Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαββόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαββόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2025

Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ

ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΤΗΝ ΠΕΡΣΟΝΑ

Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ

Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη


Ο Διονύσης Σαββόπουλος υπήρξε για δεκαετίες μια φωνή που συνόδευσε τη συλλογική ψυχή της Ελλάδας.
Στα τραγούδια του υπήρχε εκείνο το ρήγμα ανάμεσα στο ιερό και το καθημερινό, στο όνειρο και στην οδυνηρή συχνά πραγματικότητα, στη φλόγα της αμφισβήτησης και στη νοσταλγία της πατρίδας.
Ένα παιδί που τραγουδούσε με πάθος για ελευθερία — κι ένας ώριμος άνδρας που αργότερα έμαθε να μιλά με τη φωνή της ασφάλειας , της “σοβαρότητας”.
Ανάμεσά τους, ένας ολόκληρος λαός που "μεγάλωσε" μαζί του.

Αυτό το πέρασμα —από τον αυθεντικό Εαυτό στο Προσαρμοσμένο Εγώ— είναι μια ψυχοπολιτική διαδρομή που θυμίζει το δράμα της Περσόνας, όπως το περιέγραψε ο Carl Jung.
Η Περσόνα είναι η μάσκα που φοράμε για να ζούμε ανάμεσα στους άλλους· είναι απαραίτητη για την κοινωνική μας συμβίωση, αλλά θανάσιμη όταν ταυτιζόμαστε μαζί της.
Ο καλλιτέχνης που ξεκίνησε ως “φωνή της ψυχής” κινδυνεύει, μεγαλώνοντας, να γίνει “φωνή της εξουσίας” — όχι από κακία, αλλά από πνευματική κόπωση.
Η κοινωνία, που τον λάτρεψε ως σύμβολο αλήθειας, τον επιβραβεύει τώρα -ή τον λοιδορεί- για την “ωριμότητα” της συμμόρφωσης.


Η Συναλλακτική Ανάλυση του Eric Berne θα το έλεγε αλλιώς:
το Ελεύθερο Παιδί, που δημιουργεί, παίζει, εμπνέεται,
παραδίδει σταδιακά τη σκυτάλη στο Προσαρμοσμένο Παιδί,
εκείνο που έμαθε να συμμορφώνεται για να αγαπηθεί και να ανήκει.


Αυτή η εσωτερική σύγκρουση είναι ο πυρήνας της ανθρώπινης νεύρωσης. Ο Εαυτός ζητά αλήθεια, το Εγώ/προσαρμοσμένο παιδί ζητά ασφάλεια. Ο Εαυτός ψιθυρίζει: μίλα. Το Εγώ απαντά: θα σε απορρίψουν. Ο Εαυτός ονειρεύεται, το Εγώ μετράει. Ο Εαυτός θέλει να ζήσει, το Εγώ θέλει να ελέγχει. Και όσο η φωνή του Εγώ δυναμώνει, τόσο η ψυχή βυθίζεται στην αναισθησία.

Ο Εαυτός ζητά αλήθεια, βάθος, νόημα.
Το Εγώ/το προσαρμοσμένο παιδί θέλει ασφάλεια, έλεγχο, προβλεψιμότητα.

Ο Εαυτός λέει: “Πες αυτό που νιώθεις.”
Το Εγώ/το προσαρμοσμένο παιδί απαντά: “Θα χάσεις τη δουλειά σου.”

Ο Εαυτός ψιθυρίζει: “Άφησε τον θυμό σου να γίνει δημιουργία.”
Το Εγώ/το προσαρμοσμένο παιδί τρομάζει: “Θα γελάσουν μαζί σου.”

Όταν αυτή η εσωτερική μάχη κρατά πολύ, γεννιέται νεύρωση, κατάθλιψη, αποσύνδεση — όχι επειδή “πάθαμε κάτι”,
αλλά επειδή προδώσαμε τη ζωντάνια μας, την αυθεντικότητα μας.


Συνεπώς ο Σαββόπουλος δεν πρόδωσε κανέναν- εκτός ίσως τον ίδιο τον εαυτό του, όπως και οι περισσότεροι 'άλλωστε-του εαυτού μου προφανώς μη εξαιρουμένου.
Μάλλον, απλά, όπως τόσοι άλλοι, προσαρμόστηκε.
Αλλά, στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για προδοσία. Πρόκεται για ανεπίγνωστο μάλλον ψυχικό μηχανισμό επιβίωσης. Από τραγουδοποιός του εσωτερικού ονείρου, έγινε διαχειριστής του κοινωνικού του ρόλου.
Κι εκεί, ανάμεσα στην κατανόηση και στη λύπη, κρύβεται το τραύμα μιας ολόκληρης γενιάς:το παιδί που ήθελε να αλλάξει τον κόσμο, έμαθε τελικά να τον ερμηνεύει με τους όρους του, να προσαρμόζεται, για να επιβιώσει.


Το φαινόμενο αυτό δεν αφορά μόνο τον ίδιο.
Είναι συλλογικό.

Η Ελλάδα της μεταπολίτευσης πέρασε από το στάδιο του “ελεύθερου παιδιού” —της εξέγερσης, της δημιουργίας, της ψυχικής υπερχείλισης— στο στάδιο του “προσαρμοσμένου ενήλικα-παιδιού” που μαθαίνει να σωπαίνει, να ισορροπεί, να επιβιώνει, να τη βγάζει καθαρή. Πρόκειται για ένα υπαρξιακό εκκρεμές.
Ο καλλιτέχνης γίνεται καθρέφτης αυτής της μετάβασης.
Ίσως, όταν η κοινωνία κουράζεται, ζητά από τους ποιητές της όχι να εμπνέουν, αλλά να την καθησυχάζουν.

Όμως η τέχνη, στην ουσία της, δεν προσαρμόζεται.
Η τέχνη είναι πάντα Ελεύθερο Παιδί — δημιουργεί από το άγνωστο, όχι από τον φόβο.
Κι ίσως η μεγαλύτερη τραγωδία του ώριμου Σαββόπουλου να μην είναι η “μετατόπισή” του, αλλά το ότι κανείς δεν θρήνησε για το παιδί που χάθηκε μέσα στον άνδρα.


Ο Jung έγραφε:
«Η μάσκα που σε προστατεύει μπορεί, αν δεν την αφαιρέσεις έγκαιρα, να γίνει το πρόσωπό σου.»

Και κάπως έτσι, ο Σαββόπουλος έγινε ο καθρέφτης μιας κοινωνίας που μεγάλωσε, αλλά δεν ενηλικιώθηκε.
Έμαθε να λειτουργεί, αλλά όχι να αισθάνεται.
Να “είναι σοβαρή”, αλλά όχι αληθινή.

Η ψυχή, όμως, δεν γερνάει.
Και κάθε φορά που ακούμε τα παλιά του τραγούδια,
το παιδί που κοιμόταν μέσα του —και μέσα μας—
σηκώνει για λίγο το κεφάλι και θυμάται:
πως κάποτε τραγουδούσαμε όχι για να εντυπωσιάσουμε,
ούτε για να επιβιώσουμε, αλλά για να αλλάξουμε τον κόσμο (μας).

Στο τέλος-τέλος η κλασική αυτή σύγκρουση είναι η ουσία του ανθρώπινου δράματος: να προσπαθείς να θυμηθείς ποιος είσαι,
ενώ όλος ο κόσμος σε εκπαιδεύει να το ξεχάσεις.


Όπως έλεγε ο Donald Winnicott,
«Το αντίθετο του αυθεντικού Εαυτού δεν είναι το ψεύτικο Εγώ.
Είναι η συμμόρφωση.»


Κι έτσι, ο αληθινός αγώνας — πολιτικός, ψυχικός και πνευματικός —είναι να παραμένεις σε επαφή με τον αυθεντικό Εαυτό, ακόμη κι όταν όλα γύρω σου σε πιέζουν να προσαρμοστείς ή να υποταχθείς ή και να ψευτο-επαναστατήσεις. Κι αυτό, να πάρει η ευχή, δεν είναι καθόλου μα καθόλου εύκολο...


ΠΗΓΗ:https://www.facebook.com/share/p/17aj9mH7sY/
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΕΙΟ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ. ΜΙΑ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΔΡΟΜΟΣ΄
ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΕΙΟ ΠΑΛΙ ΠΙΣΩ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ. ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΝΟ ΤΟ ΜΗΔΕΝ. ΑΠΟ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΤΙΠΟΤΑ. 
Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΨΥΧΗ. Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΕΙΝΑΙ ΗΔΗ ΠΡΟΣΩΠΕΙΟ.

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2025

Εμείς του '60 οι εκδρομείς - Διονύσης Σαββόπουλος


Στίχοι: Διονύσης Σαββόπουλος, Μουσική: Διονύσης Σαββόπουλος, Τραγούδι: Ελευθερία Αρβανιτάκη & Διονύσης Σαββόπουλος 

Εμείς, του `60 οι εκδρομείς, απόμακροι εξ αρχής εκτός παραδομένου κόσμου εμείς, ανήλικοι διαρκώς, μα κι απ' το καθεστώς αμόλυντοι ευτυχώς, εμείς. Εμείς, μιας δίψυχης ωδής παράλογα ανοιχτής, με συμπεριφορές ανατροπής, και της βαθιάς μας ζωής της συντηρητικής, εμείς οι εκκρεμείς. Χρονιές, με αίμα και φωτιές και Χούντας κι Ιουλιανές, και της μεταπολίτευσης φωνές, αυτού του συρφετού, του δημοκρατικού του νέου εγωισμού, εμείς. Εμείς, υπόγειας διαδρομής, το '83 παχής, με "Τραπεζάκια Έξω" ευτυχής, σε κύμα ξαφνικό, στο "Ολυμπιακό", στο απόλυτο κενό. Ο ιερέας χρυσώ κεκοσμημένος, η κιμωλία, οι συλλαβές, ο δάσκαλος Φωτίου κι ο στρατιώτης ακίνητος και μόνο αυτός ο ήχος σημαίας και ιστίου. Εδώ η μνήμη έχει ένα κενό. Πώς αποσχηματίσθη αίφνης; Υπνώθη σε καρέκλα σωματείου ή πήγε και απετάγη; Η μνήμη κρυπτοελοβοτομήθη. Πώς σκέπττονται οι άλλοι; Όπως νομίζουν το σκότος δεν χρεώνεται αλλού. Τι φταίνε τώρα οι μαύροι κυβερνώντες, οι "Κάππα", τα "ΠΑΣΟΚ" και τα "Νου Δου;" Εμείς το εμφυσήσαμε το νέφος που εντός του επωάσθηκαν όλοι αυτοί, εμείς με τις αιώνιες τις δυσθυμίες μας με το κενό και δεν το αμφισβητώ σαν πετρωμένοι μέσα στο καθιστικό να ζεις τον θάνατό σου, για τους άλλους, δεν έχει τέτοιο επάγγελμα εδώ, δεν έχει πια τραγούδι θεϊκό. Χιονιάς, βραδιές αστροφεγγιάς, το βούισμα της συκιάς, σ' αυτή την ηλικία, ή μιλάς της καθεμιάς γενιάς καινούριας και παλιάς, ή κλείνεις και σιωπάς, για μας. Σχεδόν 45 ετών, με μπλοκ επιταγών, χωρίς κανένα αντίκρισμα εξόν την γη του θησαυρού, τους τίτλους τ' ουρανού το αίμα του Θεού.

