ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…

[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]




Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2023

ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ – Η ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ, ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ, ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ. ΜΕΡΟΣ 21

 


ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ – Η ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ, ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ, ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ. ΜΕΡΟΣ 21
Με την επιστροφή στην Ελλάδα του Πέτρου Ρούσου και έχοντας πλέον υπόψη την έκθεσή του η οποία ανέφερε όσα προαναφέραμε για τη σοβιετική στάση, έστω και ανεπίσημη, οι πολύ δύσκολες και αγωνιώδεις συζητήσεις εντός της ηγεσίας του ΚΚΕ για το αν τελικά θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή η Συμφωνία του Λιβάνου και να στείλει το ΕΑΜ τους υπουργούς του στην κυβέρνηση Παπανδρέου, πήραν νέα τροπή.
Όλες οι προτάσεις που είχε κάνει το ΕΑΜ για την αναθεώρηση της Συμφωνίας είχαν απορριφθεί από τον Παπανδρέου χωρίς συζήτηση. Η αποστολή του Θανάση Χατζή, του Γραμματέα του ΕΑΜ, στη Μέση Ανατολή με σκοπό να επαναδιαπραγματευθεί τη Συμφωνία, όπως είδαμε ματαιώθηκε την τελευταία στιγμή (ενώ το αεροπλάνο τον περίμενε για να τον παραλάβει) με επέμβαση του Γιάννη Ιωαννίδη. Ο Σβώλος, ο πρόεδρος της ΠΕΕΑ, ο οποίος ασκούσε μια «μαγική», σχεδόν μεταφυσική επίδραση πάνω στον Σιάντο και στον Ιωαννίδη, οι οποίοι δεν τολμούσαν να έρθουν σε ρήξη μαζί του, πίεζε αφόρητα να τελειώνει η εκκρεμότητα, δηλαδή να γίνει δεκτή η Συμφωνία ως είχε.
Σιγά – σιγά ο αρχικά προσεκτικός Γιάννης Ιωαννίδης, ενισχυμένος σίγουρα (κι ας μην το παραδέχεται ο Θανάσης Χατζής στο βιβλίο του) από την έκθεση του Ρούσου έπαιρνε θάρρος και περνούσε στην αντεπίθεση, με κατεύθυνση την αποδοχή της Συμφωνίας - ενώ ο Γιώργης Σιάντος, ο Γραμματέας του ΚΚΕ, παρά το θεωρητικά υψηλότερο αξίωμά του έναντι του Ιωαννίδη, δεν τολμούσε να τα βάλει μαζί του.
Διότι ο Ιωαννίδης, πέρα από τις σπουδές του στη σοβιετική κομματική σχολή πριν από τον πόλεμο, η οποία του έδινε το κύρος του «ειδικού στη μαρξιστική θεωρία» (που ανάθεμα αν ήταν… ωστόσο είχε κατορθώσει να θεωρείται σαν τέτοιος), ήταν κι εκείνος που επί της δικτατορίας Γεωργίου Β΄ και Μεταξά είχε αναδειχθεί σε ηγέτη των εκατοντάδων φυλακισμένων κομμουνιστών στην Ακροναυπλία – και οι συγκεκριμένοι φυλακισμένοι ήταν τα πιο «βαριά» σε όνομα και σε επιρροή στελέχη του ΚΚΕ και συνήθως οι πιο «σκληροί» εσωκομματικά. Όσοι απ’ αυτούς είχαν απελευθερωθεί και δεν είχαν παραδοθεί στους Γερμανούς και τώρα δρούσαν μέσα στο ΚΚΕ και στο ΕΑΜ υπάκουαν στον Ιωαννίδη ακόμα και αν μέσα τους διαφωνούσαν με τη γραμμή του. Και ο Σιάντος δεν ήταν εξαίρεση, δηλαδή κι εκείνος ένιωθε ένα δέος απέναντι στον Ιωαννίδη.
Στο μεταξύ, ενώ οι περισσότερες οργανώσεις του ΕΑΜ της Ελεύθερης Ελλάδας, δηλαδή της επαρχίας, ήταν αντίθετες στη Συμφωνία του Λιβάνου, οι οργανώσεις της Αθήνας άρχισαν να στέλνουν μηνύματα προβληματισμού, τα οποία έλεγαν ότι αντιμετώπιζαν μεγάλες δυσκολίες από την κατοχική κυβέρνηση, από τις δυνάμεις καταστολής της και από τις ουσιαστικά συνεργαζόμενες με την κυβέρνηση Ράλλη (ακόμα κι αν στα λόγια την καταδίκαζαν) «εθνικές», δηλαδή δεξιές – αστικές οργανώσεις, οι οποίες άλλωστε, όπως είδαμε, είχαν πετύχει να εκπροσωπηθούν στο Συνέδριο του Λιβάνου χωρίς οι αντιπρόσωποι του ΚΚΕ – ΕΑΜ – ΠΕΕΑ να αποχωρήσουν δίχως άλλη συζήτηση. Οι «Αθηναίοι» λοιπόν αντιμετωπίζοντας όλα αυτά τα προβλήματα και το ανελέητο κυνηγητό φοβόντουσαν πολύ περισσότερο την απομόνωση του ΕΑΜ από τα «δημοκρατικά αστικά στοιχεία» του απ’ όσο οι αγωνιζόμενοι στην Ελεύθερη Ελλάδα.
Αυτό το γεγονός έδειχνε ότι τώρα που πλησίαζε το τέλος της Κατοχής ο καθένας πλέον έπαιρνε θέση όχι βάσει των αναγκών της αντίστασης στους Γερμανούς, οι οποίοι ήταν θέμα χρόνου να αποχωρήσουν και πλέον το γνώριζαν όλοι (άλλο αν οι Γερμανοί ως την τελευταία μέρα όχι μόνο δεν «μαλάκωναν» αλλά γίνονταν όλο και πιο θηριώδεις) αλλά βάσει των επιθυμιών του για το ποιος θα έπρεπε να είχε την εξουσία μετά από την Κατοχή. Και ασφαλώς, αν και το ΕΑΜ διατηρούσε μεγάλο μέρος της λαϊκής του απήχησης και σίγουρα αν γίνονταν ελεύθερες εκλογές θα ερχόταν πρώτο κόμμα (αν και πιθανότατα όχι με απόλυτη πλειοψηφία), οι δυνάμεις της Δεξιάς δεν ήταν αμελητέες και χρησιμοποιούσαν εννοείται τον κρατικό μηχανισμό και τις κατοχικές δυνάμεις προς όφελός τους. Ενώ δεν πρέπει καθόλου να παραβλέπουμε την πάντα μεγάλη σε αριθμό «κυμαινόμενη μάζα», που τελικά ακολουθεί τους δυναμικότερους που θα επικρατήσουν.
Όπως και νάχει, πάντα υπήρχαν οι «τελικοί όροι» που όπως είπαμε είχαν σταλεί από το ΚΚΕ – ΕΑΜ – ΠΕΕΑ προς την κυβέρνηση Παπανδρέου στις 2 Ιουλίου του 1944. Αλλά εντελώς απροσδόκητα, χωρίς να προκύπτει ότι έγινε κάποια εκτεταμένη συζήτηση μέσα στην ηγεσία του ΚΚΕ γι’ αυτό το θέμα (ο Χατζής που γράφει τόσες λεπτομέρειες για τόσα άλλα περιέργως δεν το ξεκαθαρίζει) στις 29 Ιουλίου του 1944 η ομάδα ΚΚΕ – ΕΑΜ - ΠΕΕΑ έστειλε νέο τηλεγράφημα που ανέτρεπε ουσιαστικά το προηγούμενο, δηλαδή δεν επέμενε στους «τελικούς όρους» αλλά έλεγε ότι γινόταν δεκτή η συμμετοχή στην «κυβέρνησιν εθνικής ενότητος» αρκεί να άλλαζε το πρόσωπο του πρωθυπουργού, δηλαδή του Παπανδρέου! Προφανώς η απόφαση για να συμβεί αυτό θα λήφθηκε σε πολύ στενό κύκλο, δηλαδή από τον Ιωαννίδη, από τον Σιάντο ο οποίος πάντα τελικά υποχωρούσε στις πιέσεις του και από τον αιώνιο κήρυκα της συνθηκολόγησης, δηλαδή από τον Σβώλο.
Ασφαλώς ο Παπανδρέου, με την αδιάλλακτη αντικομμουνιστική και αντιεαμική στάση του δικαιολογημένα ήταν κόκκινο πανί - όμως ήταν απερίγραπτα αφελές να πιστεύει κάποιος ότι ακόμα και να γινόταν δεκτή η αντικατάσταση του Παπανδρέου με έναν άλλον αστό πολιτικό θα άλλαζε κάτι, αφού τα νήματα της κυβέρνησης του Καϊρου τα κινούσαν οι Βρετανοί και η κυβέρνηση αυτή δεν είχε καμιά δική της εξουσία. Και αυτό που είχε σημασία ήταν ότι η ηγεσία του ΚΚΕ – ΕΑΜ – ΠΕΕΑ άφηνε στην άκρη τις αντιρρήσεις της και ουσιαστικά δεχόταν τη Συμφωνία του Λιβάνου ως είχε! Δηλαδή συνθηκολογούσε πλήρως… και τα περί Παπανδρέου ήταν το τελευταίο φύλλο συκής.
Το πώς αντιμετωπίστηκε αυτός ο νέος όρος, να αντικατασταθεί δηλαδή ο Παπανδρέου, θα το δούμε παρακάτω, διότι χρονικά προηγείται ένα άλλο σημαντικό γεγονός, δηλαδή η άφιξη της σοβιετικής στρατιωτικής αποστολής στην Ελλάδα στις 28 Ιουλίου του 1944.
Πριν όμως μιλήσουμε για τη σοβιετική στρατιωτική αποστολή, πρέπει να «λύσουμε» ένα άλλο ζήτημα: δηλαδή αν το παραπάνω τηλεγράφημα της 29ης Ιουλίου του 1944 οφείλεται σε επέμβαση των ανθρώπων της αποστολής αυτής.
