᾽ ὧν ὁ λόγος εἷς, γένει δ᾽ ὧν τὸ αὐτὸ σχῆμα τῆς κατηγορίας, κατ᾿ ἀναλογίαν δὲ ὅσσα ἔχει ὡς ἄλλο πρὸς ἄλλο. (Μετ. J. Tricot, Αριστοτέλης, La Métaphysique, νέα αναθεωρημένη έκδοση με σχόλια, Παρίσι, Vrin, 1964, 2 τόμοι.)
Επιπλέον, το ένα λέγεται είτε κατά αριθμό, είτε κατά είδος, είτε κατά γένος, είτε κατ’ αναλογίαν. Κατά αριθμό είναι εκείνα των οποίων η ύλη είναι μία· κατά είδος, εκείνα των οποίων ο λόγος (ορισμός) είναι ένας· κατά γένος, εκείνα για τα οποία κατηγορείται το ίδιο σχήμα κατηγορίας· και τέλος κατ’ αναλογίαν, όλα όσα έχουν μεταξύ τους τη σχέση που έχει ένα πράγμα προς ένα άλλο, όπως ένα τρίτο προς ένα τέταρτο (Βλ. Bibliothèque des Textes Philosophiques, Παρίσι, Vrin.).

Συνεχίζεται

ΑΣ ΜΕΙΝΟΥΜΕ ΓΙΑ ΛΙΓΟ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ:  Ποιο είναι αυτό το υποδειγματικό ον και με ποια έννοια έχει πρωτοκαθεδρία; 
O Heidegger του Είναι και Χρόνος θέτει κάτι σαν ένα υποδειγματικό ον, δηλαδή το Dasein, πάνω στο οποίο διαβάζεται το νόημα του «είναι» (Sein und Zeit, § 2, σ. 7: «Σε ποιο ον πρέπει να αποκρυπτογραφηθεί το νόημα του Είναι, σε ποιο ον πρέπει να λάβει την αφετηρία της η αποκάλυψη του Είναι; 

Η ΑΝΑΔΥΣΗ ΚΑΙ Η ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ. ΤΗΣ ΣΥΝΘΕΣΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΣΩΜΑΤΟΣ

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2025

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ A (38)

Συνέχεια από: Kυριακή 21 Νοεμβρίου 2025

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ A
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

...πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν
Τὸ αἴσθημα κατωτερότητος καὶ ἄλλες ἀρρωστημένες καταστάσεις
μέσα στο μυστήριο τῆς σωτηρίας

Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Ε΄ έκδοση


B΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 28

Εἰδικό Μέρος

β΄. Αἴσθημα κατωτερότητος-Ὁμιλίες σε συνάξεις νέων

Κομπλεξικός καί στην αἰωνιότητα;


Σημείωμα φοιτητοῦ. Ἂν πεθάνεις κομπλεξικός, μὲ αἰσθήματα κατωτερότητος, μένεις ἔτσι αἰωνίως. Αὐτὸ στὸ ψυχικό μέρος. Στο σωματικό μέρος, ἂν πεθάνεις τρελός ἢ καθυστερημένος ἢ μετὰ ἀπὸ ἐγκεφαλικό ἐπεισόδιο, μένεις ἔτσι αἰωνίως; Καὶ γενικά τὰ ἐλαττώματά σου ποὺ δὲν ἔφυγαν, θὰ τὰ ἔχεις για πάντα;

Εἶναι σοβαρά θέματα αὐτά. Μερικοί, ίσως πιό πολύ μερικές, ρωτοῦν ἀκόμη καὶ ἀπὸ σωματική άποψη: «Πῶς θὰ εἴμαστε στὴν ἄλλη ζωή; Θα είμαστε ὅπως εἴμαστε ἐδῶ;» Ἂν κάποιος – ἡ κάποια ἔχει καημό ὅτι δὲν εἶναι τὸ σῶμα του ἔτσι ὅπως θὰ ἤθελε, δηλαδή λίγο πιο σουλουπωμένο, ἀναρωτιέται: «Τι θα γίνει; Ἔτσι θὰ εἶμαι αἰωνίως;»

Παρόμοια ἐρώτηση ἄλλου φοιτητοῦ: Ἂν πεθάνεις κομπλεξικός, θα μείνεις γιὰ πάντα έτσι;

Ὁ θάνατος: ἕνα εἶδος ἀναδημιουργίας;

Ἔχει πολύ ἐνδιαφέρον ἡ ἐρώτηση.
Αὐτὰ τὰ ξερει ὁ Θεός. Ἀλλά σε καμιά, σε καμιά περίπτωση, ἂν σε σώσει ὁ Θεός, δὲν θὰ σὲ ἀφήσει κομπλεξικό. Σε καμιά περίπτωση. Τι εἴδους σωτηρία εἶναι αὐτή, ἅμα είσαι κομπλεξικός σὲ ὅλη τὴν αἰωνιότητα;

Όμως, πρέπει νὰ ποῦμε τὸ ἑξῆς:
Ὁ θάνατος ἀπό μιά πλευρά εἶναι καὶ ἕνα εἶδος ἀναδημιουργίας. Βέβαια, μόνο ὁ Θεός ξέρει· ἐμεῖς δὲν ξέρουμε. Ἐκεῖνο πού ξέρουμε εἶναι ὅτι στὸ βάπτισμα ἔχουμε ἀναδημιουργία, ἀλλὰ τὸ βάπτισμα δὲν ἔχει καθολικό χαρακτήρα. Λέω αὐτή τή λέξη, ἀλλὰ εἶναι ἐπικίνδυνη. Τή λέω μὲ τὴν ἐξῆς ἔννοια: Ἕνα γκρινιάρικο παιδί βαπτίζεται καὶ μένει πάλι γκρινιάρικο. Ἕνα παιδί μέ κουσούρι - κάτι ἔχουν τὰ ποδαράκια του, τά χεράκια του βαπτίζεται καὶ μένει πάλι ἔτσι. Πνευματικά ὅμως γίνεται ἕνα εἶδος ἀναδημιουργίας. Ἕνας μεγάλος, εἴκοσι χρονῶν, τριάντα χρονῶν, ὅσες ἁμαρτίες κι ἂν ἔχει κάνει, τις χειρότερες ἁμαρτίες νὰ ἔχει κάνει, ἐὰν εἶναι ἀβάπτιστος καὶ βαπτισθεί, γίνεται καινούργιος ἄνθρωπος, σὰν νὰ μὴν ἔκανε τίς ἁμαρτίες.

Μέσα ἀπό τὸ βάπτισμα βγαίνει κανείς ἐντελῶς καινούργιος, ἀλλά ὅμως ἠθικά, πνευματικά, καί ὄχι σωματικά. Με τον θάνατο πιθανόν να γίνεται ἕνα εἶδος ἀναδημιουργίας μόνο ὁ Θεός ξέρει. Κατ᾿ ἀρχήν, πρέπει να ξεχωρίσουμε τὸν ἄνθρωπο ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος φεύγει ἐν Χριστῷ ἐν μετανοίᾳ, μὲ πίστη στον Θεό - ἀπὸ τὸν ἄλλο πού φεύγει στὴν ἀμετανοησία του. Σ' αὐτόν ἡ ὅποια ἀλλαγή θὰ εἶναι μᾶλλον εἰς βάρος του. Στὸν πρῶτο ὅμως γίνεται, φαίνεται, κάποια ἀλλαγή ἀκριβῶς δὲν μποροῦμε νὰ ξέρουμε.

Ψυχοπαθολογικές καταστάσεις καί αἰωνιότητα


Ἐκεῖνο ποὺ μπορῶ νὰ πῶ με κάποια βεβαιότητα εἶναι ὅτι στα θέματα αὐτά, ὅπως εἶναι τὰ κόμπλεξ, οπωσδήποτε έχουμε αλλαγή. Διότι τα κόμπλεξ  ή γενικά διαταραχές ψυχολογικής φύσεως,ψυχοπαθολογικές καταστάσεις, ἀκόμη καὶ ψυχωσικές καταστάσεις, όχι μόνο νευρωτικές - όπως φρονῶ ἐγώ ἄλλοι μπορεί να φρονούν διαφορετικά δεν νομίζω ὅτι θά ἐκδηλώνονταν ὅπως ἐκδηλώνονται, ἐὰν ὁ ἄνθρωπος ξαφνικά ήταν μόνο ψυχή χωρίς το σώμα του. Θα μπορούσαμε να πούμε ὅτι ἔχουμε μια ειδική περιοχή, ὅπου γίνεται ή λειτουργία τῆς ψυχῆς με το σώμα, ή συνεργασία ψυχῆς καὶ σώματος. Άλλο ἁπλῶς μόνο ἡ ψυχή, ἄλλο ἁπλῶς μόνο τὸ σῶμα, καὶ ἄλλο το μεταίχμιο αὐτό μεταξύ σώματος καὶ ψυχῆς, ἡ οὐδέτερη αὐτή ζώνη, ἂν θέλετε νὰ ποῦμε.

Κάποιος παρουσιάζει ψυχοπαθολογικές καταστάσεις. Ἐνῶ λέμε ὅτι εἶναι τῆς ψυχῆς, ὅμως εἶναι ἐν σχέσει μὲ τὸ σῶμα. Ἡ σκέψη, το λογικό, λειτουργοῦν διά μέσου αὐτοῦ τοῦ ὑλικοῦ ὀργάνου ποὺ λέγεται ἐγκέφαλος καὶ διά μέσου ἄλλων ὀργάνων τοῦ σώματος. Δὲν ἔχουμε πάντοτε περιπτώσεις που κάτι ἔχει ὁ ἐγκέφαλος καὶ γι' αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ λειτουργήσει σωστά ἡ ψυχή. Ὄχι· αὐτός καθ' ἑαυτόν ὁ ἐγκέφαλος μπορεῖ νὰ μὴν ἔχει τίποτε. Ἀπό τὸ ἄλλο μέρος ἡ ψυχὴ ἐπίσης μπορεῖ νὰ μὴν ἔχει τίποτε. Ἀλλά, καθώς ψυχή καὶ σῶμα συλλειτουργοῦν, καὶ καθώς περνάει ἡ ψυχή σαν ρεῦμα πρὸς τὸ σῶμα, κάτι δὲν γίνεται σωστά στη συνεργασία ψυχῆς καὶ σώματος, καί παρουσιάζονται τα κόμπλεξ καί γενικὰ οἱ ψυχοπαθολογικές καταστάσεις. Ἂς πάρουμε τὴν περίπτωση ἐκείνη ποὺ ἔχει κανεἰς ἕνα κόμπλεξ καί, φεύγοντας ἀπό τὸν κόσμο αὐτό, δέν ἔχει θεραπευθεί. Κατ' αρχήν, ὅσα μποροῦν νὰ ἐλεγχθοῦν ἀπό τὸ λογικό τοῦ ἀνθρώπου, καὶ κόμπλεξ νὰ εἶναι καὶ ὅ,τι νὰ εἶναι, ἄν παίρνει καν κανείς τη σωστή στάση καὶ κάνει τον σωστό ἀγώνα, τακτοποιοῦνται. Ἀλλὰ ἄς πάρουμε τὴν περίπτωση πού τυχόν δὲν θὰ τακτοποιηθοῦν. Μὲ τὸν θάνατο χωρίζει ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὸ σῶμα -αὐτή εἶναι ἡ ἀναδημιουργία- τὸ σῶμα διαλύεται εἰς τὰ ἐξ ὧν συνετέθη, καὶ ἡ ψυχή μόνη της πηγαίνει στον τόπο που τῆς ἔχει ἐτοιμασθεῖ. Μὲ τὴν ἀνάσταση θα ξαναενωθούν. Καθώς περνάει μέσα ἀπὸ τὸν θάνατο κανείς, ἀποκλείεται να παραμένουν αὐτὲς οἱ καταστάσεις. Ἀλλά βέβαια ὁπωσδήποτε ἐξαρτᾶται ἀπό τή μετάνοια, ἀπό τὴν πίστη τοῦ ἀνθρώπου. Διότι τί εἶναι κόλαση; Θά ἔλεγε κανείς ὅτι μερικές φορές κάποια βιώματα πολύ οδυνηρά, πολύ πικρά, πού ἔχουν ἐκεῖνοι ποὺ πάσχουν από κόμπλεξ, εἶναι ἕνα εἶδος κολάσεως, μια γεύση τῆς κολάσεως.

Τότε ὅλα ἀλλάζουν


Δέν εἶπαμε κάποια φορά, καθώς μερικοί το ἔχουν μαράζι πού δέν ἔχουν ἐπιβλητικό σῶμα καὶ ἄλλοι ἢ ἄλλες τὸ ἔχουν μαράζι πού δέν εἶναι τὸ πρόσωπό τους ὅπως θὰ τὸ ἤθελαν, ὅτι τότε ὅλοι θα εἶναι ὄμορφοι καὶ ὅλοι θὰ εἶναι λαμπροί καί φωτεινοί; Πραγματικά, δὲν θὰ ὑπάρχει κανείς μετά την ἀνάσταση τῶν σωμάτων πού θα νιώθει μειονεκτικά ἀπέναντι στοὺς ἄλλους. Δὲν θὰ ὑπάρχει κανείς πού δὲν θὰ ἀκτινοβολεῖ. Ἔτσι θὰ τὸν βλέπουν οἱ ἄλλοι, καί ἔτσι αὐτός θα βλέπει τοὺς ἄλλους. Ωραία θα είναι. Μην έχετε λοιπόν τέτοια μαράζια: είμαι κοντή, είμαι ψηλή, είμαι άσχημος κτλ. Ἁπλῶς, πρέπει να περιμένουμε λίγο και βέβαια να εἴμαστε ἀνάμεσα στούς σεσωσμένους.

Ὁ θάνατος, σὺν τοῖς ἄλλοις, ἔχει καὶ αὐτό το καλό. Τόσα χρόνια περιμένουμε· ἔρχεται ὁ θάνατος, και μαθαίνεις τι γίνεται ἐκεῖ. Ἀλλά τότε ὅλα ἀλλάζουν. Χρειάζεται όμως να κάνεις αὐτό το απλό να μετανοήσεις ἀπό δῶ για τις ἁμαρτίες σου, να ταπεινωθεῖς, νὰ πιστέψεις στον Χριστό. Καὶ μὴν πεῖς ὅτι δέν γίνεται, ὅτι εἶναι δύσκολο να μετανοήσεις, να τα πεινωθεῖς, νὰ πιστέψεις· ὄχι. Διότι μᾶς τὰ δίνει ὁ Θεός, ἀλλά... δὲν ἔχει χατίρια ἐδῶ. Ὁ Θεός Πατήρ, ὁ Τριαδικός Θεός δίνει στον καθένα ὄχι κάνοντας χατίρια, ἀλλά σύμφωνα με τη στάση του σύμφωνα με τη μετάνοιά του, μὲ τὰ ἔργα του, μὲ τοὺς κόπους του.

Μιά ἀπάντηση μὲ ἐπιφύλαξη


Γράφει ὁ συμφοιτητής σας
. Ἂν πεθάνεις κομπλεξικός, με αἰσθήματα κατωτερότητος, μένεις ἔτσι αἰωνίως;

Δὲν ξέρω ἄν μποροῦμε νὰ ἐμβαθύνουμε λίγο καὶ νὰ ποῦμε κάτι πού νά εἶναι πιὸ κοντὰ στὴν ἀλήθεια. Κατ' ἀρχήν, μὲ ἐπιφύλαξη θὰ πῶ ὅσα θὰ πῶ. Νὰ ἀναφέρω πάλι αὐτό πού προσωπικά φρονώ. Ὅλα αὐτὰ τὰ κόμπλεξ καὶ οἱ ἄσχημες αὐτές κατα-στάσεις δημιουργοῦνται στην περιοχή ποὺ τὸ σῶμα συνεργάζεται μὲ τὴν ψυχή καί ἡ ψυχή συνεργάζεται μὲ τὸ σῶμα. Όταν πεθαίνει κανείς, παύει νὰ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ συνεργασία. Ἀπό μια πλευρά λοιπόν θα λέγαμε ὅτι μὲ τὸν θάνατο ή ψυχή μένει ψυχή, το σώμα διαλύεται, καί ἡ συνεργασία τῶν δύο αὐτῶν στοιχείων, τῶν δύο συστατικῶν τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς, σταματάει. Καί ἀφοῦ αὐτές οἱ ἀρρωστημένες καταστάσεις δουλεύουν σ' αὐτή την περιοχή τῆς συλλειτουργίας ψυχῆς καὶ σώματος, ἀπό κάποια πλευρά θα μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι φεύγουν καὶ αὐτές, εἶναι πιὰ ἀνύπαρκτες. Ὅταν ἀναστηθεῖ τὸ σῶμα καὶ ἑνωθεῖ μὲ τὴν ψυχή, δὲν εἰναι δυνατόν νὰ ἀναστηθεῖ πάλι μὲ αὐτὰ τὰ ἀρρωστημένα πράγματα.

Θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ ὅτι ὡς ἕνα σημεῖο ἔτσι εἶναι. Όμως, ἀπό ἕνα σημεῖο καί πέρα, αὐτὰ τὰ κόμπλεξ ὁπωσδήποτε ἐπηρεάζουν τὴν ψυχή. Μπορεί βέβαια να ξεκινοῦν ἀπὸ τὴν περιοχή αὐτή τῆς συνεργασίας ψυχῆς καὶ σώματος, ἀλλά στη συνέχεια, καθώς νομιμοποιοῦνται καί πνευματικά, ἐπηρεάζουν τὴν ψυχή. Ἂν δηλαδή ἐσύ εἶχες αἴσθημα κατωτερότητος, καὶ τὸ αἴσθημα αὐτὸ σὲ ἔκανε μια ζωή να καλλιεργεῖς τὸν ἐγωισμό σου, τὴν αὐτοδικαίωσή σου κτλ., μὲ ἀποτέλεσμα να περάσουν ἐγωιστικά βιώματα στην ψυχή σου, με το να πεθάνεις και να σταματήσει η λειτουργία αὐτή μεταξύ σώματος καί ψυχῆς, ἀπὸ ὅπου ἴσως ξεκίνησε το κόμπλεξ, δέν σημαίνει ὅτι ἐξαλείφεται καί ὁ ὅλος ἐπηρεασμός. Πέρασαν πλέον ἐγωιστικά βιώματα στην ψυχή σου. Μέ αὐτὴ τὴν ἔννοια λέμε ὅτι πολλοί νομιμοποιοῦν πνευματικά καταστάσεις ψυχολογικά ἀνώμαλες. Σ' αὐτές τις περιπτώσεις δέν ἔχουμε ἁπλῶς καταστάσεις λειτουργικής φύσεως, πού περιορίζονται στην περιοχή της συνεργασίας ψυχής και σώματος, άλλά καταστάσεις που περνούν στην ψυχή, στόν όλο ἄνθρωπο καί ἐπηρεάζουν πλέον την ψυχή. Ὁπότε, το θέμα δέν εἶναι ὅτι μετά τον θάνατο μένει το κόμπλεξ, ἀλλά μένει ὅλος αὐτὸς ὁ ἐπηρεασμός, μένουν τα βιώματα που δημιουργοῦνται.

Πρώτη φορά κάπως ἔτσι τὰ ξεκαθαρίζουμε τα πράγματα. Γι' αὐτό καί εἶπα ὅτι θὰ μιλήσω μὲ ἐπιφύλαξη. Θὰ τὰ σκεφθούμε λίγο καλύτερα, θα βοηθήσει ὁ Θεός, ἀλλά πιθανόν νὰ εἶναι κάπως έτσι. Ἐπαναλαμβάνω, μὲ τὸν θάνατο σταματάει ἡ συνεργασία τῶν δύο αὐτῶν συστατικῶν τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλά ἐφόσον ὅμως τὰ κόμπλεξ ἔχουν ἐπηρεάσει το σῶμα ἢ τὴν ψυχή, ἐφόσον ἔχουν ἐπηρεάσει τὸν ὅλο ἄνθρωπο, αὐτός ὁ ἐπηρεασμός μένει, καὶ τὰ βιώματα πού δημιουργοῦνται μένουν. Βέβαια, αὐτά ὅλα εἶναι μυστήρια μεγάλα.

Ἔχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία ἡ ὅλη ἐσωτερική διάθεση τοῦ ἀνθρώπου

Μπορεῖ ἕνας ἄνθρωπος νὰ ἔχει φοβερό ἐγωισμό, καὶ μάλιστα νὰ εἶναι αὐτῆς τῆς φύσεως ἐγωισμός, δηλαδή πιο πολύ να προέρχεται ἀπὸ αἴσθημα κατωτερότητος. Διότι ἄλλος εἶναι ὁ ἐγωισμός πού προέρχεται ἀπὸ αἴσθημα ὑπεροχῆς, καὶ ἄλλος εἶναι ὁ ἐγωισμός πού προέρχεται ἀπὸ αἴσθημα κατωτερότητος. Μπορεῖ λοιπόν κάποιος νὰ ἔχει ἐγωισμό καὶ να φτιάξει ἕνα πανύψηλο οἰκοδόμημα ἐγωισμοῦ μέσα του, χωρίς ὅμως νὰ τὸ ξέρει, χωρίς νὰ τὸ πολυκαταλαβαίνει. Θὰ ἔχετε ὑπ' ὄψιν σας ὅτι στούς ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν αἴσθημα κατωτερότητος, οὔτε πάει το μυαλό τους ὅτι ἔχουν ἐγωισμό. «Τί ἐγωισμό νὰ ἔχω; Καὶ ἄλλο, καὶ ἄλλο ἀκόμη να ταπεινωθῶ ἀπό αὐτὸ ποὺ εἶμαι;» Δέν καταλαβαίνει δηλαδή ὅτι τὸν παιδεύει τὸ αἴσθημα κατωτερότητος, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἀντιδρᾶ ἐγωιστικά. Καλλιεργεῖ λοιπόν αὐτόν τὸν ἐγωισμό καὶ κτίζει ἕναν οὐρανοξύστη με τον ἐγωισμό αὐτό, ἀλλά χωρίς να το ξέρει.

Ἔχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία ἡ ὅλη έσωτερική διάθεση τοῦ ἀνθρώπου. Ἀγαπᾶς τὸν Θεό; Πιστεύεις στον Θεό; Έχεις τιμιότητα μέσα σου, ἄσχετα τί ἄλλες καταστάσεις ἔχεις; Θέλεις τη σωτηρία, και εἶναι αὐτή ἡ λαχτάρα σου; Ὁ Θεός, πού ξέρει με ποιά ψυχή ἔχει νὰ κάνει, μπορεῖ νὰ βρεῖ τρόπο ἀκόμη καὶ τις τελευταίες στιγμές τῆς ζωῆς σου να σε φωτίσει καὶ νὰ δεῖς τὸν οὐρανοξύστη αὐτό, το φοβερό αὐτό εἴδωλο: «Θεέ μου, ἐγώ τὸ ἔχω αὐτό; Δηλαδή, ἔκανα μια τρύπα στο νερό ὅλη μου τη ζωή;» Καί ὅλος αὐ τὸς ὁ ἐγωισμός θα συντελέσει, ὥστε να νιώσεις πολύ ταπεινωμένος. Διότι δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη άμαρ τία ἀπὸ τὸν ἐγωισμό. Ὅταν λοιπόν νιώσεις ἔτσι: «Εγώ εἶμαι ἕνας φοβερός ἐγωιστής», αὐτὸ τὸ ἴδιο σε ταπεινώνει, καί τότε ὅλος αὐτός ὁ οὐρανοξύστης θα σωριαστεί κάτω σαν χάρτινος πύργος, καὶ τέλειωσε.

Θυμᾶμαι μιά περίπτωση μια ψυχή πού εἶχε φοβερές ἀρρωστημένες καταστάσεις - κόμπλεξ καὶ τέτοια. Ήρθε ή σωματική ἀσθένεια, καὶ ἡ ψυχή αὐτή πίστεψε ότι θα πεθάνει. Το πίστεψε δέν εἶχε την παραμικρή αμφιβολία. Καὶ ἐνῶ ὑπῆρχαν αὐτά τά ἀρρωστημένα, ὄχι σε ένεργή κατάσταση ἀλλά σε ἀπωθημένη, ἡ ψυχή αὐτή μιλοῦσε, φαινόταν, εκδηλωνόταν σαν άγγελος, και η όλη όψη της ήταν σάν όψη ἀγγέλου. Πρίν πολλά χρόνια το εἶχα δεῖ αὐτό και μοῦ εἶχε κάνει καὶ τότε μεγάλη εντύπωση, και ἀπόψε, με αὐτά πού λέμε, ακόμη καλύτερα το ξεκαθαρίζω κι έγώ στο μυαλό μου. Καθώς ή ψυχή είχε πιστέψει ότι φεύγει ἀπό αὐτόν τον κόσμο, ήταν σάν ἄγγελος τοῦ Θεοῦ.

Δέν ἔφυγε, καί στη συνέχεια ἔδειξαν τα πράγματα ὅτι εἶχε φοβερά προβλήματα και βιώματα μέσα της αὐτή ἡ ψυχή. Ὅμως τότε, ἐπειδὴ τὰ πίστεψε ἔτσι, ἐπειδή τα πῆρε ἔτσι τα πράγματα, ήταν σὰν ἄγγελος. Μοῦ εἶχε κάνει τρομερή ἐντύπωση. Υποθέτω, καθώς πίστευε πάρα πολύ ἡ ψυχή ὅτι θά πεθάνει καὶ ζοῦσε πιά με τη λαχτάρα τοῦ Θεοῦ, ὅλα καταχωνιάστηκαν μέσα στο ὑποσυνείδητο καί σάν νὰ ἐξαφανίστηκαν. Ήταν μέσα στην ψυχή, ἀλλά σαν νὰ ἐξαφανίστηκαν. Ἐάν ὄντως ἦταν οἱ τελευταίες μέρες αὐτῆς τῆς ψυχῆς σ' αὐτόν τον κόσμο, πιστεύω ὅτι θὰ ἔβρισκε τρόπο ὁ Θεός ὅλο αὐτό το σκουπιδαριό να το κάνει πέρα. Ὅπως σᾶς εἶπα, αὐτός ὁ οὐρανοξύστης θα σωριαζόταν κάτω σάν χάρτινος πύργος, σαν κάτι ἀνύπαρκτο. Δεν ξέρουμε πῶς ἐνεργεῖ ὁ Θεός, δὲν ξέρουμε πῶς εἶναι τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Ἄς ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στον Θεό.

21-3-1993/9-4-1995

ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΛΟΙΠΟΝ ΚΑΘΑΡΑ ΤΟ ΨΥΧΟΕΙΔΕΣ. ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΨΥΧΗ. ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΝΟΥ ΚΑΙ ΘΕΛΗΣΗ, ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΛΟΓΟΔΟΣΙΑ. ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕΙ.

Οι ψυχοπαθολογικές καταστάσεις μέσα στην οικονομία του Θεού, π. Συμεών Κραγιόπουλος (†)

Οι ψυχοπαθολογικές καταστάσεις μέσα στην οικονομία του Θεού
π. Συμεών Κραγιόπουλος (†)


Οι ψυχοπαθολογικές καταστάσεις δεν είναι θέματα απλώς ψυχολογικά ούτε, και αν ακόμη είναι απλώς ψυχολογικά θέματα, πρέπει να τα δούμε μόνο από την ψυχολογική πλευρά, αλλά πρέπει να τα δούμε μέσα στην πρόνοια του Θεού, μέσα στην όλη οικονομία του Θεού, μέσα στο όλο θέμα της σωτηρίας μας.

Οι καταστάσεις αυτές δεν φεύγουν εύκολα. Δεν είναι όπως οι σωματικές ασθένειες, στις οποίες δίνει κανείς φάρμακα, και αυτά τις γιατρεύουν· ούτε είναι θέμα να απλώσει κανείς το χέρι και να πάρει τις αρρώστιες αυτές. Αυτές εν πολλοίς εξαρτώνται από την όλη στάση του ίδιου του ανθρώπου που έχει τις ψυχοπαθολογικές καταστάσεις, από την όλη ενέργειά του. Λέω συχνά ότι ο Θεός το όλο θέμα, όπως πιστεύω, το οικονομεί έτσι για κάποιον λόγο· για να μάθει κάποιο μάθημα ο άνθρωπος. Και όσο αργεί να το μάθει, τόσο αυτά δεν φεύγουν.

Ο άνθρωπος έχει πάντοτε την τάση να ξεφεύγει από δω και από κει, και ο Θεός, τρόπον τινά, τον δεσμεύει μέσα από αυτές τις καταστάσεις, και, θέλει δεν θέλει, κάθεται κανείς κοντά στον Θεό. Όχι βέβαια με το ζόρι, ούτε θέλει ο Θεός να τον κρατήσει με το ζόρι, αλλά ξέρει ο Θεός, ως Θεός που είναι, ότι ο άνθρωπος, αν τελικά δει την αλήθεια, θα πει μόνος του: «Θεέ μου, δεν θα σε ευγνωμονούσα τόσο πολύ, όσο αισθάνομαι την ανάγκη να σε ευγνωμονώ τώρα, που επέτρεψες να έχω αυτές τις καταστάσεις, οι οποίες με βασάνισαν στη ζωή. Όμως είναι εκατό τοις εκατό βέβαιο ότι, αν δεν τις είχα, δεν θα σε είχα γνωρίσει και δεν θα ήμουν κοντά σου, δεν θα ήμουν στον δρόμο σου και δεν θα σωζόταν η ψυχή μου». Έτσι είναι.

Εξ όσων εγώ έχω καταλάβει, εξ όσων έχω διαπιστώσει, πάρα πολλοί είναι αυτοί που λίγο πολύ είναι κάπως παγιδευμένοι. Άλλος έχει το ένα κόμπλεξ, άλλος έχει το άλλο κόμπλεξ, άλλος έχει τα μεν τραύματα, άλλος έχει τα δε τραύματα, άλλος έχει αυτή την υποσυνείδητη κατάσταση, άλλος έχει την άλλη ασυνείδητη κατάσταση. Αυτά πράγματι βασανίζουν τον άνθρωπο, πράγματι τυραννούν τον άνθρωπο, αλλά τελικά τον σώζουν. Νομίζω λοιπόν ότι στις ημέρες μας ο Θεός επιτρέπει όλες αυτές τις ψυχολογικές αρρώστιες για τη σωτηρία του ανθρώπου. Μόνο έτσι αν δούμε τα θέματα αυτά, βρίσκουμε άκρη.

Το ένα είναι αυτό. Το άλλο είναι να μη νομίσουμε ότι είναι φοβερά πράγματα αυτά. Μπορεί έτσι να τα ζει κανείς, μπορεί έτσι να τα νιώθει, αλλά δεν σημαίνει ότι είναι έτσι ακριβώς, όπως τα νιώθει. Και ένας λόγος που καμιά φορά λέω σε κάποιον, σε κάποια: «Ασ’ τα· άσ’ τα. Θα τα αναλάβω εγώ. Ξένοιασε σαν να μην τα έχεις», είναι ακριβώς αυτό: να ξενοιάσει λίγο, να μην είναι υπό την επήρεια όλης αυτής της καταστάσεως που νιώθει, όλης αυτής της μαυρίλας που νιώθει, να μην έχει όλο αυτό το ζόρισμα, όλο αυτό το μπέρδεμα. Και όποιος πιστεύει στα λόγια αυτά, βοηθιέται πάρα πολύ. Κατ’ αρχήν, από την καθαρώς ψυχολογική πλευρά αν το πάρουμε το πράγμα, ξενοιάζει κανείς, καθώς εμπιστεύεται κάπου. Αλλά επιπλέον κάνοντας η ψυχή αυτό, ο Χριστός τη βρίσκει ήσυχη, ήρεμη, όχι αναστατωμένη, και δίνει πλούσια τη χάρη του, ανάλογα με τη στάση της.

Έχουμε πει και άλλη φορά το εξής: σου ζητάει κάποιος ένα ποτήρι νερό και απλώνει το χέρι, το οποίο όμως τρέμει. Ποτέ δεν θα βάλεις το ποτήρι με το νερό, με το όποιο δροσιστικό ποτό, σε ένα χέρι που τρέμει έτσι. Όταν τρέμει η ψυχή σου, όταν είναι αναστατωμένη, όταν λες: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» κλαψουρίζοντας, τι περιμένεις; Χρειάζεται να ησυχάσει κανείς, να ειρηνεύσει, να ηρεμήσει. Γι’ αυτό λέμε: «Ασ’ τα· άσ’ τα τά θέματά σου. Ξένοιασε. Μη σε τρώει αυτή η αγωνία, τι θα γίνει, τι δεν θα γίνει». Έτσι μπορεί να επιτευχθεί μια κάποια ηρεμία, μια κάποια ξενοιασιά, και αρχίζει πλέον να έρχεται η χάρη του Θεού και τον ενδυναμώνει τον άνθρωπο, τον ενισχύει, και παίρνει καινούργιο δρόμο κανείς.

