Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντεπιγραφές στις επιγραφές του Βέκκου - Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντεπιγραφές στις επιγραφές του Βέκκου - Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Ιουλίου 2018

ΑΝΤΕΠΙΓΡΑΦΕΣ ΣΤΙΣ ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ ΤΟΥ ΒΕΚΚΟΥ ΥΠΕΡ ΛΑΤΙΝΩΝ - ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ (3)

ΑΝΤΕΠΙΓΡΑΦΕΣ ΣΤΙΣ ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ ΤΟΥ ΒΕΚΚΟΥ ΥΠΕΡ ΛΑΤΙΝΩΝ - ΤΟΥ ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ


Επιγραφή δεκάτη

Οι παρούσες μαρτυρίες των γραφών, στις οποίες οι πατέρες εθεολόγησαν ότι ο Υιός είναι ίδιος του Πατρός, ως προερχόμενος εκ της ουσίας αυτού, και ότι είναι εξ αυτού, ως ίδιον όντα τής ουσίας αυτού, κατεστρώθησαν εδώ, για να είναι δυνατόν στον βουλόμενο να διαγινώσκει από αυτές ότι και το Πνεύμα δια τούτο λέγεται ότι είναι ίδιον του Υιού, δια το ότι είναι εκ της ουσίας αυτού· και ότι πάλιν δια τούτο λέγεται ότι είναι εκ της ουσίας του Υιού, δια το ότι αυτό είναι ίδιον αγαθόν της τοιαύτης ουσίας, πράγμα το όποιον φανερώνει και την προς τον Υιόν ομοουσιότητα του Πνεύματος. Πράγματι, εάν το Πνεύμα ήτο ίδιον του Υιού και εκ της ουσίας του Υιού κατ' άλλο λόγο ομοουσιότητος, οποίος είναι ο λεγομένος περί δύο ομοουσίων, εις τα οποία δεν είναι το έτερον δια του έτερου, τότε θα ήτο και ο Υιός ίδιος του Πνεύματος και εκ της ουσίας του Πνεύματος λόγω της αντιστρόφου ισχύος της τοιαύτης ομοουσιότητος, πράγμα το όποιον ούτε ελέχθη από κάποιον εκ των άγιων ούτε θα λεχθεί ποτέ από οποιονδήποτε εκ των αποφασισμένων να ορθοδοξούν. Δεν είναι δε η τοιαύτη ομοουσιότης κυριολεκτικώς ομοουσιότης, αλλ’ είναι εκείνη η οποία συνάπτει το έτερον με το έτερον, ως υπάρχον δι’ αυτού ή εξ αυτού φυσικώς και ουσιωδώς. Θα επιβεβαιώσει δε τούτο η εδώ κατεστρωμένη μαρτυρία του μεγάλου Βασιλείου, η οποία λέγει «να μη λέγωνται τα αδελφά ομοούσια προς άλληλα», προστίθενται δε και οι μαρτυρίες οι οποίες δηλώνουν ότι δια τούτο είναι ο Υιός ομοούσιος με τον Πατέρα, δια το ότι είναι εκ της ουσίας αυτού, ώστε να είναι δυνατόν στον βουλόμενο να διαγινώσκει από αυτές ότι και το Πνεύμα διά τούτο είναι ομοούσιο με τον Υιόν, δια το ότι είναι εκ της ούσίας αυτού.

Αντεπιγραφή δεκάτη

Ίδιον είναι ο Υιός του Πατρός, ως γεννηθείς εξ αυτού, ομοίως και το Πνεύμα το άγιον, ως εκπορευόμενον εξ αυτού του Πατρός, όπως και ο μέγας Βασίλειος λέγει στα κεφάλαια Προς Ευνομιανούς γράφων, «νοώ την προς τον Πατέρα οικειότητα του Πνεύματος, επειδή εκπορεύεται από τον Πατέρα». Λέγεται δε και του Υιού το Πνεύμα, επειδή ο αυτός (μέγας Βασίλειος) λέγει στον όγδοο κεφάλαιο Προς Αμφιλόχιο, «ως κατά την φύσιν οικειωμένο αυτού». Είναι δε αδύνατον εκείνα τα οποία είναι ταυτά κατά την φύσιν να μην είναι και οικεία προς άλληλα· δεν λέγεται δε ο Υιός του Πνεύματος, για να μην φανεί ότι είναι Πατήρ το άγιον Πνεύμα, καθ' όσον ο Υιός δεικνύει ότι είναι Πατήρ εκείνος του οποίου αυτός θα ελέγετο Υιός. Αυτός δε ο λατινόφρων δεν συνάγει τίποτε το υγιές από τις υγιώς κατεστρωμένες εδώ ρήσεις. Ελέγχεται όμως και από τον εαυτό του αναφέροντας ότι το Πνεύμα λόγω του ομοουσίου λέγεται εκ της ουσίας του Υιού· διότι δεν θα είναι δια τούτο και εκ της υποστάσεως. Θα συμβεί βέβαια τότε να είναι ταύτα και εξ αλλήλων, διότι κανείς από όλους δεν είπε ποτέ το άγιον Πνεύμα ότι είναι εκ της υποστάσεως του Υιού, αλλά εκ της (υποστάσεως) του Πατρός.

Επιγραφή ενδεκάτη

Επειδή μερικοί, ακούοντες ότι το Πνεύμα είναι εκ της ουσίας του Υιού, λέγουν ότι άλλο είναι το εκ της ουσίας και άλλο το εκ της υποστάσεως, μη δυνάμενοι να εννοήσουν ότι το όνομα Υιός είναι υποστατικόν και ότι ο λέγων εκ της ουσίας του Υιού δηλώνει όλον τον Υιόν, ουσίαν δηλαδή ενυπόστατον, προς έλεγχο της σκέψεως αυτών συνελέγησαν οι παρούσες μαρτυρίες των γραφών, οι οποίες δηλώνουν ότι ο Υιός γεννάται εκ της ουσίας του Πατρός. Αφού πράγματι είναι ομολογημένο ότι η γέννησις του Υιού εκ του Πατρός είναι μία, πώς είναι δυνατόν να διαφέρουν το εκ της ουσίας και το εκ της υποστάσεως, εκτός εάν θέλει κανείς βλασφημών να λέγει ότι άλλη μεν είναι η εκ της ουσίας άλλη δε η εκ τις υποστάσεως του Πατρός γέννησις του Υιού; Έπειτα από αυτές παρατίθενται άλλες μαρτυρίες οι οποίες δηλώνουν ότι τελεία ουσία και τέλειος Θεός λέγεται ο Πατήρ και τελεία ουσία ο Υιός και τελεία ουσία το άγιον Πνεύμα.


Όταν κάτι είναι μιας ουσίας και υποστάσεως, το έχον εκ της ουσίας εκείνης φυσικώς οπωσδήποτε την ύπαρξιν έχει ταύτην και εκ της υποστάσεως εκείνης και αντιστρόφως· καθ’ όσον ό,τι είναι εκ της υποστάσεως επίσης είναι και εκ της ουσίας εκείνης. Όταν δε κάτι είναι μεν μιας ουσίας, όχι δε μιας υποστάσεως, αλλά περισσοτέρων, το εκ της μιας εκείνης ουσίας προερχόμενον δεν είναι εκ των λοιπών υποστάσεων αυτής, αλλ’ εκ μιάς εξ αυτών. Επειδή λοιπόν η υψίστη και προσκυνητή από εμάς Τριάς είναι μία φύσις σε τρεις υποστάσεις, πάν το έχον την υπόστασιν εκ της ουσίας δεν είναι εκ των λοιπών υποστάσεων, αλλ’ εκ μιας εξ αυτών, δηλαδή της πατρικής· διότι δεν υπάρχει περίπτωσις να μην είναι από αυτήν. Επομένως δεν είναι και από άλλην, αλλά από αυτήν μόνην, εάν είναι βέβαια από μίαν. Και τούτο είναι φανερό από τούς ανθρώπους. Πράγματι, έκαστος από εμάς είναι μεν από την ουσία του Αδάμ, όχι δε και από την υπόστασιν του Αδάμ, διότι τώρα μία μεν είναι η ουσία των ανθρώπων, πολλές δε υποστάσεις· αφού δε στην αρχήν μία ήτο η ανθρώπινη ουσία και υπόστασις, η του Αδάμ,η Εύα, ούσα εκ της ουσίας του Αδάμ, ήτο και εκ της υποστάσεως εκείνου. Αλλά επίσης προ της γεννήσεως του Κάιν, όταν ήτο μία ανδρική ουσία και υπόστασις, ο Κάιν προήλθε από μίαν και την αυτήν ανδρικήν ουσίαν και υπόστασιν, του Αδάμ. Όταν δε ήδη υπήρχαν δύο άνδρες καθ’ υπόστασιν, ο υπό του Κάιν γεννηθείς υιός, ήτο μεν εκ της ουσίας του Αδάμ, αλλ’ όχι και εκ της υποστάσεως αυτού, αλλ’ εκ μόνης της του Κάιν. 
Ο δε λατινόφρων ούτος διατεινόμενος εδώ ότι το Πνεύμα είναι και εκ της υποστάσεως του Υιού, εφ’ όσον θεολογείται ότι είναι εκ της φύσεως, δεικνύει ότι επί του Θεού φρονεί μίαν υπόστασιν όπως και ουσίαν, αθετών τελείως ο ταλαίπωρος τον Υιόν ή τον Πατέρα, πέραν τούτου δε δεικνύων ότι η ύπαρξις του θείου Πνεύματος είναι και εκ μόνου του Υιού. Αλλά και από τα ρητά, τα όποια θεολογούν ότι ο Πατήρ είναι τελεία ουσία και ο Υιός τελεία ουσία, ομοίως δε και το άγιον Πνεύμα, δεν αναγνωρίζει το ενιαίον και απαράλλακτον της ουσίας των τριών, αλλά αποπειράται αφρόνως να παρατηρήσει σε αυτήν πολλαπλότητα και εκ τούτου διαφοράν.

Επιγραφή δωδεκάτη

Επειδή υπάρχουν μερικοί οι οποίοι τολμούν και λέγουν ότι το να αναβλύζει και να προέρχεται και να εκλάμπει και φανερώνεται εκ του Υιού το Πνεύμα δεν δηλώνει ότι τούτο υπάρχει ουσιωδώς και ενυποστάτως εκ του Υιού, αλλά την εξ αυτού διανομήν των πνευματικών χαρισμάτων, προς έλεγχον της τοιαύτης ανοησίας εξελέγησαν οι παρούσες γραφικές μαρτυρίες, οι οποίες δηλώνουν ότι ο Υιός αναβλύζει και εκλάμπει καί φανερώνεται εκ του Πατρός· διότι κανείς βεβαίως δεν θα ειπεί ότι δεν είναι ο Υιός εκείνος ο οποίος αναβλύζει και εκλάμπει και φανερώνεται εκ Πατρός ουσιωδώς και ενυποστάτως, αλλά τα χαρίσματα του Υιού.