Όπως όλα δείχνουν και όπως επίμονα υποστηρίζει και ο καλύτερος «αυτόπτης μάρτυρας», δηλαδή ο Θανάσης Χατζής, κάτι τέτοιο πρέπει να αποκλειστεί, διότι η σοβιετική στρατιωτική αποστολή ήρθε στην Ελλάδα το βράδυ της 28ης Ιουλίου. Έτσι ήταν αδύνατον και από την άποψη του χρόνου που διέθετε να προλάβει να επέμβει για την αποστολή ενός τέτοιου τηλεγραφήματος ενώ καλά – καλά ακόμα δεν είχε εγκατασταθεί. Και να μην ξεχνάμε ότι τότε τα μέσα επικοινωνίας δεν ήταν ίδια με τα σημερινά και δεν υπήρχε η ακαριαία αμεσότητα που υπάρχει σήμερα με το διαδίκτυο, με τα κινητά τηλέφωνα κλπ.
Συνεπώς ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΥΠΟΧΩΡΗΣΕ Η ΗΓΕΣΙΑ ΤΟΥ ΚΚΕ και συνακόλουθα το ΕΑΜ και η ΠΕΕΑ. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η σοβιετική στάση δεν την επηρέασε – ήδη μιλήσαμε για την έκθεση του Ρούσου, που αποκλείεται να μην έπαιξε ρόλο, τουλάχιστον στο μυαλό του Ιωαννίδη αλλά και του πιο «αδιάλλακτου» (αλλά όχι σταθερού στις αποφάσεις του… ) Σιάντου.
Η σοβιετική στρατιωτική αποστολή λοιπόν, είχε επικεφαλής τον συνταγματάρχη Γκριγκόρι Ποπώφ, μέλη τους αντισυνταγματάρχες Τσερνίτσεφ και Τρόγιαν και διάφορους άλλους κατώτερους αξιωματικούς.
Από την πρώτη στιγμή δυο πράγματα έγιναν ολοφάνερα: το πρώτο ήταν ότι όχι μόνο απέφυγαν να υποσχεθούν την οποιαδήποτε σοβιετική στρατιωτική βοήθεια προς το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ αλλά ουσιαστικά την απέκλεισαν, παρ’ όλο που από στρατιωτική άποψη δεν θα ήταν καθόλου δύσκολο για τον Κόκκινο Στρατό που ήδη προέλαυνε στα Βαλκάνια να «στρίψει αριστερά» για να κατεβεί και στην Ελλάδα. Έτσι, όποιος είχε στοιχειώδες πολιτικό κριτήριο μπορούσε να καταλάβει ότι η Ελλάδα είχε συμφωνηθεί να περάσει στο «χώρο ευθύνης» των Βρετανών με τις ανάλογες πολιτικές και στρατιωτικές συνέπειες. Κάτι που θα γινόταν και «επίσημο» τον Οκτώβρη του 1944 με τη γνωστή συμφωνία Στάλιν και Τσώρτσιλ, για την οποία θα μιλήσουμε στην ώρα της.
Το δεύτερο που σιγά – σιγά φάνηκε ήταν ότι οι Σοβιετικοί απεσταλμένοι «μέτρησαν» γρήγορα τον ΕΛΑΣ και δεν φάνηκε να εντυπωσιάζονται από τη μαχητική του δύναμη και γενικά από τη στρατιωτική του οργάνωση. Ήταν κλασσική περίπτωση «σνομπισμού» του μεγάλου προς τον μικρό και αν εξαιρέσουμε τις εκδηλώσεις αγάπης αργότερα του Χρουστσώφ προς τον Μανώλη Γλέζο, που έφθασαν να ενοχλούν την ηγεσία του ΚΚΕ της δεκαετίας του 1960, η υποβάθμιση της σημασίας της Ελληνικής Εθνικής Αντίστασης εκ μέρους τους κράτησε… όσο κράτησε και η Σοβιετική Ένωση! Ίσως τον σύγκριναν με τους παρτιζάνους της Γιουγκοσλαβίας ή και της ίδιας της Σοβιετικής Ένωσης (των κατεχόμενων τμημάτων της) αλλά η ουσία είναι ότι σχημάτισαν τη γνώμη ότι σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει μια βρετανική επέμβαση. Ανεξάρτητα από αυτή τη γνώμη τους, το θέμα αυτό θα το συζητήσουμε στις επόμενες συνέχειες.
Όπως και ο Σοβιετικός πρεσβευτής στο Λίβανο, το ίδιο και οι συγκεκριμένοι Σοβιετικοί απεσταλμένοι είχαν αυστηρές οδηγίες να μην εκφέρουν καμιά επίσημη γνώμη που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα είδος επέμβασης στην κατάσταση στην Ελλάδα και αυτό το τήρησαν με… απολύτως εκνευριστική συνέπεια ακόμα και «βαθιά» μέσα στα Δεκεμβριανά. Άλλο ωστόσο η επίσημη γνώμη και άλλο η «ανεπίσημη» και ουσιαστική, όπως θα δούμε!
Αυτά όλα όμως δεν τα γνώριζαν τότε οι αγωνιστές και τα μέλη του ΕΑΜ… έτσι στην αρχή επικράτησε μεγάλος ενθουσιασμός όταν μαθεύτηκε η άφιξη των Σοβιετικών και πολλοί θεώρησαν ότι «τώρα οι Εγγλέζοι δεν θα μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν». Όμως όχι μόνο διαψεύστηκαν αλλά όπως αμέσως τώρα θα δούμε μάλλον οι Σοβιετικοί συνέβαλαν στο να κάνουν τελικά οι Βρετανοί «ό,τι ήθελαν»!
Παρά λοιπόν το γεγονός της διακηρυγμένης «ουδετερότητας» της σοβιετικής στρατιωτικής αποστολής, αυτοί δεν ήταν καθόλου αδιάφοροι για τις ελληνικές εξελίξεις και παρ’ όλο που ο Ιωαννίδης στη συνέντευξή του που έδωσε μετά από περισσότερα από είκοσι χρόνια στον Αλέκο Παπαπαναγιώτου και στη συνέχεια αυτή εκδόθηκε σε βιβλίο με τίτλο «Γιάννης Ιωαννίδης – Αναμνήσεις» αναφέρει ότι «ήταν σφίγγες» και απέφευγαν να διατυπώσουν γνώμη, τελικά… διατύπωσαν. Αφήνουμε τον ίδιο τον Ιωαννίδη να μιλήσει:
«… μας θέσαν αυτοί το ζήτημα γιατί ανακαλέσαμε τους αντιπροσώπους μας από το Λίβανο. Εγώ με τη φόρα που είχα τους απάντησα ότι ανακαλέσαμε τους αντιπροσώπους μας γιατί άλλα τους είπαμε να κάνουν κι άλλα έκαναν.
ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ: Αυτοί θέσαν αυτό το ζήτημα;» - όπως βλέπουμε ο Αλέκος Παπαπαναγιώτου έπιασε αμέσως το θέμα, δηλαδή ότι ΠΡΩΤΟΙ οι Σοβιετικοί απεσταλμένοι «έβαλαν χέρι» στο ΚΚΕ για τη διάθεσή του να μην αποδεχθεί τη Συμφωνία του Λιβάνου! Ο Θανάσης Χατζής, αν και είχε στη διάθεσή του το κείμενο των «Αναμνήσεων» του Ιωαννίδη, δεν παρουσιάζει τη σχετική περικοπή με την απαιτούμενη ακρίβεια προσπαθώντας να «δικαιολογήσει» τη σοβιετική στάση. Μάλιστα γράφει ότι ο Ιωαννίδης «γλίστρησε μια νύχτα στο σπίτι που καθόταν ο Σοβιετικός αξιωματικός (ο Τσερνίτσεφ) και ζήτησε να μάθει τη γνώμη του ΚΚΣΕ για τη συμφωνία του Λιβάνου» - όμως από τις «Αναμνήσεις» προκύπτει ότι κάθε άλλο παρά «γλίστρησε» αλλά συζήτησε με τους Σοβιετικούς παρουσία και του επικεφαλής τους, του Ποπώφ και τουλάχιστον και του Πέτρου Ρούσου από τη μεριά της ηγεσίας του ΚΚΕ.
Συνεχίζει λοιπόν ο Ιωαννίδης: «Αυτοί βέβαια. Ήταν ενημερωμένοι καλά και για τη Μέση Ανατολή και γι’ αυτά που είπε η πρεσβεία τους στον Πετρή. Και ο Πετρής ήταν εκεί παρών, μας κάνει τον μεταφραστή»!!!
Ο «Πετρής» ήταν ο Πέτρος Ρούσσος όπως ήδη θα έχετε καταλάβει. Και οι Σοβιετικοί «ήταν καλά ενημερωμένοι»!
Συνεχίζει λοιπόν ο Ιωαννίδης: «Τους είπα λοιπόν, ότι εμείς είπαμε στους αντιπροσώπους μας να κάνουν αυτό κι αυτοί κάναν εκείνο κι εκείνο και επί πλέον αποκήρυξαν και τις δυνάμεις μας στη Μέση Ανατολή. Γι’ αυτό τους ανακαλέσαμε και οι σχέσεις μας με τους Εγγλέζους επιδεινώθηκαν».
Τα περί «ανάκλησης» δεν ήταν βέβαια ακριβή, διότι δεν είχε γίνει κάποια επίσημη ανάκληση της αντιπροσωπείας. Όμως προφανώς ο Ιωαννίδης κι ο Σοβιετικός συνομιλητής του εννοούσαν τη διάθεση να μην αποδεχθεί το ΚΚΕ τα πεπραγμένα της αντιπροσωπείας, δηλαδή τη συμφωνία του Λιβάνου.
Συνεχίζει ο Ιωαννίδης: «Τότε ο Τσερνίτσεφ, όχι ο Ποπώφ, που ήταν στρατιωτικός αλλά ο Τσερνίτσεφ που είχε το ψευδώνυμο Νικολάεφ και παλιότερα δούλευε στη σοβιετική πρεσβεία της Αθήνας μου λέει: “Και τι έχετε υπόψη σας, να πολεμήσετε ενάντια στους Εγγλέζους;” Του λέω ότι αν παρουσιαστεί ανάγκη φυσικά θα πολεμήσουμε και με τους Εγγλέζους. Μου κάνει ένα μορφασμό πολύ χαρακτηριστικό. Τι εσήμαινε αυτό; Αποδοκιμασία της απάντησής μου. Εγώ εκείνη τη στιγμή τα έχασα. Είδα ότι αποδοκιμάζομαι. Ο Τσερνίτσεφ δεν μπορούσε να σου πει κάνε αυτό ή εκείνο. Σε καμιά περίπτωση. Αλλά ο μορφασμός του έλεγε καθαρά: Τι μου λες τώρα εσύ. Στραπάτσο. Και ήταν παραμονές της συνεδρίασης της Κεντρικής Επιτροπής… Κι αυτοί δεν είχαν σκοπό να συγκρουστούν με τους Εγγλέζους. Σε καμιά περίπτωση… Αυτός ο μορφασμός εμένα με έκανε άνω κάτω. Και αυτό κατά κύριο λόγο μας εξανάγκασε να αποδεχτούμε τη Συμφωνία του Λιβάνου και να στείλουμε τους υπουργούς μας στην κυβέρνηση…»!