Το πρώτο, επαναλαμβάνω, είναι να τα δούμε έτσι όπως είπαμε τα πράγματα, μήπως δηλαδή είναι οικονομία Θεού όλες αυτές οι καταστάσεις. Εγώ το πιστεύω ακράδαντα. Αυτά όλα που σας λέω τα πιστεύω ακράδαντα. Ναι· έτσι τα οικονομεί ο Θεός. Αλλά, αν θέλετε, κι εσείς πιστέψτε ότι τα οικονομεί ο Θεός έτσι τα πράγματα για καλό μας. Μερικές φορές μάλιστα, μέσα από αυτά ο Θεός εκδηλώνει όχι απλώς την αγάπη του, αλλά τη λεπτή αγάπη του και κατά λεπτό τρόπο. Τι τρομάζουμε λοιπόν;

Θα έρθει ώρα – δεν ξέρουμε πότε· εξαρτάται από τη στάση του καθενός – που θα το συνειδητοποιήσει κανείς αυτό και θα πει: «Θεέ μου, ασχολήθηκες μ’ εμένα κατ’ αυτόν τον τρόπο! Οικονόμησες να αρρωστήσω, να έχω κόμπλεξ, να έχω τραύματα από τα παιδικά μου χρόνια, προνόησες έτσι, ακριβώς για να με προλάβεις να μην πάρω άλλους δρόμους! Ασχολήθηκες έτσι μ’ εμένα, Θεέ μου!» Λιώνει κανείς μπροστά σ’ αυτή την αγάπη του Θεού. Και όλο το θέμα αυτό είναι: να νιώσει κανείς την αγάπη του Θεού, να αρχίσει να αισθάνεται μέσα του την αγάπη του Θεού.

Να μην επηρεαζόμαστε λοιπόν από το πώς τα νιώθουμε εμείς τα πράγματα. Δεν είναι τόσο φοβερά, όσο τα νιώθουμε. Είναι λίγο διαφορετικότερα. Μην τρομάζουμε, μην πανικοβαλλόμαστε, και κυρίως μη συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τους άλλους, και δημιουργούνται έτσι ακόμη χειρότερες καταστάσεις.

Ξέρετε πόσο ήσυχοι είμαστε εμείς, όσοι δεν συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τους άλλους και δεν έχουμε ανταγωνισμό με κανέναν; Και στους κληρικούς και στους μοναχούς μπορεί να υπάρχει αυτό το πνεύμα. Αλλά όσοι απαλλαγούν από αυτό, το παίρνουν απόφαση ότι είναι αυτοί που είναι και τελείωσε. Αυτό ήταν. Δεν επιδιώκουν ούτε μεγαλεία ούτε τίποτε τέτοιο. Οπότε είναι ήρεμος κανείς, ήσυχος, καθώς δεν έχει τέτοια προβλήματα και τέτοια μαράζια και τέτοιους καημούς, σαν να είναι κάποια σκουλήκια μέσα του που τον τρώνε.

Χρειάζεται λοιπόν κατ’ αρχήν να τα πάρουμε έτσι τα πράγματα, να τα δούμε μέσα σ’ αυτές τις αλήθειες, και μετά, κατά την ταπεινή μου γνώμη – μπορεί να κάνω λάθος – χρειάζεται να κάνει κανείς υπακοή. Αν ο καθένας πρέπει να κάνει υπακοή, όποιος έχει τέτοια προβλήματα και τέτοιες καταστάσεις ακόμη πιο πολύ χρειάζεται να κάνει υπακοή. Όποιος θέλει να σώσει την ψυχή του στις ημέρες μας, πρέπει να κάνει υπακοή. Χωρίς να είναι απόλυτο, αλλά ο κανόνας είναι αυτός. Έξω από την υπακοή, δεν ξέρω αν μπορεί να σωθεί ο άνθρωπος· πολύ περισσότερο αυτοί που έχουν αρρωστημένες καταστάσεις. Άμα κάνει κανείς υπακοή, αλλά αληθινή υπακοή, σιγά-σιγά θα ξεγλιτώσει από τα γρανάζια μέσα στα οποία έχει μπλέξει, από τις διάφορες καταστάσεις, από τα διάφορα κόμπλεξ, θα κινηθεί πιο άνετα και θα λυτρωθεί.

Για να είμαστε προσγειωμένοι, θα σας πω και το εξής. Και αν ακόμη υπάρχει μέσα σου ένα κόμπλεξ – π.χ., το κόμπλεξ κατωτερότητος, που κυρίως αυτό βασανίζει τους πιο πολλούς ανθρώπους, ιδιαίτερα τους νέους – και δεν θεραπευθεί πλήρως – όχι ότι δεν μπορεί να θεραπευθεί εντελώς – δεν πειράζει. Αρκεί να το ξέρεις τι είναι, αρκεί να μη σε επηρεάζει, και ας υπάρχει. Τι θα σου κάνει; Μόνο καλό θα σου κάνει· κακό δεν θα σου κάνει. Πρέπει να τα δούμε τα θέματα αυτά και από αυτή την πλευρά, ότι δηλαδή μπορεί να τα οικονομήσει έτσι ο Θεός, που να μη θεραπευθείς.

Αν τα πάρει κανείς σωστά τα πράγματα, αν τα δει δηλαδή μέσα στην αλήθεια του Θεού, οπωσδήποτε μπορεί να γίνει πάρα πολλή εργασία, πολύ λυτρωτική εργασία στην ψυχή· όχι απλώς να ανακουφιστεί κανείς ψυχολογικά, αλλά να σωθεί δια μέσου αυτών, πραγματικά να σωθεί η ψυχή. Αλλά χρειάζεται να μπει κανείς στην υπακοή, στην αληθινή όμως υπακοή.

Εδώ πρέπει να πούμε και το εξής: Χρειάζεται επί αρκετό καιρό να γίνει συνεργασία με τον πνευματικό με το πνεύμα αυτό της εμπιστοσύνης, για να έρθει το καλό αποτέλεσμα. Και αυτό διότι στην αρχή – τουλάχιστον έτσι καταλαβαίνω εγώ – ησυχάζει κανείς, ειρηνεύει, ηρεμεί, αλλά όχι επειδή εξαφανίστηκαν τα κόμπλεξ ή οι άλλες καταστάσεις που έχει· απλώς απωθήθηκαν βαθύτερα στο ασυνείδητο. Είναι οικονομία Θεού αυτό, για να έχει μια ανάπαυλα η ψυχή, να έχει μια καλή κατάσταση, ώστε να μπορέσει να αγωνιστεί καλύτερα πνευματικά. Ύστερα ξαναβγαίνουν αυτά. Το οικονομεί έτσι ο Θεός. Παραμονεύουν εκεί μέσα και βγαίνουν πάλι στην ώρα τους, ακριβώς για να μην πάρει αέρα η ψυχή και αποθρασυνθεί. Αυτά θα την κρατήσουν στην ταπείνωση, και γίνεται δεύτερη, τρόπον τινά, προσπάθεια, ώσπου τελικά ο άνθρωπος γιατρεύεται. Όντως γιατρεύεται.

Αν μείνει κάτι, θα μείνει μόνο και μόνο για να ωφελεί την ψυχή, όχι για να τη βλάπτει, όχι για να τη δηλητηριάζει, όχι για να την καταπονεί· θα μείνει σαν ένα κουδουνάκι, για να την προσγειώνει, και να είναι σε ασφάλεια. Κάπως έτσι έχουν τα πράγματα.

Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου, “…πάντα συνεργεί εις αγαθόν”, Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 2014, σελ. 117 (αποσπάσματα).

https://www.koinoniaorthodoxias.org


Η ΜΟΝΗ ΓΕΦΥΡΑ ΠΟΥ ΣΥΝΔΕΕΙ ΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΜΑΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΜΕ ΤΗΝ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΙΚΟΥ ΣΥΝΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΙΩΝΙΟΥ ΕΦΗΒΟΥ. 
ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ π. ΣΥΜΕΩΝ. 
Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ Η ΟΠΟΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟ ΣΩΜΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΜΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΘΕΡΜΗ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟΥ, ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΤΑΙ, ΘΑΡΡΟΣ.

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ A (37)

Συνέχεια από: Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ A

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

...πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν

Τὸ αἴσθημα κατωτερότητος καὶ ἄλλες ἀρρωστημένες καταστάσεις
μέσα στο μυστήριο τῆς σωτηρίας

Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Ε΄ έκδοση

B΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 27

Εἰδικό Μέρος


β΄. Αἴσθημα κατωτερότητος-Ὁμιλίες σε συνάξεις νέων


Πάρε σωστή στάση ἀπέναντι στη δική σου πραγματικότητα

Να μιλήσουμε πιο συγκεκριμένα. Αὐτός πού γράφει τὸ σημείωμα ἔχει, ὅπως λέει, τὸ αἴσθημα τῆς ντροπῆς γιὰ τὴν πίστη του, για τις ἀρετές. Κατά βάθος δὲν εἶναι ὅτι ντρέπεται νὰ ἐμφανισθεῖ ὡς χριστιανός, ὡς ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Ὄχι· ὁ ἄνθρωπος ἔχει κόμπλεξ. Φαίνεται αὐτό ἀπό αὐτό που λέει στο σημείωμα: «Καί μπράβο νὰ μοῦ ποῦν, ἐνοχλοῦμαι». Πρέπει νὰ ὑπάρχει ἐδῶ μια κομπλεξική, μια άρρωστημένη κατάσταση. Ἀρρωστημένη ὄχι τόσο ἀπό πνευματικῆς ἀπόψεως ὅσο ἀπό ψυχολογικῆς. Εἶναι μπλοκαρισμένος ψυχολογικά ὁ ἄνθρωπος.

Αὐτό πού χρειάζεται εἶναι νὰ τὸ δεῖ αὐτό καί νὰ πεῖ: «Τι κάθομαι ἐγώ καί το προσέχω αὐτό;» Αλλά χρειάζεται κάπου νὰ ἀκουμπήσει, κάπου να στηριχθεί, γιὰ νὰ μπορέσει να σκεφθεῖ ἔτσι. Ὅσο κι ἂν τοῦ φαίνεται ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ξεπεράσει αὐτό πού ἐνοχλείται, εἴτε μπράβο τοῦ ποῦν εἴτε τὸν κατηγορήσουν - ὅσο κι ἄν τοῦ φαίνεται ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ξεπεράσει τὸ αἴσθημα τῆς ντροπῆς μὲ τὸ να ξέρουν οἱ ἄλλοι ὅτι εἶναι πιστός, στην πραγματικότητα ὅλο αὐτὸ δὲν εἶναι τίποτε. Χρειάζεται ἁπλῶς νὰ δεῖ ὅτι εἶναι κάτι ἀρρωστημένο καί ὄχι μια πραγματικότητα, μια κατάσταση τῆς ψυχῆς, ὄχι ἴδιον βίωμα τῆς ψυχῆς. Ὄχι· εἶναι ἕνα παράσιτο. Λίγο λογικά ἂν σκεφθεῖ κανείς, λίγο ἔτσι ἀντρίκια, λίγο ὑπεύθυνα ἄν σκεφθεῖ, δὲν θὰ δυσκολευθεῖ νὰ πεῖ: «Σὰ δὲν ντρέπομαι! Σὰ δὲν ντρέπομαι που κάθομαι καί δίνω σημασία σ' αὐτὰ τὰ πράγματα, που κάθομαι και επηρεάζομαι από αυτές τις καταστάσεις αὐτά, ὑπάρχουν. Ὅτι τις έχω μέσα μου, τις έχω. Ὅτι θα με ενοχλήσουν αὐτὲς οἱ καταστάσεις, θα με ενοχλήσουν. Ἀλλὰ εἶναι παράσιτα. Δέν εἶναι πραγματικότητα της ψυχής μου.

Κάποια φορά εἴχαμε ἀναφερθεῖ στὸν Καραγκιόζη καί στόν Χατζηαβάτη. Δεν θυμάμαι ἀκριβῶς, πάντως ὁ Χατζηαβάτης ἔκανε τον δικαστή στον Καραγκιόζη, καὶ ὁ καημένος ὁ Καραγκιόζης νόμιζε ότι ἔχει νὰ κάνει ὄντως με δικαστή καί καθόταν σούζα. Καὶ τοῦ ἔλεγε ὁ Χατζηαβάτης ἀπὸ δῶ καὶ τοῦ ἔλεγε ἀπό κεῖ, καὶ ἄκουγε ὁ καημένος σούζα. Ώσπου κά ποια στιγμή κατάλαβε ποιός εἶναι καὶ τοῦ λέει: «Ἐσύ εἶσαι, καί κάθομαι τόση ὥρα καὶ σε πιστεύω καὶ ὑπακούω σε ὅλα τά καμώματά σου;» Αὐτό εἶναι. Ἔχουν θρονιαστεῖ κάποια πράγματα μέσα στην ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, αὐτὰ τὰ κόμπλεξ που λέμε. Καίτοι νομίζει κανείς ποιός ξέρει τί εἶναι, δὲν εἶναι τίποτε. Ὅταν κανείς, ὅπως εἶπαμε, στηρίζεται κάπου -μόνος του εἶναι πολύ δύσκολο να το κάνει- μπορεί νὰ πεῖ ἀντρίκια, ὑπεύθυνα καί εἰλικρινά: «Ἀλήθεια! Τόσο καιρό ὑπάρχουν κάποια παράσιτα μέσα μου, κι ἐγώ κάθομαι καὶ τὰ προσέχω;»

Ὁ συμφοιτητής σας γράφει ὅτι τὸν ἐνοχλεῖ ἡ εἰρωνεία, τὸν ἐνοχλεῖ καὶ τὸ μπράβο. Το παίρνει ὡς δεδομένο ὅτι εἶναι μια κατάσταση αὐτή. Ἀπλούστατα, εἶναι ἕνα παράσιτο, εἶναι κάτι ξένο που κόλλησε μέσα του. Τι κάθεσαι καί τὸ προσκυνᾶς καὶ τὸ λογαριάζεις καὶ τὸ ὑπολογίζεις; Βέβαια, δὲν σημαίνει ὅτι θὰ φύγει ἀμέσως, ἅμα τὸ ἀγνοήσεις. Ὅμως, ἄρχισε νὰ μὴν τοῦ δίνεις σημασία. Καί τί θὰ πεῖ αὐτό στην πράξη; Ἔτσι κι ἀλλιῶς ζεῖς μέσα στη ζωή, ἔτσι κι ἀλλιῶς ζεῖς μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Κάποιος θά ἀσχοληθεῖ μαζί σου, ἄς ποῦμε, ἀρνητικά. Θέλεις δέν θέλεις, ἐκείνη τὴν ὥρα ἐσύ, ἐφόσον ἔχεις αὐτό τό πράγμα μέσα σου, θὰ ἐνοχληθεῖς, καθώς θα σε κατηγορεῖ ὁ ἄλλος. Μήν τοῦ δίνεις σημασία. Ὅπως καὶ τόσα ἄλλα πράγματα δὲν τὰ δίνουμε σημασία.

Αἰσθάνεσαι, π.χ., κάποια φορά μια κακοκεφιά καὶ λές: «Δέν πάω να κοιμηθώ λίγο, να περάσει;» Καί περνάει. Ἔχεις λίγο πυρετό καί λές: «Δέν πάω να ξαπλώσω λίγο» Οὔτε ἀνησυχεῖς οὔτε τρομάζεις. Ἔτσι κι ἐδῶ. Μοῦ μίλησε ὁ ἄλλος ὅπως μοῦ μίλησε, μοῦ φάνηκε ἐμένα ὅπως μοῦ φάνηκε. Ἐγώ το νιώθω ὅτι εἶναι κάτι φοβερό, ἐνῶ στην πραγματικότητα δέν εἰναι. Θα περάσει. Ἔτσι, θα κάνεις τήν πρώτη προσπάθεια να τηρήσεις σωστή στάση, να πάρεις σωστή στάση ἀπέναντι στὴν ἴδια τη δική σου πραγματικότητα. Ἐάν το συνεχίσεις αὐτό λίγο καιρό, μόνο του θα ξεκολλήσει αὐτό τό παράσιτο καί θά φύγει· δὲν μπορεῖ να καθίσει μέσα σου. Ἐσύ το κρατᾶς, καὶ κάθεται.

Πάρα πολλά πράγματα πού τὰ προσκυνοῦμε μια ζωή, πού κάνουμε τα χατίρια τους μια ζωή, ποὺ μᾶς ἄγουν καὶ μᾶς φέρουν μια ζωή, πού διαφεντεύουν μέσα μας, ἐνῶ δὲν ἔχουν καμιά θέση, εἶναι σάν αὐτὸν πού παίζει μὲ τὸν Καραγκιόζη και κάνει τον δικαστή, ἐνῶ δὲν εἶναι δικαστής. Ἐμεῖς τὰ ἀφήσαμε να θρονιαστοῦν μέσα μας, ἐμεῖς τὰ πιστέψαμε. Ἀλλά ὁ Καραγκιόζης τουλάχιστον, μόλις ἀντιλήφθηκε ποιός εἰναι αὐτός πού ἔκανε τον δικαστή, «ἐσὺ εἶσαι;» τοῦ λέει, και τον έστρωσε στο ξύλο. «Ανόητος είμαι, να πεις, πού κάθομαι και προσκυνώ αυτά τα πράγματα, πού κάθομαι καὶ τὰ προσέχω καί, καθώς μου έρχεται να φοβηθω, ἀμέσως φοβάμαι, καθώς μοῦ ἔρχεται να ντραπώ, αμέσως ντρέπομαι. Μοῦ ἦρθε ἔτσι, Ἂς ήρθε. Αλλά αυτό καθ' ἑαυτό εἶναι ἕνα ἀνύπαρκτο πράγμα».

Θύματα ἀνύπαρκτων πραγμάτων

Ὅπως ἔχουμε πεῖ καὶ ἄλλη φορά, ἂν ὅλοι ἐσεῖς τώρα φορούσατε μαύρα γυαλιά, καὶ ὄχι μόνο μαῦρα, ἀλλά γυαλιά πού ὁ φακός τους ἦταν ἔτσι ποὺ νὰ τά διαστρέφει τα πράγματα, ὄντως θα βλέπατε κάποια φοβερά πράγματα, τὰ ὁποῖα ὅμως θὰ ἦταν ἀνύπαρκτα. Ὄντως θὰ τὰ βλέπατε, ἀλλὰ θὰ ἦταν ἀνύπαρκτα. Προσέξτε το αὐτό. Πάρα πολλές φορές που νομίζουμε ὅτι κάτι ὄντως ὑπάρχει, δὲν ὑπάρχει· ὅτι κάτι ὄντως συμβαίνει, δέν συμβαίνει. Πάρα πολλές φορές. Καί εἶναι κρίμα. Ἄνθρωποι πού ἔχουμε μιὰ ἡλικία, ποὺ ἔχουμε κάποιες γνώσεις, πού μποροῦμε νὰ στηριχθοῦμε καί κάπου ἀλλοῦ, γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσουν να παλέψουμε, καί ὅμως καθόμαστε καὶ γινόμαστε θύματα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια.

Ὅλο αὐτό πού νιώθει ἐκεῖνος ποὺ γράφει το σημείωμα, ὅτι δηλαδή ἐνοχλεῖται πού τον κατηγοροῦν, ἐνοχλεῖται πού τοῦ λένε «μπράβο», στην πραγματικότητα εἶναι ἀνύπαρκτο. Αὐτός νιώθει ἔτσι, διότι πῆρε στραβά τα πράγματα. Κάποιο τραῦμα ἔχει μέσα του κάτι συνέβη κάποτε, καί κατατρόμαξε, καὶ μόνο ὅταν δὲν ἀσχολοῦνται οἱ ἄλλοι μαζί του, αἱσθάνεται ἤσυχος. Ἀλλὰ εἶναι ἕνα παράσιτο αὐτό, εἰναι κατ' οὐσίαν ἀνύπαρκτο. Ἡ ψυχή δὲν ἔχει τέτοια.

Ἡ ψυχή εἶναι νορμάλ, εἶναι φυσιολογική. Αὐτά εἶναι ἁπλῶς παράσιτα, τὰ ὁποῖα ὅμως κολλοῦν ἐκεῖ, ἐπειδή τα κρατάει κανείς μόνος του. Μόλις δέν τά δώσει σημασία, φεύγουν. Ὅπως, π.χ., ὅταν κάποιος σε ἐπισκέπτεται στο σπίτι σου, ὅποια διάθεση κι ἄν ἔχει, ἄν ἐσύ οὔτε κάν τοῦ δώσεις σημασία, οὔτε τὸν προσέξεις, ἀλλά μπαίνεις, βγαίνεις καὶ κάνεις τίς δουλειές σου, πόσο θα καθίσει; Πρέπει νὰ εἶναι ἐντελῶς ἀνόητος για να καθίσει. Θα σηκωθεῖ νὰ φύγει.

Παρακαλώ, προσέξτε να τα καταλάβετε καλά αὐτά που λέμε. Θα ξεγλιτώσετε ἀπό πάρα πολλές ἄσχημες καταστάσεις. Ἂν με ρωτᾶτε ἐμένα, εἶναι μιά καλή εὐκαιρία ἐδῶ τώρα. Γι' αὐτό, στείλτε καὶ σημειώματα. Μόνο μήν ἀφήνετε τίποτε ατακτοποίητο καί παιδεύεστε ὕστερα. Διότι ἐὰν δὲν ξεκαθαρίσουν αὐτά, ἐὰν δὲν τὰ δεῖ κανείς τί εἶναι στην πραγματικότητα, αὐτά μπερδεύονται ὕστερα μέσα στην πίστη καὶ νομιμοποιοῦνται. Ἀντί δηλαδή να τὰ κάνει πέρα ή πίστη, ἡ ὅλη πνευματική προσπάθεια, αὐτά νομιμοποιοῦνται. Πάρα πολλά πράγματα πού εἶναι κόμπλεξ, πάρα πολλές καταστάσεις που εἶναι ἀρρωστημένες καταστάσεις, τις νομιμοποιεῖ κανείς με βάση το Εὐαγγέλιο, με βάση τη διδασκαλία τή χριστιανική, και θρονιάζονται μέσα στην ψυχή σαν ὡραῖες καί σπουδαῖες ἀρετές.

21-3-1993

Η ΑΠΛΗ ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΛΗΘΕΙΑ. Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΨΥΧΗ. ΑΛΛΑ ΕΧΕΙ ΧΑΣΕΙ ΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ, ΤΗΝ ΔΥΝΑΜΙ ΤΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΣΤΑ ΣΥΜΒΑΙΝΟΝΤΑ, ΣΤΑ ΣΥΜΒΕΒΗΚΟΤΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ. ΑΥΤΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΠΤΩΣΗ. ΔΕΧΘΗΚΑΜΕ ΕΝΑ ΠΑΡΑΣΙΤΟ ΣΑΝ  ΨΥΧΗ ΖΩΣΑ.ΚΑΤΙ ΑΝΟΥΣΙΟ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ ΣΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ. Η ΨΥΧΗ ΦΑΝΕΡΩΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΜΕ ΤΙΣ ΑΡΕΤΕΣ. ΣΗΜΕΡΑ ΟΜΩΣ ΑΚΟΥΜΕ ΟΤΙ Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΜΑΣ ΒΟΗΘΑ ΝΑ ΦΤΙΑΞΟΥΜΕ ΕΝΑΝ ΝΕΟ ΕΑΥΤΟ ΜΕ ΤΑ ΠΑΡΑΣΙΤΑ. ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΟ. ΑΥΤΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΕΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΣΩΜΑ. ΤΟ ΣΩΜΑ, ΣΑΝ ΤΗ ΓΗ ΒΓΑΖΕΙ ΖΙΖΑΝΙΑ, ΕΠΕΙΔΗ ΔΕΝ ΤΟ ΚΑΘΑΡΙΖΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ. ΑΠΟ ΤΙΣ ΒΡΩΜΙΕΣ, ΑΠΟ ΤΙΣ ΛΑΣΠΕΣ. ΤΙΣ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ. Ο ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟΣ ΛΟΙΠΟΝ ΤΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ ΙΔΙΩΣ ΤΟΥ ΒΑΘΟΥΣ ΜΑΣ ΠΑΡΟΤΡΥΝΕΙ ΝΑ ΣΥΝΘΕΣΟΥΜΕ ΝΕΟ ΕΑΥΤΟ ΚΑΙ ΝΑ ΣΚΟΤΩΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΑΛΗΘΙΝΟ ΠΟΥ ΔΙΨΑ ΚΑΙ ΠΕΙΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΧΑΡΙ, ΤΗΝ ΠΝΟΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ. Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΧΘΡΟΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ.

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2025

Αυτοάφεση: Ο Κανόνας του Ισραήλ

Massimo Mazzucco - 01/12/2025

Αυτοάφεση: Η Κυριαρχία του Ισραήλ


Πηγή: Massimo Mazzucco

Δύο καλά νέα από το Ισραήλ, το ένα πιο ενθαρρυντικό από το άλλο.
Το πρώτο είναι ότι ο Νετανιάχου ζήτησε από τον Πρόεδρο Χέρτζογκ χάρη για τα εγκλήματα για τα οποία κατηγορείται σε τρεις διαφορετικές δίκες (διαφθορά, απάτη και παραβίαση εμπιστοσύνης). https://www.haaretz.com/.../0000019a-d450-dcd7-a3be... Το έκανε, φυσικά, χωρίς να παραδεχτεί την ενοχή του. Ο Νετανιάχου είπε: «Παρά το προσωπικό μου συμφέρον να ολοκληρώσω τη δίκη και να αποδείξω πλήρως την αθωότητά μου, πιστεύω ότι το δημόσιο συμφέρον υπαγορεύει το αντίθετο».
Ουσιαστικά: αφού οι δίκες του αναβλήθηκαν με χίλιες ατελείωτες δικαιολογίες, παραιτείται από την απόδειξη της αθωότητάς του και ζητά συγχώρεση (για κάτι που προφανώς δεν έκανε), προς όφελος ολόκληρου του πληθυσμού. Πόσο γλυκό, ο γενναιόδωρος αλτρουισμός του είναι σχεδόν συγκινητικός. Μιλάμε για το αίσθημα της εθνικής ταυτότητας.
Η δεύτερη είδηση ​​είναι πραγματικά ανατριχιαστική: https://www.haaretz.com/.../0000019a-d1a3-d824-ad9e... Μετά την εμφάνιση ενός βίντεο που έδειχνε Ισραηλινούς συνοριακούς αστυνομικούς να σκοτώνουν εν ψυχρώ δύο Παλαιστίνιους που είχαν ήδη παραδοθεί, ο υπουργός Μπεν-Γκβιρ επισκέφθηκε τη βάση της μονάδας τους και ανακοίνωσε την προαγωγή του διοικητή τους. Ο Μπεν-Γκβιρ παραπονέθηκε επίσης ότι οι στρατιώτες που ευθύνονται για τη δολοφονία ανακρίνονταν: «Ήρθε η ώρα να τερματιστούν αυτές οι διαστρεβλωμένες διαδικασίες», είπε ο Μπεν-Γκβιρ. «Όταν ένας από τους μαχητές μας πυροβολεί έναν τρομοκράτη, τον πηγαίνουμε αμέσως σε ένα κελί για ανάκριση. Αλλά πολεμάμε εχθρούς και δολοφόνους που θέλουν να βιάσουν γυναίκες και να κάψουν παιδιά».
Έτσι, αφού οι Παλαιστίνιοι «θέλουν να βιάσουν γυναίκες και να κάψουν παιδιά», τους πυροβολούμε στο κεφάλι από κοντινή απόσταση αφού σηκώσουν τα χέρια τους, και μετά δίνουμε ακόμη και προαγωγή στον δράστη. Είναι απόλυτα λογικό.
Σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να σχολιάσω αυτές τις δύο ειδήσεις, αλλά το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι αυτά είναι τα αποτελέσματα που έχεις όταν επιτρέπεις σε έναν λαό νταήδων να κάνει ό,τι θέλει συνεχώς: φτάνουν σε ένα σημείο όπου απαλλάσσονται από τις ευθύνες τους, όπως θα ήθελε να κάνει ο Νετανιάχου με τη δική του δίκη, ή όπως έκανε ο Μπεν-Γκβιρ με τους ψυχρούς δολοφόνους των δύο Παλαιστινίων.
Μόλις σου επιτραπεί να είσαι και κριτής και δήμιος των άλλων, καταλήγεις να γίνεις και ο δικός σου κριτής, και φυσικά απαλλάσσεσαι από όλα τα εγκλήματα που έχεις διαπράξει. Δεν υπάρχουν πια κανόνες, ούτε ηθική, ούτε νόμος. Εσύ είσαι ο νόμος.
Όσοι λένε ότι οι πραγματικοί ένοχοι για όλα όσα συμβαίνουν στην Παλαιστίνη είναι οι δυτικές κυβερνήσεις, οι οποίες έχουν επιτρέψει με ανυπομονησία στους Σιωνιστές να κάνουν αυτό που κάνουν εδώ και πάνω από ογδόντα χρόνια, και οι οποίοι θα συνεχίσουν να το κάνουν επ' αόριστον, εκτός αν τους σταματήσουμε με κάποιο τρόπο, έχουν απόλυτο δίκιο.


ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ; ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΟΔΗΓΕΙ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΝΕΙ ΤΙΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ.

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2025

ΔΗΜΗΤΡΙΑ 2025 - " Ο φεμινισμός του Χριστού " - π. Νικόλαος Λουδοβίκος

 

ΔΗΜΗΤΡΙΑ 2025 - " Ο φεμινισμός του Χριστού " - π. Νικόλαος Λουδοβίκος

https://www.youtube.com/watch?v=mY_PKzSHHKU&list=RDmY_PKzSHHKU&start_radio=1&t=3695s


Με συνεχώς αυξανόμενο πνευματικό ενδιαφέρον, πολλοί είναι οι πιστοί που συμμετέχουν στις ενοριακές εορταστικές εκδηλώσεις «ΔΗΜΗΤΡΙΑ 2025», οι οποίες πραγματοποιούνται στον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου, Δήμου Αγίου Δημητρίου Αττικής. Το απόγευμα, μετά τον Αναστάσιμο Εσπερινό, ώρα 7.00 πραγματοποιήθηκε ομιλία του Αιδεσιμολογιωτάτου Πρωτοπρεσβυτέρου π. Νικολάου του Λουδοβίκου, Καθηγητή Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, με θέμα: «Ο Φεμινισμός του Χριστού». Ο π. Νικόλαος στην εμπνευσμένη ομιλία του θέλοντας να περιγράψει την κατάσταση της σημερινής εποχής ανέφερε: «Πολλές φορές ακούμε τον ευαγγελικό λόγο και τα λόγια των Πατέρων της Εκκλησίας αλλά και σύγχρονων Αγίων, όμως δεν καταλαβαίνουμε τίποτα. Γιατί δεν είναι στο επίπεδο μας να τα κατανοήσουμε και πόσο μάλλον να τα βιώσουμε» και πρόσθεσε: «γι’ αυτό και το σημερινό θέμα που είναι πολύ ιδιαίτερο θα το προσεγγίσουμε με τρόπο απλό». Έπειτα παρέθεσε μέσα από το ευαγγέλιο χωρία που ο Χριστός έρχεται σε επαφή με την γυναίκα, χωρίς φόβο και κάποια δυσκολία ή διαφοροποίηση. Στη συνέχεια παρουσίασε απόψεις των παλαιοτέρων αλλά και σύγχρονων Πατέρων της ορθοδόξου Εκκλησίας μας, με σκοπό να αναδείξει το πόσο η Εκκλησία εξυψώνει το γυναικείο φύλο, λέγοντας παραδειγματικά: «Έχει σημασία αυτά που διαθέτει η γυναίκα να τα θεωρήσουμε ως χαρίσματα; Η απάντηση του Χριστού είναι ναι!» και συμπλήρωσε: «Ο Χριστός την γυναίκα την εξυψώνει και την ακούει, πρώτη φορά το βλέπουμε στον γάμο της Κανά που ακούει τη μητέρα του, και κάνει το πρώτο του θαύμα». Ολοκληρώνοντας την ομιλία του, ο π. Νικόλαος απεφάνθει: «Ο δρόμος του Χριστού είναι η απίστευτη θετικότητα. Γι’ αυτό και ο απόστολος Παύλος προτρέπει να φέρεται ο άνδρας στη γυναίκα όπως ο Χριστός στην Εκκλησία».

Όσο πάμε και χειροτερεύουμε στην επιλογή των θεμάτων — τουλάχιστον εγώ. Δηλαδή, το σημαντικό είναι, νομίζω, να βρούμε θέματα που όντως μας νοιάζουν, έτσι; Να δούμε πράγματα και να πούμε πράγματα τα οποία είναι συναρπαστικά, ακριβώς γιατί μας αφορούν με έναν αφόρητα άμεσο τρόπο.

Μπορεί αυτό το «αφόρητα άμεσο» να είναι και επικίνδυνο. Δηλαδή, θα σας δείξω τι εννοώ με βάση αυτά που θα μας απασχολήσουν σήμερα. Καμιά φορά στεκόμαστε μπροστά σε αυτόν τον ποταμό της σοφίας, που είναι πράγματι η ορθόδοξη, η χριστιανική αντίληψη για την εν Χριστώ ζωή.

Και ακούμε πράγματα που είναι, πράγματι, υπέροχα — αλλά, για κάποιο λόγο, δεν μπαίνουν στη ζωή μας. Κάποτε ρώτησαν τον Σωκράτη για τα έργα του Ηράκλειτου:
«Πώς σου φαίνονται, δάσκαλε;»

Κι εκείνος απάντησε: «Αυτά που κατάλαβα είναι σπουδαία. Νομίζω, όμως, ότι αυτά που δεν κατάλαβα είναι ακόμη πιο σπουδαία. Αλλά δεν έχω ελπίδες να τα καταλάβω ποτέ. Δηλοίωγέ την ὡς δεῖτε κολυμβητοῦ» — χρειάζεται να είναι κανείς δήλιος κολυμβητής για να τα καταλάβει.

Οι δήλιοι κολυμβητές στην αρχαιότητα ήταν φοβεροί, γιατί κολυμπούσαν από τη Δήλο ως την Αθήνα.

Λοιπόν, πολλά πράγματα είναι σημαντικά, και από αυτό το βήμα λέγονται σημαντικά πράγματα· αλλά πρέπει να τα δούμε στο ύψος των δικών μας απαιτήσεων, για άμεση πρόσληψη, θεραπεία και προσωπική μας επέκταση. Αυτό δεν είναι καθόλου αυτονόητο.

Αυτή η μεγάλη «μετάφραση» που πρέπει να γίνει σημαίνει, πρώτα απ’ όλα, την αναγνώριση των πραγματικών μας προβλημάτων.

Γιατί καμιά φορά μπαίνουμε στην Εκκλησία με τα καλά μας, κι από μέσα το σώμα είναι γεμάτο έλκη· αλλά τα καλά μας το κρύβουν αυτό — ακόμα κι από τον ίδιο μας τον εαυτό. Έτσι.

Και, βεβαίως, αυτό το πράγμα κινδυνεύει να μας αποξενώσει από ό,τι θεωρούμε σημαντικό και πλούσιο, ακριβώς γιατί δεν έρχεται στο δικό μας επίπεδο, στα δικά μας προβλήματα, στη δική μας καθημερινή αγωνία, στα δικά μας αδιέξοδα. Μεγάλη υπόθεση αυτό. Δεν είναι εύκολο.[ΓΙ'ΑΥΤΟ ΤΟ ΛΟΓΟ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΣ ΖΗΤΑ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΟΧΙ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ ΓΙΑ ΝΑ ΛΥΣΟΥΜΕ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΗΤΡΙΚΟ ΜΑΣ ΣΥΝΔΡΟΜΟ. ΣΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΕΠΙΠΕΔΟ ΠΑΜΕ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΑΝ ΔΕΝ ΤΟΝ ΦΤΑΣΑΜΕ ΗΔΗ. ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΖΗΤΑΜΕ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΑ ΑΛΛΑ ΣΤΙΣ ΝΤΟΠΕΣ ΤΗΣ ΛΕΞΙΛΑΓΝΕΙΑΣ] 

Και το θέμα που διάλεξα εγώ επίσης δεν είναι καθόλου, μα καθόλου εύκολο. Είναι πρωτότυπο. Ναι, πρώτη φορά — δεν θα το δείτε πουθενά αλλού να το πραγματεύεται κάποιος.

Λοιπόν, αυτές τις μέρες ήμουν στην Αθήνα, σε ένα τελείως διαφορετικού είδους συνέδριο, μαζί με θεολόγους πανεπιστημιακούς απ’ όλο τον κόσμο. Και χθες το βράδυ τους είπα: «Εγώ θα σας αφήσω τώρα, δεν μπορώ να μείνω· έχω μια διάλεξη».

Ήταν εκεί δύο ορθόδοξες γυναίκες, και οι δύο καθηγήτριες πανεπιστημίου από την Ευρώπη. Μου λέει η μία: «Τι θέμα θα κάνετε εκεί;»

Κι εγώ απάντησα: «Ο φεμινισμός του Χριστού».

Χλώμιασαν και οι δύο. Με κοίταξαν έντρομες. Όσο κι αν προσπάθησα να χαμογελάσω και να τις καθησυχάσω — «μην ανησυχείτε, δεν είναι τα πράγματα τόσο άσχημα» — ο τρόμος παρέμεινε στα μάτια τους.

Σου λέει, αυτός: άντρας, παπάς, καθηγητής… δηλαδή, όλα τα προβληματικά ενός τύπου που ζητά εξουσία. Από πού να τον πιάσεις; Από πού να του ξεφύγεις; Στο τέλος θα σε κοπανήσει! Λευκός, αρσενικός, παπάς και καθηγητής· πώς να μη χλωμιάσουν οι καημένες;[ΚΑΙ ΓΟΗΣ!!!]

Τις λέω: «Είναι φεμινιστής ο Χριστός».
Πού να το δεχτούν, τόσο τρομαγμένες που ήταν!

Κι όμως, πραγματικά — ακόμη κι αν είναι φεμινιστής ο Χριστός, σύμφωνα με τη γνώμη τη δική μου, το είδος του φεμινισμού που θα παρουσιάσω είναι σίγουρα εναντίον μας· στο τέλος, θα βγείτε χαμένες εσείς οι γυναίκες. Και όντως, τις περισσότερες φορές, είστε χαμένες. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι οι άντρες κερδίζουν[ΣΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ ΤΟΥ ΛΑΚΑΝ ΟΛΕΣ].

Πράγματι, υπάρχει ένας συγκλονιστικός φεμινισμός του Χριστού. Εμένα με κόβει τα γόνατα — σας λέω αλήθεια. Και με κόβει τα γόνατα, όντας αυτός που είμαι, έχοντας τις σπουδές και τις επιδόσεις που έχω, και ξέροντας πόσο απίστευτα δύσκολο είναι να είναι κανείς φεμινιστής με τον τρόπο του Χριστού.[ΕΙΝΑΙ ΣΠΕΣΙΑΛ. ΣΠΟΥΔΑΓΜΕΝΟΣ ΑΡΣΕΝΙΚΟΣ ΕΧΕΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΕΙ ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΤΟΥ ΘΕΛΗΜΑ]

Θα αρχίσω αμέσως να σας εξηγώ τι εννοώ, και θα καταλάβετε· και θα συμμεριστείτε κι εσείς τη δυσκολία αυτή. Δεν ξέρω — εγώ είμαι λίγο συγκλονισμένος, μόνο αυτό.

Ανοίγει ένας άλλος κόσμος, έτσι· μια προοπτική που δεν μοιάζει να είναι δική μας, αλλά ταυτόχρονα είναι. Είναι ο κόσμος που πράγματι θέλουμε· είναι αυτό που πραγματικά μας λείπει.[ΓΙΑ ΤΗ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΔΕΝ ΞΕΚΙΝΗΣΑΜΕ ΣΕ ΙΔΑΝΙΚΟ ΚΟΣΜΟ ΘΑ ΒΡΕΘΟΥΜΕ;]

Λοιπόν, αρχίζοντας να διαβάζουμε τα Ευαγγέλια με αυτήν την οπτική, ανακαλύπτουμε πράγματα συγκλονιστικά στον Χριστό.

Τα πρώτα είναι πως ο Χριστός δεν φοβάται τη γυναίκα. Υπάρχει κανείς που να μη φοβάται τις γυναίκες; Μην απαντήσετε τώρα — την απάντηση την ξέρω εγώ.

Θα πω και γιατί δεν φοβάται τη γυναίκα.

Οι αρχαίοι φιλόσοφοι, καταρχήν, όλοι τρέμουν τις γυναίκες. Από πού να αρχίσει κανείς; Από τον Πλάτωνα — που είναι αγαπημένος μου για άλλους λόγους — ο οποίος, όπως λένε, νηστεύοντας και βοτανοφαγώντας, δεν ήθελε ούτε να αγγίξει ούτε να δει γυναίκα, ούτε από μακριά· γιατί του θύμιζε την «αλογία».

Ο λόγος είναι μέσα στα πράγματα, έλεγε· η γυναίκα όμως έχει αλογία. Γιατί έχει; Θα το πούμε.

Ο Πλάτων, δόξα τω Θεώ, έλεγε: «Ευχαριστώ τους θεούς που γεννήθηκα Έλληνας και όχι βάρβαρος, άνδρας και όχι γυναίκα, ελεύθερος και όχι δούλος».

Γιατί να μην ήθελε να είναι γυναίκα; Οι Πυθαγόρειοι είναι οι μόνοι που δέχονταν γυναίκες στις κοινότητές τους — ακριβώς επειδή απαγορεύονταν οι σχέσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Είναι όντα τα οποία έχουν δραπετεύσει από την καθημερινότητα και την πραγματικότητα των σχέσεων.

Οι Νεοπλατωνικοί — εκεί πια είναι η μεγάλη συμφορά. Ο Πλωτίνος, που στα νιάτα μου κι εγώ τον αγάπησα πάρα πολύ, και έχω γράψει πολλά για τον Πλωτίνο, έλεγε: η ανθρώπινη ψυχή έχει δύο μέρη.

Το πρώτο μέρος είναι ο νους, το άλλο είναι το μιαρό μέρος, το βρωμερό μέρος. Γιατί εφάπτεται στο σώμα, ακουμπάει στο σώμα, έχει ρίγη, επιθυμίες και συναισθήματα. Και ποιος τα έχει αυτά; Οι γυναίκες.

Συνεπώς: αγαμία και «Άγιος ο Θεός». Όλοι οι φιλόσοφοι πρέπει οπωσδήποτε, οπωσδήποτε, να απέχουν. Το λέει και ο Πλάτων αυτό στην Έβδομη Επιστολή.

Αποχή, απόλυτη. Για να μη μολυνθεί κανείς. Είναι φιλοσοφικός φόβος αυτός.

Οι φιλόσοφοι, κυρίως, θεωρούν τιμή τους να είναι άγαμοι. Μόνο στα νεότερα χρόνια παντρεύονται. Πάρτε τον Καρτέσιο, πάρτε τον Βέμπερ — φτάνουμε πολύ αργά στην ιστορία ώσπου να δούμε έγγαμους φιλοσόφους.

Λοιπόν, τι είναι αυτό το θέμα που δημιουργεί αυτόν τον φόβο; Είναι το χάος — το συναίσθημα, δηλαδή, που έχει η γυναίκα. Με άλλα λόγια, η ανάγκη της για βαθιά κοινωνία.

Το κοριτσάκι, μέσα στους τρεις πρώτους μήνες της ζωής του, αυξάνει κατά 400% την ικανότητά του να ανοιχνεύει μηνύματα και να επικοινωνεί. Το αγόρι μόνο κατά 20%.

Αν πάρετε ένα κοριτσάκι και το βάλετε σ’ ένα βρεφοκομείο, σε λίγο θα αντιληφθεί ότι τα παιδάκια γύρω του κλαίνε και θα αρχίσει να ενδιαφέρεται. Το αγόρι ποτέ.

Όσοι έχετε αγόρια και κορίτσια, το ξέρετε αυτό πολύ καλά. Όλοι το καταλαβαίνουν αμέσως στα χρόνια που περνούν.

Λοιπόν — αλλά, σας είπα, δεν είναι μόνο αυτό. Αυτό έχει περάσει και στη θεολογία.

Βέβαια. Αν διαβάσετε κείμενα Πατέρων, αγίων κατά τα άλλα, θα δείτε ότι, όταν φτάνουν να μιλήσουν για τις γυναίκες, αμύνονται.

Παπαπαπα! Πόσο αμύνονται... Είναι, λένε, επιπόλαιες, ασταθείς, άλογες.

Φοβούνται το χάος αυτό, την αναρχία αυτή — το ότι από εκεί μέσα δεν ξέρουμε τι μπορεί να γεννηθεί. Μια ολόκληρη σειρά μεγάλων Πατέρων... Από πού να αρχίσω και πού να τελειώσω; Δεν θέλω να πω ονόματα.

Ελάχιστοι είναι σαν τον Χρυσόστομο. Ο Χρυσόστομος είναι μια μοναδική περίπτωση· πλησιάζει τον άνθρωπο και του λέει να λέει στη γυναίκα του λόγια αγάπης, να της λέει ότι την αγαπά.[Ο ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ; Ο ΝΥΣΣΗΣ;]

Ή ο Γέροντας Ιωσήφ — όχι ο Άγιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής, ο παππούς, αλλά ο δεύτερος Ιωσήφ, ο Βατοπαιδινός, ο Καυσοκαλυβίτης, εκεί επάνω που ζούσε με τον Άγιο.

Λέει, ας πούμε, μόλις παντρευτείτε, καταργήστε το «εγώ» και το «εσύ»· από εκεί και πέρα υπάρχει μόνο το «εμείς». Αυτή είναι μια συμβουλή που λέγεται μόνο από ανθρώπους που έχουν ξεπεράσει κάποια όρια και δεν φοβούνται να το πουν.

Θα σας πω τώρα και άλλα. Θα δείτε πολύ προχωρημένα πράγματα, τα οποία έχω συγκεντρώσει εδώ και είναι σημαντικό να τα δούμε. Είναι προχωρημένες θεολογικές θέσεις, αλλά, αν δεν προσέξουμε, μπορεί να μας δημιουργήσουν πρόβλημα.

Ποιο πρόβλημα; Το πρόβλημα που έλυσε ο Χριστός: πώς έρχεται κανείς σε επαφή με μια γυναίκα.

Λέει ο Άγιος Μάξιμος — ξέρετε πόσο αγαπητός μου είναι ο Άγιος Μάξιμος. Κοιτάξτε όμως τι λέει:

«Ἄκρον μὲν ἐστὶ τὸ ποιῆσαι τὸν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν· μέσον δὲ τὸ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς· ἄκρον πάλιν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ὅπου οὔτε ἄρσεν οὔτε θῆλυ».

Και συνεχίζει:

«Τῶν ἄκρων καὶ τοῦ μέσου ἀνίσων ὄντων, τὸ μὲν πρὸς ἄρρενας ἐρχόμενον, τὸ δὲ πρὸς θήλειαν ἐκνεύον».

Τι λέει εδώ;

Στην αρχή: «Ὁ Θεὸς ἐποίησεν τὸν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν». Δηλαδή, άνδρα και γυναίκα.[ΤΟ ΑΡΣΕΝ ΚΑΙ ΘΗΛΥ ΔΕΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΚΑΤΈΙΚΟΝΑ, ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΚΑΤΈΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΕΩΣΦΟΡΟΥ ΠΟΥ ΘΑ ΕΠΙΛΕΓΕΙ. ΩΣΤΕ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΑΙΩΝΙΣΗ ΝΑ ΜΗΝ ΝΙΚΗΣΕΙ ΟΛΟΣΧΕΡΩΣ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ.]

Οι θεολόγοι γνωρίζουν πως, σε δεύτερη φάση, λέμε: «Ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς». Σε τρίτη, όμως, φάση — την τελική, την εσχατολογική — λέει: «ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ οὔτε ἄρσεν οὔτε θῆλυ».

Στα έσχατα, λοιπόν, δεν υπάρχει ούτε άρσεν ούτε θήλυ. Σας αρέσει αυτό; Εμένα, ομολογώ, δεν μ’ αρέσει· αλλά ακούστε πώς το εξηγεί — έχει μια αλήθεια μέσα του.

Ο άνθρωπος, λέει, πώς θα αρχίσει να προχωρεί πνευματικά; Σε πρώτη φάση, «την κατά το θῆλυ καὶ ἄρσεν ἰδιότητα, σχέσει παντὶ τῆς φύσεως ἐκτιναξάμενος, ὥστε διχθῆναι καὶ γενέσθαι κατὰ τὴν θείαν πρόθεσιν ἄνθρωπον μόνον, τὴν κατὰ τὸ ἄρσεν καὶ θῆλυ προσηγορίαν μὴ διαιρούμενον».

Δηλαδή, να αποτινάξει τον διχασμό ανάμεσα στο αρσενικό και το θηλυκό. Και πώς θα το κάνει αυτό; Με την ενάρετη και απαθή σχέση με τις γυναίκες — απαθή σχέση, σαν κι αυτή που, ιδανικά, θα έπρεπε να έχουμε όλοι μας.

Ώστε να γίνει ο άνθρωπος, σύμφωνα με τη θεία πρόθεση, άνθρωπος μόνος, χωρίς διάκριση φύλου.

Τα δύο μέρη, λοιπόν, άρσεν και θήλυ, είναι τα δύο τμήματα του λόγου του ανθρώπου· και, κατά τον Άγιο, πρέπει να πάψουν να λειτουργούν ως χωρισμένα. Να γνωρίσουν τη συμφυΐα τους, την ενότητά τους.[ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΥΘΟ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ]

Αυτό πρέπει να το κρατήσουμε: όσον αφορά τον οντολογικό και εσχατολογικό ορίζοντα, έχει δίκιο.

Ποιο είναι αυτό το δίκιο; Το ότι, στην έσχατη αλήθεια του ανθρώπου εν Θεῷ, αναδεικνύεται η ανθρωπινότητά του· δηλαδή, ότι είμαστε ένα.

Αυτό είναι καλό και αληθές. Το ζήτημα, όμως, είναι ποια είναι η οδός της σχέσης. Καταλάβατε τι λέω;

Τι θα πει «οδός της σχέσης»; Εκεί υπάρχει ένα κενό. Γιατί;

Διότι, ξέρετε κάτι; Ο μοναχός δεν μπορεί να τα πει όλα. Ξέρετε γιατί; Το καταλαβαίνετε γιατί: διότι πρέπει να φυλάξει τον εαυτό του. Όσο πιο πολύ πρέπει να φυλάξει τον εαυτό του, τόσο δυσκολεύεται να διανύσει αυτή την απόσταση, την οποία εμείς διανύουμε καθημερινώς. Δηλαδή, μια πραγματική —είσαι μια πραγματική γυναίκα;, είσαι ένας πραγματικός άντρας;— ύπαρξη, η οποία εξελίσσεται σε πραγματικό χώρο και χρόνο. Δηλαδή, ναι: ψυχικά, σωματικά. Και προχωρεί είτε με ευτυχή τρόπο είτε με ατυχή τρόπο, ή —κυρίως— με συνδυασμό και των δύο, όπως συμβαίνει σχεδόν πάντοτε.[ΑΡΣΕΝ ΚΑΙ ΘΗΛΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΔΡΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑ]

Και αυτό το οποίο θα βγει ως τελικό εξαγόμενο θα περάσει μέσα από μια διαδικασία όπου συμβαίνουν πράγματα που ένας μοναχός δεν πρέπει ούτε να τα φαντάζεται ούτε να τα σκέφτεται. Γιατί υπάρχει ο κίνδυνος […] να του αρέσουν. Και μετά, τι θα κάνει; Έχει υποσχεθεί παρθενία. Ξέρετε όλοι —όσοι δεν ξέρετε πόσο αγαπώ τον μοναχισμό— καταλαβαίνω γιατί μιλά ο Άγιος Μάξιμος έτσι.

Βέβαια, έχει σημασία πότε τα έγραψε αυτά: τα έγραψε νεότερος, σε εκείνα τα κείμενα. Αν μιλούσατε με τον πατέρα Πορφύριο ή με τον πατέρα Παΐσιο στην ωριμότητά τους —έτσι δεν είναι;— δεν θα φοβόντουσαν να μπουν και σε λεπτομέρειες. Όταν μας περιέγραφε ο πατέρας Πορφύριος τα καλά της σεξουαλικής επαφής, μέναμε έτσι… Δεν είχε φόβο, όπως τότε. Καταλαβαίνετε: είχε διανύσει το διάστημα. Είχε περάσει καταστάσεις όπου ο άνθρωπος δεν έχει πια την άμεση ανάγκη να στραφεί […]. Αυτό όμως ισχύει για πολύ λίγους.[ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΚΛΗΣΗ; ΕΙΧΕ ΦΟΒΟ; Ο ΠΑΛΑΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ; Ο ΧΡΥΣΟΣ ΜΟΣΧΟΣ ΤΙ ΕΙΝΑΙ;]

Μόνο αυτά θέλω να πω: ότι —και από τον τρόπο του Χριστού— όλη αυτή η […] της γυναικός γίνεται πάρα πολύ σεβαστή, έτσι δεν είναι; και πάρα πολύ χρήσιμη· και αποτελεί μάλιστα, θα έλεγα, κατεξοχήν τον τρόπο με τον οποίο φέρεται στις γυναίκες. Για παράδειγμα: δεν επιτιμά ποτέ γυναίκα. Έχετε δει να επιτιμά ποτέ γυναίκα στο Ευαγγέλιο; Ποτέ. Στους μαθητές Του: «Βρε σεις, γαϊδούρια, γομάρια, δεν καταλαβαίνετε τίποτα!» Οι Φαρισαίοι και οι γραμματείς; Χαμός. Έρχονται οι πόρνες, έρχονται οι μοιχαλίδες; Τίποτα — αγάπες και φιλιά. Έρχεται η πόρνη· στα πόδια Του πέφτει. «Πού το βρήκες το μύρο; Πού το αγόρασες;» — «Ἀφέωνται αὐτῇ αἱ ἁμαρτίαι, ὅτι ἠγάπησε πολύ». Αν τα άκουγε αυτά ο Πλωτίνος, θα ‘παιρνε το όπλο και θα το ‘στρεφε! Τι θα πει «ἠγάπησε πολύ»; […]

Δηλαδή, έχει σημασία τα χαρίσματα που διαθέτει η γυναίκα να τα θεωρήσουμε ως χαρίσματα. Η απάντηση του Χριστού είναι: «ναι». Καταλαβαίνετε. Η απάντηση των φιλοσόφων συλλήβδην είναι: «όχι». Η απάντηση πολλών —κατά τα άλλα— προχωρημένων πνευματικά, στη διάρκεια της άσκησής τους, είναι επίσης «όχι». «Εγώ μου έδωσε η μάνα του…» — ο άλλος ασκητής δεν πήγαινε να δει· καταλαβαίνετε; Να τον πάρει αγκαλιά η μάνα του και να τον φέρει σε επαφή με έναν κόσμο από τον οποίο προσπαθεί να αποκοπεί. Το ότι προσπαθεί να αποκοπεί είναι μαρτύριο, με μεγαλείο φοβερό. Δεν το περιφρονούμε — καταλάβατε; Αν όμως το πεις αυτό σε έναν έγγαμο, θα την τρελάνεις την καημένη. Θα τρελαθεί κι αυτός μετά. Καταλάβατε; Δεν καταλάβατε; Λοιπόν… Δεν ακούγομαι καθόλου; Ε, δεν έχω αρχίσει να φωνάζω ακόμα — να οργίζομαι, να αγανακτώ δηλαδή.

Λοιπόν. Ο Χριστός, όχι μόνο δεν επιτιμά τη γυναίκα, αλλά και της αποκαλύπτεται τζάμπα — έτσι όπως σας το λέω. Της αφήνεται. Της παραδίδεται. Στους μαθητές; Όχι. «Ένας θα με προδώσει». — «Όχι, θα πεθάνουμε μαζί σου». — «Ναι, σιγά· εσύ θα με προδώσεις επίσης». Δεν κάθεται καλά στην αγκαλιά κανενός. Στη γυναίκα παραδίδεται. Πρώτη παράδοση: στην Παναγία.

Ο γάμος της Κανά. Τι λέει ο γάμος της Κανά; Πάνε στον γάμο μαζί — μάνα και γιος, έτσι. Και, ξαφνικά, ξέρετε την ιστορία: δεν υπάρχει κρασί. Και γίνεται αυτό το φοβερό. Εμένα με συγκλονίζει αυτό. Τα ξέρει όλα αυτή. Του λέει: «Κοίτα, δεν έχουν κρασί». Κανένα θαύμα ακόμη. Δηλαδή, αυτή τα γνωρίζει όλα. Για την Παναγία δεν χρειάζεται Ευαγγέλιο — δεν υπάρχει Ευαγγέλιο· καταλαβαίνετε τι λέω; Τα γνωρίζει όλα· ξέρει με ποιον έχει να κάνει, με ακρίβεια. Γνωρίζει πολύ καλά. Και Αυτός γνωρίζει ότι αυτή γνωρίζει. Γιατί; Γιατί της έχει αποκαλυφθεί — πρωτοαποκαλυφθεί — σε οποιονδήποτε άλλο στον κόσμο. Οι μαθητές είναι «γαϊδούρια» την ίδια στιγμή — δεν καταλαβαίνουν τίποτα, ούτε καν υπάρχουν. Και συνεχίζουν να είναι «γαϊδούρια» και στη συνέχεια — δεν καταλαβαίνουν. Και η Παναγία τα ξέρει όλα. Γι’ αυτό και δεν μιλάει: γιατί θα ήταν ιλιγγιώδες το να μιλήσει.

Και ακούστε τη συνέχεια — είναι ακόμη πιο φοβερή. «Οὐπω ἥκει ἡ ὥρα μου», λέει Εκείνος. Και τι κάνει αυτή; Αυτό με διαλύει: γυρίζει στους δούλους και λέει, «Ὅ, τι ἂν λέγῃ ὑμῖν, ποιήσατε». Δεν το συζητάει καν μαζί Του. Τον έχει στην υπακοή της, τελείως! Ακούστε: ποιον; Και Εκείνος δεν λέει: «Α, δεν είσαι ανυπόφορη; Με βγάζεις στο κλαρί; Ξεκινάς το μυστήριο της Οικονομίας πριν την ώρα του και αποφασίζεις εσύ πότε θα ξεκινήσει; Θα γυρίσεις στο σπίτι και θα τα πούμε;» — που θα ‘λεγε κάθε «φυσιολογικός» γιος. Τι κάνει; Σκύβει το κεφάλι και κάνει το θαύμα. Και αποκαλύπτεται. Και αρχίζει η Οικονομία — το μυστήριο της Οικονομίας.[ΚΑΙ Η ΣΥΝΕΡΓΕΙΑ; ΤΟΣΟ ΠΟΛΥΤΙΜΗ;]

Άντε τώρα βάλε τον Πλάτωνα να το αναλύσει αυτό… Είναι τελείως «τρελό» — για δέσιμο! «Στη μάνα του», είπαμε, τόσο πολύ πια; «Κάντε ό,τι σας πει». Δεν της γυρίζει απάντηση — δεν την αντικρούει. Φανταστείτε τη σκηνή· τι φοβερή σκηνή είναι, τι μεγαλείο έχει η Παναγία. Σας είπα: το Ευαγγέλιο χρειαζόταν να γραφτεί για όλους εμάς — όχι για την Παναγία. Η Παναγία τα γνωρίζει όλα.

Αλλά κοιτάξτε και τον τρόπο του Χριστού. Θα μπορούσε — προσέξτε· το θαύμα της Κανά είναι ο «φεμινισμός του Χριστού». Γι’ αυτό αρχίζουμε με τη μάνα Του. Γιατί το πρώτο «θύμα» μας, των αγοριών, είναι η μάνα μας, όπως ξέρετε. «Άσε με, ρε μάνα…»· τέρμα η μάνα. Από πίσω η μέλλουσα μάνα: «Αχ, τι θα πάθει; Αχ, τι έπαθε; Αχ, πού είναι; Αχ, πότε γύρισε; Αχ, τι έκανε…» Ο Άλλος; Το αντίθετο εντελώς. Της τα ‘χει πει όλα. Της έχει φανερώσει όλα. Και παίρνει κι ευλογία — πώς θα ξεκινήσει το έργο της Οικονομίας, το μεγαλύτερο πράγμα που έγινε ποτέ στη γη.

Άντε να πάμε τώρα στη Σαμαρείτιδα. Εδώ έχει φοβερή πλάκα η ιστορία, γιατί είναι απίστευτα ρεαλιστική. Η Σαμαρείτιδα: ένα υπέροχο, ανυπότακτο, ερωτικό πλάσμα. Δεν κάνει τίποτε άλλο: όλα έρωτες και περιπέτειες. Είναι πανέξυπνη. Έχει «σοπεδώσει» πέντε άντρες — και οι πέντε έσκασαν από το κακό τους και της είπαν: «Μη σε ξαναδώ μπροστά μου». Εκείνη την εποχή έτσι γινόταν το διαζύγιο: έφτανε ο άντρας ως εκεί και την πέταγε στον δρόμο.

Έτσι γινόταν: «βιβλίον ἀποστασίου». Την είχαν πετάξει στον δρόμο πέντε. Βρήκε έναν έκτο — δεν έχει να πω πού. Και αυτός ο έκτος, βέβαια, φυλαγόταν να μην την παντρευτεί. Και πάει τα ίδια. Προφανώς η φήμη της ήταν χειρίστη.

Και, καθώς έρχεται στον εαυτό της, βλέπει έναν ωραιότατο. Ο Χριστός ήταν — κακά τα ψέματα — πολύ ωραίος, έτσι λένε όλοι. Ταυτόχρονα πολύ επιβλητικός, αλλά και πολύ σοβαρός και χαριείς. Ο τέλειος, μιλάμε. Έτσι εξελίσσεται η ιστορία — μη σας φαίνεται παράξενο.

Και όχι μόνο αυτό: της κάνει και — έτσι νομίζει αυτή — «δώσ’ μου να πιω νερό». Αυτό, εκείνη την εποχή, σήμαινε «για να τα φτιάξουμε». «Δώσ’ μου νερό» σημαίνει… Λοιπόν, πάει να του δώσει νερό, ετοιμαζόμενη κιόλας: «Τι θα γίνει τώρα; Κάτι καλό πάει να γίνει, τέλος πάντων».[Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΨΙΛΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΑΝ ΤΟΝ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟ ΨΑΓΜΕΝΟΣ]

Σαν να μην έφτανε αυτό, εκεί που… Κοιτάξτε: ο Χριστός είναι πολύ φοβερός ως άνθρωπος. Έχει χιούμορ, έχει ειρωνεία, έχει σπιρτάδα φοβερή. Είναι πανέξυπνος. Τα κάνει όλα αυτά ως άνθρωπος — καταπληκτικό. Εγώ έχω γοητευθεί από αυτό. Και είναι και θεοπρέπεια μαζί — αυτό είναι το φοβερό: είναι πολύ φυσιολογικός ως άνθρωπος και είναι ο Θεός. Αυτό είναι πλέον ιλιγγιώδες — αλλά έτσι είναι.

Τι γίνεται λοιπόν; Λέει εκείνος: «Θα μου δώσεις να πιω νερό;» Λέει αυτή: «Πώς θα πάρεις το νερό εδώ πέρα; Είναι πολύ βαθύ αυτό. Δεν έχεις τίποτα να αντλήσεις». Λέει λοιπόν αυτός — τι απαντά; «Αν ήξερες ποιος είμαι, θα μου ζητούσες να σου δώσω εγώ νερό· κι αν το πάρει κανείς αυτό το νερό, δεν θα διψάσει ποτέ στον αιώνα».

Αυτή πλέον είναι βέβαιη ότι αυτός της κάνει πλάκα και θέλει οπωσδήποτε να «φτιάξει κάτι». Είναι βέβαιη πλέον — γι’ αυτό και αρχίζει από εκεί και πέρα να λέει ό,τι να ’ναι. Τώρα, κάτσε να δω… Γιατί είχα βρει και το κείμενο εδώ μέσα — δεν έχω το πρωτότυπο. Εκεί που ήμουν βρήκα ένα στα νέα ελληνικά, αλλά δεν πειράζει. Είναι στο τέταρτο, στο Κατά Ιωάννη — να πω τη θυμάμαι ή όχι; […]

— «Δώσ’ μου να πιω».
— «Πώς μπορείς εσύ να μου ζητάς να σου δώσω να πιεις;» (ας το πάει εμμέσως «εκεί που ξέρει»: Γιατί μου ζητάς να πιω νερό; Τόσο ωραία με βρίσκεις; — μην σας τρομάζουν αυτά που λέω, ανθρώπινα είναι αυτά. Εγώ είμαι Σαμαρείτιδα, εσύ είσαι Ιουδαίος. Μου ζητάς να πιω νερό; Είσαι σίγουρος;)

Ο Ιησούς απάντησε: «Αν ήξερες τη δωρεά του Θεού και ποιος είναι αυτός που σου λέει ‘δώσ’ μου να πιω’, εσύ πρώτη θα το ζητούσες, κι εκείνος θα σου έδινε ζωντανό νερό».

Αυτή τώρα, βέβαια, τον «δουλεύει» και απαντάει: «Κύριε, εσύ δεν έχεις ούτε καν κουβά και το πηγάδι είναι βαθύ. Άσε τώρα, τι μας τα λες αυτά… Ε, πες μας ποιος είσαι να τελειώνουμε». Αυτό εννοεί δηλαδή. «Κι από πού λοιπόν θα έχεις το τρεχούμενο νερό; Αυτό το πηγάδι μας το χάρισε ο προπάτοράς μας, ο Ιακώβ. Μήπως είσαι ανώτερος από αυτόν;» Τον κοροϊδεύει να δει πού θα το πάει — τον δουλεύει κι αυτή κανονικά. Νομίζει ότι τον δουλεύει — αυτό έχει στο μυαλό της η γυναίκα: αυτή είναι, δεν είναι προφήτης, δεν είναι ακόμη η Σαμαρείτιδα.

— «Όποιος πιει από αυτό το νερό θα διψάσει πάλι. Όποιος όμως πιει από το νερό που θα του δώσω εγώ δεν θα διψάσει ποτέ· αλλά το νερό που θα του δώσω θα γίνει μέσα του μια πηγή που θα αναβλύζει νερό ζωής αιώνιας».

Αυτή έφτασε στο εκατό και του λέει αμέσως — μπορώ να τη φανταστώ και να χαμογελά λέγοντάς το: «Κύριε, δώσ’ μου αυτό το νερό, να μη διψώ και να μην έρχομαι εδώ για να αντλώ». Ως εδώ είναι αυτό που λένε οι Άγγλοι «he was hitting on her» — έτσι φαινόταν.

Και ξαφνικά γίνεται ο Προφήτης. Σταματάει η ιστορία — δηλαδή, σταματάει αυτό το παιχνίδι. Δεν την απορρίπτει, προσέξτε! Δεν λέει: «Τι πόρνη είσαι εσύ! Θα σου δείξω τώρα εγώ! Πώς τολμάς;» Τίποτε απ’ όλα αυτά. Παιχνίδι το παιχνίδι μέχρι το τέλος. Κι όταν φτάνει στο τέλος, ξαφνικά γυρίζει — όπως έκανε καμιά φορά και σε εμάς ο πατήρ Παΐσιος: ξαφνικά εμφανίζεται ο Προφήτης. Την κοιτάζει στα σοβαρά και της λέει: «Πήγαινε, φώναξε τον άντρα σου και έλα εδώ». — «Δεν έχω άντρα», απάντησε η γυναίκα. — «Σωστά το είπες: δεν έχεις άντρα. Γιατί πέντε άντρες πήρες, κι αυτός με τον οποίο ζεις τώρα δεν είναι άντρας σου. Αλήθεια είναι αυτό που είπες».

Η γυναίκα ζαλίζεται — συγκλονιστικό, έτσι δεν είναι; Ξαφνικά είναι μπροστά της ο Προφήτης. Αυτό είναι το μεγαλείο του Χριστού: ότι «ξεγεννά» από μια τέτοια γυναίκα μια φοβερή θεολόγο στη συνέχεια. Γιατί ξέρει ότι οι θετικές δυνάμεις της ψυχής και οι αρνητικές δυνάμεις της ψυχής είναι οι ίδιες. Αυτές που είναι θετικές — οι ίδιες μπορεί να γίνουν αρνητικές· κι αυτές που είναι αρνητικές και καταστροφικές — οι ίδιες γίνονται θετικές. Με την ίδια δύναμη που σκοτώνει κανείς, με την ίδια δύναμη γίνεται θυσία για τον άλλον που αγαπά.

Καταλάβατε; Εδώ είναι το θέμα: δεν φοβάται να διανύσει αυτή την απόσταση. Καταλάβατε; Αν ήταν ένας ασκητής, εδώ θα ’λεγε: «Γυναίκα, δρόμο! Πάπ, φύγαμε» — το οποίο είναι μαρτύριο, έτσι· μη ζητάτε περισσότερα: είναι τεράστιο αυτό.

Αλλά ο Χριστός διανύει τον δρόμο αυτό μαζί της — καταλαβαίνετε; Μιλά με τη γλώσσα της, με τον τρόπο και στο επίπεδό της. Δεν τη φοβάται, ούτε φοβάται αυτό που επίσης φοβήθηκαν πάρα πολύ οι φιλόσοφοι από τη γυναίκα: την ειρωνία.

Να διαβάσετε τον Χέγκελ — τον διδάσκω στο πανεπιστήμιο. Να δείτε, στο μεγάλο του κεντρικό έργο, στη Φαινομενολογία του Πνεύματος, λέει πως «η γυναίκα είναι η παρουσία της ειρωνίας». Ε, ναι. Μπορώ να φανταστώ ότι «την πάθαινε» με τις γυναίκες, διότι ήταν τύπος υπερβολικά διανοητικός, κλεισμένος στον εαυτό του πάρα πολύ και στη σκέψη του. Και η γυναίκα είναι «η παρουσία του χάους», όπως είπαμε — οπότε «είναι η παρουσία της ειρωνίας». Γι’ αυτό σας είπα: οι φιλόσοφοι έχουν πρόβλημα.

Έχουν πρόβλημα. Γιατί δεν ξέρουν πώς να μπουν σε αυτό το χάος και να το δουν όπως ο Χριστός· ότι μπορεί, δηλαδή, να γεννήσει —κατά τα λόγια του Νίτσε— «ένα ἀστέρι».
Άσι… δεν είναι εύκολο. Καθόλου εύκολο. Όχι μόνο για τους φιλοσόφους.
Για τους ψυχολόγους; Μια ζωή ο Φρόιντ έλεγε: «Δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω τι θέλει η γυναίκα». Η αιτία είναι ότι η γυναίκα τα πάει πιο καλά με το συγγενές της από ό,τι τα πάει ο άντρας· είναι λιγότερο συγκρουσιακό ον — να το πούμε έτσι. Να το πω απλά: είναι λίγο πιο «φυσιολογική». Έχει πιο πολύ ἄνιμα — κατά τα λόγια του Γιουνγκ.
Το ἄνιμους είναι εκτίναξη, είναι έκρηξη, είναι προς τα πάνω, είναι αυτό κτλ., και αφήνει πολύ χώρο άμεσα στον εαυτό και στα επιδιωκόμενα σχέδια — στην προβολή του εαυτού. Καταλάβατε; Στη φαντασιακή διάσταση αυτή, την οποία αποκαλούμε «εγώ, εμένα». Ενώ στην πραγματικότητα υποφέρουμε κλεισμένοι μέσα σε έναν χώρο συγκρούσεων, τις οποίες δεν θέλουμε καν να αποδεχθούμε. Έτσι δεν είναι;
Και όσο πιο πολύ προβληματικός είναι κανείς, τόσο πιο πολύ δεν θέλει να τις αποδεχθεί — κι αυτό, στο τέλος, τον αρρωσταίνει. Και βέβαια, από εκεί και πέρα, έχουμε τη θαυμάσια μεταβολή, όπως σας είπα. Έτσι:
«Κύριε, βλέπω ότι είσαι προφήτης. Οι προπάτορές μας λάτρεψαν τον Θεό σ’ αυτό το βουνό…» — αρχίζει ένα παραλήρημα. Κοιτάξτε: ποιος μπορούσε να φανταστεί ότι αυτή η γυναίκα είχε αυτό το υπόβουθρο και έκρυβε αυτά τα πράγματα μέσα της; Καταλάβατε; Ποιος μπορούσε να το φανταστεί αυτό από εμάς; Κανένας.
«Κι εσείς λατρεύετε τον Πατέρα στα Ιεροσόλυμα — εμείς στο βουνό». Πού είναι, λοιπόν, η αλήθεια; Άλλη έκπληξη: ο Ιησούς, ο Χριστός, της απαντά σ’ αυτό το ερώτημα. Και πάλι θα μπορούσε να της πει: «Κοίτα να δεις, φτιάξε τη ζωή σου πρώτα, και μετά να κουβεντιάσουμε θεολογικά».
Κοιτάξτε: η παιδαγωγική του Χριστού είναι το άνοιγμα. Θα το κάνει και στους άντρες — και στους άντρες το κάνει αυτό. Στον Πέτρο, έτσι; Τι του λέει; «Ἀγαπᾷς με; Βόσκε τὰ πρόβατά μου». Άνοιγμα προς τα μπρος, καταλαβαίνετε; Δεν του λέει: «Για να δούμε τώρα, μ’ αγαπάς; Θα σου κάνω ένα τεστ προσωπικότητας… Πήγαινε τώρα στους Φαρισαίους και πες: είδα ότι αναστήθηκα· πες ότι έκανες λάθος, ότι είσαι κι εσύ μαθητής — για να δω ότι μ’ αγαπάς στ’ αλήθεια».
Φοβερό; Δεν το κάνει. Λέει: «Βόσκε τὰ πρόβατά μου». Του ανοίγει μπροστά. «Είσαι ανάξιος — το ξέρεις. Κι εγώ σου δίνω χωράφι για δουλειά. Σου εμπιστεύομαι τον εαυτό μου».
Ο άσωτος; Όλοι είμαστε άσωτοι. Όλοι μας ασωτεύουμε — έτσι δεν είναι; Είμαστε φιλότιμοι, δηλαδή; Λοιπόν. Γυρίζει ο άσωτος στο σπίτι. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι πρέπει να τον δοκιμάσει πρώτα — ναι ή όχι; Έτσι δεν είναι; «Θα κάτσεις έξι μήνες, έναν χρόνο να μου δουλεύεις σαν εργάτης· και μετά θα δούμε τι θα κάνουμε». Αντί γι’ αυτό: «φέρετε τὴν στολὴν τὴν πρώτη» και το δαχτυλίδι, και τον μόσχο κτλ. Αυτά είναι αντιδράσεις Θεού.
Είμαστε υπερβολικά ανασφαλείς για να φανταστούμε τέτοιες αντιδράσεις για λογαριασμό μας. Έχω τώρα κάποιον που τον άφησε η γυναίκα του. Αγωνίζεται χρόνια να βρει τι να τη βάλει να κάνει, για να τον πείσει ότι, παρά ταύτα, τον αγαπάει. «Βρε…», του λέω, «με τον τρόπο σου την ξανασπρώχνεις να σε πατήσει». Καταλάβατε;
Κανένας δεν σεβάστηκε την ανθρώπινη ατέλεια, την ανθρώπινη αντίφαση, το ανθρώπινο συναίσθημα — και την ανθρώπινη επιθυμία — τόσο όσο ο Χριστός. Ιλιγγιωδώς πολύ. Καταλαβαίνετε τι λέω; Αυτά, αν τα δει κανείς από στενή ψυχολογική οπτική —και τα βλέπω κι εγώ έτσι— είναι συγκλονιστικά προχωρημένα. Πάρα πολύ προχωρημένες καταστάσεις. Δεν μπορούμε να τα κάνουμε εμείς αυτά. Έτσι δεν είναι;
Το παιδί σου, η γυναίκα σου… σκεφτείτε λίγο. Βάλτε τον εαυτό σας λίγο σ’ αυτό.
Αυτή είναι, λοιπόν, η τεράστια, ἀπαθής αγάπη που έχει ο Θεός για τον άνθρωπο. Ἀπαθής σημαίνει: δεν επενδύει ναρκισσιστικά στον άνθρωπο ο Θεός — καταλάβατε; Εμείς επενδύουμε ναρκισσιστικά· ακούγομαι έτσι; Εμείς επενδύουμε ναρκισσιστικά στον άλλον — έτσι δεν είναι; Και σας έχω πει: η χειρότερη κουβέντα που μπορεί να ακούσει κανείς είναι το «σ’ αγαπώ». Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ… Αλίμονο, κρυμμένε! Τι σημαίνει; Ότι έχω επενδύσει τα πάντα μου πάνω σου. Αλίμονο! Κοίταξε πώς θα σταθείς, πώς θα αναπνέεις, πώς θα κουνιέσαι — γιατί αλλιώς εγώ θα αποτύχω, θα πεθάνω.
Αγάπη είναι αυτό; «Σαν αρένα μου θυμίζει το άγγιγμά σου…» λέει το τραγούδι. Εντάξει — αυτό είναι. Αλλά αγάπη σαν κι αυτή που μιλάμε εδώ δεν είναι.
Και είναι πολύ σημαντικό να το καταλάβουμε — περνάει και η ώρα — να καταλάβουμε με ποιον έχουμε να κάνουμε όταν μιλάμε για τον Χριστό. Ο Χριστός είναι ένα «αφύσικο» — τόσο πολυφυσικό που γίνεται αφύσικο. Από όπου κι αν τον πιάσεις, θα σε «ρεαλώσει»· δεν υπάρχει περίπτωση. Θα κάνει κάτι που θα σε πετάξει κάτω — δεν γίνεται αλλιώς. Κι αυτό ακριβώς κάνει τους Αγίους να τον αγαπήσουν.
Γι’ αυτό ένας μεγάλος, σαν τον Καβάσιλα, φτάνει να πει — ακούστε κουβέντα: «Ακατανόητος ἄλλως ὁ κατάλυσις τῶν ἀνθρωπίνων ἐρώτων». Εκεί —στον Χριστό— όλοι οι ανθρώπινοι έρωτες καταλύονται. Είναι ο πιο μεγάλος ἔρως από όλους. Δεν προλαβαίνεις να κάνεις κάτι στραβό — και είναι εκεί. Κουτρουβαλάει μαζί σου στην κατηφόρα. «Βγαίνει από την οὐσία του». Κάνει πράγματα έτσι.
Κάποτε είχα ρωτήσει τον πατέρα Παΐσιο — το έχω ξαναπεί δημόσια αυτό.
«Τι είναι προσευχή, Γέροντα;»
Και μου λέει: «Δεν θα σου πω. Δεν θα καταλάβεις».
Εγώ όμως ήμουν πολύ επίμονος.
«Και τι είναι, Γέροντα, προσευχή;»
Περίμενα να μου δώσει μια σούπερ απάντηση, μεγαλοφυή, να έχει μέσα της υπερβατικά στοιχεία και διάφορα μεγαλειώδη πράγματα. Λέω: «Κάτι θα μου πει, δεν γίνεται!»
Αφού, λοιπόν, τον κούρασα πάρα πολύ, μου λέει:
«Ωραία, θα σου πω, αλλά θα δούμε αν θα καταλάβεις. Έχεις δει ποτέ κανένα μωρό να παίζει με τον μπαμπά του;»
Λέω: «Τι εννοείτε;»
«Κανένα μωρό, λέει, να παίζει με τον μπαμπά του — το έχεις δει ποτέ; Να τον τραβάει από το παλτό, να τον τραβάει από τα γένια, να παίζουν μαζί, να κυλούν στο χορτάρι;»
Λέω: «Ναι».
Και μου λέει: «Αυτό είναι, κάτι τέτοιο είναι η προσευχή».
Γιατί, αν πλησιάζεις τον Θεό, τα χάνεις με αυτό που είναι. Δεν είναι αυτό που νομίζεις.
Και όλη η δουλειά του διαβόλου — θα μιλήσω γι’ αυτό σε μια άλλη ομιλία, τον Δεκέμβρη, με τίτλο Ο Θεός του διαβόλου — είναι φοβερή υπόθεση. Ο Θεός του διαβόλου… (θα το πω αλλού αυτό).
Δεν υπάρχει τρόπος να δούμε αυτό το πράγμα με ανθρώπινα μέτρα. Καταλάβατε;
Ο Χριστός είναι ένα τεράστιο, τεράστιο «ναι» — αλλά πολύ μεγάλο «ναι».
Θυμάμαι πάλι — και θα αναφέρω το τίμιο όνομα του πατρός Παϊσίου. Ήταν ουσιαστικά ο πνευματικός μου πατέρας. Από την πρώτη μας συνάντηση, μου είπε:
«Κοίτα να δεις, οι άνθρωποι έχουν κρύψει την αγάπη του Θεού. Οι πατέρες την έχουν κρύψει».
Εγώ κάτι είχα διαβάσει, είχα ρίξει μια ματιά, και του λέω:
«Μα, γι’ αυτήν μιλάνε, Γέροντα!»
Και μου λέει: «Όχι! Μόλις τη δει κανείς, αισθάνεται την ανάγκη να την κρύψει. Γιατί; Γιατί θα φτάσουμε στην αυθάδεια».
Γι’ αυτό σήμερα, πρέπει να μιλήσουμε περισσότερο γι’ αυτή την αγάπη. Γιατί οι άνθρωποι δεν έχουν πια δυνάμεις. Τα έχουμε κάνει όλα και τα έχουμε πάθει όλα. Δεν αντέχουμε.
Αλλά κρύβουμε αυτή την αλήθεια, και πρέπει να προσέχουν όλοι όσοι ασκούν ποιμαντικό έργο. Είναι σημαντικό αυτό.
Θα μου πείτε: «Μα δεν υπάρχουν προϋποθέσεις;»
Και σε μια σχέση, λοιπόν, βέβαια υπάρχουν. Αλλά είναι μια σχέση στην οποία η αντίδοση που πραγματοποιούμε εμείς είναι πάρα πολύ ασθενής και μικρότερη από αυτό που μας δίνεται.
Λέει ο Άγιος Μάξιμος, για παράδειγμα:
«Δῶμεν ἑαυτοὺς ὁλοκλήρους τῷ Θεῷ, καὶ ὁλόκληρον αὐτὸν ἀντιλάβωμεν».
Δίνεις δηλαδή τον εαυτό σου ολόκληρο στον Θεό και παίρνεις ολόκληρον Αυτόν.
Τι είναι αυτό που δίνεις εσύ — και τι παίρνεις; Το Όλον, το Πάν, το Σύμπαν!
Καταλάβατε; Δηλαδή, το μέτρο με το οποίο μετριέται αυτή η αντίδοση και αυτή η συνεργία είναι τρομακτικό.
Παρά ταύτα, βέβαια, είναι πραγματική συνεργία, γιατί κι εσύ δίνεις — δίνεις όμως την ελευθερία σου.
Είπα τη μαγική λέξη: ελευθερία.
Γιατί τα κάνει όλα αυτά ο Θεός;
Γιατί είναι ένας «μανιακός» της ελευθερίας!
Επειδή ο ίδιος είναι πανελεύθερος, μας θέλει κι εμάς τελείως ελεύθερους.
Έναν ελεύθερο άνθρωπο, αν θέλεις να τον βοηθήσεις, δεν μπορείς μόνο να τον αγαπήσεις· μπορείς να τον απειλήσεις; Όχι!
Έλεγε ο πατήρ Πορφύριος:
«Μην τους απειλείτε, μωρέ! Θα τους τρελάνετε!»
Έλεγε: «Βρε, να σας πω, δεν είναι έτσι ο Χριστός· δεν κρατάει την κόλαση στα χέρια! Δεν είναι έτσι, μωρέ!»
Κι εγώ, παιδάκι τότε, τον άκουγα και έλεγα: «Τι λέει τώρα εδώ;»
Καταλάβατε; Δεν είναι λοιπόν έτσι το πράγμα.
Η μαγική λέξη είναι ελευθερία.
Και, αν τυχόν αναρωτιέστε «Γιατί ο Θεός δεν ακούει τις προσευχές μου; Γιατί δεν μου δίνει φωτισμό και χάρη και κατανόηση και δωρεές;» — η απάντηση είναι απλή: επειδή δεν είσαι εσωτερικά ελεύθερος ακόμα.
Είσαι δεμένος — με τι; Με αυτά που θέλεις να κάνεις.
Κι ό,τι και να σου δώσει, θα το χρησιμοποιήσεις μέσα σ’ αυτόν τον ζυγό.
Στον ζυγό αυτό, ο Θεός δεν μπαίνει.
Μόνο αν είσαι τελείως ελεύθερος, και πεις:
«Κοίταξε να δεις, εγώ δεν θέλω τίποτα από σένα. Τίποτα, τίποτα απολύτως» — τότε αρχίζει να δίνει.
Περίεργο πράγμα, ε; Όχι να το πεις, να το εννοείς. Καταλάβατε;
Γιατί διαφορετικά παύει πλέον να λειτουργεί αυτή η σχέση. Γίνεται εξάρτηση.
Ο Θεός δεν μας θέλει εξαρτημένους. Δεν μας θέλει!
Και, δυστυχώς, πολλοί πιστοί είναι εξαρτημένοι· κι αν όχι απευθείας, είναι μέσω του πνευματικού.
Τι τραβάνε οι πνευματικοί…! Κάποτε με ρώτησε κάποιος:
«Γιατί δεν δέχεστε πολύ κόσμο;»
Είμαι κι εγώ πνευματικός, αλλά για να γίνει κανείς πνευματικό τέκνο μου έχει μεγάλο πρόβλημα.
Γιατί έχω ένα μαχαίρι — και κόβω δάχτυλα.
Τραβάνε οι άνθρωποι τα δάχτυλα… Οι πιο πολλοί θέλουν να αγκαλιάσουν και τον πνευματικό και τον Χριστό και την Εκκλησία και όλα μαζί — και να βουλιάξουν όλοι μαζί!
Είναι ένα είδος καθόδου στην πρωταρχική μήτρα· ένα είδος φοβερού αλλά κρυμμένου ναρκισσισμού.
Και πολλοί που ασχολούνται μαζί μου, καλώς ή κακώς, τα χάνουν με τη συμπεριφορά μου.
Αλλά το θέμα δεν είναι να προσδέσουμε κάποιον στον εαυτό μας.
Φανταστείτε λίγο:
Ο Χριστός δεν θέλει να προσδέσει κανέναν!
Κι όμως, ένας πνευματικός προσδεδεμένος όλος στον εαυτό του, που κουβαλάει μόνος του το δυστύχημα και πηγαίνει πέρα-δώθε και καταρρέει, τελικά, κάτω από το βάρος…
Η δουλειά είναι να δούμε ακριβώς αυτό:
Το ελεύθερο — και μεγαλειωδώς ελεύθερο — πρόσωπο, το οποίο τελείως ελεύθερα αγαπάει και αγαπάει απεριόριστα, ακριβώς γιατί είναι τελείως ελεύθερο.
Αλλά — να γυρίσουμε στις γυναίκες, γιατί γι’ αυτό ξεκινήσαμε.
Δεν έχω πολλά ακόμη να πω, με την έννοια ότι δεν έχουμε χρόνο.
Μου έχει κάνει, όμως, μεγάλη εντύπωση ότι ο Χριστός δέχεται το συναίσθημα και την επιθυμία του ανθρώπου, όσο και τη λογική του.
Καταλάβατε;
Γι’ αυτό δέχεται τη γυναίκα απόλυτα.
Και στους άντρες — και στους άντρες που είναι εδώ μέσα, και σ’ αυτούς που είναι έξω — λέει το εξής:
Με τη γυναίκα ξεκινάς να μιλάς με τον τρόπο που είναι αυτή φτιαγμένη.
Καταλάβατε;
Είναι μια κατάρα αυτό. Σκεφτείτε λίγο τα λόγια του Χριστού μετά την πτώση: της λέει «ἐν λύπαις τέξῃ τέκνα», «πρὸς τὸν ἄνδρα σου ἡ ἀποστροφή σου καὶ αὐτός σου κατακυριεύσει». Φοβερή κουβέντα, που επαληθεύεται εδώ και χιλιάδες χρόνια. Προς τον άντρα η αποστροφή σου — και αυτός θα σε κυριεύσει. Θα τον κοιτάς έτσι, κι εκείνος θα σε κυριεύει.
Όπως λέει και το Κοράνι — τέλειο «εγχειρίδιο» κυριαρχίας: παύει η γυναίκα να αποτελεί πρόβλημα, διότι κυριαρχεί πλήρως. Καταλάβατε όμως; Έτσι χάνουμε τον πλούτο της γυναίκας, τον τεράστιο.
Εγώ χαίρομαι πολύ αυτή την άνοδο της γυναίκας στην επιφάνεια. Και ξέρω ότι έχει βοηθήσει πολύ ο Χριστιανισμός σ’ αυτό — άσχετο τι λένε όσοι λένε· δεν τα ξέρουν. Πραγματικά έχει βοηθήσει, διότι ο Χριστός τη γυναίκα την είδε εντελώς θετικά. Αυτό θέλω να σας πω: την είδε ως ένα χαρισματούχο πλάσμα, πολύ χαρισματούχο. Τόσο πολύ, ώστε να της αποκαλύπτεται πλήρως.
Έτσι δεν είναι; Στην Παναγία — και σε ποια άλλη; Στη Μαγδαληνή. Της έβγαλε εφτά δαιμόνια — εφτά δαιμόνια! Και σ’ εκείνη αποκαλύπτεται πρώτη: πρώτη βλέπει τον Ἀναστάντα. Πρώτη!
Πού είναι, λοιπόν, η «κοινωνική ηθική» του Χριστού; Δηλαδή, έχουν κάπου δίκιο οι Φαρισαίοι που σκανδαλίζονται: «Μας έχει τρελάνει αυτός ο άνθρωπος! Τι είναι αυτά εδώ; Πόρνες και τελώνες…» Αν εκεί είναι η μοιχαλίδα — άλλο πράγμα. Τι καταλαβαίνει; Φοβερό να το πούμε: είναι μοιχαλίδα — και καταλαβαίνει γιατί είναι μοιχαλίδα. Καταλαβαίνει τι τράβηξε από αυτόν που τα τράβηξε και έγινε μοιχαλίδα.
Και στέκεται Εκείνος, γράφει στη γη. Και λένε τα απόκρυφα Ευαγγέλια — ξέρετε τι έγραφε; Τα ονόματα από τις… (εκείνες) που είχαν εκείνοι που στέκονταν δίπλα του. Όλοι είχαν παλλακίδες, είχαν τέτοιες — κι Αυτός έγραφε τα ονόματα. Κι ένας-ένας έφευγε: έβλεπε το όνομα της δικής του — και έφευγε. Φοβερό.
Κι όταν φεύγουν όλοι, θα περίμενε κανείς να πει: «Για να τα πούμε τώρα οι δυο μας· ξέρεις ότι αυτό που έκανες δεν το θέλει ο Θεός… δεν θα κοινωνήσεις τόσα χρόνια… θα κάνεις εκείνο, θα φτιάξεις τ’ άλλο… και μετά…». Καταδίκασες κανένας; Όχι. «Οὐδὲ ἐγώ σε κατακρίνω». Παναγία μου, τι είναι αυτό; Μας τρελαίνει αυτό — καταλάβατε τι λέω; «Πορεύου καὶ ἀπὸ τοῦ νῦν μηκέτι ἁμάρτανε». Υπάρχουν και άλλοι τρόποι να βρεις ανάπαυση — πνευματικοί τρόποι. Τα κατάλαβε όλα.
Αυτός είναι ο Χριστός. Κι αν δεν ήταν έτσι, δεν θα υπήρχε σήμερα ούτε η ανάμνησή Του. Αλλά — τέτοιος που είναι — πώς να τον ξεχάσουμε; Πώς;
Αυτό λέω στους συναδέλφους μου. Έχω γράψει δύσκολα βιβλία — συνεχώς έχω το πρόβλημά μου, τι να κάνω… Δεν είναι δύσκολα για να είναι δύσκολα· είναι δύσκολα γιατί είναι δύσκολα τα θέματα. Και όταν μιλάς με διανοούμενους, δεν είναι σίγουρο ότι αυτά που λέμε εδώ αρκούν — καταλάβατε.
Όμως, για τον Χριστό — μην τον χάσουμε. Έλεγα σήμερα σε κάτι θεολόγους, ξένους εκεί — καθολικούς: «Ρε παιδιά, τον καημένο τον Χριστό… Έτσι; Να σώσουμε τον πάπα — και να χάνουμε τον Χριστό; Στον Θεό;» Καταλάβατε; Δεν ξέρω τι άλλο να «σώσουμε». Την «παράδοση»; Τι είναι η παράδοση, αν δεν με οδηγεί εκεί; Τι τη θέλω;
Υπάρχει παράδοση — αλλά παράδοση φλεγομένων ανθρώπων, που παραδίδονται στη φλόγα αυτή, που «δροσερῶς δροσίζει καὶ φλογίζει μαζί». «Πῦρ ἦλθον βαλεῖν ἐπὶ τὴν γῆν» — πρώτα από τον Χριστό. Μάχαιρα επίσης. Γιατί μάχαιρα; Γιατί σε πάει πολύ πέρα από την ανθρώπινη εμπειρία, από την ανθρώπινη φιλοσοφία, από τον ανθρώπινο «αναρχισμό», από την ανθρώπινη κυριαρχικότητα — έτσι δεν είναι; — και από όλα τα πάθη της γης που τα κουβαλάμε ευχαρίστως και δεν θέλουμε να τα αποθέσουμε. Δεν θέλουμε να τα αποθέσουμε — έτσι δεν είναι; Γι’ αυτό δεν τα παίρνει από εμάς ο Θεός.
Και, βέβαια, για να τελειώσω — γιατί μάλλον πρέπει να τελειώσουμε, πέρασε μια ώρα. Μετά απ’ όλα αυτά, μπορούμε να ξαναγυρίσουμε στον Μάξιμο, με τον τρόπο τον δικό μας. Κι αφού τα έχουμε κάνει όλα αυτά, κι έχουμε μπει στη διαδικασία αυτής της τεράστιας αποδοχής του άλλου — της γυναίκας για τους άντρες, και του άντρα για τις γυναίκες — αποδέχεσαι αυτό που είναι· και με αυτό που είναι εργάζεσαι. Έτσι επικοινωνείς: με αυτό που είναι — όχι με κάτι που δεν είναι.
Δεν μπορεί ο άντρας να θεωρεί ότι είναι ο Παΐσιος — δεν είναι ο Παΐσιος. Ούτε η σύζυγος είναι η οσία Συγκλητική — τι να κάνουμε. Το σημαντικό — έλεγε και ο πατήρ Πορφύριος — είναι να τους βλέπεις σαν να θέλουν πάρα πολύ να γίνουν τέτοιοι και να το βοηθάς αυτό. Φοβερή κουβέντα. Είναι εκ του Αγίου Πνεύματος.
Φτάνουμε, λοιπόν, τότε στον Άγιο Μάξιμο και καταλαβαίνουμε ότι όντως είμαστε ένα. Έλεγε κάποτε ο Ντοστογιέφσκι για το πρόβλημα με τον δυτικό φεμινισμό — ο οποίος έχει φτάσει σε καταστροφικά πράγματα. Ξέρετε, ο σημερινός φεμινισμός είναι τρομακτικά επιθετικός — μια τρέλα εντελώς. Αυτά έχουν μερίδιο ευθύνης και οι άντρες — αλλά και οι γυναίκες.
Φτάνουμε τότε σε αυτό: στη συναίσθηση — όπως έλεγε ο Ντοστογιέφσκι — ότι είμαστε ένα. Ο άντρας και η γυναίκα είναι ένα. Είμαστε ένα — ο άνθρωπος. Είμαστε ένα ον. Και το ζευγάρι που το καταλαβαίνει αυτό, αρχίζει να ζει τη Βασιλεία του Θεού από τώρα. Πάλι λόγια του πατρός Πορφυρίου — αλλά αληθινά.
Έρχονταν καταταλαιπωρημένοι σύζυγοι, γεμάτοι από προκαταλήψεις — κάτι οργανωσιακοί, κάτι παράξενοι… «Δεν μπορεί η σύζυγός μου να ακολουθήσει τον δρόμο του Χριστού», έλεγαν. Κι ο πατήρ Πορφύριος τους κοίταζε καλά-καλά και έλεγε: «Εσύ ξέρεις τι είναι ο δρόμος αυτός; Εσύ τον ξέρεις; Τον έχεις περπατήσει;» Κι αν τύχαινε να πει «ναι», του έλεγε: «Θυμάσαι εκείνο που έκανες; Θυμάσαι τ’ άλλο; Μετά εκείνο;…» — και κατέρρεε ο άλλος.
Γιατί ο δρόμος του Χριστού, αν τον ακολουθεί κανείς, δεν έχει αντίπαλους. Άλλο ένα μυστικό: κανένας αντίπαλος. Οι αντίπαλοι εμφανίζονται από τη στιγμή που παρανούμε τον δρόμο αυτόν. Φοβερή κουβέντα. «Τα παλάσια σε με μοιάζουν» — δεν υπάρχουν εχθροί, ένα απίστευτο πράγμα. Κι αν κάποιος επιμένει να είναι εχθρός; Πες: «Ορίστε — δώσ’ μου μία… δώσ’ μου και μία άλλη». Τι θα κάνει; Καταρρέει κι αυτός στο τέλος. Είναι η απίστευτη θετικότητα.
Και βλέπετε και τον Απόστολο Παύλο: όταν φτάνει στα μυστήρια, για τον γάμο, τα ίδια λέει. «Ἡ γυνὴ ἀνδρά, ὡς ἡ Ἐκκλησία τὸν Χριστόν…» — δηλαδή, πες ένα τεράστιο ΝΑΙ. Και μέσα σ’ αυτό το τεράστιο «ναι», θα βρει εκείνη τον τρόπο της, τον ρυθμό της κτλ. Θα σου πει κι εκείνη «ναι» — πρέπει να σου πει κι εκείνη «ναι». Θα στο πει κάποια στιγμή. (Είναι αυτό το «λογικό το πρωτεύον» του άντρα…).
Και τότε — για να τελειώσω — φτάνουμε στον Άγιο Μάξιμο και καταλαβαίνουμε ότι είμαστε ένα φύλο· γιατί στη Βασιλεία του Θεού δεν θα υπάρχει πια φύλο. Σεξουαλικότητα δεν θα υπάρχει — δεν υπάρχει λόγος να υπάρχει, αφού έχει εκπληρωθεί ο σκοπός της, αφού έχουμε γίνει ένα. Τι να κάνει πια η σεξουαλικότητα;
Και από τη ζωή αυτή γίνεται — έτσι δεν είναι; Το πετυχαίνουν άνθρωποι κι από τη ζωή αυτή. Άνω τελεία!

ΠΡΩΤΟΤΥΠΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ. ΟΤΑΝ Η ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ ΑΝΑΒΑΘΜΙΖΕΤΑΙ ΣΕ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ. ΑΦΟΥ ΤΟΝ ΑΚΟΥΝΕ ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΜΗΝ ΚΡΑΥΓΑΖΕΙ; ΕΓΩ ΞΕΡΩ. ΠΑΩ ΓΙΑ ΤΟ ΟΜΟΟΥΣΙΟ.