Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Enrico Berti - HEIDEGGER (Χάιντεγκερ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Enrico Berti - HEIDEGGER (Χάιντεγκερ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Ιουλίου 2025

Ο Enrico Berti διαβάζει τον Heidegger

 

Ο Enrico Berti διαβάζει τον Heidegger

https://www.youtube.com/watch?v=1Aifr5DAeuI&t=1398s


11 Απριλίου 2013 – Αίθουσα Ροσσίνι, Caffè Pedrocchi - Padova
Όγδοη συνάντηση του κύκλου διαλέξεων «Η φιλοσοφία ως θεραπεία»,
ένα πρότζεκτ της Αντιπροσωπείας Πάδοβας της Ιταλικής Ένωσης Κλασικής Κουλτούρας.


Καλησπέρα σας, καταρχάς ευχαριστώ τον καθηγητή Τζουλιάνο Πιζάνι για τα ευγενικά του λόγια στην παρουσίαση. Κι εγώ, με τη σειρά μου, χαίρομαι πολύ που επιστρέφω κάθε χρόνο σε αυτόν τον κύκλο συναντήσεων, που μου φαίνεται πως έχουν μεγάλη επιτυχία και τιμούν την πόλη της Πάδοβας και όσους τις οργανώνουν. Είναι η δεύτερη φορά που προτείνω την ανάγνωση μιας σελίδας του Χάιντεγκερ.

Την προηγούμενη φορά, δεν θυμάμαι καλά αν ήταν πριν δύο ή τρία χρόνια, όταν οι συναντήσεις πραγματοποιούνταν ακόμη στην αίθουσα, στο αμφιθέατρο του λυκείου Τίτο Λίβιο, τότε είχα παρουσιάσει μια σελίδα από ένα μάθημα του Χάιντεγκερ για την αλήθεια, ενώ σήμερα θα μιλήσουμε για τη θεωρία των παθών στον Χάιντεγκερ. Αυτή η επιστροφή στη σκέψη του Χάιντεγκερ δεν σημαίνει ότι είμαι οπαδός ή υποστηρικτής της φιλοσοφίας του Χάιντεγκερ. Είμαι σίγουρα θαυμαστής του, επειδή θεωρώ πως ο Χάιντεγκερ υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους του 20ού αιώνα, ίσως ο μεγαλύτερος μαζί με τον Βιτγκενστάιν.

Ο Βιτγκενστάιν από την πλευρά της λεγόμενης αναλυτικής φιλοσοφίας του 20ού αιώνα και ο Χάιντεγκερ από την πλευρά της ηπειρωτικής φιλοσοφίας. Ωστόσο, επιστρέφω στον Χάιντεγκερ επειδή είμαι πεπεισμένος για μια θέση που έχει διατυπωθεί, τεκμηριωθεί και κυκλοφορήσει στον διεθνή φιλοσοφικό διάλογο από τον φίλο μου, που δυστυχώς δεν είναι πια μαζί μας, τον Φράνκο Βόλπι. Μάλιστα, με την ευκαιρία αυτή, θα ήθελα να εκφράσω δημόσια την ανάμνησή μου για τον Φράνκο Βόλπι, ο οποίος έφυγε ακριβώς πριν από τέσσερα χρόνια, στις 13 Απριλίου του 2009.

Ο Φράνκο Βόλπι είχε υπάρξει μαθητής μου στη νεότητά του, στη συνέχεια έγινε φίλος μου και, από κάποιες απόψεις, υπήρξε και δάσκαλός μου, αφού έμαθα πολλά πράγματα από αυτόν. Μεταξύ αυτών που έμαθα, είναι και η δική του ερμηνεία του Χάιντεγκερ, την οποία θεωρώ πλήρως τεκμηριωμένη και πειστική. Σύμφωνα με αυτήν, η συνολική φιλοσοφία του Χάιντεγκερ δεν είναι τίποτε άλλο από την απόπειρα να οικοδομηθεί ένα εναλλακτικό σύστημα, δηλαδή αντίθετο προς εκείνο του Αριστοτέλη. Ακόμη και ο Γκάνταμερ είχε εκφράσει την ίδια άποψη, μιλώντας για ένα "αντι-σχέδιο"· Gegenentwurf είναι η γερμανική λέξη που σημαίνει ακριβώς ένα σχέδιο αντίθετο προς τον Αριστοτέλη, το οποίο ο Χάιντεγκερ προσπάθησε να πραγματοποιήσει χρησιμοποιώντας έννοιες, διακρίσεις, διδασκαλίες, κατηγορίες που προέρχονταν ακριβώς από τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη. Ήταν μια αδηφάγα οικειοποίηση, όπως την αποκάλεσε ο Φράνκο Βόλπι, που στόχευε ακριβώς στην κατασκευή μιας εναλλακτικής φιλοσοφίας. Ο ίδιος ο Χάιντεγκερ είχε πει το 1923 ότι δάσκαλός του ήταν ο Λούθηρος, πρότυπό του ήταν ο Αριστοτέλης, κάποιους κραδασμούς του προκάλεσε ο Κίρκεγκορ και, τέλος, τα μάτια τού τα έδωσε ο Χούσερλ.

Εμείς θα σταθούμε εδώ στην αναφορά στον Αριστοτέλη, όπου η λέξη "πρότυπο" δεν σημαίνει μόνο αντικείμενο μίμησης αλλά και αντικείμενο ανταγωνισμού, και επομένως δηλώνει τον αντίπαλο απέναντι στον οποίο προσπαθεί κανείς να οικοδομήσει κάτι εξίσου μεγάλο με αυτό που υπήρξε η φιλοσοφία του Αριστοτέλη επί χιλιετίες. Εφόσον πρόκειται για έναν σύλλογο κλασικής παιδείας, μου φαίνεται σωστό να γίνει αναφορά και σε έναν αρχαίο φιλόσοφο, βάζοντάς τον ακριβώς σε αντιπαραβολή με τον Χάιντεγκερ, και το κείμενο από το οποίο θα ξεκινήσω —και το οποίο έχει διανεμηθεί— είναι μια σελίδα από το Είναι και Χρόνος, δηλαδή από αυτό που παραμένει το αριστούργημα του Χάιντεγκερ, το έργο που του χάρισε αυτόν τον τίτλο που ανέφερα πριν, του ότι υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους του 20ού αιώνα. Είναι μια σελίδα που, όμως, τη χρησιμοποιώ θεμελιωδώς ως πρόσχημα για να ανατρέξω σε ένα άλλο έργο προγενέστερο από αυτό, που βρίσκεται στη βάση αυτής της σελίδας, και είναι ένα μάθημα που έδωσε το 1924 στο Μάρμπουργκ, για τις θεμελιώδεις έννοιες της φιλοσοφίας του Αριστοτέλη.

Όμως, επειδή αυτό το μάθημα δεν έχει ακόμα μεταφραστεί στα ιταλικά, μου φάνηκε ακατάλληλο να προταθεί σε αυτό το πλαίσιο.
Ξεκινώ λοιπόν από τη σελίδα του Είναι και Χρόνος που αναφέρει το θέμα εκείνου του μαθήματος, αλλά κατόπιν θα επιστρέψω στο ίδιο το μάθημα και θα το συγκρίνω με τα έργα του Αριστοτέλη, τα οποία αυτό σχολιάζει.

Οι σελίδες που έχετε στα χέρια σας είναι οι παράγραφοι 29 και 30 του Είναι και Χρόνος, και έχουν ως θέμα το είναι-εκεί ως συναισθηματική κατάσταση.

Το είναι-εκεί (Dasein), όπως όλοι γνωρίζουν, είναι το βασικό θέμα του Είναι και Χρόνος, δηλαδή είναι το είναι στο οποίο βρίσκεται ο άνθρωπος, το είναι του ανθρώπου, το είναι, η ανθρώπινη συνθήκη που ο Χάιντεγκερ περιγράφει και αναλύει θαυμάσια σε αυτό το έργο.

Ένα από τα στοιχεία του είναι-εκεί που αναλύει εδώ, σε αυτές τις παραγράφους, είναι ακριβώς αυτό που στη μετάφραση του Pietro Chiodi, αναθεωρημένη από τον Franco Volpi, ονομάζεται «συναισθηματική κατάσταση».

Ο γερμανικός όρος που χρησιμοποιεί ο Χάιντεγκερ είναι Befindlichkeit. Η συναισθηματική κατάσταση είναι μια ελεύθερη μετάφραση, η οποία όμως αποδίδει την έννοια. Κυριολεκτικά, το Befindlichkeit προέρχεται από το finden, που σημαίνει «βρίσκω», και θα μπορούσε να αποδοθεί ως «το να βρίσκεται κανείς». Στην πραγματικότητα, σε μια άλλη ιταλική μετάφραση — αυτή του Franco Marini, νομίζω για τον εκδοτικό οίκο UTET — ο όρος αυτός μεταφράζεται ως «το να βρίσκεται». Θα μπορούσε κανείς να πει: πώς βρισκόμαστε, όταν ρωτάμε κάποιον: «Εσύ πώς βρίσκεσαι εδώ;», που δεν σημαίνει απλώς πώς είσαι, αλλά και πώς αισθάνεσαι, δηλαδή τι είδους συναισθηματική αντίδραση έχεις στη συγκεκριμένη κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι.

Λοιπόν, κατά τον Χάιντεγκερ, η συναισθηματική κατάσταση αντιστοιχεί, με σύγχρονους όρους, σε αυτό που οι αρχαίοι αποκαλούσαν συναισθήματα και αισθήματα.

Η καλύτερη ανάλυση που έχει γίνει ποτέ για τα συναισθήματα και τα αισθήματα — και επομένως για τη συναισθηματική κατάσταση — είναι το δεύτερο βιβλίο της Ρητορικής του Αριστοτέλη, αφιερωμένο στην περιγραφή των παθών.

Θέλω αυτό να προκύψει άμεσα από την ανάγνωση· γι’ αυτό σας καλώ να στρέψετε τα μάτια σας στην πρώτη σελίδα που κρατάτε στα χέρια σας, από την οποία θα διαβάσουμε τουλάχιστον τις πρώτες γραμμές:

«Ο χαρακτήρας της παρούσας έρευνας δεν επιτρέπει την ερμηνεία των διαφόρων μορφών της συναισθηματικής κατάστασης (δηλαδή της Befindlichkeit) και της σύνδεσης των θεμελίων τους. Αυτά τα φαινόμενα είναι οντικά γνωστά…»

Ας συγχωρήσουμε στον Χάιντεγκερ τη συνεχόμενη χρήση αυτών των όρων που ο ίδιος εισήγαγε, στους οποίους δεν μπορούμε να σταθούμε εδώ.
Αυτά τα φαινόμενα είναι γνωστά οντικά εδώ και πολύ καιρό και μελετήθηκαν από τη φιλοσοφία υπό την ονομασία συναισθήματα και αισθήματα.
Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη συστηματική πραγματεία για τα συναισθήματα, την οποία μας παραδίδει η παράδοση, δεν πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της ψυχολογίας — ο Χάιντεγκερ δεν συμπαθούσε την ψυχολογία, προφανώς.
Ο Αριστοτέλης αναλύει τα πάθη (pathē — που είναι ακριβώς τα πάθη, από το πάθος) στο δεύτερο βιβλίο της Ρητορικής.

Η παραδοσιακή ερμηνεία παρουσιάζει τη Ρητορική ως ένα είδος τεχνικής ή πρακτικής.
Αντίθετα, πρέπει να κατανοηθεί ως η πρώτη συστηματική ερμηνευτική, δηλαδή ως η πρώτη συστηματική ερμηνεία της καθημερινής συνύπαρξης.
Δώστε προσοχή σε αυτή την έννοια: η συνύπαρξη, το Mitsein, είναι μία από τις όψεις του είναι-εκεί (Dasein).
Το είναι-εκεί — το είναι του ανθρώπου, η ανθρώπινη συνθήκη — είναι ένα είναι-στον-κόσμο, και επομένως ένα είναι-μαζί με τους άλλους, μια συνύπαρξη, ένα Mitsein.
Τώρα, η πρώτη συστηματική ερμηνεία της καθημερινής συνύπαρξης, αυτής που ζούμε κάθε μέρα, κατά τον Χάιντεγκερ, είναι ακριβώς η θεωρία των παθών που παρουσιάζεται στο δεύτερο βιβλίο της Ρητορικής του Αριστοτέλη.
Αν κοιτάξετε λίγο πιο κάτω, στη δεύτερη παράγραφο, θα δείτε ότι είναι γνωστό πως η ερμηνεία των συναισθημάτων συνεχίστηκε στη Στοά, δηλαδή στον στωικισμό, και πως μεταδόθηκε στη νεότερη εποχή μέσω της πατερικής και σχολαστικής θεολογίας.

Αντιθέτως, είναι ελάχιστα γνωστό — και αυτή είναι η θέση του Χάιντεγκερ σε αυτή την παράγραφο — ότι η οντολογικά θεμελιώδης ερμηνεία των αρχών των συναισθημάτων δεν έχει σημειώσει καμία αξιοσημείωτη πρόοδο από τον Αριστοτέλη και μετά.
Είναι μια ισχυρή δήλωση: δηλαδή, εκείνη είναι η καλύτερη ανάλυση που έγινε ποτέ για τα συναισθήματα, μετά την οποία δεν έχει σημειωθεί καμία πρόοδος. Στη συνέχεια, η συζήτηση συνεχίζεται, με την ανάλυση ενός από τα πάθη που περιγράφει ο Αριστοτέλης στη Ρητορική, δηλαδή του φόβου. Δείτε την παράγραφο 30: Ο φόβος ως τρόπος της συναισθηματικής κατάστασης. Η ανάλυση εκτείνεται σε αρκετές σελίδες, όλες αφιερωμένες στον φόβο.
Τώρα, αν κάποιος περιοριστεί στο να διαβάσει μόνο το Είναι και Χρόνος, θα πει:
«Εντάξει, φαίνεται ότι εδώ ο Χάιντεγκερ θέλησε να προσφέρει τη συμβολή του στην ανάλυση ενός πάθους, που είναι συγκεκριμένα ο φόβος.» Αλλά, αν συγκρίνουμε αυτό το κείμενο με το δεύτερο βιβλίο της Ρητορικής του Αριστοτέλη, προκύπτει μια σειρά από εξαιρετικά ενδιαφέροντα ευρήματα.

Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι στο θερινό εξάμηνο του 1924, δηλαδή έναν χρόνο μετά την έναρξη της πανεπιστημιακής του καριέρας στο Πανεπιστήμιο του Μάρμπουργκ στη Γερμανία, ο Χάιντεγκερ αφιερώνει ολόκληρο ένα μάθημα στις θεμελιώδεις έννοιες της φιλοσοφίας του Αριστοτέλη.