Βεβαίως και ο Ιωαννίδης δεν τα λέει όλα. Του ήταν βολικό στις «Αναμνήσεις» του να ρίξει ολόκληρη την ευθύνη για τη συνθηκολόγηση του ΚΚΕ στους Σοβιετικούς,, ενώ όπως έχουμε δει, η διαδικασία της συνθηκολόγησης είχε αρχίσει και προχωρήσει πριν από οποιαδήποτε σοβιετική επέμβαση – στο κάτω –κάτω η Συμφωνία του Λιβάνου υπογράφηκε πριν γίνει οποιαδήποτε συζήτηση με τους Σοβιετικούς και η «επιδοκιμασία» του Σοβιετικού πρεσβευτή που αναφέρει ο Πέτρος Ρούσσος ήρθε ένα μήνα αργότερα, αφού το κακό είχε πλέον συμβεί! Όμως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η στάση της σοβιετικής στρατιωτικής αποστολής μέτρησε στην τελική απόφαση.
Η καθοριστική λοιπόν συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ που αναφέρει ο Ιωαννίδης άρχισε στις 2 Αυγούστου του 1944. Ο Θανάσης Χατζής ήταν παρών και αναφέρει τη στάση του κάθε μέλους… τονίζοντας ιδιαίτερα τις απαισιόδοξες αναφορές από την Αθήνα για τις οποίες μιλήσαμε προηγουμένως. Στέκεται στη στάση του Ιωαννίδη, ο οποίος επέμενε ότι δεν μπορούσε το ΚΚΕ να τα βάλει με τους Άγγλους επαναλαμβάνοντας μάλιστα την ατάκα «δυο υπερντρέντνοτ στον Πειραιά και πάει η Ψωροκώσταινα»! Όμως αυτά που έλεγε ο Ιωαννίδης δεν γίνονταν αποδεκτά απ’ όλους, υπήρχαν κι αρκετοί που αντιστέκονταν.
Σε μια ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα, η συνεδρίαση διήρκεσε ως τη νύχτα, όταν ξαφνικά η Δόμνα Ιωαννίδη (η σύζυγος δηλαδή του Ιωαννίδη) μπήκε μέσα και κάτι ψιθύρισε στο αυτί του Γιάννη Ζεύγου (σημαντικού στελέχους της Κεντρικής Επιτροπής) και αμέσως μετά ο Σιάντος διέκοψε τη συνεδρίαση «για λίγα λεπτά».
Όμως τα «λίγα λεπτά» έγιναν δυο ώρες και όταν ξανάρχισε η συνεδρίαση, όπως γράφει ο Χατζής «είδαμε να φεύγουν τρεις αξιωματικοί της σοβιετικής αποστολής»! Για τους οποίους ο Σιάντος διαβεβαίωσε ότι «δεν είπαν τη γνώμη τους» - αλλά ποιος μπορεί να πιστέψει ότι «δεν έλεγαν τη γνώμη τους» επί τόση ώρα; Και ότι χρειάστηκε να διακοπεί η συνεδρίαση «για να μην πουν τη γνώμη τους»;
Η συνεδρίαση συνεχίστηκε στο ίδιο κλίμα και την επόμενη μέρα μέχρι αργά το βράδυ «όταν ξανά κατά τις 10 η ώρα τη νύκτα έφτασαν στο σπίτι που συνεδριάζαμε οι ίδιοι τρεις Σοβιετικοί αξιωματικοί. Νέα πολύωρη διακοπή», όπως γράφει πάλι ο Θανάσης Χατζής!
Πάλι δόθηκε η διαβεβαίωση περί «ουδετερότητας» και «μη ανάμιξης» των Σοβιετικών αλλά είναι ολοφάνερο ότι αλλιώς είχαν τα πράγματα.
Τελικά η απόφαση που λήφθηκε ήταν να σταλούν σαν εκπρόσωποι του ΚΚΕ στην κυβέρνηση ο Γιάννης Ζεύγος κι ο Μιλτιάδης Πορφυρογένης (ήταν πάρα πολύ χαρακτηριστικό ότι επιλέχθηκε ο Πορφυρογένης που τα είχε κάνει τόσο θάλασσα στον Λίβανο!) αλλά να επιμείνουν στον όρο να παραιτηθεί ο Παπανδρέου από την πρωθυπουργία. Και πιο σημαντικό: να χειρίζονται στο εξής το ζήτημα με δική τους ευθύνη ο Σιάντος με τον Ιωαννίδη, δηλαδή στην πράξη ο Ιωαννίδης!
Αυτή η κατάσταση και η διαφωνία του Θανάση Χατζή με τις αποφάσεις αυτές προκάλεσε την απομάκρυνση – παραίτησή του από τη θέση του Γραμματέα του ΕΑΜ και την αντικατάστασή του με τον «αιώνιο αναθεωρητή» του ΚΚΕ Μήτσο Παρτσαλίδη.
Η απαίτηση του ΚΚΕ, ΕΑΜ και ΠΕΕΑ για παραίτηση του Παπανδρέου έφτασε ασφαλώς και στην έδρα της κυβέρνησης της Μέσης Ανατολής. Αρχικά ο Παπανδρέου δήλωσε «διπλωματικά» ότι «δεν θα αποτελέσει εμπόδιον το πρόσωπον του προέδρου της κυβερνήσεως» δημιουργώντας την εντύπωση ότι σκεπτόταν να παραιτηθεί για να διευκολύνει τις εξελίξεις και διαρρέοντας ότι θα παρέμενε στην κυβέρνηση ως αντιπρόεδρος και υπουργός εξωτερικών. Και ίσως πραγματικά να το σκεπτόταν, όμως τότε επενέβησαν εντελώς απροκάλυπτα πλέον οι Βρετανοί (ενώ ο Τσώρτσιλ στις συνομιλίες του με τους υπουργούς του για το θέμα της Ελλάδας χαρακτήριζε τους Έλληνες «άθλιους ληστές» και μάλωνε τους υπουργούς του για τις σκέψεις τους να εγκαταλείψουν τον «δικό τους άνθρωπο» δηλώνοντας ότι «αν υποχωρήσουμε πρέπει να ξεχάσουμε την Ελλάδα») και ξέκοψαν κάθε τέτοιο ενδεχόμενο. Δεν το ξέκοψαν μόνο από το ΚΚΕ, το ΕΑΜ και την ΠΕΕΑ αλλά και από κάποιους παλαιοδημοκρατικούς των παλιών βενιζελικών κομμάτων της κυβέρνησης Παπανδρέου, οι οποίοι θεωρούσαν τον τελευταίο «παρείσακτο» και φοβόντουσαν ότι θα τον έβρισκαν ενισχυμένο μπροστά τους στην πολιτική ζωή της «απελευθερωμένης» Ελλάδας και έτσι ευχαρίστως κι εκείνοι θα ήθελαν να αντικατασταθεί!
Αλλά εννοείται ότι μπροστά στην επιμονή ή μάλλον μπροστά στη διαταγή των Βρετανών έβαλαν την ουρά στα σκέλια και μάλιστα έστειλαν τηλεγράφημα στην ΠΕΕΑ στις 14 Αυγούστου του 1944 υπογεγραμμένο από τον Σοφοκλή Βενιζέλο (που σίγουρα φιλοδοξούσε να αντικαταστήσει αυτός τον Παπανδρέου και παρέμεινε σε μια κατάσταση «λυκοφιλίας» με αυτόν ως το τέλος της ζωής του, το 1964) και τους υπουργούς Μυλωνά, Σακαλή και Ρέντη (τον ίδιο Ρέντη που αναμίχθηκε με τόσο αισχρό τρόπο στην εκτέλεση του Μπάτση, του συναγωνιστή του Μπελογιάννη…), με το οποίο την «εξόρκιζαν» να μην επιμείνει και να στείλει άμεσα τους υπουργούς της για να συμπληρωθεί η κυβέρνηση.
Έτσι έπεσε και το φύλλο συκής. Μπροστά στην άκαμπτη στάση των Βρετανών, στις έμμεσες ή και άμεσες παρασκηνιακά υποδείξεις των Σοβιετικών αλλά κυρίως μπροστά στη δική της αναποφασιστικότητα και φόβο, η ηγεσία του ΚΚΕ συνθηκολόγησε πλήρως και οριστικά και απέσυρε και την τελευταία απαίτησή της για αντικατάσταση του Παπανδρέου. Και έστειλε τους υπουργούς της στην «κυβέρνησιν εθνικής ενότητος». Ούτε ένας από τους όρους που είχε θέσει έγινε δεκτός τελικά!
Είχε λοιπόν απόλυτο δίκιο από τη μεριά του ο Γεώργιος Παπανδρέου να θριαμβολογεί αργότερα στο βιβλίο του «Η απελευθέρωσις της Ελλάδος» γράφοντας τα εξής, τα οποία ήταν η ωμή αλήθεια: «Είναι επομένως προφανές ότι η πολιτική της Εθνικής Ενώσεως με την συμμετοχήν του ΕΑΜ εις την Κυβέρνησιν, μας ήνοιξε τας πύλας της Ελλάδος εις τρόπον ώστε την 3 Δεκεμβρίου 1944, αντί να είμεθα ημείς εξόριστοι και το ΕΑΜ Κράτος, να είμεθα ημείς Κράτος και το ΕΑΜ Στάσις».
Δηλαδή, όπως ήδη έχουμε προαναφέρει, οι Βρετανοί είχαν πλέον κατακτήσει ΤΗ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ. Με τη υποβοήθηση των Σοβιετικών! Όπως άλλωστε επιβεβαιώνεται από τα λόγια του ίδιου του Στάλιν αργότερα, μετά από τα Δεκεμβριανά! Όλα όμως όσα επακολούθησαν θα τα δούμε στις επόμενες συνέχειες.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ..