Συνέντευξη του Δ. Σαββόπουλου στον Άρη Δαβαράκη

Αντίφωνο
 


Με τα «Τραπεζάκια Εξω», τον καινούργιο του δίσκο που είναι και η μεγαλύτερη εμπορική του επιτυχία, ο Διονύσης Σαββόπουλος εισβάλλει και πάλι στα δισκάδικα, το ραδιόφωνο, και στη ζωή μας μετά από τρία χρόνια απουσίας. Στο σπίτι του στο Ψυχικό κουβεντιάσαμε για πολλά και διάφορα, αρχίζοντας βέβαια απ’ αυτή ακριβώς την τρίχρονη απουσία.

⁃ Μίλησε μου γι’ αυτά τα τρία χρόνια που ήσουν εξαφανισμένος. Πού βρισκόσουν; Τί έκανες;

– Ήμουν σα ναρκωμένος. Στην αρχή ήταν ευχάριστο. Κινιόμουν και λίγο. Πήγα μάλιστα και σε κείνη τη συναυλία που οργάνωσαν οι πολίτες κατά του νέφους οτον Πανιώνιο

– Ήμουν κι εγώ εκεί. Παρουσίαζα το πρόγραμμα.

– Θα θυμάσαι λοιπόν πως τόχα πει κι απ’ το μικρόφωνο ότι το νέφος είναι δύσκολο γιατί πριν απ’ όλα υπάρχει στα κεφάλια μας. Σε μένα τουλάχιστον προσωπικά ήρθε στιγμή που το κεφάλι μου νέφωσε τελείως.

– Ήταν τότε που έφυγες για να μονάσεις στο Πήλιο;
– Ποιο Πήλιο; Καθόμουνα σ’ αυτήν εδώ την πολυθρόνα και δεν σηκωνόμουνα παρά μόνο για να πάω για ύπνο. Βέβαια σκεφτόμουνα πολλά πράγματα και ταυτόχρονα – ήταν σα να τρέχει μια ταινία με γράμματα μπροστά σου κι εσύ να προσπαθείς να τη διαβάσεις. Τρομερά κουραστική προσπάθεια. Έκανα ό,τι μπορούσα για να την αποφύγω. Λόγου χάρη πήγα στον μαραγκό και του παρήγγειλα αυτήν εδώ την βιβλιοθήκη. Αλλά επειδή άργησε να μου την παραδώσει πήγα σ’ έναν άλλο και μετά σ’ έναν τρίτο. Μετά πήρα έγχρωμη τηλεόραση, έμπλεξα με την τοποθέτηση της κεραίας κι όλα αυτά με κράτησαν σε κάποια δραστηριότητα μερικούς μήνες τελοσπάντων. Μετά όμως ξαναβούλιαξα. Προσπάθησα να βγω να διασκεδάσω επειδή συν τοις άλλοις, η γυναίκα μου παραπονιότανε πως την έχω κλεισμένη. Αλλά η νυχτερινή ζωή της Αθήνας, μας δημιούργησε χειρότερη πλήξη. Ενώ βγαίναμε από το σπίτι όλο λαχτάρα, γυρνάγαμε μουτρωμένοι κι αμίλητοι. Φοβερή ήταν η στιγμή μπρος στην εξώπορτα να ψάχνουμε το κλειδί μέσα στην τσάντα με πολύ νευρικές κινήσεις λέγοντας άει σιχτίρ στο κλειδί, σαν νάφταιγε αυτό.

– Α, να ο στίχος «και μπροστά στην πόρτα ψάχνεις το κλειδί», απ’ το «μας βαράνε ντέφια»...
– «Ναι, από κει το πήρα, αλλά το τραγούδι βεβαία μιλάει για άλλα πράγματα. Μιλάει για τη «σκηνή» της Δεξαμενής που λειτούργησε από το ’64 μέχρι το ’74. Απ’ αυτή τη σκηνή βγήκε ως ένα σημείο το Κ.Κ.Εσ., το φεστιβάλ κινηματογράφου και το Τρίτο Πρόγραμμα – ως ένα σημείο επαναλαμβάνω. Κάτι προσέφεραν κι αυτοί οι άνθρωποι στο κοινωνικό σύνολο (γέλια). Μόνο που ποτέ τους δεν ολοκλήρωσαν επειδή στην ουσία ποτέ τους δεν είχαν αρχίσει. Τέτοιου είδους αποτυχίες όμως με συγκινούν όσο νάναι. Γι’ αυτό αγαπώ την πλατεία Δεξαμενής – άλλωστε αποτελώ μέρος της

– Ανάμεσα σ’ αυτούς που δεν ολοκλήρωσαν γιατί ποτέ τους δεν είχαν αρχίσει είναι και οι «σκηνοθέτες που οδήγησαν μια γενιά στα πιο βαθιά χασμουρητά», όπως λες στο «Νέο Κύμα»;
– Μα το λέω με ειλικρινή συμπάθεια. Είναι βέβαια μια ειρωνεία αλλά στρέφεται και κατά του εαυτού μου επίσης. Το λέω: «Νιώθω σαν κι αυτούς». Το γεγονός πάντως είναι ότι προτιμώ – τι λέω «προτιμώ», ενθουσιάζομαι – μόνο με το παλιό εμπορικό ελληνικό σινεμά που προβάλλει συνέχεια και η τηλεόραση. Και δε χάνω ευκαιρία να το διαλαλώ διότι επιτέλους βρε αδερφέ να κι ένα πράγμα όπου μπορώ κι εγώ να είμαι με την πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Το πρότεινα μάλιστα και στην τηλεόραση να κάνει ένα αφιέρωμα στο Λογοθετίδη το Φθινόπωρο και να προλογίζω εγώ ως Φένεκ Μικελίδης. Τι ηθοποιός! Ο Λογοθετίδης εννοώ. Μας συμφιλιώνει με τους πατεράδες μας. Οι πατεράδες μας αυτόν κάνουν όταν μαλώνουν με τη γυναίκα τους, όταν κουνούν το κεφάλι τους μουρμουρίζοντας, για την τύχη αυτού του τόπου. Όλη αυτή η παλιά ιστορία, Σακελλάριος, Λογοθετίδης, Κακογιάννης, Τζαβέλλας. Χορν, Λαμπέτη, ο Ηλίας του 16ου, οι Δοσατζήδες και λοιπά και λοιπά, μπορεί να μην είναι καμιά μεγάλη παράδοση, το θέμα εδώ δεν είναι ποσοτικό ούτε «ποιοτικό», το θέμα είναι κατά πόσον μπορούμε να δείξουμε εμπιστοσύνη σ’ αυτό το αίσθημα με το οποίο μας πότισε όλο αυτό το σινεμά όταν είμασταν παιδιά. Είναι θέμα πίστης. Πίστης σ’ ένα βίωμα, που η αλήθεια του είναι πέρα από τους κανόνες της λογικής και της αισθητικής.
Οι νέοι σκηνοθέτες δεν μπόρεσαν, ή μάλλον δε θέλησαν, να συναντήσουν αυτή τη μικρή παράδοση που υπήρξε πριν απ’ αυτούς, υπάρχει και θα υπάρχει. Όποιος έχει μάτια βλέπει. Όποιος δεν έχει, όσες ταινίες του φεστιβάλ και να δει θα παραμείνει αόμματος.

– Ας ξαναγυρίσουμε στα «Τραπεζάκια έξω». Κάπου στο «Νέο κύμα» λες πως αντιπαθείς τον εαυτό σου και τα τραγούδια σου. Αυτό είναι κυριολεξία;
– Όταν ήμουνα παιδί δεν σκεπτόμουν τίποτα καλό ή κακό για τον εαυτό μου. Ξαφνικά είδα ότι οι άλλοι λάμπανε. Πώς μιλούσαν; Πώς συμπεριφέρονταν τόσο άνετα; Τα κάναν όλα τέλεια – τους χάζευα με το στόμα ανοιχτό. Και τότε για πρώτη φορά αισθάνθηκα τον εαυτό μου σαν κάτι αδέξιο, αηδές, άσχετο, γελοίο. Στην αρχή προσπαθείς να τους μιμηθείς. Αγοράζεις την ίδια καμπαρντίνα, προσπαθείς ν’ αλλάξεις περπάτημα ή ύφος – αλλά μετά νιώθεις χειρότερα, σαν ένας φουκαράς απατεώνας. Μετά σε πιάνει μανία. «Δεν έρχομαι», τους λες. «Δεν πάω πουθενά». Κι ας χτυπάει το τηλέφωνο, κι ας υπόσχεται το πάρτυ ένα λαμπρό Σαββατόβραδο. Μένεις κλεισμένος και βουλιάζεις σε μια πολυθρόνα σαν αυτήν εδώ, ώσπου σε πιάνει μια τέτοια αηδία για τον εαυτό σου που αρχίζεις να τεντώνεις στο έπακρον τις ατομικές σου ικανότητες για να φανερώσεις κι εσύ το δικό σου πρόσωπο που όμως δεν υπάρχει, δεν έχει πρότυπο, ρέει σε μια εσωτερική βοή που όμως προκλήθηκε από το θαυμασμό για τη λάμψη του άλλου.

– Και παρ’ όλες τις επιτυχίες και τη διασημότητα συνέχισες κι αργότερα να αισθάνεσαι έτσι αδέξιος και άσχετος;
– «Ίσως όχι σε τόσο έξαλλο βαθμό. Αλλά αραιά ή πυκνά η πραγματικότητα συνεχίζει να εμφανίζεται μπροστά μου με διάφορα εκτυφλωτικά πρόσωπα – πχ μια φυσιογνωμία, ένα επεισόδιο, μια ανεπαίσθητη ή μια τεράστια κίνηση μέσα στο πλήθος. Και δεν μπορείς ν’ αρθρώσεις μιαν απάντηση σε όλα αυτά αν δεν ανάψουν μέσα σου αυτό το αίσθημα μειονεξίας.

– Σ’ αυτές σου τις απόπειρες για νυχτερινές εξόδους, εκτός από την πλήξη δεν συνάντησες και τίποτα ικανό ν’ ανάψει μέσα σου αυτό το αίσθημα; Τίποτα εκθαμβωτικό δεν βρέθηκε στο δρόμο σου αυτά τα τρία χρόνια;
– «Πως. Μ’ άρεσαν πάρα πολύ ορισμένα κέντρα λαϊκής μουσικής που στις πίστες τους ένας νέος κόσμος χόρευε πατείς με πατώ σε, υπέροχα! Τι καλαματιανά ήταν εκείνα! Τι τσιφτετέλια! Τι ζεϊμπέκικο! Και παιδιά, 20-25 χρόνων! Πού τα μάθανε; Πρώτη μου φορά είδα αυτή τη νεολαία τόσο αστραφτερή! Αγόρια, κορίτσια, σαν τα κρύα τα νερά, σαν λουλούδια του μπαχτσέ, καμιά σχέση μ’ εκείνες τις προβληματισμένες με τα ταγάρια, ούτε και με τις άλλες τις τσαπερδόνες με τα μοντελάκια. Ήταν καινούργιο πράγμα. Δεν έχει σημασία τι φορούσαν ούτε και πώς τη βγαίνανε, ό,τι και να κάνανε είχε αφέλεια, διαθεσιμότητα, έμφυτη αρμονία. Ξανασυναντούσα επιτέλους μια καινούργια αθωότητα.