Και αυτό το μάθημα δημοσιεύτηκε.

Διότι ο Χάιντεγκερ, κατά τη διάρκεια της ζωής του, δημοσίευσε μια ολόκληρη σειρά έργων, αλλά άφησε ανέκδοτα τα κείμενα των πανεπιστημιακών του μαθημάτων — τα οποία είναι πάρα πολλά — και δημοσιεύθηκαν μετά τον θάνατό του.
Και η διαδικασία της έκδοσης δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί: υπάρχουν κι άλλα που απομένουν να εκδοθούν.

Γι’ αυτό, έχει κανείς σχεδόν συνεχώς την εντύπωση πως πρόκειται για έναν φιλόσοφο ακόμα εν ζωή, γιατί συνεχώς εμφανίζονται στην αγορά νέα έργα του Χάιντεγκερ, και έτσι γίνονται συνεχώς νέες ανακαλύψεις.
Αυτό το μάθημα πάνω στις θεμελιώδεις έννοιες της φιλοσοφίας του Αριστοτέλη δημοσιεύτηκε μόλις το 2002, δηλαδή πριν από 10–11 χρόνια. Δεν έχει ακόμα μεταφραστεί στα ιταλικά· υπάρχει όμως μια αγγλική μετάφραση, η οποία εκπονήθηκε αμέσως και είναι διαθέσιμη. Και είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον.

Ας αφήσουμε τώρα για λίγο το κείμενο που έχετε στα χέρια σας και ακολουθήστε με στην ανασύνθεση. Εδώ έχω φωτοτυπήσει τον πίνακα περιεχομένων του μαθήματος του 1924, του οποίου το πρώτο μέρος έχει ως θέμα την εξήγηση του Dasein, δηλαδή του είναι-εκεί ως είναι στον κόσμο. Και για να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος είναι μέσα στον κόσμο, ο Χάιντεγκερ ανατρέχει στα πρώτα κεφάλαια της Πολιτικής του Αριστοτέλη. Δεν μιλάμε ακόμη για τη Ρητορική, για την οποία θα μιλήσουμε σε λίγο. Εδώ μιλάω για την Πολιτική.
Η Πολιτική, όπως γνωρίζουμε, είναι το έργο στο οποίο ο Αριστοτέλης περιγράφει την κατάσταση του ανθρώπου μέσα στην πόλη — στην πόλις. Η Πολιτική αρχίζει με τη διάσημη δήλωση σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος, από τη φύση του, είναι πολιτικό ζώο, δηλαδή πλασμένος για να ζει στην πόλη, στην πόλις. Διότι μέσα στην πόλη πραγματοποιείται η σχέση του με τους άλλους, δηλαδή εκείνη η συνύπαρξη, το Mitsein, που είναι μία από τις θεμελιώδεις όψεις του Dasein, του είναι του ανθρώπου μέσα στον κόσμο.
Και εδώ είναι ενδιαφέρον να δούμε πώς, σε αυτό το μάθημα, ο Χάιντεγκερ δεν κάνει τίποτε άλλο από το να συνοψίζει, σχεδόν να παραφράζει, το κείμενο του Αριστοτέλη. Εκεί όπου ο Αριστοτέλης λέει ότι ο άνθρωπος αποτελεί μέρος της οικογένειας, τονίζει όμως ότι η οικογένεια χρησιμεύει μόνο για το να ζει κανείς. Αν όμως θέλει κανείς να ζει καλά, είναι αναγκαία μια ευρύτερη κοινότητα, που είναι ακριβώς η πόλις, μέσα στην οποία ο άνθρωπος μπορεί να εκπληρώσει πλήρως τη φύση του ως πολιτικό ζώο. Και ποιο είναι το σημάδι αυτής της φύσης, που καθιστά τον άνθρωπο πολιτικό ζώο; Ο λόγος, το logos.
Ο άνθρωπος είναι ο μόνος ανάμεσα σε όλα τα ζώα που κατέχει τον λόγο, ενώ τα άλλα ζώα — λέει ο Αριστοτέλης — έχουν μόνο τη φωνή, τη φωνή, η οποία χρησιμεύει για την έκφραση της ηδονής ή του πόνου (σκύλοι, γάτες, κτλ.).
Ο άνθρωπος έχει τον λόγο, τον λόγο, ο οποίος του επιτρέπει να συζητά για το τι είναι καλό και τι κακό, τι δίκαιο και τι άδικο, τι ωφέλιμο και τι βλαβερό.
Και ο τόπος στον οποίο ο άνθρωπος κάνει αυτό είναι η πόλις.

Η πόλις, λοιπόν, είναι ο τόπος όπου πραγματοποιείται η συνύπαρξη με τους άλλους, χάρη στον λόγο, χάρη στην ομιλία. Εδώ ο Χάιντεγκερ αναπαράγει, θα έλεγα σχεδόν λέξη προς λέξη, τον λόγο του Αριστοτέλη, δίνοντας την εντύπωση ότι τον αποδέχεται πλήρως, ότι συμφωνεί απόλυτα. Δεν υπάρχει ούτε μία λέξη κριτικής, καμία απόσταση. Αντιθέτως, φτάνει στο σημείο να τιτλοφορήσει το κεφάλαιο που περιγράφει αυτήν την ανθρώπινη συνθήκη μέσα στην πόλη με την ελληνική έκφραση “ζωὴ πρακτική” (zoé praktiké):
ζωή σημαίνει ζωή,
πρακτική σημαίνει πρακτική.

Άρα, με την έκφραση “zoé praktiké”, ο Χάιντεγκερ εννοεί αυτό που εμείς αποκαλούμε “πρακτική ζωή”. Εγώ προσωπικά θα είχα κάποιες αντιρρήσεις για την επιλογή αυτής της λέξης. Διότι η ζωή (zoé), στα ελληνικά, είναι βεβαίως η ζωή, αλλά είναι η ζωή που είναι κοινή στα φυτά, στα ζώα, σε όλα τα έμβια όντα. Αν κανείς θέλει να υποδείξει ένα είδος ζωής, πρέπει να χρησιμοποιήσει άλλη λέξη, που είναι ο βίος (bíos).
Πράγματι, ο Αριστοτέλης δεν μιλά για ζωὴ πρακτική, αλλά για:
βίος πρακτικός (bíos praktikós),
βίος πολιτικός (bíos politikós).


Ωστόσο, η επιλογή αυτή του Χάιντεγκερ είναι ενδιαφέρουσα, διότι θα δούμε στη συνέχεια ότι έχει συνέπειες ακόμη και σε στοχαστές πολύ πιο κοντινούς σε εμάς.

Άρα, η ανθρώπινη συνθήκη είναι η “zoé praktiké”, η πρακτική ζωή, όπου το “πρακτική” προέρχεται από την πρᾶξις (praxis). Και, όπως έδειξε θαυμάσια ο Franco Volpi, η praxis είναι η έννοια που ο Χάιντεγκερ δανείζεται από τον Αριστοτέλη, με την οποία ορίζει το είναι του ανθρώπου στον κόσμο: το είναι-εκεί, το Dasein. Διότι τι είναι το είναι του ανθρώπου στον κόσμο; Είναι μια κατάσταση στην οποία — όπως λέει ο Χάιντεγκερ — “υπάρχει το πρέπει-να-είναι”, δηλαδή ο άνθρωπος οφείλει διαρκώς να σχεδιάζει το ίδιο του το είναι. Και αυτό το πρέπει-να-είναι είναι ακριβώς το ουσιώδες γνώρισμα του Dasein.
Αυτό το πρέπει-να-είναι είναι αυτό που ο Αριστοτέλης ονομάζει praxis. Γιατί η praxis δεν είναι η poiesis, δεν είναι η παραγωγή ενός αντικειμένου, αλλά η πράξη που, με μια έννοια, είναι αυτοσκοπός· είναι αυτό που επιτρέπει στον άνθρωπο να είναι με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Και επομένως, το πρέπει-να-είναι, δηλαδή η zoé praktiké — η πρακτική ζωή, είναι η μετάφραση σε αριστοτελικούς όρους (ή, αν θέλετε, σε όρους που προσπαθούν να είναι αριστοτελικοί) του βασικού φιλοσοφικού όρου του Χάιντεγκερ: το Dasein, το είναι του ανθρώπου στον κόσμο.

Στη συνέχεια, η ανάλυση συνεχίζεται, εστιάζοντας στη λειτουργία που έχει για τον άνθρωπο ο λόγος. Και εδώ ο Χάιντεγκερ περνά από την Πολιτική στη Ρητορική — στη Ρητορική του Αριστοτέλη — όπου ο Αριστοτέλης λέει ότι ο λόγος είναι, για τη Ρητορική, το επιχείρημα, η ομιλία προς ένα ακροατήριο με σκοπό την πειθώ. Είναι η ομιλία που έχει ως στόχο την πειθώ, και τα μέσα για να πείσει κανείς — οι λεγόμενες πίστεις (pisteis) — είναι τρία, λέει ο Αριστοτέλης:
Το πρώτο είναι ο λόγος (logos), δηλαδή το επιχείρημα.
Το δεύτερο είναι το ήθος (ethos), δηλαδή ο χαρακτήρας εκείνου που μιλά, ο οποίος πρέπει να είναι αξιόπιστος και αξιόλογος, αν θέλει να πείσει.
Και το τρίτο στοιχείο είναι το πάθος (pathos), δηλαδή το συναίσθημα που βιώνουν οι ακροατές.
Συνεπώς:

υπάρχει ο χαρακτήρας εκείνου που μιλά,
η συναισθηματική κατάσταση (να τη!) των ακροατών,
και ο λόγος, που είναι το εργαλείο μέσω του οποίου επικοινωνείται το μήνυμα.

Και λέει ο Αριστοτέλης στη Ρητορική ότι ο καλός ρήτορας πρέπει να φροντίζει να γνωρίζει καλά τα συναισθήματα των ακροατών του, γιατί είναι διαφορετική η επίδραση που έχουν τα λόγια του, αναλόγως με το πώς είναι διατεθειμένοι οι ακροατές. Για παράδειγμα: όποιος αγαπά, πείθεται πιο εύκολα από εκείνον που μισεί, όταν παροτρύνεται να αγαπήσει. Συνεπώς, ο καλός ρήτορας πρέπει πρώτα απ’ όλα να γνωρίζει τα πάθη.
Και γι’ αυτό ο Αριστοτέλης αφιερώνει ολόκληρο το δεύτερο βιβλίο της Ρητορικής στην ανάλυση των παθών. Τα πάθη που αναλύει θαυμάσια ο Αριστοτέλης είναι, με τη σειρά:
ο θυμός και το αντίθετό του, δηλαδή η πραότητα,
η αγάπη και το μίσος,
ο φόβος και το θάρρος,
η ντροπή και η αναίδεια,
η εύνοια, η ευσπλαχνία,
η αγανάκτηση,
ο φθόνος και ο ζήλος.

Αν βρείτε την ευκαιρία να τις διαβάσετε: είναι υπέροχες σελίδες, στις οποίες ο Αριστοτέλης αναλύει όλα αυτά τα πάθη όχι από ηθικολογική σκοπιά, αλλά θα έλεγα σχεδόν από επιστημονική σκοπιά, για να κατανοήσει πώς είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος. Και επομένως, να καταλάβει ποιο είδος λόγου είναι κατάλληλο για να τον πείσει, ανάλογα με τα συναισθήματα που βιώνει.

Τώρα, στο μάθημά του τού 1924, μέχρι αυτό το σημείο, ο Χάιντεγκερ ακολουθεί σχεδόν κατά γράμμα το κείμενο του Αριστοτέλη, τόσο της Πολιτικής όσο και της Ρητορικής. Έπειτα όμως εστιάζει σε ένα πάθος: τον φόβο, το phóbos. Και παραθέτει όλα όσα λέει ο Αριστοτέλης. Δηλαδή: ο φόβος είναι η οδύνη που βιώνει κανείς όταν θεωρεί ότι απειλείται από έναν κίνδυνο, από κάτι που μπορεί να είναι βλαβερό.
Και στη συνέχεια ο Αριστοτέλης περιγράφει:
ποια είναι τα πράγματα που μπορούν να προκαλέσουν φόβο — tà phobera, δηλαδή τα τρομακτικά πράγματα,
ποια είναι τα πρόσωπα που μπορούν να προκαλέσουν φόβο — οι phoberòi,
και όλες τις συνέπειες που μπορεί να έχει ο φόβος,
κάνοντας νύξη — αυτό μου φάνηκε να το βλέπω εγώ, ο Χάιντεγκερ όμως δεν το πρόσεξε — σε μια καθαρτική λειτουργία, δηλαδή μια λειτουργία εξαγνισμού, την οποία μπορεί να έχει ο φόβος. Σύμφωνα με τον γνωστό ορισμό της τραγωδίας που περιλαμβάνεται στην Ποιητική, η τραγωδία — όπως θα θυμάστε — είναι η αναπαράσταση μιας πράξης, η οποία, προκαλώντας έλεος και φόβο, επιτελεί την κάθαρση αυτών των παθών.