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2023

ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ – Η ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ, ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ, ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ. ΜΕΡΟΣ 20

 


Θοδωρής Μαραγκουδάκης

ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ – Η ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ, ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ, ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ. ΜΕΡΟΣ 20

Η πιο αναλυτική περιγραφή για όσα συνέβησαν το τρίμηνο μετά από την υπογραφή της Συμφωνίας του Λιβάνου και για τη διαπάλη μέσα στο ΕΑΜ ώσπου να γίνει αποδεκτή υπάρχει όπως είπαμε στο βιβλίο του Θανάση Χατζή «Η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε» - όμως σκοπός αυτού εδώ του ιστορικού σημειώματος δεν είναι να αντιγράψει το βιβλίο, διότι αν το έκανε… δεν θα τελείωνε ποτέ. Έτσι θα παραλείψουμε κάμποσα απ’ αυτά που γράφει ο Χατζής επικεντρώνοντας στα σημαντικότερα.
Και μετά λοιπόν από την επιστροφή του Σαράφη και όσα άκουσαν απ’ αυτόν, το ΚΚΕ, το ΕΑΜ και η ΠΕΕΑ παρέμειναν στην ίδια κατάσταση: αδυνατούσαν να αποδεχθούν τη Συμφωνία του Λιβάνου, διότι είχαν αντιληφθεί το δυσμενέστατο για αυτούς περιεχόμενό της αλλά… αδυνατούσαν και να την αποκηρύξουν «αδειάζοντας» έτσι την αντιπροσωπεία τους η οποία την υπέγραψε.
Και αυτό συνέβαινε για τους εξής λόγους:
1 ) Η ηγεσία του ΚΚΕ, δηλαδή ο Σιάντος κι ο Ιωαννίδης, αν και δεν είχαν κάποια χειροπιαστή απόδειξη, είχαν όμως ενδείξεις ότι η Σοβιετική Ένωση «έσπρωχνε» την Ελλάδα στη σφαίρα επιρροής των Βρετανών. Έχουμε ήδη αναφέρει το τηλεγράφημα του Στάλιν στον βασιλιά Γεώργιο Β΄ αντί στην ΠΕΕΑ για την επέτειο της 25ης Μαρτίου, το οποίο έκανε μεγάλη εντύπωση και στους δυο. Επίσης διαισθανόντουσαν ότι ενώ μετά από την αποχώρηση των Γερμανών ο σοβιετικός στρατός δεν θα έμπαινε στην Ελλάδα, θα έμπαινε ο βρετανικός – και αυτό θα ήταν καθοριστικό για τις εξελίξεις.
2 ) Ακόμα κι αν αμφέβαλαν για το προηγούμενο, δηλαδή για το σε ποια σφαίρα επιρροής προοριζόταν να ενταχθεί η Ελλάδα μετά από τον πόλεμο, οι ίδιοι ηγέτες του ΚΚΕ δεν αποφάσιζαν τη ρήξη με τους Βρετανούς, διότι είχαν εσφαλμένα κατανοήσει την «αντιφασιστική συμμαχία» μεταξύ των τριών μεγάλων δυνάμεων (Σοβιετικής Ένωσης, Μεγάλης Βρετανίας και ΗΠΑ) και δεν ήθελαν να της δημιουργήσουν δυσκολίες.
3 ) Παρ’ όλα τα παραπάνω, οι ίδιοι είχαν την αυταπάτη ότι «κάτι θα έκανε στο τέλος η Σοβιετική Ένωση για να βοηθήσει το ΕΑΜ» και… περίμεναν.
4 ) Ρήξη με τους Βρετανούς θα σήμαινε ρήξη με τον Σβώλο και με σημαντικό μέρος των προοδευτικών αστών που ως τότε υποστήριζαν το ΕΑΜ. Ασφαλώς αυτό θα ήταν μια απώλεια… όμως σίγουρα αυτή η απώλεια θα είχε μικρότερο κόστος απ’ όσο είχε η παρουσία και επίδραση του Σβώλου και των ομοίων του, οι οποίοι ουσιαστικά δρούσαν, συνειδητά ή όχι, ως άνθρωποι των Βρετανών μέσα στο ΕΑΜ. Αυτό δεν ξέρουμε κατά πόσο το καταλάβαιναν ο Σιάντος κι ο Ιωαννίδης, όπως όμως αποδείχθηκε, ποτέ δεν τόλμησαν να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα και σύρθηκαν πίσω από τη γραμμή «ενότητα πάση θυσία» που πρέσβευε ο Σβώλος.
5 ) Και ο Σιάντος και ο Ιωαννίδης είχαν πετύχει πολύ περισσότερα πράγματα μέσα στην Κατοχή απ’ όσα θα ανέμενε κανείς από το πολιτικό και μορφωτικό τους επίπεδο. Αυτό που δεν είχαν όμως πετύχει, ιδίως ο Ιωαννίδης, ήταν να αποβάλουν την ψυχολογία του κυνηγημένου και του παράνομου των προπολεμικών χρόνων… συνειδητά ή όχι περισσότερο λειτουργούσαν ως άνθρωποι που ήθελαν να εξασφαλίσουν στο ΚΚΕ μια θέση στη μεταπολεμική νομιμότητα παρά ως ηγέτες που διεκδικούσαν την εξουσία. Μάλιστα μπορούμε να πούμε ότι «οι από κάτω», τα μέλη και στελέχη του ΚΚΕ και του ΕΑΜ στη μεγάλη πλειοψηφία τους είχαν πολύ πιο επαναστατική διάθεση από αυτούς – όμως η κομματική πειθαρχία και ο «δημοκρατικός συγκεντρωτισμός» με τον οποίο λειτουργούσε το ΚΚΕ δεν άφηνε κανέναν να επιβάλει στην ηγεσία τις πιο επαναστατικές απόψεις. Πολλοί ήταν εκείνοι που προβληματίζονταν, δυσφορούσαν, αγωνιούσαν αλλά κανείς δεν «σήκωνε μπαϊράκι» εναντίον της ηγεσίας.
Όπως και νάχει, μετά από αλλεπάλληλες δύσκολες συζητήσεις και διαβουλεύσεις, τελικά αποφάσισαν να στείλουν τον γραμματέα του ΕΑΜ Θανάση Χατζή στο Κάιρο για να επαναδιαπραγματευθεί τη Συμφωνία του Λιβάνου, χωρίς όμως και να ανακαλέσουν την ήδη υπάρχουσα αντιπροσωπεία! Οι Βρετανοί καταλαβαίνοντας ότι αν έφερναν αντίρρηση μπορεί να εξωθούσαν τα πράγματα στα άκρα, δεν αντέδρασαν σε αυτή την απόφαση και ο Χατζής ετοιμάστηκε να αναχωρήσει.
Ενώ όμως ο Χατζής περίμενε το βρετανικό αεροπλάνο που θα τον μετέφερε στη Μέση Ανατολή, όταν το τελευταίο προσγειώθηκε, βγήκε από αυτό ο Πορφυρογένης, ο οποίος επέστρεφε μετά από τον Σαράφη στην Ελλάδα! Αυτός απέτρεψε τον Χατζή να πραγματοποιήσει το ταξίδι λέγοντάς του ότι «είχε σοβαρότατες πληροφορίες και προτάσεις που θα έκαναν άσκοπη την αποστολή του». Ο Χατζής διαφώνησε αλλά όπως φαίνεται ο Πορφυρογένης ειδοποίησε τον Ιωαννίδη, που ως ανώτερος στην κομματική ιεραρχία ουσιαστικά διέταξε τον Χατζή να ακυρώσει την αναχώρησή του! Είναι η πρώτη καθοριστική παρέμβαση του Ιωαννίδη από τις πολλές που θα ακολουθούσαν!
Παράλληλα με διάφορα τηλεγραφήματα προς τον πρωθυπουργό Παπανδρέου, το ΚΚΕ, το ΕΑΜ και η ΠΕΕΑ ζητούσαν διάφορα πράγματα, με πιο σημαντικό την αμνήστευση των αξιωματικών και οπλιτών που είχαν πάρει μέρος στο κίνημα της Μέσης Ανατολής, κάτι που θα σήμαινε το ότι θα είχαν δικαίωμα να επανέλθουν στην ελληνική στρατιωτική δύναμη – αλλά ο Παπανδρέου τους απάντησε ότι η Συμφωνία του Λιβάνου είχε καταδικάσει το κίνημα και «δεν συνοδευόταν από τυπικήν υποχρέωσιν αμνηστεύσεως των υπευθύνων διά την στάσιν» και επέμενε κάνοντας και δημόσιες «αυστηρές» δηλώσεις στην εφαρμογή της Συμφωνίας του Λιβάνου ως είχε.
Στις 29 Ιουνίου του 1944 συνεδρίασε η γραμματεία του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ για να ακούσει την έκθεση του Πορφυρογένη και να καθορίσει τη στάση της. Ήταν παρών και ο Χατζής, ο οποίος περιγράφει τι έγινε σε εκείνη τη συνεδρίαση.
Ο Πορφυρογένης λοιπόν προσπάθησε να δώσει εξηγήσεις… αλλά τελικά αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι αυτός και ο Ρούσος (οι αντιπρόσωποι δηλαδή του ΚΚΕ στο Λίβανο) «παρασύρθηκαν από τον Σβώλο» και ουσιαστικά παρέδωσαν τα πάντα στους Βρετανούς και στον Παπανδρέου - μάλιστα ομολόγησε ότι ενώ είχαν σκεφτεί να έρθουν σε επαφή με τη σοβιετική πρεσβεία δεν το έπραξαν λόγω της επιμονής του Σβώλου που απαιτούσε να «μη δοθεί αφορμή για παρεξηγήσεις» με τους Βρετανούς!