Αντεπιγραφή δωδεκάτη

Το έχον την ύπαρξιν γεννητώς ή εκπορευτώς από κάποιον λέγεται επίσης ότι προέρχεται και εκπέμπεται και εκλάμπει εξ αυτού, εάν είναι φως, και όσα είναι παραπλήσια με αυτά. Όμως δεν συμβαίνει ώστε παν το προερχόμενον ή εκπεμπόμενον ή εκλάμπον από κάποιον να έχει την ύπαρξιν εξ εκείνου γεννητώς και εκπορευτώς και να είναι σε ιδιαιτέραν υπόστασιν. Ούτος δε, ο συγγράψας τις επιγραφές ταύτες, κατηγορεί διά τόλμην τους ευσεβώς και συνετώς φρονούντες, ενώ αυτός είναι τολμητίας περί την δυσσέβειαν.

                            ΤΕΛΟΣ

Αρχαίο κείμενο

Ἐπιγραφή δεκάτη
Αἱ παροῦσαι γραφικαί χρήσεις, ἐν αἷς οἱ πατέρες ἐθεολόγησαν ἴδιον τοῦ Πατρός τόν Υἱόν εἶναι, ὡς ἐκ τῆς οὐσίας αὐτοῦ ὄντα, καί ἐξ αὐτοῦ εἶναι, ὡς ἴδιον ὄντα τῆς οὐσίας αὐτοῦ, κατεστρώθησαν ἐνταῦθα, ἵν᾿ εἴη τῷ βουλομένῳ ἐντεῦθεν διαγινώσκειν ὡς καί τό Πνεῦμα διά τοῦτο ἴδιον τοῦ Υἱοῦ λέγεται εἶναι, διά τό ἐκ τῆς οὐσίας αὐτοῦ εἶναι˙ καί αὖ διά τοῦτο ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Υἱοῦ λέγεται, διά τό τῆς τοιαύτης οὐσίας ἴδιον ἀγαθόν εἶναι αὐτό, ὅπερ ἐμφαίνει καί τήν πρός τόν Υἱόν τοῦ Πνεύματος ὁμοουσιότητα. Εἰ γάρ κατ᾿ ἄλλον τινα λόγον ὁμοουσιότητος, ὁποῖός ἐστιν ὁ περί δύο τινῶν ὁμοουσίων λεγόμενος, ἐν οἷς οὐκ ἔστι διά τοῦ ἑτέρου τό ἕτερον, ἦν τό Πνεῦμα ἴδιον τοῦ Υἱοῦ καί ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Υἱοῦ, ἦν ἄν καί ὁ Υἱός ἴδιος τοῦ Πνεύματος καί ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πνεύματος διά τό ἀντιστρέφον τῆς τοιαύτης ὁμοουσιότητος, ὅπερ οὔτε ἐρρήθη παρά τινος τῶν ἁγίων οὔτε ρηθήσεταί ποτε παρά τοῦ τῶν ὀρθοδοξεῖν αἱρουμένων. Ἡ δέ τοιαύτη ὁμοουσιότης οὐδέ κυρίως ὁμοουσιότης, ἀλλ᾿ ἡ συνάπτουσα τό ἕτερον τῷ ἑτέρῳ, ὡς δι᾿ αὐτοῦ ἤ ἐξ αὐτοῦ ὑπάρχον φυσικῶς τε καί οὐσιωδῶς. Καί μαρτυρήσει τοῦτο ἡ ἐνταῦθα κατεστρωμένη τοῦ μεγάλου Βασιλείου χρῆσις ἡ λέγουσα «μή τά ἀδελφά ἀλλήλοις ὁμοούσια λέγεσθαι», προστίθενται δέ καί αἱ δηλοῦσαι χρήσεις διά τοῦτο εἶναι τόν Υἱόν ὁμοούσιον τῷ Πατρί, διά τό ἐκ τῆς οὐσίας αὐτοῦ εἶναι, ἵν᾿ εἴη τῷ βουλομένῳ ἐντεῦθεν διαγινώσκειν, ὡς καί τό Πνεῦμα διά τοῦτό ἐστι τῷ Υἱῷ ὁμοούσιον, ὅτι ἐκ τῆς αὐτοῦ οὐσίας ἐστί.

Ἀντεπιγραφή δεκάτη
Ἴδιον ἐστιν ὁ Υἱός τοῦ Πατρός, ὡς ἐξ αὐτοῦ γεννηθείς, ὡσαύτως καί τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ὡς ἐξ αὐτοῦ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον, καθ᾿ ἅ καί ὁ μέγας Βασίλειος ἐν τοῖς Πρός Εὐνομιανούς φησι κεφαλαίοις, γράφων˙ «τήν πρός τόν Πατέρα οἰκειότητα νοῶ τοῦ Πνεύματος, ἐπειδή παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται». Λέγεται δέ καί τοῦ Υἱοῦ τό Πνεῦμα, ἐπειδή ὁ αὐτός ἐν ὀγδόῳ κεφαλαίῳ τῶν Πρός Ἀμφιλόχιόν φησιν, «ὡς κατά τήν φύσιν ᾠκειωμένον αὐτῷ». Ἔστι δέ τῶν ἀδυνάτων τά τῇ φύσει ταυτά μή καί ἀλλήλοις οἰκεῖα εἶναι˙ οὐ λέγεται δέ ὁ Υἱός τοῦ Πνεύματος, ἵνα μή δόξῃ Πατήρ τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ἅτε τοῦ Υἱοῦ Πατέρα δεικνύντος τόν οὗπερ ἄν λέγοιτο Υἱός. Ὁ δέ λατινόφρων οὗτος ἐκ τῶν ὑγιῶς ἐνταῦθα κατεστρωμένων ρήσεων οὐδέν συνάγει ὑγιές. Ἐξελέγχεται μέντοι καί παρ᾿ ἑαυτόῦ λέγων διά τό ὁμοούσιον ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Υἱοῦ λέγεσθαι τό Πνεῦμα˙ οὐ γάρ ἔσται διά τοῦτο καί ἐκ τῆς ὑποστάσεως˙ συμβήσεται γάρ ἐξ ἀλλήλων εἶναι ταῦτα, διό οὐδείς οὐδέποτε τῶν ἁπάντων τό Πνεῦμα τό ἅγιον εἴρηκεν ἐκ τῆς ὑποστάσεως εἶναι τοῦ Υἱοῦ, ἀλλ᾿ ἐκ τῆς τοῦ Πατρός.

Ἐπιγραφή ἑνδεκάτη
Ἐπειδή ἀκούοντές τινες τό Πνεῦμα ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Υἱοῦ λέγουσιν ἄλλο εἶναι τό ἐκ τῆς οὐσίας καί ἄλλο τό ἐκ τῆς ὑποστάσεως, μή δυνάμενοι συνιδεῖν ὡς τό Υἱός ὄνομα ὑποστατικόν ἐστι καί ὁ λέγων ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Υἱοῦ ὅλον δηλοῖ τόν Υἱόν, οὐσίαν δηλαδή ἐνυπόστατον, εἰς ἔλεγχον τῆς αὐτῶν ἐπινοίας συνελέγησαν αἱ παροῦσαι γραφικαί χρήσεις, αἱ δηλοῦσαι ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός τόν Υἱόν γεννᾶσθαι. Ὡμολογημένου γάρ μίαν εἶναι τήν ἐκ Πατρός γέννησιν τοῦ Υἱοῦ, πῶς ἔστι διαφέρειν τό ἐκ τῆς οὐσίας καί τό ἐκ τῆς ὑποστάσεως, εἰ μή τις βλασφημῶν ἐθέλει λέγειν ἄλλην μέν ἐκ τῆς οὐσίας, ἄλλην δ᾿ ἐκ τῆς ὑποστάσεως Πατρός γέννησιν τοῦ Υἱοῦ; Μεθ᾿ ἅς ἕτεραι χρήσεις αἱ δηλοῦσαι τελείαν οὐσίαν καί τέλειον Θεόν λέγεσθαι τόν Πατέρα καί τελείαν οὐσίαν τόν Υἱόν καί τελείαν οὐσίαν τό Πνεῦμα τό ἅγιον.

Ἀντεπιγραφή ἑνδεκάτη
Ὅταν τι μιᾶς οὐσίας ᾖ καί ὑποστάσεως, τό ἐκ τῆς οὐσίας ἐκείνης φυσικῶς ἔχον ὁπωσδήποτε τήν ὕπαρξιν καί ἐκ τῆς ὑποστάσεως ἐκείνης ταύτην ἔχει καί ἀντιστρόφως˙ ὅ γάρ ἄν ἐκ τῆς ὑποστάσεως ἐκείνης ᾖ καί ἐκ τῆς οὐσίας ἐκείνης ἐστίν. Ὅταν δέ τι μιᾶς μέν οὐσίας ᾖ, οὐ μιᾶς δέ ὑποστάσεως, ἀλλά πλειόνων, τό ἐκ τῆς μιᾶς ἐκείνης οὐσίας οὐκ ἐκ τῶν λοιπῶν αὐτῆς ὑποστάσεών ἐστιν, ἀλλ᾿ ἐκ μιᾶς τινος αὐτῶν. Ἐπεί οὖν ἡ ἀνωτάτω καί προσκυνητή Τριάς ἡμῖν μία φύσις ἐστίν ἐν ὑποστάσεσι τρισίν, οὐ πᾶν τό ἐκ τῆς οὐσίας τήν ὑπόστασιν ἔχον ἐκ τῶν λοιπῶν ὑποστάσεών ἐστιν, ἀλλ᾿ ἐκ μιᾶς τινος αὐτῶν, δηλαδή τῆς πατρικῆς˙ ἐκ ταύτης γάρ μή εἶναι οὐκ ἐνδέχεται. Οὐκοῦν οὐχί καί ἐξ ἑτέρας, ἀλλ᾿ ἐκ μόνης, εἶπερ ἐκ μιᾶς. Καί τοῦτο δῆλον ἀπό τῶν ἀνθρώπων˙ ἕκαστος γάρ ἡμῶν ἐκ τῆς οὐσίας μέν ἐστι τοῦ Ἀδάμ, οὐκέτι δέ ἐκ τῆς ὑποστάσεως τοῦ Ἀδάμ, διότι μία μέν οὐσία τῶν ἀνθρώπων νῦν, πολλαί δέ ὑποστάσεις˙ ἀνθρωπίνης δέ τήν ἀρχήν μιᾶς οὔσης οὐσίας τε καί ὑποστάσεως, τῆς τοῦ Ἀδάμ, ἐκ τοῦ οὐσία ς τοῦ Ἀδάμ ἡ Εὔα οὖσα καί ἐκ τῆς ὑποστάσεως ἐκείνου ἦν. Ἀλλά καί πρίν τόν Κάϊν εἶναι, μιᾶς οὔσης ἀνδρικῆς οὐσίας τε καί ὑποστάσεως, ἐκ μιᾶς καί τῆς αὐτῆς ὁ Κάϊν ἀνδρικῆς οὐσίας τε καί ὑποστάσεως ὑπῆρχε, τοῦ Ἀδάμ˙ δυοῖν δέ ἀνδρῶν ἤδη καθ᾿ ὑπόστασιν τελούντων, ὁ τῷ Κάϊν γεννηθείς υἱός ἐκ τοῦς οὐσίας μέν ὑπῆρχε τοῦ Ἀδάμ, ἀλλ᾿ οὐχί καί ἐκ τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ, ἀλλ᾿ἐκ μόνης τῆς τοῦ Κάϊν.
Ὁ δέ λατινόφρων οὗτος διατεινόμενος ἐνταῦθα καί ἐκ τῆς ὑποστάσεως εἶναι τοῦ Υἱοῦ τό Πνεῦμα, εἴπερ εἶναι θεολογεῖται ἐκ τῆς φύσεως, μίαν δείκνυσι φρονῶν ὥσπερ οὐσίαν οὕτω καί ὑπόστασιν ἐπί Θεοῦ, τόν Υἱόν ἤ τόν Πατέρα τελέως ἀθετῶν ὁ τάλας, πρός δέ τούτῳ καί ἐκ μόνου τοῦ Υἱοῦ τήν ὕπαρξιν εἶναι τοῦ θείου Πνεύματος δεικνύς. Ἀλλά καί ἀπό τῶν ρητῶν, ἅ θεολογοῦσι τελείαν οὐσίαν εἶναι τόν Πατέρα καί τελείαν οὐσίαν τόν Υἱόν, ὡσαύτως καί τό Πνεῦμα τό ἅγιον, οὐ τό ἑνιαῖον καί ἀπαράλλακτον τῆς οὐσίας ἐπιγινώσκει τῶν τριῶν, ἀλλ᾿ ἐνθεωρεῖν πειρᾶται πληθυσμόν τινα καί διαφοράν ἐντεῦθεν κατ᾿ αὐτήν ἀφρόνως.
Ἐπιγραφή δωδεκάτη
Ἐπειδή εἰσίν τινες ἀποτολμῶντες καί λέγοντες τό ἀναβλύζειν καί προϊέναι καί ἐκλάμπειν καί πεφηνέναι ἐκ τοῦ Υἱοῦ τό Πνεῦμα μή δηλοῦν τό οὐσιωδῶς καί ἐνυποστάτως ὑπάρχειν αὐτό ἐκ τοῦ Υἱοῦ, ἀλλά τήν ἐξ αὐτοῦ τῶν πνευματικῶν χαρισμάτων διανομήν, εἰς ἔλεγχον τῆς τοιαύτης ἀνοίας ἐξελέγησαν αἱ παροῦσαι γραφικαί χρήσεις, αἱ δηλοῦσαι ἀναβλύζειν καί ἐκλάμπειν καί πεφηνέναι τόν Υἱόν ἐκ Πατρός˙ οὐ γάρ δή τις ἐρεῖ ὡς οὐχ ὁ Υἱός ἐστιν ὁ ἀναβλύζων καί ἐκλάμπων καί πεφηνώς ἐκ Πατρός οὐσιωδῶς καί ἐνυποστάτως, ἀλλά τά χαρίσματα τοῦ Υἱοῦ.