– Σ’ αυτές τις εξόδους σου δεν αποπειράθηκες και καμιά ντίσκο; Κι εκεί χορεύουνε.
– «Ναι, καταλαβαίνω τι εννοείς, είσαι ντισκόΒιος εσύ και ασφαλώς θάχεις πολύ σοβαρούς λόγους για να είσαι.
Άλλωστε κι εγώ κατάγομαι απ’ τα πάρτυ κι επηρεάστηκα πολύ απ’ το ξενόγλωσσο τραγούδι, ακριβώς επειδή δεν καταλάβαινα τα λόγια του. Αυτό έκανε τη γλώσσα τού τραγουδιστή πιο μαγική και τον ήχο του σαν μουσική από ένα άλλο άστρο.
Αλλά όλα αυτά μου φαίνονται συνεχώς και πιο μακρινά. Πιο ξένα. Δεν μπορώ πια να παρακολουθήσω αυτή τη μανία να γυρεύουμε την παρηγοριά και τη λύτρωσή μας όσο γίνεται πιο μακριά από το στενό μας περιβάλλον. Βλέπω νέους μουσικούς να τοποθετούν τη δικαίωσή τους όσο γίνεται πιο μακριά – στη Νέα Υόρκη, στο Λος Άντζελες, αν μπορούσαν θα την τοποθετούσαν και στον Άρη. Ή βλέπω άλλους, που νιώθουν αίφνης μεταφυσικές ανησυχίες αλλά επ’ ουδενί δέχονται ότι μπορεί να τους αφορά ο θεός των πατέρων τους. Και πού πάνε; Μήπως σε καμιά εκκλησία ή έστω στο Άγιον Όρος; Όχι. Θέλουν τον πιο μακρινό Θεό. Όσο πιο μακριά γίνεται. Στην Ινδία, στο Όρεγκον, δεν ξέρω πού. Υπάρχουν άνθρωποι δηλαδή, ευαίσθητοι, δε λέω, που τοποθετούν τη λύση όσο γίνεται πιο μακριά, επίτηδες λες για να μείνουν εσαεί αλύτρωτοι. Μα τι απιστία είναι αυτή! Τι εβραϊσμός! Τι καινούργιος δαιμονισμός! Ζει με μια γυναίκα, έχουνε περάσει τόσα και τόσα μαζί, κι όμως ονειρεύεται μιαν άλλη της φαντασίας, που θα την συναντήσει, ας πούμε, μέσα σ’ ένα τραίνο. Αυτοί οι δίσκοι μουσικής που παράγονται στη Νέα Υόρκη, ας πούμε, μπορεί να είναι ωραίοι. Αλλά εσύ δε συμμετείχες στη διαμόρφωση αυτού του ήχου. Για να βγει ένα τραγούδι χρειάζεται μια πνευματική διεργασία στην οποία συμμετέχουν πολλές παρέες – επωνύμων και ανωνύμων. Δεν μπορούμε να συμμετέχουμε από εδώ σ’ ένα όνειρο που παίρνει σάρκα και οστά στη Νέα Υόρκη.
Είναι νομίζω ένα ελάττωμα αυτό, αδυνατίζει την κοινωνικότητα. Όσο καλά κι αν τ’ αφομοιώσουμε, όσο κι αν τα απολαύσουμε τα ξένα τραγούδια, η γνώση ότι δεν λάβαμε μέρος στην γέννησή τους θα μας αφήνει πάντα μια πίκρα και θα δυσκολεύει την επικοινωνία με τους διπλανούς μας. Θα μας κάνει μονόχνωτους. Κάπου θα χάνουμε συνεχώς,
Βλέπω τα παιδιά στις ντισκοτέκ, Υπάρχει μια προσποίηση, ένας φορμαλισμός. Δεν υπάρχει αφέλεια, που κατά τη γνώμη μου, είναι απαραίτητο στοιχείο της ομορφιάς. Γι’ αυτό προτιμώ τη νέα άνθιση της λαϊκής μας σκηνής και τα σώματα των χορευτών της,

– Κι εκεί άρχισε να βγαίνει το πρώτο τραγούδι του καινούργιου σου δίσκου, οι «Χουλιγκάνοι»;
– «Χρησιμοποίησα το παράδειγμα των Χουλιγκάνων» και της βίας στα γήπεδα σαν κάτι που συμβολίζει ακριβώς αυτή την ψυχική μας βοή. Οι «Χουλιγκάνοι» ζητούν ένα υπερθέαμα, ένα συντακτικό που να τους χωράει, κι άμα δεν το βρίσκουν τα κάνουν όλα γης μαδιάμ, Δεν μπορούμε φυσικά να τους το επιτρέψουμε, και κατά βάθος ούτε και αυτοί το θέλουνε. Η ψυχή μας, όπως και οι «Χουλιγκάνοι», θέλει τη λειτουργία του κόσμου γιατί μόνο έτσι μπορεί να εμφανιστεί. Δεν μπορούμε λοιπόν να την αφήσουμε να τα καταστρέψει όλα. Αλλά δεν μπορούμε και να την φιμώσουμε γιατί έτοι ο κόσμος θα γίνει στείρος και άψυχος,
Στο τραγούδι μου «Οι Χουλιγκάνοι» μιλά ακριβώς το ψυχικό βουητό προς το συντάκτη του. Μιλάει η ψυχή στο χέρι, που κρατάει το μολύβι. Ενώ στο αμέσως επόμενο τραγούδι του δίσκου, το «Μυστικό τοπίο», συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: Απαντά ο συντάκτης στο ψυχικό του βουητό, το οποίο στο τραγούδι παρομοιάζεται με το κήτος, που κατάπιε τον Ιωνά – και που το θύμα αναγνωρίζει τελικά σ’ αυτό το κήτος μιαν ευλογία Θεού. Το τραγούδι που ακολουθεί μετά το «Μυστικό τοπίο» είναι ένα τσιφτετέλι, το «Χόρεψες ρυθμούς». Όταν έφτασα σ’ αυτό είπα, να λοιπόν, ο δίσκος θα βγει.
Το τσιφτετέλι είναι ένας ρυθμός που εκ παραδόσεως ξέρει καλά και το βουητό, και το συντάκτη του. Είναι ένας ρυθμός που ανεβάζει τον πυρετό, που αναστατώνει την ψυχή, αλλά ταυτόχρονα δεν παύει να είναι ένας ρυθμός – ένα υπέροχο καλουπάκι που σε αναστατώνει ώς το έπακρον αλλά και δεν αφήνει τίποτα να καταστραφεί. Νομίζω πως αυτά τα τρία τραγούδια πρέπει ν’ ακούγονται το ένα κατόπιν του άλλου σαν να πρόκειται για ένα τραγούδι. Είναι νομίζω η καρδιά του δίσκου. Ό,τι ακολουθεί είναι συνεχώς και πιο εύφορο, αλλά και πιο κυλιστό απ’ τη στιγμή που η αρχή είχε γίνει...».

– Πες μου για τα ναρκωτικά, Είναι κι αυτά ένας τρόπος να το ναρκώσει κανείς το βουητό όταν γίνεται ανεξέλεγκτο και δεν έχει, όπως εσύ, τη δύναμη ή την πίστη να το ελέγξει;
– «Μα δε ναρκώνεται. Χρειάζεται συνεχώς και μεγαλύτερη δόση και πάντα αυτό περισσεύει. Αλλά το πρόβλημα δεν είναι τόσο αυτό το παιδί που παίρνει ναρκωτικό, Το πρόβλημα είναι σε μας που το βλέπουμε και παγώνουμε. Στην αρχή το παιδί ήθελε να το υποδεχτούμε, αλλά εμάς δεν μας ένοιαζε. Έτσι άρχισε να αυτοβασανίζεται για να μας αναγκάσει να μιλήσουμε, να του πούμε κάτι τελοσπάντων, να ξυπνήσουμε. Βλέπεις, όταν το απέναντι δε μας μιλά τότε αρχίζουμε σκόπιμα να ταλαιπωρούμαστε μήπως και μας δει και μας απαντήσει. Το φοβερό ερώτημα είναι τι θα γίνει όταν, όσο κι αν αυξάνουμε τις δυνάμεις αυτοκαταστροφής μας, το απέναντι εξακολουθεί να σιωπά, Ε, δεν υπάρχει πια άλλος τρόπος. Θα φτάσουμε στα άκρα. θα εκραγούμε, Θα γίνει ολοκαύτωμα με την ελπίδα ότι το απέναντι ντουβάρι θα πει επιτέλους μία λέξη,
Βέβαια, όλος αυτός ο κόσμος που προσπαθεί να καταπραϋνθεί με ποτά, καπνά, χάπια, ταχύτητες, βλέποντας, τηλεόραση, σπάζοντας πιάτα ή βιτρίνες φαρμακείων ή καίγοντας γήπεδα, διαπράττει τη μεγάλη αδικία τού ότι δεν κάθεται ποτέ ν’ ακούσει το ίδιο του το βουητό και να το αναλάβει. Περιμένει πάντα κάποιον άλλον γι’ αυτά. Αλλά έχει και μια σοβαρή δικαιολογία: Η κοινωνία δεν περιέχει κανενός είδους σχολείο που να διδάσκει στους ανθρώπους από μικρούς να κάθονται ν’ ακούνε την ψυχή τους. Να γιατί πάντα ένιωθα μια έλξη για την ελληνική πνευματική παράδοση. Αυτοί οι εκ βάθους ρυθμοί της λαϊκής μουσικής, η παράδοση, η πίστη, η εκκλησία, είναι ακριβώς ένα σχολείο, που μαθαίνει στους ανθρώπους να ακούνε τι συμβαίνει μέσα ή έξω τους. Δεν έχουν σχέση αυτά με τη ρητορεία για τις ρίζες και πράσινα άλογα.
Αν το παιδί σου, ο ανιψιός σου, κάποιος δικός σου τελοσπάντων μάθεις ότι παίρνει ναρκωτικά, με όποια υψηλά παραδείγματα πολιτισμού κι αν προσπαθήσεις να τον συμβουλέψεις, αυτός είναι μεγαλύτερος και δε χωράει. Δε πα να τους λες «Η Ακρόπολη», ή «ο Θεός», ή «οι ήρωες», ή «ο πόθος του ανθρώπου για ένα καλύτερο αύριο»; Θα σε φτύσει. Τίποτε απ’ όλα αυτά. Η παράδοση δεν είναι τίποτα απ’ όλα αυτά. Η παράδοση σου μαθαίνει ν’ απαντήσεις με την προσωπική σου μικρή περασμένη ζωή, η οποία χωράει σ’ ένα-δυο έρωτες, λίγα ταξίδια, κάτι δισκάκια, μερικά φιλμ, λίγα πράγματα σ’ ένα συρτάρι – όλα αυτά σε βοηθάνε να γίνουν ένα μικρό λευκό χαρτί μέσα στο οποίο τότε έρχεται να εμφανιστεί ο βουερός πλησίον. Να τεντώσουμε τις προσωπικές μας ικανότητες στο έπακρον. Όχι όμως προς την κατεύθυνση του μεγαλείου – γιατί όσο μεγάλες κατασκευές και να φτιάξουμε, το καημένο το παιδί δε χωράει. Όχι. Πρέπει να τις τεντώσουμε προς το αντίθετο του μεγαλείου, εκεί όπου όλα γίνονται μικρά και ευρύχωρα. Δεν ξέρω αν αυτό που λέω συμπίπτει μ’ αυτό που παλιά λεγόταν «ταπεινότητα», αλλά είναι σαν ξαφνικά ν’ ανοίγει μια πόρτα και η εργασία ν’ αποκτά μια βεβαιότητα».