Σηκώθηκε τότε αγανακτισμένος ο Σιάντος και πρότεινε να καταδικαστεί ξεκάθαρα κι ανοιχτά από το ΚΚΕ (επομένως και από το ΕΑΜ και από την ΠΕΕΑ) η Συμφωνία του Λιβάνου, να τελειώσουν τα παζάρια και να ανακληθεί η αντιπροσωπεία «και όποιος ήθελε ας μη γύριζε»!
Ίσως αυτό ήταν το πιο κρίσιμο σημείο της Ιστορίας της μεταπολεμικής Ελλάδας! Διότι με το κύρος που είχε ο Σιάντος ανάμεσα στους υπόλοιπους, η εισήγησή του θα γινόταν δεκτή. Μόνο ένας μπορούσε να αντιμετωπίσει τον Σιάντο εκείνη την εποχή… κι αυτός ήταν ο Ιωαννίδης – και το έκανε με βίαιο τρόπο, δηλαδή, όπως ακριβώς γράφει ο Χατζής «όρθιος, με ανασκουμπωμένα τα μανίκια του πουκάμισού του, κουνώντας τη γροθιά του μπροστά στο πρόσωπο του Σιάντου, ξεφώνισε: ΓΙΩΡΓΗ… ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΙΔΕΑ ΑΠΟ ΠΟΛΙΤΙΚΗ!...».
Οι υπόλοιποι βλέποντας τον Ιωαννίδη και τον Σιάντο να μαλώνουν με αυτόν τον τρόπο τα έχασαν… τελικά ο Σιάντος, όπως φαίνεται επηρεασμένος «όσο χρειάστηκε» από την σκηνή που περιγράψαμε, αντί να στείλει στο διάβολο τον Ιωαννίδη και να επιμείνει, άρχισε να τον ρωτάει «γιατί αφού δεν έχω ιδέα από πολιτική με κρατάτε γραμματέα του κόμματος;» και να του ζητάει «τις προτάσεις του».
ΚΑΙ ΕΚΕΙ ΚΑΘΟΡΙΣΤΗΚΕ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ! Διότι ήταν η μοναδική ευκαιρία που υπήρξε να καταδικαστεί η Συμφωνία του Λιβάνου και να πάρουν τα πράγματα εντελώς διαφορετικό δρόμο, δηλαδή να ανακηρυχθεί η ΠΕΕΑ σε κυβέρνηση, έστω και χωρίς τον Σβώλο και όσους θα ήθελαν να τον ακολουθήσουν! Διότι ο Ιωαννίδης εκμεταλλεύτηκε αυτή την υποχώρηση του Σιάντου και πρότεινε «να επιμείνουν να εφαρμοστεί το πνεύμα της Συμφωνίας» (δηλαδή να συνεχίσουν να ζητάνε από τον Παπανδρέου ένα σωρό ανέφικτα πράγματα που όλα απορρίπτονταν…) και όχι να την καταγγείλουν! Μια τέτοια γραμμή ήταν ολοφάνερο ότι θα οδηγούσε στην αποδοχή της Συμφωνίας του Λιβάνου άνευ όρων αργά ή γρήγορα.
Τελικά ουσιαστικά δεν λήφθηκε οριστική απόφαση, κάτι που σήμαινε ότι πέρασε αυτό που ήθελε ο Ιωαννίδης. Σε αυτά τα πλαίσια, στις 2 Ιουλίου του 1944 το ΚΚΕ, το ΕΑΜ και η ΠΕΕΑ έστειλαν στη Μέση Ανατολή ένα μακροσκελές τηλεγράφημα με «τις τελικές προτάσεις τους», στο οποίο ζητούσαν ένα σωρό πράγματα, τα οποία στην πραγματικότητα ήταν η ολική αναθεώρηση της Συμφωνίας του Λιβάνου και η επάνοδος στους όρους στους οποίους είχε εντολή (αλλά δεν την εφάρμοσε…) πριν αναχωρήσει από την Ελλάδα να επιμείνει η αντιπροσωπεία τους που την υπέγραψε. Τους όρους αυτούς τους αναλύσαμε σε προηγούμενη συνέχεια κι έτσι δεν τους επαναλαμβάνουμε τώρα. Φυσικά ο Παπανδρέου αμέσως απάντησε αρνητικά λέγοντας (και σε αυτό δεν είχε άδικο) ότι «οι νέοι όροι δεν αποτελούν απλώς συμπλήρωσιν του Λιβάνου αλλά ανατρέπουν την βάσιν του». Επίσης είπε ότι «αποδοχή των νέων όρων σημαίνει κατ’ ουσίαν άμεσον σχηματισμόν κυβερνήσεως του ΕΑΜ». Το αδιέξοδο λοιπόν παρέμενε.
Όμως τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν αποφασιστικά λίγο αργότερα όταν επέστρεψε από τη Μέση Ανατολή και ο Ρούσος και έδωσε τη δική του έκθεση, στην οποία περιλαμβανόταν μια σημαντική παράγραφος με τον τίτλο «διπλωματικές συνομιλίες». Και το πιο σημαντικό αυτής της σημαντικής παραγράφου ήταν το εξής απόσπασμα:
«Σε προσωπική επαφή με τον πρεσβευτή της ΕΣΣΔ δεν κατορθώσαμε να έρθουμε. Ζητήσαμε, αν είναι δυνατό να έχουμε την άποψη της σοβιετικής κυβέρνησης πάνω στα ελληνικά ζητήματα από τον πρώτο σύμβουλο της πρεσβείας. Μετά δέκα μέρες περίπου, δηλ. ένα μήνα μετά τη λήξη της διάσκεψης του Λιβάνου και μια βδομάδα μετά την αναχώρηση του Μιλτιάδη (του Πορφυρογένη), ο σύμβουλος με κάλεσε και μου έκανε την ακόλουθη ανακοίνωση: Η σοβιετική κυβέρνηση δεν απάντησε επί του θέματος. Ο πρεσβευτής όμως σας διαβιβάζει την ακόλουθη προσωπική του γνώμη: α) Η συμφωνία του Λιβάνου ανταποκρίνεται προς τη σημερινή κατάσταση των πραγμάτων. β) Η στάση της αντιπροσωπείας σας είναι η σωστή. γ) Πρέπει να μπείτε στην κυβέρνηση. δ) Να φροντίσετε να γίνει γνωστή η γνώμη αυτή στο Βουνό»!
Δηλαδή ο Ρούσος ουσιαστικά έγραφε πως η Σοβιετική Ένωση, αν και χωρίς να θέλει να εκτεθεί επίσημα, έδινε την «εντολή» ή έστω τη «γραμμή» προς το ΚΚΕ, το ΕΑΜ και την ΠΕΕΑ να αποδεχθούν τη συμφωνία!
Αυτό που ούτε ο Ρούσος ούτε οι υπόλοιποι γνώριζαν, ήταν ότι ακριβώς εκείνη την εποχή άρχιζαν οι διπλωματικές παρασκηνιακές συζητήσεις μεταξύ Σοβιετικής Ένωσης και Μεγάλης Βρετανίας για τις μεταπολεμικές σφαίρες επιρροής, ο οποίες θα οδηγούσαν στην καθοριστική συνάντηση Στάλιν – Τσώρτσιλ τον Οκτώβριο του 1944 στη Μόσχα! Για την οποία ασφαλώς θα μιλήσουμε στη συνέχεια!
Και ο αναμφισβήτητα τίμιος Θανάσης Χατζής δεν ήταν απαλλαγμένος από τις δικές του υποκειμενικές απόψεις και προκαταλήψεις, οι οποίες διαπερνούν το κατά τα άλλα πολύτιμο σαν ιστορική πηγή βιβλίο του – και αυτές οι προκαταλήψεις ήταν μια προσωπική συμπάθεια προς τον Σιάντο κι αντιπάθεια για τον Ιωαννίδη και η άρνησή του να δεχτεί ότι η Σοβιετική Ένωση επηρέασε την τελική απόφαση του ΚΚΕ, του ΕΑΜ και της ΠΕΕΑ για την αποδοχή της Συμφωνίας του Λιβάνου. Όμως, όπως από την ίδια τη συνέχεια όσων αναφέρει στο βιβλίο του, φαίνεται, τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Σε εκείνο πάντως το σημείο, η έκθεση του Ρούσου δεν άλλαξε άμεσα τη στάση της ηγεσίας του ΚΚΕ, όμως είναι βέβαιο ότι όσα ανέφερε για τη σοβιετική στάση καρφώθηκαν στο μυαλό του Σιάντου και του Ιωαννίδη και τους επηρέασαν αποφασιστικά.
Ωστόσο, όπως έχουμε δείξει, ΠΡΙΝ ακόμα γίνει γνωστή η έκθεση του Ρούσου, ήδη είχε αρχίσει να επικρατεί η γραμμή της συνθηκολόγησης, με επιμονή του Ιωαννίδη – οπότε δεν πρέπει να ρίχνονται όλες οι ευθύνες στη Σοβιετική Ένωση. Όποια κι αν ήταν η σοβιετική στάση, Η ΗΓΕΣΙΑ ΤΟΥ ΚΚΕ, ΤΟΥ ΕΑΜ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΕΕΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΕΛΑΒΕ ΤΙΣ ΚΡΙΣΙΜΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ.
Έχουμε επιμείνει για πολύ και ίσως κάπως κουραστικά στα όσα ακολούθησαν αμέσως μετά από την υπογραφή της Συμφωνίας του Λιβάνου αλλά το κάναμε διότι θεωρούμε ότι αυτό είναι το πιο κρίσιμο διάστημα ολόκληρης ίσως της Ιστορίας για την οποία γράφουμε. Στην επόμενη συνέχεια θα ασχοληθούμε μεταξύ άλλων με τη σοβιετική στρατιωτική αποστολή που έφτασε λίγο αργότερα στην Ελλάδα και με το ρόλο που έπαιξε.

Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2022

ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ – Η ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ, ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ, ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ. ΜΕΡΟΣ ΙΘ΄

 


ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ – Η ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ, ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ, ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ. ΜΕΡΟΣ ΙΘ΄
Η ειρωνεία της Ιστορίας είναι ότι ακριβώς τις μέρες που εξελισσόταν το Συνέδριο του Λιβάνου που οδήγησε στην υπογραφή της ομώνυμης συμφωνίας ξεκίνησε τις εργασίες του στο χωριό Κορυσχάδες της Ευρυτανίας το «Εθνικό Συμβούλιο» της ΠΕΕΑ, δηλαδή η Εθνοσυνέλευση, αρκετά όμοια με εκείνες του 1821, όπως π.χ. της Επιδαύρου, που είχε προκύψει από τις εκλογές που έγιναν, όπως περιγράψαμε σε παλιότερη συνέχεια, στην Ελεύθερη Ελλάδα κάτω από τη μύτη των Γερμανών.
Και έγινε μέσα σε ιδιαίτερα πανηγυρικό και αισιόδοξο τόνο και με μεγάλη επισημότητα, ενώ αποτέλεσε το κορυφαίο σημείο «εθνικής ενότητας» που πέτυχε το ΕΑΜ γύρω από τον εαυτό του, καθώς πήραν μέρος αρκετοί βουλευτές της τελευταίας προπολεμικής βουλής του 1936, προερχόμενοι απ’ όλες τις παρατάξεις, πολιτευτές, στρατιωτικοί, κληρικοί, καθηγητές και γενικά διάφοροι παράγοντες του προοδευτικού αστικού χώρου.
Αυτό το Εθνικό Συμβούλιο πήρε ένα σωρό αποφάσεις, για δημιουργία εθνικού/λαϊκού στρατού μετά από την Κατοχή βασισμένο στον ΕΛΑΣ, για δημιουργία εθνικής πολιτοφυλακής (δηλαδή λαϊκής αστυνομικής δύναμης), για λαϊκή δικαιοσύνη, για λαϊκή αυτοδιοίκηση, για άμεσα οικονομικά μέτρα (σε βάρος της μεγαλοαστικής τάξης και των μαυραγοριτών) για την ανακούφιση του λαού μετά από την Κατοχή κλπ. – με άλλα λόγια έδειχνε ότι λειτουργούσε σαν Συντακτική Εθνοσυνέλευση και συνακόλουθα η ΠΕΕΑ έδειχνε ότι λειτουργούσε σαν κυβέρνηση.
Μόνο που ακριβώς τις ίδιες μέρες η συμφωνία του Λιβάνου τίναζε στον αέρα και την ΠΕΕΑ και το Εθνικό Συμβούλιο και όλες τις αποφάσεις που πάρθηκαν στις Κορυσχάδες… ούτε μια απ’ αυτές εννοείται πως εφαρμόστηκε μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς. Ίσα – ίσα μάλιστα, τα πρώτα αντιλαϊκά οικονομικά μέτρα που έλαβε η «κυβέρνηση εθνικής ενότητος» όταν κατέφτασε στην Αθήνα στις 50 περίπου μέρες που λειτούργησε, είχαν την υπογραφή των υπουργών του ΕΑΜ, που κατείχαν τα οικονομικά υπουργεία! Και δημιούργησε έτσι μεγάλη απογοήτευση στο λαό - αλλά γι’ αυτά θα γράψουμε πιο αναλυτικά στην ώρα τους.
Βεβαίως όσοι συμμετείχαν στις εργασίες του Εθνικού Συμβουλίου δεν είχαν ενημέρωση για το τι συνέβαινε στο Λίβανο – τότε τα μέσα επικοινωνίας δεν είχαν καμιά σχέση με σήμερα και οι πληροφορίες, λογοκριμένες μάλιστα από τους Βρετανούς αλλά και από τους Γερμανούς, ερχόντουσαν με το σταγονόμετρο στην Ελλάδα. Και το πιο σημαντικό: είχε ουσιαστικά απαγορευθεί με διάφορες δικαιολογίες στην αντιπροσωπεία του ΕΑΜ/ΚΚΕ/ΠΕΕΑ στο Λίβανο να επικοινωνεί με την Ελλάδα. Και αυτό η τελευταία το δέχτηκε σχεδόν αδιαμαρτύρητα, παρά τις αντίθετες ρητές εντολές που είχε λάβει πριν αναχωρήσει για το Συνέδριο…
Στο μεταξύ, όπως γράφει στο βιβλίο του – πολύτιμη πηγή που προαναφέραμε ο Θανάσης Χατζής, ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ, ο Γιώργης Σιάντος, ζούσε εκείνες τις μέρες στον κόσμο του πιστεύοντας ότι «δεν θα έβγαινε τίποτα στο Λίβανο» και ουσιαστικά επιθυμώντας να μην έβγαινε τίποτα, καθώς είχε κι εκείνος συνεπαρθεί από την πανηγυρική ατμόσφαιρα των Κορυσχάδων. Σε μια συζήτηση Σιάντου και Χατζή, ο τελευταίος του παρατήρησε ότι η Σοβιετική Ένωση είχε διακόψει τις σχέσεις της με την ανάλογη με την κυβέρνηση του Καϊρου εξόριστη φιλοδυτική κυβέρνηση της Πολωνίας και είχε αναγνωρίσει… την αντίστοιχη πολωνική ΠΕΕΑ που ελεγχόταν από τους κομμουνιστές – και μέσα στην απέραντη αφέλειά του κι αυτός ρώτησε τον Σιάντο (ο ίδιος τα γράφει!) «δε νομίζεις πως αυτό που έγινε με τους Πολωνούς μπορεί να γίνει και με μας»;
Ο Σιάντος του απάντησε «ευτυχώς που είπαμε στον Ρούσο πριν αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις να πάρει επαφή με τη Σοβιετική Πρεσβεία και με τις οργανώσεις (του ΕΑΜ) της Μέσης Ανατολής»!
Πού να ήξεραν και να φανταζόντουσαν αυτά που ήδη έχουμε περιγράψει, δηλαδή ότι ο Ρούσος κι όλοι οι αντιπρόσωποι του ΕΑΜ, του ΚΚΕ και της ΠΕΕΑ είχαν απομονωθεί από τους Βρετανούς και δεν είχαν πάρει καμιά τέτοια επαφή… ο μόνος που δεν είχε απομονωθεί ήταν ο Σβώλος, τον οποίο οι Βρετανοί κι ο Παπανδρέου «επεξεργάζονταν» κατάλληλα με τα γνωστά αποτελέσματα…
Παρ’ όλα αυτά, στις 13 Μάη του 1944, με επιμονή μάλιστα του Τσιριμώκου, η ΠΕΕΑ έστειλε τηλεγράφημα στην αντιπροσωπεία που βρισκόταν στον Λίβανο το οποίο έλεγε «παρακαλούμεν πληροφορήσατε αμέσως πορείαν διαπραγματεύσεων… επιμένομεν ενότητα βάσει γραπτών οδηγιών μας… επιμείνατε αποφασιστικά αποκλεισθεί προεδρία Παπανδρέου»! Αλλά απάντηση… δεν έφτασε ποτέ! Όπως μαθεύτηκε αργότερα, το είχαν παρακρατήσει οι Βρετανοί και δεν το έδειξαν ποτέ στην αντιπροσωπεία…
Η πρώτη κεραμίδα έπεσε στις Κορυσχάδες στις 18 Μάη του 1944, όταν μαθεύτηκε ότι το ραδιόφωνο του Λονδίνου είχε μεταδώσει κάποιες ειδήσεις σχετικές με τις διαπραγματεύσεις του Λιβάνου, με περίληψη του εντελώς αντιεαμικού λόγου που είχε εκφωνήσει ο Παπανδρέου. Με πρωτοβουλία του Σιάντου και του Ιωαννίδη αλλά και χωρίς αντίρρηση από οποιονδήποτε (ίσα – ίσα κάποιοι εθνοσύμβουλοι από τον προοδευτικό αστικό χώρο, όπως ο γνωστός Παντελής Καρασεβδάς, που διετέλεσε και πρόεδρος του Παναθηναϊκού πρωτοστατούσαν!) το Εθνικό Συμβούλιο της ΠΕΕΑ την επόμενη μέρα έλαβε απόφαση που κατήγγειλε με αυστηρότητα «τη διασπαστική στάση του Παπανδρέου».
Κανείς πάρ’ όλα αυτά δεν πίστευε ότι όσα είπε ο Παπανδρέου θα γινόντουσαν ουσιαστικά, έστω και κάπως «εξωραϊσμένα», το κείμενο του «Εθνικού Συμβολαίου» που θα υπογραφόταν στον Λίβανο. Έτσι το Εθνικό Συμβούλιο της ΠΕΕΑ συνέχισε τις εργασίες του μέσα στην ίδια ατμόσφαιρα αισιοδοξίας και… αυταπάτης που προαναφέραμε.
Αλλά στις 21 Μάη του 1944 έφτασε στο Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ τηλεγράφημα από τη Βηρυτό, το οποίο ανακοίνωνε την υπογραφή της συμφωνίας του Λιβάνου και το συνακόλουθο «εθνικόν πρόγραμμα το οποίο ομοθύμως εγένετο δεκτόν ως εθνικός χάρτης και υπεγράφη υφ’ όλων των μελών» και μάλιστα ανέφερε ότι «αφού υπέγραψαν όλοι οι αντιπρόσωποι, ανεξαιρέτως, εν μέσω γενικών χειροκροτημάτων, εξέφρασαν τον θαυμασμόν των και την ευγνωμοσύνην προς τον Έλληνα πρωθυπουργόν, δια την ικανότητα με την οποίαν διηύθηνεν το έργον της διασκέψεως το οποίο οδήγησεν εις την επίτευξιν της εθνικής ενότητος»!!! – και στη συνέχεια αφού τήρησαν ενός λεπτού σιγή «εις μνήμην των νεκρών αυτού του πολέμου και των τραγικών αδελφοκτόνων ταραχών»… «εζητωκραύγασαν υπέρ του Έθνους και των συμμάχων»!!!
Το ίδιο βράδυ το ραδιόφωνο του Λονδίνου μετέδωσε περίληψη του περιεχομένου της συμφωνίας του Λιβάνου, από την οποία γινόταν εντελώς κατανοητό ότι το ΕΑΜ είχε μπει ολόκληρο μέσα στο βρετανικό τσουβάλι, όπως περιγράψαμε αναλυτικά στην προηγούμενη συνέχεια.
Από τη στιγμή εκείνη και για περίπου ένα τρίμηνο το ΕΑΜ και το ΚΚΕ μπορούν να παρομοιαστούν με άγριο ζώο πιασμένο από τον κυνηγό με λάσο, που όσο και να χτυπιέται, δεν μπορεί να λυθεί και να ξεφύγει!...
Αλλά ο προβληματισμός ότι έπρεπε να ξεφύγει και η προσπάθεια να ξεφύγει, έγινε! Δηλαδή καθόλου ομαλά κι εύκολα δεν έγινε δεκτή η συμφωνία του Λιβάνου από την ηγεσία του ΕΑΜ και του ΚΚΕ στην Ελλάδα!
Η πρώτη λοιπόν αντίδραση την επόμενη κιόλας μέρα (22 Μάη του 1944) ήταν να συγκληθεί το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ για να αξιολογήσει τις ειδήσεις που μόλις είχαν μαθευτεί – όπως γράφει ο Θανάσης Χατζής και έχουμε κι εμείς προαναφέρει, η Χρύσα Χατζηβασιλείου (σύζυγος του Πέτρου Ρούσου που κι εκείνη ήταν μέλος του Π.Γ. του ΚΚΕ), που με δυσκολία σηκώθηκε από το κρεβάτι (ήταν άρρωστη από λευχαιμία και δεν είχε πολλή ζωή μπροστά της…) έκλαιγε και αδιάκοπα επαναλάμβανε: «Σας το έλεγα, δεν είναι ο Πέτρος για τέτοιες δουλειές»! Και πραγματικά ήταν ο πιο ακατάλληλος «για τέτοιες δουλειές» - όμως ποιος έφταιγε που τον έστειλαν στο Λίβανο; Διότι δεν είχε αποφασίσει μόνος του να κάνει τον «αντιπρόσωπο»!