Ἀντεπιγραφή δωδεκάτη
Τό γεννητῶς ἔκ τινος ἤ ἐκπορευτῶς τήν ὕπαρξιν ἔχον ἐξ αὐτοῦ καί προϊέναι λέγεται καί ἐκπέμπεσθαι καί ἐκλάμπειν, εἴπερ φῶς ἐστι, καί ὅσα παραπλήσια τούτοις. Οὐ μή πᾶν τό προϊόν ἤ ἐκπεμπόμενον ἤ ἐκλάμπον ἔκ τινος καί ἐξ ἐκείνου γεννητῶς ἤ ἐκπορευτῶς τήν ὕπαρξιν ἔχει καί ἐν ἰδίᾳ ὑποστάσει ἐστίν. Οὗτος δέ, ὁ τάς ἐπιγραφάς ταύτας συγγραψάμενος, τόλμαν ἐγκαλεῖ τοῖς εὐσεβῶς καί νουνεχῶς φρονοῦσι τολμητίας ὤν αὐτός περί τό δυσσεβεῖν.

Παρασκευή 6 Ιουλίου 2018

ΑΝΤΕΠΙΓΡΑΦΕΣ ΣΤΙΣ ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ ΤΟΥ ΒΕΚΚΟΥ ΥΠΕΡ ΛΑΤΙΝΩΝ - ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ (2)

ΑΝΤΕΠΙΓΡΑΦΕΣ ΣΤΙΣ ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ ΤΟΥ ΒΕΚΚΟΥ ΥΠΕΡ ΛΑΤΙΝΩΝ - ΤΟΥ ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ
Συνέχεια από: Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2018

Επιγραφή πέμπτη

Επειδή υπάρχουν μερικοί, οι οποίοι δεν παραδέχονται ότι η ευαγγελική ρήσις η οποία λέγει “Πνεύμα αληθείας”  το άγιον Πνεύμα δεν σημαίνει το ίδιον με την ρήσιν η οποία λέγει ότι τούτο εκπορεύεται εκ του Πατρός, ακόμη δε ισχυρίζονται ότι δεν λέγονται με ταυτόσημον έννοιαν το εκπορεύεσθαι εκ του Πατρός και το λαμβάνειν εκ του Υιού το άγιον Πνεύμα, κατεστρώθησαν οι παρούσες μαρτυρίες των γραφών σε απόδειξιν του ισοδυνάμου των τοιούτων ευαγγελικών μαρτυριών.

Αντεπιγραφή πέμπτη

Οποία αναισθησία· διότι οι ρήσεις των αγίων ισοδυναμούν στο να δείξουν την οικειότητα προς τον Πατέρα και τον Υιόν, με άλλους λόγους την ομοουσιότητα του θείου Πνεύματος, διαφέρουν δε καθ’ όσον δεν δεικνύουν την ύπαρξιν παρ’ αμφοτέρων, Πατρός και Υιού. Και τούτο είναι ολοφάνερον από αυτής τις ίδιες μαρτυρίες των γραφών, ο δε συλλογεύς αυτών ούτος είναι ωσάν να έχει κωφαθεί ως προς την διαφοράν των ρήσεων τούτων.

Επιγραφή έκτη

Επειδή υπάρχουν μερικοί οι oποίοι ισχυρίζονται ότι διαφέρουν το “πρόεισι” και το “προχέεται” και το “εκπορεύεται”, εξελέγησαν προς αναντίρρητον απόδειξιν της ισοδυναμίας αυτών οι προκείμενες μαρτυρίες του αγίου Κυρίλλου και μετ’ αυτές οι κάτωθι μαρτυρίες των θεολογούντων ότι το Πνεύμα προέρχεται και εκπέμπεται και προχέεται εκ Πατρός.

Αντεπιγραφή έκτη

Οποία αναισχυντία· διότι ποιος δεν γνωρίζει ότι το πρόεισι λέγεται και επί του Υιού, το δε εκπορεύεται και προχέεται ουδέποτε, καθώς βέβαια και το προχέεται λέγεται κυρίως επί της χορηγίας, ενίοτε δε και επί της εκπορεύσεως; Οι δε λατινόφρονες διατείνονται δυσσεβώς και αναιδώς συγχρόνως ότι ταύτα δεν διαφέρουν καθόλου μεταξύ τους· διότι οι συλλεγμένες εδώ μαρτυρίες των άγιων, στις οποίες ενίοτε ταύτα συντρέχουν, δεικνύουν την μεταξύ τους διαφορά, και δεν αναιρούν (αυτήν την διαφορά) καθόλου.

Επιγραφή εβδόμη

Επειδή μερικοί, ακούοντες ότι το άγιον Πνεύμα υπάρχει και αναβλύζει και προέρχεται εκ του Υιού, τερατολογούν ότι δεν είναι η φύσις του Πνεύματος η οποία πηγάζει και αναβλύζει εκ της ουσίας του Υιού, αλλά το πνευματικόν χάρισμα το μεταβιβαζόμενον (επιγινόμενον) στους άξιους, δια τον λόγον ότι γίνεται σε αυτούς συγγενώς (σχετικώς) η εγγινομένη ενοίκησις της πανταχού παρούσης θεότητος του αγίου Πνεύματος, εκλαμβάνοντες το τοιούτον χάρισμα με τέτοιο τρόπο, σαν να εννοείτο διηρημένο από την θεία ουσία, συνελέγησαν οι παρούσες μαρτυρίες των γράφων. Δύναται κανείς να διαγνώσει από αυτές ότι, ακόμη και αν η εγγινομένη στους άξιους ενοίκησις του παναγίου Πνεύματος είναι αρρήτως και υπέρ λόγον συγγενής (σχετική), αλλά επειδή τα χαρίσματα προχέονται εκεί, όπου η θεία φύσις αυτού θα ενοικήσει συγγενώς (σχετικώς), δηλώνεται αυτό το Πνεύμα το άγιον, το έν της Τριάδος και συμπληρωματικόν, το οποίον είναι θεία φύσις και τέλειος Θεός, όπως ο Πατήρ και ο Υιός, όταν κάποιος λέγει ότι το άγιον Πνεύμα προέρχεται και αναβλύζει και υπάρχει εκ του Υιού.

Αντεπιγραφή εβδόμη

Πράγματι δεν γνωρίζει όσα λέγει ούτε περί τίνων διατείνεται ο συνθέσας και ταύτη την επιγραφή. Διότι κανείς από τους προτιμήσαντες την ευσέβεια δεν νομίζει ότι η θεία χάρις και ενέργεια είναι διεσπασμένη (δεισπαρμένη) της θείας φύσεως. Αλλ’ όμως εκ του λόγου, ότι η θεία ενέργεια είναι αχώριστος της θείας φύσεως, δεν είναι και φύσις η ενέργεια μη διαφέρουσα αυτής κατά τίποτε (κάτι το όποιον ανήκει στην δυσσέβεια του Βαρλαάμ και Ακινδύνου)· διότι η μεν θεία ενέργεια είναι εκ της θείας φύσεως και παρατηρείται μέσα σε αυτήν (ενθεωρείται) κατά τους θεολόγους, αλλά δεν υπάρχει καθ’ εαυτήν, η δε θεία φύσις δεν είναι εκ της ενεργείας, υπάρχει καθ’ εαυτήν και είναι πηγή των θείων ενεργειών. Αλλά και το άγιον Πνεύμα λέγουμε ότι δεν είναι εκ της υποστάσεως του Υιού· αυτός δε λέγων ότι τούτο είναι εκ της φύσεως, νομίζει ότι αντιλέγει σε εμάς και ότι κατασκευάζει τα αντίθετα από εμάς, νομίζων, όπως φαίνεται, ότι δεν διαφέρει τίποτε η φύσις από την υπόστασιν ή και αφρόνως εισάγων διαφοράν φύσεως επί της αγίας Τριάδος, επειδή υπάρχει διαφορά υποστάσεων.

Επιγραφή ογδόη

Σε απόδειξιν του ότι το άγιον Πνεύμα είναι εκ Πατρός και Υιού συνελέγησαν και οι παρούσες μαρτυρίες των γραφών, οι οποίες δηλώνουν ότι τούτο είναι ποιότητα της ουσίας του Πατρός και του Υιού, ακόμη δε ευωδίαν, πνοήν και οσμήν του Πατρός και του Υιού, μετά τις οποίες συνάπτονται άλλες μαρτυρίες, οι οποίες θεολογούν και τον Πατέρα πηγήν του Πνεύματος και τον Υιόν πηγήν του Πνεύματος.

