Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Enrico Berti - SUMPHILOSOPHEIN. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Enrico Berti - SUMPHILOSOPHEIN. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Απριλίου 2026

SUMPHILOSOPHEIN (5)

  Συνέχεια από  Σάββατο 25 Απριλίου 2026

SUMPHILOSOPHEIN 5

H ζωή στην Ακαδημία του Πλάτωνος.


Του Enrico Berti.

3. Τα πρόσωπα

Μια εχθρική βιογραφική παράδοση, που στην αρχαιότητα δεν έλειπε σχεδόν για κανέναν φιλόσοφο, αναφέρεται από τον Διογένη Λαέρτιο, ο οποίος διηγείται ότι ο Σπεύσιππος είχε αδυναμία για μία από τις δύο γυναίκες που φοιτούσαν στην Ακαδημία, δηλαδή τη Λαστενία, και ότι αυτό το πάθος του έγινε αντικείμενο σαρκασμού από τον Διονύσιο τον Νεότερο, ο οποίος φέρεται να του είχε γράψει ειρωνικά:

«Από τη μαθήτριά σου την Αρκάδα είναι δυνατόν να διδαχτεί κανείς τη σοφία σου».

Ο ίδιος ο Διογένης Λαέρτιος επιδεινώνει ακόμη περισσότερο την εικόνα, αναφέροντας από άλλη πηγή ότι ο Σπεύσιππος ερωτεύτηκε παράφορα μια πολύ όμορφη αλλά άτακτη και ανίκανη γυναίκα, και ότι του είπαν:

«Τι να την κάνεις; Βρες κάποια που να έχει τουλάχιστον λίγα χαρίσματα!»


Ευτυχώς, ο Πλούταρχος διορθώνει αυτή την αρνητική εικόνα, εξηγώντας ότι ο Σπεύσιππος ήταν ασυγκράτητος και ασυλλόγιστος στη νεότητά του, αλλά ότι ο Πλάτωνας τον ενέπνευσε να αλλάξει, δίνοντάς του το καλό παράδειγμα, και ότι εκείνος στράφηκε στη φιλοσοφία.

Άλλη αρχαία πηγή φτάνει στο σημείο να λέει πως ο ίδιος ο Πλάτωνας έδωσε για σύζυγο στον Σπεύσιππο τη νεότερη και πιο όμορφη από τις τέσσερις ανιψιές του, με προίκα τριάντα μνών!

Ο Πλούταρχος διηγείται επίσης ότι ο Σπεύσιππος, ο οποίος είχε ταξιδέψει στις Συρακούσες με τον Πλάτωνα κατά το δεύτερο ταξίδι του φιλοσόφου, και είχε γίνει στενός του φίλος, συμμετείχε στον πόλεμο του Δίωνα εναντίον του Διονυσίου για την απελευθέρωση της Σικελίας. Πόλεμο στον οποίο συμμετείχαν και άλλοι Ακαδημικοί, αλλά όχι ο ίδιος ο Πλάτωνας, επειδή ήταν πια πολύ ηλικιωμένος για να φιλοξενηθεί στο παλάτι του Διονυσίου.

Υπέρ της πολιτικής δράσης του Σπευσίππου είναι και η πληροφορία, από άλλη πηγή, ότι έστειλε επιστολή στον Φίλιππο της Μακεδονίας, στην οποία κατέκρινε τη χρήση βίας και θυμόταν τα λόγια του Πλάτωνα, ενώ προσπάθησε να πείσει τον Περδίκκα (προκάτοχο του Φιλίππου στον μακεδονικό θρόνο) να μοιραστεί το βασίλειο με τον Φίλιππο.

Σε κάθε περίπτωση, η μετάνοια του Σπευσίππου για τις νεανικές του ελευθεριότητες δεν τον βοήθησε να διατηρήσει την υγεία του, επειδή λέγεται ότι προς το τέλος της ζωής του ήταν τόσο παράλυτος ώστε τον μετέφεραν στην Ακαδημία με φορείο — πράγμα που σημαίνει ότι δεν κατοικούσε εκεί — και ότι κάποιος τον συνάντησε στη διαδρομή, και του είπε ειρωνικά, με τρόπο κυνικό, «υγεία στον Σπεύσιππο!» (salute!), γνωρίζοντας ότι δεν μπορούσε να ευχηθεί το ίδιο και για τον εαυτό του, αφού επέμενε να ζει σε τέτοιες συνθήκες. Σύμφωνα με την ίδια παράδοση, ο Σπεύσιππος, βυθισμένος στη θλίψη, θα είχε θέσει εθελοντικά τέλος στη ζωή του.

Σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτιο, ο Σπεύσιππος θα είχε γράψει πολυάριθμους διαλόγους για τον πλούτο, την ηδονή, τη δικαιοσύνη, τη φιλοσοφία, τη φιλία, για τους θεούς, για την ψυχή, και διάφορες πραγματείες (διαιρέσεις, υποθέσεις, ορισμούς), αφιερωμένες συχνά στο θέμα των «ομοίων».


Μετά τον θάνατο του Σπευσίππου έγινε στην Ακαδημία ένα είδος ψηφοφορίας για την εκλογή του νέου σχολάρχη και, σύμφωνα με τον Φιλόδημο, «οι νέοι εξέλεξαν τον Ξενοκράτη από τη Χαλκηδόνα, ενώ ο Αριστοτέλης βρισκόταν σε ταξίδι στη Μακεδονία και αντιθέτως οι Μενέδημος από την Πύρρα και ο Ηρακλείδης ο Ποντικός ηττήθηκαν με λίγες μόνο ψήφους».

Κανείς από τους υποψηφίους δεν ήταν Αθηναίος, άρα η Ακαδημία θα περνούσε έτσι κι αλλιώς στα χέρια ενός ξένου. Ο Ξενοκράτης πιθανότατα ήταν ο πιο ηλικιωμένος, αφού γεννήθηκε το 395/396 π.Χ., και συνεπώς ήταν περίπου δέκα χρόνια μεγαλύτερος από τον Αριστοτέλη. Το γεγονός πάντως ότι η ψήφος του ονόματός του αναφέρεται αμέσως μετά από εκείνο του Αριστοτέλη, με τη διευκρίνιση ότι εκείνος τότε δεν βρισκόταν στην Αθήνα, σημαίνει ότι ο Αριστοτέλης θα μπορούσε να είναι υποψήφιος για τη διαδοχή του Σπευσίππου, απόδειξη αυτής της ελευθερίας κρίσης που φαίνεται να χαρακτήριζε την Ακαδημία.

Αυτή όμως η ελευθερία δεν ωφέλησε τον Ξενοκράτη, ο οποίος, όπως θα δούμε, προσπάθησε να ερμηνεύσει τη φιλοσοφία του Πλάτωνα με εκείνη του Σπευσίππου, δηλαδή να συμφιλιώσει τις αντίθετες απόψεις των προκατόχων του, ταυτίζοντας τις Ιδέες με τους μαθηματικούς αριθμούς. Σύμφωνα με τον Φιλόδημο, τα μέλη της Ακαδημίας θεωρούσαν τον Ξενοκράτη περισσότερο αξιόλογο όσο πιο πολύ απουσίαζε.

Σε αυτό, λοιπόν, ο Ξενοκράτης θα είχε αποκαλύψει χαρακτήρα αντίθετο από εκείνον του Σπευσίππου, δείχνοντας επίσης αξιοσημείωτη σωματική αντοχή, η οποία του επέτρεψε να πιει ένα μεγάλο αγγείο κρασί και να νικήσει έτσι σε έναν αγώνα με έπαθλο ένα στεφάνι από χρυσό, που είχε θέσει ως έπαθλο ο Διονύσιος (στις Συρακούσες;), το οποίο ωστόσο τοποθέτησε σε άγαλμα του Ερμή, δείχνοντας έτσι την αποστασιοποίησή του από τα πλούτη.

Σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτιο, που καταγράφει και εδώ μια εχθρική βιογραφική παράδοση, ο Ξενοκράτης, επειδή έγινε πρόωρα μαθητής του Πλάτωνα και τον ακολούθησε στα ταξίδια του στη Σικελία, δεν χαίρονταν την εκτίμηση του δασκάλου του, ο οποίος τον παρομοίαζε με «γαϊδούρι που χρειάζεται μαστίγιο», ενώ τον Αριστοτέλη με «άλογο που χρειάζεται χαλινάρι».

Η ίδια παράδοση αναφέρει ότι ο Ξενοκράτης αντιστάθηκε σε πειρασμούς που του είχαν οργανώσει οι ίδιοι του οι μαθητές, οι οποίοι — προεξαγγέλλοντας κατά χιλιετίες την πλοκή του “Γαλάζιου Αγγέλου” του Χάινριχ Μαν — του έβαλαν στο κρεβάτι του μία φορά την εταίρα Φρύνη, γνωστή για την ομορφιά και τη γυμνότητά της, και άλλη μια φορά την εταίρα Λαΐδα.

Επειδή δεν υπέκυψε ούτε τότε, ο Ξενοκράτης θεώρησε την προσβολή ότι δεν είναι άνδρας, αλλά, σύμφωνα με τους βιογράφους, κυκλοφόρησε η φήμη ότι είχε αυτοευνουχιστεί για να μπορέσει να αντισταθεί στους πειρασμούς.

Σε αντίθεση με τον Σπεύσιππο (και τον Αριστοτέλη), φαίνεται ότι ο Ξενοκράτης δεν διατηρούσε καλές σχέσεις με τη μακεδονική αυλή, γιατί, αν και είχε σταλεί ως πρεσβευτής σε αποστολή προς τον Φίλιππο, δεν δέχθηκε να διαφθαρεί με κανέναν τρόπο, δείχνοντας έτσι απόλυτη ανεξαρτησία από τα χρήματα· επίσης λέγεται ότι πρόσφερε θυσία στις Μούσες κατά τη διάρκεια της μακεδονικής κατοχής της Αθήνας, και ότι ο Μακεδόνας διοικητής Αντίπατρος, που είχε καταλάβει την εξουσία, του πρότεινε συμφωνία, κατά την οποία ο ίδιος ο Ξενοκράτης αρνήθηκε την απελευθέρωση σκλάβων εάν αυτό γινόταν με αντάλλαγμα την απεμπόληση της ελευθερίας της πόλης.

Μια παράδοση εχθρική προς τον Αριστοτέλη και ευνοϊκή προς τον Ξενοκράτη διηγείται ότι, κατά την απουσία του τελευταίου από την Αθήνα, ενώ ο Σπεύσιππος ήταν άρρωστος, ο Αριστοτέλης επιδόθηκε στο να αντιλέγει στον Πλάτωνα, ο οποίος ήταν πλέον ογδοηκοντούτης, μέχρι του σημείου να τον αναγκάσει να εγκαταλείψει τον “εξωτερικό περίπατο” — δηλαδή τον χώρο περίπατου που βρισκόταν στην Ακαδημία — και να αποσυρθεί στο σπίτι του με τους μαθητές του, παίρνοντας μαζί του τη θέση που είχε στον περίπατο.

Όταν ο Ξενοκράτης επέστρεψε στην Ακαδημία και αντιλήφθηκε την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί, επανέφερε τον Αριστοτέλη στη θέση του με βίαιο τρόπο και επανέδωσε στον Πλάτωνα την καθιερωμένη του θέση.

Από όλη αυτή την ιστορία, πιθανόν το μόνο αληθινό στοιχείο είναι ότι ο Αριστοτέλης είχε αντιτεθεί στον Πλάτωνα πριν ακόμη αποχωρήσει από την Ακαδημία, και ότι ο Ξενοκράτης πήρε το μέρος του Πλάτωνα.

Όπως είδαμε ήδη στην περίπτωση του Σπευσίππου, ο Πλάτωνας δεν απαιτούσε από τους μαθητές του πλήρη αποδοχή της σκέψης του, οπότε δεν υπήρχε λόγος να μετατραπεί η διαφωνία του Αριστοτέλη σε προσωπική σύγκρουση.

Ο Ξενοκράτης, που έζησε 82 χρόνια, δηλαδή έως το 314 π.Χ., επέζησε του Αριστοτέλη, επειδή ήταν μεγαλύτερός του· συνεπώς, ήταν παρών στην Ακαδημία καθ’ όλη τη διάρκεια που ο Αριστοτέλης δίδασκε στο Λύκειο, δηλαδή στον Περίπατο στην Αθήνα (334–323 π.Χ.), και έτσι κατέστη ο αληθινός του αντίπαλος, πολύ περισσότερο από τον Πλάτωνα, τον οποίο ο ίδιος ο Αριστοτέλης φαίνεται να εκτιμούσε, παρά τις διαφωνίες.

Αυτό, ωστόσο, δεν εμπόδισε ορισμένους Ακαδημαϊκούς, κατά την περίοδο αυτή, να προσπαθήσουν να συμφιλιώσουν τη διδασκαλία της Ακαδημίας — ή τουλάχιστον του Πλάτωνα — με εκείνη του Λυκείου, δηλαδή του Αριστοτέλη.

Μετά τον Σπεύσιππο και τον Ξενοκράτη, ο Φιλόδημος αναφέρει, πολύ πριν από τον Αριστοτέλη, τον Ηρακλείδη τον Ποντικό, πιθανότατα λίγο νεότερο από τον Ξενοκράτη αλλά λίγο μεγαλύτερο από τον Αριστοτέλη, από τον οποίο ωστόσο επέζησε. Ο Φιλόδημος τον θεωρεί μαθητή του Πλάτωνα, και ο Διογένης Λαέρτιος τον παρουσιάζει, εκτός από μαθητή του Πλάτωνα, και ακροατή του Αριστοτέλη, αν και δεν είναι σαφές αν τον άκουσε στην Πλατωνική Ακαδημία, όπου δίδαξε πρώτα ο Αριστοτέλης, ή στο Λύκειο.

Σίγουρα ο Ηρακλείδης ανήκε στην πρώτη Ακαδημία, μάλιστα λέγεται ότι αντικατέστησε τον Πλάτωνα κατά το τρίτο ταξίδι του στις Συρακούσες, μαζί με τον Σπεύσιππο και τον Ξενοκράτη.

Αναμφίβολα έπρεπε να απολαμβάνει κάποιο κύρος στη σχολή, αφού το όνομά του καταγράφεται με λιγότερες ψήφους από τον Ξενοκράτη στην εκλογή του διαδόχου του Σπευσίππου. Πιθανόν αποχώρησε από την Ακαδημία εκείνη τη στιγμή — ή ίσως όταν ο Αριστοτέλης επέστρεψε στην Αθήνα για να ιδρύσει τη δική του σχολή — και συνδέθηκε ξανά με τον Αριστοτέλη, περισσότερο ως συνάδελφος παρά ως μαθητής.

Αν και οι βιογράφοι τον παρουσίαζαν με όχι πολύ κολακευτικό τρόπο — π.χ. τον εμφάνιζαν να προσποιείται τον νεκρό ή να προσποιείται στρατηγήματα, ή ακόμα και να είναι γυναικωπός — ο Ηρακλείδης πρέπει να ήταν μεγάλος μαθηματικός και αστρονόμος, γιατί πρώτος διατύπωσε ένα σύστημα που δεχόταν την περιστροφή της Γης γύρω από τον άξονά της και την περιστροφή κάποιων πλανητών γύρω από τον Ήλιο· ιδέα που επαναλήφθηκε στους νεότερους χρόνους από τον Tycho Brahe, στην προσπάθεια να συνδυάσει το παλαιό γεωκεντρικό σύστημα με το κοπερνίκειο.