– Και πώς ανοίγει αυτή η πόρτα;
– «Τίποτα, Έρχεται μόνο του. Όπως η αναπνοή, Αρκεί να δείξεις λίγη εμπιστοσύνη στις μικρές σου εμπειρίες, να μη λες λόγια που είναι πάνω απ’ το κεφάλι σου και να ακουμπήσεις σε όσα έζησες. Αυτά είναι ο κόσμος σου. Αυτά λοιπόν θα λευκάνεις, αυτά θα μετατρέψεις σε μια λευκή σελίδα. Έτσι συνεχίζεις να δουλεύεις, όχι όμως πια για να φτιάξεις το αριστούργημα, όχι για να αναπαραστήσεις ή να «εκφράσεις» όπως λένε την ψυχή σου. Αναπαρίσταται η ψυχή; Αναπαρίσταται η θάλασσα; Αναπαρίσταται τελοσπάντων ο οποιοσδήποτε ερεθισμός, ο οποιοσδήποτε θαυμασμός σε έβαλε να δουλέψεις; Τίποτε. Συνεχίζεις να δουλεύεις μόνο για να είσαι κοντά. Τι θαυμάσιο πράγμα η εργασία! Δεν τόξερα! Η εργασία είναι πάνω απ’ όλα, ακόμα κι όταν δεν παράγει τίποτε, ακόμα κι όταν ξεπέφτει σε δουλειά, όσο συνεχίζεται υπόσχεται ένα έργο. Ναι. Ακόμα και στη χειρότερή της φάση, όταν σε βάζει να συμπληρώνεις ωράριο, όταν σε κάνει να ξεπέφτεις στον επαγγελματισμό, τη θαυμάζω. Γιατί θα σε φέρει πάλι στην πάνω βόλτα – ο διαχωρισμός δεν είναι ποτέ σαφής. Ζητώ συγγνώμη από τους επαγγελματίες για κάθε φορά που τούς περιφρόνησα. Η εργασία πρέπει να συνεχιστεί πάση θυσία. Ακόμα κι όταν δεν υπάρχει έμπνευση. Ακόμη κι όταν το μαγαζί είναι άδειο από πελάτες εμείς πρέπει να το ανοίγουμε. Πρέπει να δουλεύονται τα εργαλεία, νάναι έτοιμα για την κατάλληλη στιγμή. Και μ’ αυτή την έννοια, όλοι οι επαγγελματίες συνεχίζουν μια παράδοση –ακόμα και οι πιο αλλοπρόσαλλοι όπως εγώ.

– Σ’ ακούω να μιλάς και θυμάμαι τους γονείς μου
– «Πραγματικά. Σε τι διαφέρουμε από τους πατεράδες μας απ’ τους οποίους κάποτε απομακρυνθήκαμε και τους αρνηθήκαμε τόσο οργίλοι; Φαίνεται πως όποιος φεύγει από αγάπη, από μια γνήσια λαχτάρα, δεν μπορεί, κάποτε θα ξαναγυρίσει. Ξαναγυρίσαμε λοιπόν: Η εργασία πρέπει να συνεχιστεί, το ζεύγος πρέπει να σωθεί πάση θυσία, οι ανήλικοι πρέπει να προστατευθούν. Αυτά δεν είναι τα πιο βασικά πράγματα; Σε τι διαφέρουμε λοιπόν απ’ τους παλιούς; Αλλά χρειάζεται πίστη».

– Πίστη, σε τι;
– «Ειλικρινά δε βρίσκω λόγια

– Σ’ ένα από τα τραγούδια σου λες «να μας έχει ο Θεός γερούς». Πιστεύεις λοιπόν πως υπάρχει Θεός;
– «Τι να σου πω... Η ερώτηση μού θυμίζει το ανέκδοτο που πάει κάποιος σε μια έκθεση ζωγραφικής και βλέπει μια ζωγραφιά, κατάμαυρη, πίσσα, δεν ξεχωρίζει τίποτα. «Τι παριστάνει αυτός ο πίνακας;», ρωτάει. Και του απαντούν «είναι ένας νέγρος μεσ’ στο σκοτάδι». Δηλαδή, πώς να στο πω, εγώ πιστεύω ότι υπάρχει πράγματι ο νέγρος. Πιστεύω ότι μέσα στο βουητό του διπλανού μου ή το δικό μου όχι μόνο υπάρχει ο Θεός, αλλά και αυτός είναι που το προκαλεί όλο αυτό το βουητό..».

– Έχεις φίλους; Στο τραγούδι σου. «Ας κρατήσουν οι χοροί» μιλάς για τις παρέες, για τις κοινότητες που χτίζουν γαλαξίες...
– «Αγαπώ τους φίλους μου όπως και οι περισσότεροι Έλληνες, νομίζω. Έχω φίλους απ’ το σχολείο ακόμα, απ’ το πανεπιστήμιο. Τους συμβουλεύομαι. Πολλές φορές δεν κάνω τίποτα χωρίς να τους ρωτήσω. Γενικά νομίζω ότι μόνο σε μικροκοινωνίες μερικών εκατοντάδων ή μερικών χιλιάδων ατόμων μπορεί ο Έλληνας να ζει και να μιλάει με τη φάτσα του και όχι με αφηρημένες ιδιότητες του τύπου «τραπεζικός», «δημοσιογράφος», δεξιός ή αριστερός, αστός ή μικροαστός. Γι’ αυτό τις αγαπώ τις παρέες. Υπάρχουν όμως παρέες που αν ήταν επιχειρήσεις θα είχαν φαλήρει, αν ήταν χωριά θα είχαν ερημώσει, κι άλλες που ανθίζουν. Τα τελευταία χρόνια πχ ανθούν οι παρέες σε στυλ «μπιού-τιφουλ», ξέρεις, γύρω από μπουτίκ, στο Κολωνάκι κλπ. Εγώ, βέβαια, το βρίσκω πολύ ανώριμο, για να μην πω σαχλό. Από τη στιγμή όμως που διαπίστωσα πως ανάμεσα σ’ αυτόν τον κόσμο λειτουργούν αισθήματα αφοσίωσης και βαθύτερης εμπιστοσύνης, μ’ αρέσει δε μ’ αρέσει είναι ένας μικρόκοσμος που μπορεί να μην έχει λογική, έχει όμως πρόσωπα – οπότε καθάρισε.

– Εσύ τι λες – πού ανήκουμε; Στη Δύση ή στην Ανατολή;
– «Μα δε νομίζω ότι ο Έλληνας έχει πραγματικό πρόβλημα με τη Δύση. Οι ειδικοί μάλιστα λένε πώς η Δύση είναι κατά βάσιν καθαρά ελληνικό πράγμα. Αλλά η απόλυτη λογικοποίηση και νομολατρεία του ευρωπαϊκού στυλ, απ’ τη στιγμή που προσπάθησε να μας επιβληθεί, μας δημιουργεί χωρίς να τόχουμε συνειδητοποιήσει, τεράστια προβλήματα. Συναντάς τεράστιες δυσκολίες αν είσαι ο Παπαδιαμάντης, ο Βαμβακάρης ή ο Θεόφιλος. Αντιθέτως διευκολύνεσαι όταν είσαι ο Παλαμάς, ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης ή ο ζωγράφος Γουναρόπουλος.
Πιστεύω ότι μέοα μας λειτουργεί μια ανατολική εικόνα του κόσμου η οποία αν μπορούσε να γίνει αποδεκτή επίσημα και να προβληθεί αν μη τι άλλο ισάξια με την δυτική εικόνα, αυτό θα τόνωνε την εθνική ομοψυχία και θα απελευθέρωνε νέες δυνάμεις. Ενώ, τώρα, μέσα στην μαζική κοινωνία, ο Έλληνας γίνεται κάφρος. Αλλά αφού τόσα χρόνια μετά τη ναυμαχία του Ναυαρίνου, το περίφημο δυτικό μοντέλο εξακολουθεί να μην μπορεί ν’ αλλάξει τον Έλληνα και νά τον κάνει Άγγλο, Γερμανό ή Γάλλο, τότε πάει να πει πως το μοντέλο «για να ζούμε πιο ωραία», αποτυγχάνει – κι αυτό είναι νομίζω μεγάλη παρηγοριά. Να γιατί κατά βάθος προτιμάω το δικό μου κάφρο απ’ το δικό σου Μπονάτσο. Ή, μάλλον, δε λέω για τον άνθρωπο, δεν έχω τίποτε προσωπικό, μιλώ γι’ αυτό το στυλ το πολύ αεράτο, το πολύ άνετο, σε στυλ «η ζωή είναι μια διαφήμιση οδοντόπαστας». Κι όλο «να τη βρούμε» και «να τη βρούμε». Τι να βρεις δηλαδή; Εγώ, όλα αυτά τα θεωρώ πολύ κακόγουστα. Και τί θα πει δεν έχουμε κανένα κόμπλεξ; Τι είδους προτέρημα είναι πάλι αυτό; Όλοι οι άνθρωποι που αγαπήσαμε ή που μας εμπνεύσανε ήταν όλοι τους κομπλεξικοί. Έτσι είναι η ζωή. Κάποια πίκρα, έχει ο καθένας μας από μικρός και όλο και κάπως του βγαίνει. Λατρεύω τους κομπλεξικούς. Αυτοί που δεν έχουν κανένα κόμπλεξ μου προκαλούν πλήξη.

– Στη συναυλία σε είδαμε να τραγουδάς πάνω σε μια εξέδρα που έγραφε 114. Πες μου, τι νιώθεις γι’ αυτή τη γενιά;
– Ήταν η γενιά της αθωότητας. Δεν ένιωσε τις ενοχές της προηγούμενης – του εμφυλίου – ούτε και την καταπίεση της επόμενης, του Πολυτεχνείου.
Άκου μια αστεία εικόνα, που θυμήθηκα. Γινόταν μια τεράστια διαδήλωση, Δεκέμβρης του ’63, και κατά σύμπτωση είχε κυκλοφορήσει εκείνη την ημέρα το καινούργιο τεύχος της τότε «Πανσπουδαστικής» με εξώφυλλο την [ηθοποιό] Μόνικα Βίττι, η οποία ήταν πολύ της μόδας λόγω [του σκηνοθέτη] Αντονιόνι τότε. Έγινε ανάρπαστο. Έβλεπες χιλιάδες διαδηλωτές να συμπλέκονται με την αστυνομία ανεμίζοντας την Μόνικα Βίτι από παντού. Όλο αυτό το κίνημα δεν ήταν απλώς ένα αίτημα συμμετοχής στα κοινά, αλλά ένα αίτημα ΠΡΟΣΩΠΩΝ και όχι αφηρημένων πολιτικών όντων. Υπογράμμισέ το σε παρακαλώ το «προσώπων». Μπορεί απ’ όλα εκείνα τα παιδιά να μη βγήκαν ούτε υπουργοί ούτε βουλευτές, αλλά αυτό είναι και το πιο ενδιαφέρον τους σημείο. Φωτίσαμε την πολιτική διαμάχη σαν μια διαμάχη του Προσώπου εναντίον της απροσωπίας, που η βαθύτερή της έκβαση παραμένει για μας εκκρεμής και ελπιδοφόρος. Μόνο αυτή η σημερινή υπερκατανάλωση με ανησυχεί πραγματικά. Δεν υπάρχει άνθρωπος, ακόμα και ο πιο φτωχός που να μη ζητάει ένα σωρό γυαλιστερά κι άχρηστα πράγματα. Αναπτήρες, ματογυάλια, ρολογάκια που κάνουν “μπιπ-μπιπ”… Παρασύρονται και τα παιδιά μας. Άσε που συνήθως αυτά πρωτοστατούν. «Γιατί έχει εκείνος και δεν έχω εγώ», λένε. «Βρε σεις», λέω στους γιους μου που τις προάλλες πήγαν στη διαδήλωση για να φύγουν οι βάσεις. «Άμα μου θέλετε μηχανάκια και Αντίντας και δεν ξέρω τι, πώς θέλετε μετά να φύγουν οι βάσεις:».
Ναι, πιστεύω ότι είναι πολύ απλό. Αν παραδίνεσαι και μάλιστα για τόσο ασήμαντους λόγους στον Καίσαρα, δεν μπορεί μετά να ζητάς και την ανεξαρτησία σου».

– Η γυναίκα σου συμφωνεί μαζί σου σε όλα αυτά;
– «Τό ’χω καημό. Ό,τι βλέπει μπροστά της θέλει να τ’ αγοράζει. «Τι θα τα κάνεις όλα αυτά Χριστιανή μου;» της λέω. Μετανοιώνει, ορκίζεται πως δε θα το ξανακάνει, αλλά ύστερα από λίγο πού την χάνεις, πού την βρίσκεις σ’ αυτές τις σαχλομπουτίκ. Δε λέω, κι εγώ σπάταλος άνθρωπος είμαι. Αλλά δεν πρέπει όλα αυτά νάχουν μια αρμονία;
Άλλο είναι να ξυπνήσω ευδιάθετος και βλέποντας ένα πουλόβερ στη βιτρίνα να το πληρώσω όσο - όσο, κι άλλο είναι νάχω την αγωνία, βγήκε η καινούργια κολεξιόν, μη μείνω “άουτ”. Αυτό είναι εφιάλτης. Αλλά τι να κάνεις; Ήταν μαθημένη αλλιώς από μικρή. Και μαζί μου ταλαιπωρήθηκε η καημένη. Όσο νάναι και τη φυλακή γνώρισε μαζί μου, και την εξορία. Κι εγώ επιπλέον δεν είμαι κανένας εύκολος σύντροφος. Όλο ιδιοτροπίες, όλο έμμονες ιδέες. Ευτυχώς που βρέθηκε αυτό το κορίτσι και με ανέχεται. Αχ – αυτή είναι η πραγματικότης! Χαοτική, αντιφατική, και εν τέλει δημοκρατική – διότι μία θέση αλληλοεξουδετερώνεται από την άλλη και ό, τι απομένει είναι το καθαρό και το δίκαιο: Ένα κοινό κρεβάτι, ένα κοινό τραπέζι, μια γνωστή φωνή στο τηλέφωνο, μια θερμή χειραψία. Χάρηκα πολύ που σε γνώρισα, Κάνε ό,τι μπορείς σε παρακαλώ! Ωρεβουάρ!..».
Συνέντευξη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Ταχυδρόμος το 1983, με την ευκαιρία της πρόσφατης, τότε, κυκλοφορίας του δίσκου «Τραπεζάκια έξω».

ηλ. επεξεργασία: Αντίφωνο

Συνέντευξη του Δ. Σαββόπουλου στον Άρη Δαβαράκη - Αντίφωνο

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2025

Πέθανε ο Διονύσης Σαββόπουλος. "Η ΠΛΑΤΕΙΑ ΗΤΑΝ ΓΕΜΑΤΗ .." ..τη βραδιά του Συντάγματος και του Άγνωστου Στρατιώτη

Πέθανε ο συνθέτης και στιχοποιός Διονύσης Σαββόπουλος το βράδυ της Τρίτης σε ηλικία 81 ετών. Τροβαδούρος σπάνιο πηγαίο ταλέντο. Οι συνεργάτες του λένε δεν ήξερε μουσική αλλά είχε τη μουσική μέσα του. Τους τα τραγούδαγε και τα έπαιζαν.. Από την Παρασκευή ήταν στην εντατική. Άρχισε τη μάχη με τον καρκίνο που του πρωτοεμφανίστηκε κατά την πανδημία το 2021. Έπασχε από καρκίνο του πνεύμονα.

Πέρασε από πολλά ρεύματα και αναζητήσεις από την αναρχία ως την νεορθοδοξία το που κατέληξε αυτός ξέρει…πήρε τα μυστικά μαζί του..Από την Αντίσταση στην Συνθηκολόγηση στο πρόσωπο του αποτυπώνεται όλη η τραγωδία ενός λαού.. από την Αντίσταση στην Συνθηκολόγηση.. Θεός σχωρές τον.. Πάντως έδωσε δυνατό αποτύπωμα αμφισβήτησης..

Η ΠΛΑΤΕΙΑ ΗΤΑΝ ΓΕΜΑΤΗ ..


ΕΠΙΚΑΙΡΟΣ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ τη βραδιά του Συντάγματος και του Άγνωστου Στρατιώτη

Διονύσης Σαββόπουλος – Στη Συγκέντρωση της ΕΦΕΕ


Πέθανε ο Διονύσης Σαββόπουλος

Εφυγε από τη ζωή σε ηλικία 81 ετών ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο μεγάλος τραγουδοποιός, στιχουργός και ερμηνευτής, που άφησε βαθύ αποτύπωμα στο ελληνικό τραγούδι και στην πολιτιστική ζωή της χώρας.

Από το απόγευμα της περασμένης Παρασκευής βρισκόταν σε ιδιωτική κλινική μετά από αδιαθεσία.

Ο Διονύσης Σαββόπουλος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1944 και σπούδασε για λίγο στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, πριν εγκαταλείψει τις σπουδές του για να αφοσιωθεί στη μουσική.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1960 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και έγινε γνωστός για τον ιδιοσυγκρασιακό τρόπο γραφής και την ικανότητά του να συνδυάζει το λαϊκό στοιχείο με τη λόγια και τη ροκ παράδοση.

Το πρώτο του άλμπουμ, «Φορτηγό» (1966), θεωρήθηκε ορόσημο για το ελληνικό τραγούδι, ενώ το «Περιβόλι του Τρελού» (1969) καθιέρωσε τη φωνή του ως μία από τις πιο αναγνωρίσιμες της εποχής.

Στη διάρκεια της δικτατορίας, τα τραγούδια του είχαν έντονα πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο, γεγονός που οδήγησε και στη σύντομη φυλάκισή του.

Μετά τη Μεταπολίτευση συνέχισε να δημιουργεί, εκφράζοντας συχνά το κλίμα και τις αντιφάσεις της σύγχρονης Ελλάδας μέσα από έργα όπως «Ρεζέρβα» (1979), «Τραπεζάκια έξω» (1983) και «Χάθηκα» (1987).

Στα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με σπουδαίους μουσικούς και ερμηνευτές, ενώ οι συναυλίες του χαρακτηρίζονταν από θεατρικότητα, χιούμορ και κοινωνική παρατήρηση.

Είχε επίσης ασχοληθεί με τη θεατρική και τηλεοπτική παραγωγή, γράφοντας και παρουσιάζοντας εκπομπές που ανέδειξαν τη μουσική παράδοση της Ελλάδας.

Ο Διονύσης Σαββόπουλος θεωρήθηκε μία από τις πλέον εμβληματικές μορφές του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού.

Το έργο του συνδύαζε τη σάτιρα, τη φιλοσοφική διάθεση και τη βαθιά αγάπη για την ελληνική γλώσσα και μουσική παράδοση, ασκώντας διαρκή επιρροή σε νεότερους δημιουργούς και στο κοινό για δεκαετίες.


Σαββόπουλος αυτοβιογραφούμενος

«Να το καλό του να γράφεις τις αναμνήσεις σου: θυμάσαι ποιους φέσωσες, τι τρακαδόρος, τι κλεφταράκος υπήρξες, κι αρχίζεις να τρώγεσαι τι άλλο σοβαρότερο έχεις διαπράξει και το έχεις εντελώς καταχωνιάσει. Συμμαζέψου λοιπόν και σταμάτα να κάνεις τον άνετο. Χρωστάς», είχε εκμυστηρευτεί στην «Κ» τον περασμένο Ιανουάριο ο Διονύσης Σαββόπουλος αναφορικά με το βιβλίο του «Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα», που μόλις είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Πατάκη.

Ο αναγνώστης από νωρίς έχει υποψιαστεί ότι ο τραγουδοποιός νιώθει την ανάγκη, ανάμεσα στις γοητευτικές ιστορίες με τα γεγονότα που επηρέασαν τον ίδιο και τη μουσική του, να «κάνει ταμείο» με τους ανθρώπους που έχει ή είχε γύρω του.

Από τις σελίδες του περνάνε περισσότερο και λιγότερο γνωστά στιγμιότυπα της ζωής του, από την πρώτη του επαφή με τη μουσική, τα δύσκολα χρόνια στην Αθήνα, τις μπουάτ, τη λογοκρισία μέχρι τις επιτυχίες, τη μεταπολίτευση, την οικογενειακή ζωή και την υγεία του.

Στο βιβλίο του, Σαββόπουλος παρουσιάζει ένα είδος «μυθιστορήματος ενηλικίωσης» – μια πορεία μέσα από κρίσιμες στιγμές, καθοριστικούς κόμβους και σταθμούς που διαμόρφωσαν την προσωπικότητα και το έργο του.

Η αφήγησή του κινείται ανάμεσα στην προσωπική εξομολόγηση και τη συλλογική μνήμη, φωτίζοντας τις περιόδους που σφράγισαν τη σύγχρονη ελληνική ιστορία και κουλτούρα.

Η «Κ» είχε σταχυολογήσει ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα.

Για τη μουσική. Στη δουλειά μου οι στίχοι και η μουσική είναι ένα. Κι αν υπάρχει κάποια ποίηση σε αυτό που κάνω, αυτή δεν βρίσκεται στα λόγια του τραγουδιού αλλά στο τραγούδι εν τω συνόλω του.

Για τον Σταύρο Ξαρχάκο. Ενα βράδυ μας κάλεσαν στην «Τριάνα του Χειλά» (…) Ξαφνικά, εκεί που έπαιζα το «Ηλιε, ήλιε αρχηγέ», ακούω πίσω μου το πιάνο να ενισχύει τον ρυθμό και τα ακόρντα μου. Στρίβω το κεφάλι και τι να δω; Ηταν ο Σταύρος Ξαρχάκος! (…) Τόσα χρόνια τώρα δεν έχουμε πολλά πολλά με τον Σταύρο, δεν κάνουμε παρέα, δεν βλεπόμαστε, πάντα όμως τον ένιωθα σαν έναν μακρινό φίλο. Είναι απ’ τους μεγάλους μας ο Σταύρος.

Για τον Αλέξη Κυριτσόπουλο. Εχουμε κάνει τόσες δουλειές με τον Αλέκο, που είναι πια σαν να λέμε τα τραγούδια μαζί· σαν τους αδελφούς Κατσάμπα. Η δουλειά του Αλέκου ασκεί μια παράδοξη γοητεία πάνω μου που δεν μπορώ να την εξηγήσω.

Για τους γονείς του. Ανεβήκαμε με την Ασπα και το μωρό στο αεροπλάνο και πετάξαμε στη Θεσσαλονίκη να δούμε τους δικούς μου, που είχα να τους δω τόσο καιρό. Μας δέχτηκαν με χαρές και πανηγύρια. Αισθανόμουν λίγο σαν άσωτος υιός που όμως επιστρέφει επιτυχημένος και άνετος. Κατάλαβα τους γονείς του, κατάλαβα τον φόβο τους.

Για τη γενιά του. Εμείς τότε ήμασταν σαν τον Τζέιμς Ντιν στο «Επαναστάτης χωρίς αιτία». Οργισμένοι με τον συντηρητισμό του μπαμπά και της μαμάς και με ό,τι τους έμοιαζε (…) Γι’ αυτό και η γενιά μου –δικαιολογημένα επίσης– απέτυχε πολιτικά. Αλλοι τρέχανε στις Ινδίες, άλλοι δοξάζανε τον Μάο, άλλοι κολλήσανε στο «Εμπρός της γης οι κολασμένοι» (…) ενώ αποτύχαμε πολιτικά, το πολιτιστικό προϊόν που γέννησε η δίψα μας απεδείχθη πανίσχυρο. Τρώμε ακόμα εξ αυτού.

Για το τραγούδι. Αν λοιπόν τραγουδώ σημαίνει τραγουδώ μια θυσία, τότε εγώ όταν τραγουδώ ποια θυσία τραγουδώ; Το ρώτησα αυτό μια φορά στον Ράμφο που είναι σοφός άνθρωπος. «Τη θυσία που δεν έκανες», απαντά! Σωστός. (…) Αν όμως τραγουδήσεις αυτή την πληγή, τότε η θυσία που δεν έκανες είναι λίγο σαν να την έκανες. Η πληγή μαλακώνει, η ζωή αλαφραίνει και συνεχίζεται.

Για την πολιτική ορθότητα. Η πολιτική ορθότητα είναι εξουσία. Μια καινούργια διαβολική μπέμπα. Μας επιβάλλει να μην αναφερόμαστε σε γένος, φύλο, χρώμα, καταγωγή. (…) Ψυχραιμία παιδιά. Κάποια στιγμή θα ισορροπήσει και θα έρθει στα συγκαλά της και αυτή η υστερία. Ως τότε μην κολλάτε εσείς οι νέοι τραγουδοποιοί κυρίως. Μην ξεχνάτε ότι «γράφω» σημαίνει «βγαίνω γυμνός».

Για τους δασκάλους του. Είναι όμως πάνω απ’ όλους ο καθηγητής κ. Βαφειάδης, ο ποιητής Νίκος – Αλέξης Ασλάνογλου και ο συνθέτης Μάνος Χατζιδάκις αυτοί που στα εφηβικά μου χρόνια άγγιξαν την ψυχή μου μιλώντας της κατευθείαν.

Για τα παιδιά του. Μια άλλη φορά σε κυριακάτικο οικογενειακό τραπέζι με τα δυο αγόρια, τις κοπέλες τους και κάνα δυο στενούς συγγενείς, όλο χαρές και τσουγκρίσματα, μου ‘ρθε να το εξομολογηθώ δημόσια, να το βγάλω από πάνω μου ότι δεν ήμουν και τόσο καλός πατέρας, ότι με στενοχωρεί αυτό κι ότι μερικές φορές ήμουν σκληρός με τα παιδιά μου και τα απαξίωσα. Θέλω να ζητήσω συγγνώμη γι’ αυτό.

Για τον Θάνο Μικρούτσικο. Ούτε στον Θάνο Μικρούτσικο ήμουν εντάξει. Είχε πει ο Θάνος κάτι κουβέντες για μένα στα Νέα που με στενοχώρησαν, θύμωσα πάρα πολύ και του ‘κοψα την καλημέρα. (…) ώσπου αυτή η στρίφνα μου άρχισε να μ’ ενοχλεί κι εμένα και σε μια κοινωνική εκδήλωση πήγα και του μίλησα και πιάσαμε λίγη κουβέντα σαν να μην τρέχει τίποτα (…) Κι εγώ ανακουφίστηκα αλλά δεν το προχώρησα, δεν το καλλιέργησα παραπάνω.

Για τους ράπερ. Το αποτέλεσμα εκεί είναι εντελώς πρωτόγονο, είναι σαν να βγήκαν από τη σπηλιά, στέκονται μπροστά στο μικρόφωνο με τα πόδια ανοιχτά κι αρχίζουν να τα αμολάνε. Τα λόγια τους. Εγώ καταλαβαίνω ένα παιδί που προσπαθεί να φτιάξει κάτι δικό του και βρίσκει όλο εμπόδια τριγύρω. Υπήρξα κι εγώ τέτοιο παιδί. Αν καταλήξουμε στο «ο κόσμος είναι ένας κουβάς με σκατά και τίποτα άλλο», τι θα βγει; Ενα μηδενικό.







Τρίτη 5 Απριλίου 2022

Τρίτη 15 Μαρτίου 2022

Διονύσης Σαββόπουλος: «Γιατί πήγα στη συγκέντρωση στο Σύνταγμα κατά της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία» (Photo)

 Τη φωνή του με όσους βρέθηκαν στη μεγάλη συγκέντρωση στο Σύνταγμα, κατά της Ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, ένωσε ο σπουδαίος δημιουργός Διονύσης Σαββόπουλος.

Ο Διονύσης Σαββόπουλος μάλιστα έκανε μία ανάρτηση με τις σκέψεις του.

«Πήγα και εγώ χθες στο Σύνταγμα σε αυτή τη συγκέντρωση για την Ουκρανία. Πόσα χρόνια έχω να πάω σε συγκέντρωση ούτε που θυμάμαι αλλά αυτή με τράβηξε σαν μαγνήτης. Μόλις άκουσα στις ειδήσεις το κάλεσμα είπα θα πάω.

Νομίζω όλοι εμείς που ανταμώσαμε χθες στο Σύνταγμα, οδηγηθήκαμε εκεί από συγκίνηση και θαυμασμό για τον μαρτυρικό λαό της Ουκρανίας και την γενναία ηγεσία του. Αυτός ο πρώην κωμικός ηθοποιός βάζει τώρα το κεφάλι του στον πάγκο του χασάπη, μπας και φιλοτιμηθεί επιτέλους η συγχυσμένη Δύση και θυμηθεί τις αξίες της και σταματήσει αυτόν τον καινούργιο εφιάλτη του πολέμου.

Συγκέντρωση κατά της Ρωσίας για πρώτη φορά στην Ελλάδα

Κάποιοι είπαν ότι συγκέντρωση εναντίον της Ρωσίας γίνεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Μα όχι, δεν έγινε κατά της Ρωσίας, έγινε κατά της στρατιάς του Πούτιν, να φύγει από την Ουκρανία. Αυτό είναι το ζητούμενο. Κατά τα άλλα, Ρωσία θαυμάσια χώρα.

Τέλος δε μπορεί να μη νιώσεις να αναπτερώνονται οι ελπίδες σου και να μη συγκινηθείς βλέποντας επιτέλους για πρώτη φορά τέτοια ομοψυχία στην Ευρώπη και σε όλη την Δύση. Και το κατάφερε αυτός ο θυσιαστικός κλόουν που βρέθηκε να είναι πρωθυπουργός τού υπέροχου λαού που τον εξέλεξε.

«Φαίνεται ότι η κωμωδία μπορεί να είναι κάτι πολύ σοβαρό κατά βάθος» μου είπε χθες ο Στέλιος Ράμφος. Διονύσης Σαββόπουλος»

Η συγκέντρωση στο Σύνταγμα

Αξίζει να σημειωθεί ότι μία λαοθάλασσα κόσμου βρέθηκε την περασμένη Τρίτη στο Σύνταγμα.

Κρατώντας ουκρανικές σημαίες, γαλάζια και κίτρινα μπαλόνια αλλά και λουλούδια, οι συγκεντρωμένοι φώναξαν συνθήματα για τον ουκρανικό λαό και υπέρ της ειρήνης, ενώ από τα μεγάφωνα ηχούσε ο εθνικός ύμνος της Ουκρανίας.

Διονύσης Σαββόπουλος: «Γιατί πήγα στη συγκέντρωση στο Σύνταγμα κατά της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία» (Photo) | ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ (topontiki.gr)

O θλιβερός σαλτιμπάγκος Διονύσης Σαββόπουλος – παραπέμπει προς επίρρωσιν των λόγων του, στη θυμοσοφία του Στέλιου Ράμφου.
Μόνο που ο Ράμφος δεν είναι απλώς αλαλιασμένος όπως εσείς κε Σαββόπουλε· εκτελεί διατεταγμένη υπηρεσία, και κάνει πολύ προσεκτικά τη δουλειά του!

ΠΛΗΣΙΑΖΕΙ ΕΞ ΑΛΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΑΠΗΜΕΝΕΣ ΚΑΙ ΓΕΝΝΑΙΟΔΩΡΕΣ ΧΟΡΗΓΕΙΕΣ ΤΩΝ ΣΥΝΑΥΛΙΩΝ. 