Αντεπιγραφή ογδόη

Οι συλλεγμένες παρούσες μαρτυρίες των γραφών παριστάνουν και δια παραδειγμάτων το προς τον Πατέρα και τον Υιόν ομοούσιον του αγίου Πνεύματος, βεβαίως κατά δύναμιν, καθ' όσον δεν είναι δυνατόν να ευρεθεί επί Θεού παράδειγμα καθ’ όλα κατάλληλον. Επειδή δε το Πνεύμα καλείται και ύδωρ ζών κατά την χάριν και την ενέργειαν, τούτου του ύδατος καλείται πηγή και ο Υιός μετά του Πατρός, ενίοτε δε και το ίδιον το άγιον Πνεύμα, ενώ ο παρουσιάσας εδώ τις ρήσεις αυτές, άλλες εξ αυτών παραμέρισε, άλλες δε παρερμήνευσε και έτσι νομίζει ότι θα δυνηθεί με αυτές να παρασύρει τους αναγνώστες προς την κακόνοιάν του.

Επιγραφή ενάτη

Οι παρούσες μαρτυρίες των γραφών, στις οποίες οι Πατέρες εθεολόγησαν ότι όλα τα φυσικά ιδιώματα του Πατρός διαβαίνουν προς τον εξ αυτού γεννηθέντα Υιόν, κατεστρώθησαν σε απόδειξιν του ότι το Πνεύμα υπάρχει και προέρχεται και πηγάζει και εκ του Υιού, όπως φυσικά και εκ του Πατρός, κατά τον άγιον Κύριλλον. Διότι εάν οι προσδιορισμοί των μαρτυριών αφαιρούν μόνον την πατρότητα και το γεννάν από τον Υιόν, είναι φανερόν ότι ο Υιός μεν δεν θα είναι από τον Υιόν, το δε από την πατρικήν ουσίαν αναβλύζον Πνεύμα θα αναβλύζει και θα προέρχεται επίσης από την μη γεννώσαν ουσίαν τού Υιού.

Αντεπιγραφή ενάτη

Όντως η δυσσέβεια είναι ασυλλόγιστος· διότι ο λατινόφρων αυτός, ακούγοντας ότι τα φυσικά και ουσιώδη ιδιώματα του Πατρός διαβαίνουν προς τον Υιόν, νόμισε ότι πρόκειται για τα ιδιώματα της πατρικής υποστάσεως και όχι τα της φύσεως. Επομένως κατά την “σύνεσιν” την οποία κατέχει αυτός στις θεολογίες των θεοφόρων, όταν o θείος Κύριλλος γράφει  στους Θησαυρούς, «πώς δεν θα είναι Θεός το Πνεύμα αφού έχει ουσιωδώς την ιδιότητα του Πατρός και του Υιού;» το Πνεύμα θα έχει τα υποστατικά του Πατρός και του Υιού, θα είναι γέννημα και γεννήτωρ και πατήρ των φώτων, έχοντας το γεννάν και εκπορεύειν. Τί δυσσεβέστερον και παραδοξότερον θα μπορούσε να ακουσθεί από αυτό; Το ίδιο δε σχεδόν θα πάθει πάλιν αυτός και οι έχοντες το ίδιο με αυτόν φρόνημα και όταν ακούσουν τον μεν ιερόν Δαμασκηνόν να λέγει στο όγδοο κεφάλαιο των Δογματικών «όλα όσα έχει ο Πατήρ είναι και του Πνεύματος πλην της αγεννησίας»  και τον επώνυμον της θεολογίας Γρηγόριον να γράφει στα Προς τους καταπλεύσαντες από την Αίγυπτον, «όλα όσα έχει ο Υιός είναι και του Πνεύματος, πλην της υιότητος». Πόσον δε ανόητο είναι πάλι το να ακούμε εκ της ουσίας και να νομίζουμε εκ της υποστάσεως του Υιού, ωσάν να ήτο μία υπόστασις επί Θεού, όπως και ουσία· ακόμη δε και το να μην αντιλαμβανόμεθα ότι, επειδή το Πνεύμα λέγεται Πατρός και εκ Πατρός, οι απορρίπτοντες ότι ο Υιός είναι Πατήρ συναπορρίπτουν και την κοινωνίαν του Υιού προς τον Πατέρα κατά την εκπορευτικήν ιδιότητα.

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

Αρχαίο κείμενο


Ἐπιγραφή πέμπτη

Ἐπειδή εἰσί τινες μή καταδεχόμενοι ἐκεῖνο τήν εὐαγγελικήν δύνασθαι ρῆσιν, Τήν "Πνεῦμα ἀληθείας" τό ἅγιον λέγουσαν Πνεῦμα, ὅπερ δύναται καί ἡ ρῆσις ἡ λέγουσα ἐκ τοῦ Πατρός αὐτό ἐκπορεύεσθαι, ἔτι δέ διενιστάμενοι μηδέ εἰς ἰσοδύναμον ἔννοιαν λέγεσθαι τό ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορεύεσθαι καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ λαμβάνειν τό Πνεῦμα τό ἅγιον, κατεστρώθησαν αἱ παροῦσαι γραφικαί χρήσεις εἰς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσοδυνάμου τῶν τοιούτων εὐαγγελικῶν χρήσεων.

Ἀντεπιγραφή πέμπτη.

Τῆς ἀναισθησίας˙ ἰσοδυναμοῦσι γάρ αἱ ρήσεις τῶν ἁγίων εἰς τό δεῖξαι τήν πρός τόν Πατέρα καί τόν Υἱόν οἰκειότητα, ταὐτό δ᾿εἰπεῖν ὁμοουσιότητα τοῦ θείου Πνεύματος, διαφέρουσι δέ ὡς μή παρ᾿ ἀμφοτέρων, Πατρός τε καί Υἱοῦ, τήν ὕπαρξιν δεικνεῖσαι. Καί τοῦτο κατάδηλον ὑπ᾿ αὐτῶν τούτων τῶν γραφικῶν χρήσεών ἐστι, ὁ δέ συνειλοχώς ταύτας οὗτος πρός τήν διαφοράν τῶν ρήσεων τούτων καθάπερ ἐκκεκώφηται.

Ἐπιγραφή ἕκτη


Ἐπειδή εἰσί τινες λέγοντες διαφέρειν ἀλλήλων τό "πρόεισι" καί τό "προχεῖται" καί τό "ἐκπορεύεται", ἐξελέγησαν εἰς ἀναντίρρητον ἀπόδειξιν τοῦ ἰσοδυνάμου αὐτῶν αἱ προκείμεναι χρήσεις τοῦ ἁγίου Κυρίλλου καί μετ᾿ αὐτάς αἱ ὑποτεταγμέναι χρήσεις τῶν θεολογούντων ἐκ Πατρός προϊέναι τε καί ἐκπέμπεσθαι καί προχεῖσθαι τό Πνεῦμα.



Ἀντεπιγραφή ἕκτη


Ἐπειδή τινες ἀκούοντες τό Πνεῦμα τό ἅγιον ἐκ τοῦ Υἱοῦ ὑπάρχον καί ἀναβλύζον καί προϊόν, οὐχί τήν φύσιν τοῦ Πνεύματος ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Υἱοῦ πηγάζειν καί ἀναβλύζειν τερατολογοῦσιν, ἀλλά τό πνευματικόν χάρισμα τό τοῖς ἀξίοις ἐπιγινόμενον, διά τό τήν ἐγγινομένην αὐτοῖς ἐνοίκησιν τῆς πανταχοῦ παρούσης θεότητος τοῦ ἁγίου Πνεύματος σχετικῶς γίνεσθαι, οὕτω τό τοιοῦτον ἐκλαμβάνοντες χάρισμα, ὥσπερ ἄν εἰ ἀποδιῃρημένον τῆς θείας οὐσίας νοοῖτο τοῦ Πνεύματος , συνελέγησαν αἱ παροῦσαι γραφικαί χρήσεις, ἐξ ὧν ἔχει τις διαγνῶναι, ὡς κἄν ἡ ἐγγινομένη τοῖς ἀξίοις ἐνοίκησις τοῦ παναγίου Πνεύματος σχετική ἐστιν ἀρρήτως καί ὑπέρ λόγον, ἀλλ᾿ἐπεί ἐκεῖ τά χαρίσματα προχέονται, ὅπου ἡ θεία φύσις αὐτοῦ σχετικῶς ἐνοικήσει, αὐτό τό Πνεῦμα τό ἅγιον, τό ἕν τῆς Τριάδος καί συμπληρωτικόν, ὅπερ ἐστί θεία φύσις καί τέλειος Θεός, ὡς ὁ Πατήρ καί ὁ Υἱός, δηλοῦται, ὅταν τις λέγῃ τό Πνεῦμα τό ἅγιον προϊόν καί ἀναβλύζον καί ὑπάρχον ἐκ τοῦ Υἱοῦ.

Ἐπιγραφή ἑβδόμη

Ἐπειδή τινες ἀκούοντες τό Πνεῦμα τό ἅγιον ἐκ τοῦ Υἱοῦ ὑπάρχον καί ἀναβλύζον καί προϊόν, οὐχί τήν φύσιν τοῦ Πνεύματος ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Υἱοῦ πηγάζειν καί ἀναβλύζειν τερατολογοῦσιν, ἀλλά τό πνευματικόν χάρισμα τό τοῖς ἀξίοις ἐπιγινόμενον, διά τό τήν ἐγγινομένην αὐτοῖς ἐνοίκησιν τῆς πανταχοῦ παρούσης θεότητος τοῦ ἁγίου Πνεύματος σχετικῶς γίνεσθαι, οὕτω τό τοιοῦτον ἐκλαμβάνοντες χάρισμα, ὥσπερ ἄν εἰ ἀποδιῃρημένον τῆς θείας οὐσίας νοοῖτο τοῦ Πνεύματος , συνελέγησαν αἱ παροῦσαι γραφικαί χρήσεις, ἐξ ὧν ἔχει τις διαγνῶναι, ὡς κἄν ἡ ἐγγινομένη τοῖς ἀξίοις ἐνοίκησις τοῦ παναγίου Πνεύματος σχετική ἐστιν ἀρρήτως καί ὑπέρ λόγον, ἀλλ᾿ἐπεί ἐκεῖ τά χαρίσματα προχέονται, ὅπου ἡ θεία φύσις αὐτοῦ σχετικῶς ἐνοικήσει, αὐτό τό Πνεῦμα τό ἅγιον, τό ἕν τῆς Τριάδος καί συμπληρωτικόν, ὅπερ ἐστί θεία φύσις καί τέλειος Θεός, ὡς ὁ Πατήρ καί ὁ Υἱός,  δηλοῦται, ὅταν τις λέγῃ τό Πνεῦμα τό ἅγιον προϊόν καί ἀναβλύζον καί ὑπάρχον ἐκ τοῦ Υἱοῦ.

Ἀντεπιγραφή ἑβδόμη

Ὄντως οὐκ οἶδεν ἅ λέγει οὔτε περί τίνων διαβεβαιοῦται ὁ καί ταύτην τήν ἐπιγραφήν συνθείς. Οὐδείς γάρ τῶν εὐσεβεῖν ᾐρημένων διεσπαρμένην εἶναι νομίζει τῆς θείας φύσεως τήν θείαν χάριν καί τήν ἐνέργειαν˙ οὐ μήν ὅτι ἀχώριστός ἐστι τῆς θείας φύσεως ἡ θεία ἐνέργεια, παρά τοῦτο καί φύσις ἐστίν ἡ ἐνέργεια ταύτης μηδέν διαφέρουσα (τοῦτο γάρ τῆς Βαρλαάμ καί Ἀκινδύνου δυσσεβείας ἐστίν)˙ ἡ μέν γάρ θεία ἐνέργεια ἐκ τῆς θείας φύσεώς ἐστι καί ἐνθεωρεῖται ταύτῃ κατά τούς θεολόγους, ἀλλ᾿ οὐκ ἔστι καθ᾿ αὑτήν, ἡ δέ θεία φύσις οὐκ ἐκ τῆς ἐνεργείας ἐστί καθ᾿ ἑαυτήν ἐστι καί τῶν θείων ἐνεργειῶν ἐστι πηγή. Ἀλλά καί τό Πνεῦμα τό ἅγιον οὐκ ἐκ τῆς ὑποστάσεως εἶναι τοῦ Υἱοῦ φαμεν˙ οὗτος δέ λέγων εἶναι τοῦτο ἐκ τῆς φύσεως, ἡμῖν ἀντιλέγειν οἴεται καί τἀναντία ἡμῶν κατασκευάζειν, μηδέν διαφέρειν, ὡς ἔοικε, νομίζων τήν φύσιν τῆς ὑποστάσεως, ἤ καί διαφοράν ἀφρόνως εἰσάγων φύσεως ἐπί τῆς ἁγίας Τριάδος, ἐπεί διαφοράν ἐστιν ὑποστάσεων.

Ἐπιγραφή ὀγδόη

Εἰς ἀπόδειξιν τοῦ εἶναι τό Πνεῦμα τό ἅγιον ἐκ Πατρός καί Υἱοῦ συνελέγησαν καί αἱ παροῦσαι γραφικαί λύσεις, αἱ δηλοῦσαι εἶναι αὐτό ποιότητα τῆς τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ οὐσίας, ἔτι δέ εὐωδίαν, πνοήν καί ὀσμήν τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ, μεθ᾿ ἅς ἕτεραι χρήσεις, αἵτινες καί τόν Πατέρα πηγήν τοῦ Πνεύματος καί τόν Υἱόν πηγήν θεολογοῦσι τοῦ Πνεύματος.

Ἀντεπιγραφή ὀγδόη

Αἱ συνειλεγμέναι παροῦσαι γραφικαί χρήσεις καί διά παραδειγμάτων τό πρός τόν Πατέρα καί τόν Υἱόν ὁμοούσιον παριστῶσι τοῦ ἁγίου Πνεύματος κατά τό ἐγχωροῦν˙ οὐ γάρ ἔστιν εὑρεῖν ἐπί Θεοῦ παράδειγμα πάντῃ κατάλληλον. Ἐπεί δέ καί ὕδωρ ζῶν καλεῖται τό Πνεῦμα τό ἅγιον κατά τήν χάριν καί τήν ἐνέργειαν, τούτου τοῦ ὕδατος καλεῖται πηγή καί ὁ Υἱός μετά Πατρός, ἔστι δ᾿ ὅτε καί αὐτό τό ἅγιον Πνεῦμα, ὁ δέ τάς ρήσεις ταύτας προενεγκών ἐνταῦθα τάς μέν παρῆκε τούτων, ταῖς δέ παραχρῆται καί οὕτω δι᾿ αὐτῶν κλέπτειν οἴεται τούς ἐντυγχάνοντας πρός τήν οἰκείαν κακόνοιαν.

Ἐπιγραφή ἐνάτη

Αἱ παροῦσαι γραφικαί χρήσεις, ἐν αἷς οἱ πατέρες ἐθεολόγησαν πάντα τά τοῦ Πατρός ἴδια φυσικῶς διαβαίνειν ἐπί τόν ἐξ αὐτοῦ γεννηθέντα Υἱόν, κατεστρώθησαν εἰς ἀπόδειξιν τοῦ ὑπάρχειν καί προϊέναι καί πηγάζειν τό Πνεῦμα καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ, καθάπερ ἀμέλει καί ἐκ τοῦ Πατρός, κατά τόν ἅγιον Κύριλλον. Εἰ γάρ τήν πατρότητα καί τό γεννᾶν μόνον ἀφαιροῦνται ἀπό τοῦ Υἱοῦ οἱ προσδιορισμοί τῶν χρήσεων, εὔδηλον ὡς Υἱός μέν ἐκ τοῦ Υἱοῦ οὐκ ἔσται, Πνεῦμα δέ τό ἐκ τῆς πατρικῆς ἀναβλύζον οὐσίας καί ἐκ τῆς μή γεννώσης οὐσίας τοῦ Υἱοῦ ἀναβλύζον ἔσται καί προχεόμενον.

Ἀντεπιγραφή ἐνάτη

Ὄντως ἀσυλλόγιστον ἡ δυσσέβεια˙ διαβαίνειν γάρ ἀκούων ὁ λατινόφρων οὗτος ἐπί τόν Υἱόν τά τοῦ Πατρός ἴδια φυσικῶς τε καί οὐσιωδῶς, τά τῆς πατρικῆς ὑποστάσεως ἐνόμισεν ἴδια, ἀλλ᾿ οὐ τά τῆς φύσεως. Οὐκοῦν κατά τήν αὐτοῦ σύνεσιν, ἥν ἐν ταῖς τῶν θεοφόρων κέκτηται θελογίαις, τοῦ θείου Κυρίλλου γράφοντος ἐν θησαυροῖς «πῶς οὐκ ἔσται Θεός τό Πνεῦμα, ὅλην ἔχον οὐσιωδῶς τήν ἰδιότητα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ», τά ὑποστατικά τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ τό Πνεῦμα ἕξει, γέννημά τε καί γεννήτωρ ἔσται καί Πατήρ τῶν φώτων τό γεννᾶν καί ἐκπορεύειν ἔχον˙ οὗ τί ἄν ἀκουσθείη δυσσεβέστερόν τε καί καινότερον; Τό αὐτό δέ σχεδόν πείσεται πάλιν αὐτός τε καί οἱ κατ᾿ αὐτόν φρονοῦντες καί ὅταν ἀκούσωσι τοῦ μέν ἱεροῦ Δαμασκηνοῦ λέγοντος ἐν τῷ ὀγδόῳ τῶν δογματικῶν «πάντα ὅσα ἔχει ὁ Πατήρ καί τοῦ Πνεύματός ἐστι πλήν τῆς ἀγεννησίας» καί τοῦ τῆς θεολογίας ἐπωνύμου Γρηγορίου γράφοντος ἐν τῷ Πρός τούς ἀπ᾿ Αἰγύπτου καταπλεύσαντας, «πάντα ὅσα τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Πνεύματος, πλήν τῆς υἱότητος». Πόσης δέ ἀνοίας πάλιν τό ἐκ τῆς οὐσίας ἀκούειν καί ἐκ τῆς τοῦ Υἱοῦ ὑποστάσεως δοξάζειν, ὥσπερ ἄν εἰ μία ἦν, καθάπερ οὐσία, οὕτω καί ὑπόστασις ἐπί Θεοῦ˙ πρός δέ καί τό μή συνορᾶν ὡς, ἐπεί Πατρός καί ἐκ Πατρός λέγεται τό Πνεῦμα, οἱ Πατέρα εἶναι τόν Υἱόν ἀπαγορεύοντες συναπαγορεύουσι καί τήν τοῦ Υἱοῦ πρός τόν Πατέρα κοινωνίαν κατά τήν ἐκπορευτικήν ἰδιότητα.

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2018

ΑΝΤΕΠΙΓΡΑΦΕΣ ΣΤΙΣ ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ ΤΟΥ ΒΕΚΚΟΥ ΥΠΕΡ ΛΑΤΙΝΩΝ - ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ


Συγγράμματα Αγ. Γρηγόριου Παλαμά περί του Αγίου Πνεύματος

  • Λόγοι δύο αποδεικτικοί περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος: γράφτηκαν περί 1335 και είναι από τα πρώτα έργα του Παλαμά. Συντάχθηκαν για να αποκρούσουν τη θέση που ο Βαρλαάμ υποστήριξε μέσα από δεκαοκτώ αντιλατινικές πραγματείες -στο διάλογο με τους Λατίνους- πως ο ισχυρισμός τους για την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος δεν θεμελιώνεται στη λογική, διότι το θείον είναι ακατάλυπτο και αναπόδεικτο.
  • Αντεπιγραφαί εις τας επιγραφάς του Βέκκου: εδώ αναιρείται ο ισχυρισμός του Ιωάννη Βέκκου ότι το λατινικό δόγμα συμφωνεί με την πατερική διδασκαλία. Σύγχρονο με το προηγούμενο και αναθεωρημένο στα 1340.
Εισαγωγή (Π. Χρήστου)

Οι Αντεπιγραφές του Γρηγορίου Παλαμά εγράφησαν σε αντίκρουση αναλόγου έργου του πατριάρχου Ιωάννη Βέκκου