Υπάρχει απέραντη βιβλιογραφία για το τι σημαίνει αυτή η κάθαρση, αυτός ο εξαγνισμός. Σε κάθε περίπτωση όμως, είναι κάτι θετικό. Είναι μια υπεράσπιση της τραγικής τέχνης, σε αντιπαράθεση με τον Πλάτωνα, τον δάσκαλο του Αριστοτέλη, ο οποίος είχε καταδικάσει την τέχνη ως μίμηση της μίμησης. Αλλά αυτό που εδώ μας ενδιαφέρει περισσότερο είναι το εξής: Από όλα αυτά τα πάθη που περιγράφει ο Αριστοτέλης στο δεύτερο βιβλίο της Ρητορικής, το μόνο που επαναλαμβάνει ο Χάιντεγκερ είναι η περιγραφή του φόβου.
[ΔΕΙΛΙΑ. ΜΙΑ ΨΥΧΗ ΓΕΡΑΣΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ, ΣΤΟΝ ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΜΟ]
Λοιπόν, καταλαβαίνετε ότι αν κάποιος περιοριζόταν στο να διαβάσει μόνο το Είναι και Χρόνος, θα έβρισκε μόνο την περιγραφή του φόβου. Αν όμως δει το μάθημα του 1924 και το συγκρίνει με το κείμενο της Ρητορικής, στο οποίο αυτό το μάθημα παραπέμπει, δεν μπορεί να μην παρατηρήσει τη διαφορά: δηλαδή το γεγονός ότι, από όλα τα πάθη που περιγράφει ο Αριστοτέλης, το μόνο που ενδιαφέρει τον Χάιντεγκερ είναι ο φόβος.
Τι σημαίνει αυτό;
Σημαίνει ότι το συναίσθημα, δηλαδή η θεμελιώδης συναισθηματική χροιά που χαρακτηρίζει το είναι-μαζί με τους άλλους, είναι ο φόβος. Οι άλλοι μας προκαλούν φόβο. Ο άνθρωπος, που είναι μαζί με τους άλλους, φοβάται, θεμελιωδώς, τους άλλους. Phóbos, φόβος στα ελληνικά, Furcht στα γερμανικά. Καταλαβαίνετε — αυτό είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον — γιατί μια τόσο μακρά έρευνα για τον τρόπο σκέψης του Χάιντεγκερ καταλήγει να αναδείξει μια έντονη αντίθεση με το πρώτο μέρος του μαθήματος: εκείνο όπου ο Χάιντεγκερ συνοψίζει την Πολιτική του Αριστοτέλη, τα δύο πρώτα κεφάλαια της Πολιτικής.
Εκεί όπου ο Αριστοτέλης παρουσιάζει τον βίον πολιτικόν, τη πολιτική ζωή, δηλαδή το να ζεις με τους άλλους μέσα στην πόλη, συζητώντας τι είναι δίκαιο και τι άδικο, τι καλό και τι κακό — ως την πληρέστερη πραγματοποίηση του ανθρώπου, δηλαδή ως το να ζει καλά, τελικά ως την ευδαιμονία. Το να ζει κανείς καλά, κατά τον Αριστοτέλη, συνίσταται ακριβώς σε αυτόν τον τρόπο ζωής, στον βίον πολιτικόν, αυτόν που πραγματώνεται στην πόλη. Μην σκεφτείτε τη θεωρητική ζωή για την οποία μιλά στην Ηθική Νικομάχεια, γιατί εκείνη είναι η ζωή των φιλοσόφων. Εδώ, στην Πολιτική, μιλά για όλους — για τους πολίτες, για όλους τους κατοίκους της πόλης — και το ιδανικό που προτείνει ο Αριστοτέλης είναι η πολιτική ζωή: δηλαδή το να είναι κανείς μαζί με άλλους στην αγορά, στην πλατεία, να συζητά και στη συνέχεια να συναποφασίζει τι πρέπει να γίνει.
Άρα, ενώ για τον Αριστοτέλη όλα αυτά — και επομένως και ο λόγος, και η χρήση του, γιατί η ρητορική χρησιμοποιούνταν στις συνελεύσεις, και ένα από τα βασικά είδη λόγου στη ρητορική είναι ο συμβουλευτικός λόγος (δηλαδή ο λόγος που έχει σκοπό να οδηγήσει σε μια απόφαση),
και επομένως ο λόγος έχει μια εντελώς θετική λειτουργία,
και ακόμη και η ανάλυση των παθών χρησιμεύει για να γίνει ο λόγος πιο πειστικός και να διευκολυνθεί η πολιτική σχέση — όλα αυτά, στον Αριστοτέλη, έχουν μια εντελώς θετική χροιά.

Αντίθετα, η επιλογή του Χάιντεγκερ να υποδείξει ως θεμελιώδη συναισθηματική χροιά της ανθρώπινης κατάστασης τον φόβο, είναι σημάδι μιας θέασης που θα έλεγα αντίθετη προς εκείνη του Αριστοτέλη: αρνητική, βαθιά απαισιόδοξη, θα μπορούσα να πω ακόμη και αντιπολιτική (όπως λέγεται σήμερα). Διότι η σχέση με τους άλλους, σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση, είναι ουσιωδώς αρνητική. Και αυτό είναι ακόμη πιο ενδιαφέρον αν σκεφτούμε ότι το μάθημα του 1924 θα αποδειχθεί η θεμελιώδης έμπνευση ενός έργου μίας σπουδαίας στοχάστριας του 20ού αιώνα, που υπήρξε μαθήτρια του Χάιντεγκερ: δηλαδή της Χάνα Άρεντ.
Το κυριότερο έργο της Χάνα Άρεντ, στην αγγλική του έκδοση, έχει τον τίτλο The Human Condition, δηλαδή Η ανθρώπινη κατάσταση, που είναι ο αγγλικός τρόπος να αποδοθεί το Dasein, το είναι-εκεί. Και όταν το έργο αυτό μεταφράζεται από τα αγγλικά στα γερμανικά, ο τίτλος που επιλέγει η ίδια η Άρεντ είναι Vita Activa (Ενεργός ζωή).
Vita Activa είναι η μετάφραση του “ζωὴ πρακτική”, δηλαδή του τίτλου που είχε δώσει ο Χάιντεγκερ στο πρώτο μέρος του μαθήματος του 1924. Στο βιβλίο Vita Activa, η Άρεντ επανέρχεται κι εκείνη στον Αριστοτέλη, στα πρώτα κεφάλαια της Πολιτικής, και θυμίζει επίσης ότι η οικογένεια είναι ο χώρος του ιδιωτικού, όπου ικανοποιούνται οι καθημερινές ανάγκες: η τροφή, η ένδυση, η στέγη.
Αντίθετα, η πόλις είναι ο δημόσιος χώρος, ο πολιτικός χώρος, εκεί όπου οι άνθρωποι πραγματοποιούν αυτό που για την Άρεντ είναι η ανώτερη μορφή δραστηριότητας που υπάρχει: η πράξη που αποβλέπει στην επικοινωνία, η επικοινωνία καθαυτή. Αυτό συμβαίνει χάρη στον λόγο, στον λόγο, στην ομιλία, όπως λέει ο Αριστοτέλης. Για την Άρεντ, αυτός είναι ο καλύτερος βίος, αυτή είναι η πιο άξια ανθρώπινη ζωή. Η Άρεντ αντιπαραθέτει αυτό το ιδανικό στη μοντέρνα αντίληψη του ανθρώπου ως homo faber — του ανθρώπου που παράγει, του ανθρώπου που κατασκευάζει — δηλαδή του ανθρώπου που επιδίδεται σε δραστηριότητες που δεν είναι αυτοσκοπός, όπως η επικοινωνία, αλλά έχουν εργαλειακό χαρακτήρα, διότι στοχεύουν στην παραγωγή αντικειμένων.
Μπορούμε να πούμε — έστω και συνοψίζοντας πολύ συνοπτικά το περιεχόμενο του Vita Activa — ότι αυτή είναι η πρόταση που καταθέτει η Άρεντ στο βιβλίο της. Λοιπόν, όταν η Χάνα Άρεντ δημοσιεύει — η αγγλική έκδοση εκδόθηκε στο Σικάγο το 1959 — η Χάνα Άρεντ, όπως ξέρετε, ήταν εβραία· είχε εγκαταλείψει τη Γερμανία μετά την άνοδο του ναζισμού στην εξουσία, είχε μεταναστεύσει πρώτα στο Παρίσι και κατόπιν οριστικά στη Νέα Υόρκη, όπου και έμεινε μέχρι τον θάνατό της. Στη Νέα Υόρκη δίδαξε επίσης· είχε διδάξει και στο Σικάγο, και στο Σικάγο το 1959 δημοσιεύει το The Human Condition (Η ανθρώπινη κατάσταση). Το 1960, στην Ευρώπη, εκδίδεται η γερμανική έκδοση, και και στην ιταλική μετάφραση διατηρείται ο τίτλος Vita Activa, όπως και στη γερμανική έκδοση.

Η Άρεντ στέλνει ένα αντίτυπο της γερμανικής μετάφρασης στον Χάιντεγκερ — ο Χάιντεγκερ ήταν ακόμη εν ζωή, θα πεθάνει το 1976 — και συνοδεύει αυτό το αντίτυπο με μια επιστολή, στην οποία ζητά συγγνώμη που δεν αφιέρωσε αυτό το βιβλίο στον Χάιντεγκερ, γιατί λέει:
«Αυτό το βιβλίο το οφείλω σχεδόν εξ ολοκλήρου σε σένα. Αυτό το βιβλίο γεννήθηκε στα πρώτα χρόνια…»
Και εδώ προκύπτει ένα ενδιαφέρον πρόβλημα τεκμηρίωσης: διότι εδώ και λίγα χρόνια έχει δημοσιευθεί η αλληλογραφία μεταξύ Χάνα Άρεντ και Μάρτιν Χάιντεγκερ. Η επιστολή που συνοδεύει το αντίτυπο της Vita Activa είναι της 28ης Οκτωβρίου 1960. Στο πρωτότυπο, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα, γράφεται ότι «αυτό το βιβλίο, που το οφείλω σχεδόν εξ ολοκλήρου σε σένα, γεννήθηκε στα πρώτα χρόνια του Φράιμπουργκ». Όμως ο Φράνκο Βόλπι, στη βιογραφία του για τον Χάιντεγκερ, γράφει ότι στην επιστολή της Άρεντ αναφέρεται πως το βιβλίο γεννήθηκε στα πρώτα χρόνια του Μάρμπουργκ.
Εγώ προσωπικά ξαφνιάστηκα· είπα: «Μα πώς γίνεται ο Βόλπι, που είναι τόσο ακριβής, τόσο προσεκτικός στις ιστορικές του ανασυνθέσεις, να μην έχει προσέξει ότι η επιστολή δεν μιλά για το Μάρμπουργκ αλλά για το Φράιμπουργκ;» Συγχωρέστε με που επιμένω, αλλά αξίζει να εξηγηθεί γιατί αυτή η διαφορά έχει σημασία. Διότι το μάθημα του 1924 έγινε στο Μάρμπουργκ, όπου η Χάνα Άρεντ είχε φτάσει από το Βερολίνο. Είχε πάρει το απολυτήριό της στο Βερολίνο και είχε εγγραφεί στο πανεπιστήμιο στο Μάρμπουργκ ειδικά για να παρακολουθήσει τον Χάιντεγκερ· διότι σε όλη τη Γερμανία είχε κυκλοφορήσει η φήμη ότι στο Μάρμπουργκ υπήρχε ένας νέος καθηγητής φιλοσοφίας, ο οποίος διάβαζε τον Αριστοτέλη με έναν τρόπο όπως κανείς δεν τον είχε διαβάσει ποτέ πριν — δηλαδή τον μετέτρεπε σε έναν ζωντανό στοχαστή, έναν στοχαστή του καιρού μας.
Στο Μάρμπουργκ είχαν συρρεύσει πολλοί, που αργότερα θα γίνονταν οι μεγαλύτεροι Γερμανοί φιλόσοφοι του 20ού αιώνα: Χανς Γιόνας, Καρλ Λέβιτ, Γκύντερ Άντερς, Χανς Γκέοργκ Γκάνταμερ, Λέο Στράους, και άλλοι που τώρα μου διαφεύγουν. Όλοι είχαν πάει στο Μάρμπουργκ για να παρακολουθήσουν τα μαθήματα του Χάιντεγκερ.
Τώρα, εδώ τα πράγματα γίνονται λίγο περίπλοκα· προσπάθησα να κάνω ανασύνθεση, αλλά υπάρχει κάτι για το οποίο δεν είμαι βέβαιος: είναι δύσκολο να προσδιορίσει κανείς με ακρίβεια την ημερομηνία άφιξης της Χάνα Άρεντ στο Μάρμπουργκ. Γίνεται λόγος για την άνοιξη ή το καλοκαίρι του 1924. Το μάθημα του Χάιντεγκερ ήταν το θερινό εξάμηνο του 1924· αλλά θερινό εξάμηνο σημαίνει μάθημα που ξεκινά στις αρχές Μαρτίου και τελειώνει τον Ιούνιο. Επομένως, δεν είναι βέβαιο ότι η Άρεντ το παρακολούθησε, ενώ είναι βέβαιο ότι παρακολούθησε τα επόμενα εξάμηνα, μέχρι το 1925.
Ξέρετε ότι εκείνη την εποχή γεννήθηκε και μια ερωτική σχέση ανάμεσα στους δύο·
η Άρεντ δεν ήταν απλώς μαθήτρια του Χάιντεγκερ, αλλά για κάποιο διάστημα ήταν και η ερωμένη του. Και εδώ υπάρχει επίσης αμφισβήτηση ως προς τις ημερομηνίες. Διότι υπάρχει μια πρώτη επιστολή στην οποία ο Χάιντεγκερ γράφει στη μαθήτριά του, που προφανώς είχε παρακολουθήσει τα μαθήματά του, «Αγαπητή δεσποινίς Άρεντ»…και σύμφωνα με τον Βόλπι, αυτή η επιστολή φέρει ημερομηνία 10 Φεβρουαρίου 1924. Όμως στην κριτική έκδοση των επιστολών της Χάνα Άρεντ, η ημερομηνία είναι 10 Φεβρουαρίου 1925, όχι 1924.
Τον Φεβρουάριο… λοιπόν, εγώ είπα: μα πώς είναι δυνατόν να έκανε λάθος ο Βόλπι με την ημερομηνία; Πώς είναι δυνατόν;
Ύστερα όμως ανασύνθεσα το υλικό: ο Βόλπι βασίστηκε σε μια βιογραφία του Χάιντεγκερ, εκείνη του Σαφράνσκι, η οποία δίνει ως ημερομηνία το 1924, αλλά είναι λάθος.

Στην πρώτη επιστολή, ο Χάιντεγκερ γράφει: «Αγαπητή δεσποινίς Άρεντ», και της βάζει ημερομηνία, όπως ήταν σωστό.
Δεκαπέντε μέρες μετά, γράφει δεύτερη επιστολή: «Αγαπητή Χάννα», της μιλά στον ενικό και υπογράφει «Ο δικός σου Μάρτιν» (Dein Martin). Προφανώς κάτι συνέβη μέσα σε δεκαπέντε μέρες. Έτσι δημιουργείται μια σχέση ανάμεσα στους δύο που διαρκεί μερικά χρόνια. Ύστερα εκείνη φεύγει, αφήνει το Μάρμπουργκ, πηγαίνει στη Χαϊδελβέργη, και συνεχίζει τις σπουδές της, όπου και αποφοιτά με τον Γιάσπερς, έναν άλλον μεγάλο Γερμανό φιλόσοφο, καθηγητή στη Χαϊδελβέργη.
Ωστόσο, εκείνα τα χρόνια — εκείνοι οι μήνες στο Μάρμπουργκ — άφησαν επάνω της ένα ανεξίτηλο αποτύπωμα.
Γι’ αυτό και καταλαβαίνει κανείς πώς, στην επιστολή που συνοδεύει το Vita Activa το 1960, μπορεί να έγραψε:

«Αυτό το βιβλίο γεννήθηκε στα πρώτα μου χρόνια στο Μάρμπουργκ»

διότι στο Μάρμπουργκ έγινε η πρώτη τους συνάντηση, και διότι στο Μάρμπουργκ ο Χάιντεγκερ είχε διδάξει το μάθημα για την Πολιτική του Αριστοτέλη, το οποίο η Άρεντ επαναλαμβάνει σχεδόν κατά λέξη στο Vita Activa — ακόμη και με τον ίδιο τίτλο, την ίδια έκφραση: Zoé praktiké, vita activa. Όμως, το κείμενο λέει "Φράιμπουργκ".
Και τότε, η εκδότρια της αλληλογραφίας, η Έλσμπιετα Έτινγκερ, γράφει σε μια υποσημείωση:


«Όχι — είναι ένα lapsus. Η Άρεντ έγραψε Φράιμπουργκ, αλλά εννοούσε Μάρμπουργκ».