Όπως και νάχει, το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ, το οποίο στην πραγματικότητα δεν ήθελε να πιστέψει όσα είχαν μεταδοθεί από το ραδιόφωνο του Λονδίνου, αποφάσισε να περιμένει «για περισσότερα στοιχεία», καθώς και να σταλεί αμέσως τηλεγράφημα υπογραμμένο από τους επικεφαλής της ΠΕΕΑ, του ΕΑΜ και του ΚΚΕ που να ζητάει από την αντιπροσωπεία εξηγήσεις.
Την ίδια μέρα κατά τη διάρκεια των εργασιών του Εθνικού Συμβουλίου, ένας εθνοσύμβουλος καπετάνιος του ΕΛΑΣ διέκοψε τη συζήτηση επί ανέμων και υδάτων που εκείνη τη στιγμή γινόταν και κατέκρινε την ΠΕΕΑ για το λόγο ότι σιωπούσε για το περιεχόμενο της συμφωνίας του Λιβάνου και δεν ενημέρωνε το Εθνικό Συμβούλιο, ενώ συγχρόνως δήλωσε ότι τέτοια συμφωνία δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει δεκτή «από τον λαϊκό μας στρατό». Η αίθουσα σείστηκε στα χειροκροτήματα, ενώ ο Μπακιρτζής, ο αντιπρόεδρος της ΠΕΕΑ (αλλά χωρίς να το συνειδητοποιεί ήδη καταργημένος όπως και η ίδια η ΠΕΕΑ…) κατεύνασε τα πνεύματα λέγοντας ότι ζητήθηκαν εξηγήσεις από την αντιπροσωπεία και η ΠΕΕΑ, αφού τις λάμβανε, θα λάμβανε από κοινού με το Εθνικό Συμβούλιο τις αποφάσεις της.
Λίγο αργότερα ήρθε το πρώτο τηλεγράφημα από την ίδια την αντιπροσωπεία, με τις υπογραφές των Σβώλου, Πορφυρογένη, Ρούσου, το οποίο έλεγε ότι «χάριν εθνικής ενότητος συμφώνως αρχάς μας προέβημεν αναγκαίας υποχωρήσεις» (δηλαδή τα είχαν δώσει όλα…) και πληροφορούσε ότι «συνεχίσωμεν Κάιρον συνομιλίας επί συνθέσεως κατανομής υπουργείων και αρχιστρατήγου», ενώ καλούσε το ΚΚΕ, το ΕΑΜ και την ΠΕΕΑ να στείλουν τα ονόματα των υπουργών!
Αυτό το τηλεγράφημα δεν έμεινε αναπάντητο: από κοινού η ΠΕΕΑ, το ΕΑΜ και το ΚΚΕ έστειλαν αυστηρή απάντηση στην αντιπροσωπεία όπου ανέφερε ότι «ραδιοφωνηθέντες όροι συμφωνίας είναι έξω και εναντίον γραπτών οδηγιών μας… εντολή σας αυστηρώς καθορισμένη δια συμφωνίαν εξασφαλίζουσαν επιδιώξεις αγωνιζομένου Έθνους… αναμένομεν επειγόντως εξηγήσεις».
Δυο μέρες αργότερα ο Παπανδρέου ορκίστηκε πρωθυπουργός της «κυβέρνησης εθνικής ενότητος», παρά τις ρητές οδηγίες να μη γινόταν αυτό δεκτό, όπως ορκίστηκαν και οι υπουργοί από τον αστικό πολιτικό κόσμο – ενώ πέντε θέσεις για τα οικονομικά υπουργεία έμειναν κενές για το ΕΑΜ.
Παράλληλα ο Σβώλος από το Κάιρο άρχισε να βομβαρδίζει με τηλεγραφήματα όπου προσπαθούσε να δικαιολογήσει τις απαράδεκτες υποχωρήσεις που είχαν γίνει, με πρωταγωνιστή φυσικά τον ίδιο.
Το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ, τώρα που υπήρχαν «όλα τα στοιχεία», ξανασυνεδρίασε – αλλά δεν μπορούσε να ξεπεράσει το σοκ από τη συμφωνία. Αν και καταδίκαζε το περιεχόμενό της, αν και ο Σιάντος ωρυόταν ότι «θα έστελνε στο ανταρτοδικείο τους αντιπροσώπους», δεν έπαιρνε απόφαση να αποκηρύξει τη συμφωνία και να αναβαθμίσει την ΠΕΕΑ σε μόνη νόμιμη κυβέρνηση της Ελλάδας. Αντίθετα, άρχισε να μπαίνει στη λογική «της αναθεώρησης» της συμφωνίας, δηλαδή της επίτευξης καλύτερων όρων. Έτσι άρχισε ένα μακρόσυρτο παζάρι, κατά το οποίο από κοινού η ΠΕΕΑ, το ΕΑΜ και το ΚΚΕ, αφού δήλωσαν ότι δεν επέμεναν στο ζήτημα της πρωθυπουργίας Παπανδρέου (πρώτη υποχώρηση, αν και στη συνέχεια πάλι θα ζητούσαν την αλλαγή του!) αξίωναν διάφορα πράγματα όπως το υπουργείο εσωτερικών και το υφυπουργείο στρατιωτικών, την άμεση λύση του πολιτειακού, δηλαδή του ζητήματος του βασιλιά και την ανασύνταξη των δυνάμεων της Μέσης Ανατολής (ενώ ήδη οι Βρετανοί προχωρούσαν στη διάλυσή τους, στο σχηματισμό των ταξιαρχιών με τους πραιτωριανούς τους και είχαν κλείσει σε στρατόπεδα συγκέντρωσης όλα τα φιλοεαμικά στοιχεία! – τέτοια αυταπάτη διακατείχε την ηγεσία εδώ στην Ελλάδα!), την αποκήρυξη των Ταγμάτων Ασφαλείας κλπ. Και ώσπου να γίνουν δεκτοί όλοι αυτοί οι όροι (κάτι για το οποίο δεν υπήρχε περίπτωση…) δεν έστελναν τους υπουργούς ώστε να συμπληρώσουν τα συμφωνημένα (στη συμφωνία του Λιβάνου) υπουργεία, δηλαδή η συμφωνία δεν μπορούσε να υλοποιηθεί στην πράξη.
Στις 27 Μάη του 1944 έληξαν και οι εργασίες του Εθνικού Συμβουλίου της ΠΕΕΑ με την ψήφιση ενός είδους σχεδίου Συντάγματος με 15 άρθρα – αντίθετα δηλαδή από τις επιδιώξεις των Βρετανών η ΠΕΕΑ δεν ήθελε να αποδεχτεί το γεγονός της κατάργησής της και πάντα υπήρχε ο κίνδυνος να αναβαθμιστεί σε κυβέρνηση.
Μέχρι τώρα έχουμε δει ότι ως τη στιγμή εκείνη δεν είχε υπάρξει καμιά σοβιετική παρέμβαση (εκτός από την έμμεση που έγινε με το τηλεγράφημα προς τον βασιλιά Γεώργιο αντί προς την ΠΕΕΑ για την επέτειο της 25ης Μαρτίου) και καμιά «λήψη οδηγιών» από τους Σοβιετικούς πριν από την υπογραφή της συμφωνίας του Λιβάνου. Δεν υπάρχει πηγή από την οποία να προκύπτει τέτοια παρέμβαση ΠΡΙΝ από την υπογραφή της συμφωνίας. Καθώς περνούσαν οι μέρες και στην Ελλάδα τόσο η ηγεσία όσο και οι απλοί αγωνιστές συνειδητοποιούσαν τι ακριβώς είχε διαπράξει και υπογράψει η αντιπροσωπεία «τους», το κύμα καταδίκης της συμφωνίας και η οργή κατά εκείνων που υπέγραψαν δυνάμωνε όλο και περισσότερο.
Στις 30 Μάη του 1944 επέστρεψε από τη Μέση Ανατολή ο πρώτος από τους αντιπροσώπους του Λιβάνου, δηλαδή ο Στέφανος Σαράφης, ενώ ένας – ένας άρχισαν τις επόμενες μέρες να επιστρέφουν και οι υπόλοιποι. Ο Σαράφης είπε την αλήθεια, όπως πάντα, χαρακτηρίζοντας τη στάση της αντιπροσωπείας «χλιαρή και θλιβερή» αλλά δήλωσε ότι «ο ίδιος δεν μπορούσε να μην πειθαρχήσει», κάτι που σε εκείνη ακριβώς τη συγκυρία δεν ήταν και ψέμα (αργότερα όμως που ΕΠΡΕΠΕ να μην πειθαρχήσει, δυστυχώς το έκανε). Έθεσε μάλιστα την παραίτησή του από στρατιωτικός αρχηγός του ΕΛΑΣ στη διάθεση του ΕΑΜ, του ΚΚΕ και της ΠΕΕΑ αλλά η παραίτηση δεν έγινε δεκτή – καθώς δεν είχε ο ίδιος την πολιτική ευθύνη για όσα υπογράφηκαν.
Αφού άκουσαν και τον Σαράφη, το ΕΑΜ, το ΚΚΕ και η ΠΕΕΑ αποφάσισαν να επιμείνουν στη «σκληρή» στάση τους, δηλαδή της μη αποδοχής της υπάρχουσας συμφωνίας και της απαίτησης για αναθεώρησή της – κι αυτό παρά το γεγονός ότι ο Σβώλος από το Κάιρο προσπαθούσε με όλους τους τρόπους να πείσει με σειρά τηλεγραφημάτων κι επιστολών ότι «είχε επιτευχθεί το καλύτερο δυνατόν», ενώ ένα αξιοθρήνητο τηλεγράφημα, που ουσιαστικά επιβεβαίωνε ότι τα είχε κάνει θάλασσα, έστειλε και ο Ρούσος. Αυτό το τελευταίο μάλλον δυνάμωσε την κατακραυγή εναντίον της αντιπροσωπείας και κατά του Ρούσου προσωπικά.
Στο μεταξύ, ενώ συνέβαιναν όλα αυτά, η Κατοχή συνεχιζόταν και οι Γερμανοί ως την τελευταία στιγμή έκαιγαν και εκτελούσαν… εκείνο ακριβώς το διάστημα (στις 10 Ιουνίου 1944) έγινε η σφαγή του Διστόμου. Παρ’ όλο που οι Γερμανοί ήξεραν ότι χάνουν τον πόλεμο, όχι μόνο δεν «μαλάκωναν» αλλά αποκτηνώνονταν όλο και περισσότερο! Το ίδιο και οι συνεργάτες τους. Εκείνη επίσης την εποχή εξελίχθηκε «η μάχη της σοδειάς», δηλαδή η προσπάθεια του ΕΛΑΣ να μην περάσει η αγροτική παραγωγή της Ελλάδας στα χέρια των Γερμανών – και ήταν μια προσπάθεια που σημείωσε επιτυχία. Παράλληλα αναζωπυρώθηκαν και οι συγκρούσεις ΕΛΑΣ – ΕΔΕΣ, στις περιοχές της Ηπείρου όπου ήταν ισχυρός ο τελευταίος.
Όπως όλα έδειχναν, ναι μεν είχε υπογραφεί η συμφωνία του Λιβάνου αλλά στην πραγματικότητα υπήρχε αδιέξοδο, διότι δεν είχε γίνει αποδεκτή καθόλου καλά από την ηγεσία του ΕΑΜ/ΚΚΕ/ΠΕΕΑ στην Ελλάδα και έτσι όπως προαναφέραμε, η υλοποίησή της ήταν αδύνατη και η «κυβέρνησις εθνικής ενότητος», που δεν διέφερε καθόλου από τις προηγούμενες κυβερνήσεις του Καϊρου καθώς δεν είχε συμπληρωθεί με τους υπουργούς του ΕΑΜ, ήταν αδύνατον να επιστρέψει στην Ελλάδα μετά από το τέλος της Κατοχής.
Πώς τελικά λύθηκε αυτό το αδιέξοδο; Ποιος ήταν αυτός που παρενέβη αποφασιστικά και άλλαξε η «σκληρή» στάση του ΕΑΜ του ΚΚΕ και της ΠΕΕΑ; Θα το δούμε στην επόμενη συνέχεια.