Μετά τον Ηρακλείδη, ανάμεσα στους άμεσους μαθητές του Πλάτωνα, ο Φιλόδημος αναφέρει τον Άμινα, συμπατριώτη του Ηρακλείδη, τον Μενέδημο από την Πύρρα, ο οποίος φαίνεται να έλαβε μέρος στην εκλογή του διαδόχου του Σπευσίππου και λέγεται ότι είχε γράψει ένα είδος συντάγματος παρόμοιο με τους Νόμους του Πλάτωνα· τον Αισχίνη από το Πέρινθο, τον οποίο άλλες πηγές αναφέρουν μαζί με τον Ηρακλείδη τον Ποντικό, ανάμεσα σε όσους παρακολούθησαν τη διάλεξη του Πλάτωνα "Περί του Αγαθού"· τον Αριστοτέλη από τα Στάγειρα και τον Χαιρών από την Πέλλενα.

Ο τελευταίος, αφού παρακολούθησε την Ακαδημία, πήρε μέρος στους Ολυμπιακούς και Πυθικούς αγώνες, όπου έλαβε μέρος σε αγώνες πάλης. Δυστυχώς για τον ίδιο, αργότερα συνελήφθη αιχμάλωτος, επέστρεψε στην πόλη του, καταδικασμένος να ζει με φτώχεια, αφού του κατασχέθηκαν όλα τα αγαθά του και η γυναίκα του πουλήθηκε ως σκλάβα (το 331 π.Χ.).

Έπειτα, ο Φιλόδημος αναφέρει τον Δίωνα από τις Συρακούσες, γαμπρό του Διονυσίου του Πρεσβύτερου, τον οποίο ο Πλάτωνας γνώρισε στο πρώτο του ταξίδι στις Συρακούσες (το 387 π.Χ.), και ο οποίος πείστηκε από την ιδέα του Πλάτωνα για μια διακυβέρνηση της πόλης βασισμένη στη φιλοσοφία.

Μετά τον θάνατο του Διονυσίου του Πρεσβύτερου (367 π.Χ.), ο Δίωνας προσκάλεσε ξανά τον Πλάτωνα στις Συρακούσες, για να συνεργαστεί με τον νέο τύραννο, τον Διονύσιο τον Νεότερο, γιο του προηγούμενου· όμως, ο Διονύσιος τον υποψιάστηκε για συνωμοσία και τον εξόρισε από την πόλη. Ο Δίωνας κατέφυγε στην Αθήνα, όπου παρακολούθησε την Ακαδημία.

Το 360 π.Χ., όταν ο Πλάτωνας μετέβη για τρίτη φορά στις Συρακούσες, ο Δίωνας δεν τον κάλεσε ξανά, προδίδοντας έτσι την υπόσχεση που είχε δώσει στον φιλόσοφο. Ο Πλάτωνας, μη μπορώντας να συμφιλιώσει τις δύο πλευρές, έφυγε από τις Συρακούσες.

Κατά την επιστροφή του στην πατρίδα, συνάντησε στην Ολύμπια τον Δίωνα, ο οποίος τον προσκάλεσε να συμμετάσχει σε εκστρατεία εναντίον του Διονυσίου. Ο Πλάτωνας αρνήθηκε, επικαλούμενος την φιλοξενία που του είχε προσφέρει ο τύραννος.

Στην εκστρατεία αυτή συμμετείχαν άλλοι Ακαδημαϊκοί, όπως ο Σπεύσιππος και ο Εύδημος από την Κύπρο, ο φίλος στον οποίο — σύμφωνα με την παράδοση — ο Αριστοτέλης αφιέρωσε τον ομώνυμο διάλογο.

Με αυτούς τους Ακαδημαϊκούς, ο Δίωνας κατέλαβε τις Συρακούσες μόλις ο Διονύσιος έφυγε για την Ιταλία (357 π.Χ.), και το 354 π.Χ., δολοφονήθηκε από συνωμοσία που οργάνωσαν δύο Αθηναίοι, ο Καλλίππος και ο Φιλόστρατος, οι οποίοι ήταν επίσης Ακαδημαϊκοί.

Ο Πλάτωνας έγραψε την Επιστολή VII στους φίλους του Δίωνα, για να αποστασιοποιηθεί από τους δολοφόνους του.

Ο Ερμόδωρος από τις Συρακούσες, που πιθανόν ήρθε σε επαφή με τον Πλάτωνα κατά μία από τις διαμονές του τελευταίου στη Σικελία, ακολούθησε τον Πλάτωνα στην Ακαδημία, όπου παρακολούθησε και αυτός τη διάλεξη "Περί του Αγαθού" — για την οποία μιλήσαμε — και λέγεται ότι έγραψε ένα σύγγραμμα σχετικό με αυτό το θέμα και με τη φιλοσοφία του δασκάλου του.

Από αυτό το έργο, μάλιστα, προέρχεται το ότι αυτός θεωρείται ο πρώτος βιογράφος του Πλάτωνα.

Σε άλλο σημείο αναφέρεται ότι ο ίδιος, όπως και άλλοι μαθητές του Πλάτωνα, μετά τον θάνατο του Σωκράτη, κατέφυγε στα Μέγαρα ή στη Φώκαια από φόβο διωγμών από την αθηναϊκή κυβέρνηση, η οποία εχθρευόταν τους Σωκρατικούς.

Σύμφωνα με τον Φιλόδημο, ο Ερμόδωρος επέστρεψε αργότερα στη Σικελία και έγραψε “Λόγους” του Πλάτωνα.

Αυτή η πληροφορία, που προέρχεται από το ίδιο το έργο, πιθανόν σχετίζεται με την πρώτη ή δεύτερη παραμονή του Πλάτωνα στις Συρακούσες, και ότι οι λόγοι που αναφέρονται δεν ήταν ακριβώς διάλογοι, αλλά μάλλον γραπτές αναπαραστάσεις του προφορικού λόγου του Πλάτωνα, όπως ο ίδιος υποστηρίζει στην Επιστολή VII, όπου δηλώνει ότι ποτέ δεν έγραψε ρητά τις διδασκαλίες του, αλλά μόνο υπαινιγμούς και συμβολισμούς.

Συνεχίζεται

Σάββατο 25 Απριλίου 2026

SUMPHILOSOPHEIN (4)

 Συνέχεια από : Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

SUMPHILOSOPHEIN 4

H ζωή στην Ακαδημία του Πλάτωνος.


Του Enrico Berti.


2. Ο τόπος


Εκείνη την εποχή, η Ακαδημία ήταν, όπως είδαμε, ένα γυμνάσιο, δηλαδή ένα γυμναστήριο στο οποίο οι νέοι Αθηναίοι πήγαιναν για να γυμναστούν, τοποθετημένο σε έναν μεγάλο κήπο, ή δενδρώδες πάρκο, έξω από τα τείχη της Αθήνας. Οι πιο πρόσφατες αρχαιολογικές έρευνες έχουν επιβεβαιώσει ότι με το όνομα "Ακαδημία" υποδεικνυόταν, ήδη από την εποχή του Σόλωνα, μια μεγάλη περιοχή δημόσιας ιδιοκτησίας, περικλειόμενη από ένα περίβολο τοίχο, που περιλάμβανε αρχαία ιερά και ένα γυμναστήριο, τοποθετημένη βορειοδυτικά του κέντρου της πόλης, κοντά στο αρχαίο χωριό του Κολωνού – όπου γεννήθηκε ο Σοφοκλής, ο οποίος έκανε τον τόπο σκηνή του έργου του Οιδίπους επί Κολωνώ – σε απόσταση έξι σταδίων (περίπου 1.200 μέτρα), ή πιθανότερα εννέα ρωμαϊκών βημάτων (περίπου 1.500 μέτρα), από την αρχαία Πύλη του Δίπυλου (κυριολεκτικά «διπλή πόρτα»). Αυτή είναι ακόμα ορατή σήμερα, αλλά δεν υπήρχε στην εποχή του Πλάτωνα, καθώς χτίστηκε από τον Λυκούργο (338-326 π.Χ.) στη θέση της αρχαίας Πύλης των Θριασίων, που ήταν μέρος των τειχών της πόλης χτισμένων από τον Θεμιστοκλή τον 5ο αιώνα.

Βγαίνοντας από το Δίπυλο σήμερα, ακολουθεί κανείς τη «via Accademia» (οδός Ακαδημίας) και, διασχίζοντας το αρχαίο νεκροταφείο του Κεραμεικού, πλούσιο σε περίφημους τάφους των επιφανέστερων πολιτών της Αθήνας από την εποχή του Πλάτωνα, μπορεί να φτάσει στο σημείο της αρχαίας σχολής που ίδρυσε ο φιλόσοφος – σήμερα στα προάστια της πόλης – τόπο αρχαιολογικών ανασκαφών.

Όπως έχουν δείξει οι πιο πρόσφατες ανασκαφές, ο δρόμος που οδηγούσε από το Δίπυλο στην Ακαδημία ξεκινούσε από την αρχαία αγορά, την κεντρική πλατεία της Αθήνας, και στο πρώτο του τμήμα αποτελούσε τη διαδρομή των Παναθηναίων, εορτών που τελούνταν με πομπές, αγώνες δρόμου και αθλητικούς αγώνες. Η διαδρομή από την αγορά έως την Ακαδημία, διαμέσου της Πύλης του Διπύλου και της οδού που διέσχιζε τον Κεραμεικό, έπρεπε λοιπόν να αποτελεί έναν παραδοσιακό δρόμο για τους Αθηναίους, οι οποίοι πήγαιναν στην Ακαδημία για να συμμετάσχουν ή να παρακολουθήσουν τους αθλητικούς αγώνες που τελούνταν με την ευκαιρία των Παναθηναίων. Εκεί έπρεπε να γίνονται επίσης ιππικές επιδείξεις και στρατιωτικές συγκεντρώσεις.

Μέσα στη μεγάλη περιοχή που ονομαζόταν Ακαδημία, ο Πλάτωνας, αφού εγκατέστησε την πρώτη του σχολή στο γυμνάσιο, που ήταν ένα οικοδόμημα περιτριγυρισμένο από κιονοστοιχία, φαίνεται πως αγόρασε ένα κτήμα και έχτισε ένα άλλο οικοδόμημα, όχι πολύ μακριά από το γυμνάσιο, προς το χωριό του Κολωνού, όπου πιθανώς διέμενε ο ίδιος. Εκεί έπρεπε να υπήρχε ένας ναός αφιερωμένος στις Μούσες, ένα άγαλμα αφιερωμένο στον ήρωα Ακάδημο, άλλα αγάλματα (της Αθηνάς και του Απόλλωνα), και μετά τον θάνατο του Πλάτωνα, ο τάφος του.

Ο Διογένης Λαέρτιος αναφέρει ότι ο Πλάτωνας, μετά την επιστροφή του από το πρώτο ταξίδι στις Συρακούσες, ίδρυσε σχολή στην Ακαδημία· αλλά λέει επίσης ότι ο Πλάτωνας αρχικά δίδασκε στη σχολή της Ακαδημίας και μετά αποσύρθηκε στον κήπο του, που βρισκόταν κοντά στον Κολωνό, άρα όχι πολύ μακριά από την "κάθοδο στην Ακαδημία". Αυτό σημαίνει ότι για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, ο Πλάτωνας δίδαξε στην Ακαδημία, δηλαδή στο γυμνάσιο, όπου συγκεντρώνονταν όλοι οι μαθητές του, ενώ τα τελευταία του χρόνια αποσύρθηκε στην ιδιοκτησία του, δηλαδή στο κτήμα που είχε αγοράσει και στο οποίο είχε κτίσει ένα οίκημα, από όπου ωστόσο μπορούσε να συνεχίζει να πηγαίνει στην Ακαδημία για να διδάσκει ή να συνομιλεί με φίλους και μαθητές.

Είναι πιθανό αυτό το κτήμα να είναι ένα από τα δύο που αναφέρονται στη διαθήκη του Πλάτωνα, πιθανώς αυτό που άφησε ως κληρονομιά στον νεαρό Αδείμαντο (ίσως ανιψιό του, γιο του αδελφού του Γλαύκωνα ή του συνονόματου αδελφού του Αδείμαντου), με τη ρητή εντολή να μην το πουλήσει ούτε να το ανταλλάξει. Δεδομένου ότι λέγεται πως ο Πλάτωνας, μετά τον θάνατό του, τάφηκε στην Ακαδημία, είναι πιθανό πως αυτή περιλάμβανε το κτήμα που άφησε με τέτοιους περιορισμούς. Ο ίδιος ο Διογένης αναφέρει ότι, μετά τον θάνατο του Πλάτωνα, ένας Πέρσης βασιλιάς, ο Μιθριδάτης, θέλησε να τοποθετήσει στην Ακαδημία ένα άγαλμα-προσωπογραφία του Πλάτωνα και να το αφιερώσει στις Μούσες.


3. Τα πρόσωπα


Ο Φιλόδημος μάς έχει παραδώσει επίσης τον αρχαιότερο κατάλογο μαθητών του Πλάτωνα, οι οποίοι υποτίθεται ότι φοίτησαν στην Ακαδημία. Αυτοί είναι, κατά σειρά:

Σπεύσιππος, ανιψιός του Πλάτωνα (γιος της αδελφής του Ποτώνης) και διάδοχός του στη διεύθυνση της Ακαδημίας·
Ξενοκράτης από τη Χαλκηδόνα, διάδοχος του Σπεύσιππου·
Ηρακλείδης από την Ηράκλεια του Πόντου·
Άμινα, συμπατριώτης του Ηρακλείδη, άρα και αυτός από την Ηράκλεια του Πόντου·
Μενέδημος από την Πύρρα·
Αισχίνης από το Πέρινθο·
Αριστοτέλης από τα Στάγειρα, με τον οποίο θα ασχοληθούμε εκτενώς·
Χαιρών από την Πέλλενα·
Δίων από τις Συρακούσες, γαμπρός του Διονυσίου του Πρεσβύτερου, που πολέμησε τον Διονύσιο τον Νεότερο.
Ερμόδωρος από τις Συρακούσες, βιογράφος του Πλάτωνα·
Έραστος από τις Σκέψις, ο οποίος μετά τον θάνατο του Πλάτωνα λέγεται ότι πήγε μαζί με τον Κορίσκο και τον Αριστοτέλη στον Άσσο·
Ασκληπιάδης, που μαζί με τον Έραστο φέρεται ότι έγραψε τις Αναμνήσεις του Πλάτωνα·
Τιμολάος από την Κυζικό·
Καλλιγένης·
Τιμολάος από την Αθήνα·
Αρχύτας από τον Τάραντα, περίφημος πυθαγόρειος, τον οποίο ο Πλάτωνας γνώρισε κατά το ταξίδι του στην Ιταλία·
Χίων, που εξόντωσε τον τύραννο Κλέαρχο της Ηράκλειας·
Πίτων από την Αινο·
Ηρακλείδης από την Αινο, που μαζί με τον Πίτωνα σκότωσε τον Θράκα τύραννο Κότυ και γι’ αυτό, μαζί του, απέσπασε από τους Αθηναίους την πολιτογράφηση και ένα χρυσό στεφάνι.