Σάββατο 17 Ιουλίου 2021

Διονύσης Σαββόπουλος: Ένας υποχρεωτικός εμβολιασμός θα «βόλευε» και τους δύσπιστους…

 

Παρέμβαση στο θέμα των εμβολιασμών και όσων δηλώνουν δύσπιστοι αναφορικά με τη συμμετοχή τους στο πρόγραμμα έκανε και ο Διονύσης Σαββόπουλος. 
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει σε ανάρτησή του στο Facebook 
«ένας υποχρεωτικός εμβολιασμός θα “βόλευε” τους δύσπιστους” απαλλάσσοντας τους από το βάρος της δικής τους ευθύνης».
Μάλιστα τονίζει ότι με τον τρόπο αυτό θα μπορούν να συνεχίσουν να είναι αρνητές αλλά να είναι και εμβολιασμένοι προσθέτοντας «ότι μερικές φορές πρέπει να βοηθούμε τους άλλους να σώσουν κάπως τα προσχήματα»...
«Πιστεύω ότι ένας υποχρεωτικός εμβολιασμός θα "βόλευε" και τους δύσπιστους. Θα τους ανακούφιζε επειδή θα τους απάλλασσε από το βάρος της δικής τους ευθύνης. Έτσι, θα μπορούσαν να συνεχίσουν να είναι ακόμη και αρνητές, εμβολιασμένοι όντες, όχι πάντως με την δική τους θέληση. Μερικές φορές πρέπει να βοηθούμε τους άλλους να σώσουν κάπως τα προσχήματα» αναφέρει και κλείνει την παρέμβαση του με δύο στίχους από τον "Πλούτο" του Αριστοφάνη:
«Στων γιατρών σας την παιδεία χαίρεστε λαοί,
των θνητών παρηγορία οι Ασκληπιοί»


EΝΑΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ ΕΜΒΟΛΙΑΣΜΟΣ ΘΑ ΒΟΛΕΥΕ "ΒΟΛΕΜΕΝΕ" ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΕ. ΕΝΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΕΜΒΟΛΙΟ, ΑΠΟ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΗΔΗ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΔΕΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ ΠΑΡΕΝΕΡΓΕΙΕΣ, ΟΥΤΕ ΥΠΟΨΙΕΣ ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΟΣ, ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΕ.

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2013

Όπου κοιτάζω να κοιτάζεις...

ΠΗΓΗ: Ας Μιλήσουμε Επιτέλους

Κοιτάζουν τα κοράκια...
Και χειροκροτούν...
Το ''μάνα εξ ουρανού'', που περιμένουν να πέσει στο κεφάλι τους με την μορφή του ψηφισθέντος προϋπολογισμού, που θα τους φέρει την διατήρησή τους στην εξουσία,
Τ
ις καρεκλίτσες τους,
Την διατήρηση των προνομίων τους,
Το ''άρμεγμα'' του δημόσιου
χρήματος (όσο υπάρχει, όλο γι αυτούς),
Τους διορισμούς
των συγγενών τους.
     
Κοιτάζουν και χειροκροτούν την δικαίωση της ανικανότητάς τους, την δουλοπρέπειά τους, την μηδαμινότητά τους, τα λύτρα της προδοσίας τους.
 
Κοιτάζουν και χειροκροτούν την ίδια την προδοσία τους...

Δεν βλέπουν όμως πίσω, πέρα απ' αυτούς τους τοίχους, που νομίζουν ότι τους προστατεύουν,
τί ακριβώς έρχεται, τί ακριβώς θα πέσει πάνω στα κεφάλια τους...

Δεν βλέπουν
την οργή του κόσμου, το μίσος που σιγοβράζει...
Δεν βλέπουν τα κόκκινα μάτια, τα σηκωμένα από απελπισία χέρια...
Τα άδεια στομάχια των παιδιών στα σχολεία...
Την παραφροσύνη του πατέρα που δεν μπορεί να θρέψει τα παιδιά του...
Δεν βλέπουν τα νύχια της γριάς μάνας, που βλέπει τον γιό της ν' αυτοκτονεί από ανέχεια, τα μαγκάλια, που θα βάλουν φωτιά σε όλα...

Δεν βλέπουν.

Και καλά κάνουν και δεν βλέπουν
:
Η τυφλότητά τους αυτή, θα σώσει μιά μέρα, τον λαό..


*
Προς τον ποιητή του στίχου αυτού: η λαϊκή σοφία λέει ''τα στερνά, τιμούν τα πρώτα''!
Κρίμα για τα δικά σου στερνά, αλλά προπαντός για τα ''πρώτα''
...
Η  ''Παράγκα'' των νιάτων σου απ' όπου ξεφώνιζες την εξουσία, έγινε το ανάκτορο της άφωνης συναίνεσής των γηρατειών σου...

Σάββατο 14 Ιουλίου 2012

"Τα ελληνικά είναι τραγούδι"




Ένα παλιό άρθρο του Δ. Σαββόπουλου
Πρέπει να σας πω ότι δεν ήμουν πάντοτε υπέρ των τόνων.
Τούς θεωρούσα διακοσμητικά στολίδια, κατάλοιπα άλλων εποχών, που δεν χρειάζονται πια. Και καθώς δεν ήμουν ποτέ καλός στην ορθογραφία, το μονοτονικό με διευκόλυνε
Βέβαια, η γλώσσα χωρίς τόνους φάνταζε στα μάτια μου σαν σεληνιακό τοπίο, αλλά νόμιζα ότι αυτό ήταν μια προσωπική μου εντύπωση, θέμα συνήθειας.
Ώσπου συνέβη το εξής:
Είχα βρεθεί για ένα διάστημα ν’ ακούω συστηματικά, καινούργια ανέκδοτα τραγούδια, επωνύμων και ανωνύμων, για λογαριασμό τής δισκογραφικής εταιρείας “Λύρα”, προκειμένου αυτή να τα ηχογραφήσει ή να τα επιστρέψει στους συνθέτες.
Είναι δύσκολο ν’ απορρίπτεις και ακόμα δυσκολότερο να εξηγείς το γιατί.
Όταν βέβαια το τραγούδι είναι τετριμμένο ή άτεχνο, η εξήγηση είναι εύκολη. Μού συνέβη όμως να δω τραγούδια όπου οι στίχοι δεν ήταν άσχημοι και η μουσική δεν ήταν τυχαία, επιπλέον ταίριαζε θεματικά και με τους στίχους. Κι όμως, το τραγούδι συνολικά δεν “κύλαγε” όπως λέμε (οπότε το επιστρέφαμε στον ενδιαφερόμενο με διάφορες ασάφειες και υπεκφυγές).
Το πράγμα με απησχόλησε.
Έφερνα στο μυαλό μου μεγάλες ωραίες επιτυχίες, παλιά τραγούδια (…) και τα συνέκρινα μ’ αυτά που απέρριπτα, ώσπου μετά από μήνες διεπίστωσα κάτι πολύ απλό: Όταν μια μουσική μετατρέπει συστηματικά τις μακρές συλλαβές σε βραχείες ή όταν ανεβάζει την φωνή εκεί όπου υπάρχει απλώς μια περισπωμένη, ενώ την κατεβάζει συστηματικά εκεί που υπάρχει ψιλή οξεία, όταν δηλαδή η μουσική κινείται αντίθετα – προσέξτε, αντίθετα όχι στο ρυθμό τού ποιήματος, αλλά αντίθετα στις αναλογίες τονισμού και αντίθετα στην ορθογραφία του – τότε όσο έξυπνη και να ‘ναι, κάνει το τραγούδι δυσκίνητο και ασθματικό.
Στα πετυχημένα τραγούδια δεν συμβαίνει αυτό. Βέβαια, όταν γράφει κανείς πάνω σ’ ένα ρυθμό ή σ’ ένα μουσικό δρόμο, πρέπει να ακολουθήσει τα καλούπια τους, οπότε θα υπάρχουν σημεία όπου αυτή η πείρα που περιέγραψα, δεν τηρείται.
Αυτό όμως θα συμβεί μόνον όταν δεν γίνεται αλλιώς. Και πάντα η βιασμένη λέξη θα τοποθετείται έτσι ώστε να προηγούνται και να έπονται επιτυχείς στιγμές, ώστε να μειώνεται η εντύπωση τής ατασθαλίας, η οποία έτσι συνδυασμένη ωφελεί, διότι το τραγούδι αλλιώς θα ήταν μηχανικό. Κάτι τέτοιο δεν το είχα προσέξει. Και ήταν η πρώτη φορά που αισθάνθηκα ότι οι τόνοι και τα πνεύματα ίσως να μην ήταν διακοσμήσεις, ίσως να είχαν λόγο.(…)
Μέσα στο στούντιο είχα και δύο εκπλήξεις. Να η πρώτη: Προσπαθώντας να ακούσω την διαφορά οξείας και περισπωμένης, διάβασα την φράση: “Λυγᾶ πάντα η γυναίκα”. Το “πάντα” ακούγεται ψηλότερα από το “λυγᾶ” που παίρνει περισπωμένη. “Λυγά πάντα η γυναίκα’ ακούγεται όμως περιέργως ψηλότερα κι από το “ γυναίκα”, που όμως παίρνει οξεία. Γιατί άραγε; Τηλεφώνησα σ’ έναν φίλο και έμαθα ότι η “γυναίκα” οφείλει να παίρνει περισπωμένη, διότι είναι τής τρίτης κλίσεως, η οποία όμως καταργήθηκε, γι’ αυτό πήρε οξεία η “ γυναίκα”.
Να λοιπόν, που από άλλο σημείο ορμώμενος, αναγκάστηκα να συμφωνήσω ότι κακώς καταργήθηκε η τρίτη κλίση αφού στην φωνή μας εξακολουθεί να υπάρχει “Λυγά πάντα η γυναίκα” λοιπόν και παίρνει και περισπωμένη.
Η δεύτερη έκπληξη: Έδωσα σ’ έναν ανύποπτο νέο, που παρευρισκόταν στο στούντιο, να διαβάσει λίγες φράσεις. Εκεί μέσα είχα βάλει σκοπίμως την ίδια λέξη ως επίθετο και ως επίρρημα, διότι είχα πάντα την περιέργεια να διαπιστώσω αν προφέρουμε διαφορετικά το ωμέγα από το όμικρον. Ακούστε τις φράσεις: Είν’ ακριβός αυτός ο αναπτήρας. Ας μην είν’ ωραίος, έχει την αξία του. Ναι, ακριβώς αυτό ήθελα να πω”. Ακουστικώς δεν παρατήρησα διαφορά. Έκοψα τις δύο λέξεις και τις κόλλησα την μία κατόπιν της άλλης. Ακούστε το!
“Ακριβός… ακριβώς”.
Ελάχιστη διαφορά στο αυτί, ο ηχολήπτης μόνον επέμενε ότι το δεύτερο είναι κάπως πιο φαρδύ.
Ας το ξανακούσουμε:
“Ακριβός… ακριβώς”.
Ασήμαντη διαφορά. Συνδέσαμε τότε τον παλμογράφο. Να το διάγραμμα του επιθέτου ακριβός, όπως προέκυψε, και να το πολύ πλουσιότερο τού επιρρήματος. Δεν είναι καταπληκτικό;
Όταν το είδα, τα μηχανήματα του στούντιο μου φάνηκαν σαν όργανα του παραμυθιού. Ο παλμογράφος μού φάνηκε σαν μια σκαπάνη που, κάτω από το έδαφος της καθημερινής ομιλίας, ανακαλύπτει αυτό που δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει, έστω μέσα σε χειμερία νάρκη, αυτό που συνειδητοποίησαν και προσπάθησαν να μνημειώσουν οι Αλεξανδρινοί δύο χιλιάδες χρόνια πριν.

Τίποτε δεν χάθηκε.
Όλα υπάρχουν.
Αρκεί να προσέξουμε αυτό το τραγούδι της καθημερινής ομιλίας που πηγαινοέρχεται συνεχώς ανάμεσά μας. Ακούστε πώς ηχούν οι τονισμοί. Ακούστε τα μακρά. Ακούστε την λαϊκή τραγουδίστρια πώς αποδίδει το ωμέγα ή την ψιλή οξεία (…).
Τέλος, ακούστε την θεία φωνή του Ανδρέα Εμπειρίκου, την παράξενη απαγγελία που κυνηγά την λάμψη της οξείας, τον πλούτο της διφθόγγου, τους τόνους και την ορθογραφία, σαν μουσικά σύμβολα μιας φωνής που προϋπάρχει αδιάκοπα και οδηγεί το ποίημα.(…)
Δεν περιφρόνησα καμιά άποψη και δεν κολάκευσα καμιά. Προσπάθησα να πω τρεις φορές τρεις αλήθειες.
Πρώτον: Τα ελληνικά είναι τραγούδι. Κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να απλοποιήσει ένα τραγούδι ή να το δει πρακτικά. Γιατί να δούμε λοιπόν τα ελληνικά, πρακτικά;
Δεύτερον: Όποιος σταθεί αλαζονικά απέναντι στα ρεφρέν που τον ψυχαγώγησαν διά βίου, στρέφεται εναντίον της προσωπικής του ιστορίας και πίστης. Τα ίδια μπορεί να πάθει ένας λαός με την γλώσσα. Ιδίως αν η γλώσσα του είναι τα ελληνικά.
Τρίτον: Τα ελληνικά ως τραγούδι είναι ανυπόφορα δύσκολα. Κανείς δεν τα βγάζει πέρα με τα ελληνικά. Απέναντι στα ελληνικά θα είμαστε πάντα φάλτσοι και αγράμματοι. Αλλά τί να γίνει; Σημασία έχει η συνείδηση ότι τα μιλάμε, όχι για να γίνουμε δεξιοτέχνες, αλλά για να γίνουμε άνθρωποι.
Ευχαριστώ.
Πηγή: Ολυμπία

Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2010

Ο Διονύσης Σαββόπουλος κάνει μάθημα Ελληνικών στην Διαμαντοπούλου

Πηγή : ΤΡΕΛΟ-ΓΙΑΝΝΗΣ

Τα ελληνικά είναι τραγούδι


Πρέπει να σας πω ότι δεν ήμουν πάντοτε υπέρ των τόνων.

Τούς θεωρούσα διακοσμητικά στολίδια, κατάλοιπα άλλων εποχών, που δεν χρειάζονται πια. Και καθώς δεν ήμουν ποτέ καλός στην ορθογραφία, το μονοτονικό με διευκόλυνε.

 Βέβαια, η γλώσσα χωρίς τόνους φάνταζε στα μάτια μου σαν σεληνιακό τοπίο, αλλά νόμιζα ότι αυτό ήταν μια προσωπική μου εντύπωση, θέμα συνήθειας. Ώσπου συνέβη το εξής:

Είχα βρεθεί για ένα διάστημα ν' ακούω συστηματικά, καινούργια ανέκδοτα τραγούδια, επωνύμων και ανωνύμων, για λογαριασμό τής δισκογραφικής εταιρείας "Λύρα", προκειμένου αυτή να τα ηχογραφήσει ή να τα επιστρέψει στους συνθέτες.

Είναι δύσκολο ν' απορρίπτεις και ακόμα δυσκολότερο να εξηγείς το γιατί. Όταν βέβαια το τραγούδι είναι τετριμμένο ή άτεχνο, η εξήγηση είναι εύκολη. Μού συνέβη όμως να δω τραγούδια όπου οι στίχοι δεν ήταν άσχημοι και η μουσική δεν ήταν τυχαία, επιπλέον ταίριαζε θεματικά και με τους στίχους. Κι όμως, το τραγούδι συνολικά δεν "κύλαγε" όπως λέμε (οπότε το επιστρέφαμε στον ενδιαφερόμενο με διάφορες ασάφειες και υπεκφυγές.

Το πράγμα με απησχόλησε. Έφερνα στο μυαλό μου μεγάλες ωραίες επιτυχίες, παλιά τραγούδια (...) και τα συνέκρινα μ' αυτά που απέρριπτα, ώσπου μετά από μήνες διεπίστωσα κάτι πολύ απλό: Όταν μια μουσική μετατρέπει συστηματικά τις μακρές συλλαβές σε βραχείες ή όταν ανεβάζει την φωνή εκεί όπου υπάρχει απλώς μια περισπωμένη, ενώ την κατεβάζει συστηματικά εκεί που υπάρχει ψιλή οξεία, όταν δηλαδή η μουσική κινείται αντίθετα -προσέξτε, αντίθετα όχι στο ρυθμό τού ποιήματος, αλλά αντίθετα στις αναλογίες τονισμού και αντίθετα στην ορθογραφία του- τότε όσο έξυπνη και να 'ναι, κάνει το τραγούδι δυσκίνητο και ασθματικό.

Στα πετυχημένα τραγούδια δεν συμβαίνει αυτό. Βέβαια, όταν γράφει κανείς πάνω σ' ένα ρυθμό ή σ' ένα μουσικό δρόμο, πρέπει να ακολουθήσει τα καλούπια τους, οπότε θα υπάρχουν σημεία όπου αυτή η πείρα που περιέγραψα, δεν τηρείται.

Αυτό όμως θα συμβεί μόνον όταν δεν γίνεται αλλιώς. Και πάντα η βιασμένη λέξη θα τοποθετείται έτσι ώστε να προηγούνται και να έπονται επιτυχείς στιγμές, ώστε να μειώνεται η εντύπωση τής ατασθαλίας, η οποία έτσι συνδυασμένη ωφελεί, διότι το τραγούδι αλλιώς θα ήταν μηχανικό. Κάτι τέτοιο δεν το είχα προσέξει. Και ήταν η πρώτη φορά που αισθάνθηκα ότι οι τόνοι και τα πνεύματα ίσως να μην ήταν διακοσμήσεις, ίσως να είχαν λόγο.(...)

Μέσα στο στούντιο είχα και δύο εκπλήξεις. Να η πρώτη: Προσπαθώντας να ακούσω την διαφορά οξείας και περισπωμένης, διάβασα την φράση: "Λυγά πάντα η γυναίκα". Το "πάντα" ακούγεται ψηλότερα από το "λυγά" που παίρνει περισπωμένη. "Λυγά πάντα η γυναίκα' ακούγεται όμως περιέργως ψηλότερα κι από το "γυναίκα", που όμως παίρνει οξεία. Γιατί άραγε; Τηλεφώνησα σ' έναν φίλο και έμαθα ότι η "γυναίκα" οφείλει να παίρνει περισπωμένη, διότι είναι τής τρίτης κλίσεως, η οποία όμως καταργήθηκε, γι' αυτό πήρε οξεία η "γυναίκα".

Να λοιπόν, που από άλλο σημείο ορμώμενος, αναγκάστηκα να συμφωνήσω ότι κακώς καταργήθηκε η τρίτη κλίση αφού στην φωνή μας εξακολουθεί να υπάρχει "Λυγά πάντα η γυναίκα" λοιπόν και παίρνει και περισπωμένη. Η δεύτερη έκπληξη: Έδωσα σ' έναν ανύποπτο νέο, που παρευρισκόταν στο στούντιο, να διαβάσει λίγες φράσεις. Εκεί μέσα είχα βάλει σκοπίμως την ίδια λέξη ως επίθετο και ως επίρρημα, διότι είχα πάντα την περιέργεια να διαπιστώσω αν προφέρουμε διαφορετικά το ωμέγα από το όμικρον. Ακούστε τις φράσεις:

Είν' ακριβός αυτός ο αναπτήρας. Ας μην είν' ωραίος, έχει την αξία του. Ναι, ακριβώς αυτό ήθελα να πω".

Ακουστικώς δεν παρατήρησα διαφορά. Έκοψα τις δύο λέξεις και τις κόλλησα την μία κατόπιν της άλλης. Ακούστε το!

"Ακριβός... ακριβώς".

Ελάχιστη διαφορά στο αυτί’ ο ηχολήπτης μόνον επέμενε ότι το δεύτερο είναι κάπως πιο φαρδύ. Ας το ξανακούσουμε:

"Ακριβός... ακριβώς".

Ασήμαντη διαφορά. Συνδέσαμε τότε τον παλμογράφο. Να το διάγραμμα του επιθέτου ακριβός, όπως προέκυψε, και να το πολύ πλουσιότερο τού επιρρήματος. Δεν είναι καταπληκτικό;

Όταν το είδα, τα μηχανήματα του στούντιο μού φάνηκαν σαν όργανα του παραμυθιού. Ο παλμογράφος μού φάνηκε σαν μια σκαπάνη που, κάτω από το έδαφος της καθημερινής ομιλίας, ανακαλύπτει αυτό που δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει, έστω μέσα σε χειμερία νάρκη, αυτό που συνειδητοποίησαν και προσπάθησαν να μνημειώσουν οι Αλεξανδρινοί δύο χιλιάδες χρόνια πριν.

Τίποτε δεν χάθηκε.

Όλα υπάρχουν.

Αρκεί να προσέξουμε αυτό το τραγούδι της καθημερινής ομιλίας που πηγαινοέρχεται συνεχώς ανάμεσά μας. Ακούστε πώς ηχούν οι τονισμοί. Ακούστε τα μακρά. Ακούστε την λαϊκή τραγουδίστρια πώς αποδίδει το ωμέγα ή την ψιλή οξεία (...).

Τέλος, ακούστε την θεία φωνή του Ανδρέα Εμπειρίκου, την παράξενη απαγγελία που κυνηγά την λάμψη της οξείας, τον πλούτο της διφθόγγου, τους τόνους και την ορθογραφία, σαν μουσικά σύμβολα μιάς φωνής που προϋπάρχει αδιάκοπα και οδηγεί το ποίημα.(...)

Δεν περιφρόνησα καμμιά άποψη και δεν κολάκευσα καμιά.

Προσπάθησα να πω τρείς φορές τρείς αλήθειες.

Πρώτον: Τα ελληνικά είναι τραγούδι. Κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να απλοποιήσει ένα τραγούδι ή να το δει πρακτικά. Γιατί να δούμε λοιπόν τα ελληνικά, πρακτικά;

Δεύτερον: Όποιος σταθεί αλαζονικά απέναντι στα ρεφρέν που τον ψυχαγώγησαν διά βίου, στρέφεται εναντίον της προσωπικής του ιστορίας και πίστης.

Τα ίδια μπορεί να πάθει ένας λαός με την γλώσσα. Ιδίως αν η γλώσσα του είναι τα ελληνικά.

Τα ελληνικά ως τραγούδι είναι ανυπόφορα δύσκολα. Κανείς δεν τα βγάζει πέρα με τα ελληνικά.

Απέναντι στα ελληνικά θα είμαστε πάντα φάλτσοι και αγράμματοι.

Αλλά τί να γίνει;

Σημασία έχει η συνείδηση ότι τα μιλάμε, όχι για να γίνουμε δεξιοτέχνες, αλλά για να γίνουμε άνθρωποι.

Ευχαριστώ.

Πηγή : http://santorinischool.blogspot.com/2010/10/blog-post_10.html

Aμέθυστος