Δεν είμαι βέβαιος ότι αυτό ισχύει. Γιατί υπάρχει και μια άλλη, απολύτως λογική εξήγηση: Μετά τον πόλεμο, το 1950, η Άρεντ επέστρεψε στην Ευρώπη και πήγε να βρει τον Χάιντεγκερ, που κατοικούσε στο Φράιμπουργκ, και στο Φράιμπουργκ συναντήθηκαν για μερικές μέρες — αυτό το 1950. Το βιβλίο εκδόθηκε το 1959, άρα θα είχε πολύ νόημα να πει:
«Αυτό το βιβλίο το συνέλαβα όταν ξανασυναντηθήκαμε στο Φράιμπουργκ», δηλαδή εννέα χρόνια πριν. Γιατί εννέα χρόνια είναι ένας κατάλληλος χρόνος για να σκεφτεί και να γράψει κανείς ένα βιβλίο, πολύ περισσότερο από τα 35 χρόνια που χωρίζουν το 1925 από το 1950, δηλαδή από την πρώτη συνάντηση στο Μάρμπουργκ.

Όπως κι αν έχει, όποια κι αν είναι η ακριβής χρονολογία, παραμένει το γεγονός ότι η Χάνα Άρεντ, δηλώνοντας ότι το βιβλίο της το οφείλει σχεδόν ολοκληρωτικά στον Χάιντεγκερ, και άρα αναγνωρίζοντας ότι έχει αντλήσει από τον δάσκαλό της τη μεγαλύτερη μερίδα των εννοιών που περιέχονται στο βιβλίο, πράγματι επαναλαμβάνει τα ίδια σημεία του μαθήματος του 1924, αλλά με εντελώς αντίθετο αποτέλεσμα. Διότι η Άρεντ επανέρχεται στο νόημα που έδινε ο Αριστοτέλης στη "βίον πρακτικόν", δηλαδή στον θετικό του χαρακτήρα, ως πλήρη πραγμάτωση του ανθρώπου. Και έτσι, στο βιβλίο της Χάνα Άρεντ δεν υπάρχει καμία αναφορά στον φόβο. Το μέρος με την ανάλυση του φόβου, που ήταν το μόνο πάθος που είχε υιοθετήσει ο Χάιντεγκερ, παραλείπεται εντελώς. Και γνωρίζετε ότι ο Χάιντεγκερ προσχώρησε στον ναζισμό, και ότι αυτό ήταν η θεμελιώδης αιτία της ρήξης ανάμεσα στους δύο. Η Άρεντ, κατά τη διαμονή της στην Αμερική, έγραψε ένα βιβλίο που την έκανε διάσημη σε όλο τον κόσμο, πριν ακόμη από το Vita Activa: το βιβλίο Οι καταβολές του ολοκληρωτισμού (The Origins of Totalitarianism), στο οποίο, με μια ανάλυση του ναζισμού και του μπολσεβικισμού, υποστηρίζει ότι πρόκειται για δύο μορφές ολοκληρωτισμού που από πολλές απόψεις είναι παρόμοιες.
Ο Χάιντεγκερ δεν θα το είχε αποδεχτεί ποτέ αυτό, γιατί είχε προσχωρήσει στον ναζισμό ακριβώς από φόβο για τον κομμουνισμό — από τον φόβο ότι θα μπορούσε να συμβεί και στη Γερμανία ό,τι είχε συμβεί στη Ρωσία.
Άρα, για τον Χάιντεγκερ, δεν επρόκειτο για δύο ίδιου τύπου φαινόμενα: ήταν δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.
Και φαίνεται πως ο Χάιντεγκερ ενοχλήθηκε πολύ όταν — δεν ξέρω αν διάβασε το βιβλίο — σίγουρα έμαθε για την ύπαρξή του, και δεν του άρεσε.


Τώρα, σε αυτό το βιβλίο, Οι καταβολές του ολοκληρωτισμού, υπάρχει μια σελίδα όπου η Άρεντ μιλά για τον φόβο, όχι όμως για να τον παρουσιάσει ως θεμελιώδες υπαρξιακό χαρακτηριστικό της σχέσης με τους άλλους, αλλά ως ελάττωμα: το ελάττωμα εκείνων που, ακριβώς εξαιτίας του φόβου, παίρνουν το μέρος των ολοκληρωτικών καθεστώτων.

Ξαναδιαβάζω τη σελίδα 469 από το Οι καταβολές του ολοκληρωτισμού:

Ο φιλήσυχος μικροαστός (philistin), που είχε αποσυρθεί στη σφαίρα της ιδιωτικότητας — (για την Άρεντ, η ιδιωτική σφαίρα δεν είναι ο χώρος όπου ο άνθρωπος πραγματώνεται· ο χώρος της πραγματικής ολοκλήρωσης είναι η πολιτική σφαίρα) — αυτός ο φιλήσυχος που σκεφτόταν αποκλειστικά την ασφάλεια και την καριέρα του, ήταν το τελευταίο, ήδη εκφυλισμένο προϊόν της αστικής τάξης,
και της πίστης της στην πρωτοκαθεδρία των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων.

Πρόκειται για κριτική της κατάστασης στη Γερμανία τη στιγμή που οι ναζί πήραν την εξουσία. Ήταν ο αστός που είχε αποκοπεί από την τάξη του,το εξατομικευμένο άτομο που αναδύθηκε από την αποσύνθεση της ίδιας της αστικής τάξης. Ο άνθρωπος-μάζα, που οργάνωσε ο Χίμλερ — ο Χίμλερ ήταν ο επικεφαλής των SS —για τα πιο φρικτά εγκλήματα που έχει δει η ιστορία, διέθετε τα χαρακτηριστικά του φιλήσυχου μικροαστού περισσότερο παρά της πλέμπας. Ήταν ο στενόμυαλος, μικρόψυχος νοικοκυραίος που, ανάμεσα στα ερείπια του κόσμου του, ενδιαφερόταν μόνο για την προσωπική του ασφάλεια, και ήταν έτοιμος να θυσιάσει τα πάντα — πίστη, τιμή, αξιοπρέπεια — στο παραμικρό σημάδι κινδύνου.
Τίποτα δεν αποδείχθηκε πιο εύκολα καταστρέψιμο από την ιδιωτική ηθική και την προσωπική ακεραιότητα ανθρώπων που σκέφτονταν μόνο πώς να διατηρήσουν την αδιάκοπη κανονικότητα της ζωής τους. Πρόκειται για μια κρίση — και ο καθένας είναι ελεύθερος να τη δεχτεί ή όχι —αλλά είναι μια κρίση σύμφωνα με την οποία τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, όπως ο ναζισμός, γεννιούνται από τον φόβο του φιλήσυχου μικροαστού: αυτού που ενδιαφέρεται μόνο για την ασφάλειά του, και είναι διατεθειμένος να θυσιάσει κάθε άλλη αξία προκειμένου να προστατευτεί.
Αυτή είναι η περιγραφή του φόβου. Και έτσι, βρισκόμαστε κυριολεκτικά στον αντίποδα του μαθήματος του Χάιντεγκερ —και επίσης σε αντίθεση με όσα γράφει στο Είναι και Χρόνος. Εμένα μου φάνηκε ότι αυτό το θέμα είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον και άξιο να γίνει ευρύτερα γνωστό.

Έχω γράψει ένα άρθρο επ' αυτού, το οποίο δημοσιεύτηκε στο δελτίο της Ιταλικής Φιλοσοφικής Εταιρείας το 2012, αλλά για λόγους προϋπολογισμού δεν έχει ακόμα διανεμηθεί, καθώς η Εταιρεία δεν έχει τα χρήματα για να στείλει το δελτίο στα μέλη της.
Παρ’ όλα αυτά, αν κάποιος ενδιαφέρεται, ας μου στείλει ένα email, και θα του στείλω το PDF με το άρθρο, όπου λέω όλα αυτά τα πράγματα —κι έχει μόνο ένα μικρό λάθος σε μια ημερομηνία, αλλά δεν είναι σοβαρό, δεν είναι σοβαρό.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

ΑΣ ΛΥΠΗΘΟΥΜΕ ΒΑΘΕΙΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΔΙΑΛΥΜΕΝΕΣ ΨΥΧΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑ ΤΩΝ ΔΙΚΩΝ ΜΑΣ ΟΠΑΔΩΝ ΤΟΥ ΥΠΑΡΞΙΣΜΟΥ ΑΡΧΗΣ ΓΕΝΟΜΕΝΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΟΠΑΔΟΥΣ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥΣ ΠΟΥ ΘΡΕΦΟΥΝ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ.

Παρασκευή 23 Μαΐου 2025

HEIDEGGER (1)

HEIDEGGER 

Enrico Berti.

1. Η ενότης του Είναι σαν "ουσία".
      

Ο Ευρωπαίος φιλόσοφος στον οποίο είναι καθοριστική η παρουσία τού Αριστοτέλη είναι στα σίγουρα ο Χάιντεγκερ! Ο Αριστοτέλης είχε ασκήσει την αποφασιστική του επιρροή στην σκέψη τού Χάιντεγκερ, ήδη απο τα πρώτα χρόνια τού αιώνος. Όπως αποκαλύπτεται σ'ένα είδος αυτοβιογραφίας που αποτελεί η ομιλία τού 1962, Mein Weg in die Phanomenologie!
          
« Οι πανεπιστημιακές μου σπουδές άρχισαν τον Χειμώνα τού 1909-1910 στην σχολή της Θεολογίας του Πανεπιστημίου τού Φράϊμπουργκ. Το μεγαλύτερο μέρος τής εργασίας ήταν αφιερωμένο στην Θεολογία. Υπήρχε όμως και μεγάλος χώρος και για την φιλοσοφία, η οποία περιείχετο στο πρόγραμμα σπουδών. Έτσι απο το πρώτο εξάμηνο υπήρχαν στο γραφείο μου οι δύο τόμοι της λογικής τού Χούσσερλ. Απο μερικές νύξεις σε φιλοσοφικά περιοδικά είχα μάθει ότι ο τρόπος σκέψης τού Χούσσερλ είχε καθορισθεί απο τον Franz Brentano. Η διατριβή τού Brentano, "Η πολλαπλή σημασία τού Είναι στον Αριστοτέλη" τού 1862, ήταν όμως απο το 1907 και το μοναδικό στήριγμα που διέθετα στις αβέβαιες προσπάθειες μου να εισέλθω στην φιλοσοφία. Παρότι όμως μ'έναν ανεπαρκή τρόπο, μού κινητοποιούσε την σκέψη: Εάν το ουσιώδες λέγεται με πολλούς τρόπους, ποιά είναι τότε η οδηγητική του σημασία, η θεμελιώδης; Τί σημαίνει Είναι; ». 
Παρά την νύξη στον Χούσσερλ, η οποία οφείλεται στο γεγονός ότι η ομιλία αφηγείται την πορεία τού Χάιντεγκερ μέσω της φαινομενολογίας, δέν υπάρχει καμμία αμφιβολία πώς το βιβλίο του Brentano πάνω στις πολλαπλές σημασίες τού Είναι που διέκρινε ο Αριστοτέλης, ήταν η αιτία να ερευνήσει "την καθοδηγητική θεμελιώδη σημασία".
          Απο αυτό το σημείο κι'έπειτα ο Χάιντεγκερ δοκίμασε καθεμιά απο τις σημασίες τού Είναι στην σειρά, όπως διακρίθηκαν απο τον Αριστοτέλη, δηλαδή το Είναι σύμφωνα με τις κατηγορίες και επομένως κυρίως σύμφωνα με την ουσία, το Είναι σαν αλήθεια, και το Είναι σύμφωνα με το δυνάμει και ενεργεία, δοκιμάζοντας την ικανότητα τής καθεμιάς σημασίας να χρησιμεύση σαν ενοποιό θεμέλιο των άλλων. [Δηλαδή να καταργήσει τον Αριστοτέλη].
          Η πρώτη απο τις σημασίες τού Είναι τού Αριστοτέλη την οποία ερεύνησε ο Χάιντεγκερ υπήρξε εκείνη που θεωρήθηκε σαν θεμελιώδης απο τον Brentano δηλαδή το Είναι σύμφωνα με τις κατηγορίες, ανάμεσα στις οποίες η πρώτη είναι η ουσία! Για όλη την περίοδο λοιπόν κατά την οποία έμεινε πιστός στον καθολικισμό του, και στην σχολαστική φιλοσοφία επομένως, δηλαδή μέχρι την μεταστροφή του στην φαινομενολογία του Χούσσερλ (1916) ο Χάιντεγκερ υποστηρίζει, μαζί με τον Μπρεντάνο, πώς η βασική σημασία του Είναι, όπως το έδειξε και ο Αριστοτέλης, εκείνη που είναι ικανή να δώσει ενότητα σε όλες τις άλλες και επομένως να αποτελέσει την αληθινή και σωστή ενότητα τού Είναι, είναι η ουσία και σαν καλός σχολαστικός φιλόσοφος μοιράζεται και ο ίδιος και φιλοσοφικά αυτή την βεβαιότητα! Αυτό το δεδομένο δέν είναι μικρής σημασίας, διότι όπως θα δούμε, όταν στην συνέχεια ο Χάιντεγκερ, θα διακόψει και θα ξεφύγει απο τον σχολαστικισμό κάνοντας τον Αριστοτέλη τον βασικό στόχο της κριτικής του, συνέχισε να σκέπτεται πώς ο Αριστοτέλης είχε μειώσει το Είναι ουσιαστικώς στην ουσία, και γι'αυτό του άσκησε κριτική. Μόνο που αυτή του η πεποίθηση, ήταν μόνον η ερμηνεία τού Αριστοτέλη που είχε δώσει ο σχολαστικός Μπρεντάνο και την είχε μοιραστεί και ο Χάϊντεγκερ!
          Στην πραγματικότητα ο Μπρεντάνο, όχι μόνον μείωνε τις τέσσερις σημασίες τού Είναι που διέκρινε ο Αριστοτέλης στην Μεταφ. Δ7, δηλαδή το συμβεβηκός Είναι, το Είναι καθαυτό, δηλαδή σύμφωνα με τις κατηγορίες, το Είναι σαν αλήθεια και το Είναι σύμφωνα με το δυνάμει και ενεργεία, μόνον στην δεύτερη εξ'αυτών, δηλαδή στο καθ'αυτό Είναι, αλλά στην συνέχεια μείωνε και αυτό στην ουσία, σχεδιάζοντας μάλιστα μίαν απαγωγή των άλλων κατηγοριών, κάτι που θα ήταν εφικτό μόνον στο πλαίσιο της μονοσήμαντης συλλήψεως του Είναι. Ο Μπρεντάνο, όπως και ο δάσκαλος του ο Trendelenburg ήταν και ένας καλός φιλόλογος επίσης και επομένως ήταν ενήμερος της ομωνυμίας, δηλαδή της ασάφειας του Είναι, βεβαιωμένης απο τον Αριστοτέλη, ήταν όμως επίσης και πεπεισμένος πώς μία τέτοια ομωνυμία συμβιβαζόταν με την ενότητα τής αναλογίας, εννοημένη όχι μόνον σαν αναλογικότητα, τήν μοναδική την οποία δέχεται ο Αριστοτέλης, όπως είχε δεί πολύ καλά και ο Trendelenburg αλλά επίσης και σαν αναλογία χορηγήσεως, ταυτισμένη απο αυτόν με την σχέση όλων των άλλων κατηγοριών με την ουσία, δηλαδή με την ομωνυμία πρός εν, όπως δηλώνεται απο τον Αριστοτέλη!
          Στην πραγματικότητα η θεωρία τής λεγόμενης αναλογίας χορηγήσεως είναι εντελώς ξένη στον Αριστοτέλη και είναι μία δημιουργία του νεοπλατωνισμού η οποία έφτασε στην Χριστιανική σχολαστική μέσω των Αράβων και η οποία εφαρμόζεται ουσιωδώς στην σχέση ανάμεσα στον Θεό και στα δημιουργήματα, και είναι θεμελιωμένη στην μετοχή, για την οποία ο Θεός είναι το Είναι κατ'ουσίαν και τα κτίσματα κατά μετοχήν. Είναι δηλαδή είναι προερχόμενο, καταγόμενο απο το Είναι του Θεού. Είναι τυπικό των σχολαστικών ερμηνειών να συγχέουν την σχέση τών κατηγοριών πρός την ουσία, δηλαδή την ομωνυμία πρός Εν, αποδεκτή απο τον Αριστοτέλη όσον αφορά το Είναι, με την νεοπλατωνική αναλογία τής χορηγήσεως, η οποία προϋποθέτει την τάση πρός μία μονοσήμαντη κατανόηση του Είναι.
          Ότι ο Μπρεντάνο ακολουθεί αυτή την τάση, αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ερμηνεύει την βεβαίωση του Αριστοτέλη σύμφωνα με την οποία, παρά την ομωνυμία είναι δυνατόν μία μοναδική επιστήμη του Είναι, η επιστήμη ακριβώς του Είναι καθότι Είναι, σαν δυνατότητα να πραγματοποιηθεί μία αληθινή απαγωγή των κατηγοριών, εκείνη την απαγωγή της οποίας ο Κάντ και ο Hegel κατήγγειλαν, σωστά την έλλειψη!
          Στην πραγματικότητα για τον Αριστοτέλη η απαγωγή είναι εφικτή μόνον στο πλαίσιο ενός μοναδικού γένους, αλλά το Είναι δέν είναι ένα γένος, διότι έχει πολλές σημασίες και επομένως είναι αδύνατον να παραχθούν οι κατηγορίες απο την ουσία! Η αποδοχή τής απαγωγής, όπως κάνει ο Brentano, σημαίνει να χειριστούμε το Είναι σαν να ήταν ένα γένος, δηλαδή σαν να ήταν μονοσήμαντο. Επι πλέον και η τάση να κατανοηθεί η επιστήμη αποκλειστικά σαν απαγωγική πρόοδος παρούσα στον Μπρεντάνο είναι τυπική τής Σχολαστικής!