Ο Φιλόδημος αναφέρει επίσης ότι στην Ακαδημία υπήρχαν και δύο γυναίκες, αλλά με ανδρική περιβολή, οι οποίες σύμφωνα με άλλες πηγές είναι η Λασθένεια από τη Μαντινεία και η Αξιοθέα από τον Φλειούντα. Επιπλέον, σύμφωνα με τον Φιλόδημο, ο Πλάτωνας φιλοξένησε και έναν Χαλδαίο, ο οποίος, ένα βράδυ που ο Πλάτωνας είχε πυρετό, ήθελε να του απαγγείλει, συνοδευόμενος από μια δούλη, έναν ύμνο της πατρίδας του, αλλά διακόπηκε από τον Πλάτωνα, που έκρινε τον ύμνο του υπερβολικά βάρβαρο.

Μια λίγο διαφορετική λίστα βρίσκεται στον Διογένη Λαέρτιο, ο οποίος προσθέτει τον Φίλιππο από τις Όπουντεςγραμματέα του Πλάτωνα, που πιθανότατα έγραψε τον Επινομίδα (παράρτημα των Νόμων, τελευταίος διάλογος του Πλάτωνα), την Αμικλή από την Ηράκλεια (ίσως ταυτίζεται με την Άμινα της προηγούμενης λίστας), τον Κορίσκο από τις Σκέψις, συμπατριώτη του Έραστου, κάποιον Ευήνο από τη Λάμψακο, τον Ιπποτάλη και τον Καλλίππο από την Αθήνα, και τον Δημήτριο από την ΑμφίποληΚατόπιν ο Διογένης αναφέρει ότι, σύμφωνα με κάποιους, και ο Θεόφραστος, ο μελλοντικός μαθητής και διάδοχος του Αριστοτέλη, είχε φοιτήσει στην Ακαδημία, όπως και οι ρήτορες της Αθήνας, Υπερείδης και Λυκούργος. Από άλλη πηγή μαθαίνουμε ότι πιθανόν να φοίτησε στην Ακαδημία, όχι ως μαθητής αλλά ως συνάδελφος του Πλάτωνα, και ο Εύδοξος από την Κνίδο, ο μεγάλος μαθηματικός και αστρονόμος, για τον οποίο θα μιλήσουμε στη συνέχεια, και επίσης – με την ιδιότητα του συναδέλφου – ένας γιατρός από σικελική σχολή, πιθανότατα ο πυθαγόρειος Φιλιστίων από τους Λοκρούς.

Έτσι, πρόκειται για περίπου είκοσι μαθητές, συν ορισμένους συναδέλφους και αυτές τις μυστηριώδεις γυναίκες, που δεν ήθελαν να αναγνωρίζονται ως τέτοιες, πιθανόν επειδή θεωρούνταν στην Αθήνα ακατάλληλες για τη φιλοσοφία· ωστόσο έγιναν αποδεκτές από τον Πλάτωνα, ο οποίος στην Πολιτεία δείχνει να μη διακρίνει μεταξύ των φύλων. Από άλλες πηγές μαθαίνουμε επίσης ότι φοίτησε στην Ακαδημία ως μαθητής του Πλάτωνα και ο ευνούχος Ερμίας, που αργότερα έγινε άρχοντας της Αττάρνεως, στη Μικρά Ασία, και έδωσε ως σύζυγο στον Αριστοτέλη την ανιψιά του Πυθιά.

Για να κατανοήσουμε τα κίνητρα που μπορούσαν να οδηγήσουν έναν νέο να εισέλθει στην Ακαδημία, μπορεί να φανεί χρήσιμο ένα απόσπασμα του Θεμιστίου, αν και πολύ μεταγενέστερο (4ος αιώνας μ.Χ.), στο οποίο διηγείται ότι η Αξιοθέα, μία από τις δύο γυναίκες που αναφέρει ο Φιλόδημος, μετά την ανάγνωση της Πολιτείας του Πλάτωνα, ξεκίνησε το ταξίδι της από την Αρκαδία (περιοχή όπου βρισκόταν η πόλη της), για να πάει στην Αθήνα, όπου αφιερώθηκε στην ακρόαση των μαθημάτων του Πλάτωνα, κρύβοντας το γεγονός ότι ήταν γυναίκα· κάτι παρόμοιο είχε κάνει και ο Αχιλλέας στη Λυκομήδη, όταν έκρυψε ότι ήταν άντρας.

Το ίδιο έκανε και ένας αγρότης από την Κόρινθο, που πιθανόν ταυτίζεται με κάποιον Νέριντο, στον οποίο ο Αριστοτέλης αφιέρωσε έναν διάλογο που δεν σώθηκε. Ο Νέριντος, αφού διάβασε τον Γοργία, παράτησε το χωράφι και τα αμπέλια του και "εμπιστεύτηκε την ψυχή του" στον Πλάτωνα.

Δεν φαίνεται όλες αυτές οι προσωπικότητες να έμεναν μέσα στην Ακαδημία· ίσως ούτε και ο ίδιος ο Πλάτωνας κατοικούσε εκεί, καθώς, όπως είδαμε, φαίνεται να είχε σπίτι κοντά στον Κολωνό, που δεν απέχει πολύ από την Ακαδημία. Όλοι όμως σύχναζαν εκεί, ίσως και καθημερινά, για να περάσουν χρόνο με τον δάσκαλο κάτω από σκιερά δέντρα (πλατάνια, σύμφωνα με μία παράδοση) και να συνομιλήσουν μαζί του και μεταξύ τους για φιλοσοφία.

Ένα διάσημο μωσαϊκό του Αρχαιολογικού Μουσείου της Νάπολης (βλ. παρακάτω, εικ. 1), που σύμφωνα με κάποιους μελετητές απεικονίζει την Ακαδημία, παρουσιάζει τον Πλάτωνα καθισμένο κάτω από ένα δέντρο, περικυκλωμένο από μαθητές, μερικοί από τους οποίους (ίσως ο Αριστοτέλης) κρατούν στο χέρι ειλητάρια προς ανάγνωση, ενώ στο βάθος διακρίνονται οι κίονες κάποιου ναού, πιθανώς του ναού των Μουσών. Στο φόντο φαίνεται η Αθήνα περιτειχισμένη, με μια πύλη (το Δίπυλον).

Ποιοι ήταν αυτοί οι μαθητές του Πλάτωνα;

Ο πρώτος που αναφέρει ο Φιλόδημος είναι ο Σπεύσιππος, γιος της αδερφής του Πλάτωνα. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή χρονολογία γέννησής του, αλλά πιθανότατα ήταν νεότερος του Πλάτωνα κατά περίπου είκοσι χρόνια και άρα ήταν παρών στην Ακαδημία ήδη από την ίδρυσή της.

Γνωρίζουμε όμως την ημερομηνία θανάτου του: το 339 π.Χ., καθώς ο Φιλόδημος γράφει ότι: "διαδέχτηκε τον Πλάτωνα, όντας άρρωστος, στη διεύθυνση της σχολής"
και "πέθανε μετά από οκτώ χρόνια στη διεύθυνση της σχολής".

Ξέρουμε ότι ο Πλάτωνας πέθανε το 347 π.Χ.. Πιθανότατα ήταν ο ίδιος που όρισε τον Σπεύσιππο ως διάδοχό του, τόσο επειδή ήταν ανιψιός του — και έτσι εξασφαλιζόταν ότι η περιουσία και η σχολή θα έμεναν στην οικογένεια — όσο και επειδή ήταν πιθανόν ο πιο ηλικιωμένος από τους άλλους μαθητές και ίσως ιδιαίτερα προικισμένος.

Ο Φιλόδημος γράφει επίσης, βασιζόμενος σε παλαιές πηγές, ότι ο Σπεύσιππος: "είχε μια φύση και μια εργατικότητα αξιοθαύμαστη, μαζί με καταπληκτική μνήμη".

Δεν πρόλαβε όμως να ολοκληρώσει τις έρευνες που είχε αρχίσει, ούτε να διατυπώσει συστηματικά τη φιλοσοφία του, γιατί — όπως συνεχίζει το κείμενο — "ο πάπυρος είναι αποσπασματικός...".

Εάν είναι αλήθεια ότι ο Σπεύσιππος επελέγη λόγω της ευφυΐας του, αυτό δείχνει ότι ο Πλάτωνας θα πρέπει να ήταν πολύ γενναιόδωρος, διότι, όπως θα δούμε, ο Σπεύσιππος ήταν κάθε άλλο παρά ορθόδοξος μαθητής· δηλαδή, δεν ήταν πιστός στη διδασκαλία του δασκάλου του, καθώς απέρριπτε τη θεωρία των Ιδεών – τη γνωστότερη από τις διδασκαλίες του Πλάτωνα – και στη θέση των Ιδεών τοποθετούσε τους μαθηματικούς αριθμούς.

Ή ίσως, όπως υποστήριξε ο Cherniss, να μην υπήρχε καν φιλοσοφική ορθοδοξία στην Ακαδημία, και στη σχολή του Πλάτωνα να επικρατούσε η πλήρης ελευθερία σκέψης. Σε αυτό θα διέφερε η Ακαδημία από τη πυθαγόρεια σχολή, η οποία ήταν πολύ πιο αυστηρή ως προς την ορθοδοξία.

Ο ίδιος ο Φιλόδημος αναφέρει ότι:

«Ο Σπεύσιππος είχε ψυχική αντοχή πιο αδύναμη και από εκείνους που παραδίδονται στη μαλθακότητα, καθώς παρασυρόταν από την ηδονή, και γι’ αυτό του είχαν εξασθενήσει οι αρθρώσεις».

Αυτή η αδυναμία χαρακτήρα και η ροπή προς την απόλαυση φαίνεται να αντιφάσκουν με τη διδασκαλία του ίδιου του Σπευσίππου, όπως τη μεταφέρει ο Αριστοτέλης, σύμφωνα με την οποία η ηδονή δεν είναι σε καμία περίπτωση ένα αγαθό.

Ίσως όμως ο Σπεύσιππος ξεχώριζε σαφώς το θεωρητικό επίπεδο από το πρακτικό.

Συνεχίζεται

Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

SUMPHILOSOPHEIN (3)

 Συνέχεια από Τετάρτη 1η Απριλίου 2026


SUMPHILOSOPHEIN 3


H ζωή στην Ακαδημία του Πλάτωνος.

Του Enrico Berti.

Περιεχόμενα

Εισαγωγή

Ι. Η ζωή στη Σχολή

Ο χρόνος
Ο τόπος
Τα πρόσωπα
Τα πράγματα
ΙΙ. Τα πράγματα όπως φαίνονται
Ο Ήλιος, η Σελήνη και τ’ άστρα
Ο Πλάτων: το σύμπαν με δύο σφαίρες
Ο Εύδοξος ο Κνίδιος: οι σφαίρες ομόκεντρες
Ο Αριστοτέλης: οι σφαίρες ομόκεντρες
Ο Πλατωνικός Ηράκλειτος: η περιστροφή της Γης
Ο τελευταίος Πλάτων και ο Φίλιππος ο Οπούντιος: η εμψύχωση των άστρων
ΙΙΙ. Η αληθινή πραγματικότητα
Τα «παιδιά της γης» και οι «φίλοι των Ιδεών»
Ο Πλάτων: θεμελίωση και κριτική των Ιδεών
Οι «φίλοι των Ιδεών» και τα ακραία επιχειρήματα
Ο Εύδοξος ο Κνίδιος και η προσφυγή στο «ανακάτεμα»
Απόσπαση και αντικατάσταση των Ιδεών:
Σπεύσιππος
Ξενοκράτης και ταύτιση των Ιδεών με τους αριθμούς
Ο Αριστοτέλης και η υποκατάσταση των Ιδεών
IV. Η αρχή των πάντων
Οι πρώτες αιτίες
Υπαινιγμοί για τις αρχές στους διαλόγους του Πλάτωνα
Οι πρώτες αρχές κατά τον Πλάτωνα: «Το υπέρτατο Αγαθό»
Ο Σπεύσιππος: ο πολλαπλασιασμός των «αρχών»
Ξενοκράτης: ανάκτηση του ενιαίου
Ο Αριστοτέλης: από τις αρχές-στοιχεία στις πρώτες αιτίες
V. Η διακυβέρνηση του εαυτού
Η σχέση ανάμεσα στο αγαθό και την ηδονή
Εύδοξος: η ηδονή είναι το υπέρτατο αγαθό
Σπεύσιππος: η ηδονή δεν είναι ποτέ αγαθό
Πλάτων: η ηδονή δεν είναι πάντα αγαθό
Αριστοτέλης: η ηδονή είναι πάντα αγαθό, ακόμη κι αν δεν είναι το υπέρτατο αγαθό
VI. Η διακυβέρνηση της πόλης
Ο Πλάτων για την Αθήνα και τις Συρακούσες
Ο Ισοκράτης για την Αθήνα, την Κύπρο και την Ελλάδα
Ο Αριστοτέλης για την Κύπρο
Η σχολή του Πλάτωνα και οι Μακεδόνες βασιλείς

Σημειώσεις
Ευρετήριο ονομάτων

Η ζωή στη Σχολή

Ο Χρόνος

Επιστρέφοντας στην Αθήνα από τα ταξίδια του, ο Πλάτων δίδασκε στην Ακαδημία. Ήταν ένα γυμναστήριο έξω από τα τείχη της πόλης, πλούσιο σε δέντρα, που ονομαζόταν έτσι λόγω κάποιου ήρωα ονόματι Εκάδημος, όπως σημειώνει και ο Ευρυπίδης στο έργο του «Οἱ Ἀφοπλισθέντες»: «Στις σκιερές λεωφόρους της θεϊκής Εκαδήμου» («ἐν τοῖς σκιεροῖς λεωφόροις τῆς θείας Ἑκαδήμου», όπως το παραδίδει ο Διογένης Λαέρτιος).

Ο Τίμων ο Φλιασίος αναφερόμενος στον Πλάτωνα έλεγε: «“Για όλους ήταν καθοδηγητής ο μεγαλοπρεπής, αλλά ρήτορας με ήπιο τόνο, παρόμοιος με τις τζιτζίκες που από το δέντρο του Εκάδημου σκορπούν μελωδική φωνή”. Παλαιότερα, άλλωστε, λεγόταν Εκαδήμεια με -ε.

Έτσι αναφέρει ο Διογένης Λαέρτιος, ο βιογράφος των αρχαίων φιλοσόφων, ο οποίος έζησε σε ύστερη εποχή (2ος–3ος αι. μ.Χ.), και άρα έχει περιορισμένη αξιοπιστία. Αλλά δεν φαίνεται να υπάρχει σοβαρός λόγος να αμφισβητήσει κανείς την ιστορικότητα αυτής της σχολής, η οποία προοριζόταν να γίνει η πιο διάσημη σχολή φιλοσοφίας όλων των εποχών και να δώσει το όνομά της στις πιο εξέχουσες πολιτιστικές θεσμικές δομές του κόσμου.

«Επιστρέφοντας στην Αθήνα από τα ταξίδια του»
: Γνωρίζουμε ότι ο Πλάτων, μετά τον θάνατο του Σωκράτη (399 π.Χ.) —τον τραγικό γεγονός που άνοιξε τον 4ο αιώνα π.Χ.— επιδόθηκε σε μια σειρά ταξιδιών· βρέθηκε κοντά στον Ευκλείδη στα Μέγαρα· έπειτα στη Μεγάλη Ελλάδα, στην Κάτω Ιταλία, όπου συνάντησε τον Πυθαγόρειο Αρχύτα και τον μαθητή του Θεόδωρο· αργότερα στην Αίγυπτο· και στη Σικελία, όπου γνώρισε τον τύραννο Διονύσιο Α΄ των Συρακουσών.