Ο Βέκκος ύπηρξε εκ των αντιδρασάντων στην περί ενώσεως απόφασιν της Συνόδου της Λυών του 1274, γι’ αυτό και ενεκλείσθη τότε στη φυλακή, όπου άλλαξε γνώμη. Ισχυρίσθη ότι η μεταστροφή του οφειλόταν στην καλυτέραν εξέτασιν του προβλήματος και ιδίως στην μελέτην έργων φιλενωτικών θεολόγων. Πράγματι έκτοτε επέδειξε σταθερότητα στις νέες απόψεις του και, παρ’ όσες θλίψεις υπέστη βραδύτερα δι’ αυτές, δεν τις απηρνήθη. Το 1275 ο φιλενωτικός αυτοκράτωρ Μιχαήλ Η' ο Παλαιολόγος, εκθρονίσας τον πατριάρχην Ιωσήφ ανεβίβασε στον θρόνον τον Βέκκον ως Ιωάννην ια'. Αυτός προς υποστήριξιν των γνωμών του εφιλοτέχνησε κατά τα συνηθιζόμενα τότε συλλογήν βιβλικών και πατερικών χωρίων εκ δώδεκα κεφαλαίων, εκάστου των οποίων προέταξε επιγραφήν δεικνύουσαν ότι η λατινική άποψις περί εκπορεύσεως του Πνεύματος διά του Υιού ή εκ του Υιού είναι σύμφωνος με τα υπό των πατέρων λεγόμενα. Η συλλογή αυτή εξεδόθη τύποις κατά πρώτον υπό του Κερκυραίου Πέτρου Αρκουδίου, βραδύτερα δε υπό άλλων, ενσωματωθείσα δε στην έκδοση έργων του Βέκκου, την οποίαν ετοίμασε ο J.Hergenröther, περιελήφθη στην Πατρολογία του Migne (PG141, 613-674).
Κατά των Επιγραφών του Βέκκου συνέταξε τις δικές του Αντεπιγραφές, ερμηνεύων σε αυτές τα αυτά χωρία, προσάγων δε και μερικά άλλα. Το κείμενον τούτο είναι εκτενέστερον κάπως από το του Βέκκου, κατά πολύ δε εκτενεστέρα είναι η υπό του Βησσαρίωνος αναίρεσις αυτού. Διά της επεξεργασίας του Βησσαρίωνος τα έργα ταύτα απετέλεσαν ένα σώμα, το oποίον εξεδόθη υπό του μνημονευθέντος Πέτρου Αρκουδίου μετά δύο λατινικών μεταφράσεων, μιας του Βησσαρίωνος και ετέρας του Αρκουδίου, και ανετυπώθη στην Πατρολογίαν του Migne (PG161, 243-268).
Δεν υπάρχει ένδειξις εσωτερική περί του χρόνου συντάξεως του μικρού τούτου έργου του Παλαμά, αλλά είναι πιθανόν ότι ο συγγραφεύς ασχολήθηκε με αυτήν καθ’ όσον χρόνον συνέτασσε τους Αποδεικτικούς λόγους, μετά των οποίων ως επί το πλείστον διατηρείται εις τα αυτά χειρόγραφα. Άλλωστε πολυάριθμα πατερικά χωρία απαντούν στα δύο έργα, η δε ενδεκάτη αντεπιγραφή συμπίπτει σχεδόν κατά λέξιν με παράγραφον των πραγματειών. Πάντως η οριστική σύνθεσίς των ανάγεται σε χρόνον κάπως μεταγενέστερον, ίσως το 1355, καθ’ όσον ο συγγραφεύς τοποθετεί ήδη τον Ακίνδυνον στην αυτήν με τον Βαρλαάμ δυσσεβή θέσιν.
Το ευσύνοπτο των Αντεπιγραφών και η καθ’ όλους τους μετά ταύτα αιώνες διατηρηθείσα έντονος αντίθεσις προς τους Λατίνους συνετέλεσαν ώστε αυτές ν’ αποβούν εκ των περισσότερον διαδεδομένων έργων του Παλαμά.
Ο Παλαμάς δίδει και πάλιν ενταύθα ιδιαιτέραν προσοχήν στην διάκρισιν μεταξύ θείας φύσεως και υποστάσεως, η οποία δεν ηδύνατο να εύρει θέσιν εις την οντολογικήν θεώρησιν των Λατίνων και του Βέκκου και διά της οποίας αποφεύγεται οιαδήποτε σύγχυσις εις την τριαδικήν ορολογίαν. Ούτω, όταν λέγεται ο Υιός “πρόσωπον” του Πατρός και το Πνεύμα “πρόσωπον” του Υιού δεικνύεται διάκρισις ούχι υποστατικών αλλά φυσικών ιδιωμάτων. Ο Υιός λέγεται ίδιος του Πατρός ως γεννηθείς εξ αυτού, όπερ σημαίνει υποστατικήν σχέσιν· το Πνεύμα λέγεται ίδιον τού Υιού κατά τον Μέγαν Βασίλειον ως κατά φύσιν ωκειωμένον αυτώ, ουχί δε ως προερχόμενον εξ αυτού. Δυνατόν ούτω να λέγεται ότι το Πνεύμα είναι εκ της ουσίας του Υιού ως Θεού, αλλ’ είναι αδιανόητον να λεχθή ότι είναι και εκ της υποστάσεως του Υιού, διότι τότε θα εταυτίζοντο οι υποστάσεις Πατρός και Υιού, όπως ταυτίζονται οι ουσίες αυτών. Το εκπορεύειν είναι ίδιον του Πατρός μη διαβαίνον επί τον Υιόν μετά των φυσικών ιδιωμάτων.
Εις την Τριάδα υπάρχει βεβαίως τάξις, αλλά τάξις ευσεβής, εκφράζουσα τα ίδια των προσώπων και ουχί οδηγούσα από ανωτέρα προς υποδεέστερα όντα, ως εδέχετο ο Ευνόμιος. Δεν είναι επομένως ανάγκη να τοποθετηθεί ο Υιός ως μεσάζων μεταξύ Πατρός και Πνεύματος, διότι τούτο προέρχεται αμέσως και ουχί εμμέσως εκ του Πατρός. Αν το Πνεύμα δεν τίθεται υπό των θεολόγων πάντοτε παραλλήλως προς τον Πατέρα, τούτο συμβαίνει για να μη θεωρηθή και αυτό ως γεννηθέν.
Ορισμένες ρήσεις των γραφών, προβαλλόμενες υπό των Λατίνων ως εμφανίζουσες τον Πατέρα και τον Υιόν πηγήν του Πνεύματος, εκφράζουν απλώς την ομοουσιότητα των δύο τούτων προσώπων. Άλλες πάλι εκφράσεις των πατέρων ερμηνεύονται ορθοδόξως δια της καταφυγής εις την θεωρίαν περί διττής προόδου του Πνεύματος. Ούτω οι φράσεις “δια του Υιού” και “εκ του Υιού” σημαίνουν ομοβουλίαν του Υιού προς τον Πατέρα κατά την χορηγίαν του Πνεύματος , εις την χορηγίαν δε ωσαύτως αναφέρονται οι οροί “προϊέναι”, “προχείσθαι” και άλλοι, ενώ την εκπόρευσιν δηλώνει μόνον ο όρος “εκ του Πατρός”.


ΑΝΤΕΠΙΓΡΑΦΕΣ ΣΤΙΣ ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ ΤΟΥ ΒΕΚΚΟΥ ΥΠΕΡ ΛΑΤΙΝΩΝ - ΤΟΥ ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ

Επιγραφή πρώτη

Διάφορες γραφικές μαρτυρίες συλλέγονται προς απόδειξιν ότι είναι το άγιον Πνεύμα και εκ του Υιού, έπειτα από τις οποίες καταστρώνονται και άλλες σε απόδειξιν ότι το Πνεύμα είναι δια του Υιού εκ του Πατρός. Και επειδή οι μεν εκ του Υιού οι δε δια του Υιού αποδεικνύουν ότι τούτο (το Αγ. Πνεύμα) είναι, προς παράστασιν του ισοδυνάμου τής “δια” και τής “εκ” καταστρώνονται ευθύς στην συνέχεια άλλες γραφικές μαρτυρίες, μέσω των οποίων αποδεικνύεται το ισοδύναμον των προθέσεων τούτων.

Αντεπιγραφή πρώτη

Όταν επί της θεολογίας ισοδυναμούν μεταξύ τους οι προθέσεις “εκ” και “δια”, δεν παριστάνουν την διαίρεσιν ούτε την διαφοράν της αγίας Τριάδος, αλλά την ένωσιν και την απαραλλαξίαν, η οποία υφίσταται κατά την φύσιν και την ομοβουλίαν. Διότι από εδώ δεικνύεται ότι είναι μιας και της αυτής φύσεως και δυνάμεως και ενεργείας και θελήσεως ο Πατήρ και ο Υιός και το άγιον Πνεύμα, ο δε καταγράψας εδώ τα ρητά των άγιων και έτσι επιγράψας την διαφοράν κακώς και δυσσεβώς των θείων υποστάσεων επιχειρεί να δείξει δια του ισοδυνάμου των τοιούτων προθέσεων και ότι η μία των τριών προσκυνητών υποστάσεων, δηλαδή το άγιον Πνεύμα, έχει την ύπαρξιν εκ των δύο υποστάσεων και διαφορετικά από εκατέραν τούτων. Είναι λοιπόν φανερόν ότι οι μεν μαρτυρίες των αγίων έχουν ευσεβώς και καλώς, εκλαμβάνονται δε από τον συλλέξαντα και καταγράψαντα αυτές εδώ κακώς και δυσσεβώς.

Ότι δε η “δια” δεικνύει καθ’ όλα την ένωσιν και το απαράλλακτον, όταν δηλαδή ισοδυναμεί με την “εκ”, το παριστάνει σαφώς ο θείος Μάξιμος δι’ εκείνους οι οποίοι είπαν ότι δια του Υιού το Πνεύμα, γράφων προς τον Μαρίνον, «δεν έδειξαν εαυτούς ότι καθιστούν τον Υιόν αιτίαν, διότι μίαν αιτίαν γνωρίζουν του Υιού και του Πνεύματος, τον Πατέρα, του μεν κατά την γέννησιν, του δε κατά την εκπόρευσιν, αλλά είπαν τούτο, για να δηλώσουν την δι' αυτού προέλευσιν και με αυτό να παραστήσουν το συναφές και απαράλλακτον της ουσίας». Είναι λοιπόν από αυτά σαφές ότι αυτός ο Βέκκος εκλαμβάνει δυσσεβώς τις ρήσεις αυτές· διότι από αυτά δεν επιχειρεί να συναγάγει το συναφές και απαράλλακτον κατά την φύσιν, αλλά την διαφοράν των υποστάσεων. Και δεν πείθεται ούτε στον μέγαν Βασίλειον, ο οποίος στο όγδοον κεφάλαιον Προς Αμφιλόχιον λέγει· «το ότι δημιουργεί διά του Υιού ο Πατήρ ούτε ατελή καθιστά την δημιουργίαν του Πατρός ούτε άτονον δηλώνει την ενέργειαν του Υιού, αλλά παριστά το ηνωμένον του θελήματος».
Επομένως ο λέγων ότι κατά την χορηγίαν το Πνεύμα προέρχεται δια του Υιού και εκ του Υιού παριστάνει καλώς την ομοβουλίαν του Πατρός και του Υιού. Διότι το άγιον Πνεϋμα χορηγείται στους αξίους με ευδοκίαν του Πατρός και του Υιού και με συνευδοκίαν ιδικήν του. Αυτοί δε οι λατινόφρονες συνάγοντες από παράνοιαν ότι το Πνεύμα έχει την ύπαρξιν δια του Υιού και εκ του Υιού, παριστούν αυτό δυσσεβώς ως έργον ευδοκίας και θελήσεως και κτίσμα εξ ανάγκης, αλλ' όχι ως καρπόν θείας φύσεως. Διότι κατά τον ιερόν Δαμασκηνόν έργον θείας θελήσεως είναι η κτίσις, αλλ' όχι η θεότης, άπαγε· «διότι, πάλιν κατά τον αυτόν, η προαιώνιος και αΐδιος γέννησις και εκπόρευσις δεν είναι της θείας θελήσεως αλλά της θείας φύσεως».

Επιγραφή δευτέρα

Επειδή υπάρχουν μερικοί αντιλέγοντες στις μαρτυρίες των γραφών, οι οποίες δηλώνουν ότι το Πνεύμα είναι εκ του Πατρός δια του Υιού, συνελέγησαν και οι παρούσες μαρτυρίες των γραφών, οι οποίες δηλώνουν ότι ο Υιός είναι προσεχώς (ευθέως) και αμέσως εκ Πατρός προς συμπλήρωσιν των μαρτυριών υπέρ της δια του Υιού προελεύσεως του Πνεύματος. Διότι αν το Πνεύμα δεν ήταν δια του Υιού, διατί δεν ελέχθη ότι και αυτό είναι αμέσως εκ του Πατρός;

Αντεπιγραφή δευτέρα

Και όμως ελέχθη ότι και το θείον Πνεύμα είναι αμέσως εκ Πατρός και έτσι έχει εντελώς αναιρεθεί η πρόφασις και παράστασις της δυσσεβείας. Διότι ο επώνυμος της θεολογίας Γρηγόριος λέγει στα Έπη ότι το άγιον Πνεύμα είναι δεύτερον από τον Πατέρα, όπως και ο Υιός. Ο δε Νύσσης μαζί με πολλά άλλα λέγει ότι εκάτερον αναφέρεται προς έν πρόσωπον, το πατρικόν, άνευ του τρόπου της υπάρξεως. Αλλά, λέγει, «και του ανθρώπου τα πρόσωπα δεν έχουν ευθέως την ύπαρξιν από το αυτό πρόσωπον, ώστε είναι πολλά και διάφορα πλην των αιτιατών και τα αίτια. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιον επί της αγίας Τριάδος· διότι έν και το αυτό είναι το πρόσωπον, από το οποίον γεννάται ο Υιός και εκπορεύεται το άγιον Πνεύμα. Διό και έχομε το θάρρος ένα Θεόν να λέγομε εγκύρως τον ένα αίτιον μετά των αιτιατών αυτού».
Τί εννοούν δε οι λέγοντες ότι το άγιον Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός και διαμένει εν τω Υιώ και ότι εκ του Πατρός εν τω Υιώ διήκει και ότι εκ του Πατρός είναι και συνακολουθεί τον Λόγον; Όπως επίσης οι λέγοντες ότι το άγιον Πνεύμα είναι κοινωνίαν και αγάπην του Πατρός και του Υιού; Προς τούτοις δε οι λέγοντες ότι έκαστον των προσώπων έχειν (αναφέρεται) προς το άλλο όχι ολιγώτερον από όσον προς εαυτό; Τί δε εννοεί ο ψαλμωδός λέγων, «αι χείρες σου με έκτισαν και με έπλασαν»; Άραγε όλοι αυτοί δεν δεικνύουν ότι και το Πνεύμα είναι αμέσως εκ του Πατρός;

Επιγραφή τρίτη

Κατεστρώθησαν και οι παρούσες μαρτυρίες των γραφών σε ενίσχυσιν της έννοιας των μαρτυριών που δηλώνουν ότι το Πνεύμα δεν είναι αμέσως αλλά δια του Υιού εκ του Πατρός. Διότι, εάν το Πνεύμα ήτο αμέσως εκ του Πατρός, δεν θα ελέγετο ο μεν Υιός εικών του Πατρός, το δε Πνεύμα εικών του Υιού· και ο μεν Υιός ενέργεια του Πατρός, το δε Πνεύμα ενέργεια του Υιού· και ο μεν Υιός πρόσωπον του Πατρός, το δε Πνεύμα πρόσωπον του Υιού.

Αντεπιγραφή τρίτη

Ανοητότατε, ο οποίος επιγράφεις εδώ δυσσεβώς τα ευσεβώς λεχθέντα παρά των αγίων, πώς δεν βλέπεις ότι τα κοινά και φυσικά δεν έχουν καμμίαν διαφοράν επί της υψίστης και προσκυνητής Τριάδος; Διότι εις Θεός υπάρχει, μία εικών, μία θέλησις, μία ενέργεια Πατρός, Υιού και αγίου Πνεύματος. Εκτός των άλλων λοιπόν, όταν λέγεται και πρόσωπον άλλον ετέρου από αυτά, πρόκειται για φυσικόν, αλλ’ όχι υποστατικόν και είναι δηλωτικόν της απαραλλάκτου ομοιώσεως, αλλ’ όχι του τρόπου της υπάρξεως, άπαγε. Συ δε, μη λέγων άλλον πρόσωπον κατ’ αυτήν την έννοιαν, αλλά υποστατικώς, δεν δύνασαι πλέον να είσαι μύστης της Τριάδος. Διότι εάν ο Υιός είναι το πρόσωπον του Πατρός, καθ’ όσον το Πνεύμα θα είναι εξ αυτού και του Υιού, δεν θα είναι πλέον εις το έξης ο Πατήρ άλλον πρόσωπον από τον Υιόν, ούτε ο Υιός άλλον από το Πνεύμα. Βλέπεις ότι οι μεν μαρτυρίες των αγίων έχουν ευσεβώς και καλώς, από σε όμως εκλαμβάνονται κακώς και δυσσεβώς;

Επιγραφή τετάρτη

Επειδή μερικοί, μη παραδεχόμενοι την εντός της Τριάδος μεσιτείαν του Υιού, φανερώς θεολογουμένην παρά των άγιων, αρνούνται και γενικώς να αναφέρουν όνομα τάξεως στην Τριάδα, συνελέγησαν οι παρούσες μαρτυρίες των γραφών προς δήλωσιν του ότι το Πνεύμα συνάπτεται με τον Πατέρα διά του Υιού και προς παράστασιν του ότι αναφέρεται ολοφάνερα τάξιν στην Τριάδα.

Αντεπιγραφή τετάρτη

Ψευδολογείς περί των ευσεβών, ταλαίπωρε. Διότι επί της αγίας Τριάδος γνωρίζουμε τάξιν, αλλά την ευσεβή· την δε τάξιν την δεικνύουσαν εξ ανάγκης τρίτον το άγιον Πνεύμα από του Πατρός, την οποίαν σύ στέργεις μετά του Ευνομίου, ως δυσσεβή που είναι, δεν την παραδεχόμεθα. Ψευδολογείς δε και κατά των μαρτυριών των γραφών· διότι λέγουν όχι μόνον τον Υιόν, αλλ' ενίοτε και τον Πατέρα, ένωσιν του Υιού και του Πνεύματος, άλλοτε δέ το Πνεύμα μέσον και κοινόν του Υιού και του Πατρός, και η τάξις, η οποία ισχυρίζεσαι ότι λέγεται ολοφάνερα, είναι σαφές ότι δεν είναι περί του Υιού και του αγίου Πνεύματος. Γίνεται δε δεκτή και η μεσιτεία του Υιού, για τούς συνετούς όμως εις τα θεία όχι κατά την ύπαρξιν του Πνεύματος, αλλά κατά την ομολογίαν όπου θέτουν το άγιον Πνεύμα όχι αμέσως μετά τον Πατέρα, για να μην φανεί και αυτό γεννητόν. Τα τοιαύτα λοιπόν λέγονται από τους άγιους καλώς, ο δε συλλέξας και προθέσας αυτά εδώ, τα χρησιμοποιεί κακώς και δυσσεβώς, έλκων αυτά προς την κακοδοξίαν του.

Αρχαίο Κείμενο

ΑΝΤΕΠΙΓΡΑΦΑΙ ΕΙΣ ΤΑΣ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΒΕΚΚΟΥ ΥΠΕΡ ΛΑΤΙΝΩΝ ΕΠΙΓΡΑΦΑΣ

Ἐπιγραφή πρώτη

Χρήσεις γραφικαί διάφοροι συλλεγεῖσαι εἰς ἀπόδειξιν τοῦ εἶναι τό Πνεῦμα τό ἅγιον καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ, μεθ᾿ ἅς ἕτεραι καταστρωννύονται εἰς ἀπόδειξιν τοῦ εἶναι τό Πνεῦμα διά τοῦ Υἱοῦ ἐκ τοῦ Πατρός. Καί ἐπειδή αἱ μέν ἐκ τοῦ Υἰοῦ αἱ δέ διά τοῦ Υἱοῦ ἀποδεικνύουσιν εἶναι τοῦτο, εἰς παράστασιν τοῦ ἰσοδυνάμου τῆς "διά" καί τῆς "ἐκ", ἀκολούθως παρευθύς, ἕτεραι γραφικαί χρήσεις καταστρωννύονται, δι᾿ ὥν τό τῶν προθέσεων τούτων ἰσοδύναμον ἀποδείκνυται.

Ἀντεπιγραφή πρώτη

Ὅταν ἐπί τῆς θεολογίας ἰσοδυναμῶσιν ἀλλήλαις ἡ “ἐκ” καί ἡ “διά”, οὐ τήν διαίρεσιν οὐδέ τήν διαφοράν παριστῶσι τῆς ἁγίας Τριάδος, ἀλλά τήν ἕνωσιν καί τήν ἀπαραλλαξίαν, ἥτις ἐστί κατά τήν φύσιν καί τήν ὁμοβουλίαν. Δείκνυται γάρ ἐντεῦθεν μιᾶς καί τῆς αὐτῆς εἶναι φύσεως καί δυνάμεως καί ἐνεργείας καί θελήσεως ὁ Πατήρ καί ὁ Υἱός καί τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ὁ δ᾿ ἐνταῦθα καταγράψας τά τῶν ἁγίων ρητά καί οὕτως ἐπιγράψας τήν διαφοράν κακῶς καί δυσσεβῶς τῶν θείων ὑποστάσεων ἐπιχειρεῖ δεικνῦναι διά τοῦ τῶν τοιούτων προθέσεων ἰσοδυνάμου καί ὅτι ἐκ τῶν δύο ὑποστάσεων καί παρ᾿ἑκατέρας τούτων διαφόρως ἔχει τήν ὕπαρξιν ἡ μία τῶν τριῶν προσκυνητῶν ὑποστάσεων, τουτέστι τό Πνεῦμα τό ἅγιον. Φανερόν οὖν ὡς αἱ μέν τῶν ἁγίων ρήσεις ἔχουσιν εὐσεβῶς τε καί καλῶς, ἐκλαμβάνονται δέ παρά τοῦ συνειλοχότος καί καταγράψαντος ἐνταῦθα ταύτας κακῶς τε καί δυσσεβῶς.
Ὅτι δέ τήν ἕνωσιν καί τήν ἀπαράλλακτον ἐν πᾶσιν ἡ τοιαύτη δείκνυσι “διά”, ὅταν δηλονότι ἰσοδυναμῇ τῇ ἐκ”, ὁ θεῖος Μάξιμος παρίστησι σαφῶς, περί τινων εἰπόντων διά τοῦ Υἱοῦ τό Πνεῦμα, γράφων πρός Μαρῖνον, «οὐκ αἰτίαν τόν Υἱόν ποιοῦντας σφᾶς αὐτούς ἀπέδειξαν, μίαν γάρ ἴσασι τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Πνεύματος τόν Πατέρα αἰτίαν, τοῦ μέν κατά τήν γέννησιν τοῦ δέ κατά τήν ἐκπόρευσιν, ἀλλ᾿ ἵνα τό δι᾿ αὐτοῦ προϊέναι δηλώσωσι καί ταύτῃ τό συναφές τῆς οὐσίας καί ἀπαράλλακτον παραστήσωσι». Σαφές οὖν ἐντεῦθεν ὡς ὁ Βέκκος οὗτος δυσσεβῶς ἐκλαμβάνει τάς τοιαύτας ρήσεις˙ οὐ γάρ τό συναφές καί ἀπαράλλακτον, ὅ ἐστι κατά τήν φύσιν, ἀλλά τό διαφέρον τῶν ὑποστάσεων ἐκ τούτων ἐπιχειρεῖ συνάγειν, οὐδέ τῷ μεγάλῳ Βασιλείῳ πειθόμενος˙ καί οὗτος γάρ ἐν ὀγδόῳ τῶν Πρός Ἀμφιλόχιον κεφαλαίῳ φησί˙ «τό διά τοῦ Υἱοῦ δημιουργεῖν τόν Πατέρα, οὔτε ἀτελῆ τοῦ Πατρός τήν δημιουργίαν συνίστησιν, οὔτε ἄτονον τοῦ Υἱοῦ παραδηλοῖ τήν ἐνέργειαν, ἀλλά τό ἡνωμένον τοῦ θελήματος παρίστησιν».
Ὁ γοῦν λέγων διά τοῦ Υἱοῦ καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ τό Πνεῦμα προϊέναι κατά τήν χορηγίαν τήν ὁμοβουλίαν τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ παρίστησι καλῶς. Εὐδοκίᾳ γάρ τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί αὐτό συνευδοκοῦν τοῖς ἀξίοις χορηγεῖται τό Πνεῦμα τό ἅγιον. Οἱ δέ λατινόφρονες οὗτοι συνάγοντες ἐκ παρανοίας διά τοῦ Υἱοῦ καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ τήν ὕπαρξιν τό Πνεῦμα ἔχειν εὐδοκίας καί θελήσεως ἔργον καί κτίσμα ἐξ ἀνάγκης, ἀλλ᾿ οὐ θείας φύσεως καρπόν ὑπάρχειν τό Πνεῦμα τό ἅγιον παριστῶσι δυσσεβῶς. Κατά γάρ τόν ἱερόν Δαμασκηνόν ἔργον θείας θελήσεως ἡ κτίσις, ἀλλ᾿ οὐχ ἡ θεότης, ἄπαγε˙ «οὐ γάρ τῆς θείας θελήσεως, ἀλλά τῆς θείας φύσεως, αὖθις κατά τόν αὐτόν, ἡ προαιώνιος καί ἀΐδιος γέννησίς τε καί ἐκπόρευσις».

Ἐπιγραφή δευτέρα

Ἐπειδή εἰσί τινες ἀντιλέγοντες ταῖς γραφικαῖς χρήσεσι, τοῖς δηλοῦσαις διά τοῦ Υἱοῦ εἶναι τό Πνεῦμα ἐκ τοῦ Πατρός, συνελέγησαν καί αἱ παροῦσαι γραφικαί χρήσεις, αἱ δηλοῦσαι προσεχῶς καί ἀμέσως τόν Υἱόν ἐκ Πατρός εἶναι, εἰς συγκρότησιν τῶν δηλουσῶν χρήσεων διά τοῦ Υἱοῦ εἶναι τό Πνεῦμα. Εἰ γάρ μή ἦν τό Πνεῦμα διά τοῦ Υἱοῦ, διατί μή καί αὐτό ἀμέσως ἐρρήθη εἶναι ἐκ τοῦ Πατρός;

Ἀντεπιγραφή δευτέρα

Καί μήν ἐρρήθη καί τό θεῖον Πνεῦμα ἐκ Πατρός ἀμέσως καί ἀνῄρηταί σου παντάπασιν ἡ τῆς δυσσεβείας πρόφασίς τε καί παράστασις. Γρηγόριος γάρ ὁ τῆς θεολογίας ἐπώνυμος δεύτερον ἐν τοῖς Ἔπεσιν ἀπό τοῦ Πατρός εἶναί φησι τό Πνεῦμα τό ἁγιον καθά καί τόν Υἱόν. Ὁ δέ Νύσσης, σύν πολλοῖς ἑτέροις, πρός ἕν πρόσωπον, τό πατρικόν, ὡσαύτως ἔχειν ἑκάτερόν φησιν, ἄνευ τοῦ τρόπου τῆς ὑπάρξεως. Ἀλλά καί τά τοῦ ἀνθρώπου, φησί, πρόσωπα οὐκ ἀπό τοῦ αὐτοῦ προσώπου κατά τό προσεχές ἔχει τό εἶναι, ὡς πολλά καί διάφορα εἶναι πρός τοῖς αἰτιατοῖς καί τά αἴτια. Ἐπί δέ τῆς ἁγίας Τριάδος οὐχ οὕτως˙ ἕν γάρ πρόσωπον καί τό αὐτό, τοῦ Πατρός, ἐξ οὗπερ ὁ Υἱός γεννᾶται καί τό Πνεῦμα τό ἅγιον ἐκπορεύεται. Διό καί κυρίως τόν ἕνα αἴτιον μετά τῶν αὑτοῦ αἰτιατῶν ἕνα Θεόν φαμεν τεθαρρηκότως».
Τί δέ οἱ λέγοντες ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορεύεσθαι καί ἐν τῷ Υἱῷ διαμένειν τό Πνεῦμα τό ἅγιον καί ἐκ τοῦ Πατρός ἐν τῷ Υἱῷ διήκειν καί ἐκ τοῦ Πατρός εἶναι καί τῷ λόγῳ συμπαρομαρτεῖν; Ἔτι δέ οἱ κοινωνίαν καί ἀγάπην εἶναι λέγοντες τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ τό Πνεῦμα τό ἅγιον; Πρός δέ τούτοις οἱ πρός τό ἕτερον ἕκαστον ἔχειν τῶν προσώπων λέγοντες οὐ ἧττον ἤ πρός ἑαυτό; Τί δέ ὁ ψάλλων «αἱ χεῖρες σου ἐποίησάν με καί ἔπλασάν με»; Ἆρ᾿ οὐχ ἅπαντες οὗτοι ἀμέσως εἶναι καί τό Πνεῦμα δεικνύουσιν ἐκ τοῦ Πατρός;

Ἐπιγραφή τρίτη

Κατεστρώθησαν καί αἱ παροῦσαι γραφικαί χρήσεις εἰς συγκρότησιν τῆς ἐννοίας τῶν δηλουσῶν χρήσεων , μή ἀμέσως ἀλλά διά τοῦ Υἱοῦ ἐκ Πατρός εἶναι τό Πνεῦμα. Εἰ γάρ ἀμέσως ἦν τό Πνεῦμα ἐκ τοῦ Πατρός, οὐκ ἄν ἐρρήθη ὁ μέν Υἱός εἰκών τοῦ Πατρός, τό δέ Πνεῦμα εἰκών τοῦ Υἱοῦ˙ καί ὁ μέν Υἱός ἐνέργεια τοῦ Πατρός, τό δέ Πνεῦμα ἐνέργεια τοῦ Υἱοῦ˙ καί ὁ μέν Υἱός πρόσωπον τοῦ Πατρός, τό δέ Πνεῦμα πρόσωπον τοῦ Υἱοῦ. 

Ἀντεπιγραφή τρίτη

Ἀνούστατε, ὁ δυσσεβῶς ἐπιγράφων ὧδε τά παρά τῶν ἁγίων εὐσεβῶς εἰρημένα, πῶς οὐ συνορᾷς ὅτι τά κοινά καί φυσικά ἐπί τῆς ἀνωτάτω καί προσκυνητῆς Τριάδος οὐδεμίαν ἔχουσι διαφοράν; Εἷς γάρ Θεός, μία εἰκών, μία θέλησις, μία ἐνέργεια Πατρός, Υἱοῦ καί ἁγίου Πνεύματος. Οὐκοῦν πρός τοῖς ἄλλοις, ὅταν καί  πρόσωπον ἕτερον ἑτέρου τούτων λέγηται, φυσικόν ἐστιν, ἀλλ᾿ οὐχ τοῦ τρόπου τῆς ὑπάρξεως, ἄπαγε. Σύ δέ μή οὕτω πρόσωπον ἕτερον λέγων, ἀλλ᾿ ὑποστατικῶς, οὐκέτ᾿ ἔχεις εἶναι μύστης τῆς Τριάδος. Εἰ γάρ τοῦ Πατρός ἐστιν ὁ Υἱός τό πρόσωπον, ὡς ἐξ αὐτοῦ καί τοῦ Υἱοῦ τό Πνεῦμα, οὐκέτ᾿ ἔσται λοιπόν ὁ Πατήρ πρόσωπον ἕτερον παρά τόν Υἱόν, οὐδέ παρά τό Πνεῦμα ὁ Υἱός. Ὁρᾷς ὡς αἱ μέν τῶν ἁγίων ρήσεις ἔχουσιν εὐσεβῶς τε καί καλῶς, παρά δέ σοῦ ἐκλαμβάνοντα κακῶς καί δυσσεβῶς; 

Ἐπιγραφή τετάρτη

Ἐπειδή τινες μή καταδεχόμενοι τήν ἐν τῇ Τριάδι μεσιτείαν τοῦ Υἱοῦ, προδήλως παρά τῶν ἁγίων θεολογουμένην ἀπαρνοῦνται καί τό ὅλως λέγειν ὄνομα τάξεως ἐν τῇ Τριάδι, συνελέγησαν αἱ παροῦσαι γραφικαί χρήσεις εἰς δήλωσίν τε καί τό Πνεῦμα διά τοῦ Υἱοῦ συνάπτεσθαι τῷ Πατρί καί εἰς παράστασιν τοῦ λέγεσθαι ἀριδήλως τάξιν ἐν τῇ Τριάδι. 

Ἀντεπιγραφή τετάρτη 

Καταψεύδῃ τῶν εὐσεβῶν, ταλαίπωρε. Ἴσμεν γάρ τάξιν ἐπί τῆς ἁγίας Τριάδος, ἀλλά τήν εὐσεβῆ˙ τήν δέ δεικνῦσαν τρίτον ἐξ ἀνάγκης ἀπό τοῦ Πατρός τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ὡς δυσσεβῶς ἔχουσαν, ἥν σύ μετ᾿ Εὐνομίου στέργεις, οὐ καταδεχόμεθα. Καί τῶν γραφικῶν δέ καταψεύδῃ χρήσεων˙ οὐ γάρ τόν Υἱόν μόνον, ἀλλ᾿ ἔσθ᾿ ὅτε καί τόν Πατέρα τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Πνεύματος ἕνωσίν φασιν, ἄλλοτε δέ τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Πατρός τό Πνεῦμα μέσον καί κοινόν αὐτοῖς˙ καί ἥν ‘ἀριδήλως’ φῄς τάξιν, σαφές ὡς οὐ περί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐστι. Στέργεται δέ καί ἡ μεσιτεία τοῦ Υἱοῦ, ἀλλ᾿ οὐ κατά τήν ὕπαρξιν τοῦ Πνεύματος τοῖς τά θεῖα συνετοῖς, ἀλλά κατά τήν ὁμολογίαν, μή προσεχῶς τῷ Πατρί τῷ Πνεῦμα τό ἅγιον τιθεῖσιν, ἵνα μή δόξῃ καί τοῦτο γεννητόν. Τά τοιαῦτα τοίνυν τοῖς ἁγίοις λέγεται καλῶς, ὁ δέ συνειλοχώς ταῦτα καί προθείς ἐνταῦθα πρός τήν οἰκείαν μεθέλκων κακοδοξίαν κακῶς καί δυσσεβῶς αὐτοῖς χρῆται.