ΑΣ ΔΟΥΜΕ ΠΑΛΙ ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΤΑΥΤΙΣΗ ΤΩΝ ΑΚΤΙΣΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΟΥΣΙΩΝΟΥΝ ΜΕ ΤΟ ΕΝΥΠΟΣΤΑΤΟ ΤΗΣ ΕΝΣΑΡΚΩΣΕΩΣ.
Ο Κύριλλος δηλώνει ότι ο Υιός είναι ομογενής τού Πατρός, άρα ομοούσιος. Ερχεται σάν συμπέρασμα, γίνεται έννοια, παύει νά είναι όρος όπως στόν Μ.Αθανάσιο.Στήν Χριστολογία ο Κύριλλος πάντα χρησιμοποιεί τό ομοούσιος τόσο γιά νά δηλώσει τήν ταυτότητα μέ τόν Πατέρα όσο καί τήν ομοιότητα τής ουσίας μέ τόν άνθρωπο καθιστώντας τόν όρο ομοούσιος έννοια γιά κάθε χρήση. Ο Λεόντιος Βυζάντιος φέρει αλλαγή στήν σημασία τής ουσίας.Γράφει ότι η λέξη υπόσταση δείχνει ένα άτομο[ΘΕΡΜΟΣ] αλλά η λέξη ενυπόστατος(αντικείμενο) δείχνει τήν ουσία Εννοώντας πως μια ουσία, καθώς είναι η καθολικότης συγκεκριμένων αντικειμένων, πρέπει να υπάρχει μέσα σε κάθε αντικείμενο από αυτά. Οπως είναι τό ουσιώδες τό οποίο ταυτίζεται μέ τήν καθολικότητα. Έτσι λοιπόν φροντίζει να μας θυμίσει ότι το γένος, η τάξη και το είδος συμβάλλουν στην ουσία ενός ιδιαιτέρου αντικειμένου και γι' αυτό τον λόγο ονομάζονται “ουσιώδεις”, όμως ποιότης και συμβεβηκώς είναι “επουσιώδη”. Συνεχίζει λέγοντας πως οι παράγοντες που καθορίζουν την Φύση ενός αντικειμένου συμβάλλουν στην ουσία του, ενώ οι παράγοντες που καθορίζουν την υπόσταση ανήκουν στην κατηγορία των συμβεβηκότων
Γι' αυτό, λόγου χάριν προκειμένου περί ενός ανθρώπου, η ουσία του καθορίζεται από τους όρους ζωήν έχων, λογικόν, θνητόν, αλλά η υπόστασίς του καθορίζεται από την “μορφή”, το χρώμα, τις διαστάσεις, το γένος, την μόρφωση, την εργασία. Προχωρώντας ακόμη περισσότερο στην αφαίρεση της Χριστολογίας από την θεολογία, δηλώνει πως στους πατέρες η ουσία έχει την ίδια σημασία με την Φύση, πως και οι δύο όροι εκφράζουν την ίδια έννοια που οι εθνικοί φιλόσοφοι δείχνουν με τον όρο είδος. Είδος δε είναι ο όρος ο οποίος χρησιμοποιείται σε μια πολλαπλότητα διαφορετικών αντικειμένων. Αντιθέτως η υπόσταση έχει την ίδια σημασία μ' αυτό που οι φιλόσοφοι ονομάζουν “ατομική ουσία”.Είναι χονδροειδές να δηλώνουμε πως οι θεολόγοι χρησιμοποίησαν τον όρο ουσία με την έννοια του είδους. Ενώ θα ήταν αληθές αν λέγαμε πως ουσία και υπόσταση είναι συνώνυμα!
Στην Χριστολογία λοιπόν η αφαιρετική σκέψη προξενεί βαρειές καταστροφές! Γιατί είναι πολύ διαφορετικά τα πράγματα από την μέχρι τότε παράδοση, όταν ομιλούμε για τις δύο ουσίες του Χριστού μ' έναν τέτοιο τρόπο που η ανθρώπινη ουσία να μην σημαίνει πλέον το σύνολο, το όλον της φυσικής ουσίας όλου του ανθρωπίνου είδους αλλά την ανάλυση της ατομικής ανθρωπότητος του Χριστού!Το ίδιο καταστροφικό είναι και το γεγονός πως η θεία ουσία δεν σημαίνει πλέον το περιεχόμενο του Θεού, αλλά την μεταφυσική ανάλυση του Χριστού στην θεία του πλευρά. Στην Χριστολογία λοιπόν και στην σχέση της με την Τριάδα, η ουσία δεν δείχνει πλέον ένα αντικείμενο (πράγμα) αλλά μια ανάλυσηΑφήνει εύκολα να εννοηθεί πως τρία πρόσωπα σε μία ουσία δεν σημαίνει τίποτε άλλο από τρία πρόσωπα σε μία Φύση.
Το πρόβλημα γεννήθηκε από την εξίσωση ουσίας και φύσεως, η οποία εξίσωση δεν μειώνει την ουσία σε δεύτερη ουσία, γιατί θα καταλήγαμε κατευθείαν στον τριθεϊσμό, αλλά την μειώνει σε μια αφαίρεση η οποία μπορεί να κινηθεί ανάμεσα στην ταυτότητα και στην ομοιότητα της ουσίας.

ΘΑ ΕΠΙΜΕΙΝΟΥΜΕ ΣΤΟ ΘΕΜΑ ΚΑΘΟΤΙ ΔΕΝ ΔΙΑΘΕΤΟΥΜΕ ΠΛΕΟΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ  ΑΛΛΑ ΜΙΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΟΠΩΣ ΔΙΑΜΟΡΦΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΥΠΑΡΞΙΣΜΟ ΤΟΥ ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ. ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ.ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΑΜΕ ΛΟΙΠΟΝ ΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΣΤΙΣ ΘΕΛΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΙΣ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΜΑΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΠΡΟΣ ΧΑΡΙΝ ΤΟΥ ΥΠΑΡΚΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ ΚΑΤ΄ΑΝΑΛΟΓΙΑΝ ΤΟΥ ΥΠΑΡΚΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ.

Αμέθυστος.

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2024

HEIDEGGER (21)

Συνέχεια από: Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2024

HEIDEGGER 
Toυ Enrico Berti.


6. Η ενότης τού Είναι σάν «δύναμις» και «ενέργεια».

Ακόμη και στα γραπτά πού ακολούθησαν τα μαθήματα στην Φυσική, όπου η κριτική στην μεταφυσική σαν όντο-θεολογία, και επομένως στον Αριστοτέλη, ο οποίος θεωρείται ο μεγαλύτερος αντιπρόσωπός της, γίνεται πιο ριζική, ο Χάιντεγκερ δεν παύει να εκφράζει την αποδοχή του για την αριστοτελική έννοια τής ενέργειας. Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, στα μαθήματα περί τού Ευρωπαϊκού Μηδενισμού τού 1940, τα οποία περιλαμβάνονται στο βιβλίο για τον Νίτσε, όπου γράφει:

"Αυτή εδώ είναι μία καλή ευκαιρία για νά προσδιορίσουμε την θεμελιώδη θέση τού Αριστοτέλη στην μεταφυσική, όπου όμως γι’αυτόν τον σκοπό δεν αρκεί η συνηθισμένη αντιπαράθεσή του με τον Πλάτωνα, καθότι ο Αριστοτέλης προσπαθεί γι’άλλη μια φορά, έστω και αν διασχίζει τήν πλατωνική μεταφυσική, να σκεφτεί το Είναι με τον πρωτογενή ελληνικό τρόπο και να επιστρέψει, ας πούμε, πίσω, μετά το βήμα που επιτέλεσε ο Πλάτων με την ιδέα τού αγαθού, εκ της οποίας η οντότης (ουσία) προσλαμβάνει τον καθορισμό αυτού που επηρεάζει και καθιστά ικανό, τής δύναμης. Αντιθέτως ο Αριστοτέλης-εάν θα μπορούσαμε να πούμε-σκέπτεται το Είναι μ’έναν πιο ελληνικό τρόπο από τον Πλάτωνα δηλαδή σαν εντελέχεια. Τί πράγμα αυτό σημαίνει δεν λέγεται με λίγες λέξεις. Σημειώνουμε μόνο ότι ο Αριστοτέλης δεν είναι ούτε ένας αποτυχημένος πλατωνιστής, ούτε ένας πρόδρομος τού Ακινάτη. Το φιλοσοφικό του έργο δεν εξαντλείται ούτε στην έλλειψη νοήματος που του αποδίδεται συχνά, δηλαδή ότι τράβηξε προς τα κάτω τις ιδέες τού Πλάτωνος από την καθαυτή κατάστασή τους και τις τοποθέτησε μέσα στα ίδια τα πράγματα. Η μεταφυσική τού Αριστοτέλη, παρά την απόσταση από την αρχή τής Ελληνικής φιλοσοφίας είναι κάτω από ουσιώδεις απόψεις εκ νέου, ένα είδος άλματος προς τα πίσω προς το ξεκίνημα της Ελληνικής σκέψης!"

Γράφει ακόμη, πάντοτε στο βιβλίο για τον Νίτσε: "Το ξεδίπλωμα τής ουσίας τού Είναι, τό Είναι παρόν, τό οποίο ο Πλάτων σκέπτεται σαν τό Κοινόν στην ιδέα, ο Αριστοτέλης το συλλαμβάνει σαν τό τόδε τι, σαν ενέργεια. Καθόσον ο Πλάτων δεν μπορεί ποτέ του να δεχθεί ότι το όν τό ατομικό, είναι όν με την αληθινή σημασία, ο Αριστοτέλης περιλαμβάνει το άτομο στην ανάδυση στην παρουσία, και έτσι ο Αριστοτέλης σκέπτεται μ’έναν πιο Ελληνικό τρόπο από τον Πλάτωνα, δηλαδή μ’έναν τρόπο πιο σύμφωνο με την ουσία τού Είναι η οποία απεφασίσθη απ’αρχής!"

Τέλος στο δοκίμιο που φέρει τον τίτλο Uberwindung del Metaphysik, δημοσιευμένο το 1954, γράφει: "Χαρακτηριστικό τής μεταφυσικής είναι το γεγονός ότι σ’αυτή γενικώς, δεν γίνεται ποτέ λόγος για την ύπαρξη ή εάν γίνεται, η διαπραγμάτευσή της είναι σύντομη, σαν κάτι αυτόνομο. Η μοναδική εξαίρεση, βρίσκεται στον Αριστοτέλη, ο οποίος σκέπτεται βαθιά τήν ενέργεια, χωρίς να κατορθώσει όμως ποτέ αυτή η σκέψη να αποκτήσει ένα ουσιαστικό βάρος στήν πρωτοτυπία του. Η μεταμόρφωση τής Ενέργειας σε πράξη και πραγματικότητα συνετέλεσε ώστε να χαθεί όλο αυτό που είχε έλθει στο φως στην Ενέργεια!"

Μπορούμε να πούμε λοιπόν, μέ τον Volpi, ότι ο Χάιντεγκερ συνεχίζει να βλέπει στήν αριστοτελική σκέψη, ακόμη και μετά την κατάταξή της μέσα στην ιστορία τής μεταφυσικής, τήν παρουσία εμπνεύσεων και φιλοσοφικών προσδιορισμών απολύτως θεμελιωδών, με πρώτη ανάμεσά τους εκείνη τής ενέργειας, οι οποίες από την εσωτερική τους ένταξη στην μεταφυσική, παραπέμπουν σε μία προηγούμενη στιγμή τής μεταφυσικής σκέψης! Αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επίκληση από το εσωτερικό τής μεταφυσικής, κάποιου πράγματος που προηγήθηκε, και επομένως εν δυνάμει εναλλακτικού στην μεταφυσική, προσλαμβάνει καθαρά στην σκέψη τού τελευταίου Χάιντεγκερ την αξία μιας trans- μεταφυσικής παραπομπής.

Μία ανάλογη κρίση είχε εκφράσει εξ’άλλου ο Γκάνταμερ στην διάλεξη ο Χάιντεγκερ και οι Έλληνες, παρατηρώντας ότι η επανάληψη στα μαθήματα τού 1939-40 τών νεανικών σπουδών στον Αριστοτέλη και η έκδοσή τους το 1958 όχι μόνον μαρτυρεί την συνέχεια τής Χάιντεγκεριανής σκέψης πέραν τής λεγόμενης «στροφής», αλλά φανερώνουν επίσης πώς το ίδιο το θέμα «τής υπερβάσεως τής μεταφυσικής» τών τελευταίων χρόνων, πρέπει να θεωρηθεί σαν μία συνέπεια τής κατεύθυνσης τού Χάιντεγκερ προς τις ελληνικές απαρχές. Αυτές οι απαρχές, συνεχίζει ο Γκάνταμερ, αποκαλύφθηκαν στον Χάιντεγκερ μόνον μέσω των αναλύσεων τού Αριστοτέλη, που πραγματοποίησε με συνέπεια ο Χάιντεγκερ, οι οποίες υπήρξαν γι’αυτόν όπως αγαπούσε να λέει, σαν ένα «ζεστό μπάνιο σε Ιαματικά νερά».

Αλλά ο Γκάνταμερ ακριβώς ακούμπησε το νευραλγικό σημείο αυτής τής επαναπρόσληψης από μέρους τού Χάιντεγκερ τής ενέργειας, όταν μιλώντας πάντοτε για τον Χάιντεγκερ, έγραψε: Αυτός δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα με την παραδοσιακή κατανόηση τής μεταφυσικής. Η επιστροφή στον πρωτογενή Αριστοτέλη τού χάρισε μία αληθινή διαλογική βοήθεια. Το γεγονός ότι η «φύσις» συνιστά τον χαρακτήρα τού Είναι τού όντος, τής οποίας η οντολογική αξία δεν μπορεί να αγνοηθεί σε καμία περίπτωση, δεν σημαίνει καθόλου ότι μόνον τό όν τής φύσης κατέχει μία τέτοια οντολογική αξία, αλλά ότι τό Είναι πρέπει να γίνει αντικείμενο σκέψης μ’έναν τέτοιο τρόπο ώστε ακόμη και αυτό που βρίσκεται σε κίνηση πρέπει να αναγνωρισθεί σαν ουσιώδες. Η φυσική δεν είναι μεταφυσική. Αλλά το υπέρτατο όν, τό Θείο, πρέπει να το σκεφθούμε σαν την υπέρτατη κινητικότητα! Μάς το διδάσκει ο εννοιολογικός δεσμός που ενυπάρχει ανάμεσα στην «κίνηση» και στις έννοιες οδηγούς «ενέργεια» και «εντελέχεια».

Αυτό σημαίνει να θυμηθούμε ότι, εάν είναι αλήθεια ότι και για τον Αριστοτέλη η εντελέχεια είναι πράγματι η πιο θεμελιώδης και η πρώτη σημασία τού Είναι (Περί ψυχής ΙΙ 1, 412 b 8-9), «καθότι το είναι λέγεται με περισσότερες σημασίες», η εντελέχεια δεν είναι η πρώτη και θεμελιώδης σημασία τού Είναι «σύμφωνα με την κίνηση», δηλαδή η «κινητικότης», αλλά εκείνη τής «πράξεως» και ιδιαιτέρως εκείνη η «δραστηριότης τής ακινησίας» (ενέργεια ακινησίας) που είναι η σκέψη, η σκέψη τής καθαρής ενέργειας, δηλαδή η σκέψη τής σκέψης! (Ηθ. Νικ. VII, 14, 1154 b 26-27).

Κάθε επαναπρόσληψη τού Αριστοτέλη η οποία δεν λαμβάνει υπ’όψιν της αυτό το τέλος τής σκέψης του, το αποτέλεσμα τής σκέψης του, δεν λογαριάζεται κατάλληλα με την εσωτερική λογική τού τελευταίου, η οποία δεν αποκορυφώνεται στην Θεολογική στιγμή απλώς λόγω απαιτήσεων θρησκευτικού χαρακτήρος, ή λόγω ενός κατάλοιπου Πλατωνισμού, αλλά διότι η ίδια η ριζική πολυσημαντότης τού Είναι, η οποία μαρτυρείται αναντίρρητα από την εμπειρία, τό απαιτεί για να μην καταλήξει σε πλήρη ασυνεννοησία, η οποία αποκλείεται από την αρχή τής μη-αντιφάσεως, μόνον από την ενέργεια, την πράξη, μάλιστα δε από μία πράξη η οποία πρέπει να είναι ολοκληρωτικώς και πλήρως, όπως είναι ακριβώς η ενέργεια τής καθαρής σκέψης. Το Είναι δηλαδή για τον Αριστοτέλη, είναι το σημείο εκκίνησης, όχι το σημείο κατάληξης τής φιλοσοφικής αναζήτησης, τού φιλοσοφικού λόγου, ο οποίος έχει το τέρμα του στήν δραστηριότητα, στην ενέργεια, αλλά όχι με τον τρόπο που την κατανοεί ο Χάιντεγκερ, δηλαδή σαν κίνηση, αλλά σαν ενέργεια και πράξη με τον τρόπο τού Αριστοτέλη, δηλαδή σαν δραστηριότητα!

                                  ΤΕΛΟΣ.

Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2024

HEIDEGGER (20)

 Συνέχεια από: Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2024

HEIDEGGER
Toυ Enrico Berti.

6. Η ενότης τού Είναι σάν «δύναμις» και «ενέργεια».

Εξηγείται έτσι και ο ενθουσιασμός με τον οποίο ο Χάιντεγκερ σχολιάζει τον ορισμό τού Αριστοτέλη τής δυνάμεως σύμφωνα με την κίνηση, δηλαδή «αρχή τής μετάλλαξης σε άλλο ή εις εαυτό σαν άλλο», μεταφράζοντας την σαν «δύναμη» (Kraft), έναν όρο επιλεγμένο ακόμη και για τον υπότιτλο ολοκλήρου τού μαθήματος.
Οφείλουμε να ετοιμάσουμε πρώτα απ’ όλα τους εαυτούς μας για να κατορθώσουμε να αντιληφθούμε πώς στο κείμενο δεν αναπτύσσεται μόνον ένα απλό παιχνίδι σκέψεων και εννοιών, στο οποίο δεν αντιθέτει τίποτε κάποια αντίσταση και το οποίο δεν έχει ούτε πατρίδα ούτε αναγκαιότητα, για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε, πώς εδώ η δύναμις ενός παρόντος μας (Dasein) βιάζεται, όπως βιάζεται σε κάθε φιλοσοφία που είναι πράγματι φιλοσοφία, προς την ελευθερία τού κόσμου, πώς αυτό το φιλοσοφείν υπάρχει ακόμη σήμερα, υπάρχει εδώ όχι όμως στο κακό παρόν ενός υποτιθέμενου αριστοτελισμού, αλλά έξω σαν άλυτος δεσμός και σαν ανεξάντλητο χρέος.
Και λίγο παρακάτω:
Το έργο λοιπόν είναι να ξεπεραστεί ο Αριστοτέλης, όχι προς τα μπρος, με την έννοια μιας προόδου, αλλά προς τα πίσω, στην κατεύθυνση μιας αποκάλυψης η οποία θα φανερώσει πιο πρωτότυπα εκείνο που σκέφτηκε εκείνος.
Αμέσως μετά ο Χάιντεγκερ διευκρινίζει ότι ένα ακριβές παράδειγμα τής «δύναμης» δεν είναι η τέχνη τής θεραπείας, ίδιον τού Ιατρού, αλλά η δύναμις τού φυτού: δεν πρόκειται λοιπόν για μία τεχνική ικανότητα αλλά για μία φυσική δύναμη, όπως τού φυτού που φυτρώνει και αναπτύσσεται, γεννάται!
Ακόμη και σχετικά με την ενέργεια ο Χάιντεγκερ στέκεται αποκλειστικά στην σχετική σημασία τής κινήσεως, ανακαλύπτοντας σωστά στην πολεμική τού Αριστοτέλη εναντίον τών Μεγαρέων στο κεφάλαιο 3 του βιβλίου, όπου η ενέργεια ορίζεται ουσιαστικά σαν άσκηση τής δυνάμεως, δηλαδή σαν «ένα όν στο έργο». Σχετικά μ’ αυτή όμως ο Χάιντεγκερ φανερώνει πώς πρόκειται για μία «παρουσία» και επομένως για ένα «είναι-προϊόν». Στην άσκηση, πράγματι, η δύναμις φανερώνει την παρουσία της.
Η πολεμική τού Αριστοτέλη εναντίον των Μεγαρέων έχει σαν στόχο την απόδειξη ότι η δύναμις υπάρχει ακόμη και όταν δεν φαίνεται, δηλαδή όταν δεν είναι «παρούσα» στο βλέμμα. Αλλά το παράδειγμα που ταιριάζει περισσότερο σ’ αυτή την ύπαρξη δεν είναι, σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, εκείνο που χρησιμοποίησε ο Αριστοτέλης, δηλαδή τού αρχιτέκτονος, ο οποίος κατέχει την ικανότητα να οικοδομήσει ακόμη και όταν δεν την ασκεί, αλλά εκείνο τού κατοστάρη ο οποίος βρίσκεται στο γόνατο στην γραμμή εκκίνησης, έτοιμος να εκτοξευτεί στην κούρσα! Το γονάτισμά του είναι πολύ διαφορετικό από εκείνο της γριάς αγρότισσας η οποία είναι γονατισμένη μπρος στον αγροτικό σταυρό της! Ακόμη μία φορά η δύναμις παρομοιάζεται με μία φυσική δύναμη και όχι με μία τέχνη!
Η εντύπωση που μεταφέρεται από την ανάγνωση αυτών τών χωρίων είναι ότι, σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, ο Αριστοτέλης ανακάλυψε ότι το Είναι είναι ουσιωδώς δύναμις με την έννοια τής δυνάμεως, όχι δυνάμει! Όπως γράφει ο Rodrigo, παρά την αναγνώριση από τον ίδιο τον Χάιντεγκερ, ότι για τον Αριστοτέλη η ενέργεια προηγείται, δηλαδή είναι πιο θεμελιώδης τής δυνάμεως, αυτή έχει το πλεονέκτημα να είναι ακόμη και όταν δεν φαίνεται, επομένως το Είναι της δεν μειώνεται όπως η ενέργεια, στην παρουσία, κάτι που σημαίνει στην ουσία και γι’ αυτό είναι πιο θεμελιώδης, πιο αντιπροσωπευτική τής απαίτησης τού Χάιντεγκερ μιάς οντολογίας η οποία υπερβαίνει, ξεπερνά εκείνη τής απλής παρουσίας!
Ακόμη και ο Volpi αναγνωρίζει ότι σ’ αυτό το πλαίσιο ο Χάιντεγκερ αξιολογεί μ’ έναν εντελώς ιδιαίτερο τρόπο τον καθορισμό τού Αριστοτέλη τής δύναμης, φανερώνοντας πώς αυτή επηρεάζει την ίδια την ενέργεια και την καθορίζει! Αλλά είναι άλλο τόσο αλήθεια, όπως παρατηρεί πάντοτε ο Volpi, ότι τα μαθήματα τού 1931 σταμάτησαν στα πρώτα τρία κεφάλαια τού βιβλίου Θ πιθανότατα λόγω έλλειψης χρόνου, και γι’ αυτό δεν αποκλείστηκαν οι περαιτέρω αναπτύξεις του λόγου του Χάιντεγκερ πάνω στην δύναμη και την ενέργεια οι οποίες δεν περιλαμβάνουν μόνον το εξάμηνο του 1939 πάνω στην φύση, όπως ισχυρίζεται ο Rodrigo αλλά παραμένουν παρούσες σε όλες σχεδόν τις εργασίες του τελευταίου Χάιντεγκερ.
Για παράδειγμα υπάρχει αυτός ο οποίος είδε στο ζεύγος τών εννοιών δύναμις-ενέργεια την γένεση τής έννοιας τού Ereignis, η οποία χαρακτηρίζει την σύλληψη του Χάιντεγκερ τού Είναι μετά την διάσημη «στροφή». Η αναφορά όμως δεν υπάρχει στα θέματα τής φιλοσοφίας τού 1936-38, που έχουν σαν υπότιτλο ακριβώς Von Ereignis, αλλά στα μαθήματα περί της ουσίας και της έννοιας τής «φύσεως». Αριστοτέλης, Φυσικά, Β1, τού 1939-40, όπου ο όρος δύναμις μεταφράζεται με Eignung (οικειοποίηση), η οποία παραπέμπει σε μία σχέση με Ereignis («συμβάν» με την σημασία να γίνει ίδιον τών άλλων και επομένως να δοθεί). Αυτό το εξάμηνο, επιπλέον, εδημοσιεύθη, από τον Χάιντεγκερ τον ίδιο, για πρώτη φορά το 1958 και στην συνέχεια επανεκδόθη στην συλλογή Wegmarken, σε πρώτη έκδοση το 1967, κάτι που σημαίνει ότι στην τελική περίοδο τής παραγωγής του το υπολόγιζε ακόμη αξιόλογο.
Έτσι λοιπόν στα μαθήματα στο ΙΙ βιβλίο τής Φυσικής τού Αριστοτέλη, ο Χάιντεγκερ όχι μόνον διορθώνει την εντύπωση, την οποία έδωσε στην διάρκεια τών μαθημάτων στην Μετφ. Θ 1-3 ότι ευνόησε την δύναμη σε σχέση με την ενέργεια, αλλά επικυρώνει ότι κατενόησε αυτούς τους όρους πάνω απ’ όλα αναφορικά με την κίνηση, δηλαδή σαν εκφράζοντες την «κινητικότητα» που είναι ίδιον τής φύσης, εκείνης για την οποία, όπως λέει ο Αριστοτέλης σε ένα παράδειγμα που ανέφερε και ο Χάιντεγκερ, «από έναν άνθρωπο γεννιέται ένας άνθρωπος, ενώ από ένα κρεββάτι δεν γεννάται ένα κρεββάτι». Και πάνω απ’ όλα δείχνει να αναγνωρίζει στην φύση, και επομένως στην ενέργεια η οποία την ορίζει, εκείνη την θεμελιώδη σημασία τού Είναι την οποία έψαχνε στον Αριστοτέλη από τους χρόνους ακόμη τής ανάγνωσης τού Μπρεντάνο. Τα μαθήματα τού εξαμήνου ολοκληρώνονται λοιπόν με την δήλωση: «η ουσία τού Είναι είναι να αποκαλυφθεί, να ανοίξει και να εξέλθει στο αποκεκαλυμένο-φύσις».


Αμέθυστος.

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2024

HEIDEGER (19)

 Συνέχεια από: Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2024

HEIDEGER
Του Enrico Berti.

6. Η ενότης τού Είναι σάν «δύναμις» και «ενέργεια».


Η νέα στάση προς τον Αριστοτέλη, ακριβώς αυτών τών μαθημάτων τού 1931, προσλαμβάνεται αμέσως από τις πρώτες φράσεις, όπου σχετικά με το βιβλίο Θ τής Μεταφυσικής ο Χάιντεγκερ δηλώνει: Το γεγονός ότι μαθεύτηκε πώς αυτή η πραγματεία τού Αριστοτέλη είναι μία «μεταφυσική» πραγματεία, όχι μόνον δεν λέει τίποτε, αλλά οδηγεί και σε λάθος. Και όχι μόνον από σήμερα, αλλά από δύο χιλιετίες. Εκείνο που αργότερα κατενοήθη μ’αυτή την λέξη και με την έννοιά της, σαν «μεταφυσική», δεν υπήρξε ποτέ στην κατοχή τού Αριστοτέλη. Ο οποίος εξάλλου δεν αναζήτησε ποτέ εκείνο το οποίο από την αρχαιότητα πιστεύεται ότι βρίσκεται σ’αυτόν κάτω από το όνομα τής «μεταφυσικής».

Εδώ ο Αριστοτέλης απαλλάσσεται ακόμη και από την γενική καταδίκη τής μεταφυσικής σαν οντο-Θεολογίας, παρότι σε άλλο μέρος, όπως είδαμε, κατηγορήθηκε σαν ο ιδρυτής της! Τίποτε δεν μπορούσε να εκφράσει με μεγαλύτερη επάρκεια την καλοπροαίρετη στάση την οποία πήρε σ’αυτή την περίπτωση ο Χάιντεγκερ απέναντί του!

Στην συνέχεια αναπτύσσοντας, σαν εισαγωγή σ’ολόκληρη τήν εννοιολόγηση τού αριστοτελικού Είναι, ο Χάιντεγκερ διευκρινίζει ότι η δύναμις και η ενέργεια δεν είναι «κατηγορίες» όπως η ουσία και οι καθορισμοί της, για παράδειγμα το ποιόν, το οποίο ο Χάιντεγκερ δεν το ερμηνεύει σαν ποιότητα, σύμφωνα με την παράδοση, αλλά σαν «Είναι-προϊόν», πιθανότατα σύμφωνα με μία υποτιθέμενη ετυμολογία από το ποιείν! Αυτό το τελευταίο σημείο αποκαλύπτει όλη την αντιπάθεια την οποία θρέφει ο Χάιντεγκερ προς την θεωρία τών κατηγοριών και επομένως την πρόθεση επαναξιολόγησης που τον εμψυχώνει απέναντι τού δυνάμει και ενεργεία, από την στιγμή που αποφασίζει να αποδείξει ότι αυτές δεν είναι κατηγορίες. Σ’αυτό εξάλλου υποστηρίζεται από το αριστοτελικό κείμενο το οποίο στην Μετφ. Θ1, 1045 b 32-35, αντιπαραθέτει καθαρά το Είναι λεγόμενο σύμφωνα με το δυνάμει και ενεργεία, στο Είναι λεγόμενο σύμφωνα με το τί πράγμα είναι, το ποιο και το πότε, δηλαδή σύμφωνα με τις κατηγορίες!

Ακολουθεί στην συνέχεια η έκθεση, την οποία παρουσιάσαμε ήδη στην αρχή αυτού τού κεφαλαίου, τής προσπάθειας την οποία ανέλαβε ο Σχολαστικισμός να ενώσει την πολλαπλότητα των σημασιών τού Είναι κάτω από την ουσία, μέσω τού δόγματος τής αναλογίας, την οποία εννοούσε σαν αναλογία μετοχής, ιδιότητος! Μία προσπάθεια την οποία απορρίπτει ο Χάιντεγκερ, δηλώνοντας ότι «αυτή η ερμηνεία είναι λανθασμένη» και αποδίδοντας αυτό το «θεμελιώδες λάθος» ακόμη και στο βιβλίο τού Jaeger (το οποίο στην πραγματικότητα δεν αξίζει μία τόσο αυστηρή κριτική). Γι’αυτό δηλώνει ότι στην έρευνα τής θεμελιώδους σημασίας τού Είναι, η οποία παραμένει παρ’όλα αυτά τυλιγμένη στην σκιά, «ακριβώς αυτή η πραγματεία (δηλαδή το βιβλίο στο δυνάμει και ενεργεία), εάν την ακολουθήσουμε φιλοσοφώντας, θα μας επιτρέψει να εισδύσουμε όσο πιο βαθειά είναι δυνατόν σ’αυτή την αοριστία».

Αυτή δεν είναι βεβαίως μία ξεκάθαρη δήλωση ότι το Είναι σύμφωνα με το δυνάμει και ενεργεία συνιστά την θεμελιώδη σημασία, εκείνη η οποία είναι ικανή να δώσει ενότητα στο Είναι, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι αυτό που εννοεί ο Χάιντεγκερ, παρότι στην αρχή τών μαθημάτων δεν μπορεί ακόμη να το πει διότι είναι ακριβώς αυτό που πρέπει να αναδυθεί σαν συμπέρασμα, όπως ισχυρίζονται συμφωνώντας όλοι οι ερμηνευτές. Έτσι γράφει σχετικά με το θέμα ο Poggeler: «η παρουσίαση τού Αριστοτέλη το καλοκαίρι τού 1931 εκινείτο από τον υπολογισμό ότι όχι μόνον ο Νίτσε αλλά και ο Αριστοτέλης, πριν από κάθε υπολογισμό των κατηγοριών, συλλαμβάνει την αλήθεια τού ίδιου τού Είναι στον συνδυασμό τού δυνάμει και ενεργεία. Η πραγματικότης συλλαμβάνεται σαν ένα Είναι σε πράξη ξεκινώντας από την ανοιχτή δυνατότητα, και επομένως σαν ένα συμβάν το οποίο προπεριέχει κάθε κατεύθυνση προς κάτι ανώτερο και έσχατο και επομένως την κατεύθυνση βάσει τής αναλογίας»!

Οι εκπλήξεις αρχίζουν την στιγμή κατά την οποία ο Χάιντεγκερ περνά στον σχολιασμό της ιδιαίτερης θεωρίας τού Αριστοτέλη στο δυνάμει και ενεργεία. Στο κεφάλαιο 1 του βιβλίου Θ, πράγματι, ο Αριστοτέλης δηλώνει ότι η πρόθεση του είναι να ασχοληθεί πρώτα απ’όλα με το δυνάμει που το ονομάζει «μάλιστα κυρίως», διευκρινίζοντας όμως ότι το δυνάμει δεν είναι τό κυρίως ενδιαφέρον τής πραγματείας, διότι το δυνάμει και το ενεργεία εξαπλώνονται σε κάτι επί πλέον των πραγμάτων που λέγονται μόνον «σύμφωνα με την κίνηση» (1045 b 35-1046 a 4). Ο Χαιντεγκερ μεταφράζοντας και σχολιάζοντας αυτό το χωρίο, κατανοεί με ακρίβεια την έκφραση μάλιστα κυρίως σαν δεικνύουσα την σημασία με την οποία χρησιμοποιείται ώς επί το πλείστον η λέξις δύναμις, δηλαδή την συνηθισμένη σημασία στην κοινή καθομιλουμένη, επομένως δεν επαναλαμβάνει την βιαιότητα που εφαρμόζει συνήθως ο ίδιος σχετικά με το Κυριώτατα μιλώντας για το Είναι σαν αληθές!

Παρ’όλα αυτά ολοκληρώνει λέγοντας ότι ο Αριστοτέλης φτάνει στην ουσιώδη σημασία τού δυνάμει και ενεργεία ακριβώς σχετικώς με την Κίνηση, ακριβώς αναφερόμενος στην κίνηση, καθώς είναι αυτό που αναδύεται χωρίς αμφιβολία από την έρευνά τού Αριστοτέλη στην Κίνηση, Φυσικά, Γ, 1-3». Έτσι λοιπόν, αμέσως μετά την επίγνωση ότι η σημασία του δυνάμει και ενεργεία «σύμφωνα με την κίνηση» για τον Αριστοτέλη είναι μόνον η πιο συνηθισμένη, όχι η πιο ενδιαφέρουσα, ο Χάιντεγκερ δηλώνει ότι είναι η πιο ουσιώδης, η ουσιώδης και αντί να παραπέμψει στην περαιτέρω ανάπτυξη του βιβλίου Θ της Μεταφυσικής, όπου ο Αριστοτέλης διαπραγματεύεται το δυνάμει και ενεργεία σχετικά με το Είναι, που είναι η πιο ενδιαφέρουσα σημασία γι’αυτόν από απόψεως φιλοσοφικής, παραπέμπει στο ΙΙΙ βιβλιο της Φυσικής, όπου αυτές οι έννοιες χρησιμοποιούνται για να ορίσουν την κίνηση!

Αυτό είναι ένα από τα καλύτερα παραδείγματα, όπως ελέχθη «ερμηνευτικής βίας», το οποίο μπορεί να παρομοιασθεί με την εισαγωγή, που ήδη αναφέρουμε, ενός «όχι» στο κεφάλαιο 10, σχετικά με το Είναι σαν αληθές. Και αυτό λοιπόν αποκαλύπτει από μέρους τού Χάιντεγκερ την επιθυμία του να οικειοποιηθεί τον Αριστοτέλη ακόμη και αν τού κοστίσει να τον υποχρεώσει να πεί το αντίθετο από αυτό που λέει!

Συνεχίζεται

Αμέθυστος.

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2024

HEIDEGGER (18)

 Συνέχεια από: Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2024

HEIDEGGER
Τού Enrico Berti.

6. Η ενότης τού Είναι σάν «δύναμις» και «ενέργεια».

Αλλά ο Χάιντεγκερ, παρά την απόρριψή του τής οντο-θεολογίας και της οικειοποιήσεώς του τής πρακτικής φιλοσοφίας τού Αριστοτέλη, δεν σταμάτησε ποτέ να ψάχνει στον Αριστοτέλη το θεμελιώδες νόημα τού Είναι, ικανού να δώσει ενότητα στις πολλές σημασίες στις οποίες αυτό λέγεται και αφού δοκίμασε να το εντοπίσει στην ουσία κατά την διάρκεια τής αποδοχής τού Σχολαστικισμού και στο Είναι σαν αληθές κατά την διάρκεια τής περιόδου τής αποδοχής τής φαινομενολογίας, προσπάθησε εν τέλει, μετά την «στροφή», να το εντοπίσει στην τελευταία από τις ξεχωριστές του σημασίες όπως τις διέκρινε ο Αριστοτέλης στα Μεταφ. Δ7, δηλαδή το Είναι σύμφωνα με το δυνάμει και ενεργεία. (Η πρώτη από αυτές τις σημασίες δηλαδή το Είναι “τού συμβεβηκότος”, τού τυχαίου, δεν μπορούσε φυσικά να υπολογισθεί, λόγω τού απαγωγικού του χαρακτήρος, τού προερχόμενου, ο οποίος φωτίσθηκε από τον ίδιο τον Αριστοτέλη).

Για να πούμε την αλήθεια, ο Χάιντεγκερ είχε δώσει τήν προσοχή του στην αριστοτελική θεωρία τού δυνάμει και ενεργεία Είναι από την αναφορά-Natorp ακόμη! Όπως έχουμε δει ήδη σ ’εκείνο το γραπτό, η «πραγματική ζωή» αυτή που τελεσφορεί, ή η «πραγματοποίηση», την οποία προτίθετο να ερμηνεύσει, είχε ορισθεί ήδη από τότε με όρους τυπικής «κινητικότητος» (Bewegtheit) και αυτή η κινητικότης είχε εξηγηθεί μέσω μιας καθαρής αναφοράς στο ΙΙΙ βιβλίο των Φυσικών τού Αριστοτέλη με όρους δύναμης ενέργειας και εντελέχειας, παρότι αυτές οι έννοιες είχαν ερμηνευθεί αντιστοίχως σαν «δυνατότητα διαθέσεως» η «η χρησιμοποίηση τής δυνατότητος διαθέσεως» και «φύλαξη ή μέριμνα στην χρησιμοποίηση αυτής τής δυνατότητος τής διαθέσεως», με συνέπεια στην εννοιολόγηση τού Είναι σαν Είναι-προϊόν (Χάιντεγκερ. Φαινομενολογικές ερμηνείες σ. 530).

Με την ίδια ευκαιρία ο Χάιντεγκερ είχε εκφράσει την πρόθεση να αφιερωθεί στην μελέτη τών βιβλίων Ζ,Η,Θ της Μεταφυσικής, τονίζοντας το περιεχόμενο τού βιβλίου Θ σαν «οντολογική συμμόρφωση των κατηγοριών δύναμις και ενέργεια, οι οποίες μαζί με τις καθαυτό αριστοτελικές κατηγορίες συστήνουν το Είναι τού όντος»! Στην αναφορά στον Natorp όμως, ο Χάιντεγκερ, είχε ήδη δρομολογήσει την κατεύθυνσή του στον εντοπισμό τής θεμελιώδους σημασίας τού Είναι στο αληθές Είναι, το οποίο υπολόγιζε σαν το κυριότατον, και γι’ αυτό η προσοχή του ήταν στραμμένη στο πλαίσιο τού βιβλίου Θ, ιδιαιτέρως στο κεφάλαιο 10!

Αυτό το τελευταίο υπήρξε ήδη αντικείμενο τών μαθημάτων τού 1926-27 πάνω στην «Λογική. Το πρόβλημα τής αλήθειας», και ακόμη στα μαθήματα του 1930, Για την ουσία τής ανθρώπινης ελευθερίας, ο Χάιντεγκερ επέμενε στο πρωτείο ανάμεσα στις τέσσερις σημασίες τού Είναι που διέκρινε ο Αριστοτέλης, τού Είναι σαν αληθές, εξηγώντας ότι το επίρρημα Κυριότατα με το οποίο το κείμενο τής Μετφ. Θ 10 το δείχνει, δεν θέλει να πει με την «κοινή έννοια» όπως το απαιτεί ο Jaeger, αλλά «με την ιδιαίτερή του σημασία», την δική του! Μάλιστα δε σ ’αυτά τα μαθήματα, παρότι μνημόνευσε και την αριστοτελική θεωρία τού Είναι σαν ενέργεια, η οποία εκτίθεται στα πρώτα 9 κεφάλαια τού βιβλίου, ο Χάιντεγκερ έβγαζε το συμπέρασμα ότι αυτό το Είναι δεν είναι άλλο από το Είναι σαν αληθές, και γι’ αυτό το κεφάλαιο 10 αντί να είναι ξένο προς το βιβλίο Θ, όπως απαιτεί ο Jaeger, συνιστά το «κλειδί τού θέματος». Σ’ αυτό όμως οφείλουμε να προσθέσουμε ότι στα ίδια μαθήματα η αριστοτελική έννοια τής αλήθειας είχε ερμηνευθεί από τον Χάιντεγκερ με την σημασία τής απλής παρουσίας, δηλαδή είχε αναχθεί ξανά στην κατηγορία τής ουσίας, κάτι που αποκαλύπτει μία κάποια ανικανοποίηση απέναντί της!

Αυτό εξηγεί την αλλαγή η οποία παρουσιάζεται, απέναντι στην αριστοτελική θεωρία τής δυνάμεως και ενεργείας, στην διάρκεια των μαθημάτων τού καλοκαιρινού εξαμήνου τού 1931 με τον τίτλο «Περί της ουσίας και της πραγματικότητος τής δυνάμεως». Σχετικά μ’ αυτά τα μαθήματα κάποιος μίλησε για μία «στροφή» στην σχέση τού Χάιντεγκερ με τον Αριστοτέλη, κάποιος άλλος για μία «Επιστροφή».

Και πράγματι σ ’αυτό μπορούμε να πιστοποιήσουμε κάτι νέο, το γεγονός δηλαδή ότι το Είναι σύμφωνα με την δύναμη και την ενέργεια (στα Ελληνικά, διότι ο Χάιντεγκερ απορρίπτει τούς λατινικούς όρους potentia και actus) δηλώνεται από τον Χάιντεγκερ σαν η θεμελιώδης σημασία τού Είναι, εκείνη η «σημασία οδηγός» την οποία αναζητούσε από την ανάγνωση ακόμη τού Μπρεντάνο.

Αυτή η καινοτομία συνοδεύεται από δύο σημαντικές λεπτομέρειες στην ερμηνεία τής αριστοτελικής θεωρίας : δηλαδή 1) η βασική σημασία τής δύναμης και τής ενέργειας εντοπίζεται από τον Χάιντεγκερ όχι στην σημασία αυτών τών όρων η οποία είναι η πιο φιλοσοφική για τον Αριστοτέλη, εκείνη δηλαδή που είναι σχετική με το Είναι, αλλά σε εκείνη η οποία για τον Αριστοτέλη είναι μόνον η πιο κοινή, δηλαδή η σημασία η σχετική με την κίνηση!
2) Αντιθέτως από όσα ισχυρίζεται ο Αριστοτέλης σχηματίζεται η εντύπωση ότι για τον Χάιντεγκερ είναι πιο σημαντική η δύναμις από την ενέργεια!

Αμέθυστος.

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2024

HEIDEGGER (17).

 Συνέχεια από: Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2024

HEIDEGGER 
Enrico Berti.
    
5. Η οικειοποίηση τής πρακτικής φιλοσοφίας τού Αριστοτέλη (συνέχεια).     

Μία άλλη αντιστοιχία την οποία εντόπισε ο Volpi ανάμεσα στις αριστοτελικές κατηγορίες και εκείνες που χρησιμοποίησε ο Χάιντεγκερ στο Είναι και Χρόνος αφορά εκείνον τον χαρακτήρα τού υπαρκτού (Daseinπου είναι η «μέριμνα» (sorgeη οποία δεν είναι άλλη από την οντολογικοποίηση τής αριστοτελικής όρεξηςΑυτή η αντιστοιχία αποδεικνύεται πρώτα απ’όλα από το γεγονός ότι ο Χάιντεγκερ μεταφράζει την διάσημη αρχή τής Μεταφυσικής, σύμφωνα με την οποία «όλοι οι άνθρωποι εκ φύσεως ορέγονται τού ειδέναι», με «στο Είναι τού ανθρώπου ενυπάρχει ουσιωδώς η μέριμνα τού βλέπειν», αλλά αποδεικνύεται επίσης και από μία δήλωση τού ιδίου τού Χάιντεγκερ, σύμφωνα με την οποία η σύλληψή του τής μέριμνας αναδύθηκε στην διάρκεια μιας ερμηνείας τής ανθρωπολογίας τού Αυγουστίνου η οποία αφορούσε τα ουσιώδη θεμέλια τα οποία είχαν κατακτηθεί στην αριστοτελική οντολογία!
          Οι δομικές στιγμές στις οποίες αναπτύσσεται η μέριμνα, σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, δηλαδή η «πραγματική κατάσταση» (Befindlichkeitη κατανόηση (verstehen) και η ομιλία (Rede) αντιστοιχούν, σύμφωνα με τον Volpi, αντιστοίχως στα πάθη, τα οποία αναλύονται από τον Αριστοτέλη στο ΙΙΙ βιβλίο της Ρητορικής, στην οποία παραπέμπει επίσης, στον νού, ο οποίος κατανοείται όμως σαν νούς πρακτικός, δηλαδή εκείνον που ο Χάιντεγκερ ονομάζει «η αληθινή και πραγματική σημασία τής πράξεως» και στον λόγο, τον οποίο ο Αριστοτέλης παρουσιάζει σαν μεσάζοντα ανάμεσα στον νού και την όρεξη στο VI βιβλίο της Νικομάχειας! (1139 b 4-5).
          Ιδιαίτερη αξία τέλος έχουν η αντιστοιχία ανάμεσα στην «συνείδηση» (Gewissenκαι την φρόνηση, και εκείνη ανάμεσα στην «αποφασιστικότητα» (Entschlosenheit) και την προαίρεση! Αναφορικά με την πρώτη, υπάρχει μία διάσημη μαρτυρία τού Gadamer σύμφωνα με την οποία απέναντι στην δυσκολία να μεταφράσει τον όρο φρόνησις, ο Χάιντεγκερ θα είχε αναφωνήσει: “das ist das Gewissen”Το Gewissen όπως είναι γνωστό δείχνει στην Γερμανική την ηθική συνείδηση, διαφορετική από την συνείδηση γνωστικού τύπου, η οποία σημαίνεται με τον όρο Bewusstein. Όπως παρατηρεί σχετικώς ο Volpi στο Είναι και Χρόνος η ηθική συνείδηση είναι ο τόπος τής «μαρτυρίας εκ μέρους τού υπαρκτού ανθρώπου (Daseinενός εφικτού αυθεντικού Είναι», ο τόπος δηλαδή στον οποίο το «έχω (υποχρέωση) να είμαι», ο πρακτικός θεμελιώδης καθορισμός, εμφανίζεται στον εαυτό του με τον πιο αυθεντικό τρόποΑυτό αντιστοιχεί στην αριστοτελική εννοιολόγηση τής φρόνησης σαν τής γνώσεως η οποία συστήνει τον ορίζοντα στον οποίο η πράξις μπορεί να επιτύχει, δηλαδή μπορεί να πραγματοποιηθεί σαν «εύ ζείν» (Ηθ. Νικ. VI 5). Ο Χάιντεγκερ όχι μόνον οντολογικοποιεί την φρόνηση τού Αριστοτέλη, όπως παρατηρεί ο Volpi, με την έννοια ότι την μεταμορφώνει σε έναν μόνιμο τρόπο υπάρξεως τού «είμαστε» (του Dasein), αλλά την υπολογίζει σαν τον θεμελιώδη τρόπο αυτού, κάτι που συνεπάγεται την αναγνώριση ενός πρωτείου τής φρόνησης απέναντι στις άλλες αρετές τής διάνοιας (την σοφία και την τέχνη), το οποίο (πρωτείο) αντιστοιχεί στο πρωτείο που όρισε ο Χάιντεγκερ στην πράξη απέναντι στην θεωρία και στην ποίηση, αλλά είναι ένας βιασμός αναφορικά με την θέση τού Αριστοτέλη.
          Αυτός ο τελευταίος, πράγματι, παρότι αναγνωρίζει στην φρόνηση μία κατευθυντήριο λειτουργία (επιτακτική) απέναντι σ’ολόκληρη την πρακτική ζωή, δηλώνει ξεκάθαρα ότι αυτή η λειτουργία δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά υπάρχει εν όψει της Σοφίας, η οποία συνιστά τον αυθεντικό τελικό σκοπό τού ανθρώπου, δηλαδή την ευτυχία του! (Ηθ. Νικ. VI 13, 1145 Α 5-11). Για τον Αριστοτέλη επιπλέον η κατεύθυνση προς τον σκοπό είναι καθορισμένη, στο επίπεδο τής καθημερινής ζωής, από την «φυσική αρετή», δηλαδή από ένα ένδυμα το οποίο ήδη διαθέτουμε από γεννήσεως ή από τής παιδείας, αλλά στο φιλοσοφικό επίπεδο αυτό είναι εξατομικευμένο και σε κάποιο μέτρο και καθορισμένο από την «πρακτική φιλοσοφία», ή την «πολιτική τέχνη», η οποία είναι μία μορφή στοχαστικής γνώσεως, διαλογικής, παρότι δεν είναι ακριβής όπως για παράδειγμα, τα μαθηματικά και επομένως είναι βαθειά διαφορετική από εκείνη την άμεση γνώση, ή διαισθητική, που είναι η φρόνησις! (Ηθ. Νικ. 1144 16). Και πράγματι η πρακτική φιλοσοφία, καθότι φιλοσοφία, διακρίνει στην σοφία τον τελευταίο σκοπό τού ανθρώπου και καθότι πρακτική, βοηθά στην πραγματοποίηση αυτού τού σκοπού στην ζωή! Ο Χάιντεγκερ όμως τείνει να δεί την πιο υψηλή μορφή γνώσεως, μάλιστα δε την μοναδική αληθινή πρακτική γνώση, στην φρόνηση, δηλαδή στην ηθική συνείδηση, καθορίζοντας μ’αυτόν τον τρόπο ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά τής «αποκαταστάσεως» της πρακτικής φιλοσοφίας τού Αριστοτέλη η οποία θα αντλήσει από αυτόν την έμπνευσή της!
          Τέλος η αντιστοιχία ανάμεσα στην «βεβαιότητα» ή «απόφαση» (Entschlossenheitτού Χάιντεγκερ και την φρόνηση τού Αριστοτέλη πιστοποιείται από το γεγονός ότι κάθε φορά που πρέπει να μεταφράσει τον όρο φρόνησις, ο Χάιντεγκερ ανατρέχει στην βεβαιότητα ή απόφαση, ακόμη και στο διάσημο χωρίο τής Μεταφυσικής στο οποίο ο Αριστοτέλης διακρίνει την φιλοσοφία από την σοφιστική μέσω τής προαίρεσης του βίου, δηλαδή τής «επιλογής τού τύπου τού βίου», την οποία ο Χάιντεγκερ ερμηνεύει σαν «απόφαση για την επιστημονική έρευνα»!
          Παρ’όλα αυτά, ενώ για τον Αριστοτέλη η «επιλογή» είναι μόνον μία ορισμένη στιγμή τής πράξης, για τον Χάιντεγκερ η «βεβαιότης» είναι ένας μόνιμος χαρακτήρας του Είναι του ιδίου τού Dasein. Παρατηρούμε λοιπόν και σ’αυτή την περίπτωση, την γνωστή «οντολογικοποίηση» τών κατηγοριών τής πρακτικής φιλοσοφίας τού Αριστοτέλη, η οποία αποκαλύπτει πώς ο Χάιντεγκερ, την στιγμή στην οποία την οικειοποιείται, την διπλώνει σε ένα σκοπό εντελώς διαφορετικό από εκείνον που είχε στον Αριστοτέλη, δηλαδή κατασκευάζει ένα ισότιμο ομοίωμα εκείνου που για τον Αριστοτέλη ήταν η θεωρητική φιλοσοφία, η πρώτη φιλοσοφία, την οποία απέρριψε ο Χάιντεγκερ σαν οντο-θεολογία, παρότι Μεσαιωνικής, Σχολαστικής προέλευσης!
          Συμπερασματικά λοιπόν ανάμεσα σε εκείνα που ήταν για τον Αριστοτέλη τα διαφορετικά μέρη τής φιλοσοφίας, ο Χάιντεγκερ απορρίπτει την θεωρητική φιλοσοφία, δηλαδή την Μεταφυσική, επηρεασμένος από την σχολαστική ερμηνεία της σάν «οντο-θεολογίας» και από την απόρριψή της από την θεολογία τού Λούθηρου ή από έναν ιδιαίτερο κλάδο της, εκείνον που ανέπτυξε ο Μπούλτμαν. Ο Λούθηρος πάντως δεν του πρόσφερε τις κατηγορίες, δηλαδή τις φιλοσοφικές έννοιες μέσω των οποίων θα μπορούσε να ερμηνεύσει την ζωή, την πραγματικότητα, την ύπαρξη, αυτό δηλαδή που για τον Χάιντεγκερ συνιστά το ιδιαίτερο αντικείμενο της φιλοσοφίας μάλιστα δε εκείνης που θα ονομάσει την «θεμελιώδη του οντολογία. Για να το κατορθώσει όμως και για να είναι συνεπής με τον Λούθηρο, χρησιμοποιεί τον πρακτικό Αριστοτέλη, τον ηθικό και τον πολιτικό, ξεκινώντας μ’αυτόν τον τρόπο τήν ανανέωση της αριστοτελικής πρακτικής φιλοσοφίας η οποία θα αποτελέσει ένα από τα πεδία τής σκέψης τού δεύτερου μισού τού ‘900 στο οποίο ο Αριστοτέλης υπερέχει με την παρουσία του!
Αμέθυστος.