Σε μια συζήτηση με αυτόν τον τελευταίο, ο Πλάτων υπερασπίστηκε τη θέση ότι το δικαίωμα στη διακυβέρνηση δεν ανήκει στον ισχυρότερο, αλλά σε εκείνον που είναι σοφότερος και πιο ενάρετος. Ο Διονύσιος προσβλήθηκε και εξαγριώθηκε· είπε: «Τα λόγια σου έχουν μέσα τους δηλητήριο», και ο Πλάτων απάντησε: «Και τα δικά σου μυρίζουν τυραννίδα».
Αυτά τα λόγια — διηγείται ο Διογένης Λαέρτιος — εξόργισαν τον τύραννο σε τέτοιο βαθμό ώστε σχεδίασε να σκοτώσει τον Πλάτωνα, αλλά αποφάσισε τελικά να τον ξεφορτωθεί με τη βοήθεια του γαμπρού του, του Δίωνα, και έτσι αποφάσισε να παραδώσει τον Πλάτωνα σε έναν Σπαρτιάτη, κάποιον Πολλίδη, για να τον πουλήσει ως δούλο.
Ο Πολλίδης τον πήγε στην Αίγινα και τον πούλησε για ένα σεβαστό ποσό. Έτσι ο Πλάτων αγοράστηκε για είκοσι ή τριάντα μνες από έναν φιλόσοφο, τον Αννικερίδη από την Κυρήνη, της Σχολής του Σωκράτη, ο οποίος δεν δέχτηκε ούτε να αποζημιωθεί από τους φίλους του Πλάτωνα ούτε από τον Δίωνα, αλλά — σύμφωνα με άλλες πηγές — ο Διογένης (όχι ο Κυνικός, άλλος φιλόσοφος) αγόρασε για τον Πλάτωνα τον μικρό κήπο που σήμερα βρίσκεται στην Ακαδημία.

Σύμφωνα με μια άλλη αρχαία πηγή, την Ιστορία των Φιλοσόφων του Φιλόδημου του Γαδαρηνού, επικούρειου φιλοσόφου του 1ου αι. π.Χ. — έργο που βρέθηκε σε πάπυρο στην Ηράκλεια — ο Πλάτων είχε μεταβεί στις Συρακούσες αμέσως μετά τον θάνατο του Σωκράτη, κάτι που όμως έρχεται σε αντίθεση με άλλες αρχαίες πηγές, όπως η Έβδομη Επιστολή που αποδίδεται στον ίδιο τον Πλάτωνα (αν και η αυθεντικότητα αμφισβητείται, οφείλει πάντως να αναφερθεί ως ιστορικό τεκμήριο), όπου ο συγγραφέας δηλώνει ότι πήγε στις Συρακούσες στα σαράντα του χρόνια· δηλαδή γύρω στο 387 π.Χ. (ο Πλάτων γεννήθηκε γύρω στο 427 π.Χ.).

Πιο αξιόπιστη φαίνεται η μαρτυρία του Φιλόδημου, που πιθανότατα αναφέρεται στο πρώτο ταξίδι του Πλάτωνα στις Συρακούσες. Πράγματι, και άλλοι λένε ότι, σε έναν καβγά ανάμεσα στον Διονύσιο τον Πρεσβύτερο και τον Δίωνα, ο τύραννος κατηγόρησε τον Δίωνα ότι είχε καλέσει τον Πλάτωνα όχι απλώς για φιλοσοφία, αλλά για να ανατρέψει τον τύραννο και να τον εκθρονίσει.

Ο Πλάτων στάλθηκε πίσω στην Αθήνα, υπό την επιτήρηση κάποιων Σπαρτιατών που βρίσκονταν τότε στις Συρακούσες. Όμως εκείνοι — που τον πήγαν στην Αίγινα, όπου οι Αιγινήτες σκέφτονταν να τον πουλήσουν ξανά ως δούλο, επειδή υπήρχε πόλεμος με την Αθήνα — άλλαξαν γνώμη και τον άφησαν ελεύθερο, όταν ο Πλάτων, σύμφωνα με τον Αννικερίδη, ήταν έτοιμος να θυσιάσει τη ζωή του για την ελευθερία του, υποσχόμενος ευγνώμονα αναγνώριση όποτε θα γινόταν δυνατή η ελευθερία.

Η Αθήνα, εκείνη την εποχή, ήταν ακόμα μία από τις σημαντικότερες ελληνικές πόλεις, η οποία είχε ανακάμψει από την ήττα στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, στον οποίο ωστόσο είχε χάσει την ηγεμονία της, και είχε ανακτήσει κάποια ναυτική υπεροχή στον ελληνικό κόσμο, εκμεταλλευόμενη την περίοδο σχετικής ειρήνης που ακολούθησε την αποκαλούμενη ειρήνη του Ανταλκίδα (386 π.Χ.), δηλαδή την ειρήνη που επιβλήθηκε από τον βασιλιά της Περσίας, τον Αρταξέρξη.

Στη δυτική Ελλάδα, είχε εδραιωθεί η κυριαρχία του Διονυσίου των Συρακουσών, ο οποίος είχε κατακτήσει σχεδόν όλη τη Σικελία, την Καλαβρία και μέρος της Απουλίας.

Στην ανατολική Μεσόγειο, ξέσπασε ξανά το ζήτημα της Κύπρου, καθώς η ελληνική δυναστεία των Ευαγοριδών και οι Πέρσες μάχονταν για τον έλεγχο. Στο βορρά της Ελλάδας, η Μακεδονία άρχιζε να αποκτά σημαντικότερη παρουσία και επιρροή.

Στη δεκαετία του ’80 και του ’70 του 4ου αιώνα π.Χ., η ηγεμονία της Σπάρτης άρχισε να φθίνει, και ανέτειλε η άνοδος της Θήβας, η οποία, χάρη στον Πελοπίδα και τον Επαμεινώνδα, επινοητές της τακτικής της "φάλαγγας", κατανίκησε τους Σπαρτιάτες στη Λεύκτρα (371 π.Χ.), εγκαινιάζοντας τη δική της ηγεμονία στις ελληνικές πόλεις.

Η Αθήνα προσαρμόστηκε επιδέξια στις εξελίξεις μεταξύ Σπαρτιατών και Θηβαίων, διατηρώντας την πολιτική της αυτονομία και παραχωρώντας προτεραιότητα στην οικονομική ανάπτυξη και την πολιτική σταθερότητα, η οποία διήρκεσε περίπου καθ’ όλη τη δεκαετία του ’60 και του ’50.

Στη μάχη της Μαντινείας (362 π.Χ.), οι Αθηναίοι παρατάχθηκαν στο πλευρό των Σπαρτιατών εναντίον των Θηβαίων και ηττήθηκαν, χωρίς όμως σοβαρές συνέπειες.

Κατά τη δεκαετία του ’50, ο πολιτικός βίος της Αθήνας ήταν στα χέρια του ρήτορα Ευβούλου, ο οποίος διοικούσε ικανότατα την πόλη μέσω επιδοτήσεων και διοργάνωσης θεαμάτων.

Από πολιτιστική άποψη, η πόλη (η Αθήνα) είχε βιώσει, μεταξύ του 5ου και του 4ου αιώνα π.Χ., τις διαμάχες μεταξύ Σοφιστών, τη δίκη του Σωκράτη, και στη συνέχεια, τη γέννηση και ανάπτυξη των σχολών των Σωκρατικών, που εμείς αποκαλούμε «δευτερεύουσες» σε σχέση με τον Πλάτωνα, δηλαδή:

η ασκητική σχολή του Αντισθένη, η οποία έγινε αργότερα «Κυνική» με τον Διογένη τον Σινωπέα,

η διαλεκτική σχολή του Ευκλείδη από τα Μέγαρα,

και η ηδονιστική σχολή του Αρίστιππου της Κυρήνης, όλοι τους (εκτός από τον Διογένη) μερικά χρόνια νεότεροι από τον Πλάτωνα.

Στην Αθήνα επηρέαζε επίσης ο ιστορικός Ξενοφών, μαθητής και βιογράφος του Σωκράτη, εξορισμένος από την πόλη λόγω των φιλοσπαρτιατικών του συμπαθειών, και ο οποίος είχε ηγηθεί δέκα χιλιάδων Ελλήνων μισθοφόρων στην οπισθοχώρηση που περιγράφει στην Κύρου Ανάβαση. Ο γιος του, ονόματι Γρύλλος, συμμετείχε το 362 π.Χ. στη μάχη της Μαντινείας με το στρατόπεδο της Αθήνας και, μετά τον θάνατό του, δοξάστηκε από αρκετούς ρήτορες, ανάμεσά τους και από τον Ισοκράτη.

Ο Ισοκράτης, μεγαλύτερος από τον Πλάτωνα και ίσως μαθητής του Γοργία, είχε ιδρύσει σχολή ρητορικής ακριβώς στην Αθήνα γύρω στο 390 π.Χ.. Αφού πιθανότατα διάβασε την επίθεση κατά της ρητορικής που έκανε ο Πλάτων στον Γοργία — όπου η ρητορική παρομοιάζεται με την κολακεία και τη μαγειρική — ο Ισοκράτης έγραψε τον λόγο "Κατά Σοφιστών", στον οποίο επικρίνει και τον Αντισθένη και τον Πλάτωνα, κατηγορώντας τους ότι χάνονται σε μάταιες συζητήσεις.

Αργότερα όμως, σε έναν άλλον λόγο με τίτλο "Ελένη", ο Ισοκράτης μετρίασε την κρίση του για τον Πλάτωνα, αναγνωρίζοντάς του, πιθανώς μετά την ίδρυση της Ακαδημίας, έναν παιδαγωγικό και πολιτικό ρόλο.

Το 380 π.Χ., ο Ισοκράτης έγινε διάσημος για τον λόγο του "Πανηγυρικός", με τον οποίο προέτρεπε Έλληνες και Αθηναίους να ενωθούν εναντίον των Περσών, εγκαινιάζοντας έτσι το πανελλήνιο ιδεώδες.

Ο Πλάτων, στο Φαίδρο, έργο που πιθανώς γράφτηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’70, μετριάζει την κρίση του για τη ρητορική, παραδεχόμενος ότι η ρητορική μπορεί να έχει νόημα, εφόσον συνδέεται με τη διαλεκτική, μια αληθινή μορφή γνώσης, και αναγνωρίζει στον Ισοκράτη κάποια μορφή σοφίας (τίς φιλοσοφία).

Συνεχίζεται με το Κεφάλαιο «Ο τόπος»

Πέμπτη 2 Απριλίου 2026

Sumphilosophein 32

  Συνέχεια από Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2025

SUMPHILOSOPHEIN 32
Του Enrico Berti
ΙΙΙ. Η αληθινή πραγματικότητα

Η διακυβέρνηση της πόλης

4. Η Σχολή του Πλάτωνα και οι Μακεδόνες βασιλείς

Μπορεί, τέλος, να έχει ενδιαφέρον να γίνει μια αναφορά στις σχέσεις ανάμεσα στην Ακαδημία και στη δυναστεία των Μακεδόνων βασιλέων, δηλαδή του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου, δεδομένης της σημασίας που απέκτησε η πολιτική τους για ολόκληρη την Ελλάδα και του στενού δεσμού που διατήρησαν με τον Αριστοτέλη.
Από τα έργα του Πλάτωνα δεν συνάγεται κανένα χρήσιμο στοιχείο επ’ αυτού, αν και, όπως θα δούμε αμέσως, φαίνεται ότι ο Πλάτων είχε κάποιο ρόλο στο να βοηθήσει τον πατέρα του Φιλίππου, τον Περδίκκα, να ανέλθει στον θρόνο της Μακεδονίας.
Αντιθέτως, υπάρχουν ειδήσεις για τις σχέσεις ανάμεσα στον Σπεύσιππο και τον Ξενοκράτη και την αυλή των Μακεδόνων βασιλέων.
Όλες αυτές οι πληροφορίες ανάγονται στην περίοδο μετά τον θάνατο του Πλάτωνα (347 π.Χ.), όταν η διεύθυνση της Ακαδημίας πέρασε πρώτα στα χέρια του Σπευσίππου και έπειτα σε εκείνα του Ξενοκράτη.
Ωστόσο, αποκαλύπτουν σχέσεις που θα μπορούσαν να αναχθούν και στην προγενέστερη περίοδο, όταν ο Πλάτων ήταν ακόμη ζωντανός — την περίοδο που εδώ μας ενδιαφέρει.


Στον Βίο του Σπευσίππου, του Διογένη Λαερτίου διηγείται ότι ο Σπεύσιππος παρέστη στους γάμους του Κασσάνδρου στη Μακεδονία — είδηση που επιβεβαιώνεται και από άλλες πηγές.
Δεν είναι όμως σαφές πότε ακριβώς συνέβη αυτό, διότι ο Κάσσανδρος, γιος του Αντιπάτρου —ο οποίος ήταν συνεργάτης του Αλεξάνδρου του Μεγάλου και διετέλεσε διοικητής της Μακεδονίας κατά την εκστρατεία του στην Περσία—, νυμφεύθηκε τη Θεσσαλονίκη, φυσική κόρη του Φιλίππου, προς τιμήν της οποίας ίδρυσε την πόλη της Θεσσαλονίκης, το 316 π.Χ., όταν ο Σπεύσιππος είχε ήδη αποβιώσει.
Οι μελετητές, πάντως, υποθέτουν ότι θα μπορούσε να είχε υπάρξει προγενέστερος γάμος του Κασσάνδρου, στον οποίο παρέστη ο Σπεύσιππος· συνεπώς θα πρέπει να προηγήθηκε των εχθροπραξιών ανάμεσα στον Φίλιππο και την Αθήνα, που ξέσπασαν το 340 π.Χ.
Θα μπορούσε, λοιπόν, να είχε λάβει χώρα στα αμέσως προηγούμενα χρόνια του 340, όταν και ο Αριστοτέλης βρισκόταν στη Μακεδονία ως παιδαγωγός του Αλέξανδρου, και είχε μεταβεί στη Μακεδονία και ένας άλλος Ακαδημαϊκός, ο Μενέδημος της Πύρρας.
Επρόκειτο, άρα, για σημαντική συνάντηση μαθητών της Ακαδημίας στην αυλή του Φιλίππου, που μαρτυρεί τις καλές σχέσεις ανάμεσα στη σχολή του Πλάτωνα και το βασίλειο της Μακεδονίας.

Το σημαντικότερο όμως τεκμήριο για τις σχέσεις ανάμεσα στον Σπεύσιππο και την μακεδονική αυλή είναι μια επιστολή που παραδίδεται ως γραμμένη από τον Σπεύσιππο προς τον Φίλιππο. Για την αυθεντικότητά της έγινε πολύς λόγος, αλλά οι νεότερες μελέτες τείνουν να την αποδέχονται. Θέλει να αποτελέσει είδος αντίδρασης στον λόγο Φίλιππος, που ο Ισοκράτης αφιέρωσε στον Μακεδόνα βασιλιά το 346 π.Χ. Στην επιστολή αυτή εκφράζεται λύπη διότι ο Ισοκράτης, στον λόγο του, δεν υπενθύμισε τα πολλά αγαθά που προσέφερε στη Ελλάδα η μακεδονική δυναστεία και δεν αντέκρουσε τις συκοφαντίες που εκτοξεύονταν εναντίον του Φιλίππου από τους συκοφάντες του.

Υπενθυμίζεται επίσης ότι η δυναστεία των Μακεδόνων βασιλέων, οι Αργεάδες, κατάγεται από τον Ηρακλή, ο οποίος υπήρξε θετός πολίτης της Αθήνας, και ως εκ τούτου ο Φίλιππος μπορεί να θεωρηθεί από τους Αθηναίους ως συμπολίτης. Υπενθυμίζεται ακόμη ότι χάρη σε έναν πρόγονο του Φιλίππου, τον Αλέξανδρο Α΄, οι Έλληνες σώθηκαν από την επίθεση των Περσών βασιλέων. Αντικρούονται οι συκοφαντίες που εκτόξευσαν εναντίον του Φιλίππου οι πολίτες της Ολύνθου, με την επισήμανση ότι η πόλη αυτή ανήκε κάποτε στους Ηρακλείδες και, επομένως, συνιστά νόμιμη κτήση του Φιλίππου. Δικαιολογούνται έπειτα οι διεκδικήσεις του Φιλίππου επί της Αμφίπολης, της Χαλκιδικής, της Αμβρακίας — δηλαδή ολόκληρη η επεκτατική πολιτική που ακολούθησε ο Μακεδόνας βασιλιάς και την οποία ο Δημοσθένης πολέμησε τόσο δραματικά στην Αθήνα.

Ο συγγραφέας, κατόπιν, επιπλήττει τον Ισοκράτη ότι διέπραξε χονδροειδή σφάλματα στον λόγο του, όπως το ότι απέδωσε την ίδρυση της Κυρήνης στους Σπαρτιάτες, και απευθύνει στον ιστορικό Θεόπομπο την εξής κριτική:

«Ξέρω ότι είναι ανάμεσά σας και ο Θεόπομπος· είναι άνθρωπος πολύ δριμύς, που διέσπειρε συκοφαντικές φήμες εναντίον του Πλάτωνα, λέγοντας ότι δεν είναι αλήθεια πως ήταν ο Πλάτων εκείνος που έθεσε εξ αρχής τα θεμέλια της βασιλείας σου
ούτε είναι αλήθεια ότι λυπόταν όταν συνέβαινε ανάμεσά σας κάτι δυσάρεστο και λιγότερο αδελφικό.»


Από τα λόγια αυτά —εφόσον είναι γνήσια— προκύπτει όχι μόνο ότι υπήρξαν άριστες σχέσεις ανάμεσα στον Πλάτωνα και στους βασιλείς της Μακεδονίας, αλλά και ότι, με έναν τρόπο, ο Σπεύσιππος διεκδικεί ενώπιον του Φιλίππου τα πνευματικά “προνόμια” και το κύρος της σχολής που εκείνος διηύθυνε. Για τον λόγο αυτό, η Margherita Isnardi Parente υπέθεσε ότι η επιστολή αυτή γράφτηκε με σκοπό να αποτραπεί η επιλογή ενός ισοκρατικού παιδαγωγού, αντί ενός ακαδημαϊκού παιδαγωγού, για τον νεαρό Αλέξανδρο.

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, η πρωτοβουλία του Σπευσίππου πρέπει να πέτυχε, διότι ο βασιλιάς, το 343 π.Χ. —χρονολογία στην οποία θεωρείται ότι γράφτηκε η επιστολή— επέλεξε πράγματι τον Αριστοτέλη· αν και είναι πιθανό ότι ο Αριστοτέλης διέθετε και άλλους τίτλους που τον καθιστούσαν κατάλληλο για τόσο σπουδαίο αξίωμα, κυρίως το γεγονός ότι ήταν γιος του Νικομάχου, ο οποίος είχε υπάρξει προσωπικός ιατρός του Αμύντα Γ΄, πατέρα του Φιλίππου.

Στην επιστολή του Σπευσίππου προς τον Φίλιππο υπάρχει και μια αναφορά στην “εξωτερική” του πολιτική, δηλαδή στις σχέσεις του με τους Πέρσες. Ο συγγραφέας φαίνεται να επικρίνει μια φράση του Ισοκράτη, ο οποίος «λέει πως γνωρίζει με βεβαιότητα ότι θα εκστρατεύσεις εναντίον των Περσών!». Ο τόνος με τον οποίο ο Σπεύσιππος παραθέτει αυτή τη δήλωση δείχνει ότι τη θεωρεί ψευδή, και αυτό αποκαλύπτει τη γραμμή πολιτικής σκέψης του Σπευσίππου, η οποία, σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, συνίστατο στο να προτρέπει τον Μακεδόνα βασιλιά να “κυβερνήσει την Ευρώπη”, αδιαφορώντας για τους «βαρβάρους».

Όσον αφορά τον Ξενοκράτη, διάδοχο του Σπευσίππου στην ηγεσία της Ακαδημίας, έχουν επίσης διασωθεί ειδήσεις για τις σχέσεις του με την μακεδονική αυλή.
Στον Βίο του Ξενοκράτη του Διογένη Λαερτίου αναφέρεται ότι ο Ξενοκράτης συμμετείχε σε μια πρεσβεία που έστειλαν οι Αθηναίοι στον Φίλιππο, κατά τη διάρκεια της οποίας, ενώ οι άλλοι πρέσβεις ενέδιδαν στα δώρα, δέχονταν προσκλήσεις και συνομιλούσαν με τον Φίλιππο, ο Ξενοκράτης δεν έκανε τίποτε από όλα αυτά, γι’ αυτό και ο Φίλιππος αρνήθηκε να τον δεχθεί.


Όταν οι άλλοι πρέσβεις επέστρεψαν στην Αθήνα, είπαν ότι ήταν μάταιο που ο Ξενοκράτης είχε μετάσχει στην αποστολή, και υπήρχαν ακόμη κάποιοι που ήθελαν να τον τιμωρήσουν. Αλλά ο Ξενοκράτης απέδειξε ότι υπήρχε πράγματι λόγος να ανησυχούν για τις προθέσεις του Φιλίππου, λέγοντας: «Ο Φίλιππος κατάφερε να διαφθείρει τους άλλους με δώρα, αλλά εμένα δεν με υπέταξε με κανέναν τρόπο». Έτσι, οι Αθηναίοι, έχοντας πλέον προειδοποιηθεί για τον κίνδυνο που απειλούσε την πόλη τους, του απέδωσαν διπλή τιμή. Και ο ίδιος ο Φίλιππος αργότερα αναγνώρισε ότι, από όλους όσους είχαν πάει σε εκείνον, μόνο ο Ξενοκράτης παρέμεινε ακέραιος και αδιάφθορος.

Για την αξιοπιστία αυτής της διήγησης έχουν εκφραστεί πολλές αμφιβολίες, καθώς δεν επιβεβαιώνεται από καμία άλλη πηγή. Όσοι τη θεωρούν αξιόπιστη, υποστηρίζουν ότι η εν λόγω πρεσβεία πρέπει να έγινε αμέσως μετά τη μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.),
όταν δηλαδή ο Φίλιππος είχε νικήσει τις ελληνικές πόλεις που είχαν συνασπιστεί εναντίον του, και αφού ο Ξενοκράτης είχε αναλάβει τη σχολαρχία της Ακαδημίας μετά τον θάνατο του Σπευσίππου — την εποχή που ο Αριστοτέλης βρισκόταν ακόμη στη μακεδονική αυλή.


Αν η είδηση για τη στάση του Ξενοκράτη απέναντι στον Φίλιππο είναι αληθινή, θα μαρτυρούσε μια στάση ανεξαρτησίας, ίσως απόρροια δημοκρατικών και αντιμοναρχικών αισθημάτων — πράγμα μάλλον απίθανο για έναν μαθητή του Πλάτωνα, ο οποίος ήθελε να παραμείνει πιστός στον δάσκαλό του· ή, πιο πιθανά, οφείλεται στο γεγονός ότι μετά τη Χαιρώνεια κανείς δεν μπορούσε πια να αμφιβάλλει για τις επεκτατικές βλέψεις του Φιλίππου. Το γεγονός ότι ο Ξενοκράτης συμμετείχε στην πρεσβεία, μολονότι δεν ήταν Αθηναίος —καταγόταν από τη Χαλκηδόνα της Μικράς Ασίας—, ενδέχεται να οφείλεται στη θέση του ως σχολάρχη της Ακαδημίας, και έτσι να φανερώνει τη μεγάλη εκτίμηση με την οποία η Αθήνα αντιμετώπιζε την Ακαδημία, ακόμη και από πολιτική άποψη.

Αντιθέτως, πιο αξιόπιστη φαίνεται μια άλλη πληροφορία που αφορά τον Ξενοκράτη, επειδή μαρτυρείται όχι μόνο από τον Διογένη Λαέρτιο, αλλά και από πολλές άλλες αρχαίες πηγές· πρόκειται για εκείνη σύμφωνα με την οποία ο Μέγας Αλέξανδρος του έστειλε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, από το οποίο ο Ξενοκράτης κράτησε για τον εαυτό του μόνο 3.000 αττικές δραχμές, επιστρέφοντας τα υπόλοιπα με τη δήλωση ότι ο βασιλιάς έπρεπε να συντηρεί πολύ περισσότερο κόσμο από αυτόν και επομένως είχε μεγαλύτερη ανάγκη από χρήματα.

Άλλες πηγές —ανάμεσά τους και ο Κικέρων— διευκρινίζουν ότι το ποσό που έστειλε ο Αλέξανδρος στον Ξενοκράτη ανερχόταν σε πενήντα τάλαντα, εκ των οποίων ο Ξενοκράτης κράτησε μόνο τριάντα μνες. Πλούταρχος, στη Βιογραφία του Αλεξάνδρου, αναφέρει ότι ο βασιλιάς, παρόλο που οι σχέσεις του με τον Αριστοτέλη είχαν ψυχρανθεί —πιθανότατα μετά το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του στην Περσία, ο Αλέξανδρος διέταξε τη θανάτωση του ιστορικού Καλλισθένη, ανιψιού του Αριστοτέλη, κατηγορώντας τον ότι συμμετείχε σε συνωμοσία εναντίον του—, δεν έχασε την αγάπη του για τη φιλοσοφία, όπως δείχνουν και τα πενήντα τάλαντα που έστειλε στον Ξενοκράτη. Πρόκειται, προφανώς, για δύο εκδοχές με διαφορετική έμφαση της ίδιας ιστορίας: η πρώτη θέλει να αναδείξει τη σωφροσύνη και εγκράτεια του Ξενοκράτη,
ενώ η δεύτερη το φιλοσοφικό πάθος και την ευλάβεια του Αλεξάνδρου προς τη φιλοσοφία.


Κάποιοι μελετητές υπέθεσαν ότι η ψυχρότητα ανάμεσα στον Αλέξανδρο και τον Αριστοτέλη, και το επακόλουθο δώρο στον Ξενοκράτη, θα μπορούσαν να είχαν συμβεί πριν από το επεισόδιο του Καλλισθένη, δηλαδή την εποχή της ρήξης ανάμεσα στον Αλέξανδρο και τον πατέρα του Φίλιππο, με αφορμή τον γάμο του Φιλίππου με την Κλεοπάτρα και τον αποκλεισμό της Ολυμπιάδας — της πρώτης συζύγου και μητέρας του Αλεξάνδρου — καθώς και του ίδιου του Αλεξάνδρου από την αυλή, δηλαδή γύρω στο 339 π.Χ. Είναι πράγματι πιθανό ότι εκείνη την εποχή ψυχράθηκαν και οι σχέσεις του Αλεξάνδρου με τον Αριστοτέλη. Ωστόσο, είναι απίθανο ο Αλέξανδρος, που τότε δεν είχε ακόμη συναρχία με τον θρόνο, να διέθετε τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό όσο πενήντα τάλαντα και να ένιωθε την ανάγκη να το στείλει στον Ξενοκράτη, ο οποίος εκείνη την εποχή δεν είχε ακόμη αναλάβει τη σχολαρχεία της Ακαδημίας.

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Αλέξανδρος θα είχε επίσης ζητήσει από τον Ξενοκράτη συμβουλές για τον τρόπο διακυβέρνησης. Η πληροφορία αυτή μπορεί να αναφέρεται στο γεγονός ότι ο Ξενοκράτης έγραψε —όπως άλλωστε έκανε και ο Αριστοτέλης— ένα έργο με τίτλο «Στοιχεία περί της τέχνης του άρχειν», αφιερωμένο στον Αλέξανδρο, πιθανότατα όταν ο Αλέξανδρος συνενώθηκε στον θρόνο με τον πατέρα του Φίλιππο (336 π.Χ.). Αυτό θα εντασσόταν στο είδος ανταγωνισμού που, όπως ήδη είδαμε, υπήρχε ανάμεσα στην Ακαδημία και στη σχολή του Ισοκράτη, για να εξασφαλίσουν την εύνοια της μακεδονικής δυναστείας.

Μια άλλη αρχαία μαρτυρία, αντιθέτως, αναφέρει ότι ο Ξενοκράτης είπε πως δεν θα κούναγε ούτε δάχτυλο για να έχει φίλο τον Αλέξανδρο, αλλά θα έκανε τα πάντα για να μην τον έχει εχθρό. Αυτό επιβεβαιώνει τη στάση ανεξαρτησίας, όχι όμως εχθρότητας, που ο Ξενοκράτης τήρησε απέναντι στον Αλέξανδρο. Τέλος, υπάρχει μια τελευταία ομάδα πληροφοριών σχετικά με άλλη αθηναϊκή πρεσβεία, υπό την ηγεσία του Φωκίωνα, στην οποία συμμετείχε ο Ξενοκράτης· αυτή τη φορά όχι προς τον Φίλιππο, αλλά προς τον Αντίπατρο, τον διοικητή της Μακεδονίας που είχε διοριστεί από τον Αλέξανδρο κατά την αναχώρησή του για την εκστρατεία εναντίον της Περσίας. Αξίζει να παραθέσουμε τα λόγια με τα οποία ο Πλούταρχος μιλά γι’ αυτήν στην «Βιογραφία του Φωκίωνα»: «Αρχικά ο Αντίπατρος, ενώ υποδεχόταν με τιμές τους άλλους, έδειξε λίγη ευγένεια προς τον Ξενοκράτη· γι’ αυτό λέγεται ότι εκείνος είπε: “Ο Αντίπατρος καλά έκανε που ντράπηκε να με υποδεχθεί, αφού σκόπευε να κάνει κακό στην πόλη.”

Όταν στη συνέχεια ο Ξενοκράτης άρχισε να μιλά, ο Αντίπατρος δεν άντεξε να τον ακούει και, με θυμό και διαμαρτυρίες, τον έκανε να σωπάσει. Αφού μίλησε ο Φωκίων, ο Αντίπατρος απάντησε ότι θα συνάψει συνθήκη ειρήνης και φιλίας με την Αθήνα υπό τον όρο ότι θα του παραδώσουν τον Δημοσθένη και τον Υπερείδη, θα επανέλθουν στην παλαιά πολιτειακή τους τάξη, θα δεχτούν μακεδονική φρουρά στη Μουνυχία, και θα πληρώσουν τα έξοδα του πολέμου και ένα πρόστιμο. Όλοι οι άλλοι πρέσβεις δέχτηκαν τις προτάσεις, όχι όμως ο Ξενοκράτης· εκείνος είπε πως “αυτοί οι όροι θα ήταν μέτριοι αν ο Αντίπατρος διαπραγματευόταν με δούλους, αλλά είναι βαρείς για ανθρώπους ελεύθερους.”»

Η πρεσβεία αυτή πρέπει να πραγματοποιήθηκε το 322 π.Χ., αφού, μόλις έφτασε στην Ελλάδα η είδηση του θανάτου του Αλεξάνδρου στην Περσία, οι Αθηναίοι, ύστερα από παρότρυνση του Δημοσθένη, εξεγέρθηκαν και κήρυξαν πόλεμο εναντίον της Μακεδονίας, η οποία τότε διοικούνταν από τον Αντίπατρο, στον λεγόμενο «Λαμιακό Πόλεμο»· αλλά υπέστησαν βαριά ήττα. Την ίδια εποχή ο Αριστοτέλης αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα, όπου διηύθυνε τη σχολή του, είχε τους μαθητές του και τα βιβλία του, και να καταφύγει στη Χαλκίδα, στο νησί της Εύβοιας, δηλώνοντας ότι δεν ήθελε να επιτρέψει στους Αθηναίους να αμαρτήσουν για δεύτερη φορά εναντίον της φιλοσοφίας — σαφής υπαινιγμός στη δίκη και θανάτωση του Σωκράτη.

Όταν ο πόλεμος τελείωσε, οι Αθηναίοι πήγαν στον Αντίπατρο για να διαπραγματευθούν την ειρήνη, και υπέστησαν τους όρους που μας έχει παραδώσει ο Πλούταρχος. Σε εκείνη την περίσταση ο Δημοσθένης, για να μην πέσει στα χέρια των Μακεδόνων, αυτοκτόνησε, ενώ ο Αριστοτέλης πέθανε στην εξορία στη Χαλκίδα. Ο Ξενοκράτης έδειξε μεγάλο θάρρος και πνεύμα ανεξαρτησίας, αντιστεκόμενος στον Αντίπατρο πολύ πιο αποφασιστικά απ’ όσο είχε αντιταχθεί στον Αλέξανδρο.

Σύμφωνα με ορισμένους, αυτή η στάση θα μαρτυρούσε στον Ξενοκράτη μια πολιτική τάση δημοκρατικού τύπου, που θα τον πλησίαζε στον Δημοσθένη· στην πραγματικότητα, όμως, τα λόγια που απηύθυνε στον Αντίπατρο δεν εκφράζουν δημοκρατισμό, αλλά υπεράσπιση της αυτονομίας της Αθήνας και άρνηση να δεχθεί δουλικούς όρους, ανάξιους όχι ενός βασιλιά, αλλά ενός δεσπότη δούλων. Επομένως, αυτά τα λόγια εντάσσονται στην παραδοσιακή πολιτική γραμμή της Ακαδημίας, η οποία ήταν ευνοϊκή ακόμη και προς τη βασιλεία, αρκεί αυτή να βασιζόταν στον σεβασμό των νόμων. Όπως έχει παρατηρηθεί, οι δηλώσεις αυτές μοιάζουν με εκείνες που ο Αριστοτέλης είχε απευθύνει στον Αλέξανδρο στο —χαμένο πλέον— έργο του «Αλέξανδρος ή Περί αποικιών», όπου έλεγε ότι οι αξιώσεις του βασιλιά να λαμβάνει δουλικούς φόρους τιμής από τους υπηκόους του ταιριάζουν περισσότερο σε βαρβάρους παρά σε Έλληνες.

Αυτά τα επεισόδια που αφορούν τον Σπεύσιππο και τον Ξενοκράτη —για να μην αναφέρουμε την πρόσκληση του Αριστοτέλη στην αυλή της Μακεδονίας—, αν και συνέβησαν όλα μετά τον θάνατο του Πλάτωνα, μαρτυρούν πόσο μεγάλη ήταν η εκτίμηση προς την Ακαδημία, τόσο από την πόλη της Αθήνας όσο και από τους Μακεδόνες βασιλείς. Μια εκτίμηση που θα πρέπει να είχε τις ρίζες της στη δράση που είχε αναπτύξει ο Πλάτων μέσα στη σχολή του, στη φήμη που της είχε προσδώσει, αλλά και στις πολιτικές παρεμβάσεις ορισμένων από τους μαθητές του, ήδη κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Τέλος

Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

Sumphilosophein (2)

   Συνέχεια από: Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

SUMPHILOSOPHEIN 

H ζωή στην Ακαδημία του Πλάτωνος.

Του Enrico Berti.

     

Εισαγωγή.

          Ο διαλεκτικός λοιπόν είναι αυτός που “περνά μέσω όλων των αναιρέσεων”, αυτός δηλαδή η οποίος υποβάλλει τις υποθέσεις του στην εξέταση των άλλων, οι οποίοι προσπαθούν με όλους τους τρόπους να τον αναιρέσουν. Μόνον οι θέσεις οι οποίες κατορθώνουν να ξεπεράσουν “όλες τις αναιρέσεις μπορεί να υπολογισθούν σαν βασισμένες σε μία “κατάλληλη υπόθεση(σκέψη)”.

          Έχουμε πληροφορία για τουλάχιστον τέσσερα μεγάλα προβλήματα που έθεσε ο Πλάτων στους φίλους του, γύρω από τα οποία άναψαν διαφωνίες και διαμάχες στην Ακαδημία και προτάθηκαν λύσεις οι οποίες προορίστηκαν να διαρκέσουν στους αιώνες. Το πρώτο είναι ένα πρόβλημα το οποίο σήμερα θα ονομάσουμε τής αστρονομίας, χωρίς να ξεχνούμε ότι η αστρονομία, σαν μαθηματική επιστήμη, ήταν για τον Πλάτωνα μία προπαιδευτική εργασία στην διαλεκτική, δηλαδή στην φιλοσοφία. Πρόκειται για το πρόβλημα : Πώς θα σώσουμε “τα ουράνια φαινόμενα”, δηλαδή πώς να εξηγήσουμε τις φαινομενικώς ακανόνιστες κινήσεις των πλανητών, καθιστώντας τες κανονικές κινήσεις, δηλαδή κυκλικές. Σ’αυτό δοκιμάστηκαν, δίνοντας διαφορετικές απαντήσεις, οι αστρονόμοι Εύδοξος, μετά ο Αριστοτέλης, ο Ηρακλείδης ο ποντικός και ίσως ο Φίλιππος της Οπούντης. Από τις συζητήσεις τους προέκυψαν αστρονομικές θεωρίες προορισμένες να διαρκέσουν για αιώνες, ακόμη και για χιλιάδες χρόνια, αλλά πάνω απ’όλα η συζήτησή τους είναι ίσως το πρώτο παράδειγμα που γνωρίζουμε συζητήσεως και λογομαχίας αυθεντικώς επιστημονικής, ακόμη και με την μοντέρνα σημασία του όρου. Αυτή η διαμάχη λοιπόν αφορούσε τα “φαινόμενα”, δηλαδή τα “πράγματα που εμφανίζονται”, πάνω απ’όλα εκείνα που εμφανίζονται στον ουρανό, διότι μας κεντρίζουν περισσότερο από όλα τα άλλα.

          Το δεύτερο είναι ένα πρόβλημα τής φιλοσοφίας το καθ’αυτό πρόβλημα τής φιλοσοφίας του Πλάτωνος, δηλαδή γιατί πρέπει να δεχθούμε την ύπαρξη των ιδεών, δηλαδή την ύπαρξη ενός διαφορετικού κόσμου από εκείνον στον οποίο ζούμε και να τον υπολογίσουμε τον αληθινό κόσμο, την αληθινή πραγματικότητα, του οποίου αυτός ο δικός μας κόσμος θα ήταν μόνον μία εικόνα! Όποιος σήμερα το θεωρήσει σαν ένα εντελώς ανεπίκαιρο πρόβλημα, ίσως και περίεργο, θα έχει ξεχάσει ότι οι ιδέες αντιπροσωπεύουν από το ένα μέρος “αιώνιες” αλήθειες, δηλαδή άχρονες, όπως είναι ακόμη και σήμερα για παράδειγμα, οι μαθηματικές αλήθειες, και από το άλλο αντιπροσωπεύουν “αξίες” στις οποίες ακόμη μέχρι σήμερα συνεχίζουμε να πιστεύουμε, όπως η δικαιοσύνη, το κουράγιο, η σοφία, το αγαθό. Ήταν σημαντικό λοιπόν να εξακριβωθεί τί τύπο υπάρξεως κατείχαν παρόμοιες πραγματικότητες και από τις επιλογές των διαφόρων συμμετεχόντων, που έγιναν, προέρχονται μερικά από τα πιο σημαντικά ρεύματα τής δυτικής φιλοσοφίας, όπως ο ιδεαλισμός, ο ρεαλισμός, ο εμπειρισμός.

          Το τρίτο είναι το καθαρά φιλοσοφικό πρόβλημα, δηλαδή το πρόβλημα τών αρχών. Η φιλοσοφία γεννήθηκε σαν έρευνα τών αρχών με τους πρώτους φιλοσόφους, Θαλή, Αναξίμανδρο, Ηράκλειτο, Εμπεδοκλή, τους Ατομικούς. Μετά την κριτική παρένθεση που αντιπροσώπευσαν οι Σοφιστές και τον Σωκράτη επέστρεψε με τον Πλάτωνα, στην έρευνα τών αρχών, που στην περίπτωση του ήταν πάνω απ’όλα οι αρχές τών ιδεών. Αλλά στην συνέχεια δεν σταμάτησε η έρευνα, διότι ακόμη σήμερα τα προβλήματα που αφορούν τις τελικές πραγματικότητες τίθενται πέραν της ικανότητος των επιστημών και επομένως θεωρούνται σαν τυπικά προβλήματα της φιλοσοφίας. Έτσι λοιπόν όλα τα κύρια πρόσωπα, μέλη της Ακαδημίας πρότειναν μία δική τους σύλληψη των αρχών, κάθε μία διαφορετική από την άλλη, μερικές προορισμένες όπως εκείνη τού Αριστοτέλη, να διαρκέσουν για χιλιετίες.

          Τέλος ένα τέταρτο πρόβλημα, για την συζήτηση του οποίου στην Ακαδημία, έχουμε πληροφορίες, είναι εκείνο τής ηδονής, της ευχαρίστησης, της επιθυμίας, δηλαδή εάν η επιθυμία είναι ένα αγαθό και μάλιστα εάν η ευχαρίστηση είναι το αγαθό. Η ηθική των αρχαίων ήταν λιγότερο πολύπλοκη από εκείνη των μοντέρνων: δεν ρωτούσαν ποια είναι τα δέοντα, οι υποχρεώσεις μας, ποιος είναι ο ηθικός νόμος, πώς πρέπει να συμπεριφερόμαστε. Ξεκινούσε από την άμεση επαλήθευση ότι όλα τα ανθρώπινα όντα, μάλιστα όλα τα ζώντα, συμπεριλαμβανόμενων των ζώων, τείνουν προς την ευχαρίστηση και γι’αυτό ρωτούσαν μήπως η ευχαρίστηση είναι επίσης ένα αγαθό, εάν αξίζει να την προσλάβουμε σαν κριτήριο τών πράξεων μας, σαν σκοπό της ζωής μας! Αυτή η ερώτηση ετέθη από τον Πλάτωνα στους φίλους του και αυτοί που έδωσαν διαφορετικές απαντήσεις: Ο Εύδοξος δεν δίστασε να ταυτίσει την ευχαρίστηση με το υπέρτατο αγαθό, ο Σπεύσιππος αντιθέτως αρνήθηκε ότι η ευχαρίστηση είναι ένα αγαθό. Ο Πλάτων ο ίδιος έκλινε προς την σύλληψη της ζωής σαν ένα μίγμα ευχαρίστησης και σοφίας. Ο Αριστοτέλης κατέληξε ότι η ευχαρίστηση είναι σίγουρα ένα αγαθό, αλλά δεν είναι το υπέρτατο αγαθό, δηλαδή η Ευτυχία, αλλά το σημείο ότι αυτή αποκτήθηκε. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μία παρόμοια συζήτηση μπορεί να ενδιαφέρει και τους σημερινούς ανθρώπους: αφορά την αυτοκυριαρχία!

          Αλλά πέραν αυτού που γινόταν στο εσωτερικό τής Ακαδημίας είναι ενδιαφέρον να επανεξετάσουμε και τις σχέσεις που είχαν οι Ακαδημαϊκοί με τον εξωτερικό κόσμο. Η Ακαδημία γεννήθηκε, όπως θα δούμε, πάνω απ’όλα για να μορφώσει πολιτικούς άνδρες, ικανούς δηλαδή να κυβερνήσουν την πόλη με τον καλύτερο τρόπο, εκείνον που περιγράφει ο ίδιος ο Πλάτων στην πολιτεία. Γι’αυτό ο Πλάτων περισσότερο από όλους, αλλά και οι υπόλοιποι Ακαδημαϊκοί, αφιερώθηκαν στην διακυβέρνηση τής πόλης, παίρνοντας μέρος άμεσα, όπου και όταν μπορούσαν ή προσπαθούσαν να συμβουλεύσουν, να ενθαρρύνουν, να καθοδηγήσουν τους κυβερνώντες. Έτσι έκανε ο Πλάτων απέναντι στους τυράννους τής Συρακούσας, πριν και με τους κυβερνώντες την Αθήνα μετά, αλλά έτσι έκανε ο αντίπαλος του ο Ισοκράτης, αρχηγού τής αντίπαλης σχολής με την Ακαδημία του Πλάτωνος, απέναντι της Αθήνας και των πόλεων της Κύπρου, έτσι δε έπραξε και ο Αριστοτέλης στρεφόμενος και αυτός στις πόλεις της Κύπρου, σε ανταγωνισμό με τον Ισοκράτη. Αλλά όλοι οι Ακαδημαϊκοί αναγκάστηκαν να λογαριαστούν με το βασίλειο της Μακεδονίας, την μεγάλη δύναμη που αναδύονταν στον αρχαίο κόσμο συγχρόνως με την Ακαδημία του Πλάτωνος, τού οποίου ο πιο διάσημος μονάρχης, ο Αλέξανδρος, ένας Ακαδημαϊκός, δηλαδή ο Αριστοτέλης, θα γινόταν ο δάσκαλος.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος.

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

SUMPHILOSOPHEIN (1)

  SUMPHILOSOPHEIN 

H ζωή στην Ακαδημία του Πλάτωνος.

Του Enrico Berti.

     

Εισαγωγή.

          Είναι εκείνο το οποίο για τον καθένα συνιστά την ύπαρξη (τήν παρουσία του), αυτό για το οποίο (οι άνθρωποι) επιθυμούν να ζούν, είναι ακριβώς αυτό στο οποίο θέλουν να διατρέχουν τον χρόνο τους με τους φίλους. Γι’αυτό είναι αυτός που πίνει μαζί, άλλοι παίζουν τα ζάρια, άλλοι γυμνάζονται μαζί ή πάνε στο κυνήγι ή φιλοσοφούν μαζί (sumphilosophousin). Και όλοι περνούν τις μέρες τους κάνοντας εκείνο το πράγμα που αγαπούν πάνω από κάθε άλλο, ανάμεσα σε εκείνα που συνιστούν μία ζωή. [Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια, 117 α 1-7].

          Γράφοντας αυτά τα λόγια ο Αριστοτέλης δεν μπορεί να είχε ξεχάσει τα είκοσι χρόνια που πέρασε στην Ακαδημία του Πλάτωνος, όπου είχε την ποιο μεγάλη ευκαιρία όλης του τής ζωής, να κάνει φιλοσοφία μαζί με τους φίλους (sumphilosophein)Και αυτός ίδρυσε μία σχολή, το Λύκειο, αλλά διέτρεξε εκεί μόλις έντεκα χρόνια (334-323 π.Χ.), στην ηλικία μετά τα 50- στην οποία δεν γεννιούνται πλέον μεγάλες φιλίες, ή τουλάχιστον φιλίες που μπορούν να συγκριθούν με εκείνες της εφηβείας. Στην Ακαδημία είχε εισέλθει 17 χρονών και παρέμεινε μέχρι τα 37, δηλαδή μέχρι τον θάνατο του Πλάτωνος και οι φίλοι στους οποίους αναφέρεται δεν μπορούσαν παρά να είναι ο Πλάτων και οι άλλοι μαθητές του, τους οποίους ονομάζει φίλους (φίλοι άνδρες) ήδη στην αρχή των Ηθικών Νικομάχειων, στο διάσημο χωρίο στο οποίο, έχοντας την πρόθεση να ασκήσει κριτική στην ιδέα τού Αγαθού τού Πλάτωνος, δηλώνει “δεδομένου ότι είμαστε φιλόσοφοι, παρότι όλοι μας είναι αγαπητοί [η αλήθεια και οι φίλοι], είναι ιερό πράγμα να προτιμήσουμε την αλήθεια” (Ηθ. Νικ. 1096 α 12-16), πολύ άσχημα μεταφρασμένο στα Λατινικά μέ amicus plato, sed magis amica veritas!

          Αυτή είναι η πρώτη φορά που το ρήμα sumphilosophein εμφανίζεται στην αρχαία Ελληνική γραμματεία και εμφανίζεται για να δείξει τήν αριστοτελική σύλληψη εκείνου στο οποίο για τον καθένα συνίσταται η ύπαρξη, “αυτό για το οποίο οι άνθρωποι επιθυμούν να ζουν”, δηλαδή για την ευτυχία. Η μέγιστη ευτυχία, λοιπόν για τους φιλοσόφους δεν είναι μόνον το “φιλοσοφείν”, αλλά να φιλοσοφούν μαζί μέ (sun) τούς φίλους, ένα πράγμα του οποίου απέκτησε εμπειρία ο Αριστοτέλης στην Ακαδημία όπου “περνούσαν οι μέρες” κάνοντας το πράγμα που αγαπούσαν” πάνω από κάθε άλλο πράγμα ανάμεσα σε όσα συνιστούν μία ζωή”. Την ζωή στην Ακαδημία ακριβώς, είναι η πρόθεσίς μας να επανασυστήσουμε, ή καλύτερα εκείνο το μέρος τής ζωής στην Ακαδημία το οποίο ήταν αφιερωμένο στο φιλοσοφείν μαζί, δηλαδή τις συζητήσεις, τις διαφωνίες, τις κοινές αναζητήσεις.

          Τί γινόταν στην Ακαδημία τού Πλάτωνος; Ποιος υπήρχε; Για τί πράγμα γινόταν συζήτηση; Ποιες ιδέες γεννήθηκαν; Και πώς γεννήθηκαν; Ποια αξία απέκτησε λοιπόν αυτή η σχολή, η πρώτη αληθινή σχολή τής φιλοσοφίας, η οποία ιδρύθηκε και διευθύνθηκε από έναν φιλόσοφο τού μεγέθους τού Πλάτωνος και η οποία είχε στις τάξεις της για είκοσι χρόνια τον επίσης διάσημο μαθητή του, τον Αριστοτέλη”, “τον δάσκαλο αυτών που γνωρίζουν”.

          Θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σ’αυτές τις ερωτήσεις βασιζόμενοι στις λιγοστές ιστορικές πληροφορίες προερχόμενες από την αρχαιότητα, αλλά πάνω απ’όλα στα διατιθέμενα έργα όσων μετείχαν σ’αυτή την εκπληκτική εμπειρία, τόσο στους διαλόγους τού Πλάτωνος ή τις διατριβές τού Αριστοτέλη, όσο και στα αποσπάσματα και των δύο αυτών πρωταγωνιστών και των άλλων φιλοσόφων που στάθηκαν δίπλα τους στα σαράντα χρόνια που πέρασαν ανάμεσα στην ίδρυση τής σχολής και τον θάνατο τού Πλάτωνος!

          Αλλά πριν από κάθε άλλη πηγή είναι αναγκαίο να επικαλεσθούμε, για να δώσουμε μία ιδέα της ατμόσφαιρας που βασίλευε στην σχολή του Πλάτωνος, τίς λέξεις με τις οποίες πιθανόν ο ίδιος ο δάσκαλος την ανακαλούσε: Αυτή η δική μου δεν είναι μία επιστήμη σαν τις άλλες: αυτή δεν είναι δυνατόν με κανένα τρόπο να μεταδοθεί, αλλά σαν φλόγα ανάβει από φωτιά που πηδάει, γεννιέται ξαφνικά στην ψυχή μετά από μία μεγάλη περίοδο συζητήσεων στο θέμα και μία ζωή βιωμένη εν κοινωνία και στην συνέχεια τρέφεται από τον εαυτό της! [έβδομη επιστολή, 341 c-d].

          Η μεγάλη περίοδος συζητήσεων στο θέμα, που μία ζωή κοινή κατέστησε δυνατή, είναι ακριβώς η έκφραση όσων συνέβαιναν στην Ακαδημία και ήταν η συνθήκη από την οποία γεννήθηκαν όχι τόσο η φιλοσοφία τού ιδίου τού Πλάτωνος, η οποία τουλάχιστον στην αρχή υπήρξε η συνθήκη που κατέστησε εφικτή την ανάδυση τής σχολής, όσο την περαιτέρω ανάπτυξή της και τις φιλοσοφίες των μαθητών του, όχι μόνον των λιγότερο γνωστών, όπως ο Σπεύσιππος και ο Ξενοκράτης αλλά και του μεγάλου Αριστοτέλη, όπως επίσης και των πιο σημαντικών επιστημονικών θεωριών, μαθηματικών, γεωμετρικών και αστρονομικών της αρχαιότητος, οι οποίες διατυπώθηκαν από τον Εύδοξο της Κνίδου, τον Ηρακλείδη τον Ποντικό, τον Φίλιππο του Οπούντε, τον Θεόφραστο και τον Κάλλιππο της Κιζίκου.

          Ο τρόπος με τον οποίο αναπτύσσονταν αυτές οι συζητήσεις αναφέρεται ξανά με την ίδια ευκαιρία από τον Πλάτωνα, με την 7η επιστολή, η οποία είναι ένα είδος αυτοβιογραφίας γραμμένη από τον ίδιο λίγα χρόνια πριν τον θάνατό του ή όπως κάποιος ισχυρίζεται, μία βιογραφία του γραμμένη από κάποιον μαθητή πολύ κοντινό του.

          Μαζί μαθαίνονται αυτά τα πράγματα, και η αλήθεια και το ψεύδος όλης τής ουσίας, μετά από πολύ χρόνο και πολύ κόπο, όπως είπα προηγουμένως. Τότε κοπιαστικά, ενόσω κάθε στοιχείο (ονόματα, ορισμοί, οπτικές εικόνες και αντιλήψεις) μέσα από φιλικούς ελέγχους και με ερωτήσεις και απαντήσεις γινόμενες χωρίς αντιπαλότητα, τρίβεται με τους άλλους, συμβαίνει η διαίσθηση και η νόηση του καθενός να λάμπουν, σε όποιον κάνει όλες τις προσπάθειες που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος. (7η επιστολή, 344 b-c).

          Έτσι λοιπόν, ερωτήσεις, απαντήσεις, φιλικοί έλεγχοι. Μοιάζει στην αρχή κάθε συζήτησης να έθετε ο Πλάτων ένα πρόβλημα και καλούσε τούς φίλους του να προτείνουν κάποιες λύσεις. (υποθέσεις). Στην συνέχεια αφού κάθε προτεινόμενη υπόθεση περνούσε από αυστηρό έλεγχο μέσω ερωτήσεων, απαντήσεων και αναιρέσεων, δηλαδή μειώσεων σε αντίφαση, έτσι ώστε η απάντηση που θα αποδεικνύετο η πιο ισχυρή και άντεχε όλους τους ελέγχους, μπορούσε να υπολογισθεί, τουλάχιστον πρόχειρα, σαν αληθινή.

          Σ’αυτή τη μέθοδο είχε αναφερθεί ήδη ο Πλάτων στην Πολιτεία, στον πιο διάσημο διάλογό του, όπου είχε ορίσει τον “διαλεκτικό”-διότι γι’αυτόν διαλεκτικός ήταν ο φιλόσοφος, διότι η υπέρτατη επιστήμη, δηλαδή η φιλοσοφία του, ονομαζόταν “διαλεκτική”- δείχνοντας διά τής αποφατικής οδού, δηλαδή σαν μή-διαλεκτικό, μέ τούς εξής όρους: όποιον, όπως στην μάχη, περνώντας από όλους τούς ελέγχους και προσπαθώντας να αναιρέσει όχι σύμφωνα με την γνώμη αλλά σύμφωνα με την πραγματικότητα, δεν κατορθώνει όμως να υπερβεί όλα αυτά τα εμπόδια με κατάλληλη επιχειρηματολογία! (Πολιτεία, VII, 534 C).

Συνεχίζεται

Αμέθυστος

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2025

SUMPHILOSOPHEIN 14

 Συνέχεια από: Τρίτη 8 Ιουλίου 2025

SUMPHILOSOPHEIN 14
Η αληθινή πραγματικότητα
Του Enrico Berti


3. Οι «φίλοι των Ιδεών» και τα επιχειρήματά τους

Στον Σοφιστή, διάλογο που πιθανότατα γράφτηκε μετά τον Παρμενίδη, ο Πλάτωνας, διά στόματος του Ξένου από την Ελέα, που γενικά θεωρείται αντιπρόσωπός του, παρουσιάζει μια «μάχη γιγάντων» (gigantomakhía), δηλαδή τη σύγκρουση ανάμεσα σε δύο ομάδες φιλοσόφων, τους οποίους αποκαλεί αντίστοιχα «παιδιά της γης» και «φίλους των Ιδεών» (tôn eidôn philoi), σχετικά με τη φύση του όντος.

Σύμφωνα με τους πρώτους, το ον αποτελείται αποκλειστικά από σώματα σε κίνηση, ενώ σύμφωνα με τους δεύτερους, αποτελείται αποκλειστικά από ακίνητες Ιδέες. Η ταύτιση αυτών των δύο ομάδων είναι δύσκολη και αμφιλεγόμενη: τα «παιδιά της γης» ταυτίζονται από κάποιους με τους αρχαίους υλιστές και Ατομιστές, δηλαδή με τον Λεύκιππο και τον Δημόκριτο, αλλά και με τον Αντισθένη, ο οποίος πίστευε μόνο σε ό,τι έβλεπε — όπως ακριβώς κάποιος που βλέπει το άλογο αλλά δεν μπορεί να δει την «ιππικότητα».

Οι «φίλοι των Ιδεών», αντίθετα, ταυτίζονται από κάποιους με τον ίδιο τον Πλάτωνα σε μια πρώιμη φάση της φιλοσοφικής του εξέλιξης, ή και με Ακαδημαϊκούς μαθητές του Πλάτωνα ή με στοχαστές από άλλες σχολές. Σε κάθε περίπτωση, η θεωρία τους για την πραγματικότητα παρουσιάζει αξιοσημείωτες ομοιότητες με την πλατωνική θεωρία των Ιδεών που επικρίθηκε στον Παρμενίδη· επομένως, η κριτική που ο Πλάτωνας τους ασκεί στον Σοφιστή μπορεί να θεωρηθεί συνέχεια της κριτικής του Παρμενίδη, αλλά διατυπωμένη, όπως θα δούμε αμέσως, με πιο θετικούς όρους.

Σύμφωνα με τον Ξένο, οι «φίλοι των Ιδεών» θα υποστήριζαν με τη βία (biazomenoi), δηλαδή με αυστηρά και κατηγορηματικά επιχειρήματα, ότι η αληθινή πραγματικότητα, ήτοι το όντως ον, αποτελείται μόνο από άυλες και νοητές Ιδέες (noēta kai asōmata eidē), και ότι αυτές δεν μετέχουν στο όντως ον παρά μόνο στο γίγνεσθαι, δηλαδή στη γένεση.

Ωστόσο, αφού πρώτα απορρίψει τη θέση των «παιδιών της γης» ως υπερβολικά μονομερή, ο Ξένος ασκεί επίσης κριτική στη θέση των «φίλων των Ιδεών», θεωρώντας την εξίσου μονομερή. Υποστηρίζει συγκεκριμένα ότι, σύμφωνα με τους «φίλους των Ιδεών», ερχόμαστε σε επαφή με το γίγνεσθαι μέσω του σώματος και με το ον μέσω της ψυχής, και ότι για να γνωρίσουμε το ον, πρέπει να επικοινωνήσουμε με αυτό μέσω της ψυχής και όχι του σώματος — δηλαδή, να έρθουμε σε επαφή με τις Ιδέες.

Το να επικοινωνούμε, όμως, σημαίνει να γνωρίζουμε, να αντιλαμβανόμαστε με τη νόηση· και αν η γνώση, η νόηση και η άσκηση της νοητικής λειτουργίας προϋποθέτουν την ύπαρξη ενός υποκειμένου που γνωρίζει και ενός αντικειμένου που γίνεται γνωστό, τότε το ον — για να μπορεί να γίνει γνωστό — πρέπει να ενεργεί ή να πάσχει. Εφόσον το "δράν και το πάσχειν" είναι μορφές του «συμβαίνειν», πρέπει να αποδεχτούμε ότι υπάρχει μεταβολή μέσα στο ίδιο το ον — δηλαδή ότι υπάρχει νοητική κίνηση, και επομένως ζωή, ψυχή και νοημοσύνη.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Ιδέες κινούνται ή αλλάζουν, αλλά ότι μέσα στο αληθινό ον δεν υπάρχουν μόνο οι Ιδέες, αλλά επίσης η ψυχή, η κίνηση, η ζωή και η νοημοσύνη.

Όπως βλέπουμε, αυτή αποτελεί μια διόρθωση της θεωρίας των Ιδεών, όπως είχε παρουσιαστεί και κριθεί στον Παρμενίδη, όπου οι Ιδέες δεν ήταν πλέον αντικείμενο της επιστήμης, επειδή η επιστήμη που «υπάρχει μέσα μας» αναφερόταν μόνο στα αισθητά πράγματα.

Τώρα, όμως, η επιστήμη που υπάρχει μέσα μας, δηλαδή στην ψυχή, είναι αυθεντική γνώση των Ιδεών, ακριβώς επειδή η ψυχή ανήκει σε εκείνο το ον του οποίου αποτελούν μέρος και οι Ιδέες.

Επομένως, το όντως ον δεν αποτελείται ούτε μόνο από κινητές πραγματικότητες, όπως υποστηρίζουν τα «παιδιά της γης», ούτε μόνο από ακίνητες πραγματικότητες, όπως υποστηρίζουν οι «φίλοι των Ιδεών», αλλά από και τα δύο: και από ακίνητες πραγματικότητες, δηλαδή τις Ιδέες, και από κινητές, δηλαδή την ψυχή.

Ο Πλάτωνας, λοιπόν, διά στόματος του Ξένου, αποστασιοποιείται από τους "φίλους των Ιδεών"· όμως η κριτική του αποδεικνύει ότι αυτοί όντως υπήρχαν — και πού αλλού θα μπορούσαν να υπάρχουν, αν όχι μέσα στην ίδια την Ακαδημία του Πλάτωνα;

Η ύπαρξη των «φίλων των Ιδεών» μέσα στην Ακαδημία μαρτυρείται επίσης και από τον Αριστοτέλη. Πράγματι, αυτός, συγκρινόμενος με προηγούμενους φιλοσόφους (και κυρίως με τον Πλάτωνα), στο βιβλίο Α της Μεταφυσικής, παρουσιάζει για πρώτη φορά τη σκέψη του Πλάτωνα, αναφερόμενος πολλές φορές ρητά στο όνομά του και αποδίδοντάς του μια θεωρία των Ιδεών πολύ παρόμοια με εκείνη που έχουμε δει στον Φαίδωνα.

Στη συνέχεια, ασκεί κριτική στη θεωρία εκείνων που «τοποθετούν τις Ιδέες» (hoi tas ideas tithemenoi), εκφραζόμενος για αυτούς σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, δηλαδή «εμείς», σαν να ανήκε και ο ίδιος σε αυτή την ομάδα.

Αυτή η χρήση του πρώτου πληθυντικού, που συναντάμε στο βιβλίο Μ, όπου εκτίθεται η ίδια κριτική προς τη θεωρία των Ιδεών, διορθώνεται επιμελώς από τον Αριστοτέλη με την αντικατάσταση του πρώτου προσώπου από το τρίτο πληθυντικό, δηλαδή «αυτοί», και έχει — κατά τη γνώμη μου — σωστά ερμηνευθεί από τον Jaeger ως κατάλοιπο μιας περιόδου κατά την οποία ο Αριστοτέλης μπορούσε ακόμη να αισθάνεται μέλος της Ακαδημίας.

Συνεπώς, υπήρχε μέσα στην Ακαδημία μια ομάδα φιλοσόφων που υποστήριζε την ύπαρξη των Ιδεών, μια θεωρία που πιθανότατα δημιουργήθηκε από τον ίδιο τον Πλάτωνα, αλλά από την οποία απομακρύνθηκε ο ίδιος σε κάποιο μεταγενέστερο στάδιο.

Η θέση αυτής της ομάδας μπορεί να ανασυσταθεί μέσα από νύξεις του Αριστοτέλη, ιδιαίτερα στη Μεταφυσική, αλλά κυρίως μέσω αποσπασμάτων από ένα χαμένο έργο του με τίτλο «Περί Ιδεών» (Perì ideôn), το οποίο ο Αλέξανδρος ο Αφροδισιεύς διασώζει στο σχόλιό του πάνω στο βιβλίο Α της Μεταφυσικής. Το κείμενο αυτό φέρει ακόμα τον «αέρα» πως γράφτηκε σε περίοδο κατά την οποία ο Αριστοτέλης ανήκε στην Ακαδημία, και έτσι αποτελεί τεκμήριο του φιλοσοφικού διαλόγου που εκτυλισσόταν μέσα στον χώρο της Ακαδημίας του Πλάτωνα — και πιθανότατα υπό την επίδραση της κριτικής που είχε διατυπώσει ο ίδιος ο Πλάτωνας στον Παρμενίδη.

Το απόσπασμα από τη Μεταφυσική, το οποίο διασώζεται από τον Αλέξανδρο και προέρχεται από το χαμένο έργο Περί Ιδεών, έχει ως εξής:

Από τους τρόπους με τους οποίους εμείς αποδεικνύουμε (deiknumen) ότι οι Ιδέες υπάρχουν, κανένας δεν καταλήγει σε αυτό το συμπέρασμα· διότι από κάποιους δεν προκύπτει καμία αναγκαία απόδειξη, ενώ από άλλους προκύπτουν Ιδέες ακόμη και για πράγματα για τα οποία δεν πιστεύουμε (oiometha) ότι υπάρχουν.

Πράγματι, σύμφωνα με τα επιχειρήματα που προέρχονται από τις επιστήμες (logoi ek tôn epistēmôn), θα πρέπει να υπάρχουν Ιδέες για όλα τα πράγματα για τα οποία υπάρχουν επιστήμες.

Εδώ ο Αριστοτέλης αναφέρεται ξεκάθαρα σε γνωστά επιχειρήματα, που ονομάζονται συμβατικά «επιχειρήματα των επιστημών», τα οποία φαίνεται ότι χρησιμοποιούνταν μέσα στην ομάδα των υποστηρικτών των Ιδεών.

Ποια είναι αυτά τα επιχειρήματα των επιστημών μπορούμε να το συμπεράνουμε από το σχόλιο στο απόσπασμα που παραθέτει ο Αλέξανδρος ο Αφροδισιεύς, ο οποίος φαίνεται να διέθετε ακόμη το έργο του Αριστοτέλη Περί Ιδεών, που δεν έχει φτάσει σε εμάς, διότι το παραθέτει και λέει ότι τα επιχειρήματα αυτά εκτίθενται μέσα σε αυτό (άλλες πηγές επίσης επιβεβαιώνουν ότι το έργο αυτό αποτελούνταν από δύο βιβλία).

Σύμφωνα λοιπόν με τον Αλέξανδρο, τα επιχειρήματα από τις επιστήμες ήταν τα εξής:

Αν κάθε επιστήμη έχει ως αντικείμενο κάτι καθολικό και ταυτόσημο, δηλαδή καθολικό, αιώνιο και αμετάβλητο, τότε για κάθε επιστήμη θα πρέπει να υπάρχει κάτι διαφορετικό από τα αισθητά πράγματα, τα οποία είναι μερικά και μεταβαλλόμενα, και αυτό το κάτι που βρίσκεται «πέρα» (παρά) από αυτά, είναι το πρότυπο (παράδειγμα) των πραγμάτων που παράγονται σύμφωνα με την εκάστοτε επιστήμη· αυτό είναι η Ιδέα.

Οι πραγματικότητες για τις οποίες υπάρχουν επιστήμες πρέπει να υπάρχουν πράγματι, και οι επιστήμες είναι επιστήμες καθορισμένων πραγματικοτήτων (ὁρισμένων), ενώ τα αισθητά είναι μερικά και απεριόριστα και ακαθόριστα· επομένως, πρέπει να υπάρχει μια πραγματικότητα διαφορετική από τα αισθητά, και αυτή είναι ο κόσμος των Ιδεών.

Αν υπάρχει επιστήμη του καθολικού και του ιδιαίτερου, δηλαδή του καθ’ εαυτό (αὐτοῦ ἰδέα), και όχι απλώς του επί μέρους, τότε πρέπει να υπάρχει κάτι που να είναι καθεαυτό δίκαιο, καθεαυτό ωραίο, και ούτω καθεξής — και επομένως, θα υπάρχουν Ιδέες.

Βρισκόμαστε απέναντι σε επιχειρήματα παρόμοια με εκείνα του Φαίδωνος, αλλά περισσότερο επεξεργασμένα, πιο ακριβή, και προφανώς καρπός μιας σχολαστικής αναδιατύπωσης, παρ’ όλα αυτά βασισμένα στην ανάγκη να δικαιολογηθούν οι επιστήμες, δηλώνοντας αντικείμενα κατάλληλα για αυτές, δηλαδή καθολικά και αιώνια.

Οι επιστήμες που αναφέρονται ως παραδείγματα είναι εκείνες που για τους Έλληνες της εποχής είχαν αποκτήσει υψηλό γνωσιολογικό κύρος, δηλαδή η ιατρική και η γεωμετρία.

Το παράδειγμα του «ίσου» είναι το ίδιο με εκείνο του Φαίδωνα, μόνο που η ορολογία που χρησιμοποιείται, με τεχνητούς όρους όπως αὐτόισον και αὐτοσύμμετρον, είναι ξεκάθαρα αποτέλεσμα «σχολικής» εργασίας.

Οι Ιδέες των οποίων προσπαθεί να αποδειχθεί η ύπαρξη ως αντικείμενα των επιστημών, είναι χωριστές (παρά) από τα αισθητά πράγματα και είναι πρότυπα (παραδείγματα) αυτών, αλλά υπόκεινται στην αυτοπροσδιοριστικότητα (δηλαδή αποτελούν και οι ίδιες παραδείγματα του ίδιου χαρακτηρισμού που φέρουν). Πρόκειται λοιπόν για τις ίδιες Ιδέες που είχαν ήδη κριθεί στον Παρμενίδη.

Ο Αριστοτέλης, στο έργο του Περί Ιδεών, δεν περιοριζόταν στο να αναφέρει αυτά τα επιχειρήματα, αλλά τους ασκούσε και κριτική.

Στα επιχειρήματα που προέρχονται από τις επιστήμες, άσκησε δύο βασικές κριτικές:

Αυτά τα επιχειρήματα αποδεικνύουν μόνο ότι υπάρχουν άλλες πραγματικότητες πέρα από τα επιμέρους και αισθητά πράγματα, όχι ότι αυτές οι πραγματικότητες είναι Ιδέες· γιατί οι πραγματικότητες που είναι χωριστές από τα αισθητά είναι απλώς τα "κοινά χαρακτηριστικά" (ta koina) των επιμέρους, δηλαδή τα καθολικά, για τα οποία λέμε (phamen) ότι είναι αντικείμενα της επιστήμης.

Αποδεικνύουν την ύπαρξη Ιδεών ακόμα και για πράγματα που παράγονται μέσω τεχνών (τέχναι), παρόλο που και οι τέχνες αφορούν μη καθολικά αντικείμενα, και συνεπώς δεν θέλουν Ιδέες.

Για παράδειγμα, αν υπάρχει μια Ιδέα της υγείας (δηλαδή ένα αὐτο-ὑγιεινόν, μια καθαυτό υγεία), ως αντικείμενο της ιατρικής, τότε με τον ίδιο τρόπο θα πρέπει να υπάρχει και μια Ιδέα για το σπίτι, αντικείμενο της τέχνης του οικοδόμου, και για τη λέμβο, αντικείμενο της ναυπηγικής τέχνης, και για τη λύρα, το παπούτσι, τη στολή, τη σάλπιγγα, το άρμα και την άμαξα, και για κάθε άλλο τεχνούργημα — κάτι που οι ίδιοι οι υποστηρικτές των Ιδεών δεν θέλουν να δεχτούν.

Όπως βλέπουμε, η πρώτη κριτική δεν πλήττει την ύπαρξη των καθολικών πραγματικοτήτων, τις οποίες παραδέχεται και ο Αριστοτέλης, μαζί με όλους τους Ακαδημαϊκούς, αλλά την αντίληψή τους ως Ιδέες, δηλαδή ως πραγματικότητες χωρισμένες από τα αισθητά πράγματα.

Αυτό σημαίνει ότι, για τον Αριστοτέλη, τα καθολικά δεν είναι χωριστά από τα αισθητά, αλλά είναι οι κοινοί όροι σε πολλά επιμέρους αισθητά πράγματα, τα οποία υπάρχουν, δηλαδή είναι πραγματικά — δεν είναι απλές σκέψεις ή έννοιες — και επομένως δεν είναι χωρισμένα από αυτά.

Η δεύτερη κριτική, αντίθετα, αναδεικνύει ένα πρόβλημα στο σημείο όπου ο Αριστοτέλης λέει ότι οι υποστηρικτές των Ιδεών παραδέχονται ότι «αυτοί» δεν αναγνωρίζουν Ιδέες για τα αντικείμενα των τεχνών, δηλαδή για τα τεχνητά αντικείμενα.

Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι, για παράδειγμα στην Πολιτεία, ο Πλάτων αναφέρει την Ιδέα του κρεβατιού, λέγοντας ότι το αισθητό κρεβάτι είναι απομίμηση ενός άλλου, και ότι το ζωγραφισμένο κρεβάτι είναι απομίμηση της απομίμησης.

Υποστηρίζεται όμως ότι ο Σωκρατικής καταγωγής Πλάτων όριζε την Ιδέα ως «παραδειγματική αιτία» (causa paradigmatica) των πραγμάτων που παράγονται σύμφωνα με τη φύση, και όχι των τεχνητών αντικειμένων.

Επομένως, θεωρείται ότι οι υποστηρικτές των Ιδεών, τους οποίους επικρίνει εδώ ο Αριστοτέλης, δεν πρέπει να ταυτίζονται με τον ίδιο τον Πλάτωνα, αλλά με τον Σωκράτη και τους μαθητές του, δηλαδή με μια ομάδα Ακαδημαϊκών που δεν περιλαμβάνει τον Πλάτωνα.

Ο ίδιος ο Αριστοτέλης, σε ένα χωρίο της Μεταφυσικής, δηλώνει ότι και ο Πλάτων παραδεχόταν Ιδέες μόνο για όσα υπάρχουν «στη φύση»· έτσι, ακόμη κι αν ο Πλάτων άλλαξε άποψη σε αυτό το ζήτημα, αναγνωρίζοντας Ιδέες και για τα τεχνικά αντικείμενα, αυτό θα έγινε πριν ή μετά τη συγγραφή της Πολιτείας — ή ότι το σχετικό χωρίο δεν πρέπει να διαβαστεί κυριολεκτικά.

Ορισμένοι ερμηνευτές πιστεύουν ότι ο Πλάτων απλώς ήθελε να δείξει ότι το ζωγραφισμένο κρεβάτι δεν είναι αληθινό, χωρίς να δεσμεύεται ότι υπάρχει κυριολεκτικά μια Ιδέα του κρεβατιού (επειδή οι Ιδέες θα έπρεπε να είναι αιώνιες, δηλαδή να μην έχουν κατασκευαστεί από κανέναν).

Ένα δεύτερο επιχείρημα που χρησιμοποιούσαν οι υποστηρικτές των Ιδεών αναφέρεται από τον Αριστοτέλη στη Μεταφυσική ως το «Ένα επί των πολλών» (to hèn epì pollôn), και θα είχε ως συνέπεια, σύμφωνα πάντα με τον Αριστοτέλη, να οδηγηθεί κανείς στην παραδοχή Ιδεών ακόμη και για αρνήσεις — δηλαδή Ιδεών που ούτε οι ίδιοι οι υποστηρικτές τους αποδέχονταν.

Ο Αλέξανδρος, αντλώντας και πάλι από το χαμένο έργο του Αριστοτέλη Περί Ιδεών, διατυπώνει το επιχείρημα ως εξής:
Αν καθένας από τους πολλούς ανθρώπους είναι "άνθρωπος" και καθένα από τα πολλά ζώα είναι "ζώο", τότε υπάρχει κάτι ενιαίο, που αποδίδεται πάντοτε με τον ίδιο τρόπο (homoiôs) στους πολλούς, χωρίς όμως να είναι ταυτόσημο με κανέναν από αυτούς· και αυτό θα είναι κάτι που υπάρχει "πέρα" από αυτούς (para), αιώνιο, δηλαδή μια Ιδέα — επομένως, οι Ιδέες υπάρχουν.

Ακόμη κι αν τα παραδείγματα αναφέρονται μόνο σε φυσικά όντα, όπως ο άνθρωπος και το ζώο, θα πρέπει να υποθέσουμε ότι το επιχείρημα μπορεί να εφαρμοστεί σε κάθε είδος όντος, όπου ένα κοινό κατηγόρημα αποδίδεται με τον ίδιο τρόπο σε πολλά επιμέρους υποκείμενα.

Έτσι πρόκειται για ένα ακόμη επιχείρημα παρόμοιο με εκείνα που αναφέρονται στον Πλατωνικό Παρμενίδη, όπου ο Παρμενίδης προτρέπει τον Σωκράτη να παραδεχτεί την ύπαρξη Ιδεών για όλα όσα έχουν καθολικό κατηγόρημα.