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2022

ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ – Η ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ, ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ, ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ. ΜΕΡΟΣ ΙΗ΄

 


ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ – Η ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ, ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ, ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ. ΜΕΡΟΣ ΙΗ΄
Η δήλωση μετανοίας την οποία ουσιαστικά υπέγραψε η αντιπροσωπεία του ΕΑΜ, πριν ακόμα αρχίσει το Συνέδριο του Λιβάνου καταδικάζοντας το κίνημα της Μέσης Ανατολής και κολακεύοντας με δουλοπρεπή τρόπο τον Τσώρτσιλ έπεισε τους Βρετανούς ότι είχαν να αντιμετωπίσουν ανθρώπους αναποφάσιστους και φοβισμένους (ειδικά τους αντιπροσώπους – στελέχη του ΚΚΕ, δηλαδή τον Ρούσο και τον Πορφυρογένη), κατώτερους των περιστάσεων. Ενώ ο πρόεδρος της ΠΕΕΑ, ο Σβώλος, ουσιαστικά λειτουργούσε… πέρα κι απ’ αυτά, δηλαδή σαν Δούρειος Ίππος τους.
Οι οδηγίες λοιπόν που έδωσαν ως «προπονητές» στην «ομάδα» των αστών πολιτικών που πήρε μέρος στο Συνέδριο του Λιβάνου ήταν «σφυροκοπήστε και πιέστε όσο το δυνατόν περισσότερο το ΕΑΜ, κάντε τους αντιπροσώπους του να νιώσουν κατηγορούμενοι αλλά μην φτάσετε στο σημείο να τους αναγκάσετε σε αποχώρηση»!
Διότι το ζητούμενο για τους Βρετανούς, οι οποίοι ήξεραν πολύ καλά τι ήθελαν, σε αντίθεση με το ΕΑΜ και το ΚΚΕ, που διατελούσαν, στην καλύτερη περίπτωση «εν συγχύσει», ήταν η είσοδος του ΕΑΜ σαν κομπάρσου στην κυβέρνηση του Καϊρου και στη συνέχεια η επιστροφή της κυβέρνησης της «εθνικής ενότητος» στην Ελλάδα και η ανάληψη της εξουσίας – η οποία έτσι θα έφευγε μέσα απ’ τα χέρια του ΕΑΜ και θα περνούσε στους Βρετανούς και στους ντόπιους υποστηρικτές τους. Αν δεν επιτυγχανόταν όμως η συμφωνία για «κυβέρνησιν εθνικής ενότητος», τότε υπήρχε ο κίνδυνος να μη μπορούσε να επιστρέψει στην Ελλάδα η κυβέρνηση του Καϊρου και να καταλάμβανε το ΕΑΜ την εξουσία!
Βεβαίως και να επέστρεφε η κυβέρνηση του Καϊρου στην Ελλάδα δεν θα είχε την απαιτούμενη στρατιωτική δύναμη που θα της χρειαζόταν για να επιβληθεί – αλλά ως προς αυτό το σχέδιο των Βρετανών πρόβλεπε για αμέσως αργότερα αυτά που έπρεπε (γι’ αυτούς) να γίνουν. Σημασία είχε κατ’ αρχάς μέσω της κυβέρνησης να πάρουν στα χέρια τους τη ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ, κάτι που θα είχε μεγάλη επίδραση στον ελληνικό λαό αλλά και προς τους υπόλοιπους συμμάχους, κυρίως προς τη Σοβιετική Ένωση και θα έβαζε σε θέση «στασιαστή» και «διασπαστή της εθνικής ενότητος» όποιον θα ήθελε να αντιδράσει κατά της κυβέρνησης αφού θα είχε γίνει η «απελευθέρωση» από τους Γερμανούς.
Έτσι το Συνέδριο άρχισε σε αυτή την ατμόσφαιρα με τους αστούς πολιτικούς να κατηγορούν το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ για όλα τα δεινά της Κατοχής αξιοποιώντας εννοείται το κίνημα της Μέσης Ανατολής (αν και το ΕΑΜ το είχε ήδη καταδικάσει) και τη δολοφονία του Ψαρρού.
Πρωταγωνιστής φυσικά σε αυτό ήταν ο πρωθυπουργός Παπανδρέου, ο οποίος άρχισε την ομιλία του με τα εξής χαρακτηριστικά λόγια: «Κόλασις είναι σήμερον η κατάστασις της πατρίδος μας. Σφάζουν οι Γερμανοί. Σφάζουν τα Τάγματα Ασφαλείας. Σφάζουν και οι αντάρται. Σφάζουν και καίουν».
Δηλαδή εξομοίωσε από την αρχή τους αντάρτες (εννοείται τους αντάρτες του ΕΑΜ) με τους Γερμανούς και με τα Τάγματα Ασφαλείας – κι όμως οι αντιπρόσωποι του ΕΑΜ δεν σηκώθηκαν επιτόπου να αποχωρήσουν!
Ο Παπανδρέου, χωρίς να βρει αντίδραση, κατηγόρησε το ΕΑΜ ότι δεν ήθελε την απελευθέρωση της Ελλάδας (αν και είχε απελευθερώσει μόνο του το μεγαλύτερο μέρος της ορεινής χώρας και δρούσε δυναμικά κατά των κατακτητών και των συνεργατών τους και στις μεγάλες πόλεις, ιδιαίτερα στην Αθήνα) αλλά «ηθέλησε να προετοιμάση την μεταπολεμικήν δυναμικήν του επικράτησιν». Ασφαλώς με τη δύναμη και τη λαϊκή απήχηση που είχε αποκτήσει το ΕΑΜ μέσω των αγώνων του (και οι αγώνες δεν γίνονται δυστυχώς μόνο «με το σταυρό στο χέρι»…) είχε κάθε δικαίωμα να ονειρεύεται «την μεταπολεμικήν του επικράτησιν», πολύ περισσότερο από τους καφενόβιους αστούς πολιτικούς της Ελλάδας και της Μέσης Ανατολής! Όμως στην πραγματικότητα το ΕΑΜ, όπως φάνηκε κι από την ίδια του τη συμμετοχή και πολύ περισσότερο από τη στάση του στο Συνέδριο του Λιβάνου, είτε συνειδητά είτε υποσυνείδητα πολύ περισσότερο ζητιάνευε να συμπεριληφθεί στην μεταπολεμική «νομιμότητα», παρά ήθελε «την επικράτησιν»! Το θέμα είναι ότι δεν καταλάβαινε ότι ούτε στη «νομιμότητα» θα γινόταν δεκτό αν δεν αποφάσιζε να κάνει πολιτικό χαρακίρι και να μην έχει τον παραμικρό λόγο στο τι θα συνέβαινε στην Ελλάδα μετά από το τέλος της Κατοχής…
Αλλά σα να μην έφταναν αυτά, ο Παπανδρέου ουσιαστικά κατηγόρησε το ΕΑΜ ακόμα και για τη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας λέγοντας τα εξής: «Με την τρομοκρατικήν αυτήν δράσιν του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ εδημιουργήθη δυστυχώς, το ψυχολογικόν κλίμα, το οποίον επέτρεψεν εις τους Γερμανούς να επιτύχουν εις το τρίτον έτος της δουλείας ό,τι δεν είχαν κατορθώσει κατά τα δύο πρώτα έτη - την κατασκευήν των Ταγμάτων Ασφαλείας...»!
Με άλλα λόγια κατηγόρησε το ΕΑΜ ότι επειδή αγωνιζόταν κατά των κατακτητών προκάλεσε την αντίδρασή τους και την αντίδραση των συνεργατών τους – ενώ προφανώς το «σωστό» θα ήταν να καθίσει (όπως κι όλος ο ελληνικός λαός) στ’ αυγά του και να περιμένει τις αποφάσεις των «μεγάλων» για το μέλλον του αφού θα τελείωνε ο πόλεμος…
Οι αντιπρόσωποι του ΕΑΜ όχι μόνο δεν αντέδρασαν σε όλα αυτά, τα οποία με τρόπο ακόμα χειρότερο από τον Παπανδρέου επανέλαβαν όλοι οι αντιπρόσωποι των αστικών πολιτικών δυνάμεων (και ο «προοδευτικός» Καρτάλης, αυτός ίσως ψυχολογικά δικαιολογημένα λόγω της αγανάκτησής του για τη δολοφονία του Ψαρρού με τον οποίο ήταν μαζί στην ΕΚΚΑ) αλλά ουσιαστικά έσκυψαν το κεφάλι και συμπεριφέρθηκαν σαν μικρά παιδιά που τα μαλώνει ο δάσκαλός τους στο σχολείο – ο μοναδικός που μπορούμε να πούμε ότι στάθηκε στο ύψος του και αντέδρασε με αξιοπρέπεια ήταν ο Σαράφης, ο οποίος ήταν ο μόνος που υπερασπίστηκε τον ΕΛΑΣ και κατηγόρησε τον ΕΔΕΣ για συνεργασία με τους Γερμανούς (έχουμε δει σε προηγούμενες συνέχειες ότι ένα κομμάτι του ΕΔΕΣ πράγματι προχώρησε σε τέτοια συνεργασία). Αλλά ο Σαράφης αφενός ήταν μόνο «τεχνικός σύμβουλος» και δεν είχε εξουσιοδότηση να παίρνει αυτός τις κρίσιμες αποφάσεις και αφετέρου δεν είχε τον δυναμισμό να αντιδράσει μόνος του, δηλαδή να διαχωρίσει τη θέση του και να αποχωρήσει, κάτι άλλωστε το οποίο ομολογουμένως καθόλου εύκολο δεν θα ήταν υπό τις δεδομένες συνθήκες.
Μάλιστα οι Βρετανοί και ο Παπανδρέου βλέποντας ότι είχαν το πάνω χέρι, αξίωσαν ούτε λίγο ούτε πολύ τη διάλυση του ΕΛΑΣ – κάτι ασφαλώς το οποίο γνώριζαν ότι δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτό ακόμα κι από αυτή την περίτρομη αντιπροσωπεία του ΕΑΜ που συμμετείχε στο συνέδριο αλλά το έκαναν για να παρουσιάσουν σαν «διαλλακτικότητα» την «υποχώρησή τους» στη συνέχεια σε αυτό το θέμα. Άλλωστε, καθώς ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος συνεχιζόταν, το Βρετανικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής δεν ήθελε ακόμα τη διάλυση του ΕΛΑΣ για να κρατάει απασχολημένες τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής στην Ελλάδα! Ήξεραν άλλωστε πότε και πώς θα διέλυαν τον ΕΛΑΣ στην πραγματικότητα…
Όπως και νάχει, μετά από το «μαστίγιο» επακολούθησε το «τυράκι», δηλαδή η παραχώρηση, σαν ελεημοσύνη, κάποιων υπουργείων στο ΕΑΜ στην «κυβέρνηση εθνικής ενότητας» - όχι όμως το 50% όπως είχαν οι αντιπρόσωποί του ρητή εντολή να επιμείνουν αλλά μόνο το 25% και μάλιστα επρόκειτο είτε για δευτερεύοντα υπουργεία για τις περιστάσεις είτε και για επαχθή για το ΕΑΜ. Δηλαδή συμφωνήθηκε το ΕΑΜ να πάρει τα υπουργεία Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών (επομένως να χρεωθεί τα δύσκολα μέτρα που θα έπρεπε να εφαρμοστούν από μια καθαρά αστική κυβέρνηση αμέσως μετά από την «απελευθέρωση») καθώς και τα υπουργεία Γεωργίας, Εργασίας (για να εκτονώνει τις πιθανές λαϊκές αντιδράσεις!), Εφοδιασμού και… Δημοσίων Έργων! Κανένα από τα υπουργεία μέσω των οποίων θα κρινόταν ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΕΙΧΕ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ (Εσωτερικών, Στρατιωτικών, Δικαιοσύνης που θα είχε να διαχειριστεί το κρίσιμο θέμα της τιμωρίας των δοσίλογων κλπ.) δεν δόθηκε στο ΕΑΜ!
Και το κερασάκι στην τούρτα ήταν ότι η ομιλία με την οποία έκλεισε ο Παπανδρέου το Συνέδριο βαφτίστηκε «Εθνικόν Συμβόλαιον» (το είχε αυτό με τα «συμβόλαια» η οικογένεια Παπανδρέου… θυμίζουμε το «συμβόλαιο με το λαό» του Ανδρέα) και έγινε η τελική απόφαση του Συνεδρίου!
Το πρώτο που περιλάμβανε το «Εθνικόν Συμβόλαιον» ήταν… η συμφωνία να τιμωρηθούν οι υποκινητές του κινήματος της Μέσης Ανατολής, πράγμα το οποίο επέφερε ακόμα και θανατικές καταδίκες εναντίον τους – οι οποίες τελικά δεν εκτελέστηκαν, όμως αυτό που ενδιέφερε τους Βρετανούς δεν ήταν οι εκτελέσεις αλλά ο περιορισμός, όπως έχουμε προαναφέρει, όλων των δημοκρατικών στοιχείων σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και η δημιουργία μιας μικρής αντικομμουνιστικής δύναμης πραιτωριανών αφοσιωμένων σε αυτούς. Και όλα αυτά έγιναν με την υπογραφή των αντιπροσώπων του ΕΑΜ κι ακόμα χειρότερα του ΚΚΕ!
Το «Εθνικόν Συμβόλαιον» πρόβλεπε επίσης «την κατάργησιν της τρομοκρατίας εις την ελληνικήν ύπαιθρον και εις τας πόλεις» με σαφέστατη αιχμή ότι «ο τρομοκράτης» ήταν το ΕΑΜ κι ο ΕΛΑΣ. Ασφαλώς δεν ισχυριζόμαστε εδώ ότι και το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ ήταν εντελώς «αθώοι» για πράξεις τρομοκρατίας και ήδη έχουμε αναφερθεί σε αυτό σε προηγούμενες συνέχειες. Περιγράψαμε αναλυτικά και την εντελώς απαράδεκτη πράξη της δολοφονίας του Ψαρρού. Όμως σε έναν τέτοιον αγώνα ζωής και θανάτου, όπως ήταν ο ένοπλος αγώνας κατά των Γερμανών και των συνεργατών τους, ήταν αναπόφευκτο να συμβούν και «έκτροπα» και χωρίς αμφιβολία δεν μπορεί να συγκριθεί η όποια, ακόμα και σοβαρή ή αδικαιολόγητη σε κάποιες περιπτώσεις διολίσθηση εκ μέρους του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ στην τρομοκρατία με την κόλαση που είχαν δημιουργήσει οι κατοχικές δυνάμεις, τα Τάγματα Ασφαλείας και οι άλλες «εθνικόφρονες» μικρότερες οργανώσεις οι οποίες ουσιαστικά συνεργάζονταν μαζί τους.
Επίσης πρόβλεπε την ενοποίηση των αντάρτικων δυνάμεων σε έναν ενιαίο ελληνικό στρατό, χωρίς όμως να διευκρινίζει ποια θα ήταν η τελική σύνθεση αυτού του στρατού – κι αυτό είναι το ζήτημα που επέφερε αργότερα τη ρήξη και τα Δεκεμβριανά!
Κατά τα άλλα, το «Εθνικόν Συμβόλαιον» περιείχε διακηρύξεις για ελεύθερες εκλογές, σύντομη λύση του Πολιτειακού (βασιλεία ή δημοκρατία), ικανοποίηση των υλικών αναγκών του ελληνικού λαού, τιμωρία των δοσίλογων (η οποία τελικά δεν επακολούθησε σχεδόν καθόλου) και ικανοποίηση των «εθνικών δικαίων» της Ελλάδας, με τα οποία σαφώς υπονοούνταν τα Δωδεκάννησα, η Κύπρος και η Βόρειος Ήπειρος. Όποιος θέλει, μπορεί να βρει το πλήρες κείμενο εδώ: https://el.wikisource.org/.../%CE%9F_%CE%A7%CE%AC%CF%81...
Σημασία είχε ότι το ΕΑΜ είχε συμφωνήσει να μπει στο βρετανικό τσουβάλι με χέρια και με πόδια και ότι τη «νομιμότητα» είχαν πλέον στα χέρια τους οι Βρετανοί – ό,τι άλλο είχε μείνει εκκρεμές θα το ρύθμιζαν αναλόγως όταν θα ερχόταν η ώρα!
Αλλά όσα επακολούθησαν το τρίμηνο – τετράμηνο μετά από το Συνέδριο του Λιβάνου και το «Εθνικόν Συμβόλαιον» έχουν ακόμα περισσότερο δραματικό ενδιαφέρον και παρασκήνιο από το ίδιο το Συνέδριο. Διότι η συμφωνία του Λιβάνου (έτσι θα ονομάζουμε, με αυτό το πιο γνωστό όνομα, από δω και πέρα το «Εθνικόν Συμβόλαιον») δεν έγινε καθόλου εύκολα δεκτή από το ΕΑΜ και από το ΚΚΕ στην Ελλάδα! Γι’ αυτά όμως θα μιλήσουμε στην επόμενη συνέχεια.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ....