
Χωρίς να το θέλει, απέκτησε έτσι μεγάλη φήμη στην μεγαλόνησο Κύπρο και, όταν εκοιμήθη ο επίσκοπος της μικρής πόλης Τριμυθούντας, κοντά στην Σαλαμίνα, ομόφωνα οι πιστοί εξέλεξαν τον Σπυρίδωνα διάδοχό του και ποιμενάρχη του πνευματικού ποιμνίου του Χριστού. Παρά την τιμή και το αξίωμα, ο ταπεινός βοσκός δεν άλλαξε καθόλου την βιοτή του: φορούσε πάντα τα ίδια πτωχά ενδύματα, τον ίδιο σκούφο από πλεγμένα φοινικόφυλλα· παντού πήγαινε με τα πόδια, βοηθούσε στις γεωργικές εργασίες και, όπως και πριν, φύλαγε ατάραχος το κοπάδι του. Μια νύχτα μπήκαν στο μαντρί του ληστές για να κλέψουν πρόβατα· όταν θέλησαν όμως να φύγουν με τα κλοπιμαία, ένιωσαν σαν να τους είχε δέσει και ακινητοποιήσει μια αόρατη δύναμη. Όταν τα χαράματα τούς βρήκε ο Σπυρίδων, κατησχυμένοι του ομολόγησαν την πράξη τους. Ο άγιος τούς συμπόνεσε, τους απάλλαξε από τα αόρατα δεσμά και τους νουθέτησε, ώστε στο εξής να ζουν τίμια. Δεν τους άφησε όμως να φύγουν χωρίς να τους δωρίσει δύο πρόβατα, λέγοντάς τους με χαμόγελο ότι ήταν η αποζημίωσή τους για την ολονύκτια αγρυπνία.
Αυστηρός με τον εαυτό του, ο Σπυρίδων, ήταν γεμάτος άφατη συμπόνια για τους συνανθρώπους του και επιείκεια για τις αδυναμίες τους. Για να ανακουφίσει κάποιον ταξιδιώτη, για παράδειγμα, δεν δίσταζε να διακόψει την νηστεία. Όπως ο Χριστός, ο Ποιμήν ο Καλός, ο Σπυρίδων ήταν πάντα έτοιμος να δώσει και την ίδια του την ζωή ώστε το πνευματικό του ποίμνιο να βοσκά στους λειμώνες της θείας Χάριτος. Με την πραότητα, την ταπείνωση και την απλότητά του, απέκτησε τόση παρρησία ενώπιον του Κυρίου, ώστε επιτέλεσε αναρίθμητα θαύματα για την σωτηρία και την οικοδομή της Εκκλησίας του.
Ζώντας βίο ενάρετο, ζούσε εν Χριστώ και ο Χριστός ενεργούσε μέσα του διά του Αγίου Πνεύματος, ώστε ο Σπυρίδων απέκτησε εξουσία ακόμη και επί του θανάτου. Μετά από παράκληση μιας βαρβάρισσας γυναίκας, έφερε ξανά στην ζωή το παιδί της, το πτώμα του οποίου το είχε αποθέσει εκείνη στα πόδια του. Όταν εκοιμήθη η κόρη του Ειρήνη, πριν προλάβει να φανερώσει σε κάποιον πού είχε κρύψει τον θησαυρό που της είχε εμπιστευθεί, ο άγιος ιεράρχης έσκυψε πάνω στον τάφο και ρώτησε την πεθαμένη, η οποία αμέσως του είπε πού ακριβώς βρισκόταν ο θησαυρός. Έχοντας επιτελέσει εν Θεώ ένα τέτοιο θαύμα, ο Σπυρίδων ούτε νοιάστηκε να ζητήσει ανθρώπινη παρηγορία για τον ίδιο και δεν παρακάλεσε τον Θεό να αναστήσει την μονάκριβή του κόρη.
Αμαθής ανθρώπινης σοφίας, αλλά πλούσιος σε διορατικό και προορατικό χάρισμα, ο άγιος Σπυρίδων γνώριζε σε βάθος την Αγία Γραφή· και η γνώση του αυτή έφερε μια μέρα σε αμηχανία έναν κενόδοξο επίσκοπο, ο οποίος, για να επιδείξει την ρητορική του δεινότητα, άλλαξε κάποιες λέξεις του Ευαγγελίου που του φαίνονταν πολύ κοινές.
Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου, ο γιος του Κωνστάντιος, που κληρονόμησε το ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας, έδειχνε συμπάθεια στον αρειανισμό. Ενώ βρισκόταν στην Αντιόχεια, αρρώστησε σοβαρά και, παρά τις προσπάθειες των γιατρών, δεν φαινόταν να υπάρχει σωτηρία. Μετά από όραμα του αυτοκράτορα, ο άγιος Σπυρίδων εκλήθη στο ανάκτορο μαζί με τον μαθητή του, άγιο Τριφύλλιο [12 Ιουν.]. Μόλις έφθασε στο προσκέφαλο του βασιλέα, τον θεράπευσε από την σωματική νόσο και τον κάλεσε να διαφυλάξει την υγεία της ψυχής του, παραμένοντας πιστός στην ορθόδοξη διδασκαλία και φιλεύσπλαχνος στους υπηκόους του. Ο αυτοκράτορας τον γέμισε δώρα και χρυσό, που ο άγιος έσπευσε να μοιράσει στους αναγκεμένους κατοίκους της Κύπρου μόλις επέστρεψε στο νησί.
Αποκομμένος από τα εγκόσμια αγαθά, αφοσιωμένος πλήρως στην προσδοκία των αιωνίων αγαθών, ο άγιος Σπυρίδων τελούσε την θεία Λειτουργία και τις Ακολουθίες της Εκκλησίας ωσάν να βρισκόταν ήδη ενώπιον του θρόνου του Υψίστου, μαζί με τους χορούς των Αγγέλων και των Αγίων. Μια μέρα, την ώρα που λειτουργούσε σε κάποιο απομονωμένο εξωκκλήσι, παραμελημένο από τους πιστούς, στράφηκε προς τους απόντες πιστούς λέγοντας: «Εἰρήνη πᾶσι!». Ο υποτακτικός του, άκουσε έκπληκτος την φωνή του χορού των Αγγέλων να απαντά: «Καὶ τῷ πνεύματί σου!» και να συνεχίζει την ουράνια ψαλμωδία του μέχρι το τέλος της θείας Λειτουργίας.
Μετά από βίο μακρύ, όπου αδιάκοπα του παραστάθηκε το Άγιο Πνεύμα, ο άγιος Σπυρίδων παρέδωσε ειρηνικά την ψυχή του στον Κύριο, στις 12 Δεκεμβρίου του 348, σε ηλικία εβδομήντα οκτώ ετών, αφού προηγουμένως ενεθάρρυνε για μια τελευταία φορά τους παρευρισκόμενους να ακολουθούν τον Χριστό και να υποτάσσονται στον ελαφρό ζυγό Του.





